Επίδικο το Κασμίρ, στο στόχαστρο η Κίνα

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣl

Ένα ερώτημα ήρθε στα χείλη όσων παρακολουθούσαν τον σαουδάραβα μονάρχη Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν να προσφέρει στην πακιστανική πολιτική ηγεσία το ασυνήθιστο δώρο του, ένα χρυσό όπλο(!), κατά την πρόσφατη διήμερη επίσκεψή του στην Ισλαμαμπάντ: Εναντίον τίνος θα  στραφεί;

Και δε χρειάστηκαν παρά λίγες ημέρες για να απαντηθεί το ερώτημα: εναντίον της Ινδίας.

Τυπικά όλα ξεκίνησαν την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου όταν η αεροπορία του Πακιστάν, σύμφωνα με δήλωσή της, κατέρριψε δύο μαχητικά αεροσκάφη της Ινδίας τα οποία επιχειρούσαν στα πακιστανικά εδάφη. Η παραβίαση των πακιστανικών συνόρων στόχο είχε τον βομβαρδισμό των στρατοπέδων εκπαίδευσης της μουσουλμανικής εξτρεμιστικής οργάνωσης Τζαΐς ε Μοχάμεντ (JeM) που ανέλαβε την ευθύνη για την βομβιστική επίθεση της 14ης Φεβρουαρίου, όταν στο ινδικό κομμάτι του Κασμίρ έχασαν τη ζωή τους 42 Ινδοί αστυνομικοί και προσωπικό ασφαλείας.

Τη διαμάχη γύρω από το Κασμίρ μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας κληροδότησε η βρετανική αποικιοκρατία, ως μια ανοιχτή πληγή και μόνιμη αιτία έχθρας και πολέμου μεταξύ των δύο κρατών. Κι επίσης, ως μια διαρκή αφορμή παρεμβάσεων του διεθνούς παράγοντα. Συγκεκριμένα, μετά το διαχωρισμό των αχανών αποικιακών εδαφών της Αγγλίας το 1947 σε μια (κυρίως) ινδουιστική Ινδία κι ένα μουσουλμανικό Πακιστάν το μουσουλμανικό Κασμίρ που διοικούταν από Ινδό μονάρχη αφέθηκε να αποφασίσει για την τύχη του στο απροσδιόριστο μέλλον. Η λύση δόθηκε στα χαρακώματα, καθώς ο πρώτος πόλεμος για το Κασμίρ ξεκίνησε την ίδια χρονιά για να λήξει το 1949, με τα Ηνωμένα Έθνη να χαράσσουν μια γραμμή που χωρίζει στα δύο το Κασμίρ, μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας. Οριστική λύση δεν έδωσε ούτε ο δεύτερος πόλεμος για το Κασμίρ, που ξέσπασε το 1965, ούτε και ο τρίτος που διεξήχθη μεταξύ 1999 και 2000, όσο κι αν οι μεγάλες διεθνείς δυνάμεις άσκησαν όση επιρροή που διέθεταν υπό το φόβο χρήσης του πυρηνικού οπλοστασίου που έχουν στη διάθεσή τους και οι δύο χώρες. Πιστεύεται ότι κάθε μία από τις δύο χώρες έχει υπό την κατοχή της περισσότερες από 100 πυρηνικές κεφαλές και τον δέοντα αριθμό πυραύλων ικανών να φέρουν πυρηνικές κεφαλές. Το Πακιστάν μάλιστα έχει αρνηθεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο του πρώτου πυρηνικού πλήγματος εναντίον της Ινδίας. Αυτός ο λόγος είναι που ακόμη και τώρα έκανε τη διεθνή κοινότητα να στρέψει το βλέμμα της με προσοχή στο ορεινό Κασμίρ.

Η αλήθεια είναι πώς και η Ινδία είχε σοβαρότατους λόγους για να ρίξει λάδι τώρα σε μια φωτιά, που σιγοκαίει παραπάνω από μισόν αιώνα. Η αιτία είναι οι εκλογές που διεξάγονται σε λίγες εβδομάδες. Η κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι, που ηγείται του εθνικιστικού κόμματος Μπαρατίγια Τζανάτα, όφειλε να απολογηθεί για τις απελπιστικές επιδόσεις στη οικονομία, κι αυτό ήταν εμφανές σε όλες τις δημοσκοπήσεις που ναι μεν αναδείκνυαν τον συνασπισμό γύρω από το σημερινό πρωθυπουργό πρώτο κόμμα, χωρίς όμως την απαραίτητη πλειοψηφία που θα αναδείκνυε μια αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ο βομβαρδισμός επομένως των στρατοπέδων εκπαίδευσης των τζιχαντιστών εντός του Πακιστάν που ανέλαβαν την ευθύνη για την επίθεση στο Κασμίρ εξαφάνισε από την προεκλογική πολιτική ατζέντα κάθε άλλο θέμα και προσέφερε εκείνη την ενότητα που λειτουργεί πάντα προς όφελος των κυβερνήσεων σε καιρό πολέμου ή προετοιμασίας πολέμου.

Όσο ωστόσο κι αν η Ινδία δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει τις αθώες δυνάμεις του καλού στο δίπολο Ινδίας – Πακιστάν, ο έτερος πόλος της διαμάχης εκφράζει μετά βεβαιότητας τις δυνάμεις του κακού. Κατ’ αρχήν, αναπαράγοντας τις αιτιάσεις του Νέου Δελχί, είναι πολύ δύσκολο να πιστέψουμε ότι η Ισλαμαμπάντ δεν γνώριζε για τις ενέργειες των τρομοκρατών που εκπαιδεύονται στα εδάφη της και μιλούν στο όνομα της προσάρτησης του Κασμίρ στο Πακιστάν. Η πρώτη κίνηση άλλωστε στην τρέχουσα κλιμάκωση έγινε με ευθύνη της οργάνωσης Τζαΐς ε Μοχάμεντ, που θυμίζει τα έργα και τις ημέρες των χρηματοδοτούμενων από τη Σαουδική Αραβία τζιχαντιστών στη Συρία. Το Πακιστάν επομένως οφείλει να απολογηθεί για τη δράση της.

Παραπέρα ένας πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών θα ταράξει τις ισορροπίες που έχουν ήδη διαμορφωθεί στην περιοχή και κλίνουν υπέρ της …Κίνας, που για τις ΗΠΑ αποτελεί το νούμερο έναν κίνδυνο κι εχθρό. Σε τέτοιο βαθμό ώστε ο στρατηγικός νους πίσω από τον Ντόναλντ Τραμπ και τα τμήματα της οικονομικής ελίτ που τον στηρίζουν, ο Στιβ Μπανόν, να προκρίνει το κλείσιμο κάθε άλλου μετώπου, από τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Ρωσία, και την επικέντρωση του αμερικανικού ενδιαφέροντος στην Κίνα.

Μέχρι τώρα η Κίνα παρότι έχει ισχυρότατους παραδοσιακούς οικονομικούς δασμούς με την Ινδία εσχάτως έχει στραφεί προς το Πακιστάν, με εργαλείο τα μυθικά ποσά που δαπανά για την οικονομική ολοκλήρωση της Ασίας και την παρέμβασή της σε Αφρική και Ευρώπη, στο πλαίσιο του νέου Δρόμου του Μεταξιού. Η επιλογή του σαουδάραβα πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, που ακόμη δεν έχει αποδείξει ότι δε γνώριζε τίποτε για την αποτρόπαια δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στο σαουδαραβικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης, να ξεκινήσει το ταξίδι του από το Πακιστάν και πολύ περισσότερο η απόφασή του να επενδύσει 20 δισ. δολ. στη χώρα, περισσότερο παραπέμπουν σε έναν πλειοδοτικό διαγωνισμό. Έπαθλό του θα είναι να αποσπαστεί το Πακιστάν από την Κίνα και να επιστρέψει εκεί που ανήκε από την εποχή ακόμη του Ψυχρού Πολέμου: στις ΗΠΑ. Σε αυτό τον πόλεμο η σαουδάραβας μονάρχης λειτούργησε όπως σταθερά κάνει την τελευταία διετία, ως το μακρύ χέρι του Ντόναλντ Τραμπ πυροδοτώντας εντάσεις που θα λειτουργήσουν προς όφελος της αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Πηγή: Νέα Σελίδα

BRICS εναντίον …όλων (Nexus, Μάιος 2013)

BRICSΔημιουργήθηκε το αντίπαλο δέος ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας 

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Ξεχάστε το μονοπώλιο της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου! Η ανακοίνωση των ηγετών της Βραζιλίας, της Ρωσίας, της Ινδίας, της Κίνας και της Νότιας Αφρικής στις 26 Μαρτίου 2013 από την πόλη Ντέρμπαν της χώρας του Νέλσον Μαντέλα για την δημιουργία μιας αναπτυξιακής τράπεζας τάραξε τα νερά, καθώς για πρώτη φορά τα «δίδυμα του Μπρέττον Γουντς» (όπως αποκαλούνται το ΔΝΤ και η ΠΤ που δημιουργήθηκαν στις ΗΠΑ το 1944 για να εγγυηθούν την παγκόσμια χρηματοοικονομική σταθερότητα) δέχονται μια τόσο σοβαρή πρόκληση από πέντε χώρες οι οποίες διαθέτουν άπειρη ρευστότητα που μπορεί να ανταγωνιστεί τις πηγές πλούτου της Δύσης και της λεγόμενης «Αγίας Τριάδας»: ΗΠΑ, ΕΕ και Ιαπωνία. Σημαντικές λεπτομέρειες δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα για την δράση ή την δομή της. Αυτό που ανακοινώθηκε είναι ότι η νέα αναπτυξιακή τράπεζα θα αναλάβει δράση το 2015 και θα ξεκινήσει με ένα κεφάλαιο ύψους 100 δις. δολ. με την συνδρομή της Κίνας να ανέρχεται στα 41 δισ. δολ., τη Ρωσία, τη Βραζιλία και την Ινδία να συνεισφέρουν από 18 δις. και τη Νότια Αφρική, που εντάχθηκε στο «κλαμπ» μόλις το 2011, δύο χρόνια δηλαδή μετά την συγκρότησή του, να συμβάλει με 5 δις. δολ.

Νέα αναπτυξιακή τράπεζα

Πρέπει να αναφερθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά με την αναπτυξιακή τράπεζα των BRICS που αμφισβητείται ειδικά η παντοκρατορία της Παγκόσμιας Τράπεζας. Κι άλλες φορές στο παρελθόν στο πλαίσιο περιφερειακών ολοκληρώσεων έχει επιχειρηθεί η δημιουργία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με αρμοδιότητες που σχετίζονται με αυτές των «διδύμων του Μπρέττον Γουντς». Οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι δύο, η μία στην Ασία κι η άλλη στη Λατινική Αμερική. Η πρώτη μάλιστα με την επωνυμία Πολυμερής Πρωτοβουλία Τσιανγκ Μάι (CMIM) στο πλαίσιο του ASEAN+3 συμφώνησε τον Μάιο του 2012 να διπλασιάσει το ενεργητικό της, κάνοντας έτσι σαφή την πρόθεση επέκτασης της ακτίνας δράσης της. Στην αμερικανική υπο-ήπειρο η Τράπεζα του Νότου (Banco del Sur) έχει ως στόχο να αποτελέσει τον χρηματοδοτικό βραχίονα των προσπαθειών ολοκλήρωσης της Λατινικής Αμερικής, δίνοντας έτσι υλική υπόσταση στο όραμα του Σιμόν Μπολιβάρ. Η ίδρυσή της ανακοινώθηκε για πρώτη φορά το 2007, ενώ επίσημα συμφωνήθηκε το 2009 μεταξύ τεσσάρων κρατών: της Βενεζουέλας, της Αργεντινής, του Ισημερινού και της Βολιβίας. Έκτοτε προστέθηκε η Ουρουγουάη, που εντάχθηκε επίσημα τον Μάρτιο του 2012, ενώ η συμμετοχή της Βραζιλίας έχει «κολλήσει» στην Βουλή κι η κατ’ αρχήν συμφωνία της Παραγουάης να πάρει μέρος έμεινε μετέωρη μετά την απομάκρυνση του προέδρου Φερνάρντο Λούγκο τον Ιούνιο του 2012. Η τύχη δε της Τράπεζας του Νότου κι όλα τα συγγενή σχέδια ενοποίησης της Λατινικής Αμερικής, σε μια κατεύθυνση εμφανώς συγκρουσιακή ως προς την Ουάσινγκτον, είναι αβέβαιη και θα εξαρτηθεί σημαντικά από την πορεία που θα ακολουθήσει η Βενεζουέλα μετά τον θάνατο του Ούγκο Τσάβες. Το δε εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής 14 Απριλίου, όταν ο Νικολάς Μαδούρο κέρδισε τις εκλογές έναντι του συντηρητικού υποψήφιου Ενρίκε Καπρίλες με μια ανέλπιστα μικρή διαφορά μόλις 50,6% (διαψεύδοντας τις δημοσκοπήσεις που προδίκαζαν διαφορά ακόμη και 20 ποσοστιαίων μονάδων) προσγείωσε απότομα τις ελπίδες για μια ομαλή συνέχεια του πειράματος του Τσαβισμού στην μετα-Τσάβες περίοδο.

Το καινούργιο ωστόσο που εισάγει η επενδυτική τράπεζα των BRICS, σε σχέση με τα δύο προαναφερθέντα εγχειρήματα που μπορούν να επαίρονται ότι έκαναν την αρχή στην αμφισβήτηση του δυτικού μονοπωλίου, αφορά πρώτο την γεωγραφική έκταση, δεύτερο το …αμέτρητο βάθος των ρευστών διαθεσίμων και τρίτο και σημαντικότερο τον δομικό χαρακτήρα των αλλαγών που συμπυκνώνονται στην πρόταση που διατυπώθηκε από την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Νότιας Αφρικής η οποία φιλοξένησε την σύνοδο των πέντε ηγετών. Συγκεκριμένα, τόσο η Ασιατική όσο και η Λατινοαμερικανική επενδυτική τράπεζα έχουν ασφυκτικά περιορισμένους ορίζοντες σε ένα μικρό τμήμα του κόσμου, αντίθετα προφανώς με την Παγκόσμια Τράπεζα που δανειοδοτεί προγράμματα από τα υψίπεδα των Άνδεων μέχρι τα Βαλκάνια, την Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία. Αμφισβητούν επομένως τους κορυφαίους δυτικούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς όχι όμως σε πλανητική κλίμακα. Μόνο στο στενό πλαίσιο της ηπείρου τους. Επιπλέον οι πιστώσεις που μπορούν να χορηγήσουν είναι εξ ίσου περιορισμένες. Κατά συνέπεια, η αναπτυξιακή τράπεζα των BRICS συνιστά μια αναβάθμιση των προσπαθειών απεξάρτησης των κρατών του κόσμου από τον θανάσιμο εναγκαλισμό του ΔΝΤ και της ΠΤ κι επομένως μια κλιμάκωση των απειλών που δέχονται οι δύο αυτοί οργανισμοί. Τέλος, παρότι ακόμη δεν έχει πάρει την οριστική της μορφή η επενδυτική τράπεζα των BRICS εκφράζει βαθύτερες δομικές αλλαγές που έχουν συμβεί στην παγκόσμια οικονομία κι ως γενικό γνώρισμα έχουν την αποδυνάμωση της επιρροής του λεγόμενου δυτικού κόσμου και την αναβάθμιση της ισχύος των λεγόμενων αναπτυσσόμενων χωρών, με αιχμή του δόρατος τις πέντε αυτές χώρες που πλέον παράγουν το 21% του παγκόσμιου ΑΕΠ όταν μόλις πριν 15 χρόνια παρήγαγαν το 7% (τριπλασιάστηκε δηλαδή η συμμετοχή τους στην παγκόσμια οικονομία σε μιάμιση δεκαετία), ενώ το 2027 εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν την παραγωγή του G7. Δηλαδή των επτά πλουσιοτέρων χωρών του πλανήτη που περιλαμβάνουν τα εξής κράτη: ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία και Καναδά. Εν ολίγοις, πρόκειται για αλλαγές που έχουν ένα δομικό, μη αντιστρεπτό χαρακτήρα ως αποτέλεσμα της ραγδαίας μεγέθυνσης του ΑΕΠ τους και δεν επηρεάζονται σε τόσο σημαντικό βαθμό από τον ρόλο των ηγετών.

Βασικά μεγέθη BRICS
Πληθυσμός (σε εκ.) ΑΕΠ (σε δισ. δολ.) Κατά Κεφαλήν ΑΕΠ (δολ.) Ισοζ. Τρεχ. Συναλλ. (εκ. δολ.)
Βραζιλία 193 2.253 11.463 -47.518
Ρωσία 143,2 2.007,20 14.015 98.834
Ινδία 1.210 1.743 1.440 -78.155
Κίνα 1.351 8.226,90 6.091 201.714
Ν. Αφρική 51 384 7.790 -13.621
Πηγή: BRICS, Joint Statistical Publication 2013
Ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ (%)
2010 2011 2012 2013
Βραζιλία 7,5 2,7 1,5 4
Ρωσία 4,3 4,3 3,7 3,8
Ινδία 10,1 6,8 4,9 6
Κίνα 10,4 9,2 7,8 8,2
Νότια Αφρική 2,9 3,1 2,6 3
Η.Π.Α. 2,4 1,8 2,2 2,1
Ευρωζώνη 2 1,4 -0,4 0,2
Ιαπωνία 4,5 -0,8 2,2 1,2
Πηγή: IMF, World Economic Outlook, 2012

 

Ο κατακερματισμός της παγκόσμιας οικονομίας υπογραμμίστηκε πολύ πρόσφατα και από την γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, την Κριστίν Λαγκάρντ. Συγκεκριμένα λίγες μέρες πριν την ετήσια ανοιξιάτικη σύνοδο του μισητού παγκόσμιου οργανισμού (που παρά τα περί του αντιθέτου θρυλλούμενα – όρα «το ΔΝΤ έχει αλλάξει» – εξακολουθεί να είναι ταυτισμένο με την εξαθλίωση των φτωχών, την διάσωση των τραπεζών και την προώθηση της νεοφιλελεύθερης ατζέντας) η διάδοχος του Ντομινίκ Στρος Καν επεσήμανε τους κινδύνους για την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας εξ αιτίας της …τριχοτόμησης της. Με βάση τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ η παγκόσμια οικονομία κινείται με τρεις διαφορετικές ταχύτητες. Η μεγαλύτερη ταχύτητα παρατηρείται στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Αμέσως χαμηλότερα βρίσκονται μόνες τους οι ΗΠΑ που αναρρώνουν από την κρίση, ενώ στην κατώτερη κλίμακα βρίσκονται η Ιαπωνία κι η ευρωζώνη που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Κι αν η Ιαπωνία, με την αλλαγή του διοικητή της κεντρικής τράπεζας και τον στόχο επίτευξης πληθωρισμού στο 2% τα επόμενα δύο χρόνια ξεκινάει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για να αποχαιρετήσει οριστικά τις δύο χαμένες δεκαετίες που ξεκίνησαν το 1990, έχει κάπου να ελπίζει, η ευρωζώνη δεν έχει να προσδοκά τίποτε. Σε τέτοιο βαθμό ώστε η ναυαρχίδα του βρετανικού οικονομικού Τύπου, οι Financial Times, να γράφουν στο σημείωμα της σύνταξης στις 13 Απριλίου με αφορμή τις δηλώσεις Λαγκάρντ ότι «καθώς οι άλλες χώρες ανεβάζουν ταχύτητα υπάρχει κίνδυνος το ρημαδιασμένο ποδήλατο της ευρωζώνης να συνεχίσει να βρίσκεται πίσω από την υπόλοιπη ομάδα».

Γιατί τώρα η νέα τράπεζα;

Σημασία ωστόσο έχει πως την ίδια σπουδή που επιδεικνύουν οι λεγόμενες αναπτυσσόμενες χώρες κι εν προκειμένω οι BRICS να συντονίσουν το βήμα τους ώστε να διεκδικήσουν μια καλύτερη θέση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, εμφανίζουν κι οι ανεπτυγμένες. Δεν περνάει, για παράδειγμα, απαρατήρητη η προσπάθεια ΗΠΑ και ΕΕ να υπογράψουν μια συμφωνία που θα διευκολύνει το ελεύθερο εμπόριο και τις επενδύσεις, με απώτερο στόχο να έλθουν ακόμη πιο κοντά σε οικονομικό επίπεδο. Δηλαδή να γεφυρώσουν τις εμπορικές διαφορές που ενίοτε οδηγούν και σε εμπορικούς πολέμους (όπως συμβαίνει για παράδειγμα συχνά – πυκνά με τα αγροτικά προϊόντα, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τον αεροναυπηγικό κλάδο) ώστε να αντιμετωπίσουν τον αναδυόμενο εχθρό που δεν είναι άλλος από την «πρώτη ταχύτητα», με βάση την ορολογία της Κρ. Λαγκάρντ. Άλλωστε υπάρχουν σημαντικά περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης. Με βάση τις πιο πρόσφατες στατιστικές που αφορούν το 2009 (Eurostat Pocket Book, Key figures on Europe 2012) μόλις το 11,8% των συνολικών εξαγωγών των 27 χωρών της ΕΕ οδεύει στις ΗΠΑ, ενώ οι ΗΠΑ στέλνουν στην ΕΕ μόνο το 17,1% των εξαγωγών τους.  Από την άλλη, οι ΗΠΑ είναι ο νούμερο ένα προσανατολισμός των ευρωπαϊκών Άμεσων Ξένων Επενδύσεων ενώ από τις ΗΠΑ έρχονται οι περισσότερες Άμεσες Ξένες Επενδύσεις στην ΕΕ.

Ουάσινγκτον και Βρυξέλλες δεν δίνουν τα χέρια τους μόνο για να αναβαθμίσουν τις σχέσεις τους, αλλά και για να περιορίσουν την αυξανόμενη επιρροή των BRICS. Ο χρόνος που επέλεξαν για παράδειγμα οι ηγέτες των πέντε χωρών να ανακοινώσουν την δημιουργία της αναπτυξιακής τράπεζας δεν είναι καθόλου άσχετος με την απαράδεκτη από κάθε άποψη κωλυσιεργία που επιδεικνύουν οι ΗΠΑ να επικυρώσουν στο Κογκρέσο τις μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν το 2010 μεταξύ των 188 κρατών που συμμετέχουν στο ΔΝΤ και αφορούν δύο μέτρα. Πρώτο, τον διπλασιασμό των κεφαλαίων του ΔΝΤ για να φτάσουν στα 755 δις. δολ. έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει μια οικονομική κρίση παρέχοντας άμεσα ρευστότητα, όπως είναι ο σκοπός της ύπαρξής του, με βάση το καταστατικό του. Η δεύτερη μεταρρύθμιση αφορά την αναβάθμιση της θέσης των αναπτυσσομένων χωρών έτσι ώστε στα κέντρα αποφάσεων του ΔΝΤ να βαραίνει περισσότερο ο λόγος τους, χωρίς φυσικά να χάνουν οι αναπτυγμένες χώρες την πρωτοκαθεδρία που χαίρουν. Η ίδια ανισότητα επικρατεί και στην Παγκόσμια Τράπεζα, όπου ακόμη και μετά τις μεταρρυθμίσεις που αναμένονταν να ψηφισθούν τον Απρίλιο, οι πλούσιες χώρες θα είχαν το 60% των ψήφων. Απόλυτη πλειοψηφία δηλαδή και βάλε.

Πλάι σε αυτές τις αψιμαχίες πρέπει να προστεθούν και τα συνεχή διπλωματικά επεισόδια στο επίπεδο του γεωπολιτικού ανταγωνισμού που ξεκινούν από τις απειλές της Ουάσινγκτον προς το Πεκίνο με αφορμή την ένταση στην κορεατική χερσόνησο και καταλήγουν στο πλήγμα που κατάφερε η Γερμανία στην Ρωσία με αφορμή την κατάσχεση των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες. Η γεωπολιτική διάσταση του ευρω-πλιάτσικου στις κυπριακές τράπεζες διατυπώθηκε με τον μεγαλύτερο κυνισμό από την πρώτη κιόλας σελίδα της International Herald Tribune στις 26 Μαρτίου, μια μόλις δηλαδή μέρα μετά την καταστροφική απόφαση του συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης. Έγραφε συγκεκριμένα η αμερικανική εφημερίδα, φέρνοντας στην επιφάνεια το μένος των Ευρωπαίων κατά της Λευκωσίας: «Η κυπριακή κρίση περιλάμβανε επίσης πιο ειδικά γεωστρατηγικά θέματα, με τον ρόλο του ρωσικού χρήματος, αυτού που ξεπλένεται αλλά όχι μόνο, να τελεί υπό σοβαρή εξέταση. Οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για παράδειγμα, σε ιδιωτικές συζητήσεις αναφέρονται στην έντονη καχυποψία τους ότι έγγραφα με τις θέσεις της ΕΕ στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία καταλήγουν κανονικά από την Κύπρο στην Μόσχα. Οι ευρωπαϊκές χώρες που ανήκουν στο ΝΑΤΟ είναι επίσης δυσαρεστημένες με την χαλαρότητα με την οποία η Κύπρος αντιμετωπίζει τους Ρώσους κατασκόπους»!

Πως μετά να μην τραβούν οι χώρες που ανήκουν στην ομάδα των BRICS τις δικές τους κόκκινες γραμμές από την Δύση, ανακοινώνοντας ακόμη και την λειτουργία δικής τους αναπτυξιακής τράπεζας…

Πλήγμα σε δολάριο και ευρώ

Ωστόσο, παρότι οι πέντε αυτές χώρες εμφανίζονται να έχουν ένα ενιαίο μέτωπο εναντίον των πλούσιων κρατών που ιστορικά ηγούνταν της παγκόσμιας οικονομίας, δεν είναι καθόλου αμελητέες οι διαφορές κι οι αντιθέσεις στο εσωτερικό τους. Παρότι μάλιστα οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ τους αναπτύσσονται ραγδαία. Το 2002 για παράδειγμα οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ αυτών των πέντε χωρών ανέρχονταν σε 27,3 δισ. δολ, για να φτάσουν το 2012 στα 282 δις. δολ. δηλαδή μέσα σε δέκα χρόνια δεκαπλασιάστηκαν, ενώ προβλέπεται πως το 2015 θα έχουν φτάσει τα 500 δις. δολ. θα έχουν δηλαδή σχεδόν διπλασιαστεί από πέρυσι. Οι αντιθέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των BRICS έχουν στη βάση τους τις τεράστιες αποκλίσεις που εμφανίζουν τα θεμελιώδη οικονομικά τους μεγέθη. Για παράδειγμα, η οικονομία της Κίνας είναι 20 φορές μεγαλύτερη από αυτή της Νότιας Αφρικής και 4 φορές μεγαλύτερη από την οικονομία της Ινδίας ή της Ρωσίας. Ενώ δεν λείπουν και μίνι εμπορικοί πόλεμοι μεταξύ τους. Ανέφεραν για παράδειγμα οι Financial Times στις 26 Μαρτίου ότι «οι τέσσερις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες στην Βραζιλία – Fiat, Volkswagen, General Motors και Ford – κέρδισαν το 2011 μια αναστολή από τον ανταγωνισμό των φθηνών ασιατικών εισαγωγών. Οι φόροι στην κατανάλωση αυξήθηκαν ακόμη και 30% για τα αυτοκίνητα που περιελάμβαναν ντόπια εργασία κάτω από ένα επίπεδο, σταματώντας έτσι τους Κινέζους και Κορεάτες παραγωγούς στην αποβάθρα»! Αντιμετωπίστηκαν με άλλα λόγια οι Κινέζικες εισαγωγές σαν να ήταν οποιασδήποτε άλλης χώρας, ανεξαρτήτως των βημάτων που γίνονται μεταξύ Βραζιλίας και Κίνας να χρησιμοποιούν τα εθνικά τους νομίσματα στις μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις, εγκαταλείποντας το δολάριο που αποτελεί το διεθνές μέσο διεκπεραίωσης των εμπορικών συναλλαγών. Μια τέτοια συμφωνία υπογράφτηκε και τώρα στη Νότια Αφρική, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου.

Ο ανερχόμενος δυναμισμός των ΒRICS δεν αμφισβητεί μόνο την σημασία του δολαρίου στις διεθνείς συναλλαγές. Εξ ίσου βλαπτικός αποδεικνύεται και για το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Με βάση στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το ΔΝΤ τις μέρες που διεξαγόταν η πέμπτη σύνοδος των ηγετών των BRICS, το 2012 οι κεντρικές τράπεζες των πέντε αυτών χωρών (με συναλλαγματικά αποθέματα που ανέρχονται σε 4,4 τρισ. δολ.) πούλησαν συναλλαγματικά αποθέματα σε ευρώ ύψους 45 δισ. που αντιστοιχούν σε μείωση των θέσεων τους στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα της τάξης του 8%. Ως αποτέλεσμα πλέον οι τοποθετήσεις τους σε ευρώ ανέρχονται στο επίπεδο του 24% του συνόλου που είναι το χαμηλότερο επίπεδο από το 2002 όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το ευρώ κι άρχισε να διεκδικεί την δική του θέση στα χαρτοφυλάκια επενδύσεων σε ξένο νόμισμα.

Η Βραζιλία, η Ρωσία, η Ινδία, η Κίνα κι η Νότια Αφρική πλήττονται από την οικονομική πολιτική που ακολουθεί η λεγόμενη Αγία Τριάδα κατά πολλούς τρόπους, όχι τόσο εμφανείς και άμεσους, αυξάνοντας έτσι τους λόγους που επιβάλουν την ανάγκη μιας δικής τους αυτοτελούς παρουσίας, ακόμη και σε ανταγωνισμό με την Δύση, όπως αυτή που επιχειρείται με την αναπτυξιακή τράπεζα. Για παράδειγμα, ελάχιστες ήταν οι αναφορές στον διεθνή Τύπο για τις ευθύνες της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ στην πρόσφατη υποβάθμιση της Kίνας από τον αμερικάνικο οίκο αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, Fitch. Το πρόβλημα με την Κίνα αυτή τη στιγμή είναι πως έχει συγκεντρώσει ένα βουνό συναλλαγματικών αποθεμάτων, ύψους 3,44 τρις. δολ. που πλησιάζει την οικονομία της Γερμανίας. Όμως, πίσω από την ορμητική εισροή ανεπιθύμητων κεφαλαίων που κορυφώθηκε το πρώτο τρίμηνο του έτους βρίσκονται τα προγράμματα αγοράς ομολόγων που εφαρμόζουν οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, προκαλώντας μια πλημμυρίδα ρευστού που ξεβράζεται σε όλο τον κόσμο. Επομένως όσο σοβαρή και βάσιμη κι αν είναι η ανησυχία για την απότομη αύξηση των χρεών που παρατηρείται στην Κίνα με άμεσους υπαίτιους τον σκιώδη τραπεζικό τομέα και τους δήμους από κοινού με τις περιφερειακές διοικήσεις, άλλο τόσο άμοιρη ευθυνών είναι η Τράπεζα του Λαού, όπως ονομάζεται η κεντρική τράπεζα της Κίνας. Η έκρηξη του συνολικού χρέους δηλαδή (δημόσιου και ιδιωτικού) στο 198% του ΑΕΠ, από 125% στα τέλη του 2008, είναι το τίμημα που πληρώνει το Πεκίνο για το άνοιγμα της οικονομίας του. Αναγνωρίζοντας δε πως δεν μπορεί να το αποτρέψει έρχεται και το Πεκίνο με τη σειρά του, να ασκήσει την διαβρωτική του επίδραση σε άλλες μικρότερες χώρες. Αυτό ακριβώς είναι και το ζητούμενο για την Κίνα μέσα από την δημιουργία μιας επενδυτικής τράπεζας: Η επέκταση της επιρροής της και σε άλλες χώρες.

Μέσο επέκτασης της Κίνας

Ήδη, η διείσδυση του ασιατικού γίγαντα στην Αφρική και την Λατινική Αμερική είναι εντυπωσιακή. Καθ’ οδόν για τη Ν. Αφρική ο κινέζος πρόεδρος Χι Ζινπίνγκ επισκέφθηκε την Τανζανία, όπου υπέγραψε μια συμφωνία μαμούθ για την κατασκευή ενός μεγάλου λιμανιού και μιας βιομηχανικής ζώνης το ύψος της οποίας συμφωνίας εκτιμάται σε 10 δις. δολ.! Στην ομιλία που εκφώνησε από ένα συνεδριακό κέντρο (κινέζικης κατασκευής) στο Νταρ ες Σαλάμ υποσχέθηκε πως την επόμενη τριετία η χώρα του θα χορηγήσει δάνεια ύψους 20 δις. δολ. μόνο στην Αφρική. Περιττό να πούμε πως η κριτική που ήδη ασκείται απέναντι στην Κίνα είναι σοβαρή καθώς κατηγορείται για επαναφορά των πιο άνισων και εκμεταλλευτικών οικονομικών σχέσεων που τυπικά καταργήθηκαν. «Η Κίνα παίρνει από μας βασικά προϊόντα και μας πουλάει βιομηχανικά. Αυτή ήταν η ουσία της αποικιοκρατίας» δήλωνε αγανακτισμένος στους Financial Times ο πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας της Νιγηρίας, εκφράζοντας την απροθυμία της οικονομικής ελίτ της Αφρικής να δεχθεί την οικονομική εισβολή της Κίνας, όπως εκφράζεται με τη συνεχή αύξηση της αξίας του διμερούς εμπορίου που πέρυσι έφτασε τα 198 δισ. δολ.

Η ίδια κατάσταση εκφράζεται και στη Λατινική Αμερική, όπου από το 2008 η Κίνα έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο δανειστή της περιοχής, με αποτέλεσμα το Πεκίνο να καλύψει το κενό που άφησε πίσω της η Ουάσινγκτον λόγω της όξυνσης που επήλθε μετά την άνοδο στην εξουσία μιας σειράς αριστερών κυβερνήσεων. Σύμφωνα με την Guardian Weekly στις 5 Απριλίου, η Κίνα «το 2010 προσέφερε υπό την μορφή δανείων 37 δις. δολ. – περισσότερα από την Παγκόσμια Τράπεζα, την Δι-αμερικανική Τράπεζα και την Τράπεζα Εισαγωγών Εξαγωγών των ΗΠΑ από κοινού. Τα περισσότερα από αυτά έχουν πάει στους μεγαλύτερους εξαγωγείς – Βενεζουέλα, Βραζιλία, Αργεντινή και Ισημερινό – για εξορύξεις ή υποδομές μεταφορών». Το αποτέλεσμα αυτών των δανείων ήταν αρχικά να αυξηθεί κατακόρυφα το εμπόριο μεταξύ Κίνας και Λατινικής Αμερικής που ενώ η αξία του το 2000 ήταν 10 δις. δολ. το 2011 εκτινάχθηκε στα 241 δις. Επίσης, αποτελεί κοινή παραδοχή πλέον ότι αν η Λατινική Αμερική έμεινε σχεδόν εντελώς ανεπηρέαστη από την κρίση των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ το 2008 αυτό συνέβη λόγω της εισροής κεφαλαίων από την Κίνα. Αυτό ήταν το βραχυπρόθεσμο οικονομικό όφελος που είχε η Λατινική Αμερική από την κινέζικη εισβολή που πλέον περιγράφεται στην βιβλιογραφία ως «αγώνας δρόμου για ό,τι απέμεινε». Μακροπρόθεσμα ωστόσο τα οφέλη είναι πολύ αμφισβητούμενα καθώς σε πολλές χώρες της περιοχής, όπως για παράδειγμα στον Ισημερινό, παρθένα δάση του Αμαζονίου έχουν αποψιλωθεί προς όφελος των σχεδίων εξόρυξης Κινέζων επενδυτών. Από αυτό τον απολογισμό της κινέζικης πλημμυρίδας ρευστού δεν μπορεί να λείπει η υλική δυνατότητα που δόθηκε σε πολλές αριστερές κυβερνήσεις να χρηματοδοτήσουν προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, εξασφαλίζοντας την κοινωνική συνοχή.

Η δημιουργία της επενδυτικής τράπεζας των BRICS θα δώσει νέα πνοή στα σχέδια επέκτασης της οικονομικής επιρροής της Κίνας και των άλλων χωρών. Γιατί, η αυτοτελής τους παρουσία στην διεθνή οικονομία έχει διττό χαρακτήρα. Από την μια αμυντικό καθώς επιχειρούν να δημιουργήσουν αναχώματα στην βιτριολική επιρροή θεσμών όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια τράπεζα, που κατά κοινή ομολογία αποτελούν και μέσα επέκτασης της αμερικάνικης πολιτικής επιρροής. Υπό αυτό το πρίσμα η επιρροή των γνωστών μεγάλων δυνάμεων εξισορροπείται, μιας και αποκτά σημαντικά αντίβαρα. Από την άλλη ο χαρακτήρας του νέου και υπό δημιουργία χρηματοπιστωτικού κέντρου θα είναι επιθετικός γιατί ανεξάρτητα κράτη θα αναγκάζονται να προσφύγουν στις πιστώσεις του προκειμένου να κατασκευάσουν τις αναγκαίες υποδομές, υποθηκεύοντας έτσι την οικονομική τους ανεξαρτησία και την δική τους βιομηχανική ανάπτυξη. Αυτά τα κράτη ενδεχομένως μεταξύ ΔΝΤ και της υπό δημιουργίας επενδυτικής τράπεζας να νιώθουν σαν να είναι μεταξύ της Σκύλλας και της Χάρυβδης.

Σε κάθε περίπτωση η τράπουλα ξαναμοιράζεται και οι πρωταγωνιστές του χθες με κανένα τρόπο δεν θα είναι ίδιοι με τους πρωταγωνιστές του αύριο…

Η Ινδία αντίβαρο στην ανερχόμενη Κίνα (Διπλωματία, 6ος 2009)

ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΑΡΟΥΣ

ΑΥΞΗΜΕΝΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΩΝ ΗΠΑ

 Τουλάχιστον σε ένα θέμα η κυβέρνηση του Ομπάμα ακολουθεί κατά πόδας την πολιτική της κυβέρνησης Μπους: στην επιλογή της να αναβαθμίσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ινδία, αναγορεύοντας την πολυπληθή χώρα του 1,2 δισ. ανθρώπων σε στρατηγικό σύμμαχο της στην ασιατική ήπειρο.

Ιδιαίτερης γεωπολιτικής αλλά και οικονομικής σημασίας αποδείχθηκε η (πενθήμερης διάρκειας!) επίσκεψη της αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, στα μέσα Ιουλίου στην Ινδία καθώς ήρθε να επιβεβαιώσει την σύσφιξη των σχέσεων των δύο χωρών κι ειδικότερα τη φιλοαμερικανική στροφή της Ινδίας. Η απόφαση που έλαβε το Νέο Δελχί να συνάψει στρατηγική σχέση με την Ουάσινγκτον συνιστά τεράστια ανατροπή αν αναλογιστούμε τις θερμές σχέσεις που διατηρούσε με τη Μόσχα μέχρι και το 1989 αποτελώντας το προγεφύρωμά της σε μια περιοχή που κατακλυζόταν από εχθρικά προς αυτήν κράτη. Η ανατροπή αυτή φυσικά δεν συνέβη τώρα. Προετοιμάστηκε όλη τη δεκαετία του ’90 κι επισημοποιήθηκε επί Τζορτζ Μπους όταν κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του επισκέφθηκε την Ινδία και έδωσε το πράσινο φως στο Νέο Δελχί, που δεν έχει υπογράψει την Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών, να συμμετάσχει μετά από 34 χρόνια απαγόρευσης στο διεθνές εμπόριο πυρηνικού υλικού – κίνηση προκλητική αν σκεφτούμε τι συνέπειες υφίστανται άλλες χώρες, όπως το Ιράν, επειδή ασκούν το αναφαίρετο δικαίωμά τους να αναπτύξουν προγράμματα πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς. Δύο μέτρα και δύο σταθμά λοιπόν εφαρμόζουν οι ΗΠΑ χρησιμοποιώντας επιλεκτικά και κατά βούληση το δικαίωμά τους να τιμωρούν ή να διευκολύνουν όποια χώρα προχωρά στην κατασκευή εργοστασίων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Ενδεικτικό στοιχείο για την άνθηση που γνώρισαν οι σχέσεις των δύο χωρών κατά την θητεία του Μπους είναι πως από το 2004 έως το 2007 η αξία του διμερούς εμπορίου διπλασιάστηκε φθάνονταςς από τα 30 δισ. στα 60 δισ. δολ. Η επιλογή της Χίλαρι Κλίντον να ξεκινήσει το ταξίδι της στην Ινδία με μια επίσκεψη στη Βομβάη, που τον Νοέμβρη δέχθηκε τη φονική τρομοκρατική επίθεση, και να διαμείνει μάλιστα στο ξενοδοχείο Τατζ Παλάς που δέχθηκε την επίθεση των τρομοκρατών, εμπεριείχε ένα διπλό συμβολισμό. Όχι μόνο γιατί έτσι δήλωνε την συμμαχία ΗΠΑ και Ινδίας στη μάχη κατά της διεθνούς τρομοκρατίας, αλλά και τη συνέχεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής καθώς την ίδια πόλη επισκέφθηκε κι η προκάτοχός της Κλίντον, η Κοντολίζα Ράις, αμέσως μετά τις επιθέσεις σε ένα από τα τελευταία, αν όχι το τελευταίο της ταξίδι, ως επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο σημαντικότερος ωστόσο σταθμός της Χίλαρι Κλίντον ήταν στο Νέο Δελχί. Κατά τη συνάντησή της με την ινδική πολιτική ηγεσία του Κόμματος του Κογκρέσου, που βγήκε αναβαπτισμένο από τις πρόσφατες εκλογές κερδίζοντας μια συντριπτική νίκη, οι διαφωνίες των δύο χωρών στα θέματα του διεθνούς εμπορίου και της επιβολής ανώτατου ορίου στις εκπομπές ρύπων, μπήκαν στην άκρη. Δε στάθηκαν ικανές να χαλάσουν το θετικό κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών, παρότι πολλοί φοβούνταν ότι θα δηλητηρίαζαν το κλίμα. Τα θέματα που πρυτάνευσαν κατά τη συνάντηση της Χίλαρι Κλίντον με τον πρωθυπουργό Μανμοχάν Σινγκ (ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τον Μπους από το βήμα της ινδικής Βουλής «βαθιά αγαπητό») ήταν δύο: Το πρώτο αφορούσε μια συμφωνία μαμούθ μεταξύ της ινδικής κυβέρνησης και των εταιρειών Boeing και Lockheed Martin για την αγορά 126 μαχητικών αεροσκαφών ύψους 10 δισ. δολ. που εντάσσεται στο εξ ίσου δυσθεώρητου ύψους πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του απαρχαιωμένου οπλοστασίου της, το οποίο έχει κατά βάση χώρα παραγωγής την… ΕΣΣΔ. Σε αυτή την κατεύθυνση έχει αποφασιστεί να δοθούν την επόμενη πενταετία 50 – 55 δισ. δολ. Ειρήσθω εν παρόδω να αναφέρουμε ότι η Ινδία μπορεί να είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ασίας αλλά κρατάει τα σκήπτρα των αντιθέσεων με τα δύο τρίτα του πληθυσμού της να ζουν με λιγότερα από 1,5 δολάρια ημερησίως. Το πρόβλημα διατροφής του πληθυσμού της που κατά τα δύο τρίτα εξακολουθεί να ζει από τη γεωργία οξύνεται επικίνδυνα λόγω της ξηρασίας που έχει πλήξει φέτος της χώρα, καταφέροντας πρωτοφανές πλήγμα στις αγροτικές δραστηριότητες που αποτελούν το 17% του ΑΕΠ. Υπολογίζεται ότι λόγω της ξηρασίας η έκταση της καλλιεργήσιμης γης μειώθηκε μέσα σε ένα χρόνο κατά 21% οδηγώντας το αγροτικό εισόδημα στο ναδίρ. Σ’ αυτό το εκρηκτικό περιβαλλοντικό τοπίο η διοχέτευση τόσου μεγάλου μέρους των κρατικών δαπανών σε πολεμικές δαπάνες αναμφισβήτητα δυσχεραίνει τις δυνατότητες επίλυσης των περιβαλλοντικών κρίσεων και άμβλυνσης των κοινωνικών συνεπειών. Το δεύτερο θέμα που κυριάρχησε στις συνομιλίες Κλίντον – Σινγκ αφορούσε την κατασκευή εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας. Οριστικοποιήθηκε συγκεκριμένα η χωροθεσία των αμερικανικών εργοστασίων κι οι περιοχές αποκλειστικής ενεργειακής εκμετάλλευσης (όπως έχει συμβεί με τις γαλλικές και τις ρώσικες εταιρείες) κι έγινε σαφές στο Νέο Δελχί ότι πρέπει να προηγηθεί ένας αποικιοκρατικού χαρακτήρα νόμος που θα απαλλάσσει τις κατασκευάστριες εταιρείες από οποιαδήποτε νομική ευθύνη στην περίπτωση που συμβεί κάποιο ατύχημα! Η προμήθεια πολεμικού υλικού από τις ΗΠΑ και κυρίως η πολιτική και διπλωματική στήριξη τους προς την Ινδία σε μια κατεύθυνση ισχυροποίησης της διεθνούς πολιτικής της υπόστασης ώστε να πάψει η σημερινή κραυγαλέα αναντιστοιχία μεταξύ του γεωπολιτικού και του οικονομικού της ρόλου, δημιουργεί νέα δεδομένα στο πλαίσιο μιας διελκυστίνδας μεταξύ Κίνας και Ινδίας που μέχρι τώρα είχε ως αδιαμφισβήτητο νικητή την Κίνα. Το γεγονός από την πρόσφατη ιστορία που καθόρισε τις «μη φιλικές», στην καλύτερη περίπτωση, σχέσεις των δύο χωρών ήταν η κατάληψη από την Κίνα μιας ορεινής περιοχής της Ινδίας τον Ιούνιο του 1962. Και σήμερα αν το Πεκίνο καταλογίζει στην Ινδία ότι ρίχνει λάδι στη φωτιά του αυτονομιστικού κινήματος του Θιβέτ φιλοξενώντας πλήθος θιβετιανών αντιφρονούντων, με προεξάρχοντα τον Δαλάι Λάμα, το Νέο Δελχί έχει μια ατελείωτη λίστα παραπόνων να υποβάλλει προς το Πεκίνο. Ξεκινώντας από τα πιο πρόσφατα, διεθνείς πηγές θεωρούν βέβαιο ότι πίσω από το λουτρό αίματος που προκάλεσε η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα καταπνίγοντας πρόσφατα το αποσχιστικό κίνημα των Ταμίλ βρίσκεται το ίδιο το Πεκίνο, που παρείχε στη νησιώτικη χώρα όχι μόνο το απαραίτητο και ιδιαίτερα προηγμένο πολεμικό υλικό, αλλά και τη διπλωματική στήριξη για να αντιμετωπίσει τη διεθνή κατακραυγή και τις κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου που ακολούθησαν τους ανηλεείς βομβαρδισμούς ακόμη και κατοικημένων περιοχών. Η ανάμιξη του Πεκίνου στρεφόταν κατά της Ινδίας στο βαθμό που ειδικά στο παρελθόν ήταν αδιαμφισβήτητη η στήριξη που παρείχε η Ινδία στους Τίγρεις των Ταμίλ στη Σρι Λάνκα, που πολλές φορές λόγω της γεωγραφικής της θέσης χαρακτηρίζεται και «δάκρυ στο πρόσωπο της Ινδίας». Ενδεικτικό στοιχείο για την στήριξη που παρέχει το Πεκίνο στη Σρι Λάνκα είναι ότι η ετήσια βοήθεια που του παρέχει ξεπερνάει πλέον το 1 δισ. δολ., έχοντας πενταπλασιαστεί μέσα σε λίγα χρόνια. Η παρουσία της Κίνας γίνεται αισθητή στην Ινδία και πάλι με έναν όχι τόσο ευχάριστο τρόπο μέσω μια ακόμη γειτονικής της χώρας, της Μιανμάρ (Βιρμανίας). Το Πεκίνο στηρίζοντας τη χούντα της Μιανμάρ επανειλημμένες φορές, μέσω της αποτροπής της επιβολής σοβαρών οικονομικών κυρώσεων, στην ουσία διαφυλάσσει τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που έχει στη στρατοκρατούμενη χώρα. Ειδικότερα την πρόσβαση στις άφθονες πρώτες ύλες της Μιανμάρ με προνομιακές μάλιστα τιμές. Στρατηγικής επίσης σημασίας για τα συμφέροντα της Κίνας θεωρείται κι ένας αγωγός μεταφοράς πετρελαίου από την Μιανμάρ που καταλήγει στην Κίνα. Τα πυρά επομένως που εξαπέλυσε η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών εναντίον της Μιανμάρ και της Βόρειας Κορέας στη σύνοδο των χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) στο εξωτικό νησί της Ταϋλάνδης, Πουκέτ, όπου μετέβη μετά την επίσκεψή της στην Ινδία, δεν στρέφονταν τόσο κατά των δύο αυτών απομονωμένων ούτως ή άλλως χωρών, όσο κατά της Κίνας που τα στηρίζει. Η εικόνα της περικύκλωσης της Ινδίας από την Κίνα και η έκταση του ανταγωνισμού τους γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν λάβουμε υπ’ όψη μας την πολυεπίπεδη στήριξη που παρέχει το Πεκίνο στο Πακιστάν, που είναι ο κατ’ εξοχήν ανταγωνιστής της Ινδίας κι επίσης τις προνομιακές οικονομικές συμφωνίες που έχει συνάψει με μια σειρά χώρες στον Ινδικό ωκεανό εξασφαλίζοντας ελεύθερη πρόσβαση στα λιμάνια τους για τον κινέζικο στόλο. Η στήριξη των ΗΠΑ στην Ινδία δημιουργεί τους όρους για να ανατραπεί αυτός ο συσχετισμός δύναμης, όπως φαίνεται κι από το πράσινο φως που δίνει η Ουάσινγκτον στην Ινδία για να διεισδύσει εκεί όπου έχει τη δυνατότητα, όπως για παράδειγμα στο Αφγανιστάν. Ξεχερσώνοντας αργά αλλά σταδιακά την πρόσδεση που είχε το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν στο Πακιστάν, η Ινδία έχει αναγορευτεί στον πέμπτο μεγαλύτερο ξένο επενδυτή στο Αφγανιστάν, μετά τις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Ιαπωνία και τον Καναδά. Εκτιμάται ότι οι επενδύσεις της ξεπερνούν τα 1,2 δισ. δολ. Με αυτά τα χρήματα το Νέο Δελχί έχει κατασκευάσει κρίσιμης σημασίας δρόμους προς τα σύνορα του Ιράν υπονομεύοντας έτσι τις οικονομικές σχέσεις με το Ιράν, δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, παιδιατρικό νοσοκομείο στην Καμπούλ και μεγάλα νοσοκομεία στην πρωτεύουσα και σε σημαντικές πόλεις όπως η Τζαλαλαμπάντ, η Κανταχάρ κ.α., ακόμη και το κτίριο της Βουλής, που έχει συμβολική αξία, και το οποίο θα ολοκληρωθεί το 2011. Επίσης οικοδομώντας προσωπικούς δεσμούς κι επαφές με την αυριανή ελίτ εκπαιδεύει εκατοντάδες επιστήμονες. Με αυτές τις επενδύσεις και την ευρύτερη πολιτική της παρέμβαση στο Αφγανιστάν, η Ινδία δεν βοηθάει απλώς τις ΗΠΑ να σταθεροποιήσουν ένα φιλικό τους καθεστώς ανταποδίδοντας την εύνοια που έχει δεχτεί, αλλά μεριμνά για τα του οίκου της, εξασφαλίζοντας την ουδετεροποίηση αρχικά και τη στήριξη στη συνέχεια του Αφγανιστάν στον ανταγωνισμό με τον παραδοσιακό της αντίπαλο, το Πακιστάν. Απάντηση σε αυτή την τακτική ήταν η βόμβα που εξερράγη πέρυσι στην πρεσβεία της Ινδίας στην Καμπούλ, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 41 άτομα, κι η οποία σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις τοποθετήθηκε από τους Ταλιμπάν και τις μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν. Σε αυτό το πλαίσιο η πολυπρόσωπη και αναβαθμισμένη πολιτικά παρουσία των ΗΠΑ στη σύνοδο του ASEAN (που αποτελείται από τις χώρες Ινδονησία, Μαλαισία, Φιλιππίνες, Σιγκαπούρη, Ταϊλάνδη, Μπρούνεϊ, Βιρμανία, Καμπότζη, Λάος και Βιετνάμ) επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον της νέας αμερικανικής ηγεσίας να ασχοληθεί πιο σοβαρά με τις εξελίξεις στην Ασία. Το ανέφερε ρητά κι η ίδια η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών σε άρθρο γνώμης που έγραψε σε τοπική εφημερίδα τις μέρες της συνόδου όπου ανέφερε: «δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι οι τύχες των οικονομιών μας και το μέλλον των κρατών μας είναι πιο συνδεδεμένα από ποτέ». Για να γίνει εμφανής η στροφή που πραγματοποιεί η Ουάσινγκτον προς την Ασία, «όπου στρέφεται πλέον το κέντρο βάρους των διεθνών υποθέσεων» όπως έγραψε στις 20 Αυγούστου ο Χένρι Κίσιγκερ στον διεθνή Τύπο, αρκεί να σκεφτούμε πως, στον αντίποδα, η Κοντολίζα Ράις επισκέφθηκε το ASEAN μόνο 2 φορές μέσα σε 3 χρόνια. Οι ΗΠΑ όμως ασχολούνται με τα θέματα της Ασίας ρίχνοντας ταυτόχρονα λάδι στη φωτιά των τοπικών ανταγωνισμών και δημιουργώντας νέες εστίες έντασης, όπως φαίνεται με τη Βιρμανία και την Βόρεια Κορέα. Κίνητρο δε για την ενεργότερη ανάμιξη των ΗΠΑ δεν είναι μόνο τα οικονομικά τους συμφέροντα, όπως φαίνεται από τις εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψε στην Ινδία και το Πουκέτ, αλλά κι η εναγώνια προσπάθεια τους να δημιουργήσουν αναχώματα στην ορμητική κι απειλητική για τα αμερικανικά συμφέροντα ανάπτυξη της Κίνας.

Αρέσει σε %d bloggers: