Πολιτική αστάθεια φέρνουν τα Προγράμματα Σταθερότητας (Επίκαιρα, 11-17/3/2010)

 Τίποτε δεν διδάχτηκε η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά από το μάθημα του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, SPD, που εξακολουθεί να βλέπει την εξουσία με το κιάλι, πληρώνοντας έτσι τα αντεργατικά μέτρα που επέβαλε ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ο διάδοχος του Χέλμουτ Κολ πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια όχι μόνο να διαψεύσει τις ελπίδες ακύρωσης των περικοπών που είχαν επιβάλει οι προηγούμενες χριστιανοδημοκρατικές κυβερνήσεις, αλλά να καταφέρει το πιο συντριπτικό πλήγμα που δέχτηκε ποτέ το αξιοζήλευτο κοινωνικό κράτος της Γερμανίας, από την ίδρυσή του.  Στο πλαίσιο των αλλαγών που επιβλήθηκαν με το πακέτο μέτρων Χαρτζ  ΙV και Ατζέντα 2010 (κι ήταν τόσο… αποτελεσματικές ώστε το 2010 βρήκε την Γερμανία βυθισμένη στην μεγαλύτερη κρίση των μεταπολεμικών χρόνων) σοβαρές παροχές, από τα επιδόματα ανεργίας μέχρι τη δωρεάν περίθαλψη, περικόπηκαν ενώ οι εργασιακές σχέσεις κονιορτοποιήθηκαν προς όφελος της ελαστικότητας. Το αποτέλεσμα είναι το SPD να παραδέρνει στην κρίση και την ανυποληψία μια και αποδεδειγμένα πλέον αποτελεί το πιο φιλικό προς τις επιχειρήσεις κόμμα.

Στον ίδιο ακριβώς αυτοκαταστροφικό δρόμο που άνοιξε ο γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ βαδίζει σύσσωμη πλέον κι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Από την Ουγγαρία και την Πορτογαλία μέχρι την Ισπανία και την Ισλανδία, επιλέγοντας τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να γίνουν εκφραστές της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των – εκτός τόπου και χρόνου – οδηγιών της ΕΕ για μείωση του ελλείμματος κάτω από 3% και του χρέους κάτω από το 60% του ΑΕΠ ανταλλάσσουν έναντι πινακίου φακής την επιρροή που διαθέτουν στους εργαζόμενους και ναρκοθετούν τις προνομιακές σχέσεις τους με τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα, για πολλά χρόνια.

Η Ουγγαρία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, μιας και ο κύκλος της σοσιαλδημοκρατίας έχει ήδη ουσιαστικά κλείσει. Επίσημα ωστόσο θα γίνει τον Απρίλιο, όταν στις πρόωρες εκλογές νικητής θα αναδειχθεί το δεξιό κόμμα Φιντέτς, που όλες οι δημοσκοπήσεις το δείχνουν να προηγείται. Μεγάλος  χαμένος θα είναι ο σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός Φέρεντς Γκιουρτσάνι ο οποίος πέρυσι τον Απρίλιο απώλεσε την πρωθυπουργία μετά από πρόταση μομφής που κατατέθηκε, πληρώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο τα δρακόντεια, εξοντωτικά μέτρα που επέβαλε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για να παραχωρήσει δάνειο 20 δισ. ευρώ στην Ουγγαρία. Περιελάμβαναν δε μεταξύ άλλων τα εξής: Άνοδο του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 65 έτη, μείωση συντάξεων, συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, διάλυση των δημόσιων συγκοινωνιών, κ.α. Παρότι την τυπική ευθύνη για την εφαρμογή τους ανέλαβε υπηρεσιακός πρωθυπουργός, πρώην επιχειρηματίας, που διορίστηκε με κοινή συναίνεση, το πολιτικό κόστος επωμίστηκαν οι σοσιαλιστές.

Αν στην κεντρική Ευρώπη τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι οι πιο αξιόπιστοι συνεργάτες του ΔΝΤ, στην δυτική Ευρώπη είναι τα κόμματα που ταυτίζονται περισσότερο με την ΕΕ, όπως δείχνει το παράδειγμα της Ιβηρικής χερσονήσου.

Στην Πορτογαλία την προηγούμενη Πέμπτη 4 Μάρτη δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι κατέβηκαν στους δρόμους συμμετέχοντας στην απεργία που κήρυξαν τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα για να διαμαρτυρηθούν για το πάγωμα των μισθών. Η κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Ζοζέ Σόκρατες, που έχει χάσει την πλειοψηφία στην Βουλή μετά την διάλυση της κυβερνητικής συμμαχίας, έχει προαναγγείλει επίσης περαιτέρω περικοπές δημοσίων δαπανών κι αυξήσεις στους έμμεσους φόρους. Τα ακριβή μέτρα θα ανακοινωθούν ταυτόχρονα με την δημοσιοποίηση του Προγράμματος Σταθερότητας, στόχος του οποίου θα είναι η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από 3% μέχρι το 2013. Το ρόλο του λαγού έπαιξε (…και στην περίπτωση της Πορτογαλίας) ο κεντρικός τραπεζίτης, Βίτορ Κοστάντζιο, που δήλωσε ότι χωρίς αυστηρότερα μέτρα δεν είναι δυνατό να μειωθεί το έλλειμμα, που από 2,7 το 2008 έφθασε στο 9,3% πέρυσι, και το δημόσιο χρέος που το 2009 ήταν 77% και φέτος αναμένεται να φτάσει το 90% του ΑΕΠ. Όσο για την ανεργία, που εκτοξεύτηκε στο 10%, δεν προβλέπονται μέτρα αντιμετώπισής της, όπως πουθενά αλλού άλλωστε στην Ευρώπη όπου η ραγδαία άνοδός της δεν απασχολεί καθόλου τις πολιτικές ηγεσίες! Η δημοσιοποίηση του Προγράμματος Σταθερότητας στην Πορτογαλία θα συρρικνώσει ακόμη περισσότερο τη βάση στήριξης του κυβερνώντος σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, που κέρδισε τις εκλογές μόλις τον Σεπτέμβρη του 2009, χάνοντας όμως 9 ποσοστιαίες μονάδες από το προηγούμενο εκλογικό ποσοστό του.

Δραματικές επιπτώσεις στην πολιτική επιρροή του κυβερνώντος σοσιαλδημοκρατικού κόμματος έχει η εφαρμογή πολιτικών λιτότητας και στη γειτονική Ισπανία. Τον Φεβρουάριο μάλιστα το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν είδε μόνο την ψαλίδα μεταξύ της δικής του επιρροής κι αυτής του δεξιού Λαϊκού Κόμματος να ανοίγει εις βάρος του στις 5,9 ποσοστιαίες μονάδες (από 3,5 που ήταν τον Φεβρουάριο), αλλά έχασε και το τελευταίο του οχυρό που ήταν η ευνοϊκή απάντηση στην ερώτηση για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό. Πλέον ο ηγέτης της δεξιάς, Μαριάνο Ραχόι, υπερτερεί, κατά πολύ μάλιστα. Στη βάση τη δυσαρέσκειας των Ισπανών βρίσκονται δύο αλληλοτροφοδοτούμενες αιτίες: η εκτίναξη της ανεργίας στο διαλυτικό για τον κοινωνικό ιστό ποσοστό του 20% και μια σειρά μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση τα οποία προκαλούν κοινωνική δυσαρέσκεια. Σημαντικότερο όλων το αντι-ασφαλιστικό νομοσχέδιο που συζητιέται και προβλέπει την αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 χρόνια. Αυτή η πρόταση αποτέλεσε την αιτία για την κήρυξη της πρώτης πανεργατικής απεργίας απέναντι στην κυβέρνηση του Θαπατέρο στις 23 Φεβρουαρίου και την αφορμή για να επιλέξει η εφημερίδα El Pais τον τίτλο «το ειδύλλιο φθάνει στο τέλος του», αναφερόμενη στις σχέσεις των συνδικάτων με την κυβέρνηση. Αιτία πολέμου επίσης για τα συνδικάτα αποτελούν τα μέτρα ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων που συζητιούνται και στα οποία συμπεριλαμβάνεται η διευκόλυνση των απολύσεων με την μείωση της αποζημίωσης και την κατάργηση των ορίων που υπήρχαν για τις ομαδικές απολύσεις, η μείωση των εργοδοτικών εισφορών κ.λπ. Και τα δύο παραπάνω νομοσχέδια συμβάλλουν στην μείωση των δημοσίων δαπανών κατά 50 δισ. ευρώ που περιγράφεται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που υπέβαλε η Μαδρίτη στις Βρυξέλλες απώτερος στόχος του οποίου είναι η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από 11,4% το 2009 σε επίπεδα χαμηλότερα του 3% του ΑΕΠ μέχρι το 2013.

Τέλος, θυσίασμα στο βωμό της οικονομικής ορθοδοξίας επέλεξε να γίνει κι η κυβέρνηση συμμαχίας μεταξύ κεντροαριστεράς και πράσινων στην Ισλανδία, που εξελέγη τον Ιούνιο του 2009, από τη στιγμή που συγκρούστηκε με την συντριπτική πλειοψηφία των Ισλανδών – το 93% όπως έδειξε και το δημοψήφισμα της προηγούμενης εβδομάδας. Άμεσες συνέπειες στην κυβερνητική σταθερότητα της Ισλανδίας δεν πρόκειται να υπάρξουν από την άρνηση των Ισλανδών να «φεσωθεί» με 48.000 ευρώ το κάθε νοικοκυριό για να αποζημιωθούν οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ολλανδίας σχετικά με την κατάρρευση της τράπεζας Icesave τον Οκτώβρη του 2008. Φάνηκε ωστόσο ότι η κεντροαριστερή κυβέρνηση που εξελέγη μόλις πριν εννιά μήνες δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της αλλαγής που συνόδευσε την ήττα της προηγούμενης δεξιάς κυβέρνησης.

Ως κοινή συνισταμένη των παραπάνω προκύπτει ότι η επιλογή των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων σε όλη την Ευρώπη να φανούν αξιόπιστες πρωτίστως απέναντι τους αναξιόπιστους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή τους διεθνείς κερδοσκόπους κι όχι ως προς την τήρηση των προεκλογικών τους δεσμεύσεων ή των προσδοκιών που συνόδευσαν την εκλογή τους θέτει σε κρίση τις σχέσεις τους με τους ψηφοφόρους.

Κι η Ελλάδα φυσικά δεν αποτελεί εξαίρεση…

Ισπανική υποχώρηση (Επίκαιρα, 18-24/2/2010)

«Δεν είμαστε Ελλάδα»! Αυτή είναι η γραμμή άμυνας της ισπανικής κυβέρνησης με την οποία επιχειρεί να βγάλει τη χώρα από το σκόπευτρο της διεθνούς κερδοσκοπίας και να αντιμετωπίσει τα εξευτελιστικά δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, ακόμη και κορυφαίων οικονομολόγων, όπως ο βραβευμένος με Νομπέλ Οικονομίας Πολ Κρούγκμαν, που έγραφε στις 2 Φεβρουαρίου στους New York Times ότι «το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η Ελλάδα, είναι η Ισπανία»!

Στην πραγματικότητα τα δημοσιονομικά προβλήματα που ταλανίζουν τόσο την Ελλάδα, όσο και την Ισπανία δεν είναι καθόλου διαφορετικά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλες, μα όλες οι ανεπτυγμένες χώρες, που στο αποκορύφωμα της κρίσης εντάχθηκαν στο διεθνές κλαμπ «ξόδεψε τώρα, πλήρωσε αργότερα». Στις αληθινές του διαστάσεις το πρόβλημα τέθηκε από το περιοδικό Time, στις 2 Φεβρουαρίου: «Ο πρόεδρος Ομπάμα μπορεί να άφησε τον κόσμο με τα σαγόνια ανοιχτά όταν πρότεινε προϋπολογισμό ύψους 3,8 τρισ. για το οικονομικό έτος του 2011 – που προβλέπει ένα εκπληκτικό έλλειμμα ύψους 1,6 τρισ. δολ. – δεν είναι ωστόσο το μοναδικό μέλος του κλαμπ “ξόδεψε τώρα, πλήρωσε αργότερα”. Στην Ευρώπη, οι κυβερνήσεις συνήθισαν τόσο πολύ να αναλαμβάνουν χρέη κατά τη διάρκεια των δύσκολων οικονομικά χρόνων ώστε ορισμένοι ειδικοί αρχίζουν να ανησυχούν αν θα επιστρέψουν ποτέ σε βιώσιμα επίπεδα ελλείμματος – ούτε κατά διάνοια σε ισορροπημένους προϋπολογισμούς – κάποια στιγμή στο σύντομο μέλλον. Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν από μόνες τους μια κατηγορία χρέους. Το προτεινόμενο έλλειμμα από τον Ομπάμα ανέρχεται στο 11% του ΑΕΠ… Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 20 από τα 27 μέλη της χρησιμοποιούν ελλείμματα για να αντεπεξέλθουν στην παγκόσμια ύφεση, με τον μέσο όρο να βρίσκεται αυτό το χρόνο στο 7,5%. Τρία χρόνια πριν ο μέσος όρος του ελλείμματος βρισκόταν στο 0,8% του ΑΕΠ της. Το μέγεθος αυξήθηκε στο 2,3% το 2008 και τον προηγούμενο χρόνο εκτινάχθηκε στο 6,9%. Το χειρότερο ωστόσο είναι ότι τα ελλείμματα αυξήθηκαν με την μεγαλύτερη ταχύτητα στην ομάδα της ευρωζώνης, που απαιτεί από τα μέλη της να περιορίσουν το έλλειμμα του προϋπολογισμού τους στο 3% του ΑΕΠ». Στη συνέχεια το αμερικανικό περιοδικό περιγράφει με ακρίβεια τις αιτίες της ανόδου του ελλείμματος: «Οι χώρες της ΕΕ συνολικά δαπάνησαν 1,5 δισ. δολ. για να διασώσουν τους προβληματικούς τραπεζικούς τομείς τους και 200 δισ. επιπλέον σε πακέτα δημοσιονομικής στήριξης για να αναζωογονήσουν τις οικονομίες τους. Παρότι τα τελευταία βοήθησαν την ευρωζώνη των 16 να εξέλθει από την ύφεση στα μέσα του 2009, ανέβασαν επίσης τα ήδη θεόρατα ελλείμματα ακόμη υψηλότερα κι έφεραν την Ελλάδα και την Ισπανία επικίνδυνα κοντά στη χρεοκοπία. Στο τέλος του προηγούμενου χρόνου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σήμανε τον συναγερμό για παρόμοιους κινδύνους και για μια άλλη ομάδα χωρών στην οποία περιλαμβάνεται η Γαλλία κι η Ιρλανδία»!

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι ελληνικό ή ισπανικό ή μεσογειακό. Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός παρατηρείται σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Σε ορισμένες μάλιστα χώρες τα διακυβεύματα είναι πολύ σοβαρότερα γιατί η δημοσιονομική κρίση συνοδεύεται με μια οξύτατη οικονομική κρίση, που πλήττει τα θεμέλια της οικονομικής δραστηριότητας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Ισπανία, που είναι η μοναδική από την ομάδα των 20 πλουσιοτέρων χωρών του κόσμου (G20) που ακόμη δεν έχει εξέλθει από την ύφεση κι η οικονομία της εξακολουθεί να συρρικνώνεται. Το μέλλον δε για την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είναι ζοφερό καθώς και για το τρέχον έτος αν κάτι προβλέπεται είναι συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,6%, όταν για την ευρωζώνη των 16 χωρών προβλέπεται άνοδος της τάξης του 1%, ενώ το δημόσιο χρέος της από 55% πέρυσι προβλέπεται το 2010 να ξεπεράσει το 74%. Το χειρότερο ωστόσο για την Ισπανία, πολύ χειρότερο ακόμη κι από την άνοδο του ελλείμματος στο 11,2% του ΑΕΠ το 2009, είναι η σταθεροποίηση της ανεργίας στο 19% εδώ και ένα σχεδόν χρόνο. Δεδομένου δε ότι άπαντες οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν πως η υπό εξέλιξη ανάκαμψη θα είναι αναιμική και δεν θα δημιουργεί θέσεις εργασίας, χωρίς κανένα ρίσκο μπορούμε να προβλέψουμε την ραγδαία όξυνση του κοινωνικού ζητήματος στην Ισπανία.

Ήδη οι τριγμοί είναι εμφανείς, αναγκάζοντας την κυβέρνηση του Θαπατέρο σε πολιτικές υποχωρήσεις υπό το βάρος των κοινωνικών αντιδράσεων. Γιατί, η μεγαλύτερη παραδοξότητα των ημερών μας είναι πως τα ελλείμματα και τα χρέη δημιουργήθηκαν μεν από την φούρια των κυβερνήσεων να σώσουν με κρατικό χρήμα τους κλυδωνιζόμενους τομείς της ιδιωτικής οικονομίας κι όχι από τις γενναίες κοινωνικές παροχές, ο λογαριασμός ωστόσο μεταφέρεται στους εργαζόμενους! Το παράδειγμα της Ισπανίας είναι από κάθε άποψη χαρακτηριστικό καθώς η κυβέρνηση το αμέσως προηγούμενο διάστημα εισηγήθηκε δύο νόμους που προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις. Ο πρώτος αφορούσε τις εργασιακές σχέσεις και προήγαγε την ελαστικοποίησή τους, διευκολύνοντας για παράδειγμα τις απολύσεις. Πρόταση που ισοδυναμεί με λάδι στη φωτιά της αυξανόμενης ανεργίας. Ο δεύτερος νόμος αφορούσε το ασφαλιστικό. Στην αρχική του εκδοχή περιελάμβανε δύο άρθρα φωτιά: Κατ’ αρχήν την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη. Αλλαγή που θα προκαλέσει την απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος για εκατοντάδες χιλιάδες αν όχι εκατομμύρια εργαζόμενους και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής εκατομμυρίων άλλων που θα απολέσουν θεμελιωμένα δικαιώματά τους για να καλυφθούν οι μαύρες τρύπες που άφησαν στα δημόσια ταμεία τα πακέτα διάσωσης των τραπεζών. Το δεύτερο άρθρο του ισπανικού αντι-ασφαλιστικού νομοσχεδίου περιελάμβανε την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της σύνταξης, με την επιμήκυνση από τα 15 στα 25 χρόνια του χρονικού διαστήματος που θα λαμβάνεται υπ’ όψη για τον υπολογισμό της σύνταξης. Η πρόταση αυτή αποσκοπούσε στη μείωση των συντάξεων δεδομένου ότι όσο περισσότερα χρόνια συνυπολογίζονται τόσο χαμηλότερα πέφτει ο μέσος όρος των συντάξιμων αποδοχών. Τόσο πολύ άρεσε μάλιστα αυτή η πρόταση της υπουργού Οικονομικών, Έλενα Σαλγάδο, που έχει αναλάβει το ρόλο του ιμάντα μεταβίβασης των οδηγιών της Κομισιόν στη Μαδρίτη, ώστε η σοσιαλιστική κατά τ’ άλλα κυβέρνηση την περιέβαλε και στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που υπέβαλε στις Βρυξέλες. Την ίδια μέρα όμως την Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 3 ώρες μετά την αποστολή του Προγράμματος Σταθερότητας η ισπανική κυβέρνηση αποστέλλει νέο κείμενο από το οποίο έχει αφαιρεθεί η επίμαχη παράγραφος! Ούτε μία αναφορά δεν υπάρχει στο νέο κείμενο στο ενδεχόμενο αλλαγής του τρόπου υπολογισμού των συντάξεων, ενώ από την Μαδρίτη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διαβεβαιώνει πως «η κυβέρνηση ούτε εξετάζει ούτε έχει εξετάσει αυτή την επιλογή».

Τι μεσολάβησε; Όπως αποκάλυψε η ισπανική εφημερίδα El Pais στις 8 Φεβρουαρίου στο υπουργικό συμβούλιο της 29ης Ιανουαρίου όπου υιοθετήθηκε κατ’ αρχήν η πρόταση για αύξηση των ηλικιακών ορίων και των ετών υπολογισμού της σύνταξης, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μανουέλ Τσάβες πρόβαλε σθεναρή αντίσταση και τελικά με την πάροδο λίγων ημερών κατάφερε να πείσει τους συναδέλφους του να μην συμπεριληφθεί η επίμαχη πρόταση. Το πέτυχε δε, υπενθυμίζοντάς τους ότι το 1985 η κυβέρνηση του Φελίπε Γκονθάλες πέρασε την μεγαλύτερη δοκιμασία της όταν προσπάθησε να αυξήσει πάλι τα έτη που προσμετρούνται για τον υπολογισμό της σύνταξης από 10 σε 15. Το αποτέλεσμα ήταν για πρώτη φορά μετά την πτώση του Φράνκο να οργανωθεί γενική απεργία. Ο δε υπουργός Εργασίας του Γκονθάλεθ ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη για το αντεργατικό πραξικόπημα που επιχειρήθηκε, λειτουργώντας πιθανά κι ως αποδιοπομπαίος τράγος, με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα το όνομά του να είναι στιγματισμένο. Για την ιστορία λεγόταν Χοακίν Αλμούνια και πολύ πιθανά από τότε ήταν ο άνθρωπος για όλες τις βρόμικες πολιτικές δουλειές…

Το πρόβλημα ωστόσο είναι πως υποχωρήσεις όπως η παραπάνω αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα. Ενώ, οι βρόμικες δουλειές που φέρνουν τελικά σε πέρας οι κυβερνήσεις είναι τόσες πολλές ώστε ρίχνουν τα εκλογικά τους ποσοστά στα Τάρταρα, όπως βεβαιώνει και το παράδειγμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ισπανίας που σε όλες τις δημοσκοπήσεις είναι δεύτερο κόμμα, με το Λαϊκό Κόμμα της Δεξιάς να το ξεπερνάει με 6 μονάδες.

Μετά τη μετάσταση στα δημοσιονομικά, η μετάσταση στην πολιτική αποδεικνύεται τελικά η πιο επικίνδυνη υποτροπή της οικονομικής κρίσης…

Παράγοντας αστάθειας το Κόσοβο (Πριν, 22/2/2008)

Προτεκτοράτο της ΕΕ το Κόσοβο

ΜΙΣΟΣ ΣΠΕΡΝΟΥΝ ΟΙ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Φόβο και προβληματισμό σκόρπισε σε όλο τον κόσμο η ανακοίνωση της ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου από τον ηγέτη της σέρβικης επαρχίας, μέχρι το προηγούμενο Σάββατο, Χασίμ Θάτσι. Η είδηση της ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις γιατί για πρώτη φορά το διεθνές δίκαιο και συγκεκριμένα η απόφαση 1244 του ΟΗΕ που χρονολογείται από το 1999 και ορίζει ότι το Κόσοβο αποτελεί επαρχία της Σερβίας, παραβιάζεται τόσο κατάφωρα και αναγνωρίζεται στις μειονότητες και επισήμως το δικαίωμα απόσχισης και δημιουργίας ανεξάρτητου (κατ’ όνομα φυσικά) κράτους.

Το διεθνές δίκαιο μάλιστα δεν παραβιάστηκε αυτή τη φορά από τον γνωστό άγνωστο τραμπούκο των διεθνών σχέσεων, τις ΗΠΑ, όσο κι αν η σφραγίδα τους σε όλη αυτή τη διαδικασία εθνογένεσης είναι ανεξίτηλη, όπως έδειξαν και οι αστερόεσσες που ανέμιζαν στην Πρίστινα την προηγούμενη Κυριακή. Την ευθύνη για την παραβίαση των αποφάσεων του ΟΗΕ, από τη στιγμή που η Μόσχα φάνηκε αποφασισμένη να βάλλει βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας στο διχοτομικό σχέδιο του ειδικού διαμεσολαβητή φιλανδού Μ. Αχτισάαρι, ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση που πλέον καλείται με το πολιτικό της κύρος να ολοκληρώσει τη δουλειά που ξεκίνησε με τους βομβαρδισμούς το 1999. Βρίσκεται σε εξέλιξη όμως κι ένα επιπλέον πολιτικό σκάνδαλο, που αποκαλύπτει την επιθετικότητα του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Συγκεκριμένα η αποστολή 2.000 αστυνόμων και δικαστών που ετοιμάζει για την Πρίστινα η ΕΕ με στόχο να επιβάλλει το νόμο και την τάξη (κατά παραβίαση του διεθνούς δικαίου, όπως ευφυώς επεσήμανε ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών) θα υλοποιηθεί παρότι η ΕΕ ουδέποτε έλαβε ομόφωνη απόφαση που να στηρίζει την ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου. Λόγω της αδιάλλακτης στάσης της Κύπρου αρχικά που εδώ και καιρό απειλούσε με βέτο και της σθεναρής στάσης που κράτησε η Ισπανία τη Δευτέρα δια του υπουργού Εξωτερικών της, ο οποίος είπε ότι η αποστολή της ΕΕ και η αναγνώριση του Κοσόβου αντίκεινται στο διεθνές δίκαιο, επίσημα η ΕΕ ποτέ δεν αποφάσισε να υποκαταστήσει το ΝΑΤΟ. Το πράττει όμως κατ’ εντολή των ισχυρότερων κρατών, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας, που αναγνώρισαν το Κόσοβο, αμέσως μετά τους Αμερικάνους καλύπτοντας πλήρως τους τυχοδιωκτισμούς του πρώην αρχηγού του UCK.

Οι ευρωπαϊκές χώρες που έσπευσαν να αναγνωρίσουν το Κόσοβο διευκρίνισαν ταυτόχρονα ότι η ανεξαρτητοποίηση του δεν συνιστά προηγούμενο, αλλά δικαιολογείται λόγω των ειδικών συνθηκών, δηλαδή της καταπίεσης που έχουν δεχτεί οι Κοσοβάροι από τη Σερβία.

Το επιχείρημά τους είναι σαθρό. Αν οι εκατόμβες νεκρών των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων θεμελίωναν αυτομάτως δικαίωμα εθνικής ανεξαρτησίας και δημιουργίας κράτους τότε η Παλαιστίνη και το τουρκικό Κουρδιστάν δεν θα υπέμεναν ακόμη και σήμερα τις εθνοκαθάρσεις του τουρκικού και του ρατσιστικού εβραϊκού κράτους και θα είχαν δημιουργήσει δικό τους κράτος προ πολλού, ενώ η Βόρεια Ιρλανδία δεν θα βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Λονδίνου. Αντίθετα όμως η Άγκυρα επεμβαίνει στο Ιράκ για να κυνηγήσει τους Κούρδους αντάρτες χωρίς κανείς να επιζητά την καταδίκη της από το Συμβούλιο Ασφαλείας, στην κυβέρνηση του κράτους τρομοκράτη του Ισραήλ συμμετέχουν με κάθε επισημότητα εξτρεμιστές ακροδεξιοί σιωνιστές που αν επιχειρούσαν να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση πολιτισμένου ευρωπαϊκού κράτους θα έμπαινε αμέσως σε πολιτική καραντίνα (όρα περίπτωση Χάιντερ στη Αυστρία και πιο πρόσφατα Νίκολιτς στην Σερβία) ενώ το Λονδίνο δεν έχει λογοδοτήσει ποτέ για τα εγκλήματά του στο Μπέλφαστ.

Η βιασύνη ωστόσο των ευρωπαϊκών κρατών να ξεκαθαρίσουν ότι δεν δημιουργείται προηγούμενο, με άλλα λόγια ότι μόνο οι ίδιοι έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν ξανά πότε ένα έθνος ή μια εθνική μειονότητα δικαιούται να αποσχιστεί και να αποκτήσει δικό της κράτος, αποκαλύπτει την έκταση των κινδύνων που δημιουργεί η πολιτική τους τη στιγμή που δε θεωρεί τα εθνικά σύνορα, ούτε την εθνική κυριαρχία και ακεραιότητα απαραβίαστη. Ο φόβος λοιπόν είναι ότι το πράσινο φως που δόθηκε στο Κόσοβο θα αποτελέσει δεδικασμένο και για άλλα αυτονομιστικά κινήματα που θα μπορούν πλέον να διεκδικήσουν την διεθνή τους αναγνώριση και την ένταξή τους στον ΟΗΕ στις νέες έδρες που θα δημιουργηθούν μετά την 193η που φιλοδοξεί (ματαίως φυσικά) να καταλάβει το Κόσοβο.

Το κράτος που νιώθοντας στο σβέρκο του το καυτό χνώτο των Αλβανών του Κοσόβου δήλωσε πριν από κάθε άλλο ότι δεν θα συναινέσει σε μια απόφαση της ΕΕ αυτόματης αναγνώρισής του ήταν η Κύπρος, κι αυτό φυσικά λόγω της αδιάλλακτης στάσης του Τ. Παπαδόπουλου ο οποίος δε δέχτηκε να μπει σε παζάρια με την Ιερά Συμμαχία Αγγλογάλλων και Γερμανών όπως θα έκανε μετά βεβαιότητας αν ήταν στη θέση του ο Ι. Κασουλίδης, πριν ακόμη του το ζητήσουν μάλιστα, και πολύ πιθανά ο Δ. Χριστόφιας. Η κυπριακή προεδρία διέβλεπε τις εκπληκτικές ομοιότητες του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους στα κατεχόμενα εδάφη με το Κόσοβο (με σημαντικότερη απ’ όλες την ανοχή του ιμπεριαλισμού) και διέκρινε ότι ένα δεδικασμένο ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου θα άνοιγε το δρόμο στον Ταλάτ και τον Ερντογάν να επιδιώξουν την αναβάθμιση του ψευδοκράτους ή τουλάχιστον να πιέσουν την Κυπριακή Δημοκρατία να άρει τις αντιστάσεις της για να αποτραπεί μια ανεξαρτητοποίηση – καρμπόν του ψευδοκράτους. Γι αυτό η Λευκωσία σήκωσε μόνη της αρχικά το βάρος.

Στη συνέχεια, την προηγούμενη Δευτέρα για την ακρίβεια κατά τη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών, το βάρος σήκωσε ο υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας, ο οποίος αντιτάχθηκε στην ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, χρησιμοποιώντας μάλιστα σκληρή γλώσσα λόγω των ανοιχτών μετώπων που έχει η Μαδρίτη στο εσωτερικό της με τους Καταλανούς αλλά κυρίως τα 2 εκ. Βάσκων που ζητούν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος τον Οκτώβριο για να μετατρέψουν σε πλήρη ανεξαρτησία το καθεστώς αυξημένης αυτονομίας που ήδη διαθέτουν. Ακόμη κι αν τα δημοσιεύματα που υποστηρίζουν ότι η Μαδρίτη θα συμφωνούσε στην περίπτωση που η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου ανακοινωνόταν μετά τη διεξαγωγή των ισπανικών εκλογών στις 9 Μαρτίου είναι αληθή και δεν αποσκοπούν στο διασυρμό της για λόγους εκδίκησης, ακόμη και τότε φαίνονται τα πολύ υψηλά διακυβεύματα για την ακεραιότητα της Ισπανίας από το παράδειγμα του Κοσόβου.

Εξ ίσου σοβαρά είναι και όσα διακυβεύονται για τέσσερις ακόμη χώρες της ΕΕ που επέλεξαν να κρατήσουν μια πιο διακριτική στάση, χωρίς φυσικά να βρουν το θάρρος που απαιτείται για να σηκώσουν το βάρος της υπεράσπισης μέχρι τέλους των εθνικών συμφερόντων τους, καταδικάζοντας την παραβίαση του διεθνούς δικαίου όπως έκανε η Μαδρίτη και δηλώνοντας ότι δεν θα αναγνωρίσουν το Κόσοβο. Ήταν η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα. Οι δύο πρώτες το φάντασμα που θέλησαν να ξορκίσουν είναι της ουγγρικής μειονότητας που προβάλλει απειλητικά ιδιαίτερα για τη Ρουμανία όπου οι Μαγιάροι ζητούν την απόσχιση της Τρανσιλβανίας και την προσάρτησή της στην Ουγγαρία. Η Βουλγαρία και η Ελλάδα από την άλλη τις επεκτατικές βλέψεις της Άγκυρας, κατ’ αρχήν, όπως αυτές υλοποιούνται με τη χειραγώγηση της ελεγχόμενης μουσουλμανικής μειονότητας και την αξιοποίησή τους στο πλαίσιο της αμφισβήτησης της διεθνούς υπόστασης και της εδαφικής ακεραιότητάς των δύο χωρών.

Η μεγάλη αντίφαση όμως, εκ πρώτης πάντα όψεως, είναι ότι και οι χώρες που άναψαν το πράσινο φως για να μετατραπεί σε πρωθυπουργό ο αλβανός κατσαπλιάς του UCK και δηλωμένος εγκληματίας πολέμου έχουν κατ’ επανάληψη δει τη συνοχή τους να απειλείται από αποσχιστικά κινήματα. Στη χώρα που γεννήθηκε το «διαίρει και βασίλευε» μετά τον πονοκέφαλο των βορειοϊρλανδών και του ηρωικού αγώνα του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού ήρθε να προστεθεί τα τελευταία χρόνια η προσπάθεια των Σκοτσέζων να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους από το Λονδίνο. Το Παρίσι μετήλθε των πιο σκοτεινών και αιματηρών μεθόδων για να αντιμετωπίσει το αποσχιστικό κίνημα της Κορσικής, χωρίς να καταφέρει να το σβήσει από το χάρτη. Μάρτυρας η ανακοίνωση που εξέδωσε την Τρίτη 19 Φεβρουαρίου η οργάνωση Ανεξάρτητο Έθνος της Κορσικής (CNI) χαιρετίζοντας την κήρυξη ανεξαρτησίας του Κοσόβου και καλώντας τις αρχές του το καλοκαίρι στην Κορσική! Η κεντροαριστερή κυβέρνηση της Ιταλίας (που αν και βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας μετρώντας μέρες μέχρι την έλευση του Μπερλουσκόνι, δεν έχασε την ευκαιρία να αναγνωρίσει το Κόσοβο) ξέχασε γρήγορα τις 361 ένοπλες επιθέσεις που σημειώθηκαν από το 1956 μέχρι το 1988 και τους δεκάδες νεκρούς που άφησε πίσω της η δράση του αποσχιστικού κινήματος στο γερμανόφωνο νότιο Τιρόλο της Ιταλίας που ζητούσε την προσάρτησή του στην Αυστρία. Ή το αίτημα της φασιστικής Λίγκας του βορρά για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη βόρεια Ιταλία με στόχο την απόσπαση της από τη Ρώμη. Ο κατάλογος με τα αποσχιστικά αιτήματα στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μακρύς και προδικάζει ότι η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου θα δώσει νέα ώθηση στις διεκδικήσεις τους. Η βεβαιότητα ωστόσο του Σαρκοζί, του Μπράουν και του Πρόντι πηγάζει από την ευκολία με τη οποία θα καταφύγουν στην ωμή βία για να καταστείλουν τα κινήματα ανεξαρτητοποίησης στο εσωτερικό τους πριν λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Εντός παιδιάς λοιπόν, εκεί που τα ισχυρά κράτη μπορούν να επιβάλλουν την κατασταλτική τους δύναμη (από τη Δυτική Ευρώπη μέχρι και την Τσετσενία) θεαματικές μεταβολές δεν αναμένονται άμεσα, απλώς επιτάχυνση των φυγόκεντρων δυνάμεων και …περισσότερη βία. Τα σημεία του πλανήτη ωστόσο όπου η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου θα πυροδοτήσει νέες δραματικές εξελίξεις, εκφυλισμό των κοινωνικών συγκρούσεων σε φυλετικές (όπως πολύ διδακτικά δείχνει το παράδειγμα της Κένυα) και επαναχάραξη στην πράξη των συνόρων είναι εκείνα όπου μαίνονται οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί έχοντας ως τρόπαιο τις περισσότερες φορές τη διεύρυνση των ζωνών επιρροής με νέα κράτη ή – όποτε αυτό αποτυγχάνει – με θραύσματά τους. Γι αυτό το λόγο χώρες αχανείς και εύθραυστες, η συνοχή των οποίων θα δοκιμαστεί το επόμενο διάστημα όπως η Κίνα (που έχει και το ανοιχτό μέτωπο της Ταϊβάν) και η Ινδονησία καταδίκασαν αμέσως την ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, προαναγγέλλοντας έτσι ότι ποτέ το Κόσοβο δεν πρόκειται να γίνει και τυπικά ανεξάρτητο κράτος.

Με διθυράμβους απεναντίας έγινε δεκτή η είδηση της ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου στην Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία οι οποίες (με ρωσική παρότρυνση) διεκδικούν την ανεξαρτητοποίησή τους από τη Γεωργία του αμερικανόδουλου Μικαΐλ Σαακασβίλι, στην Υπερδνειστερία η οποία με την ίδια πάλι υποκίνηση έχει ντε φάκτο αποσχισθεί από τη φιλοαμερικανική Μολδαβία και στην χερσόνησο της Κριμαίας στην Ουκρανία όπου η αμερικανοκρατία εδραιώθηκε ανεξάρτητα από τη χρεοκοπία της «πορτοκαλί επανάστασης». Η Ρωσία ωστόσο παρά τα προφανή οφέλη που έχει να δρέψει από το ορθάνοιχτο κουτί της Πανδώρας επέλεξε να μην τα καρπωθεί άμεσα και να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της διεθνούς νομιμότητας επικαλούμενη την αποκλειστική δικαιοδοσία του ΟΗΕ στη χάραξη των διεθνών συνόρων και καταγγέλλοντας ευθέως τις ΗΠΑ και την ΕΕ για την ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου.

Παρόλα αυτά το Κόσοβο αντιμετωπίζεται με δυσπιστία και σκεπτικισμό ακόμη και από τους πιο φανατικότερους υποστηρικτές του βομβαρδισμού των 78 ημερών του 1999 που άνοιξε το δρόμο για να συναγωνίζεται η Σερβία τη φιλανδική εταιρεία κινητών τηλεφώνων Νόκια (κατά το ανέκδοτο που κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες): κάθε χρόνο ένα νέο μοντέλο, όλο και πιο λεπτό.

«Σχεδόν με βεβαιότητα», ανέφερε για το Κόσοβο το αμερικανικό Νιούζγουικ «θα είναι ένα αποτυχημένο κράτος, μη αναγνωρισμένο από τα Ηνωμένα Έθνη, ανίκανο να κυβερνηθεί από μόνο του, εξαρτημένο από την Ευρώπη για την αστυνομία του και το ΝΑΤΟ για τις ένοπλες δυνάμεις του. Αφού πέρασαν οκτώ χρόνια λειτουργώντας ως διεθνές προτεκτοράτο και δόθηκαν δισ. δολάρια υπό τη μορφή βοήθειας και κεφαλαίων για την ανοικοδόμηση, οι οικονομικές του προοπτικές παραμένουν ζοφερές. Η ανεργία ανέρχεται στο 57%, μεταξύ των νέων ξεπερνάει το 70% και ο μισός πληθυσμός είναι κάτω των 25. Δεν προκαλεί έτσι εντύπωση πως το μοναδικό εξαγώγιμο προϊόν του είναι το οργανωμένο έγκλημα»…

Ακόμη κι έτσι όμως (κι οι ανάδοχοί του ήξεραν ότι από μόνο του δεν μπορεί να αποτελέσει ένα βιώσιμο και ανεξάρτητο κράτος) η αξία χρήσης του προτεκτοράτου του Κοσόβου είναι τεράστια και αναντικατάστατη, καθώς θα αποτελέσει μοχλό συνεχών ανατροπών και αποσταθεροποίησης. Το ανεξαρτητοποιημένο από τη Σερβία Κόσοβο, μαζί με το αλβανόφωνο τμήμα της ΠΓΔΜ στο οποίο ήδη μπαινοβγαίνουν ανενόχλητοι ένοπλοι του Κοσόβου ανταλλάσσοντας και πυρά ενίοτε με την αστυνομία των Σκοπίων (προαναγγέλλοντας έτσι την κατάρρευση της συμφωνίας της Οχρίδας που τερμάτισε τον εμφύλιο) θα αποτελέσουν την πρώτη ύλη για την υπό διαμόρφωση Μεγάλη Αλβανία, που θέλουν οι Αμερικάνοι στα Βαλκάνια. Η προσάρτηση του Κοσόβου στα Τίρανα μάλιστα πολύ σύντομα θα εμφανιστεί ως όρος σωτηρίας του, καθώς θα αποδεικνύεται ότι αδυνατεί να λειτουργήσει ως κράτος από τη στιγμή που δε διαθέτει πόρους, υποδομές ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν την κεφαλαιοκρατική του ανάπτυξη. Τότε η γαλάζια σημαία με τα αστεράκια του «ανεξάρτητου» και όχι καθολικά αναγνωρισμένου Κοσόβου που παρουσίασε την προηγούμενη Κυριακή ο Θάτσι θα μπει στα μπαούλα και επίσημες σημαίες του Κοσόβου θα γίνουν οι δύο που ανέμιζαν στην κεντρική πλατεία της Πρίστινα: η αλβανική – για εσωτερική χρήση και η αστερόεσσα – για τις διεθνείς του σχέσεις.

Για τους Αμερικάνους η Μεγάλη Αλβανία θα αποτελεί προκεχωρημένο φυλάκιο της αυτοκρατορίας τους, καθώς θα είναι το πιο δουλικό καθεστώς που θα έχουν ανά τον κόσμο, συγκρίσιμο μόνο με το Ισραήλ και πολύ πιθανά τόσο πρόθυμο να βγάλει τη βρόμικη δουλειά του ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια, όπως και το σιωνιστικό κράτος στη Μέση Ανατολή.

Με αυτή την έννοια τα χειρότερα είναι μπροστά μας…

Η ανοιχτή ενθάρρυνση των Δυτικών των διαδικασιών υλοποίησης της Μεγάλης Αλβανίας θα κάνουν ακόμη πιο κραυγαλέα την μονομέρειά τους καθώς την ίδια ώρα οι ολοένα και πιο ηχηρές φωνές που θα ακούγονται από τους Σέρβους της Βοσνίας για επανένωσή τους με το Βελιγράδι (λύση που αποτελεί τη μοναδική ρεαλιστική για να διαδεχτεί το αποτυχημένο κράτος που δημιούργησαν στο Ντέιτον οι Αμερικάνοι με τον Μιλόσεβιτς) θα καταπνίγονται. Η ευλογία των συνενώσεων, όπως και η κατάρα των κατακερματισμών δεν παρέχεται στον οποιοδήποτε από τον ιμπεριαλισμό που έχει το προνόμιο να τη χορηγεί.

Εξ ίσου επιλεκτική έχει αποδειχτεί και η ευαισθησία σχετικά με τις εθνοκαθάρσεις, καθώς η εγκατάσταση 17.000 στρατιωτών του ΝΑΤΟ στο Κόσοβο όλα αυτά τα χρόνια δεν εμπόδισε τις διώξεις των Σέρβων που κατοικούσαν σε διάφορους θύλακες στο Κόσοβο και τη φυγή τους στη Σερβία ή τη συγκέντρωσή τους στο βόρειο τμήμα της επαρχίας.

Αξίζει να δούμε ότι η διαδικασία της εθνογέννεσης και της εθνοδιάλυσης που τροχιοδρομεί ο σύγχρονος καπιταλισμός αναδιατάσσει τις σχέσεις των κεφαλαιοκρατικών σχηματισμών και τη μεταξύ τους ισορροπία. Έτσι, η Αλβανία, για παράδειγμα, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα συνεχίσει να είναι ο φτωχός συγγενής των Βαλκανίων όσο στενότερα δένεται στο άρμα της αμερικανοκρατίας. Το ίδιο ισχύει, κατ’ αντίστροφο τρόπο, και για τη Σερβία που βλέπει τη θέση της συνεχώς να υποβαθμίζεται τείνοντας να μετατραπεί σε κράτος παρία. Οι οργισμένες αντιδράσεις των Σέρβων που έκαψαν την αμερικανική πρεσβεία την Πέμπτη στο πλαίσιο μιας μαζικής πορείας που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των διεθνών πρακτορείων είχε 150.000 άτομα από αυτή την κατάφωρη αδικία υποκινήθηκαν.

Σε αυτό το ρευστό τοπίο η στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης να συμπλεύσει πλήρως με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, διευκολύνοντας τα εμπρηστικά του σχέδια, δεν πρόκειται να τη σώσει από τις αναταράξεις και τις δυσμενείς ανατροπές, από τη στιγμή που οι στρατηγικοί σύμμαχοι της Ουάσινγκτον, τα Τίρανα από τη μια και η Άγκυρα από την άλλη, έχουν επισήμως καταθέσει τις βλέψεις τους: Με το ανύπαρκτο στην πραγματικότητα θέμα των συνεργατών των Ναζί, των Τσάμηδων, οι Αλβανοί και με το θέμα της «τουρκικής», κατά την Άγκυρα, μειονότητας οι Τούρκοι όσο περνάει ο καιρός θα οξύνουν τις πιέσεις τους προς την Ελλάδα διεκδικώντας επιπλέον ζωτικό χώρο.

Μια πρώτη δοκιμή θα αποτελέσουν οι εξελίξεις που θα δρομολογηθούν άμεσα στο Κυπριακό στο πλαίσιο της επίλυσής του, καθώς όλοι συμφωνούν ότι το 2008, λόγω του ότι πρέπει να ανοίξει ο δρόμος για την τουρκική ένταξη στην ΕΕ, θα γίνουν όσα δεν έγιναν τα προηγούμενα 34 χρόνια. Ο σεβασμός στην πράξη και όχι στα λόγια του πλαισίου επίλυσης που καθόρισε η συμφωνία της 8ης Ιουλίου μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των τουρκοκυπρίων και το οποίο αποκλείει κατ’ αρχήν την επιβολή σχεδίων επίλυσης από τον ΟΗΕ δίνοντας τον πρώτο λόγο στη Λευκωσία από τη μια και το ψευδοκράτος από την άλλη θα δείξει κατά πόσο η νέα ηγεσία είναι διατεθειμένη να σεβαστεί την πολιτική κληρονομιά του «όχι». Ή, αντίθετα θα επιδιώξει μια άρον άρον λύση, υπό το φόβο μιας πλημμυρίδας διεθνών αναγνωρίσεων του ψευδοκράτους που θα προκαλέσει το παράδειγμα του Κοσόβου, και θα βρίσκεται πολύ πιο πίσω από τις αποφάσεις καταδίκης της τουρκικής κατοχής από τον ΟΗΕ σημαίνοντας στην πράξη την διχοτόμηση του νησιού.

Αρέσει σε %d bloggers: