«Ζεστά γραφεία»: οι μουσικές καρέκλες του ανθρωποφαγικού καπιταλισμού!

hot-deskingΤο φαινόμενο δε θα έχρηζε σχολιασμού αν δεν είχε υιοθετηθεί από κορυφαίες πολυεθνικές επιχειρήσεις, όπως η λογιστικοελεγκτική Deloitte στο Τορόντο και η Nestle στο Λονδίνο, που θυσιάζουν σεβαστούς πόρους στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Ο όρος δε με τον οποίο περιγράφεται, hot desking, προέρχεται από το πολεμικό ναυτικό και δη τα υποβρύχια τουλάχιστον σε παρελθούσες εποχές, όπου τα κρεβάτια λόγω έλλειψης χώρου ήταν πάντα λιγότερα από το πλήρωμα, με αποτέλεσμα να είναι πάντα ζεστά… Ή, σύμφωνα με άλλες ερμηνείες, το κριτήριο επιλογής κρεβατιού ήταν η θερμοκρασία που το συνόδευε.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ο στρατός την τεράστια χρησιμότητά του στην ανάπτυξη και τις καινοτομίες της καπιταλιστικής οικονομίας, το hot desking έχει πλέον εισβάλει ορμητικά και στην οργάνωση των χώρων εργασίας. Δηλαδή, γραφεία που όχι απλώς δεν έχουν προκαθορισμένες και σταθερές θέσεις εργασίας για κάθε υπάλληλο, αλλά οι θέσεις εργασίας είναι λιγότερες από το προσωπικό!

150 οι απασχολούμενοι; 100 τα εξοπλισμένα γραφεία εργασίας!

Μάλιστα, στην πιο ακραία του, αλλά υπαρκτή, εκδοχή το φαινόμενο έχει ανοιχτή τη θέση εργασίας ακόμη και του διευθύνοντα συμβούλου! Επισήμως, το φαινόμενο ερμηνεύεται ως κίνητρο για εναλλαγή και ψυχολογική κινητοποίηση του εργαζομένου που καταλήγει και στην διανοητική κινητοποίηση. Φαντάζει δε επιβεβλημένο σε πόλεις όπου οι τιμές ακινήτων βρίσκονται στα ύψη αλλά η εγκατάσταση της εταιρείας στην καρδιά αυτής της περιοχής συμβάλλει στην άνοδο του κύρους της. Κι επειδή το prestige δε θυσιάζεται ποτέ, στην κλίνη του Προκρούστη μπαίνουν οι χώροι εργασίας! Έχει εκτιμηθεί ότι η εξοικονόμηση κόστους μπορεί, συναρτήσει της περιοχής, να φτάσει ακόμη και το 30%!

Χωρίς να αμφισβητούνται τα παραπάνω, αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει σε όσες εταιρείες έχουν υιοθετήσει το σύστημα οργάνωσης που μοιάζει με τις μουσικές καρέκλες, που κάθεται όποιος προλάβει και πάντα κάποιοι μένουν όρθιοι, είναι η γενικευμένη ρευστότητα η οποία προσιδιάζει πλήρως στη σύγχρονη εργασιακή ανασφάλεια, όπου υπό αίρεση τίθεται ακόμη κι η καταβολή του μισθού. Σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο η εργονομία του χώρου εργασίας δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προσαρμόζεται στις αλλαγές επί των όρων εργασίας: ωράριο, αμοιβές, ασφάλιση, καθήκοντα, κ.λπ. Εξελίσσεται έτσι επί το αντιδραστικότερο! Ως συνέπεια, τα όρια μεταξύ εξωτερικού συνεργάτη και μόνιμου υπαλλήλου γίνονται ρευστά και ακαθόριστα, ενώ στο χώρο διαχέεται ένα υπονοούμενο τόσο σαφές ώστε να είναι στον καθέναν αντιληπτό: Αποδέξου οικειοθελώς την επιδείνωση των όρων εργασίας σου, δουλεύοντας τη νύχτα για παράδειγμα οπότε σίγουρα υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις εργασίας, εξασφαλίζοντας έτσι μια σταθεροποίηση του εργασιακού περιβάλλοντος. Μέχρι νεωτέρας πάντα…

Αυτό που επίσης συμβαίνει είναι η εντατικοποίηση να χτυπάει κόκκινο. Ποιος θα διανοηθεί να μιλήσει στο τηλέφωνο για προσωπική του υπόθεση ή να χαλαρώσει για λίγα λεπτά στο youtube ή τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης για να ελέγξει έστω προσωπικά μηνύματα όταν ο συνάδελφος περιμένει να καθίσει στο γραφείο σου για να δουλέψει; Έτσι, οι 8 ώρες παραμονής στο γραφείο μετατρέπονται σε 8 ώρες συνεχούς και αδιάλειπτης εργασίας κι οι 6 ώρες αν πρέπει να μιλήσεις στο τηλέφωνο ή να στείλεις μηνύματα, απλώς 6 ώρες με όλες τις συνέπειες. Κατ’ αυτό τον τρόπο η εργασία υποβαθμίζεται προς όφελος του αποτελέσματος και μόνον∙ είναι η δυστοπία του ανθρώπινου μόχθου, κυρίως μάλιστα του διανοητικού, όπου ο πρώτος είναι τα πάντα κι οι υπόλοιποι τίποτε. Κάθε συνεργάτης κρίνεται από το παραδοτέο, χωρίς να εξετάζεται η προσπάθεια που κατέβαλε κι αναλαμβάνοντας ο ίδιος το κόστος για να φτάσει στον τελικό προορισμό (επιμόρφωση, εξοπλισμός, κ.α.)

Αποτέλεσμα της νέας εργασιακής χωροθεσίας (που προϋποθέτει εξελιγμένα και συγκεντρωτικά συστήματα λογισμικού για την αποθήκευση, τη συνεργασία των εργαζομένων και την παρακολούθηση των διαδικασιών, της πορείας εκτέλεσης των εργασιών και των παραδοτέων) είναι η όξυνση του ανταγωνισμού. Ας φανταστούμε τον εκνευρισμό που νιώθουμε, τουλάχιστον στην αρχή, όταν τη στιγμή που φωνάζουμε το σερβιτόρο της ταβέρνας για να πληρώσουμε πριν φτάσει ο λογαριασμός έρχεται από πάνω μας άλλος πελάτης που εποφθαλμιά το τραπέζι μας. Κατ’ αναλογία, ο κάθε συνάδελφος τείνει να γίνεται ανταγωνιστής που καιροφυλακτεί να καταλάβει τη θέση εργασία μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Οι συνθήκες εργασίας επιδεινώνονται χωρίς την ψυχολογική ασφάλεια και τις συνθήκες συγκέντρωσης που παρέχει ένας οικείος χώρος με γνώριμα τριγύρω αντικείμενα, με την ένταση και τη συνεχή απειλή να συνοδεύει κάθε ώρα εργασίας.

Υπάρχουν ωστόσο και τα θετικά, τα ελπιδοφόρα παρεπόμενα αυτής της ανερχόμενης τάσης: Ο βασιλιάς απογυμνώνεται, οι αυταπάτες για κοινωνικά συμβόλαια, έστω σε μικροοικονομικό επίπεδο μεταξύ της συμπονετικής εταιρείας και του φιλότιμου εργαζόμενου, περνούν οριστικά στο παρελθόν. Ο σύγχρονος εργαζόμενος, έστω με το δικό του λάπτοπ στο ένα χέρι και το φορτιστή στο άλλο, μπορεί αποενοχοποιημένα και χωρίς αυταπάτες να διεκδικήσει την απελευθέρωσή του από το σύγχρονο ανθρωποφαγικό, ολοκληρωτικό καπιταλισμό, διεκδικώντας όλον τον κοινωνικό πλούτο που παράγει με την εργασία του!

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην ιστοσελίδα kommon

Αβεβαιότητα για τη διεθνή οικονομία (Διπλωματία, 1ος/2009)

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ 

Ένα ερώτημα πλανιέται πάνω απ’ όλο τον κόσμο στην αυγή της νέας δεκαετίας: Θα είναι οριστική η έξοδος από την ύφεση που με σαφήνεια καταγράφηκε το 2009 μεταξύ δευτέρου και τρίτου τριμήνου; Ή, αποτελεί μόνο το τέλος του πρώτου μέρους της κρίσης, με τα χειρότερα να ακολουθούν;

Το 2009 η παγκόσμια οικονομία βυθίστηκε στην κόλαση και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ξαναείδε τον παράδεισο. Η είσοδος του 2009 φαινόταν να ισοδυναμεί με κινούμενη άμμο, την ίδια εκείνη κινούμενη άμμο που τον Σεπτέμβριο του 2008 είχε παρασύρει την Lehman Brothers. Το πρώτο τρίμηνο του έτους, η πτώση της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής κατά 20%, των εξαγωγών της Ιαπωνίας κατά 50% και της τιμής του πετρελαίου από τα 147 δολ. το βαρέλι που ήταν το καλοκαίρι του 2008 στα 35 δολ. έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι το 2009 η παγκόσμια οικονομία θα βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση.

Τα πράγματα τελικά εξελίχθηκαν καλύτερα και όλες οι οικονομίες μέχρι το τέλος του 2009 εξήλθαν τυπικά της ύφεσης καταγράφοντας θετικούς – έστω και οριακά – ρυθμούς μεγέθυνσης. Τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά. Η έξοδος από την ύφεση κι η αργή αλλά σταθερή βελτίωση των ρυθμών μεγέθυνσης δεν μπορεί να συγκαλύψει τις πρωτοφανείς μετατοπίσεις που σημειώθηκαν, ως αποτέλεσμα της περιδίνησης της κρίσης, σε τέσσερις  κατευθύνσεις, οι δύο πρώτες εκ των οποίων αμφισβητούν τον οριστικό χαρακτήρα της εξόδου από την κρίση: Αρχικά, στην ανάδυση ενός μοντέλου μεγέθυνσης πολύ πιο άδικου κοινωνικά από το προηγούμενο καθώς θα συνοδεύεται από υψηλή ανεργία. Δεύτερο, στην μετάσταση της κρίσης στα δημόσια οικονομικά, που ανέλαβαν το κόστος της εξόδου από την κρίση. Τρίτο, στην μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας από τη Δύση στην Ανατολή και, τέταρτο, στην αναβάθμιση του κύρους του εθνικού κράτους και την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας των αγορών.

Λίγες ημέρες μετά τις πανηγυρικές εκδηλώσεις στο Βερολίνο για την συμπλήρωση 20 χρόνων από την πτώση του Τείχους η Παγκόσμια Υπηρεσία του βρετανικού δικτύου του BBC διενήργησε μια δημοσκόπηση για να διαπιστώσει το κύρος που χαίρει η ελεύθερη οικονομία. Προς έκπληξη πολλών, το 51% από τους 30.000 ερωτηθέντες απάντησε πως ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς αντιμετώπιζε εγγενή προβλήματα που έπρεπε να λυθούν με ρύθμιση και μεταρρυθμίσεις. Το 23% ζητούσε ένα εντελώς νέο σύστημα, ποσοστό που στη Γαλλία άγγιζε το 47%. Στις περισσότερες δε από τις μισές χώρες η συντριπτική πλειοψηφία ήθελε οι κυβερνήσεις τους να πάρουν οι ίδιες τον έλεγχο των μεγάλων βιομηχανιών, ενώ το 67% του συνόλου ζητούσε από το κράτος να παρέμβει πιο αποφασιστικά στην αναδιανομή του πλούτου.

Είναι εμφανές ότι τα εντελώς απροσδόκητα αυτά αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να είχαν καταγραφεί σε παλιότερες χρονικές περιόδους, όταν άπαντες υποκλίνονταν στην ελεύθερη αγορά και την ιδιωτική οικονομία. Το κράτος αποκατέστησε το χαμένο του κύρος υπό το βάρος δύο εξελίξεων: της παταγώδους, καταστροφικής αποτυχίας των απορρυθμισμένων αγορών και επίσης των σωτήριων παρεμβάσεών του με τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης τα οποία αποκατέστησαν ξανά την ομαλή κυκλοφορία στις αρτηρίες του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Τρία διαφορετικά και πολύ πρόσφατα γεγονότα, που δεν συνδέονται μεταξύ τους, επιβεβαιώνουν το αναβαθμισμένο κύρος του εθνικού κράτους και την επιστροφή της πολιτικής. Το πρώτο συνέβη στην Ισλανδία, όταν την Τρίτη 5 Ιανουαρίου ο πρόεδρος της χώρας άσκησε το δικαίωμα αρνησικυρίας που διέθετε στην απόφαση της κυβέρνησης να φεσώσει τον κάθε κάτοικο της χώρας με 20.000 ευρώ για να αποζημιωθούν οι Άγγλοι κι οι Ολλανδοί που έχασαν τις αποταμιεύσεις τους τον Οκτώβριο του 2008 με την κατάρρευση της Icesave. Η υπερήφανη στάση των Ισλανδών και μέρους του πολιτικού τους κόσμου, που θα επιβεβαιωθεί και με δημοψήφισμα, αμφισβητεί την προτεραιότητα που δίνουν οι περισσότερες κυβερνήσεις στις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας ακόμη κι όταν αυτές λειτουργούν καταστρεπτικά για το μέλλον της, φαλκιδεύοντας την μελλοντική της ανάπτυξη. Το δεύτερο περιστατικό συνέβη στην Αργεντινή με την απόφαση της προέδρου, Κριστίνα Κίρχνερ, να απολύσει τον κεντρικό τραπεζίτη της χώρας, επειδή αρνούταν να εκτελέσει τις πολιτικές της αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας επικαλούμενος την ανεξαρτησία του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος, που έχει εξελιχθεί σε ασυδοσία. Η απόλυση του Μαρτίν Ρεδράδο, που ακυρώθηκε λίγα 24ωρα μετά από το συνταγματικό δικαστήριο της χώρας, είναι βέβαιο ότι θα σκόρπισε χαρά σε πολλά προεδρικά μέγαρα της γηραιάς ηπείρου, που δεν χάνουν ευκαιρία να βάλλουν εναντίον των υπερεξουσιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία λειτουργώντας  με αποκλειστικό κριτήριο την συγκράτηση του πληθωρισμού, υποσκάπτει συστηματικά την ανάπτυξη, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Ο γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζύ, για παράδειγμα έχει επανειλημμένες φορές ζητήσει την πολιτική λογοδοσία της ΕΚΤ. Το έπραξε ξανά και στις 7 Ιανουαρίου σε ένα διεθνές συνέδριο με τίτλο Νέα Τάξη – Νέος Καπιταλισμός, όπου δήλωσε ότι το Παρίσι θα καταστήσει την πολιτική των συναλλαγματικών ισοτιμιών κεντρικό θέμα της γαλλικής προεδρίας στην Ομάδα των 8 και των 20 πλουσιοτέρων κρατών της γης (G8 και G20), ζητώντας να αφαιρεθεί προφανώς αυτή η λειτουργία από τις αγορές και τις κεντρικές τράπεζες.

Ο γάλος πρόεδρος δεν έχασε την ευκαιρία να επιτεθεί εναντίον της διπλής απειλής που συνιστούν για το ευρώ από τη μια το δολάριο («δεν μπορούμε να αποκαταστήσουμε την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας στην Ευρώπη και το δολάριο να χάνει το 50% της αξίας του έναντι του ευρώ», τόνισε) κι από την άλλη το υποτιμημένο κινέζικο νόμισμα που δίνει μια τρομερή ώθηση στις κινέζικες εξαγωγές. Η επίθεσή του κατά της συναλλαγματικής πολιτικής του Πεκίνου εκφράζει την εντεινόμενη ανησυχία της Δύσης από την άνοδο της οικονομικής επιρροής της Κίνας κι ευρύτερα της Ανατολής, όπως πιστοποιείται από πολλά γεγονότα. Σημαντικότερο όλων ήταν η κατάκτηση από το Πεκίνο του πρώτου βάθρου στις παγκόσμιες εξαγωγές το οποίο μέχρι πέρυσι κι επί δεκαετίες κατείχε η Γερμανία. Το 2009 ήταν κακή χρονιά για τον ανταγωνισμό της Γερμανίας με την Κίνα γιατί η ατμομηχανή της Ευρώπης παρέδωσε επίσης στον ασιατικό γίγαντα και το τρίτο βάθρο που κατείχε στην παγκόσμια οικονομική κατάταξη, μετά τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Διατυπώνονται δε βάσιμες προβλέψεις πως φέτος η Κίνα θα κατακτήσει και το δεύτερο βάθρο, εκπαραθυρώνοντας αυτή τη φορά την Ιαπωνία. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης πως η Κίνα έπαιξε το ρόλο που παραδοσιακά ανήκε στις ΗΠΑ, απορροφώντας τις εξαγωγές των ασιατικών χωρών, με αποτέλεσμα να αποκτά βάθος η οικονομική ενοποίηση της Ασίας και αυξημένο πολιτικό κύρος η Κίνα που γίνεται ατμομηχανή εξόδου της ηπείρου από την κρίση. Έτσι, για παράδειγμα, οι εξαγωγές της Νότιας Κορέας τον Δεκέμβρη στην Κίνα σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου χρόνου αυξήθηκαν κατά 94%, της Ταϊβάν κατά 91%, της Μαλαισίας κατά 93%, κοκ, όταν οι εισαγωγές αυτών των χωρών στις ΗΠΑ και την ΕΕ συνέχισαν να μειώνονται ή παρέμειναν στάσιμες. Συνολικά οι εισαγωγές της Κίνας τον Δεκέμβρη αυξήθηκαν κατά 56% και το ΑΕΠ της κατά 8%, ως αποτέλεσμα του δημοσιονομικού πακέτου στήριξης που εκταμίευσε το Πεκίνο για να τονώσει την οικονομία, ύψους 586 δισ. δολ.

Η Κίνα όμως δεν ήταν η μοναδική χώρα που ξόδεψε μυθικά ποσά για να στηρίξει τον ιδιωτικό τομέα, σε ένα πρόγραμμα κρατικής παρέμβασης χωρίς προηγούμενο τις τελευταίες δεκαετίες. Η διαφορά της Κίνας με τις υπόλοιπες χώρες ήταν πως εκεί τα χρήματα διοχετεύθηκαν στην οικονομία, τονώνοντας την ενεργό ζήτηση όπως φαίνεται από τα παραπάνω στοιχεία. Στις περισσότερες χώρες αντίθετα του ΟΟΣΑ και σίγουρα στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ είδαμε το εξής παράδοξο: Τα δημόσια ταμεία να αδειάζουν, οι τιμές των μετοχών να απογειώνονται και από την άλλη το διαθέσιμο εισόδημα να βυθίζεται και η ανεργία να εκτοξεύεται.

«Το αποτέλεσμα των χρηματοδοτικών πακέτων σε κάθε σχεδόν χώρα από την ομάδα των 20 μεγαλύτερων χωρών ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε επίπεδα τόσο υψηλά ώστε δεν θα υπάρχουν τα πολεμοφόδια για να διεξαχθεί άλλος οικονομικός πόλεμος και ένας λογαριασμός για να καθαρισθεί αυτή η ακαθαρσία τον οποίο οι φορολογούμενοι θα νιώθουν ακόμη και στην επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δείχνουν ότι κατά μέσο όρο τα ελλείμματα των προηγμένων κρατών ανέρχονταν στο 1,9% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένεται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το χρέος του δημόσιου τομέα αναμένεται να εκτιναχθεί από ένα μέσο όρο της τάξης του 78% το 2007 στο 118% το 2014», ανέφεραν οι Financial Times στις 26 Νοέμβρη 2009. Με τις εκτιμήσεις τους φαίνεται καθαρά ότι τα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν αποτελούν την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Οι αιτίες τους πρέπει να αναζητηθούν στις αποστολές διάσωσης κατεπείγοντος μάλιστα χαρακτήρα που ανέλαβε το κράτος την τελευταία διετία σε Ανατολή και Δύση, για να αποτρέψει μια συστημική κατάρρευση. Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στις ΗΠΑ, με τις περισσότερες πολιτείες (Καλιφόρνια, Μίτσιγκαν, κ.α.) να βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, απολύοντας δημόσιους υπαλλήλους και περικόπτοντας μαζικά κοινωνικές δαπάνες για υγεία και παιδεία.

Τα χρήματα που δαπάνησε όμως το κράτος δεν κατευθύνθηκαν στην παραγωγική οικονομία, αλλά στην πλασματική, σε τράπεζες και χρηματιστήρια που φέρουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Έτσι, το 2009 στις ΗΠΑ ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones έκλεισε με κέρδη 19% κι ο δείκτης των εταιρειών νέων τεχνολογιών με κέρδη 22%. Το ίδιο και στην Ευρώπη: ο γαλλικός δείκτης CAC 40 έκλεισε με κέρδη 22%, ο γερμανικός DAX με κέρδη 34% κι ο βρετανικός FTSE με κέρδη 22%, που δεν είχε καταγράψει ποτέ άλλοτε από το 1997! Πραγματικό πάρτι την ίδια ώρα που η παραγωγή μειώθηκε τον χρόνο που μας πέρασε στην Αγγλία κατά 5,8% και το βρετανικό δημόσιο το 2009 και το 2010 θα δανειστεί συνολικά περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει δανειστεί η βρετανική κυβέρνηση από το 1692 μέχρι το 1997!

Στην πραγματική οικονομία όμως η μία αρνητική είδηση διαδέχεται την άλλη. Στην ΕΕ η ανεργία το Νοέμβριο έπληττε 15,7 εκ. εργαζόμενους φθάνοντας το 10%. Κι ήταν η πρώτη φορά αφότου εισήχθηκε το ευρώ που η ανεργία στην ευρωζώνη άγγιξε διψήφια ποσοστά. Συνέβη μάλιστα αυτό όταν η παραγωγή είχε αρχίσει να αυξάνεται! Στο ίδιο ακριβώς ποσοστό βρέθηκε η επίσημη ανεργία και στις ΗΠΑ. Υπολογίζεται μάλιστα πως αν συμπεριληφθούν κι όσοι έπαψαν να ψάχνουν για δουλειά λόγω απογοήτευσης η πραγματική ανεργία ξεπερνάει σημαντικά το 10%. Τα χειρότερα ωστόσο έπονται. «Η ανεργία στην ευρωζώνη αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνει μέχρι το μέσο του χρόνου, ενώ η ανεργία στις ΗΠΑ είναι πιθανό να μείνει στο επίπεδο του 10% ή ελαφρώς υψηλότερα από τώρα μέχρι το καλοκαίρι», ανέφεραν οι Financial Times από την πρώτη τους κιόλας σελίδα στο φύλο του Σαββατοκύριακου 9 – 10 Ιανουαρίου 2010. Η δραματική εικόνα συμπληρώνεται από τις εύστοχες παρατηρήσεις του νέου προέδρου της ΕΕ, Χέρμαν Βαν Ρομπέι, στο συνέδριο του Χριστιανοκοινωνικού κόμματος της Γερμανίας στις αρχές Ιανουαρίου, ο οποίος τόνισε πως η μείωση των επενδύσεων κι η άνοδος της ανεργίας αποκτούν ενδημικό χαρακτήρα στην Ευρώπη, ενώ σε ορισμένες χώρες όπως στην Ιταλία, την Αγγλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο υπάρχει «ταχεία αποβιομηχάνιση».

Αν συνθέσουμε την παραπάνω άκρως νοσηρή εικόνα, δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα της ευρύτερης κρίσης – απογείωση των τιμών των μετοχών στα χρηματιστήρια ως αποτέλεσμα των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης – και αύξησης της ανεργίας με αποψίλωση της παραγωγικής βάσης, τότε το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει και νέα κρίση, αλλά μόνο το πότε θα ξεσπάσει…

Παράγοντας όξυνσης των αντιθέσεων η ΕΕ (Πριν, 9/5/2009)

 Σε κλίμα αδιαφορίας και απαξίωσης βαδίζει η ΕΕ προς τις ευρωεκλογές (που σε καθένα από τα 27 κράτη μέλη θα διεξαχθούν από τις 4 έως τις 7 Ιούνη) όπως έδειξε έρευνα του ευρωβαρόμετρου που δημοσιεύτηκε στα μέσα Απριλίου. Βάση των ευρημάτων της μόνο ο 1 στους 3 ψηφοφόρους της ΕΕ αναμένεται να προσέλθει στις κάλπες, με αποτέλεσμα με ασφάλεια να προδικάζεται ένα νέο ρεκόρ αποχής. Ιδιαίτερη σημασία ωστόσο έχει ότι η αποχή δεν είναι αποτέλεσμα της γενικότερης τάσης υποτίμησης της πολιτικής, αλλά είναι το τίμημα που πληρώνει η ΕΕ για την ανταπόκρισή της στην κρίση. Το γεγονός, με άλλα λόγια, πως η μεγαλύτερη αποχή παρατηρείται σε εκείνες ακριβώς τις χώρες που επλήγησαν με τον πιο άγριο τρόπο από την κρίση δείχνει ότι η αποχή είναι η ενστικτώδη τιμωρία που επιβάλλουν οι λαοί στην ΕΕ, τιμωρώντας την για τα μέτρα που έλαβε ή δεν έλαβε ρίχνοντας σε κάθε περίπτωση λάδι στη φωτιά. Αρκεί να θυμηθούμε την αδιαφορία που επέδειξε η Γερμανία απέναντι στο αίτημα των ανατολικών για χρηματοδοτικές διευκολύνσεις ώστε να γίνει με ομαλό τρόπο η αναχρηματοδότηση των δανείων των εμπορικών τους τραπεζών, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να τους παραπέμψει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ή – κάτι πιο κοντινό σε εμάς – τα μέτρα λιτότητας που απαιτεί. Η απροθυμία του Βερολίνου να στηρίξει οικονομικά τις απειλούμενες χώρες συνδέεται με τις φιλοδοξίες που θρέφει η ΕΕ να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Μια διακαή και χρόνια επιθυμία, ουσιώδες κίνητρο για τη δημιουργία της ίδιας της ολοκλήρωσης, που στο έδαφος της κρίσης και του κοντέματος της αμερικανικής κυριαρχίας, κερδίζει πόντους. Θα θυσιαστούν τέτοιες βλέψεις για μια χούφτα χώρες της ανατολικής Ευρώπης; Η παραπάνω τάση – ο καθείς μόνος του – που οξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ προς όφελος των περισσότερο ισχυρών κρατών, δεν μπορεί κανείς να μη δει ότι συμβαδίζει με μια άνοδο του κύρους της και των κεντρομόλων δυνάμεων, εκτός των ορίων της. Αυτό μαρτυρεί η εσπευσμένη αίτηση ένταξης στο ευρώ που θέλει να υποβάλει η Ισλανδία, η αλλαγή στάσης παραγόντων της ιρλανδικής ζωής που ζητούν νέο δημοψήφισμα για να υιοθετήσουν την αναθεωρημένη συνταγματική συνθήκη, ακόμη και η άρον – άρον ψήφιση της από τη Γερουσία της Τσεχίας την προηγούμενη εβδομάδα παρακάμπτοντας τις (υποκινούμενες από τον έντονο φιλοαμερικανισμό τους) ενστάσεις. Το επιχείρημα που προβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι ότι η ΕΕ και ειδικότερα το ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, μπορεί να αποτελέσει ομπρέλα για την αποφυγή ή τον μετριασμό των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. «Η ισχύς εν τη ενώσει» λοιπόν;

Η δημιουργία της ενιαίας αγοράς και η νομισματική ενοποίηση που επήλθε με την υιοθέτηση του ευρώ λειτούργησε προς όφελος των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών καθώς διευκόλυνε την δράση του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο. Επίσης όξυνε τον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων και την πίεση στο μικρό και μεγάλο κεφάλαιο να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη δεν την έσωσε από τους τοκογλύφους

Οφείλουμε κατ’ αρχήν να αναγνωρίσουμε πως σε όλη την προηγούμενη ταραγμένη περίοδο που κορυφώθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008 υπήρξαν καπιταλιστικοί σχηματισμοί που δεν συμμετέχουν στην ευρωζώνη και άντεξαν στις νομισματικές και οικονομικές αναταράξεις πολύ καλύτερα από τα περισσότερα μέλη της ευρωζώνης. Η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία, που έχουν διατηρήσει τη νομισματική τους ανεξαρτησία αν και συμμετέχουν στην ΕΕ των 27 (όχι όμως στην ευρωζώνη των 16) έδειξαν πολύ μεγαλύτερη αντοχή. Μεταφέροντας τις συγκρίσεις στο χρόνο μπορούμε επίσης να δούμε ότι το καθόλου «απελευθερωμένο» αλλά πλήρως ελεγχόμενο από το κράτος ελληνικό τραπεζικό σύστημα της δεκαετίας του ’90 και του ’80 δεν ένιωσε καμία συνέπεια από τις τραπεζικές κρίσεις εκείνης της περιόδου. Το σημερινό αντίθετα, πλήρως ενσωματωμένο στη διεθνή αγορά και «απελευθερωμένο» εξακολουθεί να υφίσταται χάρη στην κρατική επιδότηση των 28 δισ. ευρώ. Ενώ, η συμμετοχή της Ελλάδας στη νομισματική ενοποίηση καθόλου δεν τη διευκόλυνε να αντιμετωπίσει με ευνοϊκούς όρους τις δυσκολίες εξεύρεσης δανειακών κεφαλαίων, ενώ κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Η δυνατότητα όμως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να χρηματοδοτήσει με θετικούς όρους τα κράτη μέλη αν κάποια πρακτική συνέπεια είχε ήταν να κερδοσκοπήσουν οι εμπορικές τράπεζες οι οποίες σε ρόλο μεσάζοντα δανείζονταν από την ΕΚΤ με τα χαμηλά επιτόκια δίνοντας ως εχέγγυο τα κρατικά ομόλογα και στη συνέχεια πούλαγαν το χρήμα στο δημόσιο με τοκογλυφικούς όρους. Αυτή η ήταν η θωράκιση που προσέφερε η ΕΚΤ στο απόγειο της κρίσης. Για να επιστρέψουμε, το πρόβλημα επομένως για την Ισλανδία και τις Βαλτικές χώρες δεν εντοπίζεται στην απουσία νομισματικής θωράκισης αλλά στην παρουσία μιας φούσκας ιστορικών διαστάσεων η οποία ανέδειξε τις αντιφάσεις, έφερε στην επιφάνεια τις βαθύτερες αντινομίες του τρόπου παραγωγής μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης και παρέσυρε την οικονομία στην ύφεση. Από την άλλη οι εγκωμιαστικές αναφορές στο ευρώ, όλη αυτή την περίοδο, δεν είναι μόνο παραπλανητικές όπως δείχνουν τα παραπάνω παραδείγματα αλλά επίσης στερούμενες ιστορικού βάθους. Σαν κάποιος να θέλει να ξεχάσουμε τι προηγήθηκε της εισαγωγής στο ευρώ. Ευρώ δεν θα υπήρχε χωρίς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και την βάρβαρη λιτότητα που εισήγαγε, χωρίς την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και την αυτονόμηση της νομισματικής πολιτικής, χωρίς την πρωτοφανή ακρίβεια και τις διψήφιες ανατιμήσεις που συνόδευσαν τη μετάβαση από τη δραχμή στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Ευρώ δεν μπορεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα χωρίς τα αντιλαϊκά και αντιαναπτυξιακά, στο βαθμό που αναγορεύουν ως απόλυτη προτεραιότητα την δημοσιονομική πειθαρχία, Προγράμματα Σταθερότητας. Η νομισματική πολιτική, πολύ πιο έντονα στις μέρες μας απ’ ότι στο παρελθόν που ήταν διαθέσιμη μια μεγαλύτερη γκάμα πολιτικών, έχει ταξικό πρόσημο και συμπυκνώνει πολιτικές ιεραρχήσεις. Ανάγεται δηλαδή σε εργαλείο ρύθμισης των ταξικών συσχετισμών και αναδιανομής. Υπό αυτή την έννοια το ευρώ δεν κυκλοφορεί ποτέ μόνο του. Το ευρώ πάνω απ’ όλα αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας διαδικασίας κατ’ όνομα ενοποίησης που επιτάχυνε την κυκλοφορία το κεφαλαίου και τη δράση των νόμων κίνησής του και όξυνε τις εσωτερικές αντιθέσεις. Πολύ περισσότερο τη δεκαετία του ’90, όταν η μια οδηγία για το άνοιγμα της αγοράς υποδεχόταν την άλλη – από τις τηλεπικοινωνίες μέχρι τις τράπεζες και από την αγορά ενέργειας μέχρι τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες για να φθάσουμε στο σημερινό αρχιπέλαγος της μίζας – αλλά ακόμη και σήμερα οι μεγαλύτερες, οι πιο στρατηγικού χαρακτήρα ιδιωτικοποιήσεις φέρνουν τη σφραγίδα της ΕΕ. Τα κέρδη που έδρεψε το ελληνικό κεφάλαιο και οι ωφέλειες που είχε δεν είναι καθόλου αμελητέες, από μόνο του ωστόσο είναι πολύ αμφίβολο αν θα είχε καταφέρει να τις επιβάλλει, ειδικά σε προγενέστερες πολιτικές συγκυρίες. Το βασικότερο ωστόσο κίνητρο και εσωτερικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης και κάθε ανάλογου εγχειρήματος (από κρατικές συνενώσεις που συντελούνται με την καταφυγή στη βία μέχρι τις νομισματικές που είναι λιγότερο καταναγκαστικές αν και εξ ίσου βίαιες) είναι η διευκόλυνση της δράσης του νόμου της αξίας. Αν ο σημερινό τρόπος παραγωγής είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μεγάλη παραγωγή (τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση και την επακόλουθη καταστροφή του μικρού κεφαλαίου) είναι γιατί η επέκτασή της αποτελεί την πιο «γραμμική», τη λιγότερο κοπιώδη και συγκρουσιακή μορφή ανάταξης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Τα οφέλη επομένως από το διεθνές εμπόριο είναι αναντικατάστατα. Το βεβαιώνει το γεγονός ότι η Ιαπωνία και η Γερμανία σήμερα, η δεύτερη και η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία διεθνώς, βουλιάζουν στην κρίση πληρώνοντας ένα υπόδειγμα σχηματισμού κεφαλαίου «προσανατολισμένου στις εξαγωγές», σχεδόν μόνο στις εξαγωγές, με αποτέλεσμα μόλις μετριάστηκε η ζήτησή τους να καταγράφουν ρεκόρ πτώσης βιομηχανικής παραγωγής και ΑΕΠ. Τα οφέλη του διεθνούς εμπορίου προέρχονται από τη δυνατότητα που έχουν τα κεφάλαια ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών να παράγουν χρησιμοποιώντας μικρότερες ποσότητες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, σε σχέση πάντα με την παραγωγή άλλων καπιταλιστικών κρατών που είναι αναγκασμένες να παράγουν το ίδιο ή συγγενές προϊόν χρησιμοποιώντας περισσότερο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τους να αποβαίνει υπέρ του προϊόντος της ανεπτυγμένης καπιταλιστικά χώρας στον βαθμό που έχει χαμηλότερη τιμή ή ανώτερη ποιότητα – πιο συχνά δε και τα δύο – σε σχέση με το όμοιο ή παρεμφερές προϊόν της λιγότερο ανεπτυγμένης. Εν είδει παρενθέσεως πρέπει να πούμε ότι σε αντίθεση με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία που πίσω από το διεθνές εμπόριο βρίσκει τη διεθνή εξειδίκευση και καταστάσεις διπλού οφέλους και αμοιβαίου κέρδους, η πραγματικότητα είναι πως το διεθνές εμπόριο οξύνει τις διεθνείς αντιθέσεις και γεννάει νέες, μετατρέποντας το συγκριτικό πλεονέκτημα που απολαμβάνει στο εσωτερικό μιας χώρας ένα σχετικά ανώτερης παραγωγικότητας κεφάλαιο σε απόλυτο πλεονέκτημα όταν εισέρχεται στη διεθνή αγορά. Γι αυτό και η διευκόλυνση της λειτουργίας τους έχει αναχθεί σε άρθρο πίστης παλιού και νέου φιλελευθερισμού, όπως δείχνει η αναβάθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και οι ουρές που σχηματίζονται στις πύλες εισόδου του. Εμπόδιο απέναντι σε αυτή τη διαδικασία εξάπλωσης του διεθνούς εμπορίου στέκονται τα εθνικά σύνορα και ειδικότερα, οι τελωνειακοί δασμοί που τα συνοδεύουν υπηρετώντας δύο σκοπούς: να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή και να αποτρέψουν τις εισαγωγές προϊόντων που απειλούν με την παρουσία τους τα εγχώρια. Και ποια άλλα είναι αυτά αν όχι τα προϊόντα εκείνα που παράγονται από χώρες με υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας; Επομένως ο ενιαίος οικονομικός χώρος στην Ευρώπη όπως έγινε πραγματικότητα με την κοινή αγορά του 1992 σήμανε την κατάθεση των όπλων άμυνας κάθε εθνικού κεφαλαίου από τον ανταγωνισμό του με τα άλλα. Η παράδοση των όπλων, η Βάρκιζα του μικρού κεφαλαίου, συντελέστηκε με την νομισματική ενοποίηση όταν τα εθνικά κράτη παραιτούνται κι από το πιο καταστροφικό μέσο που διαθέτουν, την υποτίμηση δηλαδή του εθνικού νομίσματος, η οποία χρησιμοποιεί τις συναλλαγματικές ισοτιμίες ως παραμορφωτικό φακό για να νοθεύσει τα επιβλαβή αποτελέσματα από τη σύγκριση τιμών. Έτσι όμως διαθλάται και παραβιάζεται κι ο νόμος της αξίας καθώς παύει να λειτουργεί ανεμπόδιστα. Αυτό ακριβώς είναι που καταφέρνει η νομισματική ενοποίηση: την απρόσκοπτη δράση του νόμου της αξίας, επιταχύνοντας έτσι την λειτουργία των νόμων της κεφαλαιακής αναπαραγωγής και συσσώρευσης. Η ενοποίηση της αγοράς και η δράση του νόμου της αξίας, με τις μικρότερες δυνατές τριβές, ήταν το τελικό ζητούμενο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, που αποτέλεσε τον προάγγελο της ΕΟΚ, παραμένει και σήμερα ζητούμενο της ευρωζώνης. Για να επιτευχθεί αυτή η δράση οι ιμπεριαλιστικές χώρες που ηγεμονεύουν τη διαδικασία ενοποίησης προχώρησαν (και υπό το κράτος της πίεσης που δημιουργούσε ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός την εποχή της ένταξης) στην εκχώρηση αντισταθμιστικών ωφελειών. Τέτοιας φύσης μέτρα είναι οι χρηματοδοτήσεις της ΕΕ προς τις μεσογειακές χώρες και ειδικά προς την Ελλάδα. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε επίπεδο ταμειακών ροών είναι ωφελημένος από την ΕΕ, όσο ελάχιστοι. Στην τελευταία έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας αναφέρεται ότι οι καθαρές εισπράξεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση (απολήψεις μείον αποδόσεις) υπερβαίνουν σταθερά τα 4 δισ. ευρώ την τελευταία τετραετία (2006: 4,56 δισ., 2007: 4,01 δισ., 2008: 4,83 δισ. και 2009: 4,1 δισ. ευρώ).

Οικονομική ζημιά από τις σχέσεις με την ΕΕ

ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ, ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΤΙΜΗΜΑ

Οι ταμειακές εισροές ωστόσο, ακόμη κι όταν είναι τόσο παχυλές, παραπλανούν γιατί αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου. Στο βάθος υπάρχουν δοσοληψίες και οικονομικές αλλαγές που συντείνουν σε μια καθαρά ανισοβαρή σχέση, εις βάρος φυσικά των εργαζομένων της Ελλάδας και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Πρώτον, σε σημασία, είναι το γεγονός ότι οι αυστηρά οριοθετημένες χρονικά κεφαλαιακές μεταβιβάσεις αποτέλεσαν το υπνωτικό για τον μόνιμο και μη αντιστρεπτό ακρωτηριασμό των παραγωγικών δυνατοτήτων της Ελλάδας, όπως αυτός εκφράζεται από το συνεχώς διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα. Είναι το τίμημα που πλήρωσαν οι ιμπεριαλιστικοί σχηματισμοί εντός ΕΕ και η Γερμανία για να ενσωματώσουν την ελληνική αγορά, όπως δείχνει το γεγονός ότι το 52% των συνολικών εισαγωγών (που η αξία τους είναι σχεδόν τριπλάσια από την αξία των ελληνικών εξαγωγών) προέρχεται από την ΕΕ. Δεύτερο, οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις μπορεί να καταλήγουν σε κοινώς λεχθέντα «δημόσια έργα» κατ’ ουσία όμως αφορούν έργα υποδομής που πρωτευόντως διευκολύνουν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Είναι έργα τα οποία αναλαμβάνει να εκτελέσει με χρήματα των φορολογουμένων το αστικό κράτος απαλλάσσοντας το κεφάλαιο από ένα σημαντικό κόστος, το οποίο έτσι κοινωνικοποιείται. Τρίτο, στον βαθμό που οι εθνικές χρηματοδοτήσεις είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για τις κοινοτικές δεσμεύουν δημόσιους πόρους που θα μπορούσαν να είχαν δοθεί για έργα ή πληρωμές που θα βελτίωναν το επίπεδο ζωής κοινωνικών ομάδων που βρίσκονται σε πολύ πιο επισφαλή θέση. Στην εισηγητική έκθεση του φετινού κρατικού προϋπολογισμού αναφέρεται ενδεικτικά ότι «το συνολικό ποσό των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το 2009 καθορίσθηκε στο ύψος των 8,8 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό κατανέμεται σε 5,15 δισ. για έργα που συγχρηματοδούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ και σε 3,65 δισ. για έργα που χρηματοδοτούνται αμιγώς από εθνικούς πόρους». Μεθερμηνευόμενο το τελευταίο σημαίνει πως το 58% των πόρων που κατευθύνθηκαν για δημόσιες επενδύσεις χρηματοδότησε εκείνες που είχαν επιλεγεί με τα κριτήρια της ΕΕ. Το τέταρτο στοιχείο που δείχνει τη σημασία που έχει το ταξικό πρόσημο στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ αφορά την πηγή προέλευσης των αποδιδόμενων πόρων καθώς σημαντικό μέρος τους προέρχεται από το ΦΠΑ. Πληρώνεται δηλαδή εξ ίσου απ’ όλους τους κατοίκους και φορολογουμένους (όταν δίκαιος φόρος θεωρείται εκείνος που καταβάλλεται σε όσο το δυνατόν πιο ευθεία συνάρτηση με το εισόδημα ή την περιουσία) αποτελώντας στην πράξη μια αντίστροφα προοδευτική φορολόγηση προς όφελος της ΕΕ. Πέμπτο και καθόλου τελευταίο σε σημασία στοιχείο που αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα των οικονομικών σχέσεων με την ΕΕ, αφορά το γεγονός ότι αυτές οι χρηματοδοτήσεις αποτέλεσαν πηγή πρωτοφανούς διαφθοράς και εξαχρείωσης. Το κακό έτσι δεν είναι απλώς ότι τα χρήματα αυτά πήγαν στην ολιγαρχία, αλλά ακόμη χειρότερα αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη δημιουργία μιας υπερτροφικής γραφειοκρατίας και μιας βιομηχανίας διαφθοράς και εξαγοράς συνειδήσεων, με την σιωπηρή ανοχή των ίδιων των ελεγκτικών μηχανισμών της ΕΕ πολλές φορές, που μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία επιχείρησαν να ευνουχίσουν τις λαϊκές αντιστάσεις που υπήρχαν για παράδειγμα στον αγροτικό κόσμο, αλλά όχι μόνο. Το ίδιο συνέβη και με τμήματα της μισθωτής διανόησης. 

 ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κοσμοπολίτικος αντικομμουνισμός

 ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε σαν πολιορκητικός κριός όχι μόνο για τις ιδιωτικοποιήσεις και τη χρόνια λιτότητα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι και τώρα που επιμένει στην προτεραιότητα της μείωσης των ελλειμμάτων ζητώντας νέα φορολογικά μέτρα για την επομένη των ευρωεκλογών, αλλά επίσης για τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Από τη δεκαετία του ’90 ακόμη με την Λευκή Βίβλο του Ζακ Ντελόρ, μέχρι την οδηγία Μπολκεστάιν και το νεολογισμό της ελαστασφάλειας η Ευρωπαϊκή Ένωση έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάργηση των σταθερών σχέσεων εργασίας. Ο ρόλος της έγινε εμφανής ακόμη και τώρα μεσούσης της κρίσης με αφορμή τις προτροπές του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, την προηγούμενη εβδομάδα από την Πράγα για μείωση των ημερών εργασίας και αντίστοιχα των αμοιβών των εργαζομένων. Τη σφραγίδα της ΕΕ φέρουν οι αντιασφαλιστικές ανατροπές των τελευταίων δεκαετιών, με πιο κραυγαλέα την ενεργοποίηση ακόμη και του ευρωδικαστηρίου για την κατάργηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ελληνίδων γυναίκων, όπως και οι αντιεκπαιδευτικές μεταρυθμίσεις. Από την Ελλάδα μέχρι την Ισπανία τα πανό των φοιτητών κατήγγειλλαν τις αποφάσεις που λήφθηκαν από τους υπουργούς Παιδείας στη Μπολόνια και τον Κοινό Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδεσυης υποτάσσοντας την ανλώτατη παιδεία στις προτεραιότητες του κεφαλαίου. Καταλυτικός υπήρξε επίσης ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σφαίρα της ιδεολογίας και του πολιτισμού. Οι Βρυξέλλες συμπύκνωσαν τις φιλοδοξίες για κοινωνική αναβάθμιση ολόκληρων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας που εκθράφηκαν στο έδαφος των κοινωνικών ανακατατάξεων. Έτσι στο πρώτο στάδιο ενσωματώθηκαν σε μια κοσμοπολίτικη άκρως επιλεκτική ευρωπαϊκή κουλτούρα που ταύτιζε το εθνικό με το παρωχημένο και το ευρωπαϊκό με το πρωτοπόρο και το ποιοτικό. Στη μετεξέλιξή της η αφέλεια έδειξε τα δόντια της όταν ακρογωνιαίος λίθος του “ευρωπαϊκού πνεύματος” έγινε η ταύτιση του φασισμού με τον κομμουνισμό, η αποθέωση των αθεράπευτων οπαδών του Χίτλερ στις Βαλτικές χώρες σαν ηρώων της δημοκρατίας. Μια ιδεολογική στροφή 180 μοιρών σε σχέση με τη δεκαετία του ’80 που αλληλοσυμπληρώνεται με το κλίμα ανελευθερίας που έχει εδραιωθεί και στην ίδια την Ευρώπη από την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001. Ας μην ξεχνάμε ότι τα καύσιμα και το ιπάμενο προσωπικό μπορεί να τα έβαζε όλα η Air CIA για τις απαγωγές υπόπτων αλλά και η ΕΕ, “λίκνο του Διαφωτισμού” κατά τα λεγόμενά τους (κι όχι φυσικά της Ιεράς Εξέτασης, του φασισμού, της αποικοκρατίας και του ιμπεριαλισμού) έβαζε την επίγεια εξυπηρέτηση. Από τα τέλη του 2001 μέχρι τα τέλη του 2005 καταγράφηκαν 1.245 τέτοιες πτήσεις σε αεροδρόμια κρατών μελών της ΕΕ. Τα καταστροφικά αποτελέσματα από την συμπόρευση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ ως προς αυτή τη Ουάσινγκτον φάνηκαν και εντός του Δεκέμβρη του 2008, όταν το πράσινο φως για την επέμβαση στη Γάζα και τη σφαγή που ακολούθησε το έδωσε η ίδια η ΕΕ που δέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων την τότε πρωθυπουργό του Ισραήλ, Τζίπι Λίβνι, αφού πρώτα αναγνώρισε στο Ισραήλ το καθεστώς του πιο ευνοούμενου κράτους. Για τους μετανάστες από την άλλη καραδοκεί η Ευρώπη φρούριο. Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η ΕΕ διαδραματίζει στρατηγικό και οργανικό, όχι απλώς πρωτοπόρο ρόλο στην αντεργατική επίθεση που είναι σε εξέλιξη τις τελευταίες δεκαετίες. Κατά συνέπεια καμιά αλλαγή της σύνθεσης του (διακοσμητικού εν πολλοίς) Κοινοβουλίου ή ακόμη και των κυβερνήσεων των 27 δεν πρόκειται να σηματοδοτήσει αντίστοιχη στροφή στο πολιτικό περιεχόμενο των αποφάσεών της. Η ΕΕ, όπως ακριβώς και το αστικό κράτος είναι αδιαχώριστα από την ταξική πολιτική που υπηρετούν. Στη βάση των παραπάνω η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ερχόμενες ευρωεκλογές δεν παλεύει για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ και την αλλαγή των συσχετισμών, αλλά για την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης κατά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των κυβερνήσεων που υπηρετούν τις πολιτικές της.

Ποιός θα πληρώσει για την κρίση; (Πριν, 4/4/2009)

Στη σύνοδο του G20, αποφεύχθηκε το φιάσκο

ΚΑΛΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Πράγματι θα μείνει στην ιστορία η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο την Πέμπτη 2 Απριλίου, όχι όμως για τους προφανείς λόγους, σε σχέση δηλαδή με τις αποφάσεις που έλαβε για να αντιμετωπίσει την κρίση. Η σύνοδος του G20, η δεύτερη τέτοια σύνοδος μετά απ’ αυτήν που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσινγκτον στις 15 και 16 Νοεμβρίου, θα αποτελεί συμβατικά το διεθνές φόρουμ όπου για πρώτη φορά αποτυπώθηκε η συρρίκνωση της αμερικανικής ηγεμονίας και η αδυναμία τους να επιβάλλουν τις αποφάσεις – κάτι χωρίς προηγούμενο στον μεταπολεμικό κόσμο.

Μέχρι και την προηγούμενη μέρα της συνόδου πολλά στοιχεία μαρτυρούσαν ότι η σύνοδος του Λονδίνου θα είχε την τύχη της διακυβερνητικής διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Σιάτλ το 1999 στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Θα κατέρρεε δηλαδή υπό το βάρος των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Σε αυτό το συμπέρασμα συνέτειναν οι μάχες χαρακωμάτων που έδιναν τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Από την μια ο γαλλογερμανικός άξονας που συστάθηκε κατά κύριο λόγο με επίκεντρο την αδιάλλακτη θέση των Σαρκοζύ – Μέρκελ εναντίον της πλημμυρίδας ρευστού και υπέρ των μέτρων ρύθμισης των αγορών και από την άλλη ο αγγλοσαξονικός άξονας των Μπράουν – Ομπάμα που πριν τη σύνοδο είχαν κάνει σημαία τους την άνευ όρων και ορίων χρηματοδότηση της οικονομίας με αλλεπάλληλα πακέτα διάσωσης παραπέμποντας στο απώτερο μέλλον την λήψη μέτρων ρύθμισης και εξορθολογισμού του καπιταλισμού.

Σε αυτή τη διελκυστίνδα χαμένο βγήκε το δίδυμο Μπράουν – Ομπάμα καθώς στο τελικό ανακοινωθέν δεν υπάρχει καμιά κατεύθυνση για εκπόνηση νέων πακέτων σωτηρίας, όπως επεδίωκαν αρχικά. Πριν δούμε τις αποφάσεις που λήφθηκαν, αξίζει να τονίσουμε πως παρότι οι τελικές ανακοινώσεις δεν συνιστούν νίκη του γαλλογερμανικού άξονα, καθώς τα μέτρα ρύθμισης που προβλέπονται για τους φορολογικούς παραδείσους και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds) είναι ανεπαρκή σε έκταση και υπέρ του δέοντος γενικόλογα, παρόλα αυτά αποτελούν ήττα του αγγλοσαξονικού άξονα. Μια ήττα που έρχεται σαν αποτέλεσμα των τεράστιων ευθυνών που έχουν οι δύο αυτές χώρες για το ξέσπασμα της κρίσης – πληρώνοντας και τώρα το μεγαλύτερο τίμημα, αλλά επίσης και των κινδύνων που δημιουργούν για τη σταθερότητα του συστήματος με τα μέτρα που λαβαίνουν τώρα, όπως φάνηκε από την κριτική που δέχτηκαν!

Η απόφαση των 20 πλουσιότερων κρατών του κόσμου στη σύνοδο του Λονδίνου να ενισχύσουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που κόντευε να ξεμείνει από κεφάλαια, δείχνει την πρόθεσή τους να βάλουν τους εργαζόμενους να πληρώσουν την κρίση που οι ίδιοι προκάλεσαν, μέσα από προγράμματα άγριας λιτότητας και περικοπών.

Ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων και μειώσεις μισθών σε Ευρώπη και ΗΠΑ

 

Η σημαντικότερη απόφαση που έλαβε η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων χωρών του πλανήτη στις 2 Απρίλη θα μπορούσε να θωρηθεί απρόβλεπτη ή ακόμη χειρότερα… άσχετη σε σχέση με τα δύο διλήμματα που είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών της συνόδου: λιγότερη ή περισσότερη ρύθμιση, το πρώτο, και μικρά ή μεγάλα πακέτα στήριξης της οικονομίας από τις κυβερνήσεις, το δεύτερο. Στην πραγματικότητα ήταν ένα άλμα προς τα μπρος για το κεφάλαιο, μια δημιουργική σύνθεση των υπαρκτών διαφορών τους. Η απόφαση να στηρίξουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με το ιλιγγιώδες ποσό του 1 τρισ. δολαρίων περιγράφει με πηχυαία γράμματα το ταξικό πρόσημο των μέτρων που θα ληφθούν για την υπέρβαση της κρίσης. Απαντάει στο ερώτημα ποιος είναι αυτός που θα πληρώσει για την έξοδο από την κρίση!

Μια πρόγευση αυτού του μέτρου είχαμε πάρει από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Το Βερολίνο τότε απαντώντας στις εναγώνιες εκκλήσεις των ανατολικοευρωπαίων για μετρητό ώστε να μπορέσουν να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους, τούς έδειξε το δρόμο προς το ΔΝΤ. Με αυτό τον τρόπο δεν αδιαφόρησε απλώς μπροστά στις τυπικές υποχρεώσεις του, αλλά χωρίς να αναλαμβάνει και το ανάλογο πολιτικό κόστος υπέδειξε στις κυβερνήσεις της Λετονίας, της Ουγγαρίας, της Ιρλανδίας και άλλων χωρών να εφαρμόσουν τα αντιλαϊκά μέτρα που ζητάει το ΔΝΤ ως προϋπόθεση για να χορηγήσει τα δάνεια κι έχουν κάνει όλο τον κόσμο, ειδικότερα στις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικά χώρες, να το μισεί. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το 1998 – 1999 στο αποκορύφωμα της ασιατικής κρίσης, ακόμη κι ο μετέπειτα νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς είχε εξοργιστεί με τους όρους που επέβαλλε το ΔΝΤ ασκώντας δημόσια καυστικότατη κριτική στην πολιτική του, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, δίδυμης αδερφής του ΔΝΤ. Η κριτική του συνέτεινε ότι εν ολίγοις το ΔΝΤ για να προσφέρει το ρευστό, όταν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αρνείται να το κάνει με φυσιολογικά επιτόκια, επιβάλλει ως αντίτιμο την οικονομική ερήμωση της χώρας. Όχι μόνο βαθιά αντιλαϊκά προγράμματα, αλλά και μέτρα ύφεσης που καταλήγουν στην υποβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν χρειαζόταν να επικαλεστούμε τον Στίγκλιτς για να αποκαλύψουμε τον οπισθοδρομικό ρόλο του ΔΝΤ. Καταφεύγουμε όμως τώρα γιατί εδώ και έξι μήνες το ΔΝΤ έχει πάψει να είναι ένας μισητός οργανισμός κι εμφανίζεται σαν μάννα εξ ουρανού και από μηχανής Θεός, με το μοναδικό πρόβλημα σ’ ότι αφορά τη δράση του να εστιάζεται στην έλλειψη κεφαλαίων για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του! Οι όροι υπό του οποίους άνοιξε τους κρουνούς του ακόμη και πρόσφατα πέρασαν έτσι στα ψιλά. Το γεγονός για παράδειγμα ότι στο Πακιστάν το Νοέμβριο επέβαλλε μια σειρά μέτρων με πιο ακραίο τον διπλασιασμό σχεδόν των τιμολογίων του ηλεκτρικού. Στη Λετονία το ΔΝΤ τον Δεκέμβριο επέβαλε την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 15%, των δημοσίων δαπανών κατά 4,5%, πάγωμα των συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ, στην Ουγγαρία και τη Λευκορωσία τον Ιανουάριο την υποτίμηση των εθνικών τους νομισμάτων κατά 22% και 25% αντίστοιχα, ενώ στη γειτονική Τουρκία οι όροι που ζητά είναι τόσο εξωφρενικοί ώστε ο Ερντογάν περίμενε να γίνουν πρώτα οι δημοτικές εκλογές και μετά να προχωρήσει σε ανακοινώσεις.

Αυτήν ακριβώς την πολιτική μείωσης των μισθών, άγριων περικοπών κοινωνικών δαπανών και αύξησης των λαϊκών φόρων αποφάσισαν να στηρίξουν οι ηγέτες των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου. Οι αποφάσεις τους δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Αν μέχρι και την εκπνοή του 2008 αυτό που κυριαρχούσε στις αντιδράσεις των αστικών τάξεων σε όλο τον κόσμο ήταν η αμηχανία και η σύγχυση για το τι δέον γενέσθαι, τους τελευταίους τρεις μήνες αυτό που διακρίνεται είναι μια πολιτική πυγμής για να περάσει το κόστος υπέρβασης της κρίσης στους εργαζόμενους.

Το παράδειγμα δίνει πρώτος απ’ όλους ο γενναιόδωρος κατά τ’ άλλα Μπαράκ Ομπάμα που δεν δίστασε να επαναφέρει το σχέδιο του υπουργού Οικονομικών του Μπους, Χένρι Πόλσον, για την χρηματοδότηση των τραπεζών με 1 τρισ. δολάρια, προκαλώντας έκρηξη χαράς στη Γουόλ Στριτ, που στο άκουσμα της είδησης κατέγραψε την σημαντικότερη άνοδο των τελευταίων πολλών μηνών. Το σχέδιο του Ομπάμα επικρίθηκε ακόμη κι από οικονομολόγους που στηρίζουν ενεργά την πολιτική του, όπως ο Πολ Κρούγκμαν, καθώς στην πράξη είναι ένα σχέδιο εξαγοράς των «τοξικών ομολόγων» από κοινά σχήματα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο των οποίων το δημόσιο καταβάλει το κόστος κι οι ιδιώτες παίρνουν τα κέρδη, αν υπάρξουν. Το μοναδικό ρίσκο δηλαδή που αναλαμβάνουν είναι να μην… κερδίσουν. Ενώ το αμερικανικό δημόσιο σε κάθε περίπτωση – κερδίσουν ή όχι δηλαδή οι ιδιώτες – βγαίνει χαμένο. Την ίδια ακριβώς εβδομάδα που ανακοίνωσε το σχέδιο για το καθάρισμα των τραπεζών, έβαλε βαθιά το μαχαίρι στον λαιμό των εργαζομένων στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, απαιτώντας την εκχώρηση κι άλλων δικαιωμάτων τους αν θέλουν να ενταχθεί το Ντιτρόιτ σε προγράμματα κρατικής χρηματοδότησης για ν’ αποφύγει τη σίγουρη χρεοκοπία. Το τελεσίγραφο του Ομπάμα προκάλεσε απόγνωση γιατί ακόμη δεν έχει στεγνώσει το μελάνι από τις τελευταίες υποχωρήσεις που έκαναν και θεωρήθηκαν ανεπαρκείς: μείωση αποδοχών καλοκαιρινής αδείας, παραίτηση από το ετήσιο μπόνους που το 2007 έφθασε τα 3.000 δολάρια, κατάργηση της επιδότησης των διδάκτρων για τα παιδιά που σπουδάζουν κ.λπ. Η ίδια κατάσταση κυριαρχεί και στη Γερμανία – σε αυτό το επίπεδο καμία αντίθεση δεν καταγράφεται μεταξύ των πολιτικών κατευθύνσεων που προκρίνουν Ομπάμα και Μέρκελ. Πρόσφατο ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ ανέφερε ότι ο αριθμός των εποχιακών απασχολουμένων τον τελευταίο μόνοι χρόνο έχει πολλαπλασιαστεί στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης. Από 15.248 που ήταν καταγεγραμμένοι τον Φεβρουάριο του  2008, τον Φεβρουάριο που μας πέρασε ο αριθμός τους εκτινάχθηκε στους 700.038. «Συμβάσεις περιορισμένης χρονικής διάρκειας, απόλυση εποχιακών απασχολουμένων, πάγωμα προσλήψεων και πρόσκαιρες διακοπές της παραγωγής είναι οι μέθοδοι που μετέρχονται οι γερμανικές εταιρείες για να καθυστερήσουν τις επώδυνες περικοπές θέσεις εργασίας», έγραφε, δείχνοντας έτσι την ταχύτητα με την οποία γενικεύεται η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, ακόμη και στις χώρες που ήταν προπύργιο των σταθερών εργασιακών σχέσεων.

Αν πλάι στα παραπάνω παραδείγματα από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία συνυπολογίσουμε τα άγρια αντεργατικά μέτρα που εφαρμόζονται στην Ελλάδα (ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας μέσω της μείωσης της διάρκειας της εργάσιμης εβδομάδας και των αποδοχών, μηδενικές αυξήσεις για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τους συνταξιούχους και έκρηξη της ανεργίας όπως δείχνουν οι 80.000 επιπλέον άνεργοι που προστέθηκαν στις λίστες μεταξύ Οκτώβρη και Δεκέμβρη) τότε καταλαβαίνουμε ότι σε όλο τον κόσμο είμαστε στο μέσο μιας ιστορικής στιγμής. Η κρισιμότητα της καθορίζεται από την προσπάθεια που καταβάλλει η αστική τάξη να αναιρέσει κατακτήσεις δεκαετιών οδηγώντας τους εργαζόμενους όλης της γης στη φτώχεια και τη εξαθλίωση. Το ζητούμενο για την αστική τάξη είναι να κάνει μια «επαναφορά συστήματος». Βασικό γνώρισμα αυτής της επαναφοράς είναι η ακραία πόλωση των ταξικών και κοινωνικών ανισοτήτων που συντελείται μέσα από το προπέτασμα καπνού που δημιουργεί η κρίση και μια ψευδαίσθηση πως «όλοι χάνουμε». Στην πραγματικότητα όμως οι ταξικοί συσχετισμού ξαναγράφονται. Στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2008, όταν 2 εκατ. Αμερικάνοι έχαναν τα σπίτια τους, περιμένοντας να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους χειρότερα απ’ ότι έζησαν μέχρι τότε, μια χούφτα στελεχών της Γουόλ Στριτ που εντάσσεται στην αστική τάξη αύξανε τις καταθέσεις του, μέσα από μπόνους, κατά 32 δισ. δολάρια. Το ίδιο και στην Ελλάδα. Την ώρα που οι εργαζόμενοι στην Αλουμύλ έπρεπε να επιλέξουν ανεργία ή ημιαπασχόληση οι ελληνικές τράπεζες επαναπαύονταν στην αγκαλιά του γενναιόδωρου κράτους που αναλάμβανε χρέη ασφαλιστικής εταιρείας, καλύπτοντας από τα 28 δισ. τις ζημιές από την επέκταση και την κερδοσκοπική τους δράση στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη.

Όξυνση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 200.000 ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΚΟΣΜΟ ΦΕΤΟΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Η κρίση, ως «ανορθολογικός εξορθολογητής» όπως χαρακτηρίστηκε από τον αμερικανό μαρξιστή Ντέιβιντ Χάρβευ σε πρόσφατη συνέντευξή του στο προοδευτικό αμερικανικό δίκτυο Ντιμόκρασυ Νάου, δεν οξύνει την ταξική πάλη εντός των αστικών κρατών μόνο. Παράλληλα οξύνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ενώ κράτη και λαούς που ζούσαν στο περιθώριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και στους τροπικούς της εξαθλίωσης (εκεί όπου το αντίστοιχο του άνεργος και άστεγος στη Δύση είναι νεκρός από αρρώστιες και ασιτία) απειλεί να τους αφανίσει.

Επιτροπή της Ουνέσκο πρόσφατα υπολόγισε ότι λόγω της κρίσης 390 εκ. από τους φτωχότερους Αφρικανούς θα δουν το ήδη πενιχρό εισόδημά τους να μειώνεται κατά 20% και οι θάνατοι παιδιών θα αυξηθούν κατά 200.000 με 400.000 περιπτώσεις επιπλέον. Η εμφανής αιτία γι αυτό τον κοινωνικό Αρμαγεδώνα έγκειται στην επενδυτική ξηρασία που ήδη πλήττει την ήπειρο λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Υπολογίζεται ότι ενδεικτικά πως οι ροές κεφαλαίων προς τι φτωχές, καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες χώρες θα ανέλθουν στα 165 δισ. δολ., λιγότερα από τα μισά από τα περυσινά επίπεδα (466 δισ. δολ.) και ισοδύναμα με το ένα πέμπτο των επιπέδων του 2007.

Η έλλειψη κεφαλαίων δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης γενικά, ή έστω μόνο αυτής. Κυρίως είναι αποτέλεσμα της κεφαλαιακής αφαίμαξης που προκαλούν ΗΠΑ και Αγγλία, ώστε να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα στήριξης των κλυδωνιζόμενων επιχειρήσεων τους. Τα κεφάλαια που υποσχέθηκε η Ουάσινγκτον στη Γουόλ Στριτ για να ξαναστήσει στα πόδι τους τις τράπεζες θα προέλθουν από δύο διαύλους, που ο ένας είναι πιο καταστροφικός από τον άλλο. Θα προέλθουν είτε από δανεισμό είτε από έκδοση νέου χρήματος. Σε κάθε περίπτωση είναι αναπόφευκτος ένας σχετικός πληθωρισμός και πιο σίγουρα μια υποτίμηση του δολαρίου. Οι αναταράξεις που θα επέλθουν στη διεθνή νομισματική ισορροπία ήταν και η αιτία πίσω από την οξεία κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της κινέζικης κεντρικής τράπεζας στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, ζητώντας για πρώτη φορά άμεσα και δημόσια να πάψει το δολάριο να αποτελεί μέσο αποθησαυρισμού (και διεθνών συναλλαγών συμπληρώνουν άλλοι) και να αντικατασταθεί από ένα καλάθι νομισμάτων, όπως είναι τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ για τις συναλλαγές του με τα 185 κράτη μέλη του. Η οργή του κινέζου τραπεζίτη προήλθε από τις μελανές προοπτικές που διαγράφονται για την αξία των κινέζικων συναλλαγματικών αποθεμάτων, εκ των οποίων το ένα τρίτο αξίας 740 δισ. δολ., έχει επενδυθεί σε δολάρια.

Φαίνεται έτσι ότι τα γενναιόδωρα μέτρα στήριξης που ανακοινώνουν Ομπάμα και Μπράουν δεν επαναδιατάζουν τις ισορροπίες μόνο στο εσωτερικό των χωρών τους, ενισχύοντας το κεφάλαιο εις βάρος της εργασίας, αλλά επίσης οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς με την εκμετάλλευση προνομίων που αντιστοιχούσαν σε άλλες εποχές, επιχειρούν να στείλουν το λογαριασμό σε άλλες αστικές τάξεις.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΡΑΜΑΤΟΣ

Μετά την κρίση, στασιμότητα

ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΑΝΟΔΟΥ

 

Παράλληλα με το σχέδιο των 20 πλουσιοτέρων κρατών παρουσιάστηκε και το μήνυμα της επιτροπής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς για τη διεθνή κρίση, γνωστής κι ως Επιτροπής Στίγκλιτς, στην οποία συμμετέχει κι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου. Πρόκειται για ευχολόγιο, που συγκαλύπτει τις τεράστιες ευθύνες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων για τη σημερινή κρίση! Ξεκινώντας απ’ όσα αναφέρει, η αναντιστοιχία λόγων και έργων είναι κραυγαλέα. Για παράδειγμα ενώ τονίζει πως «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τα κέρδη να ιδιωτικοποιούνται ενώ οι ζημιές κοινωνικοποιούνται» και προτείνει «να επεκτείνουμε την κοινωνική ασφάλιση παγκόσμια», στην πράξη το ΠΑΣΟΚ συμφώνησε με το ξεπούλημα της Ολυμπιακής στο μονοπώλιο του Βγενόπουλου, ενώ ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν ο πρώτος που πρότεινε, από το Λαύριο πριν τις εκλογές του 2004, να απαλλαγούν από τις ασφαλιστικές εισφορές των νέων εργαζομένων οι εργοδότες. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει λέξη στο κείμενό τους για την ανάγκη σταθερών εργασιακών σχέσεων και την ανάγκη αποτροπής της ελαστικοποίησής τους ή τη σημασία που έχει σήμερα η αύξηση της φορολογίας των πλουσίων και των εταιρειών. Δεν πρόκειται συνεπώς καν για εναλλακτικό σχέδιο.

Ο αντιδραστικός χαρακτήρας όλων των σχεδίων που προωθούνται αποκαλύπτεται από δύο γεγονότα. Αρχικά από το γεγονός ότι στην πράξη επιδιώκουν να ξαναστήσουν στα πόδια του ένα μοντέλο το οποίο κατάρρευσε παταγωδώς και όλοι οικτίρουν. Μάλιστα, ακόμη κι η επιλογή του Λονδίνου για τη συνάντηση του G20 που αποτελεί σύμβολο της υπερτροφίας του χρηματοπιστωτικού τομέα ακόμη και σήμερα (καθώς το ενεργητικό των τραπεζών του Σίτι εξακολουθεί να είναι πενταπλάσιο από το βρετανικό ΑΕΠ) μόνο θυμηδία προκαλεί. Η αγωνία του Ομπάμα και του Μπράουν να καθαρίσουν με κάθε κόστος τις χρεοκοπημένες τράπεζες και η διοχέτευση τόσων εκατοντάδων δισ. δολ. στα σαθρά θεμέλιά τους με τη ελπίδα να μπορέσουν κάποια στιγμή να κερδίσουν ξανά τη χαμένη τους σταθερότητα δείχνει ότι στην καλύτερη περίπτωση αυτό που επιδιώκουν είναι μια αναστήλωση ενός πλαισίου όχι μόνο βαθιά ταξικού και κοινωνικά άδικου, αλλά επίσης βαθιά κερδοσκοπικού και αναποτελεσματικού, με την έννοια ότι η λειτουργία του έχει ως προϋπόθεση την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του προωθούμενου σχεδίου αποκαλύπτεται επίσης αν δούμε με πόσο μελανά χρώματα περιγράφουν άπαντες την επόμενη μέρα. «Η ανάκαμψη όταν θα έρθει θα είναι ασθενής» τονίζει ο τελευταίος Εκόνομιστ. Συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την εμπειρία των περισσότερων χωρών που δοκιμάστηκαν από κρίσεις την τελευταία εικοσαετία κι οι οποίες στην πράξη δεν απέκτησαν ποτέ τους προγενέστερους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κι από την ίδια την εμπειρία των ΗΠΑ και των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Γενικότερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ ποτέ δεν ανέκαμψαν από την κρίση της δεκαετίας του ’70, με αποτέλεσμα ποτέ να μην επανακτήσουν τους ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κυρίως το ποσοστό κέρδους που αποτελεί το πιο ασφαλές κριτήριο για την υγεία του καπιταλιστικού συστήματος, των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν αυτό που υπόσχονται και γι αυτό το οποίο πασχίζουν θυσιάζοντας έσοδα και πόρους δεκαετιών είναι η επιστροφή σε ένα σύστημα αναιμικών ρυθμών μεγέθυνσης αποδεδειγμένα ανορθολογικό που γεννάει κρίσεις κι ανεργία με την ίδια φυσικότητα που η μέρα διαδέχεται τη νύχτα.

Σοβαροί τριγμοί στην Ευρώπη (Πριν, 7/10/2008)

ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΙΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Κανένας δεν περίμενε τόσο οργισμένες και επίμονες λαϊκές αντιδράσεις ενάντια στο σχέδιο διάσωσης των κερδοσκόπων που έμεινε στην ιστορία ως σχέδιο Πόλσον, από το όνομα του αμερικανού υπουργού Οικονομικού. Παρότι οι αντιδράσεις από τα δεξιά, εμφορούμενες από μια δογματική ιδεοληπτική απέχθεια προς κάθε μορφή κρατικής παρέμβασης δεν ήταν καθόλου αμελητέες, εν τούτοις η πίεση που οδήγησε στην καταψήφιση του Σχεδίου Πόλσον, ύψους 700 δισ. δολ., την προηγούμενη Δευτέρα από την αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων (με ψήφους 228 κατά έναντι 205 υπέρ) προερχόταν από τα κάτω και τα αριστερά. Απόδειξη ήταν ο πρωτοφανής στην ιστορία κίνδυνος κατάρρευσης του υπολογιστικού δικτύου της αμερικανικής Βουλής εξ αιτίας των δεκάδων χιλιάδων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τα οποία οι αμερικανοί ψηφοφόροι βομβάρδιζαν τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του κάθε στιγμή. Δεν σταμάτησαν μόνο σε αυτά. Δεκάδες ήταν επίσης οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που οργανώθηκαν με ομιλητές εκπροσώπους των συνδικάτων (και δη της AFL – CIO) που ως μοναδικό αίτημα είχαν να απορριφθεί το Σχέδιο Πόλσον. Πολλές ακόμη ξεχωριστές περιπτώσεις (όπως για παράδειγμα οι 23.000 υπογραφές που μαζεύτηκαν σε δύο μέρες μόνον από έναν γερουσιαστή με αίτημα να επιβληθεί έκτακτος φόρος ύψους 10% στους πλούσιους) δείχνουν ότι το Σχέδιο Πόλσον και κατά βάθος ο φόβος που στοιχειώνει εκατομμύρια εργαζομένους στις ΗΠΑ για το μέλλον τους σε συγκερασμό με το πρωτοφανές ρήγμα που δημιουργήθηκε στον απόλυτα ελεγχόμενο υπό κανονικές συνθήκες πολιτικό κόσμο άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Η απάντηση του αμερικανικού κεφαλαίου στην σιωπηρή εξέγερση των Αμερικανών ήταν κάτι παραπάνω από τρομοκρατική καθώς στο επιχείρημα της κοινωνίας «δεν χρηματοδοτούμε κερδοσκόπους και απατεώνες» η απάντησή τους, σε μια επίδειξη δύναμης, ήταν να τσακίσουν τις συντάξεις της κοινωνίας. Η κάθετη πτώση του δείκτη μετοχών της Γουόλ Στριτ κατά 778 μονάδες (που είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία) την ημέρα που η Βουλή των Αντιπροσώπων επέστρεφε το Σχέδιο Πόλσον ήταν τα αντίποινα των «γνωστών αγνώστων» κερδοσκόπων προς τα δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανών που υπολογίζουν τη σύνταξή τους με βάση την πορεία του Ντάου Τζόουνς. Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως αμέσως μετά την καθίζηση των χρηματιστηρίων η στάση των Αμερικανών άρχισε να μετριάζεται χωρίς ποτέ να γείρει υπέρ του Σχεδίου που θα σημάνει τον μεγαλύτερο αναπροσανατολισμό των δημόσιων δαπανών των ΗΠΑ. Η υπερψήφιση του αναμορφωμένου Σχεδίου Πόλσον από την περισσότερο ολιγαρχική και λιγότερο αντιπροσωπευτική Γερουσία την Πέμπτη με 74 ψήφους υπέρ και μόνο 25 κατά σήμανε το τέλος του διχασμού της αστικής τάξης. Το βάρος τους υπέρ του Σχεδίου Πόλσον έριξαν στη συνέχεια και οι κορυφαίες μεταποιητικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ που μέσω των θεσμικών τους ενώσεων (του αμερικανικού ΣΕΒ) και κυρίως των λόμπι επανέφεραν τους βουλευτές στην τάξη. Ως αποτέλεσμα στην δεύτερη ψηφοφορία της Παρασκευής το Σχέδιο Πόλσον εγκρίθηκε με 263 ψήφους υπέρ έναντι 171 ψήφων κατά.

Σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρευσαν μέσα σε λίγες ώρες στην αρχή της εβδομάδας έξι (!!!) ευρωπαϊκές πολυεθνικές τράπεζες αποδεικνύοντας το βαθμό έκθεσης στην αμερικανική κερδοσκοπία ολόκληρου σχεδόν του ευρωπαϊκού τραπεζικού οικοδομήματος. Τα σημάδια της ύφεσης επιβάλλουν αναπροσαρμογή της στρατηγικής του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.

 

 Επέβαλαν το Σχέδιο Πόλσον πραξικοπηματικά

Μέχρι και την προηγούμενη Κυριακή, παρότι μάλιστα δεν είχαν λείψει οι καταρρεύσεις ευρωπαϊκών τραπεζών λόγω των ανοιγμάτων τους στην αμερικανική αγορά ενυπόθηκων δανείων (γερμανική ΙΚΒ πέρυσι τον Ιούλιο, βρετανική Νόρθερν Ροκ πέρυσι τον Σεπτέμβριο) αν κανείς έπαιρνε στα σοβαρά τους ευρωπαίους ηγέτες θα πίστευε ότι στην από δω μεριά του Ατλαντικού οι τράπεζες είναι σχεδόν ευαγή ιδρύματα που το πλαίσιο δραστηριοτήτων καθορίζουν οι εκθέσεις για την αποταμίευση των μαθητών του Δημοτικού. Η Δευτέρα ήταν η μέρα της αποκάλυψης. Μέσα σε λίγες ώρες τραπεζικά μαμούθ άρχισαν να τρεκλίζουν και για να μην ισοπεδώσουν ότι υπάρχει γύρω τους σε μια ακτίνα που θα ξεπέρναγε την επιφάνεια των κρατών που επισήμως έχουν έδρα, το «ελάχιστο κράτος» θυμήθηκε τις παλιές του δόξες. Γαλλία, Αγγλία, Ιρλανδία, Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη, όπως ακριβώς είχε κάνει το αμερικανικό δημόσιο με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα Bear Sterns πριν ένα χρόνο και μόλις πρόσφατα με Freddie και Fannie, Merrill Lynch, AIG, Washington Mutual και Wachovia μεταξύ πολλών άλλων.

Την ευρωπαϊκή υπεροψία τσαλαπάτησε την επομένη η αιχμή του δόρατος του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ που σε άρθρο της σύνταξης τόνιζε: «Με ορισμένους τρόπους, η ευρωπαϊκή υπερβολή ξεπέρασε ακόμη και την “ύβρη” της Γουόλ Στριτ. Οι δώδεκα μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ένα συνολικό λόγο μόχλευσης – υποχρεώσεις προς συνολικά στοιχεία ενεργητικού – ίσο με 35, σε σχέση με λιγότερο από 20 για τις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες. Στο τέλος του προηγούμενου χρόνου ο λόγος μόχλευσης της Deutsche Bank βρισκόταν στο 52,5 και της τράπεζας Barclay’s στο 61,3». Η κερδοσκοπία λοιπόν μπορεί να βρήκε το πιο πρόσφορο έδαφος στην αμερικανική αγορά καλλιεργήθηκε όμως εξ ίσου εντατικά κι από τις ευρωπαϊκές τράπεζες – όχι μόνο τις αμερικανικές.

Το άλμα ωστόσο που έκανε η χρηματοπιστωτική κρίση στην ευρωπαϊκή αγορά δεν ήταν μόνο σε μήκος αλλά και σε βάθος, καθώς περνώντας τον Ατλαντικό για πρώτη φορά έπληξε τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα που ο κύκλος των δραστηριοτήτων τους δεν αφορούσε την κερδοσκοπία – όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην αμερικανική αγορά με τις επενδυτικές τράπεζες. Έτσι όμως (και στον βαθμό που οι παραπάνω δύο εργασίες δεν είναι τόσο καθαρά διακριτές στη γηραιά ήπειρο) απειλήθηκε, για πρώτη φορά τόσο μαζικά, η κρίση να αλλάξει μορφή πλήττοντας και παραλύοντας την κλασσική τραπεζική δραστηριότητα. Γι αυτό το λόγο η παρέμβαση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ήταν τόσο ακαριαία αναλαμβάνοντας να πληρώσουν όλο τον λογαριασμό. Η αντίδρασή τους περιορίζει σε βαθμό εξαφανίσεως τις πρακτικές συνέπειες της διχογνωμίας που εκδηλώθηκε μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου με αφορμή την πρόταση του γάλου προέδρου να φτιαχτεί ένα κεφάλαιο ανάλογο του Πόλσον, έτοιμο προς διάθεση μόλις ακουστεί ο ήχος των κανονιών. Από τη στιγμή που το Βερολίνο τα ακούμπησε, η διαφωνία του περιορίζεται στο κατά πόσο οι επιχειρήσεις διάσωσης θα γίνονται κατά περίπτωση ή συνολικά. Το κόστος όμως – που μεταφέρεται στους εργαζόμενους της Ευρώπης – θα είναι το ίδιο!

Το πλήγμα που δέχθηκαν οι έξι ευρωπαϊκές τράπεζες σηματοδότησε μια μείζονος σημασίας αλλαγή πλεύσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού σε ότι αφορά τη διαχείριση της κρίσης. Από το 2007 που έκανε για πρώτη φορά αισθητή την εμφάνισή της, με τη μορφή της πιστωτικής ασφυξίας, και η αμερικανική κεντρική τράπεζα δε δίστασε να ρίξει τα επιτόκια του δολαρίου από το 5,25% στο 2%, όλο αυτό το διάστημα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κράταγε σταθερά τα επιτόκια του ευρώ, όταν δεν τα αύξανε, επικαλούμενη την προτεραιότητα του στόχου συγκράτησης του πληθωρισμού. Πλέον αυτή η στάση αλλάζει, όπως με σαφήνεια δήλωσε την Πέμπτη ο πρόεδρος της, προαναγγέλλοντας ότι στη επόμενη συνεδρίασή της διοίκησής της θα αποφασιστεί μείωση των επιτοκίων από το 4,25% που βρίσκονταν ως τώρα – ένα επίπεδο που αποτελεί ρεκόρ επταετίας. Η αλλαγή προσανατολισμού της νομισματικής πολιτικής, αποτέλεσμα όχι μόνο των χρεοκοπιών αλλά και της δυσμενούς αναθεώρησης των ρυθμών μεγέθυνσης του προϊόντος στο 1,3% για το τρέχον έτος σε ότι αφορά τους 15, αποκαλύπτει τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας για μια ύφεση.

ΠΛΗΓΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

Ακόμη και η σκανδαλώδης προσφορά – αποζημίωση προς τους κερδοσκόπους του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. δεν πρόκειται να αποτρέψει την οικονομική ύφεση στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Η κάθετη αύξηση του κόστους του χρήματος δημιουργεί τεράστια εμπόδια στην επέκταση της παραγωγής, οξύνοντας την κρίση της.

Η ΥΦΕΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ

Η ΚΡΙΣΗ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΣΣΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΤΟΜΕΑ

Κενό γράμμα αποδείχτηκε η περίφημη ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών

 

Η κατάρρευση της Γουόλ Στριτ τη Δευτέρα δεν ήταν μόνο ένα μήνυμα στην αμερικανική κοινωνία για την τύχη που θα έχουν οι συντάξεις και οι τοποθετήσεις τους αν δεν ψηφιστεί το Σχέδιο Πόλσον. Ταυτόχρονα εξέφραζε και τις τεράστιες δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει στο εξής η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που αφορά την πραγματική οικονομία, σε περίπτωση που δεν εφαρμοστεί το Σχέδιο Πόλσον και το οποίο προβλέπει την εξαγορά από το αμερικανικό δημόσιο των ομολόγων που σχετίζονται με τα κτηματικά δάνεια της συμφοράς που χορηγούσαν, ακόμη και στο 100% της αξίας των ακινήτων, οι τράπεζες χωρίς την παραμικρή εγγύηση. Επιστρέφοντας στο σημείο μηδέν της τρέχουσας κρίσης οι δυσκολίες αναπαραγωγής αφορούν την κάθε άλλο παρά ασυνήθιστη φάση του οικονομικού κύκλου κάθε καπιταλιστικής οικονομίας όπου η σημαντική – κι εν προκειμένω θεαματική – αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης οδήγησε σε άνοδο τη ζήτηση πιστώσεων και στη συνέχεια τα επιτόκια κι αυτά με τη σειρά τους οδήγησαν σε συρρίκνωση το ποσοστό κέρδους. Ανατροπή βάθους που στους πιο απόμακρους παρατηρητές γίνεται ορατή από το πιο εύκολα ορατό γνώρισμά της: τις ανατροπές στα επιτόκια και το κόστος χρήματος.

Οι δυσκολίες αφορούν την άνοδο του κόστους του χρήματος. Δημιουργούνται δε από τη στιγμή που οι τράπεζες καχύποπτες για την ποιότητα των εγγυήσεων (λόγω της ύπαρξης των «τοξικών ομολόγων») που παρέχονται στην διατραπεζική αγορά χρήματος αρνούνται να προσφέρουν για δανεισμό τα διαθέσιμά τους ή, από την άλλη, αδυνατούν να σηκώσουν το βάρος του δανεισμού λόγω των πολύ υψηλών επιτοκίων που διαμορφώνονται στη διατραπεζική.

Το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί διαβρώνοντας τα σαθρά θεμέλια της πραγματικής οικονομίας το περιγράφει παραστατικά ο τελευταίος βρετανικός Εκόνομιστ: «Τον περισσότερο καιρό κανείς δεν αναφέρεται στην πίστωση που ρέει στους πνεύμονες της οικονομίας, περισσότερο απ’ ότι οι άνθρωποι αναφέρονται στον αέρα που αναπνέουν. Όλοι όμως ξέρουν πότε σταματάει η πίστωση να κυκλοφορεί ελεύθερα η πίστωση από τις αγορές στις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Για ένα χρόνο σχεδόν οι αγορές ανησυχούν για τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα των τραπεζών. Μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers τον προηγούμενο μήνα και μέσω της σύγχυσης για το ποιον θα σώσει το κράτος και με τι όρους πανικοβλήθηκαν. Οι αγορές για αξιόγραφα 3, 6 και 12 μηνών είναι κλειστές, έτσι οι τράπεζες πρέπει να δανείζονται περισσότερο χρήμα σε καθημερινή βάση απ’ ότι συνήθως. Οι τράπεζες δανείζονταν η μία από την άλλη με 0,08 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τα επίσημα επιτόκια. Στις 30 Σεπτέμβρη πλήρωσαν περισσότερο από 4 ποσοστιαίες μονάδες επάνω. Σε μια δημοπρασία για να προμηθευτούν δολάρια σε ημερήσια βάση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι τράπεζες ήταν έτοιμες να πληρώσουν επιτόκιο 11%, πέντε φορές υψηλότερο από τα επίπεδα που ήταν πριν την κρίση».

Ο καθοριστικός δε και αναντικατάστατος χαρακτήρας που έχουν αυτά τα κεφάλαια για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας εμφανίζεται αν δούμε την έκταση της πίστης. Στις ΗΠΑ, το συνολικό χρέος της κοινωνίας (νοικοκυριών, επιχειρήσεων και δημοσίου) που από το 1940 μέχρι το 1980 κυμαινόταν περίπου στο 150% του ΑΕΠ, τα τελευταία 30 σχεδόν χρόνια αυξάνεται σταθερά κι έχει φθάσει να ξεπερνάει ακόμη και το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν κατά την κρίση του ’30 (300% του ΑΕΠ) αγγίζοντας πλέον το 350%! Το χρέος των νοικοκυριών ειδικότερα, που έχει ξεχωριστή σημασία μια και προδιαγράφει την πορεία της καταναλωτικής ζήτησης, άρα των παραγγελιών και της παραγωγής, αυξήθηκε από 50% του ΑΕΠ το 1980 σε 100% το 2006. Δεν υπάρχει αμφιβολία συνεπώς ότι και η πιο μικρή διαταραχή στην εξέλιξη αυτού του μεγέθους θα ρίξει λάδι στη φωτιά της κρίσης.

Μια άλλη πλευρά της ανεπάρκειας κεφαλαίων (που αφορά αποκλειστικά τις επιχειρήσεις, τουλάχιστον αρχικά) αποκαλύπτει η απότομη συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς επιχειρηματικών ομολόγων καθώς από 337 δισ. δολ. που ήταν οι νέες εκδόσεις το δεύτερο τρίμηνο του 2007, το αντίστοιχο διάστημα φέτος έφθασαν μόλις τα 77 δισ.! Ως αποτέλεσμα των παραπάνω η πίστη δεν μπορεί να παίξει το ρόλο που έπαιζε μέχρι πρόσφατα διευκολύνοντας την παραγωγή. Στο εξής θα το κάνει πιο δύσκολα και με χειρότερους όρους.

Γνωρίζοντας οι κυβερνήσεις την κρισιμότητα που έχει η στήριξη των πιστώσεων μετέτρεψαν τις κεντρικές τράπεζες τον τελευταίο αυτό χρόνο από δανειστές έσχατης ανάγκης σε δανειστές πρώτης ανάγκης. Με την μια ένεση ρευστού να διαδέχεται την άλλη, χωρίς  καμία όμως να έχει τα ευεργετικά αποτελέσματα που είχε η ένεση αδρεναλίνης που δέχτηκε στην καρδιά της η Ούμα Θέρμαν στο Pulp Fiction ξυπνώντας από το κώμα, οι κεντρικές τράπεζες εγκατέλειψαν οριστικά την περίφημη ανεξαρτησία τους. Για να αποτραπεί ένα θανατηφόρο πάγωμα των πιστώσεων και να εκτονωθούν οι ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια μόνο η αμερικανική κεντρική Τράπεζα έχει ρίξει στη διατραπεζική τους τελευταίους 13 μήνες περισσότερα από 1,1 τρισ. δολάρια! Τεράστια ποσά έχει ρίξει επίσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Στο πλαίσιο όμως της Συνθήκης του Μάαστριχτ, σε ότι αφορά την Ευρώπη, θεσπίστηκε με τους πιο αυστηρούς όρους η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών με απώτερο στόχο την στροφή των κυβερνήσεων στις αγορές κεφαλαίων για να χρηματοδοτούν τις ανάγκες τους (ταΐζοντας έτσι με τα λεφτά των φορολογουμένων τους κερδοσκόπους) και άμεσο στόχο να θωρακιστούν οι κυβερνήσεις απέναντι στις λαϊκές πιέσεις για αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Έτσι οδηγήθηκε στο σκραπ το μηχάνημα που έκοβε λεφτά χωρίς να δίνει λογαριασμό. Τώρα όμως ξαναβγήκε! Οι κεντρικές τράπεζες –άτεγκτες όταν πρέπει να επιβάλλουν τη δημοσιονομική πειθαρχία– γίνονται το Πρώτων Βοηθειών του παρασιτισμού και της κερδοσκοπίας δημιουργώντας επιπλέον κόστη τα οποία για μια ακόμη φορά καταλήγουν στους εργαζόμενους. Η ανεξαρτησία τους έτσι αποδεικνύεται μονοσήμαντη, στο βαθμό που αφορά μόνο τις λαϊκές ανάγκες κι όχι τις ανάγκες αναπαραγωγής του καπιταλισμού, αλλά και κίβδηλη στο βαθμό που η ανεξαρτησία από τις λαϊκές ανάγκες αποδείχθηκε προϋπόθεση για να προσφέρουν όλη τη γκάμα των υπηρεσιών τους στα λαμόγια την κρίσιμη ώρα.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΑΣ

Ορατός ο κίνδυνος της χρόνιας ύφεσης

ΝΕΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΣΟΝ

 

Εφαρμόζοντας η αμερικανική κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη των Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων, τα δύο μέτρα που προαναφέραμε (απεριόριστο δημόσιο χρήμα για την απορρόφηση των «τοξικών ομολόγων» και την διευκόλυνση εξαγοράς των χρεοκοπημένων τραπεζών από άλλες ιδιωτικές ώστε να αποτραπεί το ντόμινο μαζί με την παροχή ρευστότητας στη διατραπεζική μέσω της Κεντρικής Τράπεζας) μία εξέλιξη ήθελε να αποφύγει: Να επαναληφθεί το παράδειγμα της Ιαπωνίας και την κατάρρευση της κτηματικής αγοράς να μην ακολουθήσει μία χαμένη δεκαετία, όπως ακριβώς συνέβη στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. «Το μάθημα από την Ιαπωνία είναι εξαιρετικά σαφές», έγραφε στην Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν προχτές, Παρασκευή, ο ανταποκριτής τους στο Τόκιο τη δεκαετία του ’90. «Κρατήστε τη μύτη σας και υποστηρίξτε το χρηματοδοτικό πακέτο, για να καθαρίσει έτσι το ενεργητικό των τραπεζών».

Η θεωρητική βάση του (θανατηφόρου για τους εργαζόμενους) γιατρικού του Πόλσον, «διευκολύνετε την πίστωση για να αποτραπεί η κρίση» συναντάται στην πιο καθαρή μορφή του μέσα από τα συμπεράσματα που εξάγουν οι Φρίντμαν – Σβαρτζ στο θεμελιώδες έργο τους, Νομισματική Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών: 1867-1960. Για τον αρχιερέα του νεοφιλελευθερισμού αν η αμερικανική κεντρική τράπεζα δεν περίμενε τον Απρίλη του 1932 να παρέμβει στηρίζοντας τη ρευστότητα (κι αφού πρώτα είχαν χρεοκοπήσει αβοήθητες 1.860 τράπεζες) κανένας σήμερα δεν θα συνέδεε εκείνη τη χρονιά με την πιο οδυνηρή κρίση του καπιταλισμού.

Στην πραγματικότητα, η αστική οικονομική επιστήμη βλέπει τον τρόπο παραγωγής με τα ίδια παραμορφωτικά γυαλιά που φοράει και ο καπιταλιστής χάνοντας και οι δυο από το οπτικό τους πεδίο την παραγωγή. Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο (Τρίτος τόμος, Κεφ. 27) κατ’ αρχήν επεσήμανε τον διπλό χαρακτήρα που έχει στον καπιταλισμό η πίστη η οποία είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να ενώνει την πράξη της αγοράς με την πώληση – καθήκον «ιερό» αν σκεφτούμε την απόσταση που χωρίζει αυτές τις δύο πράξεις, αποτελώντας τη βαθύτερη αιτία της κρίσης. «Το πιστωτικό σύστημα επιταχύνει την υλική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς, που, σαν υλικές βάσεις της νέας μορφής παραγωγής, η δημιουργία τους αποτελεί το ιστορικό καθήκον του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Ταυτόχρονα, η πίστη επιταχύνει τα βίαια ξεσπάσματα αυτής της αντίφασης, τις κρίσεις και έτσι δυναμώνει τα στοιχεία της διάλυσης του παλιού τρόπου παραγωγής». Από την άλλη, δεν παρέλειπε να τονίζει ότι «από πρώτη ματιά, όλη η κρίση παρουσιάζεται σαν πιστωτική κρίση και χρηματική κρίση». Όπως συμβαίνει και τώρα που αιτία του κακού αναγορεύεται η κερδοσκοπική απληστία των επενδυτικών τραπεζών και στην καλύτερη περίπτωση τα 10 εκ. κτηματικά δάνεια-φωτιά, από τα 15 που δόθηκαν συνολικά την τετραετία 2004 – 2007, και το βάρος όλων των άμεσων παρεμβάσεων στρέφεται στην αντιμετώπιση της πιστωτικής κρίσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πιθανότερο είναι πως το Σχέδιο Πόλσον παρά το τεράστιο ύψος του (κι αφήνοντας εκτός εξέτασης τις παράπλευρες απώλειες που θα επιφέρει στην ισοτιμία του δολαρίου και την θέση των ΗΠΑ) θα αποδειχτεί πολύ σύντομα μικρό. Τότε οι Αμερικάνοι φορολογούμενοι, αφού ηττήθηκαν στην πρώτη αναμέτρηση, θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν ένα νέο σχέδιο διάσωσης των κλυδωνιζόμενων αμερικανικών επιχειρήσεων και μιας νέας φούσκας που μπορεί να έχει στο επίκεντρο πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κλπ. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους Ευρωπαίους, καθώς όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ομονοούν για την ανάγκη κρατικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων που απειλούνται.

Αρέσει σε %d bloggers: