Με τη Μόσχα το Βερολίνο κόντρα στις Βρυξέλλες!

sel 24 vasi 2Στο μέσο διασταυρούμενων πυρών βρέθηκε η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ την Παρασκευή, με αφορμή την απόφασή της να προχωρήσει με κάθε κόστος η κατασκευή του αγωγού μεταφοράς αερίου Νορντ Στριμ 2 από τη Ρωσία.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το νέο σχέδιο που ανακοινώθηκε το Σεπτέμβριο έχει συνολικό κόστος 11 δισ. δολ. και προσπερνάει τις 3 βαλτικές δημοκρατίες (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία) και την Πολωνία, ενώ έχει ήδη θεωρηθεί χαριστική βολή για την Ουκρανία που με την ολοκλήρωσή του θα στερηθεί έσοδα ύψους 2 δισ. δολ. ετησίως τα οποία εισπράττει από τη Μόσχα υπό τη μορφή τελών διέλευσης. Το συγκεκριμένο θέμα εξαφανίστηκε μέσα στον καταιγισμό ειδήσεων για το συνοριακό, διαθέτει ωστόσο μεγάλη σημασία.

Εναντίον των σχεδίων της Μέρκελ τάχθηκαν πρώτα και κύρια οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, που το μίσος τους απέναντι στη Ρωσία τις έχει μετατρέψει σε όργανα της Ουάσινγκτον. Χρησιμοποιώντας τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (και πρωθυπουργό της Πολωνίας από το 2007 ως το 2014) Ντόναλντ Τουσκ επικαλέστηκαν το λεγόμενο Τρίτο Ενεργειακό Πακέτο που στο όνομα του ανταγωνισμού προβλέπει το διαχωρισμό μεταξύ προμηθευτή φυσικού αερίου και ιδιοκτήτη αγωγών. Συνθήκη που παραβιάζεται απροκάλυπτα καθώς στο συγκεκριμένο αγωγό που θα προμηθεύει αέριο από τη Gazprom συμμετέχει όχι μόνο η «ντριμ τιμ» του ευρωπαϊκού κεφαλαίου (Shell, BASF, EON, Engie, OMV) αλλά κι ίδια η Gazprom. Το Τρίτο Ενεργειακό Πακέτο, επί της ουσίας, δεν είναι τίποτε άλλο από αμερικανική σφήνα στα σχέδια ενεργειακής επέκτασης της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή αγορά, που συμπληρώνεται μάλιστα με την ενεργειακή εξάρτηση της Δ. Ευρώπης από τα αμερικανικά προτεκτοράτα της Κασπίας, καθώς αυτή είναι η μοναδική εναπομείνασα πηγή τροφοδοσίας – κι αυτό είναι που ενοχλεί το Βερολίνο!

Απέναντί της όμως η Μέρκελ δεν είχε μόνο τους ανατολικοευρωπαίους. Είχε και τον ιταλό πρωθυπουργό Ματέο Ρέντσι που κατηγόρησε τη γερμανίδα καγκελάριο για υποκρισία. Η κριτική του ήταν πολύ καθαρή: Η Γερμανία όχι απλώς συναίνεσε αλλά και πρωτοστάτησε στην επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας, που πλήττουν προνομιακά τις μεσογειακές χώρες λόγω εξαγωγών κυρίως αγροτικών προϊόντων, ενώ σημαντικό ρόλο είχε επίσης στην ακύρωση της κατασκευής του αγωγού Σάουθ Στριμ, ενός σχεδίου αξίας 50 δισ. δολ. που θα έφερνε το ρωσικό αέριο στη νότια Ευρώπη. Η Ιταλία βγήκε διπλά ζημιωμένη από αυτή την ανατροπή γιατί όχι μόνο έχασε το ρωσικό αέριο αλλά και λόγω των διαφυγόντων κερδών της ΕΝΙ που ήταν εκ των μεγαλύτερων επενδυτών της κοινοπραξίας. Το αίτημα λοιπόν του Ρέντσι ήταν να ισχύσει στη νότια ό,τι ισχύει στη βόρεια Ευρώπη: ή να ακυρωθεί ο Νορντ Στριμ 2 ή να επιτραπεί ο Σάουθ Στριμ! Αίτημα που προφανώς έπεσε στο κενό…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Πριν, την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Στους ιδιώτες μνήμη και μνημεία, στη λήθη ο πολιτισμός (Πριν, 8/11/2015)

sel 24 vasiΤο έθιμο, επηρεασμένο από ένα τραγούδι τον Φρανκ Σινάτρα, θέλει όποιον επισκέπτεται τη Φοντάνα ντι Τρέβι, ένα από τα ομορφότερα σημεία στο κέντρο της Ρώμης, να γυρίζει την πλάτη του στο σιντριβάνι και να πετάει ένα κέρμα ώστε να υλοποιηθεί η υπόσχεση του ότι θα επισκεφθεί ξανά την Αιώνια Πόλη. Έτσι, ένα στρώμα από κέρματα διακρινόταν ανέκαθεν στο βυθό του πανέμορφου σιντριβανιού, που από το 1960 και μετά έχει ταυτιστεί με την εικόνα της πληθωρικής Ανίτας Έκμπεργκ από την ταινία του Φελίνι, Ντόλτσε Βίτα, ενδεδυμένης με μαύρη νυχτερινή τουαλέτα να ακκίζεται περπατώντας ράθυμα στα νερά του.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ωστόσο, πριν 17 μήνες μια ιδιωτική εταιρεία μόδας, που κατασκευάζει τσάντες και γούνες, αποφάσισε να ρίξει στο μνημείο όχι 1-2 κέρματα μικρής αξίας, αλλά 2,2 εκ. ευρώ! Όσο στοίχισε η συντήρηση του μνημείου που κατασκευάστηκε το 1732 και τα τελευταία 25 χρόνια δεν είχε δεχτεί καμιά συντήρηση, με αποτέλεσμα λόγω της υδάτινης διάβρωσης να είχε παρατηρηθεί ακόμη και αποκόλληση ολόκληρων κομματιών.

Η συντήρηση της Φοντάνα ντι Τρέβι, με ιδιωτική χορηγία δεν είναι κι η μοναδική περίπτωση που τα μνημεία (κι η μνήμη!) της Ρώμης παραδίνονται στο κεφάλαιο. Το ίδιο συνέβη με το Κολοσσαίο, το οποίο συντηρεί ένας παπουτσάς, την Ισπανική Σκάλα – αγαπημένο σημείο συνάντησης ντόπιων και τουριστών, που έχει αναλάβει ένας κοσμηματοπώλης και μια αρχαία εκκλησία, που ευτύχησε να παραμείνει όρθια αν όχι στους αιώνες των αιώνων, τουλάχιστον τις επόμενες λίγες δεκαετίες, από ένα ρώσο ολιγάρχη, ο οποίος θέλησε να συνδέσει τη φήμη του με μια βασιλική. Καλύτερη ήταν η τσαντού που θέλησε να κλέψει τη φήμη της Ανίτας Έκμπεργκ για να ανεβάσει το πρεστίζ της στις έμπλεες ματαιοδοξίας πλούσιες πελάτισσές της;

Η επέλαση των ιδιωτών στα αρχαία μνημεία της Ρώμης ουδέποτε θα είχε αποκτήσει τέτοιες διαστάσεις επιδημίας αν η κυβέρνηση Ρέντσι δεν ψήφιζε ένα νόμο (ονόματι Αρτ Μπόνους) με τον οποίο κάθε χορηγία στον πολιτισμό εκπίπτει της φορολογίας σε ποσοστό 65%. Ως αποτέλεσμα το κόστος είναι ευθέως συγκρίσιμο με τις υπέρογκες δαπάνες αυτών των εταιρειών για προβολή και διαφήμιση. Δεν ξοδεύτηκαν επομένως…

Τα χειρότερα ωστόσο επιφυλάσσονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ιταλίας, ως σύνολο, και προφανώς κάθε άλλης χώρας. Για τα χιλιάδες εκείνα άγνωστα μνημεία που δεν προκαλούν την φαντασία του καταναλωτή όπως η Φοντάνα ντι Τρέβι, για τις εργατοώρες δασκάλων, αρχαιολόγων και μουσειολόγων που πρέπει να πληρωθούν ώστε ο πολιτισμός κι η μνήμη να γίνουν κτήμα του κάθε ανθρώπου. Δαπάνες που ουδέποτε θα έλξουν τους χορηγούς…

Καίγονται το Βέλγιο και η Ιταλία (Πριν, 21 Δεκεμβρίου 2014)

sel 13Το ερώτημα αν «αυτός ο νόμος αφορά κι εμένα» δεν ήταν μόνο στην Ελλάδα που ακούστηκε πιο συχνά απ’ οποιοδήποτε άλλο τη διετία 2010 – 2011. Και στην υπόλοιπη Ευρώπη τέθηκε κατ’ αναντιστοιχία το ίδιο ακριβώς ερώτημα: «Κατά πόσο ό,τι γίνεται στην Ελλάδα αφορά κι εμάς». Πολλοί λίγοι μπορούσαν να δεχτούν ότι η Ελλάδα ήταν το πειραματόζωο ή ο ευαίσθητος κρίκος για να ενταχθεί όλη η Ευρώπη στα Μνημόνια και να αποτελέσει το καινούργιο λαμπρό πεδίο δόξας του ΔΝΤ. Υπήρχε ακόμη περιθώριο για να πιάνουν τόπο οι αιτιάσεις της αστικής τάξης περί ελληνικής εξαίρεσης και χρόνιας ασωτίας που οδήγησε στην κρίση, ενώ η ίδια κέρδιζε χρόνο ωθώντας τον ένα λαό της Ευρώπης να στρέφεται ενάντια στον άλλο. Ειδικά το 2010.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το 2011-2012 η κατάσταση άλλαξε με την ένταξη στον Μηχανισμό δανειοδότησης κι άλλων χωρών που πλέον ήταν πολλές για να μπορεί να αποδοθεί η αιτία της υπερχρέωσης στην «εξαίρεσή» τους. Ακόμη και τότε όμως υπήρχαν περιθώρια επανάπαυσης∙ και των από πάνω και των από κάτω, μεταθέτοντας τις δύσκολες αποφάσεις για το απώτερο μέλλον.

Το 2013 διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο όταν η κρίση πλήττει πλέον όλη την Ευρώπη, παύει δηλαδή να είναι ένα φαινόμενο της περιφέρειας της ευρωζώνης όπως συνέβαινε στο ξέσπασμά της όταν λόγω της αρχιτεκτονικής του κοινού νομίσματος η κρίση έπληξε πρωτίστως τις μεσογειακές χώρες της Ευρώπης, και μπαίνει στην ημερήσια διάταξη των ασταθών ούτως ή άλλως κυβερνήσεων η ανάγκη άμεσης ψήφισης αντιλαϊκών μέτρων. Τότε ακριβώς, όταν για πρώτη φορά πλήττεται η Ευρώπη από την ύφεση με την είσοδο του 2013, είναι που δικαιώνεται η ερμηνεία του ελληνικού παραδείγματος ως πειραματόζωο ή αδύναμου κρίκου. Η Ελλάδα κι η περιφέρεια της ευρωζώνης παύουν να αποτελούν αποδιοπομπαίο τράγο όταν επίσης μαζί με την εμφάνιση της ύφεσης και την επιτάχυνση της επίθεσης του κεφαλαίου αρχίζουν κι οι πρώτες εργατικές αντιδράσεις απέναντι στον Αρμαγεδδώνα.

Το 2014, ειδικά το δεύτερο εξάμηνό του, μπορούμε να πούμε ότι είμαστε μάρτυρες της μετάδοσης του ελληνικού ιού στην Δυτική Ευρώπη. Οι παρατεταμένες εργατικές διαμαρτυρίες που συγκλονίζουν το Βέλγιο, όπου έχει την έδρα της η ΕΕ, και την Ιταλία, την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης σηματοδοτούν μια νέα φάση τόσο στη διαχείριση της κρίσης, όσο και στις αντιδράσεις απέναντί της. Από κοινού, και ξέροντας επίσης ότι προ των πυλών είναι νέα, πιο απειλητικά κύματα επίθεσης και εργατικών αγώνων, δημιουργούν την βάσιμη ελπίδα ότι η αφύπνιση των ευρωπαϊκών λαών μπορεί να δημιουργήσει τους όρους για να ανατραπεί η επίθεση και να δημιουργηθούν σοβαρά ρήγματα στην πολιτική της ΕΕ και των κυβερνήσεων.

Πεδίο μάχης οι Βρυξέλλες

sel 1Η νέα κυβέρνηση που ορκίστηκε τον Οκτώβριο στο Βέλγιο μπορεί να ξεκινούσε αναπαράγοντας όλες τις παθογένειες του βελγικού πολιτικού συστήματος, ειδικότερα μια τάση παραλυσίας λόγω της αντίθεσης μεταξύ φτωχού γαλλόφωνου νότου και πλούσιου φλαμανδόφωνου βορά, όπως εκφράστηκε με τις διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν πέντε ολόκληρες μήνες μέχρι να συμφωνηθεί ο σχηματισμός κατ’ αντιστοιχία με ό,τι είχε συμβεί και το 2010 όταν οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν 18 ολόκληρους μήνες, αυτή τη φορά εν τούτοις υπήρχε μια ουσιώδη πολιτική αλλαγή. Πρώτη φορά μετά από 26 χρόνια δεν συμμετείχαν στην κυβέρνηση οι σοσιαλιστές. Επιπλέον, στη νέα κυβέρνηση συμμαχίας ξεχωρίζει η βαριά σφραγίδα της φλαμανδικής άκρας Δεξιάς, και δικαιολογημένα καθώς το εθνικιστικό κόμμα Νέα Φλαμανδική Συμμαχία, το ένα από τα τρία φλαμανδικά κόμματα που συμμετέχουν στον συνασπισμό, έλαβε το 20% των ψήφων. Το Μεταρρυθμιστικό κόμμα του νέου πρωθυπουργού, Σαρλ Μισέλ, που είναι το μοναδικό κόμμα το οποίο προέρχεται από την γαλλόφωνη Βαλονία είχε κερδίσει λιγότερο από το 10% των ψήφων και δίνει την επίφαση της εθνικής ενότητας. Κάλλιστα επομένως η νέα κυβέρνηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια κυβέρνηση των πλουσίων του Βελγίου, με μάρτυρα την απόφαση των Φλαμανδών να θέσουν μετά από καιρό κατά μέρους τα αποσχιστικά τους αιτήματα από τη στιγμή που για πρώτη φορά τόσο έντονα και καθαρά η δική τους πολιτική ατζέντα μετατρέπεται σε κυβερνητικές εξαγγελίες.

Έτσι οδηγούμαστε στην κήρυξη του κοινωνικού πολέμου, όταν τον Οκτώβριο του 2014 το Βέλγιο ζει τον δικό του Μάη του 2010. Τα νέα αντιλαϊκά μέτρα ανακοινώνονται ταυτόχρονα με την ανάληψη των νέων κυβερνητικών καθηκόντων κι αφορούν σε περικοπές δαπανών ύψους 11 δισ. ευρώ για τα επόμενα πέντε χρόνια. Περιλαμβάνουν την άνοδο του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη, μέτρα περιορισμού των χρηματοδοτήσεων στο κοινωνικό κράτος και, το σημαντικότερο, τερματισμό ενός καθεστώτος αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής που ίσχυε επί χρόνια βάσει του οποίου μισθοί και κοινωνικά επιδόματα ακολουθούσαν αυτόματα την πορεία του πληθωρισμού, επιτρέποντας έτσι να καλύπτονται οι εισοδηματικές απώλειες που δημιουργεί στους μισθωτούς η άνοδος του κόστους ζωής.

Η αντίδραση των Βέλγων ήταν ακαριαία, ξαφνιάζοντας έναν εξωτερικό παρατηρητή. Κι αυτό συνέβη επειδή η τωρινή επίθεση είχε προετοιμαστεί. Ώριμες επίσης ήταν κι οι συνειδήσεις των εργαζομένων μιας και το κοινωνικό ζήτημα δεν προέκυψε με το που ανέλαβε πρωθυπουργός ο 38χρονος Σαρλ Μισέλ. Η ανεργία μπορεί να βρίσκεται στο 8,6%, αλλά μέσα σε ένα χρόνια αυξήθηκε σχεδόν 2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η ανεργία των νέων έχει φτάσει στο 25%. Επιπλέον, το 2011 το 15,3% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας, με το εθνικό ποσοστό να μειώνεται στο βόρειο Βέλγιο στο 9,8%, ενώ στο νότιο τμήμα να αυξάνεται στο 19,2%. Η πτώση των μισθών αποτυπώνεται κι από τη συρρίκνωση του καθαρού φορολογήσιμου εισοδήματος του φτωχότερου 30% του πληθυσμού μεταξύ 1990 και 2009, την ίδια στιγμή που το πλουσιότερο 10% έβλεπε τη συμμετοχή του αυξάνεται από 27,3% στο 31,9%. Αυτή ήταν η εκρηκτική ύλη που είχε συγκεντρωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια (κι εκφράστηκε ανάγλυφα στην καταπληκτική ταινία Δύο ημέρες μία νύχτα που παίζεται ακόμη στους κινηματογράφους) η οποία επέτρεψε την επομένη κιόλας των εξαγγελιών να ξεκινήσουν οι εργατικοί αγώνες στο Βέλγιο που κορυφώθηκαν στις 15 Δεκεμβρίου με την εθνική απεργία που παρέλυσε όλη τη χώρα.

Το ξεχωριστό στην περίπτωση του Βελγίου κι αρκούντως ανησυχητικό για την συμμαχική κυβέρνηση που ήδη βλέπει τα ποσοστά δημοτικότητάς της να καταποντίζονται ήταν πως η εθνική απεργία ήταν πραγματικά η κορύφωση ενώ ήδη έχουν αρχίσει οι προετοιμασίες για τους επόμενους αγώνες. Δεν επρόκειτο δηλαδή για μια τουφεκιά στον αέρα, όσο κι αν οι εργατικές συνομοσπονδίες που κρατούν τα ηνία του συνδικαλιστικού κινήματος, αποτελούν σύμβολα γραφειοκρατικής ενσωμάτωσης. Ενδεικτικό στοιχείο για τον συνεχή αναβρασμό στο Βέλγιο είναι ότι της εθνικής απεργίας είχαν προηγηθεί άλλες τοπικές απεργίες στις 24 Νοεμβρίου, την 1η και στις 8 Δεκεμβρίου, κ.α.

????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????????Το πρόσφορο έδαφος στο οποίο αναπτύχθηκαν οι απεργίες κατά των μέτρων λιτότητας βοήθησε επίσης στην επιτυχία της πανευρωπαϊκής διαδήλωσης που συγκλόνισε τις Βρυξέλλες, προχθές Παρασκευή. Το αίτημα που κυριάρχησε αφορούσε την μη υπογραφή της διατλαντικής συμφωνίας (TTIP) που συζητιέται από το 2013, μεταξύ ΗΠΑ κι ΕΕ, ενώ το 2015 εκτιμάται ότι θα έχουν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις και θα μπουν οι υπογραφές. Πρωταγωνιστές στην πορεία, που συγκέντρωσε περισσότερο 1 εκ. διαδηλωτές εκ των οποίων ήταν πολλοί Γερμανοί, Ολλανδοί και Γάλλοι, ήταν οι αγρότες που με 30 τρακτέρ απέκλεισαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στη συγκέντρωση που πραγματοποίησαν δεν παρέλειψαν μάλιστα το προσφιλές τους συνήθειο να ψεκάσουν τους αστυνόμους με φρέσκο, ζεστό γάλα. Η αντίθεση τους στην συμφωνία διευκόλυνσης κι επιτάχυνσης του διατλαντικού εμπορίου επικεντρωνόταν στα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, καθώς η συμφωνία που θα γίνει θα καταργεί και τα τελευταία εμπόδια που έχουν απομείνει στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, διευκολύνοντας την είσοδο στην ευρωπαϊκή αγορά των αμερικανικών μεταλλαγμένων. Η συμφωνία παρόλα αυτά θα είναι αμοιβαία επωφελής, για τις αστικές τάξεις ΗΠΑ κι ΕΕ κι αμοιβαία ζημιογόνα για τους εργαζόμενους, καθώς ως χαρακτηριστικό γνώρισμα έχει τον αποκλεισμό των πιο απαιτητικών διαδικασιών που μπορεί να ισχύουν στο ένα μέρος, ως γραφειοκρατικών απαρχαιωμένων και ανασχετικών για τις επενδύσεις, και την υιοθέτηση των πιο φιλοεργοδοτικών κι ευέλικτων, με το επιχείρημα ότι έτσι θα αυξηθούν οι επενδύσεις και θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Στην πραγματικότητα θα αποτελέσει ένα συντριπτικό πλήγμα στα εργατικά δικαιώματα, ενώ θα απογειώσει την δύναμη των μεγάλων εταιρειών που πλέον και θεσμικά, κατοχυρωμένα θα δουν την δύναμη τους να υπερισχύει έναντι των κρατών σε περιπτώσεις δικαστικών διαμαχών. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός επίλυσης διαφορών που μεροληπτεί σκανδαλωδώς εναντίον των κρατών και υπέρ των εταιρειών (με την επωνυμία ISDS) χαρακτηρίστηκε τόσο παρωχημένος και νεοαποικιακός ώστε ακόμη και κράτη όπως η Αγγλία, η Γαλλία κι η Γερμανία δήλωσαν πως θα καταψηφίσουν την εφαρμογή της συνθήκης αν δεν βελτιωθούν, αναγνωρίζοντας την προτεραιότητα και τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών.

Οι διαδηλώσεις ωστόσο δεν αφορούσαν μόνο την διατλαντική συμφωνία. Στο στόχαστρο των διαδηλωτών βρέθηκε επίσης κι η ίδια η πολιτική της ΕΕ, όπως συζητιόταν στην σύνοδο κορυφής των ευρωπαίων ηγετών, που είχε προγραμματιστεί για τις 19 και 20 Δεκεμβρίου για να τελειώσει νωρίτερα. Γι’ αυτό και οι διαδηλωτές έκαψαν ομοίωμα της γερμανίδας καγκελάριου Άνγκελα Μέρκελ κι άλλων ηγετών της ΕΕ, ενώ τα συνθήματα που κυριάρχησαν στρέφονταν ενάντια στην λιτότητα και το δημόσιο χρέος.

Παρότι κι άλλες φορές στο παρελθόν οι Βρυξέλλες έχουν μετατραπεί σε πεδίο μάχης, οι συνεχείς διαδηλώσεις στην έδρα της ΕΕ τους τελευταίους μήνες συντελούνται σε ένα ολότελα διαφορετικό τοπίο, σε σχέση για παράδειγμα με το Νοέμβριο του 1993, όταν και πάλι οι αγρότες του Βελγίου είχαν δείξει τα δόντια τους. Πλέον, η ΕΕ έχει πάψει να εμφανίζεται ως θεματοφύλακας των θεσμών, του κράτους πρόνοιας και της δημοκρατίας και πλέον χωρίς προσχήματα αποτελεί τον ενορχηστρωτή της κατεδάφισης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Επομένως όχι μόνο δεν της αξίζει πλέον κανένας σεβασμός, αλλά όσο συντομότερα οι δρόμοι γύρω από το Ευρωκοινοβούλιο και την Κομισιόν γίνουν θέατρα πανευρωπαϊκού πολέμου, τόσο καλύτερα για όλους.

Με απεργίες και διαδηλώσεις απαντούν οι Ιταλοί

Στην Ιταλία η αντίστροφη μέτρηση για τον εργατικό αναβρασμό που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες με αποκορύφωμα την απεργία την προηγούμενης Παρασκευής 12 Δεκεμβρίου άρχισε τον Φεβρουάριο του 2014 όταν ο 39χρονος πρώην δήμαρχος της Φλορεντίας, Ματέο Ρέντζι, με ένα εσωκομματικό πραξικόπημα ανατρέπει τον τότε πρωθυπουργό Ενρίκο Λέτα, τον οποίο μέχρι τότε διαβεβαίωνε ότι δεν κινδυνεύει, και ορκίζεται πρωθυπουργός. Το πολιτικό του άστρο έπαψε να λάμπει σχεδόν ταυτόχρονα με την ψήφιση της αντεργατικής μεταρρύθμισης στην Βουλή τον Οκτώβριο. Ένα μήνα μετά, στις περιφερειακές εκλογές του Νοεμβρίου, το κόμμα του, το Δημοκρατικό Κόμμα, κατέγραψε αλλεπάλληλες ήττες, μέσω μαζικής αποχής, κερδίζοντας μόνο τις επαρχίες Εμίλια Ρομάνα στο βορά (με 4 εκ. πληθυσμό και παραδοσιακά ισχυρή παρουσία της Αριστεράς) και την Καλαβρία στο νότο. Ισχυροποιείται ωστόσο πολιτικά ο αντίπαλος δεξιός πόλος γύρω από την Λίγκα του Βορρά που πλέον γίνεται εθνικό κόμμα, αλλάζοντας την πολιτική της ατζέντα. Το αίτημα της απόσχισης του πλούσιου βορά από την Ρώμη παραμερίζεται, ενώ στην προμετωπίδα μπαίνει η αντιμεταναστευτική ρητορική και το αίτημα εξόδου από το ευρώ. Το αποτέλεσμα είναι τα ποσοστά της να τετραπλασιαστούν κι από 5% στις ευρωεκλογές να φτάσουν το 20% στις περιφερειακές εκλογές. Η μετεωρική άνοδος της Λίγκας ωστόσο δεν απειλεί τον Ρέντζι γιατί κατά βάση συντελείται σε βάρος του κόμματος του Μπερλουσκόνι, Φόρτσα Ιτάλια, που μετά την ανατροπή του από την πρωθυπουργία, τον Νοέμβριο του 2011, μαζί με τον Γ. Παπανδρέου με απόφαση του διδύμου Μερκοζί, βρίσκεται σε μια πορεία σταθερής περιθωριοποίησης.

sel 12 katoΗ οπισθοδρομική ατζέντα του Ρέντζι, που προωθείται με πολιορκητικό κριό τον υπουργό Οικονομικών Πιέρ Κάρλο Παντόαν που μέχρι πρόσφατα ήταν αξιωματούχος του ΔΝΤ κι επικεφαλής οικονομολόγος του άλλου μισητού οργανισμού, του ΟΟΣΑ,  έχει ένα και μόνο θέμα: Την κατεδάφιση του περίφημου άρθρου 18 που συμπυκνώνει τις κατακτήσεις της ιταλικής εργατικής τάξης. Κι αυτό καθόλου τυχαία∙ ψηφίστηκε το 1970, μετά το καυτό φθινόπωρο του 1969, προβλέποντας κατοχύρωση του εργαζομένου από την εργοδοτική αυθαιρεσία, δικαίωμα εργατικών συνελεύσεων, ελεύθερης επιλογής συνδικάτου στο οποίο θα ανήκει κάθε εργαζόμενος, κ.α. Η κυβέρνηση από την άλλη, το εμφανίζει ως την αιτία όλων των κακών της ιταλικής οικονομίας που φέτος θα δει το ΑΕΠ της να υποχωρεί κατά 0,2%. Τυπικά, αυτό που ζητούν κυβέρνηση και εργοδότες είναι το δικαίωμα των ελεύθερων απολύσεων, χωρίς να κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους το δικαίωμα των δικαστών να επιβάλλουν την επαναπρόσληψη, αν η απόλυση κριθεί ότι έγινε αναίτια. Κι αυτή ωστόσο η κατηγορία απέχει πολύ από την πραγματικότητα, κι όχι μόνο επειδή και στην Ιταλία ανθεί η μαύρη εργασία σε μια κατακερματισμένη και ασύδοτη αγορά εργασίας. Το σημαντικότερο είναι πώς από το 2012 με το νόμο Φορνέρο καταργήθηκαν πολλές από τις προστασίες που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι. Για παράδειγμα οι απολύσεις σε επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 15 εργαζόμενους επιτρέπονται. Αυτό που τώρα ζητιέται είναι να θεσμοθετηθεί η εργοδοτική αυθαιρεσία. Χαρακτηριστικά, ενώ με τον υπάρχον νόμο, το άρθρο 18, που για την ιταλική εργοδοσία και το νεοφιλελευθερισμό είναι κόκκινο πανί, κάτι σαν την δική μας μεταπολίτευση, όσοι εργάζονται με νόμιμο τρόπο σε περίπτωση απόλυσης δικαιούνται αποζημίωση 15 ημερών για κάθε 3 μήνες δουλειά, με τον καινούργιο νόμο, που δεν προβλέπεται να ψηφιστεί απ’ όλα τα σώματα και να εκδοθούν οι εφαρμοστικοί του μέχρι τα μέσα του 2015, οι απολύσεις θα είναι ελεύθερες τα 3 πρώτα χρόνια της πρόσληψης. Με το νέο νόμο επίσης που προωθεί ο Ρέντζι κατοχυρώνεται το δικαίωμα της εργοδοσίας στις παρακολουθήσεις της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του προσωπικού, των σελίδων που επισκέπτεται στο διαδίκτυο. Επίσης παύει να υπάρχει δικαίωμα αποζημίωσης σε επιχειρήσεις που αναδιαρθρώνονται ή βάζουν λουκέτο, κ.α.

Στην προώθηση της αντεργατικής ατζέντας του, ο Ρέντζι έχει βρει ανέλπιστη σύμμαχο την Λίγκα του Βορά που θέλοντας να αδρανοποιήσει την εσωκομματική του αντιπολίτευση, προσφέρθηκε να ψηφίσει μαζί με τον πρωθυπουργό την εκθεμελίωση του άρθρου 18, σε περίπτωση που είχε διαρροές από το κόμμα του. Προσφορά που έμεινε αναξιοποίητη καθώς ο νόμος ψηφίσθηκε στις 9 Οκτώβρη με 165 ψήφους υπέρ και 111 κατά. Η αντίθεση επομένως στο ευρώ και την Γερμανία της ιταλικής Δεξιάς γίνεται από τη σκοπιά των ιταλικών, αστικών συμφερόντων. Αποκτάει απήχηση και διείσδυση στα λαϊκά στρώματα ωστόσο λόγω της πολιτικής ατολμίας της Αριστεράς να θέσει έστω το αίτημα της εξόδου από το ευρώ, από τη σκοπιά των συμφερόντων της λαϊκής πλειοψηφίας. Αυτών ακριβώς των συμφερόντων που την προηγούμενη Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου βγήκαν στους δρόμους 54 πόλεων της Ιταλίας, από το πάλαι ποτέ βιομηχανικό Τορίνο μέχρι την Σικελία, με το σύνθημα «Έτσι δεν πάει» (Cosi non va!). Σε δύο μάλιστα πόλεις, το Μιλάνο και το Τορίνο, δεν έλειψαν και οι συγκρούσεις με την αστυνομία. Εναντίον του Ρέντζι διαδήλωσαν πρώτοι απ’ όλους εκατομμύρια εργαζόμενοι που δικαίως ανησυχούν πως η απελευθέρωση των απολύσεων θα οδηγήσει την επίσημη ανεργία σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από το 13% που είναι τώρα, όταν δύο χρόνια πριν ήταν στο 10%. Μαζί τους ήταν συνταξιούχοι που διαδήλωναν ενάντια στις συντάξεις των 500 ευρώ, νέοι που ζητούσαν επιδότηση της στέγης γιατί δεν μπορούν να αντέξουν τα πολύ υψηλά ενοίκια, εκπαιδευτικοί που ζητούσαν επιπλέον δαπάνες, κ.α. Ως αποτέλεσμα της μαζικής συμμετοχής στην απεργία οι συγκοινωνίες παράλυσαν, δημόσια διοίκηση, νοσοκομεία και σχολεία έμειναν κλειστά ενώ υψηλή συμμετοχή στην απεργία καταγράφτηκε και στον ιδιωτικό τομέα με ολόκληρους κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία να κατεβάζουν ρολά.

Οι μεγάλοι ωστόσο απόντες των πολύ σημαντικών αγώνων που τώρα ξεσπούν στην Ιταλία, όπως και στο Βέλγιο, ήταν πρώτο, μια ισχυρή ταξική πτέρυγα του εργατικού κινήματος που θα ξεπεράσει τους συμβιβασμούς των επίσημων σοσιαλδημοκρατικών συνδικάτων CGIL και UIL, τα οποία ένα μήνα πριν συνομιλούσαν με τον Ρέντζι σε μια επίδειξη υπευθυνότητας, και μια Αριστερά μαχητική και εργατική που θα εμπνέει και θα αλλάζει τους συσχετισμούς, χωρίς αυταπάτες για τις κυβερνήσεις και τους θεσμούς.

Κύπρος – Ιταλία: Η ΕΕ εναντίον των κυρίαρχων κρατών (Nexus, Απρίλιος 2013)

images (17)Από τον Μάιο του 2005, όταν οι Γάλλοι είπαν όχι στο ευρωσύνταγμα, είχαμε να νιώσουμε τόση χαρά, όπως νιώσαμε την Τρίτη 19 Μαρτίου, όταν η Κυπριακή Βουλή απέρριψε με μια συντριπτική πλειοψηφία το «σχέδιο διάσωσης» της οικονομίας της που είχε αποφασίσει λίγες μέρες πριν, το Σάββατο 16 Μαρτίου, το Συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης (Eurogroup). Η πρόταση μάλιστα των ευρωπαίων υπουργών, που είχε γίνει ομόφωνα δεκτή στην μαραθώνια συνεδρίαση τους την είχε δηλαδή αποδεχτεί τόσο η κυπριακή κυβέρνηση όσο και η ελληνική, δεν συγκέντρωσε ούτε μία θετική ψήφο στην κυπριακή Βουλή καθώς οι βουλευτές του Δημοκρατικού Συναγερμού, απ’ όπου προέρχεται κι ο νυν πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, επέλεξαν να απέχουν από την ψηφοφορία. Έτσι, η ψηφοφορία έληξε με 36 ψήφους εναντίον της πρότασης και 19 αποχές.

Η απόρριψη του σχεδίου του Eurogroup είτε στην αρχική του εκδοχή (φόρος ύψους 6,75% για καταθέσεις κάτω των 100.000 ευρώ και ύψους 9,9% για μεγαλύτερες) είτε στην δεύτερη εκδοχή, που επιχείρησε να σώσει την παρτίδα – όταν όμως ήταν πλέον αργά (μηδενικός φόρος για καταθέσεις μέχρι 100.000 ευρώ και φόρος ύψους 15,6% για ποσά άνω των 100.000) αποτέλεσε μια τεράστια επιτυχία του κυπριακού λαού, εφάμιλλη του «όχι» που είχε πει το 2004 στο σχέδιο Ανάν. Τώρα όμως, η ζημιά που έγινε, δυστυχώς, δεν αναιρείται, αντίθετα με ότι είχε συμβεί επί προεδρίας του Τάσσου Παπαδόπουλου όταν το συντριπτικό «όχι» των Κυπρίων απέτρεψε τις αρνητικές εξελίξεις. Με άλλα λόγια τώρα, η φθορά που υπέστη η Κύπρος μετά τη θύελλα που ξέσπασε με την απόφαση του Eurogroup είναι μη αντιστρεπτή, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής σχετικής ανόδου και ευημερίας που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και το ξεκίνημα μιας νέας εποχής παρακμής και δυσπραγίας.

Σε κίνδυνο οι τραπεζικές καταθέσεις

Ανεξαρτήτως του σχεδίου που τελικά θα επιλεγεί για να ανακεφαλαιοποιηθούν οι κυπριακές τράπεζες, η εγκληματική συναίνεση που επέδειξε ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Κύπρου στην πρόταση του Eurogroup για κούρεμα των καταθέσεων έστειλε ένα μήνυμα πανικού: Ότι αρνούμαι να σεβαστώ ακόμη και τα ιερά και τα όσια της ιδιωτικής οικονομίας όπως είναι οι τραπεζικές καταθέσεις, που πολύ περισσότερο για την κυπριακή οικονομία αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους επί των οποίων στηρίζεται όλο το εύθραυστο κυπριακό οικονομικό οικοδόμημα. Διαφορετικά ειπωμένο, οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση διατηρούσε αυτό το δικαίωμα, όχι όμως η κυπριακή κυβέρνηση που βασίζεται σε ένα πακτωλό χρημάτων τα οποία είναι παρκαρισμένα σε τραπεζικές καταθέσεις και ξεπερνούν πολλές φορές το ΑΕΠ της χώρας. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους καθώς η αξία των τραπεζικών καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες άγγιζε τον Ιανουάριο του 2013 τα 68 δισ. ευρώ, ένα ποσό περίπου τέσσερες φορές μεγαλύτερο από την αξία των όσων παράγονται στη χώρα που ανέρχεται σε 18 περίπου δις. ευρώ. Από τα 68 δισ. ευρώ των καταθέσεων, τα 43 δισ. φαίνεται να ανήκουν σε Κύπριους καταθέτες και τα υπόλοιπα 25 δισ. ευρώ σε καταθέτες του εξωτερικού. Εξ αυτών υπολογίζεται ότι τα 20 περίπου δισ. ευρώ ανήκουν σε Ρώσους, 2 δισ. σε Βρετανούς, κοκ. Μήνες πριν το ιστορικής σημασίας συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης ο διεθνής Τύπος δημοσίευε αλλεπάλληλα άρθρα στα οποία περιέγραφε το σχέδιο κατάσχεσης (γιατί περί αυτού πρόκειται κι όχι για φόρο) μέρους των καταθέσεων, ως μια μορφή συμβολής των ίδιων των καταθετών στην διάσωση των τραπεζών. Επίσης ως μια μορφής αποκατάσταση της δικαιοσύνης λόγω του ότι τα κεφάλαια με τα οποία είχαν πλημμυρίσει οι κυπριακές τράπεζες κάθε άλλο παρά «καθαρά» ήταν, με βάση δημοσιεύματα κυρίως του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ. Αποτελούσε έτσι κοινή ομολογία πως επρόκειτο για βρόμικο χρήμα που ξεπλενόταν στην Μεγαλόνησο και ξανάμπαινε στη Ρωσία. Τα σενάρια αυτά φάνηκε να παίρνουν τέλος με αφορμή την σαφή δήλωση που έκανε ο Νίκος Αναστασιάδης από τα γραφεία του κόμματός του στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Κι αφού γίνεται αυτή η καθησυχαστική δήλωση η ρώσικη οικονομική ελίτ έρχεται αντιμέτωπη με απώλειες ύψους τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ, για τις οποίες μαθαίνει από τις τηλεοράσεις! Και στην πράξη με πολύ μεγαλύτερες απώλειες λόγω του ότι σημαντικό ύψος ρωσικών καταθέσεων γινόταν μέσω Κυπρίων: φυσικών προσώπων ή εταιρειών.

Το συμπέρασμα που εξήχθη από το Κρεμλίνο ήταν πεντακάθαρο: Πώς κανείς πλέον δεν μπορεί να εμπιστεύεται την πολιτική ηγεσία της Κύπρου για δουλειές. Η αλλαγή στάσης της Ρωσίας φάνηκε αμέσως με τον ρώσο υπουργό Οικονομικών, Αντόν Σιλουάνοβ, να δηλώνει ότι η Μόσχα είναι αναγκασμένη να επανεξετάσει τους (πολύ ευνοϊκούς, με βάση τα διεθνή δεδομένα) όρους που παραχώρησε δάνειο ύψους 2,5 δισ. ευρώ στην Κύπρο, χάρη στο οποίο κατάφερε να σταθεί στα πόδια της την προηγούμενη εξ ίσου κρίσιμη διετία. Και δεν επρόκειτο μόνο για δηλώσεις. Άρθρο γνώμης που δημοσιεύτηκε σε καθημερινή ρωσική εφημερίδα του επικεφαλής ενός μεγάλου επενδυτικού κεφαλαίου (Αρμπάτ Κάπιταλ) όπου τόνιζε ότι ποσά ύψους 2 δισ. δολ. έφυγαν τον προηγούμενο χρόνο από την Κύπρο για την Λετονία, υπό τον φόβο της μορφής που θα λάβαινε η διάσωση των τραπεζών, πιο πολύ λειτουργούσε παροτρυντικά παρά κατέγραφε την πραγματικότητα. Το σχεδόν βέβαιο δηλαδή είναι πως ταχύτατα το επόμενο διάστημα τα ξένα κεφάλαια θα φύγουν από την Κύπρο, προκαλώντας μια πρωτοφανή καθίζηση στην οικονομία της, με δραματικές επιπτώσεις στην απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των Κυπρίων.

Το PSI η αιτία κατάρρευσης των κυπριακών τραπεζών

Πριν δούμε τις γεωπολιτικές εξελίξεις που θα σημάνει αυτή η ανατροπή πρέπει να επισημάνουμε πως δεν ήταν καθόλου αναπόφευκτη. Το κούρεμα των καταθέσεων που αποφασίστηκε από το Eurogroup ως ένα μέσο για να βρεθούν τα 5,8 δισ. ευρώ που θα προστεθούν στα άλλα 10 δισ. ευρώ που θα έδιναν ευρωζώνη και ΔΝΤ για την «διάσωση» της κυπριακής οικονομίας, δεν ήταν η δίκαιη ποινή που έπρεπε να πληρώσει η κυπριακή οικονομία. Κι αυτό για πολλούς λόγους. Πρώτα και κύρια επειδή η κυπριακή οικονομία δεν αντιμετώπιζε δημοσιονομικά προβλήματα ούτε χαρακτηριζόταν από μεγάλο δημόσιο χρέος όπως φαίνεται στον πρώτο πίνακα που παραθέτουμε. Ξεχωρίζει μάλιστα το γεγονός πως το δημόσιο χρέος της Κύπρου ήταν πιο χαμηλά από το μέσο όρο της ευρωζώνης. Έφτασε μάλιστα σε αυτό το ύψος αφού εγκατέλειψε την κυπριακή λίρα και υιοθέτησε το ευρώ, όπως φαίνεται στον δεύτερο πίνακα που παραθέτουμε, ο οποίος δικαιολογεί την δυσπιστία των Κυπρίων απέναντι στο ευρώ. Ο δεύτερος και πιο ουσιαστικός λόγος είναι ότι οι κυπριακές τράπεζες αν χρήζουν ανακεφαλαιοποίησης αυτό οφείλεται στο ελληνικό πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων (PSI) του Μαρτίου του 2012. Η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται πετυχημένη παρότι έκτοτε ακολούθησε μια μίνι αναδιάρθρωση το Νοέμβριο του 2012 κι έπεται μια ακόμη μετά τις γερμανικές εκλογές τον Οκτώβριο του 2013 με την συμμετοχή του επίσημου τομέα των πιστωτών, κυρίως δηλαδή των κρατών μελών της ευρωζώνης, οδήγησε στα …βράχια τις κυπριακές τράπεζες, καθιστώντας αναγκαία την ανακεφαλαιοποίησή τους. Η ευθύνη λοιπόν δεν βαραίνει τους κύπριους καταθέτες ούτε τους ρώσους ολιγάρχες, αλλά τους Γερμανούς που σχεδίασαν το PSI και φυσικά το Eurogroup, που τώρα πάει να διορθώσει το ένα λάθος διαπράττοντας ένα ακόμη μεγαλύτερο, για την ακρίβεια ολέθριο. Τέλος, η Κυπριακή δεν ήταν η μοναδική οικονομία εντός ευρωπαϊκού εδάφους και ευρωζώνης που αποτελούσε πλυντήριο βρώμικου χρήματος. Το ίδιο πράττει και η Ελβετία και το Λουξεμβούργο. Η διαφορά με την Κύπρο είναι πως δεν τελούσε υπό τον γερμανικό έλεγχο. Γι’ αυτό τιμωρήθηκε.

Πίνακας Ι. Δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2012

Ελλάδα              176,7%

Ιταλία               126,5%

Πορτογαλία       119,1%

Ιρλανδία            117,5%

Βέλγιο               99,9%

Ευρωζώνη       92,9%

Γαλλία               90%

Κύπρος            89,7%

Βρετανία           88,7%

Ισπανία             96,1%

Γερμανία           81,7%

Αυστρία             74,5%

Ολλανδία           68,5%

Φινλανδία          53,1%

Δανία                45,4%

Σουηδία             37,4%

Πηγή: Annual Macroeconomic Database, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

 

Πίνακας ΙΙ. Πορεία του δημόσιου χρέους της Κύπρου ως ποσοστό του ΑΕΠ

2008                 48,9%

2009                 58,5%

2010                 61,9%

2011                 71,1%

2012                 89,7%

Πηγή: Annual Macroeconomic Database, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η ποινή που επιβλήθηκε στην Κύπρο έχει ήδη πολύ ευρύτερες επιπτώσεις καθώς το μήνυμα που στάλθηκε από την μεριά της ευρωζώνης είναι πως μετά από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που μέχρι στιγμής έχουν υποστεί απώλειες της τάξης του 80%, τώρα έσπασε κι ένα ακόμη ταμπού: αυτό της εγγύησης των τραπεζικών καταθέσεων. Αρκεί να θυμηθούμε τα επιχειρήματα που αντέτειναν στην Ελλάδα οι κυβερνητικοί πέρυσι και πρόπερσι αντιμετωπίζοντας μια αυξανόμενη φημολογία για κούρεμα των καταθέσεων. Το ακράδαντο επιχείρημά τους ήταν πως υπάρχει η εγγύηση των 100.000 ευρώ, άρα είναι αδύνατο να κουρευτούν καταθέσεις. Στο εξής αυτό δεν ισχύει διαμηνύει το Βερολίνο, που έχει κάθε αρμοδιότητα να κουρεύει ομόλογα και καταθέσεις κατά το δοκούν. Κι είναι ένα μήνυμα που θα προκαλέσει κύμα φυγής τραπεζικών καταθέσεων από τις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας οι οποίες θα κατευθυνθούν είτε στα …σεντούκια, μιλώντας για τους φτωχούς, είτε στο εξωτερικό, αν πρόκειται για πιο εύπορα κοινωνικά στρώματα. Με αυτό τον τρόπο όμως τα κυριαρχικά δικαιώματα, μια από τις υλικές βάσεις στις οποίες στηρίζεται κάθε κράτος δέχτηκε από την Γερμανία ένα συντριπτικό πλήγμα, το οποίο υποβιβάζει τα κράτη – χρεώστες σε κράτη δεύτερης κατηγορίας που αδυνατούν να εγγυηθούν ακόμη και τις τραπεζικές καταθέσεις. Ανήμπορα όμως να το πράξουν με τι υλικά μέσα μπορούν να ασκήσουν οικονομική πολιτική κατ’ εντολήν του εκλογικού τους σώματος, ακόμη και αναδιανομή; Αντίθετα, αυξάνονται οι δεσμοί με τους οποίους προσδένεται κάθε κράτος με την Γερμανία, μιας και ανά πάσα στιγμή κινδυνεύει να δεχτεί ένα τέτοιο πλήγμα στρατηγικής σημασίας. Το τραγικό εδώ είναι πως ειδικά η πολιτική ηγεσία της Κύπρου, λόγω της στρατιωτικής κατοχής τμήματος της από την Τουρκία, έπρεπε να επιδείξει πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι σε τέτοιες επιβουλές και αμφισβητήσεις των κυριαρχικών της δικαιωμάτων από οποιοδήποτε άλλο κράτος της ευρωζώνης. Απέτυχε ωστόσο οικτρά δημιουργώντας ένα πολύ κακό προηγούμενο…

Ο κυπριακός ιός πέρασε στην Ιταλία

Οι αρνητικές επιπτώσεις ωστόσο από την απόφαση των ευρωπαίων υπουργών φάνηκαν μέσα σε λίγες ώρες, καθώς το μήνυμα ότι οι καταθέσεις παύουν πλέον να θεωρούνται «ιερές» έγινε αντιληπτό απ’ όσες χώρες βρίσκονται σε εξ’ ίσου επισφαλή θέση με την Κύπρο, όπως για παράδειγμα την Ιταλία, όπου οι τιμές των τραπεζικών μετοχών την Δευτέρα 18 Μαρτίου, πριν δηλαδή την κρίσιμη ψηφοφορία στην κυπριακή βουλή όταν όμως είχε αρχίσει να διακρίνεται η τύχη της πρότασης του Eurogroup, δέχθηκαν ένα σημαντικό πλήγμα. Κι ήταν το τελευταίο που έλειπε στην Ιταλία, όπου μια οικονομία σε στασιμότητα (με ορατό τον κίνδυνο, σύμφωνα με τον καθηγητή του Χάρβαρντ Κένεθ Ρογκόφ, να εισέλθει σε μια χαμένη δεκαετία, όπως ακριβώς συνέβη στην Ιαπωνία) και μια πολιτική σκηνή που θυμίζει το «μετέωρο βήμα του πελαργού» συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα.

Εν …αρχή είναι η δραματική κατάσταση στην οικονομία, γνήσιο δημιούργημα των μέτρων που έλαβε ο Μάριο Μόντι, ο οποίος τοποθετήθηκε στην πρωθυπουργική καρέκλα της Ιταλίας στις 11 Νοεμβρίου 2011, κι αυτός, μαζί με τον Λουκά Παπαδήμο, κατόπιν απόφασης της Μέρκελ και του Σαρκοζύ. Ως αποτέλεσμα των περικοπών που επέβαλε το ΑΕΠ της Ιταλίας το 2012 μειώθηκε κατά 2,4%, όταν ακόμη και το πάντα συντηρητικό ΔΝΤ στις αρχές εκείνου του χρόνου προέβλεπε οριακή αύξηση του προϊόντος κατά 0,1%. Το εξοργιστικό μάλιστα είναι πως οι πιστοί της οικονομικής ορθοδοξίας δικαιολογούσαν την ανάγκη εφαρμογής μιας θεραπείας σοκ στην ιταλική οικονομία (με απελευθέρωση απολύσεων, κλειστών επαγγελμάτων κι άλλων επιτυχημένων όπως ξέουμε μέτρων) επικαλούμενοι τους χαμηλούς ρυθμούς μεγέθυνσής της την προηγούμενη δεκαετία όταν μεγεθυνόταν κατά 0,5% ετησίως κατά μέσο όρο, ενώ οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης αυξάνονταν κατά 1%… Και μετά τις αυξήσεις στους φόρους και το ψαλίδι στις δημόσιες δαπάνες ο ρυθμός μεγέθυνσης έπεσε ακόμη πιο χαμηλά… Ως αποτέλεσμα αυτής της Μνημονιακής πολιτικής χωρίς Μνημόνιο που εφαρμόζεται στην Ιταλία η οποία είναι η Τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και μέλος του κλαμπ των οκτώ πλουσιότερων κρατών του κόσμου (G8), με βάση την International Herald Tribune στις 12 Μαρτίου 2013 «τον προηγούμενο χρόνο χρεοκόπησαν 365.000 επιχειρήσεις. Μία στις δύο μικρές εταιρείες δεν μπορούν να πληρώσουν τους υπαλλήλους τους έγκαιρα, σύμφωνα με ένα ερευνητικό ινστιτούτο. Με τις απολύσεις να αυξάνονται, η ανεργία χτύπησε ρεκόρ τον Ιανουάριο της τάξης 11,7%. Η ανεργία στους νέους έχει εκτοξευθεί στο 38,7%. Και παρότι οι Ιταλοί έχουν έφεση στην αποταμίευση, πρόσφατη έρευνα από την Τράπεζα της Ιταλίας αποκάλυψε πως περισσότεροι από το 60% τώρα ανησυχεί ότι το εισόδημά τους δεν είναι αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες τους». Να σημειωθεί μάλιστα πως αυτή η ραγδαία επιδείνωση του κοινωνικού ζητήματος στην γειτονική χώρα έχει συμβεί παρότι η πορεία των δημόσιων οικονομικών δεν έχει διαγράψει και κάποια αξιοζήλευτη πορεία. Ειδικότερα, πληθαίνουν οι ανησυχίες πως το χαμηλό δημοσιονομικό έλλειμμα είναι προϊόν «δημιουργικής λογιστικής» και συγκεκριμένα της στάσης πληρωμών που έχει επιβάλει η κυβέρνηση στους προμηθευτές της, κυρίως ιταλικές επιχειρήσεις που έχουν να λαβαίνουν από την κυβέρνηση ποσά που ξεπερνούν τα 70 δισ. ευρώ, μόνο και μόνο για να μην φανεί η αποτυχία του Μόντι ακόμη και σε αυτό το κριτήριο.

Χωρίς να είναι γνωστή αυτή η εκρηκτική κοινωνική κατάσταση (και το αίσθημα ταπείνωσης φυσικά που ένιωσαν οι Ιταλοί βλέποντας την Μέρκελ να παύει με ατιμωτικό τρόπο τον εκλεγμένο πρωθυπουργό και να τούς επιβάλει έναν πρωθυπουργό της αρεσκείας της) δεν μπορεί να εξηγηθεί το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα στην Ιταλία (24-25 Φεβρουαρίου) από το οποίο ξεχωρίζουμε τα εξής αποτελέσματα: Πρώτα το «μαύρο» που έφαγε ο εκλεκτός της Μέρκελ, Μάριο Μόντι, ο οποίος συγκέντρωσε 10%, αποδεικνύοντας ότι δεν είχε καμιά νομιμοποίηση στην κοινωνία να εφαρμόσει τα αντιλαϊκά μέτρα που επέβαλε. Εντελώς ανυπόληπτος, επομένως ο άνθρωπος των Γερμανών στην Ιταλία. Δεύτερο, την αδυναμία του έτερου εκλεκτού της Γερμανίας, Πιέρ Λουίτζι Μπερσάνι, να σχηματίσει κυβέρνηση συγκεντρώνοντας ποσοστό της τάξης του 30% και τέλος την μεγάλη εκλογική επιτυχία δύο κομμάτων που έκαναν αυστηρή κριτική στο ευρώ, ζητώντας ακόμη και την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για να αποφασίσουν οι Ιταλοί αν θέλουν να συνεχίσουν να παραμένουν στο κοινό νόμισμα και συγκέντρωσαν από κοινού το 55% των ψήφων. Το πρώτο είναι του Μπερλουσκόνι με 30% και το δεύτερο είναι το κόμμα των «πέντε αστέρων» του πρώην κωμικού Μπέπε Γκρίλο που συγκέντρωσε το 25% των ψήφων. Η νεκρανάσταση του Μπερλουσκόνι κι η διθυραμβική πρώτη του Μπέπε Γκρίλο αποτέλεσαν την αυθόρμητη εκλογική αντίδραση των Ιταλών μπροστά σε ένα κομματικό τοπίο που χαρακτηριζόταν από την έλλειψη μιας ρεαλιστικής εναλλακτικής η οποία θα αμφισβητεί την δικτατορία των αγορών και του ευρώ. Ψηφίζοντας οι Ιταλοί, με άλλα λόγια, Γκρίλο και Μπερλουσκόνι κατά βάση αποδοκίμαζαν την επίσημη πολιτική σκηνή και τις συντεταγμένες στις οποίες απαρέγκλιτα οφείλει να κινείται, όπως αυτές έχουν επιβληθεί από την ΕΕ. Παρότι οι αυτόματοι οικονομικής κατά βάση φύσης μηχανισμοί που έχουν επιβληθεί δεν επιτρέπουν να μιλούμε για ακυβερνησία, το πλήγμα που έχει δεχτεί το πολιτικό προσωπικό οξύνει τις φυγόκεντρες τάσεις και τα φαινόμενα αποσύνθεσης, με αποκλειστική υπεύθυνη πάντα την ΕΕ.

Η ΕΕ προκαλεί πολιτική αστάθεια

Ανάλογα φαινόμενα, οικονομικής επιβολής μέτρων που δεν χαίρουν καμιάς νομιμοποίησης από την μια και ταχείας πολιτικής αποσύνθεσης κομμάτων και ηγετών από την άλλη, δεν είναι συμπτώματα μόνο της γειτονικής χώρας παρότι το πολιτικό της σύστημα ανέκαθεν διακρινόταν για την αστάθειά του. Το ίδιο θα συμβεί και σε όλες τις άλλες χώρες της ΕΕ, στον βαθμό που θα υλοποιούνται μια σειρά από μέτρα που ψηφίστηκαν πρόσφατα και ως κοινό τους γνώρισμα θεσμοθετούν την διαρκή επιτήρηση κάθε εθνικής οικονομίας από τους μηχανισμούς των Βρυξελλών. Πρόκειται συγκεκριμένα για την υποχρέωση, κατόπιν ψηφοφορίας στο Ευρωκοινοβούλιο, που αναλαμβάνουν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών της ευρωζώνης να αποστέλλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έγκριση ακόμη και τα προσχέδια των εθνικών προϋπολογισμών. Οι δύο νόμοι που ψηφίστηκαν («two pack») δικαιολογήθηκαν ως απαραίτητοι για να ενισχυθεί η δημοσιονομική πειθαρχεία και να αποτραπεί μια νέα κρίση χρέους. Στο πλαίσιο αυτού του νόμου αν η Επιτροπή κρίνει ότι δε διασφαλίζεται ισοσκελισμένος προϋπολογισμός έχει την δυνατότητα να επιστρέφει το προσχέδιο ζητώντας συγκεκριμένες αλλαγές. Το αποτέλεσμα συνιστά πρόκληση για την ίδια την δημοκρατία καθώς οι ανεξέλεγκτοι γραφειοκράτες της ΕΕ που δίνουν λόγο μόνο στην Γερμανία θα ενημερώνονται νωρίτερα από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους για την οικονομική πολιτική του επόμενου έτους και θα διατυπώνουν πρώτοι άποψη! Το συγκεκριμένο μέτρο, που υπάγει και την δημοσιονομική πολιτική επισήμως στη δικαιοδοσία των Βρυξελλών αφαιρώντας την από τα έθνη – κράτη, δεν θα ισχύσει κάποια στιγμή στο απώτερο μέλλον, αλλά για τον κρατικό προϋπολογισμό του επόμενου έτους, του 2014! Η καταληκτική ημερομηνία μάλιστα που έχουν οι κυβερνήσεις για να παραδώσουν τα προσχέδια στην Επιτροπή είναι η 15η Οκτωβρίου. Αποτελεί μάλιστα πρόκληση – αν κι όχι τόσο απρόβλεπτη – πως οι έλεγχοι των κρατικών προϋπολογισμών από την Επιτροπή (που χαρακτηρίστηκαν από τον σοσιαλδημοκράτη πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, ως «βασικό στοιχείο στην οικοδόμηση ισχυρότερης οικονομικής διακυβέρνησης») θεωρήθηκαν ως το πρώτο βήμα στην πορεία «αμοιβαιοποίησης» του δημόσιου χρέους. Διαφορετικά ειπωμένο είναι η απάντηση του Βερολίνου στο αίτημα οικονομολόγων από τον ευρωπαϊκό Νότο για κοινή διαχείριση του δημόσιου χρέους, ακόμη και με την έκδοση κοινών ευρω-ομολόγων για όλες τις χώρες της ευρωζώνης. Δράττοντας την ευκαιρία η Γερμανία αντιπροτείνει ότι πρώτα θα αποκτήσει τον έλεγχο των κρατικών προϋπολογισμών, θα εξασφαλίσει δηλαδή ότι δεν θα δημιουργηθεί ποτέ ξανά στο μέλλον δημόσιο χρέος, και μετά θα εξετάσει το αίτημα. Όταν πια όμως, δεν θα υφίσταται ανάγκη έκδοσης ευρω-ομολόγων ή αμοιβαιοποίησης του δημόσιου χρέους… Κοινώς, κοροϊδία!

Τα παθήματα της Κύπρου, της Ιταλίας και όσα πολύ σύντομα θα δούμε ακόμη να συμβαίνουν στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες της ευρωζώνης και της ΕΕ συνιστούν βάναυση παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων εκ μέρους της Γερμανίας, η οποία συστηματικά υπονομεύει την υπόσταση και ισοπεδώνει τα άλλα κράτη, επεκτείνοντας με επιθετικό τρόπο την δική της οικονομική και πολιτική κυριαρχία.

Νέους φόρους, περικοπές και απολύσεις αποφάσισε η ΕΕ: «Que se jodan»*… (Unfollow, #8, 8.2012)

Η Γερμανία πρέπει να πάψει να υποχωρεί στις συνεχείς πιέσεις των περιφερειακών κρατών για χρηματοδότηση, γιατί έτσι επιβραβεύει την δημοσιονομική απερισκεψία, την ύπαρξη ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στα 55, τα γενναιόδωρα κράτη πρόνοιας. Η Γερμανία, 67 χρόνια μετά, εξακολουθεί να καθορίζει τη στάση της στην ευρωζώνη υπό το βάρος των ενοχών της για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα. Η Γερμανία είναι όμηρος όλων εκείνων των κρατών της ευρωζώνης που τώρα ή στο μέλλον μπορούν να ζητήσουν, στην πράξη εκβιάζοντας, τη διάσωσή τους. Η Γερμανία, επιπλέον, αποδεχόμενη κάθε φορά τα αιτήματα των Μεσογειακών χωρών για οικονομική βοήθεια θέτει σε κίνδυνο την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα. Όλα αυτά τα «μαργαριτάρια» και πολλά ακόμη περιέχονται σε ένα βιβλίο που το τελευταίο διάστημα στην Γερμανία (που αλλού;) κάνει θραύση, καταφέρνοντας να διεισδύσει στις πιο διαφορετικές ηλικίες και στις πιο αποκλίνουσες κοινωνικές και εισοδηματικές κατηγορίες. Ο τίτλος του είναι «Η Γερμανία δε χρειάζεται το ευρώ» και καθόλου τυχαία έχει εγκωμιαστεί κατ’ επανάληψη από το νεο-φασιστικό, ακροδεξιό κόμμα NPD, δίδυμο – εκτρωματικό – αδερφάκι της Χρυσής Αυγής. Ο συγγραφέας του, ονόματι Τίλο Σαραζίν, μέλος στο παρελθόν της διοίκησης της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας ανήκει σε εκείνη την ομάδα των σκληροπυρηνικών, υπερσυντηρητικών γερμανών οικονομολόγων που δεν χάνουν ευκαιρία να επιτεθούν από τα δεξιά στην Μέρκελ, κατηγορώντας την ότι θέτει τα συμφέροντα των Μεσογειακών κρατών πάνω από τα συμφέροντα της Γερμανίας, αναπαράγοντας εν πολλοίς τα δικά της επιχειρήματα τα οποία, απλώς, τραβούν στα άκρα. Το ίδιο έκαναν και με αφορμή τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ στις 28 και 29 Ιουνίου 2012.

Από την άλλη οι διθυραμβικές ανακοινώσεις υπό τις οποίες έγινε δεκτή η απόφαση της συνόδου στον ευρωπαϊκό νότο (με πιο χαρακτηριστική τη δήλωση του ιταλού πρωθυπουργού για «διπλή ικανοποίηση» στην οποία συνυπολόγιζε κι αυτήν από την ποδοσφαιρική ήττα της Γερμανίας στο Euro) φάνηκε να επιβεβαιώνουν τις αιτιάσεις του γερμανικού οικονομικού φονταμενταλισμού. Ποιός κέρδισε τελικά και ποιος έχασε από τις αποφάσεις της 19ης στη σειρά συνόδου κορυφής που ασχολήθηκε με τη διαχείριση της κρίσης χρέους; Μια πρώτη ματιά στο κείμενο συμπερασμάτων φαίνεται να επιβεβαιώνει όσους πάνω στον ενθουσιασμό τους δίπλα στον «σούπερ Μάριο» Μπαλοτέλι, της Εθνικής ομάδας Ιταλίας, έσπευσαν να κολλήσουν και τον «σούπερ Μάριο» Μόντι, τον δοτό ιταλό πρωθυπουργό.

Δύο ήταν οι αποφάσεις που χαρακτηρίστηκαν ήττα της Μέρκελ κι ως έναν βαθμό ισοδυναμούσαν με αναίρεση παλιότερων θέσεων της: Η δυνατότητα των τραπεζών να δανείζονται απ’ ευθείας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), χωρίς τη διαμεσολάβηση των εθνικών κρατών, και η δυνατότητα που αναγνωρίστηκε στον ίδιο αυτό μηχανισμό να αγοράζει από τη δευτερογενή αγορά κρατικά ομόλογα όποιων χωρών βρίσκονται στο επίκεντρο κερδοσκοπικής επίθεσης. Στη Σύνοδο Κορυφής συμφωνήθηκε ωστόσο και κάτι ακόμη: Η χορήγηση οποιασδήποτε οικονομικής βοήθειας, ακόμη και σε τράπεζες, να δοθεί υπό τον αυστηρό όρο της υποβολής και εφαρμογής των γνωστών Μνημονίων που θα περιλαμβάνουν τους …ακόμη πιο γνωστούς όρους περικοπής κοινωνικών δαπανών, αύξησης φόρων, απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων, μείωσης μισθών στον ιδιωτικό τομέα, ιδιωτικοποιήσεων, κ.λπ.

Η πρώτη απόφαση των ευρωπαίων ηγετών, σχετικά με την παράκαμψη των εθνικών κρατών στην περίπτωση δανειοδότησης των τραπεζών έτσι ώστε να μην επιβαρύνεται το δημόσιο χρέος και να μην αυξάνεται ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ, θα είχε νόημα, θα ενδιέφερε δηλαδή τους λαούς της Ευρώπης, υπό έναν και μόνο, όρο: Αν ταυτόχρονα απουσίαζαν και τα μέτρα λιτότητας που συνήθως συνοδεύουν την αύξηση του δημόσιου χρέους. Ο λόγος δηλαδή για τον οποίο δεν πρέπει να επιβαρύνονται τα κράτη όταν χρεοκοπούν οι τράπεζες δεν είναι λογιστικός, αλλά έχει κοινωνικό περιεχόμενο: για να μην μεταφέρεται στις πλάτες των εργαζομένων και της νεολαίας το κόστος από την διάσωση των τραπεζών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ωστόσο κατάφερε το, εκ πρώτης όψεως, ακατόρθωτο: Και τα δημόσια οικονομικά να μην επιβαρυνθούν από την μια πλευρά και από την άλλη οι εργαζόμενοι να υποστούν όλες μα όλες τις κοινωνικές συνέπειες που θα είχε τυχόν μεταφορά του κόστους διάσωσης των τραπεζών στα δημόσια οικονομικά.

Το αληθές των παραπάνω επιβεβαιώθηκε σε πολύ λίγες μέρες και στην Ισπανία και την Ιταλία. Στην χώρα των δύο «σούπερ Μάριο» μάλιστα η υποβάθμιση της οικονομίας που ακολούθησε από τον οίκο Moody’s την Παρασκευή 13 Ιουλίου, δύο εβδομάδες ακριβώς μετά την ιστορική υποτίθεται Σύνοδο Κορυφής, έδειξε πως οι αποφάσεις της δεν ήταν μόνο κοινωνικά οδυνηρές αλλά επίσης και οικονομικά αναποτελεσματικές. Απέτυχαν δηλαδή ακόμη και να εκτονώσουν τις κερδοσκοπικές πιέσεις που δέχονται οι περιφερειακές χώρες, με αποτέλεσμα να είναι θέμα χρόνου μια νέα σύνοδο κορυφής, η 20η τότε, με θέμα την αντιμετώπιση της κρίσης δημόσιου χρέους. Στην δε Ισπανία η επιβεβαίωση των χειρότερων ανησυχιών (για τους αντιλαϊκούς όρους με τους οποίους θα συνοδευτεί η «διάσωση» των τραπεζών) ήρθε με ένα πρόγραμμα λιτότητας το οποίο δεν έχει να ζηλέψει το παραμικρό από τα προγράμματα λιτότητας που έχουν ήδη επιβληθεί στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την γειτονική της Πορτογαλία. Καθόλου τυχαία: Μνημόνιο απαίτησε η σύνοδο κορυφής της ΕΕ, δεν αρκέστηκε σε συστάσεις! Έτσι σε μια Ισπανία που ήδη έχει γονατίσει από την ανεργία, κρατώντας το πανευρωπαϊκό ρεκόρ με ένα ποσοστό της τάξης του 24%, επιβλήθηκε ένα πακέτο αντιλαϊκών μέτρων που περιλαμβάνει αύξηση του ΦΠΑ από το 18% στο 21%, αύξηση των ωρών εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων και άγριες περικοπές στις κρατικές επιδοτήσεις προς τις αυτόνομες περιοχές και τους δήμους. Το ύψος των μέτρων ανέρχεται σε 65 δισ. ευρώ, όταν ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας αναμένεται να δώσει 30 δισ. ευρώ στις χρεοκοπημένες ισπανικές τράπεζες μέχρι τέλος Ιουλίου. Οι εξοικονομήσεις επομένως που θα επιφέρουν τα αντιλαϊκά μέτρα στον κρατικό προϋπολογισμό είναι διπλάσιας αξίας από τα χρήματα που θα πάρουν οι τράπεζες! Κατά συνέπεια κανένα κοινωνικό όφελος δεν σήμανε η απόφαση της απ’ ευθείας δανειοδότησης των τραπεζών και παράκαμψης των κρατών.

Μάλιστα, ο κυνισμός της κυβέρνησης του Μαριάνο Ραχόι, που δεν δίστασε να ματώσει την ηρωική συγκέντρωση των ισπανών ανθρακωρύχων στις 11 Ιούλη, αποτυπώθηκε στα λόγια που είπε η βουλευτής του δικού του, του Λαϊκού Κόμματος, για τους ανέργους την ώρα που η Βουλή υπερψήφιζε την μείωση των επιδομάτων ανεργίας: «que se jodan». «Να πάνε να γαμηθούν»! Αστοχία; Μάλλον όχι. Το κωλοδάχτυλο που έκανε μέσα από το αυτοκίνητο προς τους συγκεντρωμένους διαδηλωτές μετά από λίγη ώρα έδειξε πως το ‘πε και το εννοούσε. Δεν της ξέφυγε. Πρόκειται για το βαθύ ταξικό μίσος μιας ολιγάριθμης πολιτικής ελίτ που έχει την αυταπάτη να πιστεύει ότι παίζει μόνη της, ότι μπορεί να επιβάλλει κάθε αντιλαϊκό μέτρο που κρίνει αναγκαίο μόνο και μόνο για να σώσει μια παρέα χρεοκοπημένων και απατεώνων τραπεζιτών.

Δεν είναι δύσκολο επομένως να συμπεράνουμε ποιος έχασε και ποιος κέρδισε από τις αποφάσεις της τελευταίας συνόδου κορυφής της ΕΕ. Πέρα ωστόσο από τα κέρδη που κατέγραψε η πολιτική και οικονομική ελίτ κάθε χώρας εναντίον των εργαζομένων και της νεολαίας θα ήταν αβλεψία να υποτιμήσουμε τα επιπλέον κέρδη που κατέγραψε η Γερμανία κατά πολλούς τρόπους: Μέσω της επέκτασης της λιτότητας, μέσω της προώθησης της τραπεζικής ένωσης όπως θα συντελείται με την δημιουργία της τραπεζικής εποπτικής αρχής που είναι ένα ακόμη βήμα στην πορεία εξαγοράς όλων ή σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών τραπεζών από τις γερμανικές κι ακόμη μέσω της θωράκισης του ευρώ που επιτυγχάνεται με την δυνατότητα αγοράς κρατικών ομολόγων σε περίπτωση κερδοσκοπικών επιθέσεων. Αυτή η απόφαση, ακόμη κι αν σημάνει νέες εκταμιεύσεις, λειτουργεί ενισχυτικά προς το ευρώ και δείχνει την στράτευση της Γερμανίας στην κατεύθυνση υποστήριξης του ενιαίου νομίσματος.

Παράλληλα υπογραμμίζει και τα οφέλη που καταγράφει το Τέταρτο Ράιχ από το ευρώ, προς διάψευση των όσων λένε τα νεοφιλελεύθερα φρικιά της Γερμανίας, όπως ο πρώην τραπεζίτης Τίλο Σαραζίν. Τα οφέλη της Γερμανίας από το ευρώ δεν προέρχονται μόνο από τις ανεμπόδιστες εξαγωγές που κάνει σε όλη την υπόλοιπη ευρωζώνη, εκμεταλλευόμενη το κοινό νόμισμα, ούτε μόνο από τον αυξημένο διεθνή της ρόλο κεφαλαιοποιώντας η ίδια τα πολιτικά οφέλη που αποφέρει το ευρώ ως διεθνές νόμισμα κι επ’ ουδενί δεν θα μπορούσε να αποφέρει το μάρκο. Η Γερμανία εκμεταλλεύεται και μια χαμηλή συναλλαγματική ισοτιμία που συνοδεύει το ευρώ, σε σύγκριση με την πολύ πιο υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία που θα είχε σήμερα το μάρκο. Στο ευρώ επομένως οφείλει το Τέταρτο Ράιχ την αύξηση των γερμανικών εξαγωγών από το 1998 (χρονιά που εισήχθηκε η ΟΝΕ και προηγείται της κυκλοφορίας των χαρτονομισμάτων και κερμάτων ευρώ) μέχρι το 2011 κατά 117%! Το γεγονός μάλιστα ότι η μεγαλύτερη αύξηση (κατά 154%) πραγματοποιήθηκε στις χώρες εκτός ευρώ και εκτός ΕΕ, δείχνει το μέγεθος του πλήγματος που θα κατάφερνε στην γερμανική οικονομία ένα ανατιμημένο «εθνικό της νόμισμα», που θα προερχόταν από την διάλυση του ευρώ ή την εκδίωξη/αποχώρηση των περιφερειακών χωρών από την ευρωζώνη.

Παρόλα αυτά, τα εξαγωγικά οφέλη της Γερμανίας από την ύπαρξη της ευρωζώνης, αν και υπογραμμίζουν τον ασύμμετρο τρόπο που κατανέμονται τα κέρδη από τις οικονομίες κλίμακας εντός της ευρωζώνης, δεν εγγυώνται ότι το Βερολίνο θα διατηρεί με κάθε κόστος και στο μέλλον τη σημερινή σύνθεση της. Μετά βεβαιότητας ωστόσο επιτρέπουν σε μας να επαναλάβουμε δημοσίως τόσο προς τη Γερμανία όσο κι απέναντι στις πολιτικές κι οικονομικές ελίτ της Ευρώπης όταν μας ζητούν να αποδεχτούμε νέες θυσίες και νέα μέτρα λιτότητας  ό,τι είπε κι η βουλευτής του Ραχόι στους ισπανούς άνεργους: Que se jodan…

*«Να πάνε να γαμηθούν». Σχόλιο της βουλευτού του Ισπανικού Λαϊκού Κόμματος, Αντρέα Φάμπρα, για τους ισπανούς ανέργους που ειπώθηκε στη Βουλή μόλις ψηφίσθηκε η μείωση των επιδομάτων ανεργίας…