Άγρια λιτότητα υπό την επίκληση του ΔΝΤ (Πριν, 25/1/2009)

Χρονιά βαθιάς κρίσης το 2008

ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΤΟ 2009

Ούτε και οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί κατά την έναρξη του 2008 δεν μπόρεσαν να περιγράψουν το βάθος και την έκταση που προσέλαβε η οικονομική κρίση τη χρονιά που πέρασε. Πέρα για πέρα αντιπροσωπευτική του ευρύτερου κλίματος ήταν η κατακρήμνιση των χρηματιστηριακών δεικτών. Από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Τόκιο, την Ευρώπη και τους αναδυόμενους γίγαντες της Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας και Κίνας οι απώλειες που κατέγραψαν οι χρηματιστηριακοί δείκτες ξεπέρασαν το 40%. Η δε χρηματιστηριακή αξία, η κεφαλαιοποίηση των αγορών κατέγραψε ελεύθερη πτώση. Μόνο στη Νέα Υόρκη κατά το χρόνο που πέρασε παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη «εξαΰλωση» κεφαλαιακής αξίας από την εποχή της Μεγάλης Κρίσης του 1929, ύψους 6,9 τρισ. δολ. Στο σύνολο των διεθνών χρηματιστηρίων οι ζημιές που καταγράφηκαν ξεπερνούν τα 30 δισ. δολ., ποσό διπλάσιο από το ΑΕΠ των ΗΠΑ! Το συμπέρασμα πως η τρέχουσα κρίση είναι δομική και ιστορικού χαρακτήρα, κατά πολύ βαθύτερη από αυτή της δεκαετίας του ’70 επιβεβαιώνεται και από μια σειρά άλλα μεγέθη που εκφράζουν περισσότερο ευθύγραμμα τις τάσεις στο παραγωγικό κεφάλαιο και την ευρύτερη, πραγματική λεγόμενη οικονομία. Έτσι, αρνητικοί ρυθμοί μεγέθυνσης – συρρίκνωση δηλαδή του παραγόμενου προϊόντος, τεράστιες ζημιές ακόμη και χρεοκοπίες κολοσσών πολύ πέραν των τραπεζών, κάθετη πτώση της καταναλωτικής ζήτησης, απολύσεις, μειώσεις μισθών και απότομη όξυνση του κοινωνικού ζητήματος μαζί με αλλεπάλληλες χρεοκοπίες τύποις πλέον κυρίαρχων κρατών συνθέτουν το πιο ζοφερό παζλ το οποίο δυστυχώς θα μας συντροφεύει και το νέο χρόνο. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι το 2009 θα κάνει την εμφάνισή του ένα νέο, μαζικό κύμα χρεοκοπιών, πολύ μαζικότερο σε σχέση με το 2008 όταν έγιναν για πρώτη φορά ορατά τα αποτελέσματα της κρίσης, καθώς η παρατεταμένη χαμηλή καταναλωτική ζήτηση και τα συνεχή προβλήματα ρευστότητας θα έχουν εξαντλήσει και τα τελευταία αποθέματα αντοχής των επιχειρήσεων. Το σαρωτικό κύμα χρεοκοπιών θα παρασύρει και τις τράπεζες καθώς τα προβληματικά δάνεια θα προσθέσουν ένα επιπλέον βαρίδι πλάι στις ζημιές που καταγράφουν εδώ και ένα χρόνο από τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις τους σε επενδυτικά προϊόντα υψηλού κινδύνου. Εντελώς δικαιολογημένα λοιπόν η ελπίδα για ανάκαμψη μετατίθεται για μετά το 2011.

 Με το φόβητρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επιδιώκουν να κάμψουν τις αντιστάσεις και να γίνει δεκτό από τους εργαζόμενους ένα πρόγραμμα αντιδραστικών μέτρων βάρβαρης λιτότητας από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τον μανδύα της κοινοτικής επιτήρησης και αφορμή την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος πάνω από το 3%.

Παραμύθι η «θωρακισμένη» κι η «ισχυρή Ελλάδα»

 Η οικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα είναι πολύ χειρότερη απ’ αυτήν που παρατηρείται διεθνώς στο βαθμό που τα αποτελέσματα της σφοδρότατης οικονομικής κρίσης διαπλέκονται με τα μόνιμα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού παράγοντας ένα μίγμα πραγματικά εκρηκτικό. Η πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου το 2008 ισοδυναμούσε με την απόλυτη καταστροφή. (Η αξία της αναφοράς πηγάζει από την σημασία που είχε το ΧΑΑ στη χρηματοδότηση της αφρόκρεμας του ελληνικού κεφαλαίου, η οποία μάλιστα σε περιόδους έλλειψης κεφαλαίων και τραπεζικής στενότητας, όπως η σημερινή, καθίσταται πιο έντονη). Καμία άλλη χρονιά δεν χάθηκαν τόσα κεφάλαια, ενώ αυτή η εικόνα είναι πολύ χειρότερη απ’ ότι παρατηρήθηκε κατά μέσο όρο διεθνώς. Από τις 5.207 μονάδες που βρισκόταν ο γενικός δείκτης στις 2 Ιανουαρίου του 2008 την τελευταία μέρα του χρόνου έφθασε τις 1.711, καταγράφοντας απώλειες πολύ πάνω του 60%. Από τα 197 δισ. ευρώ που ήταν η κεφαλαιοποίηση την τελευταία μέρα του 2007 συρρικνώθηκε στα 66 δισ., ενώ οι ρευστοποιήσεις μετοχών όλη τη χρονιά ξεπέρασαν τα 3,5 δισ. ευρώ ως αποτέλεσμα δύο συνισταμένων: Κατ’ αρχήν της αναζήτησης ασφαλέστερων τοποθετήσεων από επενδυτικά χαρτοφυλάκια σε κρατικά ομόλογα και δευτερευόντως των χαμηλών προσδοκιών κέρδους των μετοχών. Ρόλο ελκυστήρα στην ελεύθερη πτώση του χρηματιστηρίου έπαιξαν οι τραπεζικές μετοχές που κατέγραψαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Κι εδώ οι προβλέψεις για το άμεσο μέλλον είναι πραγματικά καταστροφικές με κορυφαία τραπεζικά ιδρύματα, όπως η Alpha, να συστήνουν στους επενδυτές «να αποφύγουν τις μετοχές των τραπεζών για το πρώτο εξάμηνο του 2009», κι άλλα όπως, της Eurobank, να διαπιστώνουν ότι «δεν αποκλείεται νέα κορύφωση της κρίσης»! Το ποδαρικό για το νέο έτος συμπληρώνει η σημαντική πτώση, ισοδύναμη του σοκ, των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε λιγότερο από 1% από 3% που ήταν φέτος, η πτώση της κατανάλωσης και η αύξηση της ανεργίας. Σε αυτό ακριβώς το έδαφος εμφανίστηκε η δημοσιονομική κρίση που είναι άμεσο αποτέλεσμα δύο διαδικασιών που δημιούργησε η οικονομική κρίση. Αρχικά της υστέρησης των δημόσιων εσόδων, λόγω της υποχώρησης της φοροδοτικής ικανότητας. Όταν τα μαγαζιά κυνηγούν τους πελάτες με το ντουφέκι, τι ΦΠΑ να αποδώσουν στο τέλος του μήνα; Κατά δεύτερο, των μέτρων δημοσιονομικής επέκτασης που υλοποιεί το κράτος για να στηρίξει τις τράπεζες άμεσα (βλ. 28 δισ.) και το κεφάλαιο ευρύτερα μέσω μιας μεγάλης γκάμας παροχών. Ακόμη κι έτσι λοιπόν φαίνεται ότι η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει δεν είναι «εισαγόμενη», όπως ισχυρίζεται σύσσωμη η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή για να αποφύγει να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες που της αναλογούν, αλλά άμεσο αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής της, που δεν είναι δυνατό να μην είχε προβλεφθεί… Άλλωστε, δεν είναι και η πρώτη φορά που τους συμβαίνει. Παρά τις κουραστικά επαναλαμβανόμενους όρκους αφοσίωσης στη δημοσιονομική πειθαρχία, από το 2004 μέχρι και το 2007, επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια δηλαδή, μία μόνο χρονιά έπεσε το έλλειμμα κάτω από το όριο ασφαλείας του 3%, όπως έχει οριστεί από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Όλες τις υπόλοιπες χρονιές, περιλαμβανομένης κι αυτής που αποχαιρετήσαμε την Τετάρτη, το έλλειμμα ξεπερνούσε το 3%. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι η απογείωση του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, όπως μετράται ως η διαφορά του επιτοκίου του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό (spread). Μια διαφορά που έχει φθάσει το 2,25% (όταν η αντίστοιχη διαφορά του ιταλικού επιτοκίου που κι αυτό έχει πάρει την άγουσα είναι 1,36%), υπογραμμίζοντας τις αποκλίνουσες τροχιές που αναπτύσσονται στο έδαφος της κρίσης και την όξυνση του ενδοκρατικού ανταγωνισμού. Τώρα ωστόσο η κοινοτική επιτήρηση θέτει σε κίνηση μια πολύ διαφορετική ποιοτικά διαδικασία που ισοδυναμεί με την υποβάθμιση της θέσης της Ελλάδας και την όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης – εξ ου και η συζήτηση περί ΔΝΤ. Συγκεκριμένα, οι ανακοινώσεις που θα γίνουν στις 19 Ιανουαρίου από τις Βρυξέλλες για την οικονομία των χωρών μελών της ΕΕ θα δώσει μεγαλύτερο βάθος στο πρόβλημα δανεισμού που αντιμετωπίζει το ελληνικό δημόσιο καθώς θα πρέπει να καταβάλλει διαρκώς μεγαλύτερο τίμημα για να συγκεντρώσει τα 60 δισ. που χρειάζεται το ελληνικό δημόσιο συνολικά (σύμφωνα με το ΙΟΒΕ) για το τρέχον έτος. Η αρνητική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει πόσο κούφιες ήταν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις περί «θωρακισμένης Ελλάδας» που διατυπώνονταν τόσο από τον αρμόδιο υπουργό όσο και από τον πρωθυπουργό μέχρι πριν λίγους μήνες. Το ίδιο ισχύει και για το ιδεολόγημα του αυτόκλητου σωτήρα, του Κ. Σημίτη, περί «ισχυρής Ελλάδας». Η τρέχουσα κρίση έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο τα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και το σαθρό χαρακτήρα των ιδεολογημάτων που επιστράτευσαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για να νομιμοποιήσουν τις αντιλαϊκές οικονομικές πολιτικές τους. Απαιτούνται ωστόσο εδώ ορισμένες διευκρινίσεις που δείχνουν ότι η διαδικασία την οποία εμφανίζουν λίγο – πολύ ως φυσική και αναπότρεπτη, δεν είναι καθόλου τέτοια. Αυτό που με επιμέλεια κρύβουν όσοι επικαλούνται την δήθεν αυστηρότητα των αγορών δίνοντας τους το δικαίωμα να αξιολογούν το αξιόχρεο κάθε χώρας ή κάθε επιχείρησης είναι ότι αυτό το έργο έχει εναποτεθεί σε μια σφηκοφωλιά η οποία κατ’ επανάληψη έχει αποδείξει ότι είναι είτε ανίκανη, είτε «παπαγαλάκι» συμφερόντων, κραγμένο μάλιστα. Σε κάθε περίπτωση εντελώς αναρμόδια. Οι τρεις εταιρείες αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (Fitch, S&P και Moody’s), αμερικανικές όλες, που εν είδει αδέκαστου κριτή αποφασίζουν πόσα αστεράκια θα συνοδεύουν τα ελληνικά ομόλογα και κατ’ επέκταση πόσα λεφτά θα πληρώσει ο κάθε εργαζόμενος στους νταβατζήδες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι αυτές ακριβώς που όλα τα προηγούμενα χρόνια χαρακτήριζαν ως …διαμάντια τα τιτλοποιημένα δάνεια της αμερικανικής κτηματικής αγοράς. Από πρόεδροι κρατών (Σαρκοζύ, Μέρκελ, κ.α.) μέχρι καθηγητές αλλά και παράγοντες της αγοράς τούς έριχναν επί μήνες την πέτρα του αναθέματος αποδίδοντάς τους την ευθύνη για την φούσκα επειδή στα τοξικά ομόλογα χάριζαν την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία οδηγώντας και τα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια να τα εντάξουν στις τοποθετήσεις τους ή να τα αποδεχτούν ως εγγύηση για να εγκρίνουν δάνεια. Αυτές λοιπόν οι εταιρείες, που δεν είδαν καμιά απάτη στην αμερικανική αγορά υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων και κανονικά θα έπρεπε να είχαν κλείσει πληρώνοντας μάλιστα και πρόστιμα για τη ζημιά που προκάλεσαν, αποφαίνονται τώρα ότι το ελληνικό δημόσιο επειδή μπορεί να κηρύξει χρεοστάσιο θα πρέπει να πληρώνει κάτι τις περισσότερα για να δανείζεται! Αυτό που ωστόσο αποκαλύπτεται είναι δόλος και εξαπάτηση, καθώς ένας αποδεδειγμένα ανίκανος επισείει θεούς και δαίμονες έτσι ώστε οι αποδεδειγμένα απατεώνες να απαιτούν ληστρικά επιτόκια. Συνεργό σε αυτή τη διαδικασία έχουν και την ΕΕ. Γιατί, αν επιβληθεί το καθεστώς επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας οι εταιρείες αξιολόγησης όχι απλά θα επιβεβαιώσουν τις «ανησυχίες» τους, αλλά θα αποκτήσουν κι άλλες – είναι εξαιρετικά επικερδής διαδικασία άλλωστε. Η διαδικασία της επιτήρησης επομένως, πέραν των όσων επικαλείται, θα οξύνει το δημοσιονομικό πρόβλημα, καθώς θα κάνει επαχθέστερους τους όρους δανεισμού του ελληνικού δημοσίου και το δρόμο επιστροφής στην δημοσιονομική ομαλότητα ακόμη πιο μακρύ και ακανθώδη. Να σημειωθεί επιπλέον ότι η διαδικασία της Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης στην Ευρώπη συνέβαλε καθοριστικά στην παράδοση του δημοσίου στις αρπακτικές διαθέσεις των αγορών χρήματος, καθώς με την εκκίνησή της, όπως αποφασίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, απαγορεύτηκε στις κεντρικές τράπεζες να εκτυπώνουν χρήμα για να καλύπτουν τις αυξανόμενες ανάγκες του δημοσίου και ορίστηκε ως μονόδρομος η προσφυγή στις αγορές δανείων για την κάλυψη των αναγκών. Προς όφελος φυσικά του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που είδε τις δουλειές του ν’ απογειώνονται με χορηγό τους δημόσιους προϋπολογισμούς, δηλαδή τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων. Η αυξανόμενη συζήτηση ωστόσο για τον κίνδυνο προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (έτσι ώστε να παρακαμφθούν τα ληστρικά επιτόκια της αγοράς και να βρεθούν δάνεια με χαμηλό επιτόκιο) και την κοινοτική επιτήρηση (που εμφανίζεται μάλιστα κι ως σωτήρια επειδή έτσι θα γλιτώσουμε από το ΔΝΤ) έρχεται να εξοικειώσει τους εργαζόμενους με το αντίτιμο που θα πληρώσουν: Ένα πρόγραμμα λιτότητας, που χωρίς καμία υπερβολή θα είναι πρωτοφανούς αγριότητας, χωρίς κανένα προηγούμενο στην πρόσφατη οικονομική ιστορία της Ελλάδας. Ως συστατικά του στοιχεία θα περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες μέτρων. Το πρώτο θα αφορά τους μισθούς. Όπως πολύ πιθανά έγινε και στη Λετονία, όπου το πρώτο μέτρο που επέβαλε το ΔΝΤ ήταν η γενική μείωση των μισθών κατά 15%, η κοινοτική επιτήρηση θα σημάνει μειώσεις πραγματικών μισθών ή μηδενικές αυξήσεις και πάγωμα συντάξεων κι επιδομάτων ανεργίας, σε ένα περιβάλλον φυσικά συνεχών ανατιμήσεων. Η δεύτερη κατηγορία μέτρων θα αφορά το ασφαλιστικό, στην κατεύθυνση μείωσης των συντάξεων, αύξησης των ηλικιακών ορίων και επιδείνωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και αύξησης των εισφορών. Η τελευταία θα αφορά νομοθετικές παρεμβάσεις με στόχο την απορύθμιση της αγοράς εργασίας και τη διευκόλυνση της εισόδου πολυεθνικών επιχειρήσεων (βλ. μέτρα απελευθέρωσης κλειστών επαγγελμάτων).

 Σχεδιάζουν νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα»

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΘΑ ΕΠΙΒΑΛΕΙ Η ΣΥΖΗΤΟΥΜΕΝΗ «ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΩΝ»

Η κυβέρνηση ήδη στρώνει μεθοδικά το έδαφος για ένα νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» βαθιάς λιτότητας, ανάλογο αυτού που προσπάθησε να επιβάλλει ο Κ. Σημίτης ως υπουργός Οικονομίας στην κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου τη διετία 1985 – 1987. Εκείνη η αποστροφή του λόγου του Γ. Αλογοσκούφη για παράδειγμα στο Βήμα της προηγούμενης Κυριακής «για την πολιτική της ήπιας δημοσιονομικής προσαρμογής που εφαρμόσαμε τα τελευταία χρόνια» πολύ φοβόμαστε ότι δεν αποσκοπεί μόνο να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις για την άγρια πολιτική λιτότητας, αλλά προετοιμάζει τους όρους για δραματικά διαγγέλματα που λίγο – πολύ θα λένε «καλά φάγατε, καλά ήπιατε τόσα χρόνια τώρα περάστε απ’ το ταμείο». Όπως το έθεσε ο αρχιαποστάτης παραμονές Πρωτοχρονιάς: «Δεκαετίες ζήσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας, δανειζόμενοι και καταδικάζοντας τις επόμενες γενιές, ενώ ταυτόχρονα με πείσμα αρνηθήκαμε τις μεταρρυθμίσεις τις οποίες η σημερινή ευρωπαϊκή και παγκόσμια πραγματικότητα απαιτεί και τις οποίες εφάρμοσαν όλες οι άλλες χώρες της Ευρώπης. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι φυσικό η βαριά διεθνής οικονομική κρίση που ξέσπασε φέτος να μας προσγειώσει και να μας υποχρεώσει να αντιμετωπίσουμε τη σκληρή πραγματικότητα»! Η επιβολή αυτών ακριβώς των βαθιά αντιλαϊκών μέτρων είναι το πραγματικό ζητούμενο πίσω από την κινδυνολογία του εφιάλτη Κ. Μητσοτάκη για τη «βοήθεια ξένων διεθνών οργανισμών», πίσω από την πρόταση των Χρ. Βερελή και Θ. Πάγκαλου για ανάθεση των οικονομικών σε ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής, πίσω την «ιδέα» του νεοφιλελεύθερου Αλ. Παπαδόπουλου να ζητήσει η Ελλάδα αυτοβούλως έξωθεν επιτήρηση της οικονομίας της λόγω εγγενούς αδυναμίας να χειριστεί τα του οίκου της και πίσω από το πλασάρισμα του πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας και νυν αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Λουκά Παπαδήμα, για να αναλάβει χρέη «τσάρου της Οικονομίας». Μια κυβέρνηση τεχνοκρατών δηλαδή, οικονομική χούντα στην πραγματικότητα, που θα αναλάβει να επιβάλλει τη λιτότητα χωρίς να πρέπει η ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ να πληρώσουν το τεράστιο πολιτικό κόστος που θα έχει ένα τέτοιο έκτακτο καθεστώς. Ειδικότερα όμως σ’ ότι αφορά τα παραπάνω στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που έχουν εχθρικές σχέσεις με την ηγετική ομάδα του Γ. Παπανδρέου ή είναι παραγκωνισμένα, στόχος των προτάσεών τους ήταν να στερήσουν από το ΠΑΣΟΚ την διαφαινόμενη νίκη, που δεν θα επιτευχθεί φυσικά τόσο εύκολα όσο δείχνουν τα γκάλοπ. Με τη στήριξη διαπλεκομένων δηλαδή που προσχηματικά επικαλούνται την οικονομική κρίση για να ξαναμοιράσουν την πολιτική τράπουλα, η πρότασή τους δεν βάλει κατά της ΝΔ αλλά του «δικού τους» κόμματος. Για αυτό και μόνο τον λόγο τα πυρά της Χαρ. Τρικούπη ήταν πολύ σφοδρότερα από τα πυρά που δέχτηκαν από την κυβέρνηση.

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

 Σε κρίση το μοντέλο ανάπτυξης

ΣΙΩΠΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΤΙΕΣ

Όσο σίγουρο είναι ότι πίσω από κραυγές αγωνίας της αστικής τάξης κρύβεται ένα πρόγραμμα άγριας κι εξοντωτικής λιτότητας, άλλο τόσο σίγουρο είναι πως τα προβλήματα τα οποία επικαλείται, οι λεγόμενες μακροοικονομικές ανισορροπίες, είναι υπαρκτά και μάλιστα η όξυνσή τους λόγω της κρίσης λειτουργεί απειλητικά για τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Πρόκειται συγκεκριμένα για την αλματώδη αύξηση του ελλείμματος ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που έχει φθάσει στο τριτοκοσμικό 14% του ΑΕΠ και την άνοδο του δημόσιου χρέους που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εδώ και 15 χρόνια όλο λένε πως το μειώνουν, αλλά αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται στο 105% του ΑΕΠ. Οι αιτίες που επικαλούνται γι αυτή την κατάσταση είναι τόσο φαιδρές όσο και οι λύσεις που προτείνουν, αποκαλύπτοντας μια απίστευτη ένδεια. Ο Κ. Σημίτης για παράδειγμα στο πολυσυζητημένο άρθρό του στην Καθημερινή στις 21 Δεκεμβρίου 2008 έγραφε για το δημόσιο χρέος ότι «οι αιτίες της αύξησης είναι συναρτημένες με την πελατειακή νοοτροπία της κυβέρνησης και τη σταθερή επιδίωξη ενίσχυσης της εξουσίας της. Οι προσλήψεις την περίοδο 2004 – 2008 για παράδειγμα έφθασαν τις 60.000 περίπου με συνέπεια την αύξηση των μισθών που κατέβαλε η κυβέρνηση κατά 40%». Ο ιδρυτής της «ισχυρής Ελλάδας» δεν επικρίνει την κυβέρνηση για τα ρουσφέτια, αλλά επειδή κάνει προσλήψεις, παραβλέποντας τις τεράστιες ανάγκες ανθρώπινου δυναμικού που έχει ο δημόσιος τομέας αλλά και το γεγονός ότι το εν λόγω κονδύλι που το θεωρεί υπαίτιο της κρίσης στο σύνολο των δημόσιων δαπανών είναι αμελητέο! Οι προτάσεις του δε περιλαμβάνουν αυτά που έχει προγραμματίσει η ΝΔ, απλώς πιο γρήγορα. «Χρειάζεται ένα επεξεργασμένο σχέδιο συστηματικής και στοχευμένης ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένες κατευθύνσεις. Η επιτάχυνση της κατασκευής των ήδη προγραμματισμένων έργων. Η προώθηση χωρίς καθυστέρηση των προγραμμάτων του Δ’ ΚΠΣ…». Στην πραγματικότητα αυτό που διέρχεται δομική κρίση είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και ενσωμάτωσης του στον διεθνή καταμερισμό που υιοθετήθηκε από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τις μέρες μας. Στην πιο πρόσφατη εκδοχή του, από τη δεκαετία του ’80 εμβρυακά και τη δεκαετία του ’90 ολοκληρωμένα και συνειδητά, περιελάμβανε την χωρίς όρους και στρατηγικές ανάδειξης «εθνικών πρωταθλητών» ενσωμάτωση του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση. Η διαδικασία αυτή όμως σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή αποδεικνύει τον ανταγωνιστικό της χαρακτήρα, την εγγενή τάση που έχει να οξύνει τις ανισομετρίες, διαλύοντας τις αυταπάτες που συνόδευαν τα πρώτα της βήματα για μια άμβλυνση των διακρατικών ακόμη και περιφερειακών αντιθέσεων. Η ΕΕ και κατ’ επέκταση η ΟΝΕ δεν αποτελούν επομένως ασπίδα προστασίας της ελληνικής οικονομίας όπως προβάλλονται αναδεικνύοντας μόνο την νομισματική – συναλλαγματική πλευρά των διμερών οικονομικών σχέσεων, αλλά παράγοντα διαιώνισης και όξυνσης των διαρθρωτικών προβλημάτων της. Αυτά ωστόσο μένουν ασχολίαστα. Όπως και η κρίση που διέρχεται πλέον, σε βαθμό να έχει κλείσει τον κύκλο του ως ατμομηχανή ανάπτυξης, το μοντέλο αλματώδους αύξησης του ιδιωτικού δανεισμού που χρηματοδοτούσε τον τομέα των κατασκευών, αντιπροσωπεύοντας ο τελευταίος τη σημαντικότερη πηγή αύξησης του ΑΕΠ. Με το συνολικό ιδιωτικό χρέος να φθάνει το 2008 τα 248 δισ. (εκ των οποίων μόνο τα 132 δισ. να είναι επιχειρηματικό) ξεπερνώντας (όπως και το δημόσιο) το ΑΕΠ της χώρας που φθάνει τα 246 δισ. και μετά από τις φούσκες που έχουν σκάσει, τυχόν σχέδια και προσδοκίες διαιώνισής του ισοδυναμούν με οικονομική αυτοκτονία. Η τραγική ειρωνεία όμως είναι ότι η αστική τάξη δεν έχει να αντιπαραβάλλει κανένα εναλλακτικό σχέδιο απέναντι σ’ αυτό το κοινωνικά καταστρεπτικό και βαθιά ανορθολογικό μοντέλο. Έχει την αυταπάτη ότι θα καλύψει τις αντιφάσεις του με ένα πρόγραμμα λιτότητας διαρκείας που θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και θα μειώσει τις κοινωνικές παροχές, ενώ στην καλύτερη περίπτωση θα τις κουκουλώσει όπως – όπως και για λίγα χρόνια. Στη χειρότερη γι αυτούς, θα μείνει στα χαρτιά, όπως έμεινε και του Σημίτη το 1986, λόγω της εργατικής πάλης.

Οι συσχετισμοί σε Βαλκάνια – Μεσόγειο (2-3/1/2010, περ. Μετροπόλιταν)

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
  • Δεν είναι πανάκεια η ένταξη στην ΕΕ

Η «Ατζέντα 2014» είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια τους τελευταίους τρεις μήνες. Εν συντομία πρόκειται για τον στόχο ένταξης όλων των χωρών της Δυτικής Βαλκανικής στην ΕΕ μέχρι το 2014, όταν θα συμπληρώνονται 100 χρόνια από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Η υψηλή θέση που καταλαμβάνει στην ατζέντα της ελληνικής διπλωματίας η «Ατζέντα 2014» έγινε σαφής όταν ο Γιώργος Παπανδρέου, επέλεξε να κάνει την πρώτη του επίσκεψη ως πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών στην Τουρκία για να την παρουσιάσει στους υπουργούς Εξωτερικών της Βαλκανικής κι επίσης με το πιο πρόσφατο ταξίδι (18-21 Νοέμβρη) του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, Δ. Δρούτσα, σε τέσσερις βαλκανικές χώρες: τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη και την Αλβανία.

Η «Ατζέντα 2014» έρχεται κατ’ αρχήν στα μάτια των υπόλοιπων κρατών μελών της ΕΕ να διαλύσει πιθανές εντυπώσεις που ενδέχεται να δημιουργηθούν από το βέτο στο αίτημα ένταξης της ΠΓΔΜ, όσο δεν λύνεται το πρόβλημα της ονομασίας. Με την «Ατζέντα 2014» επέρχεται μια ισορροπία καθώς η Αθήνα δεν εμφανίζεται να αποτελεί ένα συνεχές εμπόδιο στα σχέδια διεύρυνσης της ΕΕ, αλλά δείχνει ότι πάνω απ’ όλα είναι παράγοντας προώθησης αυτού του στόχου. Έτσι το μπλοκάρισμα των Σκοπίων παύει να λειτουργεί επιβαρυντικά για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Παράλληλα ωστόσο η ελληνική διπλωματία επιχειρεί να αναβαθμίσει και τη διπλωματική της θέση στη χερσόνησο του Αίμου, μέσω αυτού του στόχου, στρεφόμενη προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτα και κύρια στις βαλκανικές πρωτεύουσες καθώς επιχειρεί να τις πείσει ότι οι στόχοι της ένταξης στην ΕΕ κι της αναβάθμισης της διεθνούς τους θέσης έχουν ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα. Κατά δεύτερο προς τις Βρυξέλλες στο βαθμό που η Αθήνα αξιοποιεί την γειτνίασή της με αυτές τις χώρες, μετατρέποντας το αδύνατο σημείο της σε ισχυρό, και επιδιώκει να αυξήσει τη διαπραγματευτική της ικανότητα. Κάθε ένας από αυτούς τους στόχους ωστόσο συνοδεύεται κι από έναν ισχυρότατο αντίλογο: Γιατί οι Βαλκανικές χώρες να επιλέξουν την Ελλάδα ως «όχημα» διεθνοποίησής τους κι όχι κάποια άλλη ισχυρή χώρα της ΕΕ, όπως είναι η Γερμανία; Δεδομένου δε, ότι η γειτνίαση δεν αποτελεί επαρκή λόγο. Το ίδιο ισχύει και για τις Βρυξέλλες: γιατί να δώσουν στην Αθήνα το ρόλο του τοποτηρητή της ΕΕ στην περιοχή;

Η σημαντικότερη ωστόσο αμφισβήτηση της «Ατζέντας 2014» πηγάζει από τις εσωτερικές της αντιφάσεις κι όχι από τις έξωθεν σκοπιμότητες. Ειδικότερα, η «Ατζέντα 2014» υποδηλώνει ρητά ή άρρητα πως η ένταξη στην ΕΕ θα αποτελέσει πανάκεια για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιοχή. Στα Βαλκάνια όμως κανείς δεν ξεχνάει τον εμπρηστικό ρόλο που διαδραμάτισε η ΕΕ – τουλάχιστον οι ατμομηχανές της, όπως για παράδειγμα η Γερμανία – στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τα ποτάμια αίματος που έτρεχαν επί χρόνια. Τελευταίο παράδειγμα η αναγνώριση του Κοσόβου από 22 κράτη μέλη της ΕΕ κι η στρατιωτική της παρουσία εκεί που αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο και τα όσα προβλέπει για το Κόσοβο, δηλαδή την απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας που το ορίζει ως επαρχία της Σερβίας. Κατά συνέπεια η ΕΕ δεν αποτελεί τον επί της γης παράδεισο. Το βεβαιώνει και το παράδειγμα της Κύπρου, όπου η ένταξή της δεν έλυσε το πρόβλημα της παράνομης, τουρκικής κατοχής όπως πολλοί πίστευαν ότι θα γινόταν αυτόματα σχεδόν. Και για να έρθουμε στα πιο πρόσφατα, ο αρνητικός ρόλος της ΕΕ φάνηκε κι από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, όπου και τα 27 κράτη μέλη θεώρησαν φυσιολογικό να συνεχίσουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα παρότι εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Με τα έργα της κατά συνέπεια η ΕΕ υποσκάπτει το κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γιατί στα εύθραυστα Βαλκάνια να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας κι ενίσχυσης της διεθνούς νομιμότητας; Ο αρνητικός ρόλος της ΕΕ φάνηκε κι από τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε η σουηδική προεδρία στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης πιέζοντας τη Σερβική Δημοκρατία να διαλυθεί, για το καλό… της χώρας.

Ανατολικότερα τέλος, η πρόσφατη αλλαγή κυβερνητικής σκυτάλης στη Βουλγαρία οδηγεί κατά πάσα πιθανότητα σε ναυάγιο την ενεργειακή συμφωνία που είχε συνάψει η προηγούμενη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση με την Μόσχα. Πρόκειται για αλλαγή που αν ολοκληρωθεί θα έχει τεράστιες συνέπειες και για την Ελλάδα καθώς θα επανεξετασθεί η κατασκευή του ρωσικού αγωγού South Stream όπως και του Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη. Μέχρι στιγμής οι πιέσεις που ασκούν οι ΗΠΑ με την επιτόπια παρουσία στη Σόφια του ειδικού απεσταλμένου τους για θέματα ενέργειας στην Ευρασία, Ρίτσαρντ Μόρνινγκσταρ, δεν επιτρέπουν να ελπίζουμε για τα καλύτερα…

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ
  • Ολέθριες σχέσεις

Η απόφαση της Ελλάδας να απέχει από την πολύ κρίσιμη ψηφοφορία που έγινε στον ΟΗΕ στα μέσα Νοεμβρίου για την έκθεση Γκολντστόουν, στην οποία το Ισραήλ κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου, αποτελεί τροχιοδεικτική βολή για την πορεία που θα ακολουθήσουν οι σχέσεις των δύο χωρών. Εξ ίσου δηλωτικό – κραυγαλέα δηλωτικό, θα λέγαμε – γεγονός για την αναθέρμανση των σχέσεων των δύο χωρών μετά την ψυχρότητα της δεκαετίας του ‘80, αποτέλεσε η κοινή ελληνο-ισραηλινή στρατιωτική άσκηση «Ένδοξος Σπαρτιάτης» που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2008 και θεωρήθηκε προσομοίωση επίθεσης στο Ιράν. Επίσης, η αποκάλυψη πέρυσι τέτοιες σχεδόν ημέρες, πως η τροφοδοσία του ισραηλινού στρατού με πυρομαχικά κι ενδεχομένως βόμβες φωσφόρου που έριχνε αφειδώς στους Παλαιστίνιους της Γάζας, θα γινόταν από το λιμάνι του Αστακού. (Εύκολο είναι μετά να ψηφίσεις στον ΟΗΕ εναντίον του Ισραήλ;)

Όλα τα παραπάνω διαβεβαιώνουν ότι η ελληνική διπλωματία έχει επιλέξει ποιος θα είναι ο στρατηγικός της σύμμαχος στη ευαίσθητη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Το γεγονός μάλιστα ότι η πολιτική αναθέρμανσης των διμερών σχέσεων υπηρετήθηκε πιστά και χωρίς αποκλείσεις τόσο από την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή όσο κι από τη σημερινή κυβέρνηση υπογραμμίζει πως αποτελεί στρατηγική επιλογή και των δύο κομμάτων εξουσίας. Δεν είναι ωστόσο μια πολιτική που μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς κλυδωνισμούς και μεγάλο κόστος.

Το Ισραήλ στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία δίνει μια μάχη πολιτικής και διπλωματικής επιβίωσης, καθώς κινδυνεύει – αν δεν το έχει ήδη πάθει – να δεχτεί ένα μη αντιστρεπτό πλήγμα στη δημόσια εικόνα του, λόγω των όσων έχει πράξει. Η έκθεση του νοτιοαφρικανού δικαστή Γκολντστόουν που – επιτέλους! – για πρώτη φορά στοιχειοθετεί τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου από τον ισραηλινό στρατό στη Γάζα κατά τη διάρκεια του πολέμου των 22 ημερών πέρυσι, ήταν μια τεράστια επιτυχία για όσους μάχονταν ώστε το Ισραήλ να λογοδοτήσει για τα εγκλήματά του κι οι υπεύθυνοι να καθίσουν στο σκαμνί. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η εξαφάνιση από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες κατά την επίθεση στη Γάζα οποιωνδήποτε προσωπικών στοιχείων των ανώτερων αξιωματικών του ισραηλινού στρατού, έτσι ώστε να μην υποστούν νομικές συνέπειες για τις βαρβαρότητές τους. Την ίδια τύχη δεν είχε όμως η υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ εκείνη την εποχή, κι επικεφαλής του κόμματος Καντίμα, Τζίπι Λίβνι, για την οποία μόλις πριν μία εβδομάδα οι βρετανικές εισαγγελικές αρχές εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης! Για να μην υποστεί την ταπείνωση που δέχθηκε ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, ο οποίος είχε καταλήξει στη φυλακή όταν επισκέφθηκε το Λονδίνο πολλά χρόνια μετά την παράδοση της εξουσίας, η Λίβνι ακύρωσε την επίσκεψή της στο Λονδίνο. Οι μύδροι που εξαπέλυσε το εβραϊκό κράτος εναντίον της Αγγλίας υπογραμμίζουν τον κίνδυνο που διατρέχει να έχει την τύχη της Νότιας Αφρικής τη δεκαετία του ’80. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έπαιξε κι η κυβερνητική αλλαγή που έγινε πέρυσι στο Ισραήλ, με αποτέλεσμα να κερδίσουν τις εκλογές οι πιο αδιάλλακτες, εθνικιστικές κι ακροδεξιές δυνάμεις. Ο διορισμός δε του ακραίου σιωνιστή Άβιγκτορ Λίμπερμαν στη θέση του υπουργού Εξωτερικών επιβεβαίωσε ότι η διεθνής κοινότητα είναι στην πραγματικότητα αντιμέτωπη με ένα κράτος που δεν επιθυμεί την ειρήνη και τη συμφιλίωση με την Παλαιστίνη, ούτε την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.

Σε αυτό το πλαίσιο τα σχέδια αναθέρμανσης των σχέσεων Ισραήλ και Ελλάδας, όταν πλέουν κρατούν αποστάσεις από το εβραϊκό κράτος ακόμη κι οι ΗΠΑ, υπονομεύουν την αξιοπιστία της χώρας και το κύρος της στην περιοχή.

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
  • Το τέλος μίας σχέσης;

Η επίσκεψη του προέδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια, τον Ιούνιο στη Συρία, παρότι έγινε δεκτή με θετικότατο τρόπο κι από τους δύο λαούς και με ευμενή σχόλια από τον Τύπο δεν βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με την γραμμή της ελληνικής διπλωματίας. Να θυμίσουμε κατ’ αρχήν ότι η προηγούμενη υπουργός Εξωτερικών, Ντόρα Μπακογιάννη, όταν είχε επισκεφθεί την Μέση Ανατολή αμέσως μετά την επίθεση του Ισραήλ στον Λίβανο το καλοκαίρι του 2006, επιδεικτικά είχε αρνηθεί να συμπεριλάβει και τη Δαμασκό στις πρωτεύουσες που επισκέφθηκε. Η επιλογή της δεν ήταν δύσκολο να ερμηνευθεί. Η φιλολογία για τον Άξονα του Κακού στον οποίο η Συρία κατείχε εξέχουσα θέση μεσουρανούσε, ενώ μόλις λίγα χρόνια πριν το ερώτημα ήταν πότε κι όχι αν οι ΗΠΑ θα εισβάλλουν στη Συρία – μέχρι που η απάντηση δόθηκε από την ιρακινή αντίσταση. Η ελληνική διπλωματία λοιπόν ακολουθώντας κατά γράμμα την γραμμή του Μπους που θεώρησε την Μέση Ανατολή κοιτίδα της τρομοκρατίας, αποστασιοποιήθηκε συνειδητά χάνοντας σπουδαία ερείσματα που οικοδομήθηκαν επί χρόνια κι επέτρεψαν στην Ελλάδα (για πρώτη φορά στην πραγματικότητα κι όχι στο φαντασιακό της πολιτικής ηγεσίας) να διαδραματίσει περιφερειακό ρόλο.

Ο αναπροσανατολισμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είχε ξεκινήσει με την άνοδο του Κ. Σημίτη στην εξουσία όταν τεκμήριο προοδευτικότητας έγινε η ευρωδουλικότητα κι η Ελλάδα με ύφος που θα ζήλευαν οι πιο σνομπ αποικιοκράτες απέστρεφε μετά βδελυγμίας το βλέμμα της από το Νότο και την Ανατολή κι είχε μάτια μόνο για τη Δύση και το Βορρά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως πρωθυπουργός της Ελλάδας ο Κ. Σημίτης δεν επισκέφθηκε ούτε μία φορά κάποια αραβική χώρα. Κι ο Κ. Καραμανλής στα χνάρια του βάδισε, επί της ουσίας. Η επίσκεψή του μετά της συζύγου του κάποια Χριστούγεννα στο Κάιρο κι η μετέπειτα ολιγόωρη επίσκεψή του στο Κατάρ για να ξεπουλήσει την Ολυμπιακή δεν αναιρούν το γεγονός ότι κι επί δικής του πρωθυπουργίας το κενό μεταξύ αραβικών κρατών κι Ελλάδας μεγάλωσε απότομα. Κυρίως όμως ανησυχητικά, μια και κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει τη στήριξη των αραβικών χωρών στα διεθνή της μέτωπα. Όσο μάλιστα η Τουρκία χάνει τα κοσμικά της χαρακτηριστικά με την εδραίωση των Ισλαμιστών στην εξουσία κι επιδιώκει να γίνει εκφραστής όλων των μουσουλμάνων και των Αράβων, τόσο λιγότερο προφανής θα είναι η θετική στάση των χωρών της Μέσης Ανατολής απέναντι στην Ελλάδα. Ας αναλογιστούμε τι δραματικές συνέπειες μπορεί να έχει για το Κυπριακό αν οι αραβικές χώρες ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, επιλέξουν την δεύτερη επιβραβεύοντας τις θαρραλέες πολιτικές κινήσεις του Ερντογάν: από την καταδίκη της σφαγής στη Γάζα πέρυσι κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Νταβός μέχρι την πρόσφατη αναγνώριση από την Τεχεράνη του αυτονόητου δικαιώματος του Ιράν, όπως και κάθε κράτους, να αναπτύξει δικό του πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας!

Η νέα πολιτική ηγεσία που προέκυψε μετά τις πρόσφατες εκλογές υπόσχεται βελτίωση των σχέσεων με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Γι αυτόν μάλιστα το σκοπό αναμένεται να επισκεφθεί τις αραβικές πρωτεύουσες ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Δημ. Δρούτσας, τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου. Ακόμη και τούτη η επίσκεψη όμως, που είναι ένα αναγκαίο πρώτο βήμα, δεν είναι αρκετή. Η μοναδική δυνατότητα για να κερδηθεί ο χαμένος χρόνος (15 σχεδόν ετών!) είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, Γ. Παπανδρέου, να επισκεφθεί τις χώρες της Μέσης Ανατολής κι επίσης να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ξεβάλτωμα των συσσωρευμένων αδιεξόδων που όσο μένουν άλυτα δεν πρόκειται να γνωρίσει ειρήνη η Μ. Ανατολή κι ούτε φυσικά οι γύρω χώρες. Κορυφαίο όλων (και αδιάψευστο μέτρο για την αποτίμηση του φιλειρηνικού χαρακτήρα κάθε πολιτικής) είναι η επίλυση του Παλαιστινιακού με βάση τα διεθνή ψηφίσματα: με την προώθηση του στόχου δημιουργίας ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων. Ιδού η Ρόδος!