Ομολογία ήττας οι συνομιλίες στο Αφγανιστάν (Διπλωματία, 1ος/2010)

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΠΡΟΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ 

Στη χειρότερη θέση της πολιτικής του καριέρας πρέπει να βρέθηκε ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκς Ρασμούσεν, την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010, όταν από την Κωνσταντινούπολη διαβεβαίωνε ότι το ΝΑΤΟ δεν προτίθεται να δωροδοκήσει τους Ταλιμπάν για να εγκαταλείψουν το αντάρτικο και να ενταχθούν στην αφγανική κυβέρνηση.

Γιατί, η πραγματικότητα είναι πως η μοναδική ουσιαστικά απόφαση της διεθνούς συνόδου για το Αφγανιστάν που οργανώθηκε στις 28 Ιανουαρίου στην βρετανική πρωτεύουσα αφορούσε την οργανωμένη και επίσημη πλέον προσπάθεια προσεταιρισμού, καλύτερα εξαγοράς των μετριοπαθών Ταλιμπάν. Κι επειδή …δει δη χρημάτων κι άνευ τούτων ουδέν, η ίδια αυτή διάσκεψη ολοκλήρωσε τις εργασίες με την συγκέντρωση ενός σεβαστού ποσού, της τάξης των 140 εκ. δολ. που συγκεντρώθηκε από τους εκπροσώπους των 50 παριστάμενων κυβερνήσεων, με το οποίο θα επιχειρηθεί η ενσωμάτωση των Ταλιμπάν.

Άλλωστε η προσπάθεια δημιουργίας ρηγμάτων στις τάξεις των Ταλιμπάν, που από 400 που εκτιμούνταν το 2004 έχουν ξεπεράσει σύμφωνα με ΝΑΤΟϊκές πηγές τους 30.000, δεν είναι καινούργια. Όλο το προηγούμενο διάστημα, στο παρασκήνιο φυσικά και χωρίς να δοθεί η ανάλογη δημοσιότητα, πραγματοποιήθηκαν ουκ ολίγες επαφές μεταξύ των Ταλιμπάν και της αφγανικής κυβέρνησης ή των Δυτικών.

Η σημαντικότερη εξ αυτών πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2008 στη Σαουδική Αραβία. Το βασίλειο των Σαούντ, που επιφορτίστηκε και με επιπλέον διαμεσολαβητικά καθήκοντα από τη διάσκεψη του Λονδίνου, δεν επιλέγηκε τυχαία. Οι Ταλιμπάν το εμπιστεύονται περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση καθώς η Σ. Αραβία με το Πακιστάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι μοναδικές χώρες που αναγνώρισαν το καθεστώς τους στο Αφγανιστάν που κυβέρνησε από το 1996 μέχρι το 2001, όταν ανατράπηκε από την αμερικανο-νατοϊκή επέμβαση. Οι επαφές όμως που έγιναν  σημαδεύτηκαν από μια σειρά διαφωνίες γύρω από κρίσιμα θέματα που εξακολουθούν να απαντιούνται διαφορετικά από την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, τις ΗΠΑ και τους Ταλιμπάν. Κατά πρώτον αφορούν το χρόνο έναρξης των συνομιλιών καθώς οι ΗΠΑ επιλέγουν να έχει ξεκινήσει η αντεπίθεση που ετοιμάζουν για την άνοιξη και οι Ταλιμπάν να βρίσκονται σε θέση άμυνας, χωρίς ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη. Η κυβέρνηση του Καρζαΐ αντίθετα θέλει να ξεκινήσουν …χτες. Οι διαφωνίες επίσης αφορούν στα πρόσωπα που θα συμμετέχουν στον διάλογο. Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ επιμένουν στους μετριοπαθείς Ταλιμπάν εξαιρώντας τον σκληρό πυρήνα. Ο Καρζαΐ αντίθετα θέλει και τον ίδιο τον μουλά Ομάρ και γι αυτό το λόγο δεν αποκλείεται, σύμφωνα με την Wall Street Journal στις 3 Φεβρουαρίου, να ζητηθεί από τον ΟΗΕ να διαμεσολαβήσει ώστε να βγει το όνομά του από την μαύρη λίστα των τρομοκρατών! Η πίεση για τη συμμετοχή των πλέον υψηλόβαθμων Ταλιμπάν στις συνομιλίες γίνεται ασφυκτικότερη λόγω και της αμφισβήτησης της εξουσίας που διαθέτουν αυτοί που ήδη συμμετείχαν στις επαφές του Αυγούστους του 2008. Αν θέλουν να είναι δεσμευτικοί και τελεσίδικοι οι όροι των συμφωνιών δεν υπάρχει άλλη λύση από την εμπλοκή στις συνομιλίες των πρωτοκλασάτων στελεχών των Τλαιμπάν όπως ο μουλάς Ομάρ.

Επαφές με τους Ταλιμπάν ωστόσο έχουν γίνει και σε ανώτερα επίπεδα, που αντανακλούν πιο ευθύγραμμα και χωρίς στρεβλώσεις τη βούληση της Δύσης. Όπως αποκάλυπταν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου, σε ρεπορτάζ  από τη διάσκεψη του Λονδίνου «εξέχοντα πρόσωπα της ηγεσίας των Ταλιμπάν συναντήθηκαν μυστικά με τον αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών για το Αφγανιστάν για να συζητήσουν τη δυνατότητα να καταθέσουν τα όπλα τους». Η συνάντηση που έγινε στο Ντουμπάι στις 8 Ιανουαρίου ήταν τόσο… προωθημένη ώστε συζητήθηκε ακόμη κι ο τόπος των μελλοντικών επαφών με τους Ταλιμπάν να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν οι συναντήσεις να διεξαχθούν σε κάποια στρατιωτική βάση, αλά αντίθετα επιθυμούν να γίνονται δημόσια.

Οι Ταλιμπάν τέλος, αν και διαψεύδουν όλα τα σχετικά δημοσιεύματα με την επισήμανση πως καμιά διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει με την παρουσία των ξένων εισβολέων στο έδαφος του Αφγανιστάν – θέτοντας ως όρο την αποχώρησή τους, με άλλα λόγια – δεν πείθουν ότι αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης.

Η τακτική των αμερικανο-νατοϊκών όσο κι αν ενδύεται τα άμφια της εθνικής συμφιλίωσης δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι προϊόν ανάγκης, σημάδι της αυξανόμενης αδυναμίας τους να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο πεδίο των μαχών – όπου η υπεροχή των δυνάμεων κατοχής θα έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη… Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει μπει στον δέκατο χρόνο, χωρίς προοπτική νίκης, οι απώλειες των Αμερικανών είναι θέμα ημερών να φτάσουν τις 1.000 και το βάρος συντήρησης του μετώπου στα δημόσια οικονομικά, στο φόντο της κρίσης, γίνεται πλέον δυσβάσταχτο όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Αυτή, την αυξανόμενη πίεση εξέφρασε κι η βαθιά αντιφατική απόφαση του Ομπάμα να ανακοινώσει την αποστολή επιπλέον 30.000 στρατιωτών, που προδικάζει ένταση των μαχών, μαζί με την ημερομηνία έναρξης αποχώρησης τον Ιούλιο του 2011, που εκ των πραγμάτων δημιουργεί κλίμα χαλάρωσης στις τάξεις του στρατού. Στις τάξεις δε των Ταλιμπάν κλίμα νίκης, καθώς είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ως καρπό των προσπαθειών τους την εγκατάλειψη από τη Δύση του στόχου εξουδετέρωσής τους. Έτσι, γεννιέται το ερώτημα γιατί οι Ταλιμπάν να συμφωνήσουν στην παράδοση των όπλων τους όταν ξέρουν πως ο χρόνος κυλάει με το μέρος τους;

Αφγανιστάν: Αιματηρή φυγή προς τα μπρος (Επίκαιρα, 13/11/2009)

Αντιμέτωποι με αλλεπάλληλες αποτυχίες βρίσκονται οι Αμερικανοί στο Αφγανιστάν μετά το φιάσκο των εκλογών και της πολιτικής λύσης, την απογοήτευση που προκαλούν οι αστυνομικές δυνάμεις του Αφγανιστάν και την απροθυμία του ΟΗΕ να συνεχίσει να προσφέρει ανθρωπιστικό κάλυμμα στην επέμβαση.

Οκτώ χρόνια πριν, όταν ολοκληρωνόταν ο περίπατος με τον οποίο οι Αμερικανοί κατέλαβαν το Αφγανιστάν, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πόσο παταγώδης και ολοκληρωτική θα ήταν η αποτυχία του αμερικανικού σχεδίου, όπως σήμερα αποδεικνύεται. Η στρατιωτική ήττα, όπως την παρακολουθούμε να εξελίσσεται, δεν ήταν ανέλπιστη. Ανέλπιστη ήταν η παράλληλη κατάρρευση κι όλων των άλλων υποστηρικτικών προσπαθειών κι επιχειρήσεων που θα διευκόλυναν την εκδίωξη των Ταλιμπάν. Συγκεκριμένα, τρία μέτωπα κρατούσαν οι Αμερικάνοι ανοιχτά από την πρώτη μέρα της στρατιωτικής εισβολής.

Το πρώτο μέτωπο αφορούσε την δημιουργία μιας υποτυπώδους πολιτικής ζωής και μιας στοιχειώδους κυβέρνησης. Απώτερο ζητούμενο ήταν να ενδυθεί η επέμβαση με έναν δημοκρατικό μανδύα – απαραίτητο ενδυματολογικό αξεσουάρ όταν μεσουρανούσαν τα σχέδια ανατροπής κυβερνήσεων με πρόσχημα τον αντιδημοκρατικό, δικτατορικό τους χαρακτήρα (βλ. Ιράκ, Συρία, κ.α. αλλά επ’ ουδενί Αίγυπτο ή Ιορδανία…). Ταυτόχρονα, τα γεωπολιτικά ζητούμενα της επέμβασης που σχετίζονταν με τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων θα επισκιάζονταν κι ως επίδικο της κατοχής θα εμφανιζόταν η ανατροπή ενός σκοταδιστικού καθεστώτος κι η αντικατάστασή του με ένα κοινοβουλευτικό, αντιπροσωπευτικό σύστημα. Όλα αυτά τα σχέδια μετατράπηκαν σε μπούμερανγκ για τους εμπνευστές τους πριν δύο εβδομάδες όταν ο Καρζαΐ εξασφάλισε και δεύτερη θητεία στην προεδρία του Αφγανιστάν, μετά την παραίτηση του αντιπάλου του, Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, παρότι αναδείχθηκε με λιγότερους από τους μισούς ψήφους – στερείται δηλαδή ακόμη και της πλειοψηφίας που απαιτείται, παρότι προέβη σε ένα όργιο νοθείας και πολλά ακόμη. Το αποτέλεσμα είναι η κυβέρνηση της Καμπούλ να είναι εντελώς απονομιμοποιημένη στη συνείδηση των Αφγανών και της διεθνούς κοινής γνώμης, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τους Δυτικούς που μέσω των πρεσβειών τους έτρεξαν να αναγνωρίσουν το νέο πρόεδρο! Στο εξής δηλαδή ο Καρζαΐ αποτελεί βαρίδι για τους Δυτικούς κι η διαδικασία εκδημοκρατισμού που ακολουθήθηκε (με μια εκλογική διαδικασία που στοίχισε 300 εκ. δολ. και τη ζωή 170 ΝΑΤΟϊκών στρατωιτών) δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη θέση τους. Το πρόβλημα είναι εξ ίσου έντονο και στη Δύση, καθώς οι ψηφοφόροι βλέπουν να χάνονται χιλιάδες ανθρώπινες ζωές «για ένα πουκάμισο αδειανό…». Καθόλου τυχαία δεν είναι η αύξηση που καταγράφουν τα ποσοστά όσων διαφωνούν με την αποστολή στρατιωτών στο Αφγανιστάν. Στην Αγγλία για παράδειγμα το 73% των ερωτηθέντων διαφωνεί με την απόφαση του Γκόρντον Μπράουν. 

Η δεύτερη προσπάθεια που απέτυχε αφορούσε την εκπαίδευση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας, όπως έδειξε η δολοφονία πέντε βρετανών στρατιωτών προ δεκαημέρου από αφγανό αστυνομικό, που ανέβασε τον αριθμό των νεκρών Βρετανών στους 230. Το περιστατικό δεν ήταν μεμονωμένο όπως έσπευσαν να δηλώσουν ΝΑΤΟϊκοί και Αφγανοί. Να θυμίσουμε πως μόλις τον Σεπτέμβρη, κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, αφγανός πάλι στρατιώτης πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά βρετανό όταν τον είδε να πίνει νερό κατά τη διάρκεια της μέρας, παραβιάζοντας έτσι τον κανόνα που απαγορεύει στους μουσουλμάνους να φάνε ή να πιουν οτιδήποτε μέχρι να πέσει ο ήλιος. Η επιχείρηση όμως δημιουργίας αξιόμαχης και αποτελεσματικής κυβερνητικής αστυνομίας (που έχει στοιχίσει 19 δισ. δολ. από το 2001) διαδραματίζει κρίσιμο και καθοριστικό ρόλο καθώς ουδεμία σκέψη αποχώρησης των δυνάμεων κατοχής δεν μπορεί να πέσει στο τραπέζι αν δεν συνοδεύεται από δημιουργία αφγανικού στρατού κι αστυνομίας που θα αναλάβουν να συνεχίσουν το έργο τους. Αντίθετα, η ενίσχυση του ρόλου των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας κι η αύξηση της αποτελεσματικότητάς τους αποτελεί προϋπόθεση για την απεμπλοκή των Δυτικών. Αυτό όμως που παρατηρείται τώρα είναι να αποδεικνύονται αναποτελεσματικά όλα τα φίλτρα που χρησιμοποιούν οι Δυτικοί για να ελέγξουν τους Αφγανούς που στρατολογούν. Και πως θα μπορούσε άλλωστε από τη στιγμή που οι Ταλιμπάν αποδεδειγμένα πλέον διαθέτουν δεσμούς με την κοινωνία, ενώ οι νίκες που πετυχαίνουν καθημερινά αυξάνουν το κύρος τους μεταξύ των Αφγανών;

Το τρίτο μέτωπο που κρατούσαν ανοιχτό οι κυβερνήσεις του ΝΑΤΟ, με την αμέριστη συμπαράσταση διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, αφορούσε την ανθρωπιστική βοήθεια. Αν η πρώτη πράξη περιελάμβανε φυστικοβούτυρο που έπεφτε από τον ουρανό, όπως το μάννα, λειαίνοντας τον δρόμο για την στρατιωτική επέμβαση, η δεύτερη περιελάμβανε αθρόα ανθρωπιστική βοήθεια που μαζί με την επίλυση οξύτατων και υπαρκτών προβλημάτων επισιτισμού ταυτόχρονα θα έδειχνε το ανθρώπινο πρόσωπο των 41 κρατών που σε διαφορετικό βαθμό συμμετέχουν στην κατοχή του Αφγανιστάν. Όμως, η εν ψυχρώ δολοφονία από άνδρες των Ταλιμπάν (που φορούσαν στολές της αστυνομίας!) πέντε υπαλλήλων του ΟΗΕ στις 28 Οκτώβρη κι η απόφαση του οργανισμού να διατάξει την αποχώρηση περισσότερων από των μισών από τους 1.200 περίπου υπαλλήλους του από το Αφγανιστάν σηματοδοτεί, επί της ουσίας, το άδοξο τέλος και αυτής της επιχείρησης.

Λόγω της ήττας όλων των παραπάνω (κατά ένα μέρος εναλλακτικών και κατά ένα άλλο συμπληρωματικών) σχεδίων οι Αμερικάνοι είναι αναγκασμένοι πλέον να επενδύσουν όλο τους το κεφάλαιο στο στρατιωτικό μέτωπο, όπου κι εκεί η αποτυχία που καταγράφουν είναι θεαματική και για πολλούς μη αντιστρεπτή. Πλέον τα βλέμματα είναι στραμμένα στην απόφαση που θα λάβει ο αμερικανός πρόεδρος αναφορικά με το αίτημα του διοικητή των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, Στάνλεϋ Μακ Κρίσταλ, για σημαντική ενίσχυση των δυνάμεων με 40.000 επιπλέον στρατιώτες, οι οποίοι θα προστεθούν στους 68.000 Αμερικανούς και 9.000 Βρετανούς που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο Αφγανιστάν. Η απόφαση δεν είναι εύκολη καθώς τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα σημαίνει την διαιώνιση της σημερινής στασιμότητας μέχρι να μετατραπεί σε καθαρή ήττα και μετά σε πανωλεθρία, ενώ αντιβαίνει και με την προγραμματική του εξαγγελία για «αναγκαίο πόλεμο». Τυχόν υιοθέτησή της από την άλλη θα σημάνει την οριστική διάψευση των προσδοκιών που δημιούργησε η εκλογή του πριν ένα χρόνο, καθώς θα δώσει το πράσινο φως για σφοδρότερες μάχες και μεγαλύτερα λουτρά αίματος, με αμφίβολα πάλι αποτελέσματα. Παρόλα αυτά ελλείψει εναλλακτικών σχεδίων το πιθανότερο είναι πως ο Μπαράκ Ομπάμα θα καταλήξει να δεχθεί την πρόταση του Μακ Κρίσταλ.

Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη δηλαδή κι αν πάνε το Αφγανιστάν 30.000 ή 40.000 επιπλέον Αμερικάνοι δεν είναι καθόλου σίγουρο πως το ζητούμενο της αποστολής θα είναι η συντριβή των Ταλιμπάν! Ρεπορτάζ ανταποκριτών επιμένουν πως το στρατηγικό ζητούμενο δεν είναι η νίκη αλλά ένας έντιμος συμβιβασμός. Έγραφε για παράδειγμα η απεσταλμένη των New York Times το προηγούμενο Σαββατοκύριακο (7-8 Νοέμβρη): «Οι διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν βραχυπρόθεσμα θα ήταν προβληματικές, γιατί τώρα είναι στην ισχυρότερη θέση που έχουν βρεθεί τα τελευταία οχτώ χρόνια και θα ανάγκαζαν την κυβέρνηση να προβεί σε παραχωρήσεις. Οι Αμερικάνοι υποστηρίζουν την ιδέα των διαπραγματεύσεων με τους συντηρητικούς Ταλιμπάν, αλλά θα προτιμούσαν να το κάνουν όταν η εξέγερσή τους θα έχει αδυνατίσει. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να απαιτεί περισσότερα στρατεύματα»!

Υπάρχει μεγαλύτερη ομολογία ήττας;

Αιματοχυσία χωρίς τέλος στο Αφγανιστάν (Μετροπόλιταν, 25/7/2009)

Στο πιο κρίσιμο σημείο της βρίσκεται η αμερικανική κατοχή του Αφγανιστάν λίγο πριν συμπληρωθούν οκτώ χρόνια από τον Οκτώβρη του 2001 όταν εισέβαλλαν οι Αμερικάνοι για να ανατρέψουν το καθεστώς των Ταλιμπάν. Έκτοτε οι Αμερικανοί εξακολουθούν να έχουν τον έλεγχο της κατάστασης μόνο σε ορισμένες νησίδες κι εκεί με το φως της ημέρας, οι σχέσεις της Ουάσινγκτον με την κυβέρνηση της Καμπούλ είναι πλέον ανοιχτά εχθρικές, ενώ κι η προθυμία του Λονδίνου ότι θα συνεχίσει και στο μέλλον να στηρίζει την εκστρατεία με τον ίδιο ζήλο που το έκανε και στο παρελθόν δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. 

Σοκ δημιουργήθηκε στην Αγγλία από την είδηση του θανάτου 15 βρετανών στρατιωτών μέσα σε μόλις 10 μέρες που είχε ως αποτέλεσμα ο αριθμός των βρετανικών απωλειών στο Ιράκ να φθάσει τους 184, όταν στο Ιράκ οι απώλειες δεν ξεπέρασαν τις 179. Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών (μόνο στα Φώκλαντς το 1982 ο βρετανικός στρατός υπέστη περισσότερες απώλειες κατά τις τελευταίες δεκαετίες) οδήγησε σε νέα ύψη την αντίθεση των Άγγλων για έναν πόλεμο που διεξάγεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά τους και δεν εξυπηρετεί κανένα ζωτικό συμφέρον δικό τους ή της πατρίδας τους. Αντίθετα με τους Άγγλους και τα πηχυαία πρωτοσέλιδα των ταμπλόιντ που απηχούσαν μια εχθρική στάση απέναντι στον πόλεμο, από τα κοινοβουλευτικά κόμματα μόνο οι Ελεύθεροι Δημοκράτες, δια του ηγέτη τους Νικ Κλεγκ, έθεσαν – στη Βουλή των Κοινοτήτων μάλιστα – θέμα αποχώρησης του βρετανικού στρατού στην περίπτωση όμως εκείνη που η κυβέρνηση το Γκόρντον Μπράουν δεν αποφασίσει να χρηματοδοτήσει γενναία την αποστολή στο Αφγανιστάν. Ήδη μέχρι στιγμής η Αγγλία, που πρόσφατα είδε τη διεθνή πιστοληπτική θέση της να υποβαθμίζεται λόγω του μεγάλου δημοσιονομικού ελλείμματος, χρηματοδοτεί τον πόλεμο στο Αφγανιστάν με 3 δις. λίρες ετησίως! Ποσό που απ’ ότι φαίνεται κρίνεται ανεπαρκές αν δούμε ότι η κριτική των Εργατικών και των Συντηρητικών επικεντρώνεται στην απροθυμία της Ντάουνιγκ Στριτ να χρηματοδοτήσει αφειδώλευτα τον πόλεμο…

Στην Ουάσινγκτον  η ανοιχτή δυσφορία που εκφράζεται από τη μεριά της Αγγλίας για τη σκοπιμότητα της συνεχιζόμενης παρουσίας της στην πρώτη χώρα που υπέστη τη βαρβαρότητα της αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας προκαλεί πονοκεφάλους. Κατ’ αρχήν γιατί η βρετανική αποστολή με 9.000 στρατιώτες είναι η δεύτερη μεγαλύτερη μετά την αμερικανική. Κατά δεύτερον επειδή ήδη ο Καναδάς που αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη δύναμη με 2.800 στρατιώτες έχει ανακοινώσει την αποχώρησή του μέχρι το τέλος του 2011. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την απόφαση έπαιξαν οι απώλειες του Καναδά που μέχρις στιγμής ανέρχονται σε 124. Είναι ορατός επομένως ο κίνδυνος από τους 90.000 στρατιώτες από τις 41 χώρες που τυπικά αποτελούν τον στρατό κατοχής σήμερα στο Αφγανιστάν όσο περνάει ο καιρός όλοι σχεδόν να προέρχονται από τις ΗΠΑ.

Το σημαντικότερο όμως για τους Αμερικάνους είναι ότι χάνουν ακόμη κι αυτά τα λίγα ερείσματα που διέθεταν στο εσωτερικό της κατακτημένης χώρας, όπως φαίνεται κι από την έχθρα που έχει δημιουργηθεί μεταξύ του προέδρου του Αφγανιστάν, Χαμίντ Καρζαΐ, και της Ουάσινγκτον. Ο Καρζαΐ που τοποθετήθηκε από τους Αμερικανούς λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή τους αποτελούσε έως πρόσφατα ανδρείκελό τους. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 συγκεκριμένα, όταν για πρώτη φορά όρθωσε το ανάστημά του και συγκρούστηκε με την Ουάσινγκτον επ’ αφορμή τους μαζικούς βομβαρδισμούς τους σε πολυσύχναστα σημεία – ακόμη και σε γαμήλια γλέντια, που είχαν ως απώτερο στόχο να τιμωρήσουν τους Αφγανούς για την κάλυψη και την τροφοδοσία που προσέφεραν στους Ταλιμπάν. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, που υποτιμούν σημαντικά τις απώλειες μεταξύ αμάχων, μόνο τον προηγούμενο χρόνο οι νεκροί Αφγανοί έφθασαν τους 828 από τους οποίους οι 525 σκοτώθηκαν από αεροπορικές επιθέσεις.

«Σε μια τηλεφωνική συνομιλία με την Καμπούλ στις 17 Σεπτέμβρη του 2008 η τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις – η πιο ισχυρή γυναίκα στον κόσμο εκείνη την εποχή – εκτόξευσε ψυχρά μια απειλή προς τον Καρζαΐ», ανέφερε ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel στις 18 Φεβρουαρίου 2009. «“Αν συνεχίσεις να επικρίνεις την Αμερική, δεν θα συνεργαζόμαστε πλέον μαζί σου”. Η απάντηση του Καρζαΐ ήταν υπερήφανη και προκλητική: “Δεν θα είμαι σιωπηρός και δεν θα σταματήσω να προασπίζω τα συμφέροντα του λαού μου και των παιδιών μου”. Ο Καρζαΐ δέχτηκε το δυσάρεστο τηλεφώνημα επειδή είχε για μια ακόμη φορά κατηγορήσει τα αμερικανικά στρατεύματα για αδιαφορία απέναντι στους αφγανούς πολίτες. Αυτή τη φορά αναφερόταν σε μια βομβιστική επίθεση στη βορειοδυτική πόλη του Αζαζιμπάντ. Κατά τους Αφγανούς είχαν σκοτωθεί 90 άμαχοι, οι Αμερικανοί επέμεναν πως ήταν 7». Το γερμανικό περιοδικό ολοκληρώνει το ρεπορτάζ του, που απηχεί την εκδοχή της Καμπούλ, συμπεραίνοντας πως εκείνη η τηλεφωνική συνομιλία «αποτέλεσε σημείο τομής στη σχέση μεταξύ της προστάτιδας δύναμης και του προστατευόμενού της».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ερμηνευθούν ορισμένες ασυνήθιστες κινήσεις στην πολιτική ζωή του Αφγανιστάν εν όψει των εκλογών που θα διεξαχθούν στις 20 Αυγούστου, όπως ήταν για παράδειγμα η παρουσία του ίδιου του αμερικανού πρέσβη στην Καμπούλ στις συνεντεύξεις Τύπου που παραχώρησαν οι δύο βασικότεροι αντίπαλοι του Καρζαΐ, Γκανί και Αμπντάλα, που συγκεντρώνοντας μόνο το 7% και 2% των προτιμήσεων στις σφυγμομετρήσεις που έχουν γίνει ως τώρα υπολείπονται σημαντικά του  Καρζαΐ που είναι το φαβορί των εκλογών και με βάση τις δημοσκοπήσεις αναμένεται να κερδίσει το 31% των ψήφων.

Στο πλαίσιο της σύγκρουσης Καρζαΐ – Ουάσινγκτον εντάσσεται κι η πρόσφατη πρωτοβουλία του Μπαράκ Ομπάμα να διερευνηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες δολοφονήθηκαν πολλές εκατοντάδες, ακόμη και 1.500 σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, Ταλιμπάν τον Νοέμβριο του 2001 από τον οπλαρχηγό της Βόρειας Συμμαχίας, στρατηγό Αμπντούλ Ρασίντ Ντοστούμ. Όλοι αυτοί οι Ταλιμπάν είχαν παραδοθεί στην αμερικανοστήριχτη Βόρεια Συμμαχία για να βρουν φρικτό θάνατο μέσα σε σφραγισμένα κοντέινερ μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που είχαν αφεθεί επί μέρες στον καυτό ήλιο. Συγκλονίζουν οι περιγραφές που έχουν δε το φως της δημοσιότητας για εξαντλημένους Αφγανούς που επί μέρες ξεδιψούσε ο ένας από τον ιδρώτα του άλλου. Η κίνηση του Λευκού Οίκου ωστόσο δεν σκοπεύει τόσο να ρίξει φως στα άδυτα της οκταετίας Μπους και στις σχέσεις που διατηρούσε η CIA με αιμοσταγείς δολοφόνους, τους οποίους χρηματοδότησε αδρά για να μεταλαμπαδεύσει στο Αφγανιστάν την ελευθερία και τη δημοκρατία. Αν επεδίωκε κάτι τέτοιο ο αμερικανός πρόεδρος θα έδινε τον Μάιο που μας πέρασε το πράσινο φως για να δημοσιευθούν φωτογραφίες από κακομεταχείριση κρατουμένων στο Αφγανιστάν. Απώτερος στόχος του Μπαράκ Ομπάμα στην πραγματικότητα είναι να αδυνατίσει την ευκαιριακή συμμαχία που έχει συγκροτήσει ο Καρζαΐ εν όψει των εκλογών και στην οποία συμπεριλαμβάνεται κι ο Ντοστούμ που μόλις τον Μάιο ανέλαβε υπουργός Άμυνας του Καρζαΐ!

Η διαφοροποίηση και η απώλεια του Καρζαΐ αποτελεί σύμπτωμα της ήττας των Αμερικάνων στο Αφγανιστάν, που κινδυνεύει να μετατραπεί σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό Newsweek στο «Βιετνάμ του Ομπάμα». Από μόνη της δεν σηματοδοτεί τίποτε περισσότερο, δεδομένου ότι το αύριο του Αφγανιστάν θα κριθεί στα απροσπέλαστα βουνά που αποτελούν θέατρα του πολέμου κι όχι στις πολιτικές ίντριγκες. Κι εδώ όμως οι ΗΠΑ, που έχουν χάσει 732 στρατιώτες όλη αυτή την περίοδο, μετρούν μόνο ζημιές. Από τον Μάρτιο, που ο Ομπάμα δήλωσε χωρίς περιστροφές στους δημοσιογράφους των New York Times ότι «δεν κερδίζουμε τον πόλεμο», μέχρι την προηγούμενη Κυριακή που οι Ταλιμπάν έπιασαν για πρώτη φορά αιχμάλωτο έναν 23χρονο αμερικανό πεζοναύτη, καμία πραγματική πρόοδος δεν έχει συντελεστεί στο Αφγανιστάν. Κι αυτό παρά τον διπλασιασμό των αμερικανικών δυνάμεων που από 38.000 αναμένεται μέχρι το τέλος του έτους να φθάσουν τις 68.000, την αντικατάσταση του ανώτατου διοικητή με στρατηγό που προέρχεται από τις ειδικές δυνάμεις, την κινηματογραφικών διαστάσεων επιχείρηση κατάληψης και εδραίωσής τους στην επαρχία Χελμάντ του νότου και μια νέα στρατηγική που είναι σε εξέλιξη δίνοντας σε πολλούς, όπως για παράδειγμα στο τελευταίο περιοδικό Time, την αφορμή να κάνουν λόγο για έναν «δεύτερο πόλεμο» της Αμερικής στο Αφγανιστάν.

Να θυμίσουμε πάντως ότι οι Άγγλοι επί βρετανικής αυτοκρατορίας έκαναν τρεις πολέμους στο Αφγανιστάν, χωρίς κανένα αποτέλεσμα…

Αφγανιστάν: Χειρότερα δεν γίνεται (Διπλωματία, 8ος/2009)

ΠΑΤΑΓΩΔΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 20ΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΕΙΣ ΤΑΛΙΜΠΑΝ

Στην υιοθέτηση και την εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής στο Αφγανιστάν προσανατολίζονται οι Αμερικάνοι ως αποτέλεσμα της διπλής ήττας που έχουν δεχτεί τόσο στο στρατιωτικό επίπεδο από τους Ταλιμπάν, όσο και στο πολιτικό επίπεδο όταν έγινε σαφές πως οι πολλά υποσχόμενα εκλογές εξελίχθησαν σε όργιο νοθείας από τον Καρζαΐ.

Μεγαλύτερο φιάσκο δεν μπορούσε να υπάρξει στο πολιτικό επίπεδο από τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στο Αφγανιστάν. Οι δυνάμεις κατοχής είχαν επενδύσει τα μέγιστα στην επιτυχή τους ολοκλήρωση έτσι ώστε να λειτουργήσουν νομιμοποιητικά για το καθεστώς και να δείξουν πως παρά τα όσα προβλήματα είναι σε εξέλιξη μια διαδικασία που αργά και βασανιστικά ενοποιεί την κατακερματισμένη χώρα στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής διαδικασίας.

Στην πραγματικότητα τίποτε απ’ αυτά δεν συνέβη. Τα περιστατικά νοθείας που καταγράφηκαν ήταν τόσο πολλά ώστε σε οποιαδήποτε άλλη χώρα οι εκλογές θα έπρεπε να έχουν ακυρωθεί. Η συμμετοχή δεν ξεπέρασε το 40%, με βάση όλες τις πρώτες εκτιμήσεις. Κινήθηκε δηλαδή πολύ χαμηλότερα από τις προηγούμενες εκλογές του 2004 όταν η συμμετοχή είχε φθάσει το 70%, ενώ στις επαρχίες του Νότου (Κανταχάρ, Χελμούτ, Ουρουζγκάν, Ζαμπούλ) όπου κυριαρχούν οι Παστούν από τους οποίους προέρχονται τόσο ο πρόεδρος της χώρας, Χαμίντ Καρζαΐ, όσο κι οι Ταλιμπάν, η συμμετοχή μόλις και μετά βίας έφθασε το 5% έως 10%. Η ηλεκτρονική έκδοση του γερμανικού περιοδικού Spiegel ανέφερε πως «πέρα από την χαμηλή συμμετοχή, πολυάριθμες αναφορές για εκλογικές απάτες δημιουργούσαν αμφιβολίες για τη νομιμότητα της ψήφου. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραφαν πως τοπικοί φύλαρχοι – ειδικότερα στις πιο επικίνδυνες περιοχές της χώρας – είχαν πάρει τις κάλπες σπίτι τους κι έπειτα τις έφεραν πίσω γεμάτες με ψηφοδέλτια του Καρζαΐ. Τουλάχιστον τέσσερα τέτοια περιστατικά περιγράφηκαν με κάθε λεπτομέρεια μόνο στο Spiegel Online». Αντίστοιχα  περιστατικά νοθείας περιγράφουν όλοι μα όλοι οι παρατηρητές που βρέθηκαν στη πολύπαθη χώρα. Όπως τα μετέφερε η Wall Street Journal στις 24 Αυγούστου, το Εθνικό Δημοκρατικό Ινστιτούτο που είχε περισσότερους από 100 παρατηρητές στο Αφγανιστάν επεσήμανε πως πλευρές μόνο των εκλογών ήταν σε συμφωνία με τις δημοκρατικές αρχές! Η εκτύπωση κι η διανομή ψηφοδελτίων, ο ορισμός εκλογικών τμημάτων κι η τοποθέτηση καλπών, μπορούμε να υποθέσουμε… Μια άλλη ομάδα αμερικανών παρατηρητών από την οργάνωση Διεθνή Δημοκρατία αρνήθηκαν ακόμη και να επιβεβαιώσουν το αδιάβλητο των εκλογών δηλώνοντας πως είναι πολύ νωρίς για να αξιολογήσουν αν οι εκλογές είναι αξιόπιστες. Ενώ, μια τρίτη ομάδα παρατηρητών, με τίτλο Ίδρυμα για Ελεύθερες και Δημοκρατικές Εκλογές στο Αφγανιστάν, που είχε τοποθετήσει 7.000 παρατηρητές στις κάλπες εντόπισε πολλά περιστατικά μαζικής τοποθέτησης ψηφοδελτίων στην κάλπη κι υπαλλήλων του εκλογικού μηχανισμού που εργάζονταν μεροληπτικά. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, η βιασύνη πολλών δυτικών ηγετών όπως του Μπαράκ Ομπάμα για παράδειγμα, να επικροτήσουν την εκλογική διαδικασία αποτέλεσε μπούμερανγκ καθώς τμήματα του νεοπαγούς πολιτικού κατεστημένου του Αφγανιστάν, που βρέθηκαν στην αντίπερα όχθη από τον Καρζαΐ, δέχτηκαν μ’ αυτές τις δηλώσεις τη χαριστική βολή.

Και δεν επρόκειτο για μεμονωμένες περιπτώσεις. Στις εκλογές συμμετείχε ο υπερβολικός αριθμός των 40 υποψηφίων, εκ των οποίων οι σημαντικότεροι υποψήφιοι ήταν οι εξής τρεις. Ο 59χρονος Ασράφ Γκανί, εθνότητας Παστούν, με διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ο οποίος πριν αναλάβει υπουργός Οικονομίας του Καρζαΐ καθιερώνοντας τον ενιαίο φορολογικό συντελεστή που αποτελεί την επιτομή των πλέον σύγχρονων αντιλαϊκών φορολογικών μέτρων, είχε εργαστεί στην Παγκόσμια Τράπεζα. Ο 48χρονος Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, υπουργός Εξωτερικών του Καρζαΐ από το 2001 μέχρι το 2006 που παλιότερα διατηρούσε το ίδιο πόστο στο πλαίσιο της Βόρειας Συμμαχίας η οποία βοήθησε σημαντικά τους Αμερικάνους να ανατρέψουν το καθεστώς των Ταλιμπάν. Και φυσικά ο 51χρονος σήμερα Χαμίντ Καρζαΐ, εθνότητας Παστούν, που τοποθετήθηκε στην προεδρία του Αφγανιστάν από τις δυνάμεις κατοχής αμέσως μετά την επέμβασή τους το Νοέμβριο του 2001, ο οποίος τη δεκαετία του ’90 υποστήριζε τους Ταλιμπάν, σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναλάβει καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών μετά την πτώση της φιλικής προς τη Μόσχα κυβέρνησης το 1992. Περασμένα ξεχασμένα φυσικά, για όποιους δεν θέλουν να θυμούνται τις συνθήκες υπό τις οποίες επωάστηκαν οι Ταλιμπάν. Ο Καρζαΐ ωστόσο σήμερα θεωρείται από τους Δυτικούς η αιτία κάθε κακοδαιμονίας που βασανίζει το Αφγανιστάν. «Ο Καρζαΐ, ανώτατος ηγέτης του Αφγανιστάν από τον Δεκέμβρη του 2001, προεδρεύει μιας κυβέρνησης η συστηματική διαφθορά της οποίας έχει υπονομεύσει την αξιοπιστία της και τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους της χώρας. Έχει δημιουργήσει συμμαχίες με διαβόητους πολέμαρχους. Η καλλιέργεια του οπίου και το εμπόριο ναρκωτικών έχουν επεκταθεί υπό την προστασία των συγγενών και συμμάχων του κι είναι τώρα οι πιο δυναμικοί τομείς της εθνικής οικονομίας. Ο στρατός απέχει πολύ από το να είναι ετοιμοπόλεμος κι η εθνική αστυνομία είναι συχνά διεφθαρμένη κι υπό την επιρροή των τοπικών φύλαρχων», έγραφαν σε σημείωμα της σύνταξής τους οι New York Times το Σαββατοκύριακο 22-23 Αυγούστου φέρνοντας στην επιφάνεια την άβυσσο πλέον που χωρίζει τις δυνάμεις κατοχής με τον πιο έμπιστό τους άνθρωπο μέχρι πρόσφατα στο Αφγανιστάν.

Πρόχειρες δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν από δυτικά μέσα, χωρίς φυσικά να διεκδικούν δάφνες επιστημονικής πληρότητας, μετά την έξοδο από την κάλπη, όπως των New York Times έδειξαν αρκετά νωρίς πως ο Καρζαΐ με κανέναν τρόπο δεν επρόκειτο να επαναλάβει τον θρίαμβο του 2004 όταν είχε κερδίσει το 54% των ψήφων. Τώρα αντίθετα, κι ως αποτέλεσμα του ότι οι Αμερικάνοι έπαψαν να τον στηρίζουν, τα exit polls έφερναν τον Καρζαΐ στήθος με στήθος με τον βασικότερο αντίπαλό του, Αμπντουλάχ, (39% ο Καρζαΐ και 38% ο Αμπντουλάχ) με αποτέλεσμα να θεωρείται βέβαιη η προσφυγή στον δεύτερο γύρο. Γεγονός απευκταίο για τον Καρζαΐ καθώς σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι λίγες οι πιθανότητες εκλογής του, καθώς κι οι 39 άλλοι υποψήφιοι θα ενωθούν εναντίον του, σε μια ευκαιριακή και χωρίς βάθος συμμαχία που θα τερματίσει όμως την προεδρία του Καρζαΐ. Το γεγονός αυτό όμως, της επαναληπτικής ψηφοφορίας μεταξύ των δύο υποψηφίων που συγκέντρωσαν τα μεγαλύτερα ποσοστά παρέμενε απευκταίο και για τα ξένα στρατεύματα όπως και για τις δυτικές πρωτεύουσες αν και θεωρούταν σίγουρο μετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων στις 25 Αυγούστου από την καταμέτρηση του 10% των ψήφων που έδειξαν τον Καρζαΐ να κερδίζει το 40% και τον Αμπντουλάχ το 39% των ψήφων. Ένας δεύτερος γύρος θεωρούταν αρνητική εξέλιξη για τους Δυτικούς για δύο λόγους. Επειδή κατ’ αρχήν ένα νέο δίμηνο, μετωπικής αυτή τη φορά, αντιπαράθεσης μεταξύ του προερχόμενου από τους Παστούν του νότου, Χαμίντ Καρζαΐ και του προερχόμενου από τον βορρά όπου κατοικούν Τατζίκοι και Ουζμπέκοι, Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, θα οδηγούσε στα όρια θραύσης τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ των δύο εθνικών μειονοτήτων με αποτέλεσμα να βάθαινε απειλητικά το χάσμα μεταξύ τους. Κατά δεύτερο, οι Δυτικοί απεύχονταν μια επαναληπτική ψηφοφορία επειδή η κατάσταση διάλυσης αυτού του υποτυπώδους κρατικού μηχανισμού θα παρατεινόταν ακόμη περισσότερο.

Το μπαράζ επιθέσεων λοιπόν που πραγματοποιήθηκε την ημέρα των εκλογών από τους Ταλιμπάν (73 επιθέσεις σε 15 επαρχίες, ενώ μόνο στην Κανταχάρ ρίχθηκαν 122 οβίδες) με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 26 άνθρωποι δεν ήταν το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί για να υπονομευθεί το κύρος των εκλογών… Στην πραγματικότητα οι Ταλιμπάν την ημέρα των εκλογών έκαναν επίδειξη δύναμης. Το μήνυμα που έστειλαν ήταν δε ηχηρότατο λόγω του ότι μήνες πριν τα αμερικανικά και ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα επέλεξαν να βγουν έξω από τα οχυρά τους και να τους αντιμετωπίσουν στην… έδρα τους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Τα επιβεβαίωσε ο ναύαρχος Μάικ Μούλεν, επικεφαλής του κοινού στρατηγείου, όταν δήλωσε στο CNN στις 24 Αυγούστου πως «η κατάσταση είναι σοβαρή και επιδεινούμενη». Επίσης, ο στρατηγός Στάνλεϋ Μακ Κρίσταλ, που πρόσφατα διορίστηκε στη διοίκηση των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, κι οποίος σε συνέντευξη του στη Wall Street Journal στις 10 Αυγούστου δήλωνε με βάση την ίδια την εφημερίδα πως οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν έχουν το «πάνω χέρι»! Τη δραματική κατάσταση διαπίστωσε ιδίοις όμμασι κι ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, κατά την ξαφνική του επίσκεψη στο Αφγανιστάν στις αρχές Ιούνη όταν για να αποκτήσει μια εποπτική εικόνα τού παρουσίασαν ένα χάρτη του Αφγανιστάν όπου κυριαρχούσε το βαθύ κόκκινο. Με αυτό το χρώμα βάφονται οι περιοχές στις οποίες οι Ταλιμπάν επιτίθενται σχεδόν καθημερινά. Ειδικότερα, από τα 356 διαμερίσματα στα οποία έχει χωρισθεί το Αφγανιστάν, τα 133 θεωρούνται εξαιρετικά επικίνδυνα, ενώ τα 13 εκτιμάται ότι έχουν περάσει στα χέρια του εχθρού!

Τη δική της, ασφυκτική μερικές φορές, πίεση στα σχέδια των ΝΑΤΟϊκών ασκεί κι η κοινή γνώμη της Δύσης που όλο και με ταχύτερους ρυθμούς στρέφεται εναντίον του πολέμου στο Αφγανιστάν. Στις ΗΠΑ η δημόσια υποστήριξη στον πόλεμο έπεσε κάτω από το κρίσιμο πολιτικά επίπεδο του 50% για πρώτη φορά κατά τις επόμενες μέρες των εκλογών στο Αφγανιστάν – όταν συνειδητοποιήθηκε πιθανά η μηδενική αποτελεσματικότητα της αιματοχυσίας στο Αφγανιστάν και των δικών τους θυσιών. Να αναφερθεί πως τα θύματα των Αμερικανών έχουν ξεπεράσει τα 800 ενώ το μηνιαίο κόστος του πολέμου υπερβαίνει τα 4 δισ. δολ.! Στην Αγγλία δημοσκόπηση που διεξήχθη την Κυριακή 23 Αυγούστου έδειξε ότι περισσότερα από τα δύο τρίτα των Βρετανών πιστεύουν πως ο στρατός τους δεν έπρεπε να βρίσκεται στο Αφγανιστάν. Μόνο το 1,5% των ερωτηθέντων φάνηκε να πιστεύει πως ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν χειρίζεται «πολύ καλά» τον πόλεμο. Μια άλλη επίσης δημοσκόπηση από την Sunday Mail την ίδια μέρα έδειξε τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων να μην πιστεύουν πως ο πόλεμος στο Αφγανιστάν καθιστά ασφαλείς τους Βρετανούς από την τρομοκρατία. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η δυσφορία που καταγράφεται και στη Γερμανία. Εν όψει μάλιστα των εθνικών εκλογών που θα διεξαχθούν στις 27 Σεπτέμβρη ούτε η Δεξιά ούτε η Σοσιαλδημοκρατία είναι διατεθειμένες να υποστηρίξουν το – βαθιά αντιδημοφιλές στη Γερμανία – αίτημα των Αμερικανών διοικητών στο Αφγανιστάν να αυξηθούν κι άλλο τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα, πέραν των 68.000 Αμερικανών που θα βρίσκονται στο Αφγανιστάν μέχρι το τέλος του έτους (μετά την απόφαση του Ομπάμα να αυξήσει τη δύναμή τους κατά 21.000) και των 30.000 ΝΑΤΟϊκών.

Στο πλαίσιο όλων των παραπάνω οι Αμερικάνοι αναθεωρούν την στρατηγική τους στο Αφγανιστάν δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στον προσεταιρισμό μετριοπαθών Ταλιμπάν, ακόμη και μέσω της εξαγοράς τους, ως ένα μέσο για την αποδυνάμωσή τους. Αυτή η ιεράρχηση φυσικά δεν αποκλείει τις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα θα τις συμπληρώνει, όπως υπογραμμίζεται στο πρώτο άρθρο του αμερικανικού περιοδικού Foreign Affairs, του τεύχους Ιουλίου – Αυγούστου: «Αν η αφγανική κυβέρνηση προσφέρει την συμφιλίωση της σαν το καρότο, πρέπει επίσης να επιδείξει τη δύναμη της σαν το μαστίγιο – από δω προκύπτει κι η σημασία της αποστολής περισσότερων αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν κι επίσης, μακροπρόθεσμα, η σπουδαιότητα της δημιουργίας από τη μεριά του Αφγανιστάν των δικών τους δυνάμεων ασφαλείας. Η συμφιλίωση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικο-στρατιωτικής στρατηγικής για να ηττηθεί η εξέγερση, όπως αυτή που ακολούθησε πρόσφατα η Ουάσινγκτον στο Ιράκ: Κέρδισε τους εξεγερμένους που επιθυμούν να συμφιλιωθούν και σκότωσε ή συνέλαβε εκείνους που δεν επιθυμούν».

Αυτή η «νέα» στρατηγική όμως αφήνει αναπάντητα δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι γιατί να επιλέξουν την «συμφιλίωση», δηλαδή την παράδοση οι Ταλιμπάν, όταν είναι τέτοια η αυτοπεποίθησή τους από τα πλήγματα που έχουν καταφέρει στα ξένα στρατεύματα, ώστε έφθασαν να προσφέρουν ασφαλή υποχώρηση στους ΝΑΤΟϊκούς, όπως έκαναν και στους Σοβιετικούς, αν επιλέξουν να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν! Και το δεύτερο ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι το πως θα κερδίσουν στρατιωτικά τώρα, εκεί που τα τελευταία οκτώ χρόνια απέτυχαν και μάλιστα παταγωδώς κατ’ ουσίαν όμοιες στρατηγικές…