Αλλάζει τα δεδομένα στην Παλαιστίνη η τρίτη Ιντιφάντα (Πριν, 18/10/2015)

intiΜπροστά σε ευρήματα που ξαφνιάζουν και προκαλούν πονοκέφαλο βρίσκονται αναλυτές και υπηρεσίες του σιωνιστικού κράτους που μελετούν τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών της τρίτης Ιντιφάντα, η οποία αισίως εισήλθε στην τρίτη της εβδομάδα, και συχνά χαρακτηρίζεται ως Ιντιφάντα της Ιερουσαλήμ. Κι αυτό επειδή την οργή των Παλαιστινίων προκαλεί η προσπάθεια της κυβέρνησης Νετανιάχου να αλλάξει το καθεστώς της ιερού τεμένους του Αλ Ακσά, που αποτελεί ιερό τόπο και για τους Εβραίους και για τους Άραβες, απαγορεύοντας την πρόσβαση στους Άραβες.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στη συντριπτική τους πλειοψηφία όσοι μάχονται στους δρόμους της ανατολικής Ιερουσαλήμ, όπου κατοικούν οι Άραβες, είναι άγνωστοι στις αρχές, ασυνήθιστα νέοι για τον μέσο μαχητή των ιστορικών αντιστασιακών παλαιστινιακών οργανώσεων ισλαμικής ή μαρξιστικής προέλευσης (Χαμάς, Λαϊκό Μέτωπο, κ.α.), που σημαίνει ότι δεν συμμετείχε στην προηγούμενη Ιντιφάντα η οποία τελείωσε το 2003, συχνά προέρχονται από μεσαία στρώματα, χωρίς να έχουν δεσμούς με πολιτικές οργανώσεις, ενώ προκαλεί δέος η επιμονή τους. Συχνά τους χαρακτηρίζουν ως «μοναχικούς λύκους».

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά προφανώς δεν σημαίνουν ότι η τρίτη Ιντιφάντα που μέχρι στιγμής έχει προκαλέσει το θάνατο 32 Παλαιστινίων και 8 κατακτητών θα πετύχει εκεί που απέτυχαν οι άλλες δύο. Το εβραϊκό κράτος ενδεχομένως να ξεμπερδέψει ευκολότερα μαζί της, ειδικά αν καταφεύγει σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό στις φασιστικές πρακτικές που χρησιμοποίησε την προηγούμενη εβδομάδα (κατά παράβαση μάλιστα αρχαιοτάτων νόμων που έγιναν σεβαστοί ακόμη και στις πιο αδυσώπητες μάχες της ιστορίας) όπως η μη επιστροφή των νεκρών Παλαιστινίων έτσι ώστε η κάθε ταφή να μη μετατρέπεται σε διαδήλωση εναντίον της κατοχής. Σημαίνουν όμως ότι κανένας Παλαιστίνιος δεν έμαθε να ζει με την κατοχή της γης του και τις καθημερινές ταπεινώσεις των εκατοντάδων σημείων ελέγχων, από τους Ναζί του 21ου αιώνα, όπως διακαώς επιθυμεί εδώ και δεκαετίες όλο το πολιτικό σύστημα του Σιωνισμού. Η ασυμβίβαστη στάση των Παλαιστινίων αποτυπώθηκε ανάγλυφα και σε μια δημοσκόπηση που είδε το φως της δημοσιότητας πριν λίγες μέρες, βάσει της οποίας η λύση των δύο κρατών δεν συναντάει ιδιαίτερη απήχηση, ενώ η καθαρή πλειοψηφία των ερωτηθέντων υποστηρίζει την ένοπλη Ιντιφάντα.

Η στάση των Παλαιστινίων αποτελεί πλήγμα όχι μόνο για τους Σιωνιστές που έχουν δημιουργήσει ένα κράτος απαρτχάιντ και βλέπουν την παλαιστινιακή κοινωνία να απορρίπτει το «ειρηνικό πέρασμα» στο ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει και για τους ίδιους σωτηρία. Η τρίτη Ιντιφάντα αμφισβητεί και την εξωνημένη ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής, που αρκετές φορές τις προηγούμενες μέρες έστειλε την αστυνομία της να συνδράμει την αστυνομία των κατακτητών στις καθημερινές οδομαχίες στο κέντρο της Ιερουσαλήμ.

Στη διεθνή απομόνωση το Ισραήλ (Επίκαιρα, 14-20/10/2010)

Σε πλήρες αδιέξοδο οδηγήθηκαν για μια ακόμη φορά (την ένατη!) οι απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις για το Παλαιστινιακό μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Αρχής. Η εξέλιξη ήταν σε τέτοιο βαθμό αναμενόμενη ώστε να δικαιώνονται εξ ολοκλήρου όσοι διαφωνούσαν με την έναρξη των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων αποδοκιμάζοντας την προθυμία του Αμπάς να προσέλθει στο τραπέζι των συνομιλιών. Ο όρος που ζητούσαν από τον Αμπάς να θέσει στο Ισραήλ για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις ήταν η απαγόρευση – σε πρώτη φάση – της επέκτασης των εβραϊκών εποικισμών στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και την ανατολική Ιερουσαλήμ, όπου κατοικούν αντίστοιχα 300.000 και 200.000 Εβραίοι έποικοι. Και στη συνέχεια η διάλυση των εποικισμών, η ανέγερση των οποίων έχει καταδικαστεί αλλεπάλληλες φορές από τον ΟΗΕ και έχει χαρακτηριστεί παράνομη. Η απόσυρση των Εβραίων από τα κατεχόμενα εδάφη αποτελεί προϋπόθεση, αναντικατάστατο όρο για την δημιουργία ενός ανεξάρτητου και βιώσιμου Παλαιστινιακού κράτους καθώς η παρουσία τους στις πιο γόνιμες εκτάσεις και τα στρατηγικά σημεία (πχ. επάνω σε λόφους) το μόνο που αφήνει στους Παλαιστίνιους για κράτος είναι αποκομμένοι θύλακες, χωρίς γεωγραφική συνέχεια. Ένα κράτος που θα μοιάζει με… ελβετικό τυρί, όπως εύστοχα έχει χαρακτηριστεί.

Καθόλου τυχαία το Ισραήλ δεν απαγόρευσε την επέκτασή τους, παρά προχώρησε μόνο σε ένα πάγωμα (μορατόριουμ) δέκα μηνών, η λήξη του οποίου στις 26 Σεπτέμβρη σηματοδότησε την απόσυρση της Παλαιστινιακής Αρχής από τις διαπραγματεύσεις. Ασπίδα προστασίας στο κύρος της Αρχής  προσέφερε η Αραβική Ένωση που κατά τη διάρκεια ειδικής συνεδρίασής της στη Λιβύη την προηγούμενη Παρασκευή έδωσε διορία ενός μήνα στις ΗΠΑ να λύσουν το αδιέξοδο… Πρόκειται για πρόταση που δεν αποκλείεται να αποβεί εξαιρετικά… επωφελής για το Ισραήλ καθώς σύμφωνα με δημοσιεύματα παζαρεύει νέες στρατιωτικές συμφωνίες και πολεμικό υλικό με τις ΗΠΑ, προκειμένου να ανακοινώσει ένα νέο πάγωμα των εποικισμών ολίγων πάλι μηνών. Έτσι όμως το Ισραήλ θα καταφέρει το εκ πρώτης όψεως αδύνατο. Να συμμετέχει σε αλλεπάλληλους γύρους διαπραγματεύσεων χωρίς να παραχωρεί, ούτε καν να υπόσχεται τίποτε σε ότι αφορά τα επίμαχα, εξασφαλίζοντας ωστόσο πολλές μικρές επιτυχίες που βελτιώνουν την οικονομική και στρατιωτική του θέση. Το Ισραήλ εν ολίγοις επενδύει με τη συμμετοχή του στις διαπραγματεύσεις κερδίζοντας χρόνο και χρήμα.

Υπό αυτό το πρίσμα δεν μπορεί να μην επαινεθεί η στάση της διπλωματικής εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κάθριν Άστον, η οποία αρνήθηκε να παραβρεθεί στην πανηγυρική έναρξη των διαπραγματεύσεων στην Ουάσινγκτον, εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο τις επιφυλάξεις της για την έκβασή τους. Στο ίδιο μήκος κύματος κυμάνθηκε και η δήλωση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ στις 18 και 19 Σεπτέμβρη όταν κομψά μεν, αποφασιστικά δε, αρνήθηκαν να δώσουν το πράσινο φως στο αίτημα του Ισραήλ για σύσφιξη των σχέσεων του με την ΕΕ, δηλώνοντας ότι πρώτα περιμένουν τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων. Φαίνεται έτσι ότι το Ισραήλ παρότι προσήλθε στις διαπραγματεύσεις όχι απλά με άδεια χέρια αλλά οπλοφορώντας κιόλας, τις «πούλησε» με τον επιδέξιο τρόπο, επιδιώκοντας να σπάσει την απομόνωσή του. Η σχετικά «υποψιασμένη» στάση της ΕΕ απέναντι στο Ισραήλ, που δεν παραγράφει τις τεράστιες ευθύνες της για τη χρόνια στασιμότητα, είναι εμφανές ότι αφήνει έκθετη την ελληνική κυβέρνηση που ανακοινώνει τη μία συμφωνία μετά την άλλη με το Ισραήλ. Πρόκειται για μια κατεύθυνση εξωτερικής πολιτικής που συγχρονίζεται πλήρως με την γραμμή απέναντι στο Ισραήλ που υιοθετούν και προκρίνουν διεθνώς οι πιο φιλοπόλεμοι και επιθετικοί κύκλοι της Ουάσινγκτον.

Το μέγεθος της απειλής που συνιστά το Ισραήλ για τη διεθνή νομιμότητα και το αξιακό κεκτημένο φάνηκε επίσης από την απόφαση που έλαβε το υπουργικό του συμβούλιο την Κυριακή βάση της οποίας όποιος θέλει στο εξής να λάβει την ισραηλινή υπηκοότητα θα πρέπει να ορκίζεται πίστη στο «εβραϊκό και δημοκρατικό» χαρακτήρα του κράτους. Παρακάμπτοντας την εμφανή αντίφαση που ενυπάρχει στον χαρακτηρισμό «εβραϊκό και δημοκρατικό» – μια και αν τα δημοκρατικά δικαιώματα αφορούν μόνο τους Εβραίους δεν είναι δημοκρατικά, δηλαδή καθολικά – με αυτό τον τρόπο το Ισραήλ μετατρέπεται σε ένα ρατσιστικό κράτος, που υποβαθμίζει αυτόματα σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας τους 1,5 εκ. άραβες πολίτες του, οι οποίοι αποτελούν το 20% του πληθυσμού. Η ανακοίνωση του ρατσιστικού αυτού μέτρου έγινε υπό την ανοχή όλων των δυτικών κυβερνήσεων που έσκιζαν τα ιμάτια τους πριν δέκα χρόνια όταν κατηγορούσαν τον δολοφονημένο πλέον πρόεδρο της Σερβίας Μιλόσεβιτς για φυλετικές διακρίσεις και εξαπέλυαν ακόμη και στρατιωτική εισβολή επικαλούμενοι τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων! Οι Παλαιστίνιοι προφανώς δεν συγκαταλέγονται στις «στρατηγικές μειονότητες» όπως είχαν χαρακτηρίσει τότε Μπιλ Κλίντον και Τζορτζ Σόρος τους Αλβανούς, για παράδειγμα.

Άμεσα, η απόφαση της κυβέρνησης – που για να γίνει νόμος θα πρέπει να ψηφισθεί από την Κνεσέτ, κάτι που θεωρείται δεδομένο – δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις. Μακροπρόθεσμα όμως οι συνέπειες θα είναι καταλυτικές καθώς δημιουργεί νέα, ανυπέρβλητα εμπόδια στο αίτημα επιστροφής των εκατομμυρίων προσφύγων Παλαιστινίων που εκδιώχθηκαν από τους Ισραηλινούς κατακτητές. Επιπλέον, κανείς δεν αποκλείει η ισχύς του νόμου να επεκταθεί εν μία νυκτί σε όσους ενηλικιώνονται και αιτούνται εκλογικού δικαιώματος, να τους ζητιέται δηλαδή όρκος πίστης στον εβραϊκό χαρακτήρα του κράτους, με αποτέλεσμα οι Παλαιστίνιοι που ζουν στα κατεχόμενα εδάφη να έχουν να επιλέξουν είτε την προσφυγιά είτε την παραίτηση από το δικαίωμα ψήφου για να μην υποστούν την ταπείνωση μιας δήλωσης απεμπόλησης της φυλετικής τους προέλευσης. Τέλος, η κατοχύρωση του εβραϊκού χαρακτήρα του κράτους συνιστά μια νίκη του Νετανιάχου, καθώς αποτελούσε μόνιμο αίτημα του προς την παλαιστινιακή πλευρά σε όλη την διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Και αυτό που δε δέχτηκε η παλαιστινιακή πλευρά, γιατί τότε η Δυτική Όχθη και η Ανατολική Ιερουσαλήμ θα έπαυαν να είναι κατεχόμενα εδάφη, γίνεται τελικά νόμος του κράτους.

Η μετατροπή του Ισραήλ και επισήμως σε κράτος δομημένο σε αυστηρά φυλετικές βάσεις, όπως το νοτιοφρικανικό απαρτχάιντ, σε συνδυασμό με το άδοξο τέλος των διαπραγματεύσεων συνιστά πλήγμα για την Παλαιστινιακή Αρχή. Έρχεται μάλιστα δέκα ακριβώς χρόνια μετά την έναρξη της δεύτερης Ιντιφάντα, που ξεκίνησε με μια προβοκάτσια του υποψήφιου τότε πρωθυπουργού Αριέλ Σαρόν, και κατέληξε με την υποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής από την Γάζα. Ο φόρος αίματος που πλήρωσε ο παλαιστινιακός λαός ωστόσο ήταν συνταρακτικός: 4.000 νεκροί, 10.000 σοβαρά τραυματίες, 1.000 ανάπηροι και πολλές χιλιάδες φυλακισμένοι. Το σημαντικότερο όλων ωστόσο ήταν η νίκη που σήμανε η απελευθέρωση της Γάζας. Το ερώτημα οπότε που αβίαστα προκύπτει με αφορμή την συμπλήρωση δέκα χρόνων, είναι: Τι αποτελέσματα έφερε η στροφή 180 μοιρών που εγκαινίασε η ενδοτική γραμμή του Αμπάς που αποκλείει κάθε μορφή ένοπλης αντίστασης και εναποθέτει όλες τις ελπίδες επίλυσης του Παλαιστινιακού στους Αμερικάνους και το Ισραήλ, δηλαδή στους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς της κατοχής; Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η γραμμή του Αμπάς δεν έφερε καμία νίκη στους Παλαιστίνιους. Αντίθετα, απομάκρυνε την λύση του ζητήματος καθώς επεκτάθηκαν οι εποικισμοί στα κατεχόμενα, αυξάνοντας την πολυπλοκότητα των προβλημάτων που θα πρέπει να λυθούν, και βάθυνε ο διχασμός του ίδιου του παλαιστινιακού λαού, επιλέγοντας ακόμη και την ένοπλη αντιπαράθεση με τη Χαμάς.

Από την άλλη, η συνεχής παραβίαση κάθε αρχής του διεθνούς δικαίου έχει οδηγήσει την διεθνή επιρροή του Ισραήλ στο ναδίρ. Η σφαγή τουλάχιστον εννέα ακτιβιστών από τον ισραηλινό στρατό τον Μάη που επέβαιναν στο Στολίσκο της Ελευθερίας πλέοντας σε διεθνή ύδατα με κατεύθυνση την Γάζα ήταν το πιο κορυφαίο, πρόσφατο γεγονός, αλλά όχι το μοναδικό. Ως αποτέλεσμα της πολιτικής που ακολουθεί το Ισραήλ πρόσφατα στοιχεία της Ισραηλινής Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουν ότι ο αριθμός των Εβραίων που μεταναστεύουν κάθε χρόνο στο Ισραήλ έφθασε στο χαμηλότερο σημείο από το 1988. Επίσης 750.000 άτομα έχουν φύγει από το Ισραήλ για να ζήσουν στις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ευρώπη, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη (7-13 Οκτώβρη) αιγυπτιακή εφημερίδα Al Ahram Weekly,  παύοντας πλέον να το θεωρούν ως τον ασφαλέστερο τόπο για να ζήσει ένας Εβραίος. Πολλοί περισσότεροι επίσης ζητούν να αποκτήσουν και δεύτερο διαβατήριο, προκαλώντας βαθιά ανησυχία στην ισραηλινή πολιτική ηγεσία που βλέπει ακόμη και την μικρή μειοψηφία των εβραίων δημοκρατών να γυρίζει την πλάτη του στο Ισραήλ, δίνοντας έτσι μεγαλύτερο βάθος στην διεθνή του απομόνωση.

Ο φαρισαϊσμός του Ισραήλ (περ. Μετροπόλιταν 27-28 Μαρτίου 2010)

Σε ένα ρεσιτάλ προκλήσεων χωρίς τέλος επιδίδεται το Ισραήλ προσβάλλοντας  όχι μόνο τους Παλαιστινίους που ζουν στα κατεχόμενα και τα γειτονικά μουσουλμανικά κράτη, αλλά ακόμη και τις ίδιες τις ΗΠΑ.

Μένοντας μόνο στις τελευταίες τρεις εβδομάδες ξεχωρίζουμε: Πρώτο, την έναρξη λειτουργίας μιας εβραϊκής συναγωγής πολύ κοντά στον ιερότερο τόπο λατρείας των μουσουλμάνων στην ανατολική Ιερουσαλήμ που σε συνδυασμό με τις απαγορεύσεις και τις ταπεινώσεις των Αράβων που επιβλήθηκαν ταυτοχρόνως από τον ισραηλινό στρατό προκάλεσαν την έκρηξη των Παλαιστινίων. Καθημερινές συγκρούσεις νεαρών Παλαιστινίων, οπλισμένων με πέτρες, με πάνοπλους ισραηλινούς στρατιώτες που δε δίστασαν να σκοτώσουν τέσσερις μάλιστα νεαρούς, έδωσαν το έναυσμα στη Χαμάς να καλέσει για νέα τρίτη Ιντιφάντα.

Η δεύτερη πρόκληση ήταν και η μεγαλύτερη κι είχε στόχο τις ίδιες τις ΗΠΑ και τις προσπάθειες ειρήνευσης που διεξάγουν. Εκδηλώθηκε στις 9 Μάρτη κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στο Ισραήλ του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, εκ των θερμότερων οπαδών της αμερικανο-ισραηλινής φιλίας που διαθέτει το εβραϊκό κράτος στους κόλπους της κυβέρνησης Ομπάμα κι αφορούσε την ανακοίνωση της ανέγερσης 1.600 νέων εβραϊκών κατοικιών στην κατεχόμενη ανατολική Ιερουσαλήμ. Ο χρόνος που επέλεξε η εβραϊκή κυβέρνηση για να προβεί στην ανακοίνωση δεν ήταν καθόλου τυχαίος. Προτιμήθηκε μόνο και μόνο για να φέρει τις ΗΠΑ προ τετελεσμένων και να ναρκοθετήσει τις πρωτοβουλίες ειρήνης καθώς οποιαδήποτε επέκταση των εβραϊκών οικισμών αναιρεί τις ελπίδες ειρήνης που στηρίζονται στην αποχώρηση του Ισραήλ από τα εδάφη που κατέλαβε το 1967 – τα οποία θα αποτελέσουν το μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων. Η επέκταση των εβραϊκών εποικισμών, που ήδη στεγάζουν περισσότερους από 500.000 υπερορθόδοξους Εβραίους εξτρεμιστές στη Δυτική Όχθη και την ανατολική Ιερουσαλήμ – συχνά μάλιστα στα πιο εύφορα, στρατηγικής σημασίας και υδροφόρα εδάφη καθιστά εκ των προτέρων κενό περιεχομένου κάθε διάλογο για επίλυση του Παλαιστινιακού. Το Ισραήλ μάλιστα, ενώ θα χρηματοδοτεί την επέκταση των εποικισμών, μπορεί να ισχυρίζεται ότι επιδιώκει τον διάλογο κι ότι είναι υπέρ της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους κερδίζοντας έτσι τις εντυπώσεις, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργεί τους όρους για να μην δημιουργηθεί ποτέ ένα βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος. Αυτή ακριβώς άλλωστε είναι και η τακτική του όλες τις τελευταίες δεκαετίες: Δημιουργία τετελεσμένων που θα διαιωνίζουν την κατοχή, παράλληλα με την λεκτική, πλήρους υποκρισίας, αποδοχή της ανάγκης διαλόγου. Το Ισραήλ μάλιστα, στο άκρον άωτο του φαρισαϊσμού του, έφθασε στο σημείο να καταγγέλλει την Παλαιστινιακή Αρχή ότι δεν επιθυμεί τον διάλογο, επ’ αφορμή την επιλογή της να αποχωρήσει πριν ενάμισι χρόνο από τις άμεσες διαπραγματεύσεις για να καταγγείλει με αυτό τον τρόπο ένα νέο τότε σχέδιο επέκτασης των εβραϊκών εποικισμών.

Αυτή τη φορά όμως ήταν διαφορετικά, καθώς το χαστούκι δεν έπεσε στο πρόσωπο της Παλαιστινιακής Αρχής, αλλά της ίδιας της Ουάσινγκτον. Γι’ αυτό το λόγο κι η απαίτηση της αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, από τον αντιπρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, να «καταδικάσει» την ανακοίνωση κι όχι απλώς να «εκφράσει την ανησυχία του» σηματοδότησε το σοβαρότερο ρήγμα που έχει δημιουργηθεί στις σχέσεις των δύο χωρών τις τελευταίες δεκαετίες.

Η τρίτη και τελευταία πρόκληση σημειώθηκε την Κυριακή όταν ο ισραηλινός πρωθυπουργός τόνισε στο καθιερωμένο υπουργικό συμβούλιο ότι «η πολιτική μας στην Ιερουσαλήμ είναι η ίδια όπως όλων των προηγούμενων ισραηλινών κυβερνήσεων τα προηγούμενα 42 χρόνια και δεν έχει αλλάξει. Σ’ ότι μας αφορά η ανοικοδόμηση στην Ιερουσαλήμ είναι όπως η ανοικοδόμηση στο Τελ Αβίβ. Το καταστήσαμε σαφές στην αμερικανική κυβέρνηση»! Οι δηλώσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου, που εξισώνουν την κατεχόμενη ανατολική Ιερουσαλήμ με το Τελ Αβίβ, έχουν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος για δύο λόγους. Κατ’ αρχήν επειδή έγιναν μόλις δυο μέρες μετά τη συνάντηση του Κουαρτέτου (ΗΠΑ, ΟΗΕ, ΕΕ, Ρωσία) στην Μόσχα όπου επιβεβαιώθηκε η πρόθεση του να δώσει μια νέα δυναμική στη διαδικασία ειρήνευσης, με ένα σαφές χρονοδιάγραμμα μάλιστα δύο ετών, εντός του οποίου θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί παλαιστινιακό κράτος. Η θέση της διεθνούς κοινότητας έγινε γνωστή μάλιστα την Κυριακή που μας πέρασε από τον ίδιο τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, Μπαν Κι Μουν, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην αποκλεισμένη και μαρτυρική Γάζα ο οποίος καταδίκασε απερίφραστα την ισραηλινή κυβέρνηση, με τόνους μάλιστα που δεν συνηθίζονται: «Υπενθυμίζοντας ότι η προσάρτηση της ανατολικής Ιερουσαλήμ δεν είναι αναγνωρισμένη από τη διεθνής κοινότητα, το Κουαρτέτο καταδικάζει την απόφαση της κυβέρνησης του Ισραήλ να προχωρήσει στον σχεδιασμό νέων οικιστικών μονάδων στην ανατολική Ιερουσαλήμ».

Το ξεχωριστό πολιτικό βάρος των δηλώσεων του ισραηλινού πρωθυπουργού υπογραμμίζεται επίσης από το γεγονός ότι έγιναν μόλις μια μέρα πριν αναχωρήσει για την Ουάσιγκτον, καλεσμένος του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπι AIPAC, όπου είχε προσκληθεί να μιλήσει. Στην Ουάσινγκτον επίσης αναμενόταν να συναντηθεί και με τον αμερικανό πρόεδρο. Στην πράξη έτσι μετέβη στον Λευκό Οίκο έχοντας εκ των προτέρων ανασκευάσει τις διορθωτικές κινήσεις που έκανε μετά την σύγκρουση με τις ΗΠΑ κι έχοντας επιπλέον απορρίψει τους πιο θεμελιώδεις όρους για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών που αφορούν το πάγωμα της επέκτασης των εβραϊκών εποικισμών. Ο παράνομος χαρακτήρας αναφέρεται επίσης και σε συγκεκριμένη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, την υπ. αρ. 446, που εκδόθηκε στις 22 Μαρτίου 1979, την οποία το Ισραήλ εξακολουθεί να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του…

Παρότι δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Ισραήλ λειτουργούσε σχεδόν πάντα όχι απλώς υπό την ανοχή, αλλά την ανοιχτή ενθάρρυνση της Ουάσιγκτον, τον τελευταίο χρόνο είναι εμφανές ότι οι τακτικοί σχεδιασμοί των ΗΠΑ δεν συνάδουν πλήρως με την εμπρηστική στάση του Ισραήλ στην περιοχή. Η απόκλιση συμφερόντων ήρθε στην επιφάνεια από μια πρόσφατη δήλωση σε επιτροπή της αμερικανικής Γερουσίας του αμερικανού στρατιωτικού διοικητή στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, Ντέιβιντ Πετρέους, ότι ο αντι-αμερικανισμός στην περιοχή υποκινείται από τη σύγκρουση στην Παλαιστίνη. Η σχετική απόκλιση αποκαλύπτεται επίσης αν δούμε τα βήματα προόδου που έχουν συντελεστεί στην εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Συρίας και ΗΠΑ, με κορυφαίο παράδειγμα την αναμενόμενη αποστολή πρέσβη της Ουάσινγκτον στη Δαμασκό, για πρώτη φορά μετά το 2005 όταν ανακάλεσε τον πρέσβη της επ’ αφορμή την δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι στο Λίβανο. Η επαναλειτουργία των πρεσβειών θα δώσει το έναυσμα για την εκκίνηση εντατικών κι επίσημων πλέον διαπραγματεύσεων που θα αφορούν από την ένταξη της Συρίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου μέχρι την διακοπή των σχέσεών της με τις ριζοσπαστικές, μαχητικές οργανώσεις της Παλαιστίνης και του Λιβάνου (Χαμάς, Λαϊκό Μέτωπο, Ισλαμική Τζιχάντ, Χεζμπολάχ), την αυστηρότερη φύλαξη των συνόρων με το Ιράκ και την απομάκρυνσή της από το Ιράν – αυτά τουλάχιστον θα είναι τα αιτήματα της Ουάσιγκτον. Πως μπορούν όμως να τεθούν ακόμη και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αν το Ισραήλ δυναμιτίζει οποιαδήποτε ελπίδα εξομάλυνσης;

Υπό το παραπάνω πρίσμα αποτελεί μονόδρομο για τις ΗΠΑ η αναθεώρηση της ειδικής σχέσης που διατηρούν με το Ισραήλ, αν θέλει η κυβέρνηση Ομπάμα να λάβει και πρακτικό περιεχόμενο η δέσμευσή της για κλείσιμο των μετώπων που άνοιξε η οκταετία Μπους στη Μέση Ανατολή και δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Διαθέτουν δε άπειρα μέσα για να την επιβάλλουν, με σημαντικότερο όλων την αθρόα οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη που παρέχουν στο Ισραήλ. Κάλλιστα δηλαδή η συνέχισή της μπορεί στο εξής να είναι συνάρτηση της συμμόρφωσής του εβραϊκού κράτους στις αποφάσεις του Κουαρτέτου. Δεν στερούνται συνεπώς μέσων για να επιβάλλουν την πολιτική τους στη Μέση Ανατολή, ακόμη κι αν δεν καταφύγουν στα στρατιωτικά μέσα όπως έκαναν με το Ιράκ. Από το κατά πόσο θα χρησιμοποιήσουν τις δυνατότητες που έχουν για να επιβάλλουν την πολιτική τους θα φανεί κι η ειλικρίνεια των εξαγγελιών του Μπαράκ Ομπάμα το επόμενο διάστημα. Πολλώ δε μάλλον που ο χρόνος δεν κυλάει υπέρ του…