Ομολογία ήττας οι συνομιλίες στο Αφγανιστάν (Διπλωματία, 1ος/2010)

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΠΡΟΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ 

Στη χειρότερη θέση της πολιτικής του καριέρας πρέπει να βρέθηκε ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκς Ρασμούσεν, την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010, όταν από την Κωνσταντινούπολη διαβεβαίωνε ότι το ΝΑΤΟ δεν προτίθεται να δωροδοκήσει τους Ταλιμπάν για να εγκαταλείψουν το αντάρτικο και να ενταχθούν στην αφγανική κυβέρνηση.

Γιατί, η πραγματικότητα είναι πως η μοναδική ουσιαστικά απόφαση της διεθνούς συνόδου για το Αφγανιστάν που οργανώθηκε στις 28 Ιανουαρίου στην βρετανική πρωτεύουσα αφορούσε την οργανωμένη και επίσημη πλέον προσπάθεια προσεταιρισμού, καλύτερα εξαγοράς των μετριοπαθών Ταλιμπάν. Κι επειδή …δει δη χρημάτων κι άνευ τούτων ουδέν, η ίδια αυτή διάσκεψη ολοκλήρωσε τις εργασίες με την συγκέντρωση ενός σεβαστού ποσού, της τάξης των 140 εκ. δολ. που συγκεντρώθηκε από τους εκπροσώπους των 50 παριστάμενων κυβερνήσεων, με το οποίο θα επιχειρηθεί η ενσωμάτωση των Ταλιμπάν.

Άλλωστε η προσπάθεια δημιουργίας ρηγμάτων στις τάξεις των Ταλιμπάν, που από 400 που εκτιμούνταν το 2004 έχουν ξεπεράσει σύμφωνα με ΝΑΤΟϊκές πηγές τους 30.000, δεν είναι καινούργια. Όλο το προηγούμενο διάστημα, στο παρασκήνιο φυσικά και χωρίς να δοθεί η ανάλογη δημοσιότητα, πραγματοποιήθηκαν ουκ ολίγες επαφές μεταξύ των Ταλιμπάν και της αφγανικής κυβέρνησης ή των Δυτικών.

Η σημαντικότερη εξ αυτών πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2008 στη Σαουδική Αραβία. Το βασίλειο των Σαούντ, που επιφορτίστηκε και με επιπλέον διαμεσολαβητικά καθήκοντα από τη διάσκεψη του Λονδίνου, δεν επιλέγηκε τυχαία. Οι Ταλιμπάν το εμπιστεύονται περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση καθώς η Σ. Αραβία με το Πακιστάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι μοναδικές χώρες που αναγνώρισαν το καθεστώς τους στο Αφγανιστάν που κυβέρνησε από το 1996 μέχρι το 2001, όταν ανατράπηκε από την αμερικανο-νατοϊκή επέμβαση. Οι επαφές όμως που έγιναν  σημαδεύτηκαν από μια σειρά διαφωνίες γύρω από κρίσιμα θέματα που εξακολουθούν να απαντιούνται διαφορετικά από την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, τις ΗΠΑ και τους Ταλιμπάν. Κατά πρώτον αφορούν το χρόνο έναρξης των συνομιλιών καθώς οι ΗΠΑ επιλέγουν να έχει ξεκινήσει η αντεπίθεση που ετοιμάζουν για την άνοιξη και οι Ταλιμπάν να βρίσκονται σε θέση άμυνας, χωρίς ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη. Η κυβέρνηση του Καρζαΐ αντίθετα θέλει να ξεκινήσουν …χτες. Οι διαφωνίες επίσης αφορούν στα πρόσωπα που θα συμμετέχουν στον διάλογο. Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ επιμένουν στους μετριοπαθείς Ταλιμπάν εξαιρώντας τον σκληρό πυρήνα. Ο Καρζαΐ αντίθετα θέλει και τον ίδιο τον μουλά Ομάρ και γι αυτό το λόγο δεν αποκλείεται, σύμφωνα με την Wall Street Journal στις 3 Φεβρουαρίου, να ζητηθεί από τον ΟΗΕ να διαμεσολαβήσει ώστε να βγει το όνομά του από την μαύρη λίστα των τρομοκρατών! Η πίεση για τη συμμετοχή των πλέον υψηλόβαθμων Ταλιμπάν στις συνομιλίες γίνεται ασφυκτικότερη λόγω και της αμφισβήτησης της εξουσίας που διαθέτουν αυτοί που ήδη συμμετείχαν στις επαφές του Αυγούστους του 2008. Αν θέλουν να είναι δεσμευτικοί και τελεσίδικοι οι όροι των συμφωνιών δεν υπάρχει άλλη λύση από την εμπλοκή στις συνομιλίες των πρωτοκλασάτων στελεχών των Τλαιμπάν όπως ο μουλάς Ομάρ.

Επαφές με τους Ταλιμπάν ωστόσο έχουν γίνει και σε ανώτερα επίπεδα, που αντανακλούν πιο ευθύγραμμα και χωρίς στρεβλώσεις τη βούληση της Δύσης. Όπως αποκάλυπταν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου, σε ρεπορτάζ  από τη διάσκεψη του Λονδίνου «εξέχοντα πρόσωπα της ηγεσίας των Ταλιμπάν συναντήθηκαν μυστικά με τον αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών για το Αφγανιστάν για να συζητήσουν τη δυνατότητα να καταθέσουν τα όπλα τους». Η συνάντηση που έγινε στο Ντουμπάι στις 8 Ιανουαρίου ήταν τόσο… προωθημένη ώστε συζητήθηκε ακόμη κι ο τόπος των μελλοντικών επαφών με τους Ταλιμπάν να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν οι συναντήσεις να διεξαχθούν σε κάποια στρατιωτική βάση, αλά αντίθετα επιθυμούν να γίνονται δημόσια.

Οι Ταλιμπάν τέλος, αν και διαψεύδουν όλα τα σχετικά δημοσιεύματα με την επισήμανση πως καμιά διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει με την παρουσία των ξένων εισβολέων στο έδαφος του Αφγανιστάν – θέτοντας ως όρο την αποχώρησή τους, με άλλα λόγια – δεν πείθουν ότι αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης.

Η τακτική των αμερικανο-νατοϊκών όσο κι αν ενδύεται τα άμφια της εθνικής συμφιλίωσης δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι προϊόν ανάγκης, σημάδι της αυξανόμενης αδυναμίας τους να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο πεδίο των μαχών – όπου η υπεροχή των δυνάμεων κατοχής θα έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη… Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει μπει στον δέκατο χρόνο, χωρίς προοπτική νίκης, οι απώλειες των Αμερικανών είναι θέμα ημερών να φτάσουν τις 1.000 και το βάρος συντήρησης του μετώπου στα δημόσια οικονομικά, στο φόντο της κρίσης, γίνεται πλέον δυσβάσταχτο όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Αυτή, την αυξανόμενη πίεση εξέφρασε κι η βαθιά αντιφατική απόφαση του Ομπάμα να ανακοινώσει την αποστολή επιπλέον 30.000 στρατιωτών, που προδικάζει ένταση των μαχών, μαζί με την ημερομηνία έναρξης αποχώρησης τον Ιούλιο του 2011, που εκ των πραγμάτων δημιουργεί κλίμα χαλάρωσης στις τάξεις του στρατού. Στις τάξεις δε των Ταλιμπάν κλίμα νίκης, καθώς είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ως καρπό των προσπαθειών τους την εγκατάλειψη από τη Δύση του στόχου εξουδετέρωσής τους. Έτσι, γεννιέται το ερώτημα γιατί οι Ταλιμπάν να συμφωνήσουν στην παράδοση των όπλων τους όταν ξέρουν πως ο χρόνος κυλάει με το μέρος τους;

Αιματοχυσία χωρίς τέλος στο Αφγανιστάν (Μετροπόλιταν, 25/7/2009)

Στο πιο κρίσιμο σημείο της βρίσκεται η αμερικανική κατοχή του Αφγανιστάν λίγο πριν συμπληρωθούν οκτώ χρόνια από τον Οκτώβρη του 2001 όταν εισέβαλλαν οι Αμερικάνοι για να ανατρέψουν το καθεστώς των Ταλιμπάν. Έκτοτε οι Αμερικανοί εξακολουθούν να έχουν τον έλεγχο της κατάστασης μόνο σε ορισμένες νησίδες κι εκεί με το φως της ημέρας, οι σχέσεις της Ουάσινγκτον με την κυβέρνηση της Καμπούλ είναι πλέον ανοιχτά εχθρικές, ενώ κι η προθυμία του Λονδίνου ότι θα συνεχίσει και στο μέλλον να στηρίζει την εκστρατεία με τον ίδιο ζήλο που το έκανε και στο παρελθόν δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. 

Σοκ δημιουργήθηκε στην Αγγλία από την είδηση του θανάτου 15 βρετανών στρατιωτών μέσα σε μόλις 10 μέρες που είχε ως αποτέλεσμα ο αριθμός των βρετανικών απωλειών στο Ιράκ να φθάσει τους 184, όταν στο Ιράκ οι απώλειες δεν ξεπέρασαν τις 179. Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών (μόνο στα Φώκλαντς το 1982 ο βρετανικός στρατός υπέστη περισσότερες απώλειες κατά τις τελευταίες δεκαετίες) οδήγησε σε νέα ύψη την αντίθεση των Άγγλων για έναν πόλεμο που διεξάγεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά τους και δεν εξυπηρετεί κανένα ζωτικό συμφέρον δικό τους ή της πατρίδας τους. Αντίθετα με τους Άγγλους και τα πηχυαία πρωτοσέλιδα των ταμπλόιντ που απηχούσαν μια εχθρική στάση απέναντι στον πόλεμο, από τα κοινοβουλευτικά κόμματα μόνο οι Ελεύθεροι Δημοκράτες, δια του ηγέτη τους Νικ Κλεγκ, έθεσαν – στη Βουλή των Κοινοτήτων μάλιστα – θέμα αποχώρησης του βρετανικού στρατού στην περίπτωση όμως εκείνη που η κυβέρνηση το Γκόρντον Μπράουν δεν αποφασίσει να χρηματοδοτήσει γενναία την αποστολή στο Αφγανιστάν. Ήδη μέχρι στιγμής η Αγγλία, που πρόσφατα είδε τη διεθνή πιστοληπτική θέση της να υποβαθμίζεται λόγω του μεγάλου δημοσιονομικού ελλείμματος, χρηματοδοτεί τον πόλεμο στο Αφγανιστάν με 3 δις. λίρες ετησίως! Ποσό που απ’ ότι φαίνεται κρίνεται ανεπαρκές αν δούμε ότι η κριτική των Εργατικών και των Συντηρητικών επικεντρώνεται στην απροθυμία της Ντάουνιγκ Στριτ να χρηματοδοτήσει αφειδώλευτα τον πόλεμο…

Στην Ουάσινγκτον  η ανοιχτή δυσφορία που εκφράζεται από τη μεριά της Αγγλίας για τη σκοπιμότητα της συνεχιζόμενης παρουσίας της στην πρώτη χώρα που υπέστη τη βαρβαρότητα της αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας προκαλεί πονοκεφάλους. Κατ’ αρχήν γιατί η βρετανική αποστολή με 9.000 στρατιώτες είναι η δεύτερη μεγαλύτερη μετά την αμερικανική. Κατά δεύτερον επειδή ήδη ο Καναδάς που αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη δύναμη με 2.800 στρατιώτες έχει ανακοινώσει την αποχώρησή του μέχρι το τέλος του 2011. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την απόφαση έπαιξαν οι απώλειες του Καναδά που μέχρις στιγμής ανέρχονται σε 124. Είναι ορατός επομένως ο κίνδυνος από τους 90.000 στρατιώτες από τις 41 χώρες που τυπικά αποτελούν τον στρατό κατοχής σήμερα στο Αφγανιστάν όσο περνάει ο καιρός όλοι σχεδόν να προέρχονται από τις ΗΠΑ.

Το σημαντικότερο όμως για τους Αμερικάνους είναι ότι χάνουν ακόμη κι αυτά τα λίγα ερείσματα που διέθεταν στο εσωτερικό της κατακτημένης χώρας, όπως φαίνεται κι από την έχθρα που έχει δημιουργηθεί μεταξύ του προέδρου του Αφγανιστάν, Χαμίντ Καρζαΐ, και της Ουάσινγκτον. Ο Καρζαΐ που τοποθετήθηκε από τους Αμερικανούς λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή τους αποτελούσε έως πρόσφατα ανδρείκελό τους. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 συγκεκριμένα, όταν για πρώτη φορά όρθωσε το ανάστημά του και συγκρούστηκε με την Ουάσινγκτον επ’ αφορμή τους μαζικούς βομβαρδισμούς τους σε πολυσύχναστα σημεία – ακόμη και σε γαμήλια γλέντια, που είχαν ως απώτερο στόχο να τιμωρήσουν τους Αφγανούς για την κάλυψη και την τροφοδοσία που προσέφεραν στους Ταλιμπάν. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, που υποτιμούν σημαντικά τις απώλειες μεταξύ αμάχων, μόνο τον προηγούμενο χρόνο οι νεκροί Αφγανοί έφθασαν τους 828 από τους οποίους οι 525 σκοτώθηκαν από αεροπορικές επιθέσεις.

«Σε μια τηλεφωνική συνομιλία με την Καμπούλ στις 17 Σεπτέμβρη του 2008 η τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις – η πιο ισχυρή γυναίκα στον κόσμο εκείνη την εποχή – εκτόξευσε ψυχρά μια απειλή προς τον Καρζαΐ», ανέφερε ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel στις 18 Φεβρουαρίου 2009. «“Αν συνεχίσεις να επικρίνεις την Αμερική, δεν θα συνεργαζόμαστε πλέον μαζί σου”. Η απάντηση του Καρζαΐ ήταν υπερήφανη και προκλητική: “Δεν θα είμαι σιωπηρός και δεν θα σταματήσω να προασπίζω τα συμφέροντα του λαού μου και των παιδιών μου”. Ο Καρζαΐ δέχτηκε το δυσάρεστο τηλεφώνημα επειδή είχε για μια ακόμη φορά κατηγορήσει τα αμερικανικά στρατεύματα για αδιαφορία απέναντι στους αφγανούς πολίτες. Αυτή τη φορά αναφερόταν σε μια βομβιστική επίθεση στη βορειοδυτική πόλη του Αζαζιμπάντ. Κατά τους Αφγανούς είχαν σκοτωθεί 90 άμαχοι, οι Αμερικανοί επέμεναν πως ήταν 7». Το γερμανικό περιοδικό ολοκληρώνει το ρεπορτάζ του, που απηχεί την εκδοχή της Καμπούλ, συμπεραίνοντας πως εκείνη η τηλεφωνική συνομιλία «αποτέλεσε σημείο τομής στη σχέση μεταξύ της προστάτιδας δύναμης και του προστατευόμενού της».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ερμηνευθούν ορισμένες ασυνήθιστες κινήσεις στην πολιτική ζωή του Αφγανιστάν εν όψει των εκλογών που θα διεξαχθούν στις 20 Αυγούστου, όπως ήταν για παράδειγμα η παρουσία του ίδιου του αμερικανού πρέσβη στην Καμπούλ στις συνεντεύξεις Τύπου που παραχώρησαν οι δύο βασικότεροι αντίπαλοι του Καρζαΐ, Γκανί και Αμπντάλα, που συγκεντρώνοντας μόνο το 7% και 2% των προτιμήσεων στις σφυγμομετρήσεις που έχουν γίνει ως τώρα υπολείπονται σημαντικά του  Καρζαΐ που είναι το φαβορί των εκλογών και με βάση τις δημοσκοπήσεις αναμένεται να κερδίσει το 31% των ψήφων.

Στο πλαίσιο της σύγκρουσης Καρζαΐ – Ουάσινγκτον εντάσσεται κι η πρόσφατη πρωτοβουλία του Μπαράκ Ομπάμα να διερευνηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες δολοφονήθηκαν πολλές εκατοντάδες, ακόμη και 1.500 σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, Ταλιμπάν τον Νοέμβριο του 2001 από τον οπλαρχηγό της Βόρειας Συμμαχίας, στρατηγό Αμπντούλ Ρασίντ Ντοστούμ. Όλοι αυτοί οι Ταλιμπάν είχαν παραδοθεί στην αμερικανοστήριχτη Βόρεια Συμμαχία για να βρουν φρικτό θάνατο μέσα σε σφραγισμένα κοντέινερ μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που είχαν αφεθεί επί μέρες στον καυτό ήλιο. Συγκλονίζουν οι περιγραφές που έχουν δε το φως της δημοσιότητας για εξαντλημένους Αφγανούς που επί μέρες ξεδιψούσε ο ένας από τον ιδρώτα του άλλου. Η κίνηση του Λευκού Οίκου ωστόσο δεν σκοπεύει τόσο να ρίξει φως στα άδυτα της οκταετίας Μπους και στις σχέσεις που διατηρούσε η CIA με αιμοσταγείς δολοφόνους, τους οποίους χρηματοδότησε αδρά για να μεταλαμπαδεύσει στο Αφγανιστάν την ελευθερία και τη δημοκρατία. Αν επεδίωκε κάτι τέτοιο ο αμερικανός πρόεδρος θα έδινε τον Μάιο που μας πέρασε το πράσινο φως για να δημοσιευθούν φωτογραφίες από κακομεταχείριση κρατουμένων στο Αφγανιστάν. Απώτερος στόχος του Μπαράκ Ομπάμα στην πραγματικότητα είναι να αδυνατίσει την ευκαιριακή συμμαχία που έχει συγκροτήσει ο Καρζαΐ εν όψει των εκλογών και στην οποία συμπεριλαμβάνεται κι ο Ντοστούμ που μόλις τον Μάιο ανέλαβε υπουργός Άμυνας του Καρζαΐ!

Η διαφοροποίηση και η απώλεια του Καρζαΐ αποτελεί σύμπτωμα της ήττας των Αμερικάνων στο Αφγανιστάν, που κινδυνεύει να μετατραπεί σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό Newsweek στο «Βιετνάμ του Ομπάμα». Από μόνη της δεν σηματοδοτεί τίποτε περισσότερο, δεδομένου ότι το αύριο του Αφγανιστάν θα κριθεί στα απροσπέλαστα βουνά που αποτελούν θέατρα του πολέμου κι όχι στις πολιτικές ίντριγκες. Κι εδώ όμως οι ΗΠΑ, που έχουν χάσει 732 στρατιώτες όλη αυτή την περίοδο, μετρούν μόνο ζημιές. Από τον Μάρτιο, που ο Ομπάμα δήλωσε χωρίς περιστροφές στους δημοσιογράφους των New York Times ότι «δεν κερδίζουμε τον πόλεμο», μέχρι την προηγούμενη Κυριακή που οι Ταλιμπάν έπιασαν για πρώτη φορά αιχμάλωτο έναν 23χρονο αμερικανό πεζοναύτη, καμία πραγματική πρόοδος δεν έχει συντελεστεί στο Αφγανιστάν. Κι αυτό παρά τον διπλασιασμό των αμερικανικών δυνάμεων που από 38.000 αναμένεται μέχρι το τέλος του έτους να φθάσουν τις 68.000, την αντικατάσταση του ανώτατου διοικητή με στρατηγό που προέρχεται από τις ειδικές δυνάμεις, την κινηματογραφικών διαστάσεων επιχείρηση κατάληψης και εδραίωσής τους στην επαρχία Χελμάντ του νότου και μια νέα στρατηγική που είναι σε εξέλιξη δίνοντας σε πολλούς, όπως για παράδειγμα στο τελευταίο περιοδικό Time, την αφορμή να κάνουν λόγο για έναν «δεύτερο πόλεμο» της Αμερικής στο Αφγανιστάν.

Να θυμίσουμε πάντως ότι οι Άγγλοι επί βρετανικής αυτοκρατορίας έκαναν τρεις πολέμους στο Αφγανιστάν, χωρίς κανένα αποτέλεσμα…

Σε καμπή το Αφγανιστάν (Διπλωματία, Απρίλιος 2009)

ΝΕΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ

ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΦΕΡΝΕΙ Η ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΗΤΤΑ 

Έτος σταθμός θα είναι το 2009 για τις κατοχικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν καθώς αυτή τη στιγμή, οκτώ χρόνια μετά την εισβολή, τα αποτελέσματα κρίνονται απογοητευτικά. Η επέκταση δε του πολέμου στο Πακιστάν το μόνο που έχει καταφέρει είναι να εξάγει την αστάθεια οδηγώντας και τη γειτονική χώρα στο χείλος της αβύσσου.

Απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα ή αποδοχή ήττας, αποτέλεσε η μονολεκτική αρνητική απάντηση που έδωσε ο νέος αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, στους συντάκτες των New York Times, όταν τον ρώτησαν κατά πόσο οι ΗΠΑ κερδίζουν αυτή τη στιγμή τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Το νέο ωστόσο που κόμιζε η απάντησή του δεν ήταν μια πραγματικότητα που έχει γίνει αντιληπτή εδώ και καιρό ακόμη και στους μη ειδήμονες. Αλλά η απόφαση των ΗΠΑ να έρθουν αντιμέτωπες με αυτή την πραγματικότητα και να προσπαθήσουν φυσικά να την ανατρέψουν – καθήκον που έχει τεράστια πολιτική σημασία ακόμη και για το πολιτικό μέλλον του νέου αμερικανού προέδρου, από τη στιγμή που αναγόρευσε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν σε «δικό του πόλεμο» και στο κατ’ εξοχήν μέτωπο κατά της τρομοκρατίας. Υπό αυτό το πρίσμα το 2009 ενδέχεται να αποβεί έτος σταθμός για το Αφγανιστάν και τα σχέδια των κατοχικών δυνάμεων.

Αξίζει αρχικά να δούμε πως βεβαιώνεται μέχρι στιγμής η ήττα των ΗΠΑ. «Οι Ταλιμπάν ήδη ελέγχουν το νότο, τα ανατολικά και τα δυτικά της χώρας, αλλά τώρα έχουν αποκτήσει βάση για μια ακόμη φορά στο κεντρικό Αφγανιστάν και τις επαρχίες Βαρντάκ, Λογκάρ και Πακτία, νότια και δυτικά της Καμπούλ, όχι μακριά από την Καμπούλ», περιέγραφε ο ανταποκριτής του γερμανικού περιοδικού Spiegel στα μέσα του Μαρτίου από το Αφγανιστάν. Με βάση στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες από τις 34 επαρχίες του Αφγανιστάν, οι 26 κρίνονται επισήμως μη ασφαλείς. Χαρακτηριστικά επίσης είναι και τα στοιχεία από την αύξηση των βομβιστικών επιθέσεων. Από 1.931 επεισόδια που καταγράφηκαν το 2006, το 2007 έφθασαν τα 2.615 και το 2008 τα 3.295.

Σε αυτό το πλαίσιο η αναθεώρηση της αμερικανικής τακτικής κρίθηκε επιβεβλημένη. Συνίσταται δε στα ακόλουθα έξι μέτρα:

Πρώτον, αναθεώρηση των φιλόδοξων και θολών (μη μετρήσιμων) στόχων που είχαν τεθεί από τον Τζορτζ Μπους οι οποίοι επέτρεπαν μεν να παρατείνεται στο διηνεκές η παραμονή του αμερικανικού στρατού στο Αφγανιστάν, καθιστούσαν όμως κι ανέφικτη τη δυνατότητα εξόδου καθώς την έκαναν να ισοδυναμεί με ταπείνωση. Στη θέση λοιπόν των στόχων του Μπους για ένα «ελεύθερο και ειρηνικό Αφγανιστάν» όπου «οι μεταρρυθμίσεις κι η δημοκρατία» θα λειτουργούν ως «εναλλακτικές δυνατότητες στον φανατισμό, την μνησικακία και τον τρόμο» (όπως μας τους θύμισε η Wall Street Journal στις 31 Μαρτίου 2009), ο Ομπάμα έθεσε «έναν σαφή και επικεντρωμένο στόχο: να εξαλείψει, να καταστρέψει και να νικήσει την Αλ Κάιντα στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν και να τις αποτρέψει από το να επιστρέψουν σε οποιαδήποτε από τις δύο χώρες στο μέλλον».

Ο δεύτερος στόχος περιλαμβάνει την σημαντική αύξηση του αριθμού των αμερικανών στρατιωτών. Επιχειρώντας να επαναλάβουν το παράδειγμα του Ιράκ όπου στην ήττα της αντίστασης συνέβαλε καθοριστικά η αύξηση του αριθμού των αμερικανών στρατιωτών, μέσα στους επόμενους μήνες αναμένεται να προστεθούν στους 35.000 Αμερικανούς (από τους 52.000 στρατιώτες που υπηρετούν στο πλαίσιο της ΝΑΤΟϊκής αποστολής) 17.000 επιπλέον. Στέλνοντάς τους μάλιστα στα νότια και ανατολικά όπου κυριαρχούν οι Ταλιμπάν, αναμένεται απότομη αύξηση των απωλειών που το 2008 έφθασαν τους 155 και τους πρώτους δύο μήνες του τρέχοντος έτους τους 30 στρατιώτες.

Τρίτον, χωρίς να αμφισβητείται η προτεραιότητα και η πρωτοκαθεδρία της στρατιωτικής επιτυχίας, η αμερικανική πολιτική στο Αφγανιστάν εμπλουτίζεται με επιπλέον μέσα αστυνομικής και οικονομικής φύσης. Στο πλαίσιο μιας «συνολικής στρατηγικής» (comprehensive strategy) η οποία επίσημα υιοθετήθηκε στη διεθνή διάσκεψη που έγινε για το Αφγανιστάν στη Χάγη την τελευταία μέρα του Μαρτίου με τη συμμετοχή 73 χωρών, ανεπίσημα όμως είχε εξαγγελθεί εβδομάδες πριν, αναμένεται η αποστολή στο Αφγανιστάν 4.000 Αμερικανών που θα αναλάβουν την εκπαίδευση των αφγανών αστυνομικών. Στο ίδιο πλαίσιο κι όπως είχε αποκαλύψει η Washington Post ο Λευκός Οίκος θα αυξήσει τις χρηματοδοτήσεις προς την κεντροασιατική χώρα κατά 60%. 

Η ένταξη στο αμερικανικό οπλοστάσιο κι άλλων μέσων, πέραν των αμιγώς στρατιωτικών, που διασκεδάζουν τις εντυπώσεις για το βάρβαρο καθεστώς κατοχής, αποτέλεσε κίνηση ανάγκης για την Ουάσινγκτον από τη στιγμή που τα υπόλοιπα 25 μέλη του ΝΑΤΟ αρνήθηκαν – πλην εξαιρέσεων – να στείλουν επιπλέον στρατό, όπως μετ’ επιτάσεως ζητούσαν οι Αμερικάνοι. Καθόλου τυχαία έτσι δεν ήταν η θετική ανταπόκριση που βρήκε στην από δω μεριά του Ατλαντικού η νέα αμερικανική στρατηγική, όπως φάνηκε από τη δήλωση του γερμανού υπουργού Εξωτερικών, Φρανκ Βάλτερ Στάιμαγιερ, ο οποίος τόνισε ότι βρίσκεται «πολύ εγγύτερα προς την ευρωπαϊκή αντίληψη για την παρουσία μας στο Αφγανιστάν».

Το τέταρτο στοιχείο της νέας αμερικανικής στρατηγικής περιλαμβάνει την ανάμειξη κι άλλων χωρών της περιοχής στον πόλεμο εναντίον των Ταλιμπάν, όπως είναι η Ρωσία και πολύ περισσότερο το Ιράν. Το Αφγανιστάν έτσι ενδέχεται να αποτελέσει πειραματικό σωλήνα για την βελτίωση της σχέσης των ΗΠΑ με αυτές τις χώρες. Ο στόχος παρόλα αυτά της συνεργασίας για να αντιμετωπιστούν οι Ταλιμπάν δεν αποτελεί διπλωματική επινόηση. Αντίθετα με τις χονδροειδείς αναλύσεις που κυκλοφορούσαν την προηγούμενη οκταετία όταν Ταλιμπάν και Ιράν εμφανίζονταν να αποτελούν σχεδόν αρραγές μέτωπο έχοντας κοινό σημείο αναφοράς τον αντιαμερικανισμό, η πραγματικότητα είναι πως το καθεστώς του Ιράν και η κυβέρνηση του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ εχθρεύονται το ίδιο βαθιά με τις ΗΠΑ τους Ταλιμπάν. Προς επίρρωση η περιορισμένης έκτασης συνεργασία που αναπτύχθηκε μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης τους πρώτους μήνες της επέμβασης στο Αφγανιστάν. Η συμπερίληψη στη συνέχεια του Ιράν στον αλήστου μνήμης Άξονα του Κακού κατέστρεψε μονομιάς κάθε επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, ακόμη και για την αντιμετώπιση των Ταλιμπάν. Η έχθρα του Ιράν απέναντι τους έχει στη βάση της τόσο δογματικούς λόγους, όσο και πιο …πεζές αιτίες όπως είναι τα τελευταία χρόνια η πλημμυρίδα ναρκωτικών που διοχετεύουν στο Ιράν φύλαρχοι και Ταλιμπάν από το Αφγανιστάν, εκμεταλλευόμενοι την αχανή συνοριακή γραμμή μήκους 600 μιλίων αλλά κυρίως την ανομία που κυριαρχεί, με αποτέλεσμα ο εθισμός της ιρανικής νεολαίας να έχει εξελιχθεί σε πέμπτη φάλαγγα, σε μια ανεξέλεγκτη μάστιγα που υπονομεύει τη συνοχή της ιρανικής κοινωνίας. Οι Αμερικανοί από την άλλη προσβλέπουν στην ιρανική συνεργασία ώστε να πάψουν να είναι εγκλωβισμένοι στους πύρινους δρόμους των κακοτράχαλων βουνών του Πακιστάν για την τροφοδοσία του στρατού τους στο Αφγανιστάν. Άμεσα δηλαδή επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν το Ιράν για την τροφοδοσία της αποστολής στο Αφγανιστάν εγκαταλείποντας το πέρασμα του Κάιμπερ Πας στο Πακιστάν το οποίο ούτως ή άλλως μόνο μερικές ώρες την ημέρα καταφέρνουν να κρατούν ανοιχτό!

Οι Αμερικάνοι έκαναν γνωστή την πρόθεση τους να συνεργαστούν με το Ιράν για το Αφγανιστάν και στις 27 Μαρτίου όταν έστειλαν διπλωματικό τους εκπρόσωπο στη Μόσχα να παρακολουθήσει τη συνεδρίαση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης που στους κόλπους του περιλαμβάνει τη Ρωσία, την Κίνα και άλλα κράτη της Κεντρικής Ασίας και ιδρύθηκε το 2001, την επομένη της επέμβασης στο Αφγανιστάν, από τη Μόσχα και το Πεκίνο για να αντιμετωπιστεί η αμερικανική επέκταση στην Ασία. Τώρα λοιπόν όλοι μαζί συζήτησαν για την αντιμετώπιση του κινδύνου που εκπροσωπούν οι Ταλιμπάν, ενώ στην πρώτη σειρά της ατζέντας βρισκόταν η ανάγκη συνεργασίας Ιράν – ΗΠΑ. «Το Ιράν δέχεται έντονη πίεση από τους εξτρεμιστές και τη μαφία των ναρκωτικών του Αφγανιστάν. Το Ιράν χάνει εκατοντάδες άτομα σε μάχες στα σύνορα με αφγανούς λαθρέμπορους ηρωίνης», τόνιζε στη Wall Street Journal του σαββατοκύριακου 20-22 Μαρτίου ο πρέσβης της Μόσχας στο ΝΑΤΟ, Ντμίτρι Ρογκοζίν.

Διευρύνοντας οι ΗΠΑ τον αριθμό των κρατών με τα οποία συνεργάζονται για να αντιμετωπίσουν τους Ταλιμπάν και την Αλ Κάιντα ευελπιστούν πως θα σφίξει η τανάλια γύρω από το Αφγανιστάν καθιστώντας πιο δύσκολη την οικονομική στήριξη των Ταλιμπάν. Παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη πως η καλλιέργεια και το εμπόριο ναρκωτικών είναι η αστείρευτη πηγή που γεμίζει τα ταμεία των Ταλιμπάν, επιτρέποντάς τους να στρατολογούν και να εξοπλίζονται αφειδώς, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Συγκεκριμένα, μεμονωμένοι άραβες κροίσοι προσφέρουν στους Ταλιμπάν, υπό τη μορφή οικονομικής βοήθειας, πολύ περισσότερα χρήματα απ’ όσα τους αφήνουν οι ακμάζουσες καλλιέργειες οπίου στο Αφγανιστάν που έφθασαν να αποτελούν το 92% της παγκόσμιας παραγωγής! Μάλιστα ο ειδικός απεσταλμένος του Μπαράκ Ομπάμα στην περιοχή, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, που προέβη σε αυτήν την αποκάλυψη προς τους πρεσβευτές του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times στις 26 Μαρτίου, επεσήμανε ότι δεν πρόκειται για κράτη, αλλά επιφανείς οικονομικούς παράγοντες από τον Περσικό Κόλπο.

Η πέμπτη πλευρά της νέας αμερικανικής στρατηγικής περιλαμβάνει την αμφισβήτηση της κεντρικής διοίκησης της Καμπούλ και την παροχή οικονομικών πόρων κατ’ ευθείαν στους διοικητές των επαρχιών. Αμερικάνοι αλλά και Ευρωπαίοι αποφάσισαν να παρακάμψουν τον πρόεδρο, Χαμίντ Καρζαΐ, από τη στιγμή που οι επανειλημμένες καταγγελίες του για σφαγές αθώων αφγανών από τα αμερικανικά βομβαρδιστικά εξόργισαν την Ουάσινγκτον και οδήγησαν τις σχέσεις τους σε κρίση. Το ένα τεταμένο επεισόδιο διαδεχόταν το άλλο με τελευταίο την σύγκρουση για την ημερομηνία των εκλογών καθώς ο Καρζαΐ επικαλούμενος το σύνταγμα ζητούσε τη διεξαγωγή τους πριν το καλοκαίρι – δεδομένου ότι η θητεία του λήγει στις 21 Μαΐου, ενώ οι Αμερικανοί τον Αύγουστο, όταν θα έχουν εγκατασταθεί στην πολύπαθη χώρα οι νέες ενισχύσεις και πολύ πιθανό όταν θα έχουν ολοκληρωθεί οι υπόγειες διεργασίες για την εύρεση του διαδόχου του Καρζαΐ, που τώρα θυμήθηκαν ότι κολυμπάει στη διαφθορά. Ανεξαρτήτως όμως από τις μάχες για την εξουσία, πρέπει να τονίσουμε ότι Αμερικάνοι κι Ευρωπαίοι επιλέγοντας να αποδυναμώσουν την κεντρική εξουσία υπονομεύουν την ενότητα του ίδιου του Αφγανιστάν, που σήμερα είναι περισσότερο από εύθραυστη!

Τέλος, το έκτο στοιχείο της νέας αμερικανικής θεώρησης εξετάζει μαζί με το Αφγανιστάν από κοινού και το Πακιστάν εφαρμόζοντας μια ενιαία στρατηγική. Στο πλαίσιό της μάλιστα πολλές φορές το Πακιστάν αποκτά προτεραιότητα οπότε η γραμμή… PakAfg δεσπόζει επί της AfgPak. Η αλήθεια είναι ότι η ένταση των αμερικανικών επιθέσεων κατήργησε πολύ γρήγορα τα σύνορα μεταξύ των δύο αυτών χωρών που στην πράξη ποτέ δεν υπήρχαν για τους Ταλιμπάν. Από κει και πέρα οι επιδρομές αμερικανικών βομβαρδιστικών στο εσωτερικό του Πακιστάν και η βία με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι Ισλαμιστές από τον στρατό του δικτάτορα Περβέζ Μουσάραφ, όπως συνέβη τον Ιούλιο του 2007 με τη σφαγή στο Κόκκινο Τζαμί, οδήγησαν την εισβολή στο γειτονικό Αφγανιστάν να κάνει μετάσταση σε εμφύλιο στο Πακιστάν.

Τα πράγματα ωστόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύουν για δύο λόγους: Αρχικά γιατί δεν υφίσταται μια αξιόπιστη πολιτική ηγεσία στο Πακιστάν. Αντίθετα ο σύζυγος της δολοφονημένης Μπεναζίρ Μπούτο, πρόεδρος Ασίφ Αλί Ζαρνταρί που ουδέποτε έχαιρε ιδιαίτερου πολιτικού κύρους (όπως μαρτυρεί και το γεγονός ότι είναι γνωστός ως 10% λόγω των προμηθειών που έπαιρνε από τις κρατικές δουλειές) βλέπει ακόμη κι αυτό το κύρος του να εξανεμίζεται. Κερδισμένος είναι ο αιώνιος πολιτικός του αντίπαλος, Ναουάζ Σαρίφ, που έχει διατελέσει δύο φορές κατά το παρελθόν πρωθυπουργός κι ο οποίος μετά την μάχη που έδωσε για να αποκατασταθεί στη θέση του κορυφαίος δικαστικός που είχε διωχθεί από τον Μουσάραφ, βλέπει τις πολιτικές μετοχές του να απογειώνονται. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το Πακιστάν δεν είναι και τόσο πρόθυμος σύμμαχος των ΗΠΑ στη μάχη εναντίον των φονταμενταλιστών έγκειται στο γεγονός ότι οι Ταλιμπάν αποτελούν το πιο αποτελεσματικό ανάχωμα στην επέκταση της επιρροής της Ινδίας στο Αφγανιστάν. Γι αυτό το λόγο οι προσβάσεις των Ταλιμπάν στην Ισλαμαμπάντ και τις μυστικές της υπηρεσίες αποδεικνύονται τόσο ανθεκτικές ξεπερνώντας κατά πολύ τον κύκλο των Ισλαμιστών…

Αφγανιστάν: Χειρότερα δεν γίνεται (Διπλωματία, 8ος/2009)

ΠΑΤΑΓΩΔΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 20ΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΕΙΣ ΤΑΛΙΜΠΑΝ

Στην υιοθέτηση και την εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής στο Αφγανιστάν προσανατολίζονται οι Αμερικάνοι ως αποτέλεσμα της διπλής ήττας που έχουν δεχτεί τόσο στο στρατιωτικό επίπεδο από τους Ταλιμπάν, όσο και στο πολιτικό επίπεδο όταν έγινε σαφές πως οι πολλά υποσχόμενα εκλογές εξελίχθησαν σε όργιο νοθείας από τον Καρζαΐ.

Μεγαλύτερο φιάσκο δεν μπορούσε να υπάρξει στο πολιτικό επίπεδο από τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στο Αφγανιστάν. Οι δυνάμεις κατοχής είχαν επενδύσει τα μέγιστα στην επιτυχή τους ολοκλήρωση έτσι ώστε να λειτουργήσουν νομιμοποιητικά για το καθεστώς και να δείξουν πως παρά τα όσα προβλήματα είναι σε εξέλιξη μια διαδικασία που αργά και βασανιστικά ενοποιεί την κατακερματισμένη χώρα στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής διαδικασίας.

Στην πραγματικότητα τίποτε απ’ αυτά δεν συνέβη. Τα περιστατικά νοθείας που καταγράφηκαν ήταν τόσο πολλά ώστε σε οποιαδήποτε άλλη χώρα οι εκλογές θα έπρεπε να έχουν ακυρωθεί. Η συμμετοχή δεν ξεπέρασε το 40%, με βάση όλες τις πρώτες εκτιμήσεις. Κινήθηκε δηλαδή πολύ χαμηλότερα από τις προηγούμενες εκλογές του 2004 όταν η συμμετοχή είχε φθάσει το 70%, ενώ στις επαρχίες του Νότου (Κανταχάρ, Χελμούτ, Ουρουζγκάν, Ζαμπούλ) όπου κυριαρχούν οι Παστούν από τους οποίους προέρχονται τόσο ο πρόεδρος της χώρας, Χαμίντ Καρζαΐ, όσο κι οι Ταλιμπάν, η συμμετοχή μόλις και μετά βίας έφθασε το 5% έως 10%. Η ηλεκτρονική έκδοση του γερμανικού περιοδικού Spiegel ανέφερε πως «πέρα από την χαμηλή συμμετοχή, πολυάριθμες αναφορές για εκλογικές απάτες δημιουργούσαν αμφιβολίες για τη νομιμότητα της ψήφου. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραφαν πως τοπικοί φύλαρχοι – ειδικότερα στις πιο επικίνδυνες περιοχές της χώρας – είχαν πάρει τις κάλπες σπίτι τους κι έπειτα τις έφεραν πίσω γεμάτες με ψηφοδέλτια του Καρζαΐ. Τουλάχιστον τέσσερα τέτοια περιστατικά περιγράφηκαν με κάθε λεπτομέρεια μόνο στο Spiegel Online». Αντίστοιχα  περιστατικά νοθείας περιγράφουν όλοι μα όλοι οι παρατηρητές που βρέθηκαν στη πολύπαθη χώρα. Όπως τα μετέφερε η Wall Street Journal στις 24 Αυγούστου, το Εθνικό Δημοκρατικό Ινστιτούτο που είχε περισσότερους από 100 παρατηρητές στο Αφγανιστάν επεσήμανε πως πλευρές μόνο των εκλογών ήταν σε συμφωνία με τις δημοκρατικές αρχές! Η εκτύπωση κι η διανομή ψηφοδελτίων, ο ορισμός εκλογικών τμημάτων κι η τοποθέτηση καλπών, μπορούμε να υποθέσουμε… Μια άλλη ομάδα αμερικανών παρατηρητών από την οργάνωση Διεθνή Δημοκρατία αρνήθηκαν ακόμη και να επιβεβαιώσουν το αδιάβλητο των εκλογών δηλώνοντας πως είναι πολύ νωρίς για να αξιολογήσουν αν οι εκλογές είναι αξιόπιστες. Ενώ, μια τρίτη ομάδα παρατηρητών, με τίτλο Ίδρυμα για Ελεύθερες και Δημοκρατικές Εκλογές στο Αφγανιστάν, που είχε τοποθετήσει 7.000 παρατηρητές στις κάλπες εντόπισε πολλά περιστατικά μαζικής τοποθέτησης ψηφοδελτίων στην κάλπη κι υπαλλήλων του εκλογικού μηχανισμού που εργάζονταν μεροληπτικά. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, η βιασύνη πολλών δυτικών ηγετών όπως του Μπαράκ Ομπάμα για παράδειγμα, να επικροτήσουν την εκλογική διαδικασία αποτέλεσε μπούμερανγκ καθώς τμήματα του νεοπαγούς πολιτικού κατεστημένου του Αφγανιστάν, που βρέθηκαν στην αντίπερα όχθη από τον Καρζαΐ, δέχτηκαν μ’ αυτές τις δηλώσεις τη χαριστική βολή.

Και δεν επρόκειτο για μεμονωμένες περιπτώσεις. Στις εκλογές συμμετείχε ο υπερβολικός αριθμός των 40 υποψηφίων, εκ των οποίων οι σημαντικότεροι υποψήφιοι ήταν οι εξής τρεις. Ο 59χρονος Ασράφ Γκανί, εθνότητας Παστούν, με διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ο οποίος πριν αναλάβει υπουργός Οικονομίας του Καρζαΐ καθιερώνοντας τον ενιαίο φορολογικό συντελεστή που αποτελεί την επιτομή των πλέον σύγχρονων αντιλαϊκών φορολογικών μέτρων, είχε εργαστεί στην Παγκόσμια Τράπεζα. Ο 48χρονος Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, υπουργός Εξωτερικών του Καρζαΐ από το 2001 μέχρι το 2006 που παλιότερα διατηρούσε το ίδιο πόστο στο πλαίσιο της Βόρειας Συμμαχίας η οποία βοήθησε σημαντικά τους Αμερικάνους να ανατρέψουν το καθεστώς των Ταλιμπάν. Και φυσικά ο 51χρονος σήμερα Χαμίντ Καρζαΐ, εθνότητας Παστούν, που τοποθετήθηκε στην προεδρία του Αφγανιστάν από τις δυνάμεις κατοχής αμέσως μετά την επέμβασή τους το Νοέμβριο του 2001, ο οποίος τη δεκαετία του ’90 υποστήριζε τους Ταλιμπάν, σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναλάβει καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών μετά την πτώση της φιλικής προς τη Μόσχα κυβέρνησης το 1992. Περασμένα ξεχασμένα φυσικά, για όποιους δεν θέλουν να θυμούνται τις συνθήκες υπό τις οποίες επωάστηκαν οι Ταλιμπάν. Ο Καρζαΐ ωστόσο σήμερα θεωρείται από τους Δυτικούς η αιτία κάθε κακοδαιμονίας που βασανίζει το Αφγανιστάν. «Ο Καρζαΐ, ανώτατος ηγέτης του Αφγανιστάν από τον Δεκέμβρη του 2001, προεδρεύει μιας κυβέρνησης η συστηματική διαφθορά της οποίας έχει υπονομεύσει την αξιοπιστία της και τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους της χώρας. Έχει δημιουργήσει συμμαχίες με διαβόητους πολέμαρχους. Η καλλιέργεια του οπίου και το εμπόριο ναρκωτικών έχουν επεκταθεί υπό την προστασία των συγγενών και συμμάχων του κι είναι τώρα οι πιο δυναμικοί τομείς της εθνικής οικονομίας. Ο στρατός απέχει πολύ από το να είναι ετοιμοπόλεμος κι η εθνική αστυνομία είναι συχνά διεφθαρμένη κι υπό την επιρροή των τοπικών φύλαρχων», έγραφαν σε σημείωμα της σύνταξής τους οι New York Times το Σαββατοκύριακο 22-23 Αυγούστου φέρνοντας στην επιφάνεια την άβυσσο πλέον που χωρίζει τις δυνάμεις κατοχής με τον πιο έμπιστό τους άνθρωπο μέχρι πρόσφατα στο Αφγανιστάν.

Πρόχειρες δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν από δυτικά μέσα, χωρίς φυσικά να διεκδικούν δάφνες επιστημονικής πληρότητας, μετά την έξοδο από την κάλπη, όπως των New York Times έδειξαν αρκετά νωρίς πως ο Καρζαΐ με κανέναν τρόπο δεν επρόκειτο να επαναλάβει τον θρίαμβο του 2004 όταν είχε κερδίσει το 54% των ψήφων. Τώρα αντίθετα, κι ως αποτέλεσμα του ότι οι Αμερικάνοι έπαψαν να τον στηρίζουν, τα exit polls έφερναν τον Καρζαΐ στήθος με στήθος με τον βασικότερο αντίπαλό του, Αμπντουλάχ, (39% ο Καρζαΐ και 38% ο Αμπντουλάχ) με αποτέλεσμα να θεωρείται βέβαιη η προσφυγή στον δεύτερο γύρο. Γεγονός απευκταίο για τον Καρζαΐ καθώς σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι λίγες οι πιθανότητες εκλογής του, καθώς κι οι 39 άλλοι υποψήφιοι θα ενωθούν εναντίον του, σε μια ευκαιριακή και χωρίς βάθος συμμαχία που θα τερματίσει όμως την προεδρία του Καρζαΐ. Το γεγονός αυτό όμως, της επαναληπτικής ψηφοφορίας μεταξύ των δύο υποψηφίων που συγκέντρωσαν τα μεγαλύτερα ποσοστά παρέμενε απευκταίο και για τα ξένα στρατεύματα όπως και για τις δυτικές πρωτεύουσες αν και θεωρούταν σίγουρο μετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων στις 25 Αυγούστου από την καταμέτρηση του 10% των ψήφων που έδειξαν τον Καρζαΐ να κερδίζει το 40% και τον Αμπντουλάχ το 39% των ψήφων. Ένας δεύτερος γύρος θεωρούταν αρνητική εξέλιξη για τους Δυτικούς για δύο λόγους. Επειδή κατ’ αρχήν ένα νέο δίμηνο, μετωπικής αυτή τη φορά, αντιπαράθεσης μεταξύ του προερχόμενου από τους Παστούν του νότου, Χαμίντ Καρζαΐ και του προερχόμενου από τον βορρά όπου κατοικούν Τατζίκοι και Ουζμπέκοι, Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, θα οδηγούσε στα όρια θραύσης τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ των δύο εθνικών μειονοτήτων με αποτέλεσμα να βάθαινε απειλητικά το χάσμα μεταξύ τους. Κατά δεύτερο, οι Δυτικοί απεύχονταν μια επαναληπτική ψηφοφορία επειδή η κατάσταση διάλυσης αυτού του υποτυπώδους κρατικού μηχανισμού θα παρατεινόταν ακόμη περισσότερο.

Το μπαράζ επιθέσεων λοιπόν που πραγματοποιήθηκε την ημέρα των εκλογών από τους Ταλιμπάν (73 επιθέσεις σε 15 επαρχίες, ενώ μόνο στην Κανταχάρ ρίχθηκαν 122 οβίδες) με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 26 άνθρωποι δεν ήταν το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί για να υπονομευθεί το κύρος των εκλογών… Στην πραγματικότητα οι Ταλιμπάν την ημέρα των εκλογών έκαναν επίδειξη δύναμης. Το μήνυμα που έστειλαν ήταν δε ηχηρότατο λόγω του ότι μήνες πριν τα αμερικανικά και ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα επέλεξαν να βγουν έξω από τα οχυρά τους και να τους αντιμετωπίσουν στην… έδρα τους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Τα επιβεβαίωσε ο ναύαρχος Μάικ Μούλεν, επικεφαλής του κοινού στρατηγείου, όταν δήλωσε στο CNN στις 24 Αυγούστου πως «η κατάσταση είναι σοβαρή και επιδεινούμενη». Επίσης, ο στρατηγός Στάνλεϋ Μακ Κρίσταλ, που πρόσφατα διορίστηκε στη διοίκηση των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, κι οποίος σε συνέντευξη του στη Wall Street Journal στις 10 Αυγούστου δήλωνε με βάση την ίδια την εφημερίδα πως οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν έχουν το «πάνω χέρι»! Τη δραματική κατάσταση διαπίστωσε ιδίοις όμμασι κι ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, κατά την ξαφνική του επίσκεψη στο Αφγανιστάν στις αρχές Ιούνη όταν για να αποκτήσει μια εποπτική εικόνα τού παρουσίασαν ένα χάρτη του Αφγανιστάν όπου κυριαρχούσε το βαθύ κόκκινο. Με αυτό το χρώμα βάφονται οι περιοχές στις οποίες οι Ταλιμπάν επιτίθενται σχεδόν καθημερινά. Ειδικότερα, από τα 356 διαμερίσματα στα οποία έχει χωρισθεί το Αφγανιστάν, τα 133 θεωρούνται εξαιρετικά επικίνδυνα, ενώ τα 13 εκτιμάται ότι έχουν περάσει στα χέρια του εχθρού!

Τη δική της, ασφυκτική μερικές φορές, πίεση στα σχέδια των ΝΑΤΟϊκών ασκεί κι η κοινή γνώμη της Δύσης που όλο και με ταχύτερους ρυθμούς στρέφεται εναντίον του πολέμου στο Αφγανιστάν. Στις ΗΠΑ η δημόσια υποστήριξη στον πόλεμο έπεσε κάτω από το κρίσιμο πολιτικά επίπεδο του 50% για πρώτη φορά κατά τις επόμενες μέρες των εκλογών στο Αφγανιστάν – όταν συνειδητοποιήθηκε πιθανά η μηδενική αποτελεσματικότητα της αιματοχυσίας στο Αφγανιστάν και των δικών τους θυσιών. Να αναφερθεί πως τα θύματα των Αμερικανών έχουν ξεπεράσει τα 800 ενώ το μηνιαίο κόστος του πολέμου υπερβαίνει τα 4 δισ. δολ.! Στην Αγγλία δημοσκόπηση που διεξήχθη την Κυριακή 23 Αυγούστου έδειξε ότι περισσότερα από τα δύο τρίτα των Βρετανών πιστεύουν πως ο στρατός τους δεν έπρεπε να βρίσκεται στο Αφγανιστάν. Μόνο το 1,5% των ερωτηθέντων φάνηκε να πιστεύει πως ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν χειρίζεται «πολύ καλά» τον πόλεμο. Μια άλλη επίσης δημοσκόπηση από την Sunday Mail την ίδια μέρα έδειξε τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων να μην πιστεύουν πως ο πόλεμος στο Αφγανιστάν καθιστά ασφαλείς τους Βρετανούς από την τρομοκρατία. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η δυσφορία που καταγράφεται και στη Γερμανία. Εν όψει μάλιστα των εθνικών εκλογών που θα διεξαχθούν στις 27 Σεπτέμβρη ούτε η Δεξιά ούτε η Σοσιαλδημοκρατία είναι διατεθειμένες να υποστηρίξουν το – βαθιά αντιδημοφιλές στη Γερμανία – αίτημα των Αμερικανών διοικητών στο Αφγανιστάν να αυξηθούν κι άλλο τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα, πέραν των 68.000 Αμερικανών που θα βρίσκονται στο Αφγανιστάν μέχρι το τέλος του έτους (μετά την απόφαση του Ομπάμα να αυξήσει τη δύναμή τους κατά 21.000) και των 30.000 ΝΑΤΟϊκών.

Στο πλαίσιο όλων των παραπάνω οι Αμερικάνοι αναθεωρούν την στρατηγική τους στο Αφγανιστάν δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στον προσεταιρισμό μετριοπαθών Ταλιμπάν, ακόμη και μέσω της εξαγοράς τους, ως ένα μέσο για την αποδυνάμωσή τους. Αυτή η ιεράρχηση φυσικά δεν αποκλείει τις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα θα τις συμπληρώνει, όπως υπογραμμίζεται στο πρώτο άρθρο του αμερικανικού περιοδικού Foreign Affairs, του τεύχους Ιουλίου – Αυγούστου: «Αν η αφγανική κυβέρνηση προσφέρει την συμφιλίωση της σαν το καρότο, πρέπει επίσης να επιδείξει τη δύναμη της σαν το μαστίγιο – από δω προκύπτει κι η σημασία της αποστολής περισσότερων αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν κι επίσης, μακροπρόθεσμα, η σπουδαιότητα της δημιουργίας από τη μεριά του Αφγανιστάν των δικών τους δυνάμεων ασφαλείας. Η συμφιλίωση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικο-στρατιωτικής στρατηγικής για να ηττηθεί η εξέγερση, όπως αυτή που ακολούθησε πρόσφατα η Ουάσινγκτον στο Ιράκ: Κέρδισε τους εξεγερμένους που επιθυμούν να συμφιλιωθούν και σκότωσε ή συνέλαβε εκείνους που δεν επιθυμούν».

Αυτή η «νέα» στρατηγική όμως αφήνει αναπάντητα δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι γιατί να επιλέξουν την «συμφιλίωση», δηλαδή την παράδοση οι Ταλιμπάν, όταν είναι τέτοια η αυτοπεποίθησή τους από τα πλήγματα που έχουν καταφέρει στα ξένα στρατεύματα, ώστε έφθασαν να προσφέρουν ασφαλή υποχώρηση στους ΝΑΤΟϊκούς, όπως έκαναν και στους Σοβιετικούς, αν επιλέξουν να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν! Και το δεύτερο ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι το πως θα κερδίσουν στρατιωτικά τώρα, εκεί που τα τελευταία οκτώ χρόνια απέτυχαν και μάλιστα παταγωδώς κατ’ ουσίαν όμοιες στρατηγικές…

Η Ινδία αντίβαρο στην ανερχόμενη Κίνα (Διπλωματία, 6ος 2009)

ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΑΡΟΥΣ

ΑΥΞΗΜΕΝΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΩΝ ΗΠΑ

 Τουλάχιστον σε ένα θέμα η κυβέρνηση του Ομπάμα ακολουθεί κατά πόδας την πολιτική της κυβέρνησης Μπους: στην επιλογή της να αναβαθμίσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ινδία, αναγορεύοντας την πολυπληθή χώρα του 1,2 δισ. ανθρώπων σε στρατηγικό σύμμαχο της στην ασιατική ήπειρο.

Ιδιαίτερης γεωπολιτικής αλλά και οικονομικής σημασίας αποδείχθηκε η (πενθήμερης διάρκειας!) επίσκεψη της αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, στα μέσα Ιουλίου στην Ινδία καθώς ήρθε να επιβεβαιώσει την σύσφιξη των σχέσεων των δύο χωρών κι ειδικότερα τη φιλοαμερικανική στροφή της Ινδίας. Η απόφαση που έλαβε το Νέο Δελχί να συνάψει στρατηγική σχέση με την Ουάσινγκτον συνιστά τεράστια ανατροπή αν αναλογιστούμε τις θερμές σχέσεις που διατηρούσε με τη Μόσχα μέχρι και το 1989 αποτελώντας το προγεφύρωμά της σε μια περιοχή που κατακλυζόταν από εχθρικά προς αυτήν κράτη. Η ανατροπή αυτή φυσικά δεν συνέβη τώρα. Προετοιμάστηκε όλη τη δεκαετία του ’90 κι επισημοποιήθηκε επί Τζορτζ Μπους όταν κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του επισκέφθηκε την Ινδία και έδωσε το πράσινο φως στο Νέο Δελχί, που δεν έχει υπογράψει την Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών, να συμμετάσχει μετά από 34 χρόνια απαγόρευσης στο διεθνές εμπόριο πυρηνικού υλικού – κίνηση προκλητική αν σκεφτούμε τι συνέπειες υφίστανται άλλες χώρες, όπως το Ιράν, επειδή ασκούν το αναφαίρετο δικαίωμά τους να αναπτύξουν προγράμματα πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς. Δύο μέτρα και δύο σταθμά λοιπόν εφαρμόζουν οι ΗΠΑ χρησιμοποιώντας επιλεκτικά και κατά βούληση το δικαίωμά τους να τιμωρούν ή να διευκολύνουν όποια χώρα προχωρά στην κατασκευή εργοστασίων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Ενδεικτικό στοιχείο για την άνθηση που γνώρισαν οι σχέσεις των δύο χωρών κατά την θητεία του Μπους είναι πως από το 2004 έως το 2007 η αξία του διμερούς εμπορίου διπλασιάστηκε φθάνονταςς από τα 30 δισ. στα 60 δισ. δολ. Η επιλογή της Χίλαρι Κλίντον να ξεκινήσει το ταξίδι της στην Ινδία με μια επίσκεψη στη Βομβάη, που τον Νοέμβρη δέχθηκε τη φονική τρομοκρατική επίθεση, και να διαμείνει μάλιστα στο ξενοδοχείο Τατζ Παλάς που δέχθηκε την επίθεση των τρομοκρατών, εμπεριείχε ένα διπλό συμβολισμό. Όχι μόνο γιατί έτσι δήλωνε την συμμαχία ΗΠΑ και Ινδίας στη μάχη κατά της διεθνούς τρομοκρατίας, αλλά και τη συνέχεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής καθώς την ίδια πόλη επισκέφθηκε κι η προκάτοχός της Κλίντον, η Κοντολίζα Ράις, αμέσως μετά τις επιθέσεις σε ένα από τα τελευταία, αν όχι το τελευταίο της ταξίδι, ως επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο σημαντικότερος ωστόσο σταθμός της Χίλαρι Κλίντον ήταν στο Νέο Δελχί. Κατά τη συνάντησή της με την ινδική πολιτική ηγεσία του Κόμματος του Κογκρέσου, που βγήκε αναβαπτισμένο από τις πρόσφατες εκλογές κερδίζοντας μια συντριπτική νίκη, οι διαφωνίες των δύο χωρών στα θέματα του διεθνούς εμπορίου και της επιβολής ανώτατου ορίου στις εκπομπές ρύπων, μπήκαν στην άκρη. Δε στάθηκαν ικανές να χαλάσουν το θετικό κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών, παρότι πολλοί φοβούνταν ότι θα δηλητηρίαζαν το κλίμα. Τα θέματα που πρυτάνευσαν κατά τη συνάντηση της Χίλαρι Κλίντον με τον πρωθυπουργό Μανμοχάν Σινγκ (ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τον Μπους από το βήμα της ινδικής Βουλής «βαθιά αγαπητό») ήταν δύο: Το πρώτο αφορούσε μια συμφωνία μαμούθ μεταξύ της ινδικής κυβέρνησης και των εταιρειών Boeing και Lockheed Martin για την αγορά 126 μαχητικών αεροσκαφών ύψους 10 δισ. δολ. που εντάσσεται στο εξ ίσου δυσθεώρητου ύψους πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του απαρχαιωμένου οπλοστασίου της, το οποίο έχει κατά βάση χώρα παραγωγής την… ΕΣΣΔ. Σε αυτή την κατεύθυνση έχει αποφασιστεί να δοθούν την επόμενη πενταετία 50 – 55 δισ. δολ. Ειρήσθω εν παρόδω να αναφέρουμε ότι η Ινδία μπορεί να είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ασίας αλλά κρατάει τα σκήπτρα των αντιθέσεων με τα δύο τρίτα του πληθυσμού της να ζουν με λιγότερα από 1,5 δολάρια ημερησίως. Το πρόβλημα διατροφής του πληθυσμού της που κατά τα δύο τρίτα εξακολουθεί να ζει από τη γεωργία οξύνεται επικίνδυνα λόγω της ξηρασίας που έχει πλήξει φέτος της χώρα, καταφέροντας πρωτοφανές πλήγμα στις αγροτικές δραστηριότητες που αποτελούν το 17% του ΑΕΠ. Υπολογίζεται ότι λόγω της ξηρασίας η έκταση της καλλιεργήσιμης γης μειώθηκε μέσα σε ένα χρόνο κατά 21% οδηγώντας το αγροτικό εισόδημα στο ναδίρ. Σ’ αυτό το εκρηκτικό περιβαλλοντικό τοπίο η διοχέτευση τόσου μεγάλου μέρους των κρατικών δαπανών σε πολεμικές δαπάνες αναμφισβήτητα δυσχεραίνει τις δυνατότητες επίλυσης των περιβαλλοντικών κρίσεων και άμβλυνσης των κοινωνικών συνεπειών. Το δεύτερο θέμα που κυριάρχησε στις συνομιλίες Κλίντον – Σινγκ αφορούσε την κατασκευή εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας. Οριστικοποιήθηκε συγκεκριμένα η χωροθεσία των αμερικανικών εργοστασίων κι οι περιοχές αποκλειστικής ενεργειακής εκμετάλλευσης (όπως έχει συμβεί με τις γαλλικές και τις ρώσικες εταιρείες) κι έγινε σαφές στο Νέο Δελχί ότι πρέπει να προηγηθεί ένας αποικιοκρατικού χαρακτήρα νόμος που θα απαλλάσσει τις κατασκευάστριες εταιρείες από οποιαδήποτε νομική ευθύνη στην περίπτωση που συμβεί κάποιο ατύχημα! Η προμήθεια πολεμικού υλικού από τις ΗΠΑ και κυρίως η πολιτική και διπλωματική στήριξη τους προς την Ινδία σε μια κατεύθυνση ισχυροποίησης της διεθνούς πολιτικής της υπόστασης ώστε να πάψει η σημερινή κραυγαλέα αναντιστοιχία μεταξύ του γεωπολιτικού και του οικονομικού της ρόλου, δημιουργεί νέα δεδομένα στο πλαίσιο μιας διελκυστίνδας μεταξύ Κίνας και Ινδίας που μέχρι τώρα είχε ως αδιαμφισβήτητο νικητή την Κίνα. Το γεγονός από την πρόσφατη ιστορία που καθόρισε τις «μη φιλικές», στην καλύτερη περίπτωση, σχέσεις των δύο χωρών ήταν η κατάληψη από την Κίνα μιας ορεινής περιοχής της Ινδίας τον Ιούνιο του 1962. Και σήμερα αν το Πεκίνο καταλογίζει στην Ινδία ότι ρίχνει λάδι στη φωτιά του αυτονομιστικού κινήματος του Θιβέτ φιλοξενώντας πλήθος θιβετιανών αντιφρονούντων, με προεξάρχοντα τον Δαλάι Λάμα, το Νέο Δελχί έχει μια ατελείωτη λίστα παραπόνων να υποβάλλει προς το Πεκίνο. Ξεκινώντας από τα πιο πρόσφατα, διεθνείς πηγές θεωρούν βέβαιο ότι πίσω από το λουτρό αίματος που προκάλεσε η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα καταπνίγοντας πρόσφατα το αποσχιστικό κίνημα των Ταμίλ βρίσκεται το ίδιο το Πεκίνο, που παρείχε στη νησιώτικη χώρα όχι μόνο το απαραίτητο και ιδιαίτερα προηγμένο πολεμικό υλικό, αλλά και τη διπλωματική στήριξη για να αντιμετωπίσει τη διεθνή κατακραυγή και τις κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου που ακολούθησαν τους ανηλεείς βομβαρδισμούς ακόμη και κατοικημένων περιοχών. Η ανάμιξη του Πεκίνου στρεφόταν κατά της Ινδίας στο βαθμό που ειδικά στο παρελθόν ήταν αδιαμφισβήτητη η στήριξη που παρείχε η Ινδία στους Τίγρεις των Ταμίλ στη Σρι Λάνκα, που πολλές φορές λόγω της γεωγραφικής της θέσης χαρακτηρίζεται και «δάκρυ στο πρόσωπο της Ινδίας». Ενδεικτικό στοιχείο για την στήριξη που παρέχει το Πεκίνο στη Σρι Λάνκα είναι ότι η ετήσια βοήθεια που του παρέχει ξεπερνάει πλέον το 1 δισ. δολ., έχοντας πενταπλασιαστεί μέσα σε λίγα χρόνια. Η παρουσία της Κίνας γίνεται αισθητή στην Ινδία και πάλι με έναν όχι τόσο ευχάριστο τρόπο μέσω μια ακόμη γειτονικής της χώρας, της Μιανμάρ (Βιρμανίας). Το Πεκίνο στηρίζοντας τη χούντα της Μιανμάρ επανειλημμένες φορές, μέσω της αποτροπής της επιβολής σοβαρών οικονομικών κυρώσεων, στην ουσία διαφυλάσσει τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που έχει στη στρατοκρατούμενη χώρα. Ειδικότερα την πρόσβαση στις άφθονες πρώτες ύλες της Μιανμάρ με προνομιακές μάλιστα τιμές. Στρατηγικής επίσης σημασίας για τα συμφέροντα της Κίνας θεωρείται κι ένας αγωγός μεταφοράς πετρελαίου από την Μιανμάρ που καταλήγει στην Κίνα. Τα πυρά επομένως που εξαπέλυσε η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών εναντίον της Μιανμάρ και της Βόρειας Κορέας στη σύνοδο των χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) στο εξωτικό νησί της Ταϋλάνδης, Πουκέτ, όπου μετέβη μετά την επίσκεψή της στην Ινδία, δεν στρέφονταν τόσο κατά των δύο αυτών απομονωμένων ούτως ή άλλως χωρών, όσο κατά της Κίνας που τα στηρίζει. Η εικόνα της περικύκλωσης της Ινδίας από την Κίνα και η έκταση του ανταγωνισμού τους γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν λάβουμε υπ’ όψη μας την πολυεπίπεδη στήριξη που παρέχει το Πεκίνο στο Πακιστάν, που είναι ο κατ’ εξοχήν ανταγωνιστής της Ινδίας κι επίσης τις προνομιακές οικονομικές συμφωνίες που έχει συνάψει με μια σειρά χώρες στον Ινδικό ωκεανό εξασφαλίζοντας ελεύθερη πρόσβαση στα λιμάνια τους για τον κινέζικο στόλο. Η στήριξη των ΗΠΑ στην Ινδία δημιουργεί τους όρους για να ανατραπεί αυτός ο συσχετισμός δύναμης, όπως φαίνεται κι από το πράσινο φως που δίνει η Ουάσινγκτον στην Ινδία για να διεισδύσει εκεί όπου έχει τη δυνατότητα, όπως για παράδειγμα στο Αφγανιστάν. Ξεχερσώνοντας αργά αλλά σταδιακά την πρόσδεση που είχε το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν στο Πακιστάν, η Ινδία έχει αναγορευτεί στον πέμπτο μεγαλύτερο ξένο επενδυτή στο Αφγανιστάν, μετά τις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Ιαπωνία και τον Καναδά. Εκτιμάται ότι οι επενδύσεις της ξεπερνούν τα 1,2 δισ. δολ. Με αυτά τα χρήματα το Νέο Δελχί έχει κατασκευάσει κρίσιμης σημασίας δρόμους προς τα σύνορα του Ιράν υπονομεύοντας έτσι τις οικονομικές σχέσεις με το Ιράν, δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, παιδιατρικό νοσοκομείο στην Καμπούλ και μεγάλα νοσοκομεία στην πρωτεύουσα και σε σημαντικές πόλεις όπως η Τζαλαλαμπάντ, η Κανταχάρ κ.α., ακόμη και το κτίριο της Βουλής, που έχει συμβολική αξία, και το οποίο θα ολοκληρωθεί το 2011. Επίσης οικοδομώντας προσωπικούς δεσμούς κι επαφές με την αυριανή ελίτ εκπαιδεύει εκατοντάδες επιστήμονες. Με αυτές τις επενδύσεις και την ευρύτερη πολιτική της παρέμβαση στο Αφγανιστάν, η Ινδία δεν βοηθάει απλώς τις ΗΠΑ να σταθεροποιήσουν ένα φιλικό τους καθεστώς ανταποδίδοντας την εύνοια που έχει δεχτεί, αλλά μεριμνά για τα του οίκου της, εξασφαλίζοντας την ουδετεροποίηση αρχικά και τη στήριξη στη συνέχεια του Αφγανιστάν στον ανταγωνισμό με τον παραδοσιακό της αντίπαλο, το Πακιστάν. Απάντηση σε αυτή την τακτική ήταν η βόμβα που εξερράγη πέρυσι στην πρεσβεία της Ινδίας στην Καμπούλ, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 41 άτομα, κι η οποία σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις τοποθετήθηκε από τους Ταλιμπάν και τις μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν. Σε αυτό το πλαίσιο η πολυπρόσωπη και αναβαθμισμένη πολιτικά παρουσία των ΗΠΑ στη σύνοδο του ASEAN (που αποτελείται από τις χώρες Ινδονησία, Μαλαισία, Φιλιππίνες, Σιγκαπούρη, Ταϊλάνδη, Μπρούνεϊ, Βιρμανία, Καμπότζη, Λάος και Βιετνάμ) επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον της νέας αμερικανικής ηγεσίας να ασχοληθεί πιο σοβαρά με τις εξελίξεις στην Ασία. Το ανέφερε ρητά κι η ίδια η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών σε άρθρο γνώμης που έγραψε σε τοπική εφημερίδα τις μέρες της συνόδου όπου ανέφερε: «δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι οι τύχες των οικονομιών μας και το μέλλον των κρατών μας είναι πιο συνδεδεμένα από ποτέ». Για να γίνει εμφανής η στροφή που πραγματοποιεί η Ουάσινγκτον προς την Ασία, «όπου στρέφεται πλέον το κέντρο βάρους των διεθνών υποθέσεων» όπως έγραψε στις 20 Αυγούστου ο Χένρι Κίσιγκερ στον διεθνή Τύπο, αρκεί να σκεφτούμε πως, στον αντίποδα, η Κοντολίζα Ράις επισκέφθηκε το ASEAN μόνο 2 φορές μέσα σε 3 χρόνια. Οι ΗΠΑ όμως ασχολούνται με τα θέματα της Ασίας ρίχνοντας ταυτόχρονα λάδι στη φωτιά των τοπικών ανταγωνισμών και δημιουργώντας νέες εστίες έντασης, όπως φαίνεται με τη Βιρμανία και την Βόρεια Κορέα. Κίνητρο δε για την ενεργότερη ανάμιξη των ΗΠΑ δεν είναι μόνο τα οικονομικά τους συμφέροντα, όπως φαίνεται από τις εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψε στην Ινδία και το Πουκέτ, αλλά κι η εναγώνια προσπάθεια τους να δημιουργήσουν αναχώματα στην ορμητική κι απειλητική για τα αμερικανικά συμφέροντα ανάπτυξη της Κίνας.