Η πανδημία του κορονοϊού ενισχύει, δεν αποδυναμώνει το μικρόβιο του νεοφιλελευθερισμού

Τα ύστερα του κόσμου! Η Γερμανία, αρχιτέκτονας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεγάλος ωφελημένος της ευρωζώνης, που δεν δίστασε να κλείσει τα σύνορα της στις εξαγωγές φαρμακευτικού υλικού, απαιτεί από την Ιταλία να υπογράψει μνημόνιο αν θέλει να πάρει έκτακτο δάνειο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας! Η είδηση που αποδίδεται σε γερμανούς αξιωματούχους μεταφέρθηκε από το Bloomberg και προδιαγράφει με ισχυρή βεβαιότητα το κλίμα που θα επικρατήσει στο Eurogroup, το οποίο συνέρχεται το απόγευμα της Τρίτης 24ης Μαρτίου, μέσω τηλεδιάσκεψης. Οι όροι που θα τεθούν στην Ιταλία θα είναι οι ελάχιστοι  όπως μεταφέρει το διεθνές πρακτορείο, δεν παύουν να είναι όμως όροι!

Το επιχείρημα της γερμανικής πλευράς είναι ότι η Ιταλία (με 63.927 κρούσματα και 6.077 νεκρούς μέχρι στιγμής, κατά το Johns Hopkins) «έπασχε» πολύ καιρό πριν ξεσπάσει η πανδημία του κορονοϊού και «εκδήλωνε αλλεργίες» στις απαραίτητες, κατά τους νεοφιλελεύθερους, μεταρρυθμίσεις. Μάρτυρας, το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος της ύψους 132,2%, βάσει της Eurostat.

Μια κόμη επίδειξη κυνισμού έκανε ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Πίτερ Αλτμάιερ κόβοντας κάθε συζήτηση για την έκδοση ευρωομολόγων ή κορονο-ομολόγων, χαρακτηρίζοντας τη συζήτηση ως «διαμάχη φάντασμα». Στην πράξη τόνισε ότι η συζήτηση για την ευρωπαϊκή εγγύηση σε εθνικές εκδόσεις χρέους που θα στηρίξουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς έχει κλείσει από το 2012, όταν πρώτος ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, έθεσε την πρόταση… Στη συνέχεια την πρόταση του Γιουνκέρ επανέλαβαν κι άλλοι πολιτικοί, όπως ο Γ. Βαρουφάκης, εμφανίζοντάς την μάλιστα ως ριζοσπαστικό μέτρο…

Η άτεγκτη στάση της Γερμανίας που συνεπικουρείται από την Ολλανδία εναντίον της Ιταλίας που έχει στο πλάι της την Ισπανία και τη Γαλλία, μας υπενθυμίσει ότι ποτέ δεν έκλεισε το χάσμα μεταξύ κέντρου κα περιφέρειας στην ευρωζώνη. Κυρίως όμως μας υπενθυμίζει πόσο ανθεκτικό είναι το μικρόβιο του νεοφιλελευθερισμού, που αποδεικνύεται πολύ πιο επικίνδυνο ακόμη και από τον ιό του κορονοϊού.

Τα έκτακτα δε μέτρα παροχής ρευστότητας, που έχουν ληφθεί μέχρι στιγμής σε ΗΠΑ και Ευρώπη, δεν αναιρούν την πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και των αιματηρών περικοπών! Παρότι εκλήφθηκαν και χαιρετίστηκαν κυρίως στον Τύπο ως ακύρωση της παγιωμένης πολιτικής λιτότητας ειδικά στην Ευρώπη ελήφθησαν στο πλαίσιο κι όχι σε αντιπαράθεση με το Σύμφωνο Σταθερότητας! Συγκεκριμένα, με βάση την απόφαση των υπουργών ενεργοποιήθηκε η Ρήτρα Γενικής Απόδρασης (General Escape Clause), που επέτρεψε ακόμη και την δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ρητώς ότι «Οι υπουργοί παραμένουν πλήρως δεσμευμένοι στο σεβασμό του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης». Το «διάλλειμα» επομένως που εξασφάλισαν οι υπουργοί της ΕΕ μπορεί να φέρνει στην επιφάνεια τον καταστροφικό χαρακτήρα του Συμφώνου, ωστόσο δεν τον ακυρώνει. Ίσα – ίσα εξασφαλίζει την συνέχιση της λειτουργίας του όταν, με το καλό, τερματιστούν οι σημερινές συνθήκες έκτακτης ανάγκης…

Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι στο σημερινό χρηματοοικονομικό περιβάλλον όπου οι δανειακές ανάγκες κάθε κράτους επαφίενται στη διάθεση των αγορών, που θα δανειοδοτήσουν τα ελλείμματα, δεν αρκεί η θέληση για την δημοσιονομική επέκταση και την δημιουργία ελλειμμάτων. Όπως ακριβώς ένα σχέδιο κατά της λιτότητας έπρεπε να συνοδεύεται από την έξοδο από το ευρώ επί Μνημονίων, έτσι και τώρα ένα σχέδιο γενναίας δημοσιονομικής επέκτασης οφείλει να συνοδεύεται από διάθεση σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και εξόδου από το Σύμφωνο Σταθερότητας σε σημείου έκδοσης εθνικού νομίσματος…

Και τα ίδια ωστόσο τα μέτρα που ανακοινώθηκαν είναι αμφίβολης αποτελεσματικότητας, παρότι συνοδεύονται από πακτωλούς δισεκατομμυρίων που μες στην ανομοιομορφία τους αντιστοιχούν σε αδρές γραμμές στο 10 ως 20% του κάθε εθνικού ΑΕΠ (Ιταλία, 25 δισ. ευρώ, Γαλλία 345 δισ., Ισπανία 200 δισ., Πορτογαλία 9,2 δισ., Ελλάδα 10 δισ. Αγγλία 330 δισ. λίρες, κοκ.)! Η κρίση του 2008 ωστόσο μας έχει διδάξει μετά από κάθε ανακοίνωση για «πόσα» χρήματα εκταμιεύονται να ρωτάμε και «που» θα πάνε. Κι η απάντηση είναι η συνήθης: στις τράπεζες! Το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτήσεων που εξήγγειλε κάθε κυβέρνηση κι όλο σχεδόν το πακέτο του Pandemic Emergency Purchase Programme που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συνολικού ύψους 750 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του έτους (επιπλέον των αγορών αξίας 120 δισ. ευρώ που αποφασίστηκε στις 12 Μαρτίου) θα καταλήξει στις τράπεζες και τις αγορές. Έστω μέσω εγγυήσεων! Δεν προβλέπονται άμεσες ενισχύσεις, ούτε δημοσιονομική επέκταση, πέραν των αναγκαίων για να αντιμετωπιστεί η τρέχουσα ύφεση, που πιθανότατα θα ξεπεράσει σε βάθος ακόμη κι εκείνη την 2008, όπως ανακοίνωσε η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κ. Γκεοργκίεβα. Οι δε άμεσες ενισχύσεις στους εργαζόμενους που θα χάσουν τη δουλειά τους (πχ τα 800 ευρώ στην Ελλάδα) δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα προσωρινό δίχτυ ασφαλείας, με ημερομηνία λήξης.

Από την άλλη, το άνοιγμα των σούπερ μάρκετ τις Κυριακές και η επαναφορά του χουντικού νόμου της πολιτικής επιστράτευσης των απεργών θα παραμείνουν, μαζί με την ανεργία που θα επιστρέψει στα επίπεδα της κυβέρνησης Σαμαρά, στο 27%. Αρκεί να αναλογιστούμε τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται στους κλάδους οι οποίοι θα υποστούν συντριπτικό πλήγμα ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο που η πανδημία του κορονοϊού τελειώσει σύντομα. Με βάση την ΕΛΣΤΑΤ και μιλώντας για το 2018, 266.227 εργαζόμενοι στις δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης, 95.500 στα καταλύματα, 32.175 στις πλωτές μεταφορές, 14.136 δραστηριότητες ταξιδιωτικών πρακτορείων, οργανωμένων ταξιδιών, κ.α. Σύνολο: Περισσότεροι από 400.000 εργαζόμενοι! Στην ίδια δραματική θέση με τους περισσότερους από αυτούς τους εργαζόμενους που θα χάσουν τη δουλειά τους θα βρεθούν επίσης δεκάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες που αποτελούν σε σταθερή βάση το αμορτισέρ μεταξύ της εργασίας και των μεσαίων στρωμάτων. Για όλους αυτούς ο «συμπονετικός καπιταλισμός» των δωρεών δεν θα έχει τίποτε να προσφέρει…

Μέχρι στιγμής οι αντιδράσεις των λαών απέναντι στην πρωτοφανή απειλή που δέχονται για την ίδια τη ζωή τους λόγω των πολιτικών λιτότητας, είναι αναντίστοιχη της πραγματικότητας. Η ανοχή που απολαμβάνουν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες που ευθύνονται για την μόνιμη υποχρηματοδότηση και την ιδιωτικοποίηση του συστήματος υγείας δεν θα διαρκέσει για πολύ. Ερμηνεύεται ωστόσο στη βάση του μουδιάσματος που προκάλεσε η πανδημία σαν μια νέα «θεραπεία σοκ» και της επίδειξης ευαισθησίας των ευρωπαίων ηγετών. Όσο ωστόσο θα ξεπερνιέται το σοκ της κρίσης και θα επιστρέφουμε στην «κανονικότητα» του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, δηλαδή των ελλείψεων στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και των ΣΔΙΤ στην υγεία θα απαιτηθούν εξηγήσεις για τους χιλιάδες νεκρούς σε αυτό το μαζικό εκ προμελέτης έγκλημα. Ας ελπίσουμε η αφύπνιση των λαών μετά από αυτές τις εκατόμβες να ακυρώσει την επιστροφή στην …κανονικότητα της φτωχοποίησης κα της λιτότητας…

Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Αστάθειας

Στρωμένος με αγκάθια αποδεικνύεται για τη Γερμανία ο δρόμος επιβολής μιας σιδερένιας δημοσιονομικής πειθαρχίας, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα της ευρωπαϊκής χρηματιστηριακής ολιγαρχίας. Αξίζει μάλιστα να προσέξουμε ότι το γερμανικό σχέδιο προκαλεί πολύ περισσότερες αντιδράσεις σε τμήματα της ευρωπαϊκής ελίτ προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη, παρά στην ίδια την κοινωνία που δείχνει να έχει εξοικειωθεί με τη συνεχή φτωχοποίηση και την αποστέρηση κοινωνικών δικαιωμάτων που πριν λίγες δεκαετίες θεωρούνταν αναπόσπαστα τμήματα του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής. Το χάσμα του Παρισιού με το Βερολίνο, με αφορμή τι μεταρρυθμίσεις του Μακρόν, είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιδράσεων που γεννά η εξελισσόμενη Γερμανοποίηση της Ευρώπης. Δεν είναι όμως και το μοναδικό…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ασυνήθιστης σφοδρότητας ήταν για παράδειγμα η αντίδραση της Ιταλίας απέναντι στο σχέδιο αναθεώρησης του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (που συμμετείχε στη δανειοδότηση της Ελλάδας, της Ιταλίας και των ισπανικών τραπεζών και διαδέχθηκε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) και συζητήθηκε στην σύνοδο κορυφής της ΕΕ. Ως αποτέλεσμα η τελική συμφωνία αντί για το τέλος του 2019 παραπέμφθηκε για τον Ιούνιο του 2020. Την ιταλική διαφωνία έκανε γνωστή ο προερχόμενος από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Λουίτζι ντι Μάγιο, προσθέτοντας ότι η Ιταλία δεν πρόκειται να συναινέσει στην μεταρρύθμιση μέχρι να αποσαφηνιστούν τα ευρύτερα σχέδια για τη Τραπεζική Ένωση.

Το άμεσο πρόβλημα της Ιταλίας ωστόσο είναι το νέο καταστατικό του ΕΜΣ και ειδικότερα η αλλαγή των όρων αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους. Με βάση την τροποποίηση και σύμφωνα με τους εμπνευστές της, ο ΕΣΜ αποκτά περισσότερες εξουσίες στο εξής για να διαχειρίζεται χρηματοοικονομικές κρίσεις, εξοπλίζεται με επιπλέον εργαλεία επιτήρησης των εθνικών οικονομιών, ενώ απλουστεύει τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους. Αυτή η αλλαγή ωστόσο είναι μαθηματικά βέβαιο πώς θα οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων δανεισμού για τις υπερχρεωμένες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης και θα φέρει πιο κοντά την επόμενη κρίση χρέους, λειτουργώντας σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Προβλέπει για την ακρίβεια στις Ρήτρες Συλλογικής Δράσης που συνοδεύουν κάθε έκδοση ομολόγου πώς στο εξής θα απαιτείται μικρότερο ποσοστό κατόχων ομολόγων για να εγκριθεί μια αναδιάρθρωση. Αυτή η αλλαγή αυξάνει τον κίνδυνο της αναδιάρθρωσης κι εκθέτει τους ομολογιούχους σε μεγαλύτερους κινδύνους, με αποτέλεσμα να ζητήσουν μεγαλύτερη ανταμοιβή, δηλαδή υψηλότερο επιτόκιο, για την αγορά του. Η Ιταλία ωστόσο, έχοντας το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ μετά την Ελλάδα, ξέρει ότι βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού κι αρκεί μια ανεπαίσθητη αλλαγή των σημερινών όρων για να την οδηγήσει εκεί που ήταν η Ελλάδα το 2010.

Γι’ αυτό το λόγο και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία την απέρριψε βάζοντας σε κίνδυνο τη συνοχή του νέου κυβερνητικού συνασπισμού που ανέλαβε το Σεπτέμβριο, έχοντας στη θέση των ακροδεξιών του Σαλβίνι το Δημοκρατικό Κόμμα, που συμφωνεί εκ των προτέρων με κάθε σχέδιο αλλαγής των ευρωπαϊκών συνθηκών. Όπως εκ παραδόσεως κάνουν κι όλα τα κόμματα εξουσίας της Ελλάδας…

Η Ιταλία όμως δεν αρκέστηκε στην απόρριψη του γερμανικού σχεδίου μεταρρύθμισης του ΕΜΣ που επιταχύνει την πορεία προς μια ένωση των δυο ή και περισσότερων ταχυτήτων. Αναλυτική, συχνή και καλά επιχειρηματολογημένη αρθρογραφία στους Financial Times του επικεφαλής του τμήματος Ποιοτικής Ανάλυσης και Χρηματοοικονομικής καινοτομίας της ιταλικής ρυθμιστικής αρχής του χρηματιστηρίου αντιπαραβάλλει ένα ανταγωνιστικό σχέδιο για την μεταρρύθμιση του ΕΜΣ, που θα όφειλε να βρει ανταπόκριση σε όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας που είναι ευάλωτες στις δημοσιονομικές κρίσεις. Η πρότασή του συμπυκνώνεται στη δημιουργία ενός μηχανισμού που θα διαχέει και θα επιμερίζει τον κίνδυνο από την μια άκρη ως την άλλη της ευρωζώνης. Προτείνει ειδικότερα τη σταδιακή εισαγωγή σε όλες τις εκδόσεις ομολόγων των κρατών μελών μιας ρήτρας που θα ισοδυναμεί με υπερεθνική εγγύηση και στην πράξη θα σημαίνει ότι στην περίπτωση που ο εκδότης αδυνατεί να εκπληρώσει το χρέος του τότε θα αναλαμβάνει να το πράττει ο ΕΜΣ. Ως πρώτο βήμα αυτής της διαδικασίας συστήνεται η αντικατάσταση όλων των ομολόγων που λήγουν με νέα, που θα φέρουν την εγγύηση του ΕΜΣ. Με βάση τους υπολογισμούς του, σε μια δεκαετία όλο το ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος θα έχει δώσει τη θέση του σε ένα νέο χρέος εγγυημένο από τον ΕΜΣ. Σε δεύτερο χρόνο, που θα ξεκινήσει μετά από αυτή την δεκαετία, τα εγγυημένα από τον ΕΜΣ ομόλογα θα αντικατασταθούν από νέα, εκδοθέντα από το ίδιο τον ΕΜΣ. Η κυκλοφορία τους θα σημάνει σταδιακά την πλήρη αμοιβαιοποίηση των δημοσίων χρεών. Ο ιταλός τεχνοκράτης προτείνει στα κράτη μέλη της περιφέρειας να αποδεχθούν την αλλαγή των όρων αναδιάρθρωσης υπό την προϋπόθεση της αμοιβαιοποίησης του χρέους.

Δεν είναι πρώτη φορά που κατατίθεται δημόσια πρόταση έκδοσης ευρω-ομολόγων ως απάντηση στη σοβούσα δημοσιονομική κρίση. Ούτε κι η πρώτη φορά που η Γερμανία θα την απορρίψει, επικαλούμενη ότι κινδυνεύει η δική της οικονομική ευρωστία και θα αυξηθούν τα δικά της επιτόκια δανεισμού. Ακόμη κι έτσι ωστόσο φαίνεται πώς οι ρωγμές που προκαλεί η πολιτική της δεν κλείνουν, ακόμη και μια δεκαετία μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Στη νομισματική αντεπίθεση η Ιταλία

«Σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, οι νομισματικές και οικονομικές αρχές στερούνται των απαραίτητων εργαλείων για να ανταποκριθούν σε μία άλλη μείζονα οικονομική κρίση», υποστηρίζει ο Νουριέλ Ρουμπινί σε πρόσφατο άρθρο του, με τίτλο «Ο αυξανόμενος κίνδυνος μιας ύφεσης και κρίσης για το 2020». Ο Νουριέλ Ρουμπινί, με προϋπηρεσία στο Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Κλίντον, την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ και την αμερικανική κεντρική Τράπεζα, έγινε ακόμη πιο γνωστός όταν προέβλεψε την κρίση του 2008. Στο επίκεντρο της άποψής του τώρα βρίσκεται η νομισματική διαχείριση και οι κεντρικές τράπεζες, με τη νομισματική πολιτική τους ακόμη να μην έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. «Η Fed ξεκινάει με ένα βασικό επιτόκιο 2,25-2,55%, συγκρινόμενο με 5,25% το Σεπτέμβριο του 2007. Στην Ευρώπη και την Ιαπωνία οι κεντρικές τράπεζες κινούνται στην περιοχή των αρνητικών επιτοκίων και θα αντιμετωπίσουν όρια στο πόσο πέρα από το μηδέν μπορούν να πάνε»…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τούτων δοθέντων μόνο ανεξήγητη δεν ήταν η επιλογή της ιταλικής κυβέρνησης να ψηφίσει σε υπουργικό συμβούλιο την έκδοση ομολόγων, των mini-BOTs,  με τα οποία, όπως δήλωσε, θα αποπληρώσει ληξιπρόθεσμα χρέη του δημοσίου προς τους ιδιώτες. Πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα παράλληλο νόμισμα, που αμφισβητεί τον «κανόνα του ευρώ» κι ας υποστήριζε ο υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας, Τζιοβάνι Τρία, σε συνέντευξή του στους Financial Times ότι η Ιταλία δε χρειάζεται άλλα νομισματικά εργαλεία κι ότι «μπορεί να πληρώσει όλα τα χρέη της χρησιμοποιώντας το νόμισμά της το ευρώ». Γι’ αυτό και η στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ήταν απορριπτική, αντιτείνοντας ότι οι ιταλικές αρχές πρέπει να αποφασίσουν αν τα mini-BOTs είναι νόμισμα, οπότε παρανόμησαν, ή ομόλογα, οπότε θα αυξηθεί ισόποσα και το δημόσιο χρέος της Ιταλίας. Πρέπει όμως να πούμε ότι ποτέ άλλοτε στο παρελθόν η Φρανκφούρτη δεν ήταν τόσο αυστηρή. Στο απόγειο της κρίσης της Ιρλανδίας για παράδειγμα είχε επιτρέψει την έκδοση νομίσματος για να σωθούν οι τράπεζες. Για τον ίδιο …ιερό σκοπό πολύ πριν το ξέσπασμα της κρίσης η ΕΚΤ είχε εφαρμόσει τα πιο διαφορετικά προγράμματα δημιουργίας ρευστότητας με σκοπό επί της ουσίας και πάλι να ενισχύσει τις τράπεζες. Μπορεί επομένως νόμισμα με τη στενή έννοια του όρου να μην έχει κυκλοφορήσει ξανά στην ευρωζώνη, από ρευστότητα ωστόσο, αφιερωμένη εξαιρετικά στους μεγάλους ασθενείς,    έχουμε πλημμυρίσει…

Η κυβέρνηση της Ιταλίας παίρνει τα (μη-συμβατικά) μέτρα της για την κρίση που έρχεται, επειδή ήδη βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού. Στο εσωτερικό της χώρας, το κοινωνικό ζήτημα βρίσκεται σε παροξυσμό. Με βάση στοιχεία της ιταλικής στατιστικής υπηρεσίας το 2018 η απόλυτη φτώχεια έπληξε το 7% των νοικοκυριών. Είναι ένα ποσοστό διπλάσιο από τα επίπεδα που βρισκόταν πριν την κρίση, ενώ είναι το υψηλότερο που έχει καταγραφτεί από το 2005 όταν ξεκίνησε να μετριέται αυτή η διάσταση της φτώχειας. Σημαντικότερη δε αιτία της απόλυτης φτώχειας είναι η ανεργία, με το 28% όσων αναζητούν εργασία να ζουν στη φτώχεια, όταν το ίδιο ποσοστό το 2017 ανερχόταν στο 26,7%.

Οι οικονομικές επιδόσεις της Ιταλίας δεν προοιωνίζουν τίποτε καλύτερο. Ενώ το προϊόν της κυμαίνεται σε επίπεδα 5% χαμηλότερα των επιπέδων που ήταν πριν την κρίση, τα δύο τελευταία τρίμηνα του 2018 μειώθηκε περαιτέρω. Εξέλιξη που ισοδυναμεί με ύφεση. Αρνητικά αναμένεται να κινηθεί το ΑΕΠ και το τρέχων τρίμηνο, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η οικονομία θα μείνει στάσιμη αυτό το χρόνο και τον επόμενο προβλέπει ότι θα αυξηθεί ελαφρώς. Προφανώς, η ελπίδα μαζί με την αισιοδοξία των ευρωπαίων στατιστικών πεθαίνουν πάντα τελευταίες… Η ανεργία ωστόσο, που ήδη βρίσκεται στο  10,2%, δηλαδή σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από εκείνα της περιόδου πριν την κρίση, αναμένει η Επιτροπή πώς θα αυξηθεί και φέτος και το 2020!

Η επιβεβαίωση των δυσμενών οικονομικών προβλέψεων για την ευρωπαϊκή και την ιταλική οικονομία θα δικαιώσει ωστόσο τις Βρυξέλλες που από το φθινόπωρο του 2018 έχουν ανοίξει μέτωπο με τη Ρώμη σχετικά με τις προβλέψεις για το δημοσιονομικό έλλειμμα. Μόνιμη επωδός της κριτικής των γκρίζων κουστουμιών των Βρυξελλών εναντίον του λάτρη των μελανοχιτώνων Σαλβίνι είναι πώς το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια που θέτει το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο. Μια περαιτέρω μείωση του ΑΕΠ θα αυξήσει το έλλειμμα ως ποσοστό του. Γι’ αυτό το λόγο έχει κινηθεί η Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος εναντίον της Ρώμης, στο πλαίσιο της οποίας δεν αποκλείεται να επιβληθούν και οικονομικές κυρώσεις.

Και η  Ρώμη ωστόσο από τη μεριά της προετοιμάζεται για μετωπική σύγκρουση με τους Ευρωπαίους. Μάρτυρας, η αποκάλυψη του Reuters για νομοσχέδιο που θα δίνει στη Βουή το δικαίωμα διορισμού της διοίκησης της κεντρικής τράπεζας.

Ωστόσο, τυχόν ικανοποίηση των απαιτήσεων των Βρυξελλών θα ισοδυναμεί με περικοπή των κοινωνικών δαπανών και θα σημάνει μια νέα, ραγδαία επιδείνωση του κοινωνικού ζητήματος στην Ιταλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι για το 2020 η κυβέρνηση έχει προβλέψει ότι 3-4 δισ. ευρώ θα αφιερωθούν στη θέσπιση καθολικού βασικού εισοδήματος και για αυξήσεις σε συντάξεις. Η κυβέρνηση συμμαχίας στην οποία έχει πάρει το «πάνω χέρι» η ακροδεξιά Λίγκα του Σαλβίνι, πολύ περισσότερο μετά τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών όταν οι Πέντε Αστέρες είδαν το εκλογικό τους ποσοστό να μειώνεται στο μισό (από 33% σε 17%) κι η Λίγκα το δικό της να διπλασιάζεται από 17% σε 34%, έχει υποσχεθεί ένα γενναίο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων ύψους 17 δισ. ευρώ μόνο για φέτος, αλλά …δε φθάνει. Οι Βρυξέλλες ζητούν παραπάνω έσοδα και λιγότερες δαπάνες, αδιαφορώντας για το τεράστιο κοινωνικό κόστος που προκαλεί η πολιτική της.

 Πηγή: Νέα Σελίδα

Ρελάνς Βρυξελλών σε Ρώμη

Χτύπημα κάτω από τη ζώνη μπορούν να χαρακτηριστούν οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις προοπτικές ανάπτυξης της ιταλικής οικονομίας  που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Συγκεκριμένα κατά την εκτίμηση των Βρυξελλών, η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης αναμένεται να μεγεθυνθεί μόλις κατά 0,2% για το τρέχων έτος, πολύ δηλαδή χαμηλότερα από το επίπεδο του 1,2% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη, ισοδυναμώντας – αν αποδειχθεί πραγματική – με την ασθενέστερη μεγέθυνση από το 2014.

Τα σύννεφα πάνω από την ιταλική οικονομία πύκνωσαν λίγες μέρες νωρίτερα όταν δόθηκαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία για την εξέλιξη του ΑΕΠ του τελευταίου τετράμηνου του 2018, που αφορούσαν συρρίκνωση κατά 0,2%. Δεδομένου δε ότι και το προηγούμενο τρίμηνο του 2018, το τρίτο τρίμηνο, υπήρξε επιπλέον συρρίκνωση, της τάξης του 0,1%, πληρούνται όλοι οι όροι ώστε η ιταλική οικονομία να θεωρηθεί πως διέρχεται ύφεση. Οι προοπτικές διαφαίνονται ζοφερές και για το τρέχων τρίμηνο καθώς η επιδείνωση που εμφανίζουν οι οικονομίες της Γερμανίας και της Κίνας θα πλήξουν τις ιταλικές εξαγωγές.

Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ιταλία θα ανοίξουν εκ νέου το μέτωπο των Βρυξελλών με τη Ρώμη, λίγους μήνες μετά τον πρόσκαιρο όπως αποδείχθηκε συμβιβασμό, γιατί επηρεάζουν άμεσα τις προβλέψεις για το έλλειμμα. Θεωρείται αδύνατο συγκεκριμένα να συγκρατηθεί στο 2,04% όπως προέβλεπε η ιταλική κυβέρνηση, χωρίς πάντως να πείθει από τότε τους ευρωπαίους τεχνοκράτες. Τούτου δοθέντος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου θα αρχίσει εκ νέου τις πιέσεις στην συμμαχική κυβέρνηση να ακυρώσει μέρος τουλάχιστον των φιλολαϊκών παροχών που είχε εξαγγείλει. Σημαντικότερη όλων η εισαγωγή είναι ενός ελάχιστου εισοδήματος ύψους 780 ευρώ για τους πιο φτωχούς Ιταλούς.

Ρόλο λαγού διαδραμάτισε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που αναθεώρησε κι αυτό μια μέρα νωρίτερα τις εκτιμήσεις για τις προοπτικές της ιταλικής οικονομίας, μειώνοντας τις προβλέψεις του για μεγέθυνση κατά το τρέχων έτος στο επίπεδο του 0,6%. Η ανακοπή των ρυθμών μεγέθυνσης καθιστά ακόμη πιο επίπονους τους όρους αποπληρωμής του δημόσιου χρέους (που ανέρχεται στο 132% του ΑΕΠ και είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ μετά της Ελλάδας), η εξυπηρέτηση του οποίου απομυζά κάθε έτος γύρω στο 20% του ιταλικού εθνικού εισοδήματος.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ακολουθώντας την πάγια πολιτική του να παρεμβαίνει στην οικονομική πολιτική κυρίαρχων κρατών υποδεικνύοντας κάθε φορά την πιο νεοφιλελεύθερη πολιτική κι ασχέτως μάλιστα αν απορρίπτεται από τους ψηφοφόρους, επέκρινε το σχέδιο του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, προκαλώντας την αντίδραση του αναπληρωτή πρωθυπουργού και ηγέτη του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, Λουίτζι ντι Μάγιο. Στον αντίποδα, ο διεθνής οργανισμός πρότεινε την γνωστή και κυρίως …επιτυχημένη συνταγή: απελευθέρωση των αγορών και κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων το οποίο φυσικά διατύπωσε πιο εκλεπτυσμένα προτείνοντας την αποκέντρωσή τους.

Πηγή: Νέα Σελίδα

Παράλληλο νόμισμα συζητά η Ιταλία

Δεν έχει τέλος η κρίση του ευρώ!

Tου Λεωνίδα Βατικιώτη

Τυπικά, η κρίση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος που ξέσπασε το 2010 και κορυφώθηκε το 2012 αποτελεί παρελθόν. Κάτι τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης του εφάρμοσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αρχής γενομένης του Μαρτίου του 2015 ύψους 60 δισ. ευρώ μηνιαίως (και 80 δισ. μηνιαίως από τον Μάρτιο του 2016 όταν συμπεριελήφθησαν στο καλάθι των αγορών και εταιρικά ομόλογα), κάτι η πλήρης παράδοση στους πιστωτές κι η στροφή 180 μοιρών του ΣΥΡΙΖΑ με αποτέλεσμα την εξαφάνιση του πολιτικού κινδύνου (από τα αριστερά), κάτι η ανάπτυξη που ακολούθησε (παρότι ήταν και είναι αναιμική) ο κύκλος της κρίσης φαίνεται να έκλεισε.

Και κάπου εδώ, ενώ το Brexit μπήκε σε μια τροχιά, που δεν αντιπροσωπεύει και το χειρότερο σενάριο για το Βερολίνο κι ο κίνδυνος της Λεπέν αποσοβήθηκε – προς μεγάλη χαρά της Γερμανίας, εμφανίζεται η μόνιμα θορυβώδης και πολιτικά απρόβλεπτη Ιταλία, με πρωταγωνιστή όπως πάντα τις τελευταίες δεκαετίες τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Αυτή τη φορά προκάλεσε πονοκεφάλους αποκαλύπτοντας μια φιλόδοξη πρωτοβουλία του που ως τελικό ζητούμενο έχει να ενώσει την ιταλική Δεξιά, εν όψει των βουλευτικών εκλογών που θα διεξαχθούν μέχρι τον Μάιο του 2018. Η πλατφόρμα επάνω στην οποία θα επιτευχθούν οι αναγκαίες συγκλίσεις αφορά τη διαδικασία εξόδου από το ευρώ, που ως πρώτο βήμα έχει την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος. Μέχρι στιγμής τα κόμματα που κρατούν από επιφυλακτική μέχρι καθαρά αρνητική στάση απέναντι στο κοινό νόμισμα έχουν την καθαρή πλειοψηφία, με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις. Συγκεκριμένα, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο, που βρίσκεται στην πρώτη θέση των προτιμήσεων, συγκεντρώνει το 28%. Η ακροδεξιά Λίγκα του Βορρά 15% και η Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι 13%. Από τα μεγάλα κόμματα το μοναδικό που τάσσεται αναφανδόν υπέρ του ευρώ είναι το κεντρο-αριστερό Δημοκρατικό Κόμμα που συγκεντρώνει το 27%.

Το σχέδιο του Καβαλιέρε, που επανήλθε με αφορμή μια συνέντευξή του η οποία μέσα σε λίγες ώρες έστειλε στα ύψη τα επιτόκια των ιταλικών ομολόγων, έχει δύο στόχους, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα: αρχικά την ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και στη συνέχεια την υποστήριξη της εγχώριας κατανάλωσης. Επιμένει μάλιστα δηλώνοντας ότι το παράλληλο νόμισμα είναι συμβατό και δεν αντιβαίνει με τις ευρωπαϊκές συνθήκες, ενώ υποστηρίζει ότι το σχέδιο θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το Σεπτέμβριο. Με άλλα λόγια ο Μπερλουσκόνι δεν επιζητά σύγκρουση με τη Γερμανία και μια έξοδο με όρους ρήξης, αλλά ένα βελούδινο διαζύγιο. Έχει ενδιαφέρον ότι οι επεξεργασίες στο πλαίσιο της ιταλικής Δεξιάς έχουν προχωρήσει τόσο πολύ ώστε η ξενοφοβική Λίγκα του Βορρά εισηγείται επίσημα την έκδοση μιας κρατικής υποσχετικής (ονόματι mini-BoT) μικρής αξίας, χωρίς επιτόκιο και βραχείας χρονικής διάρκειας που θα χρησιμοποιείται ως εσωτερικό νόμισμα για την πληρωμή κρατικών προμηθευτών, φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλειας.

«Όλες οι σημαντικές χώρες, από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Μεγάλη Βρετανία, την Ρωσική Ομοσπονδία και την Ιαπωνία καταπολέμησαν την κρίση κόβοντας νόμισμα. Θα έπρεπε να το κάνουμε και εμείς, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην φάση αυτή, ο πληθωρισμός είναι σχεδόν ανύπαρκτος», δήλωσε ο πρώην ιταλός πρωθυπουργός.

Είναι εμφανές ότι όσο προχωρά αυτή η συζήτηση, τόσο θα νομιμοποιείται η διερεύνηση δρόμων εξόδου από το ευρώ, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το ποσοστό όσων τάσσονται υπέρ της εξόδου από το κοινό νόμισμα, μεταξύ των Ιταλών ψηφοφόρων.

«Αυτό καθιστά την Ιταλία πολύ μεγαλύτερη πηγή πιθανής ανησυχίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση απ’ ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εκτιμούν. Όχι μόνο επειδή μπορεί η Ιταλία να εισάγει παράλληλο νόμισμα, αλλά επειδή μπορεί να το κάνουν κι άλλες χώρες», γράφουν οι Financial Times. Και συνεχίζουν με κάποια σχόλια εξόχως ενδιαφέροντα, που προσγειώνουν τη σχετική συζήτηση, μακριά από τη δαιμονοποίηση και την καταστροφολογία που συνοδεύει το διάλογο στην Ελλάδα, με αποκλειστική ευθύνη της Εθνικής της Υποτέλειας που ξεκινάει από την άκρα Δεξιά, συμπεριλαμβανομένης της Χρυσής Αυγής και καταλήγει στην Αριστερά, με το ΣΥΡΙΖΑ καταφύγιο έσχατης ανάγκης κάθε ευρωλιγούρη. «Τι σημαίνει αυτό για το ευρύτερο σύστημα της ΕΚΤ, φυσικά, δεν είναι βέβαιο. Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι η κίνηση για το ιταλικό νόμισμα θα είναι επιτυχής επειδή είναι κυβερνητική πρωτοβουλία. Όπως συμβαίνει με όλα τα επιτυχημένα νομισματικά φαινόμενα οι χρήστες σε τελική ανάλυση είναι αυτοί που καθορίζουν την επιτυχία του. Αν οι ιταλικές επιχειρήσεις, τα άτομα και οι οφειλέτες συνεχίσουν να είναι προσκολλημένοι στα ευρώ τους μετά το διαχωρισμό, το παράλληλο νόμισμα θα είναι μια αποτυχία. Αν, όμως, στο πνεύμα του οικονομικού εθνικισμού οι Ιταλοί υποστηρίξουν το παράλληλο νόμισμα για πολιτιστικούς και συναισθηματικούς λόγους, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα το ανταγωνιστεί το ευρώ».

Η συζήτηση έχει βάθος και δεν είναι μόνο τεχνική, παρότι στις περισσότερες περιπτώσεις η τεχνική διερεύνηση είναι ο μεγάλος απών. Η συζήτηση έχει κυρίως πολιτικές αφετηρίες που ξεκινούν από την οικονομική στασιμότητα που έχει προκαλέσει το κοινό νόμισμα (με την Ιταλία να καταγράφει κάθε έτος ή τρίμηνο ρυθμούς μεγέθυνσης στο ήμισυ του μέσου όρου της ευρωζώνης) και τη συνακόλουθη φτώχεια και φτάνουν στη στάση των Ιταλών απέναντι στο ΕΕ, που ισοδυναμεί με πλήρη απαξίωση. Χαρακτηριστικά, ενώ το 2010 σχεδόν το 75% είχε θετική διάθεση πλέον θετικά απέναντι στην ΕΕ διάκεινται λιγότεροι από το 40%, δηλαδή η μειοψηφία.

Παρόλα αυτά η συζήτηση στην Ιταλία έχει ξεκινήσει από τη Δεξιά και την ίδια την αστική τάξη, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα όπου η αστική τάξη εξ αιτίας των άμεσων και στενών συμφερόντων της παραμένει προσδεμένη στο ευρώ και τη Γερμανία. Στη γείτονα η Αριστερά είναι απούσα από τη σχετική συζήτηση, με αποτέλεσμα το σχέδιο εξόδου να μη διαθέτει ριζοσπαστικά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή να μη συνδέεται με ένα σχέδιο κοινωνικής ρήξης και αλλαγής. Συγκροτείται επομένως ερήμην των ταξικών, λαϊκών συμφερόντων τα οποία προσκολλώνται στο κεφάλαιο αναζητώντας μέσα από τη βελτίωση της δική του θέσης και τη δική τους αναβάθμιση…

Σε κάθε περίπτωση οι ήσυχες μέρες που περιμένει η Γερμανία από πουθενά δεν διακρίνονται στον ορίζοντα. Το ευρώ και κατ’ επέκταση και η ΕΕ αποτελώντας σχέδια διεθνούς οικονομικής (στο εξωτερικό) και ταξικής (στο εσωτερικό) κυριαρχίας θα παράγουν διαρκώς καινούργιες αντιθέσεις, θέτοντας την Αριστερά προ των ευθυνών της, αν δε θέλει φυσικά να είναι ουρά του Τέταρτου Ράιχ…

Πηγή: kommon, 25/9/2017