ΔΕΗ και ΔΕΔΔΗΕ στο έλεος της διεθνούς κερδοσκοπίας

Η Macquarie πρότυπο αφαίμαξης και υπερχρέωσης μονοπωλιακών επιχειρήσεων ανά τον κόσμο

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Τόσο η πώληση του 49% του ΔΕΔΔΗΕ όσο και η απώλεια του ελέγχου του δημοσίου στη ΔΕΗ μέσω Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου ισοδυναμούν με πολλά περισσότερα πράγματα από μια απλή ιδιωτικοποίηση. Και οι δύο εξελίξεις από κοινού εισάγουν τον κλάδο της ελληνικής ενέργειας στην πρώτη θέση της διεθνούς άγριας κερδοσκοπίας, παραδίδοντας εκατομμύρια καταναλωτές αλλά και το οικονομικό μέλλον της χώρας στο έλεος κεφαλαίων που δρουν για έναν και μόνο σκοπό: το μεγάλο κέρδος! Η άλλη όψη της πώλησης ΔΕΗ και ΔΕΔΔΗΕ είναι τιμολόγια στα ύψη και επενδύσεις στα Τάρταρα.

Η απόφαση Αύξησης του Μετοχικού Κεφαλαίου (ΑΜΚ) της ΔΕΗ κατά 750 εκ. ευρώ που θα πραγματοποιηθεί με ιδιωτική τοποθέτηση εκτός Ελλάδας και αποκλεισμό του δικαιώματος προτίμησης για τους σημερινούς μετόχους, ισοδυναμώντας έτσι με ιδιωτικοποίηση (η πρώτη μάλιστα ιδιωτικοποίηση που δεν θα φέρει ούτε 1 ευρώ στα κρατικά ταμεία!), δικαιολογήθηκε στο όνομα της υλοποίησης του επενδυτικού της προγράμματος.

Την τελευταία διετία οι συνθήκες δανεισμού στην αγορά, λόγω των αρνητικών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι τόσο ευνοϊκές που τέτοια πλημμυρίδα ρευστού, υπό την μορφή πιστωτικού χρήματος, δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ άλλοτε. Επιπλέον, επενδυτικά σχέδια σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας χρηματοδοτούνται αδρά από πλήθος πηγών, που ξεκινούν από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και φτάνουν μέχρι τα πράσινα ομόλογα που εκδίδονται μαζικά στην αγορά, σε βαθμό να έχει δημιουργηθεί φούσκα. Γιατί άραγε η ΔΕΗ δεν προσέφυγε σε αυτές τις πηγές που θα αξιοποιούσε κι οποιαδήποτε ιδιωτική εταιρεία του κλάδου για εύρεση κεφαλαίων;

Επιτόκια ευρώ

Γιατί επίσης δεν αξιοποιεί τα κέρδη της; Το πρώτο εξάμηνο του 2021 τα καθαρά κέρδη έφτασαν τα 27 εκ. ευρώ και τα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων κέρδη (EBITDA) έφτασαν τα 434 εκ. Κερδοφόρα επίσης ήταν και η χρήση του 2020, με τα καθαρά να φτάνουν τα 35 εκ. ευρώ και τα EBITDA τα 820 εκ.

Η ιδιωτικοποίηση δικαιολογήθηκε επίσης, στο όνομα της «επέκτασής της ΔΕΗ σε γειτονικές αγορές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη προκειμένου να επωφεληθεί από ευκαιρίες ανάπτυξης στην περιοχή». Η πώλησή της ΔΕΗ σε διεθνή κερδοσκοπικά ταμεία με στόχο τη διείσδυση της στις αγορές ενέργειας της Αλβανίας ή της Βόρειας Μακεδονίας μετατρέπει όλον τον κόσμο και την περιοχή μας σε καζίνο. Αν ήθελε η ΔΕΗ να μεταφέρει την τεχνογνωσία της στην ενεργειακή εταιρεία μιας γειτονικής χώρας για να αυξήσει την παραγωγή της ή να μειώσει τα κόστη της θα ήταν μια κίνηση αμοιβαία επωφελής. Το να πουλάει μετοχές της η ΔΕΗ σε ένα κεφάλαιο του Λουξεμβούργου για να αποκτήσει μετοχές σε μια εταιρεία της Β. Μακεδονίας αν κάπου παραπέμπει είναι σε αρπαχτές και γενικευμένη χρηματιστικοποίηση ενός κοινωνικού αγαθού όπως είναι η ενέργεια. Όσο για το δέλεαρ της ανόδου της τιμής της μετοχής της ΔΕΗ μέσω τέτοιων αγοραπωλησιών αφορά αποκλειστικά και μόνο τους αλογομούρηδες του χρηματιστηρίου, που κι αυτοί μάλιστα βγήκαν χαμένοι από τα παιχνίδια που έστησε η διοίκηση της ΔΕΗ με τους κυβερνητικούς γύρω από την ΔΕΗ.

Αρκεί μια ματιά στην τιμή της μετοχής που σε μία εβδομάδα μειώθηκε κατά 20%, από 10 ευρώ σε 8! Αποτέλεσμα της κατρακύλας της χρηματιστηριακής τιμής της ΔΕΗ ήταν και μια ανάλογη συρρίκνωση της κεφαλαιοποίησής της, κατά 20%!

Τιμή μετοχής ΔΕΗ

Αν η αντίδραση της αγοράς, την οποία εξυμνεί η κυβέρνηση, αποτελούσε κριτήριο για τις αποφάσεις της τότε έπρεπε να συμπεράνει ότι η αγορά απορρίπτει την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ. Ακόμη κι αν απαλείψουμε από την πορεία της μετοχής την επίδραση που προκάλεσε η εσωτερική πληροφόρηση, πιθανά αυτό το συμπέρασμα να μην απέχει από την πραγματικότητα. Περνώντας η ΔΕΗ σε διεθνείς κολοσσούς όλο και συχνότερα θα γίνεται όργανο στα δικά τους χρηματιστηριακά παιχνίδια, στερώντας την εγχώρια μαφία του «έξυπνου χρήματος» από μια ασφαλή πηγή κερδών.

Σε ό,τι αφορά καθησυχαστικές δηλώσεις ότι «το ελληνικό δημόσιο θα παραμείνει βασικός ρυθμιστής στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων με δικαιώματα καταστατικής μειοψηφίας – τη λεγόμενη ‘χρυσή μετοχή’» στερούνται ουσίας. Ο ρόλος του δημοσίου θα είχε περιεχόμενο αν το κράτος μέσω της ΔΕΗ μπορούσε να επιβάλει δράσεις προς όφελος των καταναλωτών. Μέχρι στιγμής όμως κάνει ακριβώς το αντίθετο. Η ενσωμάτωση, για παράδειγμα, στις 5 Αυγούστου και από την ΔΕΗ της ρήτρας χονδρεμπορικής τιμής που συνδέει την τιμή της κιλοβατώρας με την προημερήσια αγορά του χρηματιστηρίου ενέργειας κι αποχαιρετά την σταθερή τιμή της κιλοβατώρας ήταν μια απόφαση προς όφελος των ιδιωτών παρόχων. Μέχρι τις 4 Αυγούστου υπήρχε ένας πολύ σοβαρός λόγος για να απορρίψει ο κάθε καταναλωτής τις προσφορές των ιδιωτών: η εκ των προτέρων γνωστή τιμή της κιλοβατώρας. Η συμπόρευση της ΔΕΗ με τις επιλογές των ιδιωτών δείχνει ότι το δημόσιο ακόμη κι εκεί που μπορεί δεν παρεμβαίνει ώστε να ρυθμίσει την αγορά προς όφελος των καταναλωτών, αλλά αναπαράγει τις πρακτικές τους εξαλείφοντας δυνατότητες που δημιουργούσε ο ανταγωνισμός. Κατά συνέπεια, ακόμη κι αυτά τα δικαιώματα που παρέχει η καταστατική μειοψηφία δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν προς όφελος του καταναλωτή, γιατί αν κάτι ενδιαφέρει την κυβέρνηση δεν είναι η εξασφάλιση φθηνής ενέργειας για τον λαό, αλλά υψηλών αποδόσεων κεφαλαίων για τους διεθνείς επενδυτές…

Ωστόσο, η ΔΕΗ πράγματι τον τελευταίο χρόνο έχει επιστρατεύσει ένα μωσαϊκό παρεμβάσεων ώστε από τις συνεχείς ανατιμήσεις μόνο ένα μέρος τους να φτάσει στα τιμολόγια. Αν η πλειοψηφία των μετόχων είναι ιδιώτες, πώς θα ψηφίζονται μέτρα τα οποία θα περιορίζουν την κερδοφορία της εταιρείας και θα μειώνουν την απόδοση των κεφαλαίων που αποτελεί το κριτήριο με το οποίο λαμβάνεται κάθε απόφαση…

Η σημασία που έχει ακόμη και σήμερα η κερδοφορία υπό οποιοδήποτε κόστος φάνηκε πεντακάθαρα στην πώληση από την ΔΕΗ του 49% του ΔΕΔΔΗΕ. Καμιά από τις τέσσερις δεσμευτικές προσφορές που κατατέθηκαν (KKR με έδρα τις ΗΠΑ, CVC Capital Partners με έδρα το Λουξεμβούργο, First Sentier ιαπωνικής ιδιοκτησίας και ο όμιλος Macquarie από την Αυστραλία που τελικά αναδείχτηκε σε πλειοδότη) δεν προερχόταν από ενεργειακή εταιρεία που ειδικεύεται στα δίκτυα. Άσχετο, αλλά ο ΔΕΔΔΗΕ, ως Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας, έχει υπό την κατοχή του καλώδια μήκους 240.000 χιλιομέτρων και σχεδόν 8 εκατομμύρια πελάτες. Οι πελάτες του δε έχουν ένα χαρακτηριστικό που θα το ζήλευαν χιλιάδες εταιρείες οι οποίες θέλοντας και (κυρίως) μη λειτουργούν σε καθεστώς ανταγωνισμού: δεν διαθέτουν καμία άλλη επιλογή καθώς το δίκτυο ηλεκτρισμού είναι φυσικό μονοπώλιο. Έτσι, ο κάθε πολίτης ή επιχείρηση της χώρας υποχρεούται να είναι πελάτης του ΔΕΔΔΗΕ.

Η κυβέρνηση θεώρησε μεγάλη επιτυχία την πώληση του ΔΕΔΔΗΕ στο αυστραλιανό κεφάλαιο Macquarie. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια απόφαση που στρέφεται ενάντια όχι μόνο στην ευημερία της κοινωνίας, αλλά ακόμη και στην ποιότητα των υποδομών πάνω στις οποίες στηρίζεται η αναπαραγωγή του ελληνικού καπιταλισμού. Η ιδιωτικοποίηση θα αποδειχθεί καταστροφική όχι απλώς και μόνον επειδή τον έλεγχο του ΔΕΔΔΗΕ μετά τις 19 Οκτωβρίου θα έχει πλέον ένας ιδιώτης, αλλά επειδή θα τον αποκτήσει η Macquarie, μέσω της πρωτοεμφανιζόμενης θυγατρικής της, Spear WTE Investments  Sarl, που ανήκει στον όμιλο MIRA (Macquarie Infrastructure and Real Assets Group)! Ο συγκεκριμένος πολυεθνικός όμιλος που ιδρύθηκε το 1969 στην Αυστραλία και πήρε την πρώτη του άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών το 1985 δεν είναι ένας ακόμη διαχειριστής κεφαλαίων από τους άπειρους που θησαυρίζουν ασκώντας την εκμετάλλευση μονοπωλιακών κρατικών υποδομών σε βάρος των πολιτών. Έχει οδηγήσει την χρηματοοικονομική μηχανική σε τόσο υψηλά επίπεδα ώστε το «μοντέλο Macquarie» θεωρείται παγκόσμια πρωτοτυπία και καινοτομία με τη χειρότερη προφανώς έννοια του όρου: αυτήν που αποκαλύφθηκε για παράδειγμα το 2008 όταν στις ΗΠΑ κατέρρευσε η αγορά δομημένων ομολόγων.

Η πρώτη ερώτηση που θέτει κάθε σχετικός γνώστης της αγοράς είναι αν ο συγκεκριμένος διαχειριστής κεφαλαίων φημίζεται για μακροχρόνιες επενδύσεις ή απλώς αυξάνει την τιμή του αποκτήματός του και την μεταπουλάει προκειμένου να εισπράξει κέρδη. Εδώ η απάντηση ξαφνιάζει γιατί η Macquarie, όχι, δεν φημίζεται για τις βραχυχρόνιες τοποθετήσεις της. Το μυστικό της βρίσκεται στον δαιδαλώδη όμιλο που έχει δημιουργήσει εντός του οποίου πραγματοποιούνται εξαιρετικά σύνθετες αγοραπωλησίες, οι οποίες λόγω της πολυπλοκότητάς τους περνούν κάτω από το ραντάρ ακόμη και του πιο έμπειρου ελεγκτή, απλώς και μόνον επειδή χρησιμοποιεί προηγμένα εργαλεία και μια ατελείωτη σειρά θυγατρικών είτε παλιών και εξειδικευμένων, είτε νέων που δημιουργεί για να διεκπεραιώσει μια αγοραπωλησία ή συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Ας δούμε τι έχει γραφτεί για τον ελέφαντα της Macquarie που στρογγυλοκάθισε στο δωμάτιο με το σπουδαιότερο ίσως περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει η Ελλάδα.

«Το μοντέλο της  Macquarie περιλαμβάνει την αγορά μιας εταιρείας ή υποδομής χρησιμοποιώντας δικά τους χρήματα. Μετά την αναδιάρθρωση, το περιουσιακό στοιχείο πουλιόταν σε ένα συνδεδεμένο κεφάλαιο, το οποίο διοικείται από τη τράπεζα. Τα κεφάλαια, εισηγμένα στο χρηματιστήριο ή όχι, χρησιμοποιούσαν ένα συνδυασμό  μετοχών που έχουν συγκεντρωθεί από μεμονωμένους και θεσμικούς επενδυτές και χρέη από τράπεζες για να χρηματοδοτήσουν το περιουσιακό στοιχείο… Η συνήθης διαδικασία ήταν οι τραπεζίτες της Macquarie να βρίσκουν τα πρότζεκτς, έπειτα συμβούλευαν για τη συναλλαγή, χρεώνοντας αμοιβές γύρω στο 1% της αξίας. Η Macquarie τότε πουλούσε το πρότζεκτ σε ένα κεφάλαιο στην τιμή που πλήρωσε για το περιουσιακό στοιχείο. Η Macquarie χρέωνε αμοιβές για την εύρεση χρημάτων για τα κεφάλαια. Χρέωνε αμοιβές για τη διαχείριση των κεφαλαίων, συνήθως 1-2% κι επιπλέον μια αμοιβή για τις επιδόσεις 20%. Η Macquarie συμβούλευε την εταιρεία που ήλεγχε το κεφάλαιο και συγκέντρωνε χρήματα γι’ αυτούς. Η τράπεζα συμβούλευε τα κεφάλαια για τις πωλήσεις και την αναδιάρθρωση των πρότζεκτ που κατείχε. Ήταν μια βιομηχανία χρεώσεων που οι ανταγωνιστές φθονούσαν. Τα πρότζεκτ είχαν χρέη. Τότε τα κεφάλαια που ήλεγχαν τα πρότζεκτ χρησιμοποιούσαν επιπλέον χρέος» (Satyajit, 2011).

Βάσει άλλης πηγής «αναζητώντας συμφωνίες στον κόσμο, λειτουργεί υπό μια απλή υπόθεση: υπάρχει χρήμα να βγει σε κάθε βήμα μιας συναλλαγής, όχι μόνο σε ένα βήμα. Η Macquarie ήταν μεταξύ εκείνων των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που αναγνώρισαν τις επενδύσεις στις υποδομές ως μια κατηγορία περιουσιακού στοιχείου και δημιούργησαν κεφάλαια για να συμμετέχουν σε αυτές. Οι υποδομές γενικά είναι μονοπώλια ή οιονεί μονοπωλιακές επιχειρήσεις και τα επενδυτικά κεφάλαια που δημιουργεί και διαχειρίζεται φορτώνονται με χρέος. Εισάγει τα κεφάλαια στο χρηματιστήριο ή πουλάει μετοχές τους στοχευμένα. Εν συντομία, η Macquarie έχει πρωτοπορήσει στην ομαδοποίηση και τιτλοποίηση των υποδομών σε διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια και στην κατανόηση στο πώς να δημιουργεί έσοδα σε κάθε βήμα αυτής της διαδικασίας. Η Macquarie ανέπτυξε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο, ένα κατάστημα μίας στάσης, με τι τις μονάδες της να συμβουλεύουν, να διευθετούν, να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση, να υλοποιούν και να διαχειρίζονται όσο το δυνατόν περισσότερα τμήματα έχοντας την ευθύνη σε κάθε βήμα της πιο περίπλοκης συμφωνίας. Αυτό το μοντέλο επιτρέπει στην Macquarie να δημιουργεί στην πορεία πολλαπλές ροές εσόδων… Επιβάλει χρεώσεις για την δημιουργία, τη συμβουλευτική, την ασφάλιση και την λειτουργία ως επικεφαλής διαχειριστής μιας συμφωνίας. Επιβάλει επιπλέον χρεώσεις για να βοηθήσει να διευθετηθεί η χρηματοδότηση της εξαγοράς ενός περιουσιακού στοιχείου και να συγκεντρώσει κεφάλαια που άλλοι επενδύουν. Από τη στιγμή που ένα περιουσιακό στοιχείο ‘πακεταριστεί’ σε ένα κεφάλαιο (fund) επιβάλει χρέωση για τη διαχείρισή του, 1 ως 1,5% της αξίας του κεφαλαίου, και έσοδα για κίνητρα. Η εταιρεία παίρνει μια υγιής (συνήθως 20%) τύπου αντισταθμιστικού κεφαλαίου αμοιβή αν τα κέρδη του κεφαλαίου υπερβούν ένα συγκεκριμένο στόχο» (Solomon, 2009).

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφορές του επιχειρηματικού μοντέλου της Macquarie σε σύγκριση με άλλα παρεμφερή κεφάλαια, μιας και εξηγούν πολλά από τα οικονομικά σκάνδαλα που συνοδεύουν τη δράση της. Αναφέρεται στο πρώτο βιβλίο που είναι έκδοση των Financial Times και αναλύει με θαυμασμό το «καγκουρό – βαμπίρ» όπως χαρακτηρίζεται στην Αγγλία η Macquarie: «Αντίθετα με τους επενδυτές επιχειρηματικών συμμετοχών (private equity) που εισπράττουν κέρδη επί του κεφαλαίου (capital) όταν το κεφάλαιο (fund) πραγματοποιεί μια επένδυση, τα κεφάλαια των υποδομών καταβάλουν υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος, σχεδιασμένα να συγκεντρώνουν κεφάλαια συνταξιοδοτικών ταμείων και ειδικότερα μεμονωμένους συνταξιούχους. Καθώς αυτοί οι επενδυτές είναι ευχαριστημένοι με αποδόσεις κάτω του 20% που απαιτούνται από τους επενδυτές επιχειρηματικών συμμετοχών, η Macquarie μπορούσε να πληρώνει υψηλότερες τιμές να διατηρεί υψηλότερα επίπεδα χρέους κι έτσι να αυξάνει τις δικές της αμοιβές» (Satyajit, 2011). 

Βάσει αυτής της λεπτομέρειας, μόνο ανεξήγητη δεν είναι η υψηλή τιμή που πλήρωσε η Macquarie για τον ΔΕΔΔΗΕ! Η κυβέρνηση μάλιστα, σε ένα κρεσέντο κομπασμού με ύφος κουτοπόνηρου  χωριάτη καμάρωνε που ο αυστραλιανός όμιλος δέχτηκε να καταβάλλει 2,2 δισ. ευρώ. Λες και τους πιάσαμε κορόιδα…

Παρεμπιπτόντως, οι κυβερνητικοί θεώρησαν το ποσό μεγάλο υποστηρίζοντας ότι ισοδυναμεί με το 151% της ρυθμιζόμενης περιουσιακής βάσης. Αυτή ωστόσο η μέθοδος αποτίμησης είναι από ακατάλληλη ως άστοχη. Θα ταίριαζε αν η εταιρεία όδευε προς ρευστοποίηση και το ερώτημα ήταν πόσο θα έπιανε στην αγορά κάθε μέτρο καλωδίου χαλκού και κάθε μετασχηματιστής. Αντίθετα όμως ο ΔΕΔΔΗΕ είναι χρυσοφόρος όρνιθα όπως μαρτυρούν τα πρόσφατα έσοδα του. Μόνο το 2020 συγκέντρωσε 900 εκ. ευρώ. Πουλήθηκε επομένως για τα έσοδα 2 ετών και 4 μηνών. Μόνο επιτυχία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η τιμή! Πολύ περισσότερο αν λάβουμε υπ’ όψη ότι το «καγκουρό βαμπίρ» συστηματικά πλειοδοτεί στους διαγωνισμούς ξέροντας ότι έχει δημιουργήσει έναν μηχανισμό που αποδίδει στο πολλαπλάσιο το αρχικό κόστος το οποίο καταβάλει για την αγορά της εταιρείας.

Οι περιγραφές των προηγμένων τεχνικών που χρησιμοποιεί η Macquarie την οποία ο Σκρέκας κατάφερε να πιάσει …κορόιδο θα απαιτούσαν δεκάδες χιλιάδες λέξεις. Αν κάτι αξίζει ωστόσο να μεταφέρουμε ότι παντού, σε κάθε διαγωνισμό που συμμετέχει σχεδόν πάντα πλειοδοτεί προσφέροντας το υψηλότερο τίμημα. Ενδεικτικά, στην Ιντιάνα των ΗΠΑ για την παραχώρηση ενός αυτοκινητοδρόμου το 2006 κατέβαλαν 3,8 δισ. δολ. που ισοδυναμούσαν με 50 φορές τις ετήσιες ταμειακές ροές κι ήταν 1 δισ. υψηλότερο από τον επόμενο ανταγωνιστή… Το τίμημα επομένως που κατέβαλε για τον ΔΕΔΔΗΕ δεν αποτελούσε εξαίρεση, αλλά κανόνα για το «καγκουρό βαμπίρ». Προσφέρει εξωφρενικά ποσά επειδή ξέρει ότι μπορεί να εκμεταλλευτεί με μονοπωλιακούς όρους τις αγορές στις οποίες εισέρχεται μεταφέροντας τον λογαριασμό στους καταναλωτές που δεν έχουν άλλη επιλογή! Μάρτυρας οι παράλογες αυξήσεις στα τιμολόγια που επιβάλλει η Macquarie. Στο αεροδρόμιο του Σύδνεϋ χρέωνε όχι μόνο 4 δολάρια Αυστραλίας το καρότσι μεταφοράς βαλιτσών, αλλά ακόμη και την αναμονή για ταξί, ενώ επέβαλε μια επιπλέον επιβάρυνση σε κάθε αγορά από τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών. Σε ένα αυτοκινητόδρομο του Σικάγου μήκους 7,8 μιλίων αύξησαν τα διόδια από 2 δολ. σε 2,5 προκαλώντας σοβαρές αντιδράσεις. Εντελώς μα εντελώς τυχαία η προσφορά που κατέθεσε το αυστραλιανό ζόμπι, ύψους 1,83 δισ. δολ. ήταν υπερδιπλάσια της επόμενης που έφτανε μόλις τα 700 εκ. δολ. (Gordon, 2008). Προφανώς και στο Σικάγο θα άνοιγαν σαμπάνιες που ξεγέλασαν την Macquarie, μέχρι τη στιγμή που μετακύλησε τον λογαριασμό στους χρήστες του αυτοκινητοδρόμου. Ό,τι θα συμβεί πολύ σύντομα και στην Ελλάδα!

Θέμα χρόνου επομένως για το νέο ιδιοκτήτη του ΔΕΔΔΗΕ είναι η επιβολή μεγάλων αυξήσεων στα τιμολόγια χρέωσης. Μέχρι σήμερα, το ύψος των λογαριασμών ρεύματος τόσο των ιδιωτών όσο και της δημόσιας ΔΕΗ οδηγείται στα ύψη παρότι οι χρεώσεις που επιβάλει ο ΔΕΔΔΗΕ την τελευταία επταετία έχουν μειωθεί, όπως φαίνεται στον ακόλουθο πίνακα, που προέρχεται από την ιστοσελίδα της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας.

Τι εμποδίζει αύριο τις βδέλες της Macquarie να επιβάλουν κάθε χρόνο αυξήσεις επικαλούμενες τον πληθωρισμό  ή τα εξωφρενικά τιμολόγια που θα χρεώνουν θυγατρικές της οι οποίες θα αναλάβουν από την εύρεση κεφαλαίων και την απροχή εξειδικευμένων συμβουλών μέχρι την διαχείριση των ανελκυστήρων; Το αποτέλεσμα θα είναι τα τιμολόγια να αυξάνονται αλματωδώς στο εξής και το υπουργείο να σηκώνει τους ώμους του, υποστηρίζοντας ότι είναι θέμα αγοράς και δεν μπορεί να παρέμβει… Όπως έκανε πρόσφατα με τις ιδιωτικές εταιρείες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος!

Η άλλη όψη της υπερχρέωσης των εταιρειών και των πανάκριβων τελών χρήσης που χαρακτηρίζουν το επιχειρηματικό μοντέλο της Macquarie είναι οι αστρονομικές αμοιβές των στελεχών της: «Οι Αυστραλοί σιχαίνονται την αλαζονεία της τράπεζας, την πολιτική επιρροή και ειδικά τις αμοιβές των τραπεζών. Το 2007 ο πρόεδρος, ο διευθύνων σύμβουλος, ο εν αναμονή διευθύνων σύμβουλος και τρία ακόμη στελέχη πληρώθηκαν από κοινού με 209 εκ. δολ. Αυστραλίας» (Satyajit)! Στην ιστορία δε έχει μείνει η έκπληξη που δέχτηκε ο διευθύνων σύμβουλος της Macquarie, Άλαν Μος, ο οποίος αμειβόταν με 33,5 εκ. δολ. Αυστραλίας ετησίως, όταν έμαθε τον μισθό των δασκάλων…

Ξέροντας το παραπάνω επιχειρηματικό μοντέλο, δεν μπορούμε παρά να εξετάζουμε υπό ένα ολότελα διαφορετικό πρίσμα τα σκάνδαλα στα οποία έχει ως τώρα εμπλακεί ή καλύτερα, τα σκάνδαλα τα οποία έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Άκρως επιλεκτικά: Η υπερχρέωση της ιδιωτικοποιημένης εταιρείας ύδρευσης του Λονδίνου Thames Water με ένα χρέος ύψους 2 δις. λιρών το οποίο συνάφθηκε προς όφελος της τράπεζας και των επενδυτών, την ίδια ώρα που η εταιρεία μόλυνε τα πάντα λόγω έλλειψης επενδύσεων για τη συντήρηση του δικτύου. Σκάνδαλο φοροκλοπής στη Γερμανία στο οποίο εμπλέκονταν 61 στελέχη της Macquarie με επίκεντρο την εικονική ενδοσυνεδριακή αγοραπωλησία μετοχών. Η εμπλοκή της Macquarie στο σκάνδαλο φοροκλοπής της Γερμανίας οδήγησε ένα μεγάλο συνταξιοδοτικό ταμείο της Δανίας το 2020 να βάλει την αυστραλιανή πολυεθνική στη μαύρη λίστα απαγορεύοντας οποιαδήποτε επένδυση στις μετοχές της. Τα σκάνδαλα στα οποία έχει εμπλακεί ο κολοσσός τον οποίο ξεγέλασαν Σκρέκας και λοιποί είναι τόσα πολλά ώστε τα θύματα της Macquarie έχουν φτιάξει σελίδα στο ίντερνετ! Ώρες μπορεί να αφιερώσει όποια ενδιαφέρεται για να μάθει πώς στήνονται οι απάτες!

Σε κάθε περίπτωση αυτό που μαθαίνουμε είναι ότι τα σκάνδαλα που συνοδεύουν το αυστραλιανό βαμπίρ δεν οφείλονται στον υπερβάλλον ζήλο ή την πλεονεξία κάποιων στελεχών της στο Σικάγο μια φορά και στο Λονδίνο την άλλη. Πρόκειται για ένα μοντέλο άγριας κερδοσκοπίας που εκμεταλλεύεται τα χαρακτηριστικά του μονοπωλίου, δηλαδή καταναλωτές – ομήρους με ανελαστική καμπύλη ζήτησης, για να επιβάλλει την πιο εξελιγμένη κερδοσκοπία του ύστερου καπιταλισμού. Στη βάση όλων των παραπάνω, η ιδιωτικοποίηση του ΔΕΔΔΗΕ θα αποδειχθεί φιάσκο μεγατόνων. Νέες επενδύσεις που χρειάζονται, όπως η υπογειοποίηση και ο εκσυγχρονισμός του δικτύου, έτσι ώστε να μην ξεμένουν από ηλεκτρικό ρεύμα ακόμη και περιοχές της Αθήνας όπως έγινε με την κακοκαιρία Μήδεια τον Φεβρουάριο του 2021, δεν πρόκειται να γίνουν. Το προσωπικό θα συνεχίσει να μειώνεται (2020: 5.820, 2019: 5.997, κ.ο.κ.) και οι εργολαβίες θα αυξηθούν στο βωμό της μείωσης του κόστους με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι εργάτες να αφήνουν την τελευταία τους πνοή επάνω στις κολώνες όπως συνέβη τον Απρίλιο στην Ερέτρια. Από την άλλη, οι χρεώσεις στους καταναλωτές θα εκτοξευθούν στα ύψη μαζί με το χρέος της εταιρείας. Κι όλα αυτά για να αυξηθούν τα κέρδη του αυστραλιανού βαμπίρ και να συντηρηθούν αμοιβές ύψους 33,5 εκ. δολ. το χρόνο για έναν και μόνο διευθυντή!

Πληροφορίες και αποσπάσματα που παρατίθενται προέρχονται, μεταξύ άλλων, από τα ακόλουθα βιβλία και άρθρα:

  • Lewis Solomon (2009) The promise and perils of Infrastructure privatizations – The Macquarie Model, Palgrave MacMillan.
  • Satyajit Das (2011) Extreme money, master of the universe and the cult of risk, FT press
  • Cameron Gordon (2008) «Competing in global niche markets: The case of Macquarie Bank», International Journal of Bank Marketing, August.

Στους ασφαλισμένους περνάει το κόστος απονομής σύνταξης

Πηγή: Newscenter

Ηθικά απαράδεκτο και οικονομικά επιζήμιο είναι για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους που βρίσκονται στο κατώφλι της συνταξιοδότησης το νέο μέτρο που ανακοίνωσε ο υπουργός Εργασίας Κ. Χατζηδάκης. Επί της ουσίας ισοδυναμεί με μια ακόμη ιδιωτικοποίηση: της απονομής των συντάξεων, που πλέον δεν θα υλοποιείται από τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, του ΕΦΚΑ ειδικότερα, αλλά από πιστοποιημένους δικηγόρους και λογιστές, έναντι αμοιβής.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το υπουργείο Εργασίας μάλιστα ανακοίνωσε και την «ταρίφα», κλείνοντας πονηρά το μάτι σε εκείνους τους επαγγελματίες που θα ευνοηθούν από το νέο μέτρο. Η εφαρμογή του θα σημάνει νέες δαπάνες εκ μέρους των εργαζόμενων και υποψήφιων συνταξιούχων οι οποίοι μέχρι τώρα περίμεναν από το ασφαλιστικό ταμείο να κάνει τον σχετικό υπολογισμό, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνον κατόπιν δικής τους επιλογής οι συνταξιούχοι προσέφευγαν σε δικηγορικά γραφεία για να κάνουν τον υπολογισμό της σύνταξής τους, σε περιπτώσεις που υπήρχε διαδοχική ασφάλιση και αμφιλεγόμενη νομολογία. Στο εξής, η εξαίρεση θα γίνει κανόνας, κάνοντας ακόμη πιο φτωχούς του μελλοντικούς συνταξιούχους. 

Η απόφαση του αρμόδιου υπουργού Κ. Χατζηδάκη αποτελεί κορυφαία αποτυχία της κυβέρνησης, όσο κι αν καμαρώνει ότι θα λύσει ένα ακόμη πρόβλημα. Αρκεί να σκεφτούμε πώς πέρυσι τέτοια εποχή η κυβέρνηση διαφήμιζε ότι συντάξεις θα εκδίδονται «με το πάτημα ενός κουμπιού». Στη συνέχει περάσαμε στην συγκρότηση ομάδας έργου με αντικείμενο την επίσπευση της απονομής κι αφού όλα τα παραπάνω απέτυχαν παταγωδώς, περάσαμε στη φάρμακο που η ΝΔ χρησιμοποιεί δια πάσα νόσο: Την ιδιωτικοποίηση της διαδικασία ελέγχου και απονομής συντάξεων. Ένα ακόμη μέτρο που εντάσσεται στο παζλ της ιδιωτικοποίησης του ασφαλιστικού συστήματος.

Η εκχώρηση στους ιδιώτες της απονομής ανακοινώθηκε σε μια περίοδο που το πρόβλημα της συσσώρευσης εκκρεμών συντάξεων έχει οξυνθεί στο έπακρο. Η διοίκηση του ΕΦΚΑ μπορεί να επαίρεται με πρόσφατο δελτίο Τύπου ότι σε ότι αφορά την απονομή κύριων συντάξεων «παρατηρείται σταθερή μείωση τους για 7ο συνεχή μήνα» ξεχνάει ωστόσο να αναφέρει πώς οι εκκρεμείς συντάξεις το 2021 έφτασαν σε πρωτοφανή ύψη. Όπως φαίνεται στον ακόλουθο πίνακα από 117.344 τον Ιανουάριο του 2019, ένα χρόνο μετά αυξήθηκαν κατά 42% στις 166.720, για να μειωθούν ωστόσο στη συνέχεια, τον Ιανουάριο του 2021, στις 149.624 παραμένοντας ωστόσο ακόμη αυξημένες κατά 27% σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2019. Σε ρόλο πυρομανούς πυροσβέστη λοιπόν (για πολλοστή μάλιστα φορά) ο Κ. Χατζηδάκης έρχεται να λύσει με μία ακόμη ιδιωτικοποίηση το πρόβλημα που ο ίδιος έφτασε σε τέτοια επίπεδα!

Τα οφέλη της κυβέρνησης από την καθυστέρηση της απονομής των συντάξεων είναι προφανή: Παρά τις προκαταβολές που δίνονται, το σύνολο των εκταμιεύσεων υπολείπεται σημαντικά του ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί αν οι συντάξεις δίνονταν στο ακέραιο. Κατ’ αυτό τον τρόπο τα ταμειακά διαθέσιμα του δημοσίου σώζονται και οι πληρωμές μετατίθενται για το απώτερο μέλλον, προς δόξα της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

«Το πρόβλημα των εκκρεμών συντάξεων είναι αποτέλεσμα δύο αιτιών» σύμφωνα με την Γιώτα Κίτσου, γενική γραμματέα της Ομοσπονδίας Εργαζομένων στα Ασφαλιστικά Ταμεία. Το πρώτο σχετίζεται με την έλλειψη προσωπικού. 8.000 εργάζονταν στον ΕΦΚΑ πριν την ενοποίηση του 2017 και το 2020 έφυγαν 500 εργαζόμενοι με συνταξιοδότηση, ενώ φέτος θα φύγουν πολλοί περισσότεροι. Προσλήψεις εν τω μεταξύ δεν έχουν προκηρυχθεί! Το δεύτερο πρόβλημα είναι η τεχνολογική του οργανισμού. Στα περισσότερα υποκαταστήματα υπάρχει μόνον ένας υπολογιστής με ίντερνετ και οι συνάδελφοι στέκονται στη σειρά για να πάρουν τη σειρά τους και να απαντήσουν στα υπηρεσιακά μέιλ. Η κυβέρνηση ωστόσο, αντί να προχωρήσει σε προσλήψεις προσωπικού και να αναβαθμίσει τεχνολογικά τον οργανισμό, επενδύει στον κοινωνικό αυτοματισμό. Οι συνεχείς επιθέσεις του υπουργού Εργασίας στο προσωπικό σκοπό έχουν να στρέψουν την κοινωνία εναντίον των εργαζομένων και να μείνει στην αφάνεια το τεράστιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ΕΦΚΑ. Το πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού είναι τόσο μεγάλο ώστε υπάρχουν πολλές διευθύνσεις με 1 προϊστάμενο που δεν έχει υφιστάμενο κι άλλες διευθύνσεις χωρίς προϊστάμενο. Σε πολλά τμήματα ο υπάλληλος δυσκολεύεται ακόμη και να πάριε άδεια γιατί θα μείνουν πίσω οι συντάξεις. Αν δεν λυθούν αυτά τα προβλήματα οι 350.000 κύριες και επικουρικές εκκρεμείς συντάξεις θα αυξάνονται»…

Υγ. Το υπουργείο Εργασίας στη προσπάθειά του να διασκεδάσει τις εντυπώσεις των εργαζομένων έσπευσε να ανακοινώσει τιμοκατάλογο σχετικών υπηρεσιών. Για παράδειγμα, η βεβαίωση του χρόνου ασφάλισης θα τιμολογείται 40 ευρώ όταν η βεβαίωση θα αφορά έναν πρώην φορέα κοινωνικής ασφάλισης και 80 ευρώ όταν θα αφορά περισσότερους του ενός φορείς. Η βεβαίωση οφειλόμενου ποσού για αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης θα στοιχίζει 30 ευρώ, κ.λπ. Ωστόσο, αντίστοιχοι τιμοκατάλογοι που υπήρχαν για πλήθος άλλων επαγγελμάτων (από λογιστές μέχρι συντήρηση και επισκευή αυτοκινήτων) καταργήθηκαν πρπο δεκαετίας σχεδόν καθ’ υπόδειξη της Τρόικας. Κι όπου δεν συνέβη ακολούθησαν πρόστιμα και δικαστικές διενέξεις από την Επιτροπή Ανταγωνισμού με το πρόσχημα της νόθευσης του ανταγωνισμού. Ωστόσο, στην περίπτωση της απονομής των συντάξεων γιατί η Επιτροπή Ανταγωνισμού κάνει τα στραβά μάτια, επιτρέποντας τις διοικητικά καθορισμένες και προσυμφωνημένες τιμές; Μάλλον γιατί μπροστά στις ιδιωτικοποιήσεις ο «υγιής ανταγωνισμός» μπορεί να περιμένει…

Εντωμεταξύ, η ΑΔΕΔΥ όπως έκανε γνωστό με ανακοίνωσή της προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας την Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021 καταθέτοντας αίτηση ακύρωσης κια αναστολής της απόφασης του υπουργού Εργασίας.

Ξεπουλούν την ΕΥΔΑΠ από το παράθυρο!

Πηγή: NewsCenter

Με ωρολογιακή βόμβα προγραμματισμένη να εκραγεί σε τρία χρόνια από σήμερα ισοδυναμεί η τροπολογία που ψηφίστηκε στις 29 Ιουνίου 2021 από τη Βουλή και προβλέπει την είσοδο ιδιωτών στην ΕΥΔΑΠ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η τροπολογία του υπουργείου Υποδομών που εντάχθηκε σε (άσχετο) νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας, αποτελώντας ένα ακόμη παράδειγμα κακής νομοθέτησης, ξεγελάει τον μη προσεκτικό αναγνώστη. Γιατί κάτω από τον καθησυχαστικό τίτλο «Ανανέωση της σύμβασης χορήγησης αποκλειστικού δικαιώματος παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης μεταξύ ελληνικού δημοσίου και ΕΥΔΑΠ ΑΕ» το τέταρτο άρθρο προαναγγέλλει ότι το νερό παύει να είναι εξ ορισμού και επ’ άπειρον δημόσιο αγαθό. Τρία χρόνια ακόμη θα κρατήσει η σημερινή μορφή. Όπως αναφέρεται: «Με σύμβαση που υπογράφεται μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, της εταιρείας Παγίων ΕΥΔΑΠ και ΕΥΔΑΠ ΑΕ ανατίθεται στην ΕΥΔΑΠ ΑΕ η συντήρηση και λειτουργία του Εξωτερικού Υδροδοτικού Συστήματος (ΕΥΣ) της μείζονος περιοχής πρωτευούσης για χρονική περίοδο τριών ετών η οποία δύναται να παρατείνεται με συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών. Μετά τη λήξη της εν λόγω σύμβασης, η συντήρηση και λειτουργία του ΕΥΣ της μείζονος περιοχής πρωτευούσης ανατίθεται από το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών σε ανάδοχο που αναδεικνύεται μέσω διαγωνιστικής διαδικασίας σύμφωνα με το ν.3389/2005 (Α’ 232)».

Αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι το Εξωτερικό Υδροδοτικό Σύστημα περιλαμβάνει τις λίμνες Μόρνου, Εύηνου και Υλίκης καθώς και το δίκτυο και εκτείνεται στους νομούς Αιτωλοακαρνανίας, Φωκίδας, Βοιωτίας και Αττικής. Αναγκαία επίσης η αναφορά στο 3389/2005: Είναι ο ιδρυτικός νόμος των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, που ψηφίστηκε κι αυτός μες στο καλοκαίρι από την κυβέρνηση Καραμανλή εισάγοντας και στην Ελλάδα από τις αγγλοσαξωνικές χώρες τα εργαλεία του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ.

Η επιλογή της κυβέρνησης της ΝΔ να χρησιμοποιήσει τα ΣΔΙΤ για να ιδιωτικοποιήσει την ΕΥΔΑΠ ερμηνεύεται έχοντας υπ’ όψη δύο αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η πρώτη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου ελήφθη το 2014 και χαρακτήριζε ως αντισυνταγματική την μετατροπή της ΕΥΔΑΠ σε ιδιωτική επιχείρηση. Η δεύτερη απόφαση προήλθε από το Τέταρτο Τμήμα του Συμβουλίου κι έκρινε ως αντισυνταγματική την μεταβίβαση του 50% των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ στο υπερ-ταμείο και κατά κόσμον Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας. Αναμένεται δε να αποφασίσει σχετικά και η Ολομέλεια, λόγω της σημασίας τους θέματος. Επομένως, δεν είναι ότι η κυβέρνηση δεν θέλει να πουλήσει την ΕΥΔΑΠ σε ιδιώτη, είναι ότι δεν μπορεί… Τούτου δοθέντος καταφεύγει στα ΣΔΙΤ, ως σχέδιο Β, που ενδέχεται ωστόσο να αποβεί εξ ίσου καταστροφικό με την πιο …καθαρόαιμη ιδιωτικοποίηση.

Η τριετία που επέλεξε η κυβέρνηση για να λήξει η λειτουργία και συντήρηση του ΕΥΣ από την ΕΥΔΑΠ, μόνο ανακούφιση δεν προσφέρει. «Για να γίνει κατανοητό γιατί επέλεξε αυτό το χρονικό διάστημα και δεν ανακοινώθηκε άμεσα η παραχώρηση σε εργολάβο πρέπει να έχουμε κατά νου την ανάθεση σε τρεις συμβούλους πέρυσι της υλοποίησης ισάριθμων μελετών που αφορούν τεχνικά, νομικά και οικονομικά ζητήματα για την λειτουργία του ΕΥΣ. Προφανώς, αυτός είναι ο χρόνος κατά την εκτίμησή τους που απαιτείται ώστε να ετοιμαστούν οι μελέτες και να ανοίξει ο δρόμος στη βάση των μελετών για την προκήρυξη διαγωνισμού», μας δήλωσε ο εκπρόσωπος των εργαζομένων στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, Γιώργος Αλεξανδράκης.

«Η παράδοση του Υδροδοτικού Συστήματος στους ιδιώτες θα προκαλέσει τεράστια περιβαλλοντικά προβλήματα ενώ θα οδηγήσει τα τιμολόγια της εταιρείας στα ύψη», σύμφωνα με τον Πέτρο Μπαστέα συνδικαλιστή της ΕΥΔΑΠ. «Η τεχνογνωσία της ΕΥΔΑΠ που λειτουργεί και επιτηρεί υποδειγματικά τα 40 χιλιόμετρα δικτύου δεν μεταβιβάζεται. Οι ιδιώτες θα πειραματίζονται και, το χειρότερο, λειτουργώντας με κριτήριο την μείωση του κόστους και την αύξηση του κέρδους θα οδηγήσουν τα τιμολόγια στα ύψη, ελλείψει μάλιστα και μηχανισμών ελέγχου τους».

Τα παραδείγματα από το εξωτερικό της κακοδιαχείρισης των εταιρειών υδάτων από τους ιδιώτες είναι πολλά για να μην ληφθούν σοβαρά υπ’ όψη. «Στο Παρίσι όπου η πόλη μοιράστηκε στα δύο κι εκμεταλλευόταν το ένα κομμάτι η Suez και το άλλο η Veolia πριν καν συμπληρωθούν τα 25 χρόνια της σύμβασης που υπογράφτηκε το 1985 πήρε ο Δήμος τη διαχείριση του νερού προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες επενδύσεις που δεν έκαναν οι ιδιώτες», συμπληρώνει ο Κώστας Λυμπέρης, συνδικαλιστής. Από το γαλλικό παράδειγμα ας κρατήσουμε ότι ούτε και ο περιβόητος ανταγωνισμός μεταξύ των ιδιωτών, που υποτίθεται ότι λειτουργεί πάντα προς όφελος του καταναλωτή, δεν έσωσε την ποιότητα του νερού. «Στο Λονδίνο ο δήμος επέλεξε να πληρώσει 1 δισ. λίρες στον ιδιώτη για να πάρει πίσω τα νερά και να σταματήσει το σπιράλ ανόδου των τιμολογίων – πτώσης της ποιότητας του νερού. Το πιο κραυγαλέο δε παράδειγμα των κινδύνων που εγκυμονεί η ιδιωτική κερδοσκοπία στα νερά έρχεται από τις ΗΠΑ, το Φλιντ του Σικάγου. Η δραματική επιδείνωση της ποιότητας του νερού έγινε αντιληπτή πρώτα από τους παιδίατρους και τους οδοντίατρους κατά τη διάρκεια των εξετάσεων που πραγματοποιούσαν σε παιδιά. Έλεγχοι που έγιναν στη συνέχεια, αφού ξεπεράστηκαν τα εμπόδια που έθεταν οι ιδιώτες, έδειξε ότι τα προβλήματα στην υγεία προκαλούνταν από τους μολυβδοσωλήνες μεταφοράς του νερού! Τα ίδια θα γίνουν και στην Ελλάδα, ας μη γελιόμαστε» τόνισε ο Κ. Λυμπέρης.

Την επόμενη μέρα μπορούμε κάλλιστα να την προβλέψουμε αν αναλογιστούμε την ηλεκτρική ενέργεια πριν και μετά την είσοδο των ιδιωτών και την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ. Ποιος μπορούσε να φανταστεί πριν 20 χρόνια ότι δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά δεν θα είχαν πρόσβαση στο ρεύμα; Ή, ότι ένας λογαριασμός θα έφτανε να στοιχίζει μισό βασικό μισθό; Η είσοδος ιδιωτών στα νερά της πρωτεύουσας θα μας κάνει να νοσταλγούμε το σημερινό κόστος του λογαριασμού, ενώ χιλιάδες νοικοκυριά θα περιμένουν σαν επαίτες τον Δήμο ή την Περιφέρεια να τους πληρώσει τον λογαριασμό για να μπορούν να μαγειρέψουν και να πλυθούν.

Κοινώς θα πούμε το νερό …νεράκι!

Οι ιδιώτες «έκαψαν» τη ΔΕΗ

Η ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών στοιχείων της ΔΕΗ, όπως αποτυπώνεται στις οικονομικές καταστάσεις του πρώτου τριμήνου του 2019 (εδώ), επιβεβαιώνουν τα δραματικά αποτελέσματα που είχαν για την εταιρεία τα πειράματα ήπιας έστω ιδιωτικοποίησης της εταιρείας που εφαρμόστηκαν από το 2015 μέχρι πρόσφατα. Ήταν μια περίοδος που ναι μεν μπήκαν στο συρτάρι και πάγωσαν προσωρινά σχέδια βίαιος ξεπουλήματος, όπως ήταν το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ», οι λύσεις ωστόσο που δρομολογήθηκαν και εφαρμόστηκαν με κορυφαία τις δημοπρασίες αποδείχτηκαν οικονομικά καταστροφικές καθώς επιδείνωσαν τη θέση της ΔΕΗ κι έφεραν έτσι πιο κοντά τις συζητούμενες «θεραπείες σοκ».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Προς επίρρωση, αρκεί μια ματιά στα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου για να φανεί ότι η αιτία των οικονομικών δεινών της ΔΕΗ βρίσκεται στην επιχειρούμενη ιδιωτικοποίησή της κι ευρύτερα στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση κι όχι στον περιβόητο «κρατισμό». Ο «κρατισμός» πιθανά να οφείλεται στο βαθμό που, αντίθετα με ό,τι του καταλογίζεται, έγινε μέσο επιβολής μέτρων και πολιτικών προς όφελος της αγοράς. Το πρώτο τρίμηνο του 2019 η επιχείρηση εμφάνισε καθαρές ζημιές (προ φόρων) ύψους 233,5 εκ. ευρώ όταν την αντίστοιχη χρονική περίοδο του προηγούμενου έτους είχε εμφανίσει οριακές ζημιές μόλις 18,7 εκ. ευρώ. Αξίζει ωστόσο να δούμε πώς διαμορφώθηκε αυτό το αρνητικό αποτέλεσμα.

Αρχικά πρέπει να τονίσουμε ότι η δαπάνη μισθοδοσίας και λοιπών ελεγχόμενων δαπανών μειώθηκε κατά 5,7 εκ. ευρώ ή 2,1%. Κατά συνέπεια, οι λύσεις που υποδεικνύονται για μαζικά προγράμματα εθελούσιας εξόδου μπορεί να μειώσουν παραπέρα το σχετικό κονδύλι, απέχουν ωστόσο από την αντιμετώπιση των πραγματικών αιτιών των οικονομικών ζημιών της ΔΕΗ.

Οι πραγματικές αιτίες εντοπίζονται πρώτο, στις αυξημένες δαπάνες αγοράς φυσικού αερίου, λόγω τόσο της αυξημένης τιμής του κατά 32,5% όσο και λόγω της ανάγκης εισαγωγής αυξημένων ποσοτήτων για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών. Πρόκειται για επιβάρυνση που φέρνει ξανά στην επικαιρότητα την πολύ σοβαρή ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας, η οποία ανέρχεται στο 73,6%, όταν η ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ των 19 ανέρχεται σε 61,9% και της ΕΕ των 28 σε 53,6%. Παρόλα αυτά από τον ενεργειακό σχεδιασμό της Ελλάδας απουσιάζουν μέτρα που έστω θα αντιμετωπίσουν αυτή την δομική αδυναμία.

Δεύτερο, στην αύξηση της Οριακής Τιμής Συστήματος κατά 33,6% (ως αποτέλεσμα της αυξημένης ζήτησης ενέργειας κατά 4,2% στις 14.897 GWh έναντι 14.291 GWh το πρώτο τρίμηνο του 2018 που αναγκάζει τους διαχειριστές να ρίχνουν στην παραγωγή και ακριβές μονάδες) και κατ’ επέκταση στην υψηλότερη δαπάνη για αγορά ενέργειας.

Τρίτο, στην αυξημένη δαπάνη για αγορά δικαιωμάτων εκπομπών CO2 που έχει εξελιχθεί σε μια γιγάντια κερδοσκοπική φούσκα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τιμές των δικαιωμάτων από τον Ιούλιο του 2018 καταγράφουν αλλεπάλληλα ρεκόρ, φθάνοντας στις 5 Ιουλίου τα 25,84 ευρώ. Για να φανεί η διαφορά να αναφέρουμε ότι τον Απρίλιο του 2013 η τιμή των δικαιωμάτων ανερχόταν σε 3,08 ευρώ και τον Μάιο του 2017 στα 4,45 ευρώ. Μιλάμε επομένως για εξαπλασιασμό του κόστους αγοράς δικαιωμάτων! Ο χρηματιστηριακός τζόγος επί των ρύπων, κατ’ εφαρμογήν πιθανότατα της αρχής «ο ρυπαίνων γονατίζει οικονομικά και κάποιος επιτήδειος κερδοσκοπεί» κατατρώει μέχρι στιγμής τα ταμεία της ΔΕΗ καθώς για λόγους εμφανώς πολιτικούς η κυβέρνηση και η διοίκηση της εταιρείας μέχρι στιγμής δεν είχαν μεταβιβάσει το κόστος στους λογαριασμούς. Στόχος προφανώς ήταν να προστατευθούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από μια νέα άνοδο του ενεργειακού κόστους. Πλέον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίοδος χάριτος έχει τελειώσει και αργά ή γρήγορα θα βρεθούμε ενώπιον μεγάλων αυξήσεων στα τιμολόγια του ηλεκτρικού, πολύ δε περισσότερο αν αποφασισθεί να μεταβιβασθούν οι σωρευτικές αυξήσεις με τις οποίες έχει επιβαρυνθεί η ΔΕΗ τουλάχιστον τους τελευταίους 12 μήνες.

Αρνητικά επέδρασσαν στα οικονομικά της ΔΕΗ και την ευρύτερη ισορροπία του συστήματος οι δημοπρασίες (ΝΟΜΕ) που υποτίθεται ότι θα λειτουργούσαν σαν μηχανισμός διευκόλυνσης της εισόδου των ιδιωτών στην αγορά. Οι δημοπρατούμενες ποσότητες αντίθετα αντί να καταλήξουν στους καταναλωτές της Ελλάδας, διευκολύνοντας τον ανταγωνισμό, κατέληξαν στις γειτονικές χώρες, διευκολύνοντας τον εύκολο πλουτισμό των εμπόρων που παίρνουν μέρος στις δημοπρασίες. Αυτό που συνέβη έτσι από την υιοθέτηση του γαλλικού μοντέλου που θα ενδυνάμωνε του «νέους παίκτες» στην αγορά ηλεκτρισμού είναι η αγορά να υποστεί νέες, επιπλέον και ασύμμετρες στρεβλώσεις. Ομολογείται ανοιχτά στην Ετήσια Έκθεση για το 2019 του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με τίτλο Ο ελληνικός Ενεργειακός Τομέας: «Παρατηρήθηκαν στρεβλώσεις και αθέμιτες πρακτικές στη λειτουργία της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με εκτεταμένη χρήση προθεσμιακών προϊόντων, τύπου ΝΟΜΕ, σε εξαγωγές» (σελ. 130). Ας φανταστούμε τι κριτική και τι επιθέσεις θα είχε δεχτεί η Διοίκηση της εταιρείας ή ακόμη κι η κυβέρνηση (εμμονή στον κρατισμό, προστασία του μονοπωλίου και όρθωση εμποδίων στον ελεύθερο ανταγωνισμό, κ.α.) αν το 2016 οπότε επιβάλλονταν οι δημοπρασίες αρνούνταν να τις δεχθούν επικαλούμενες το μεγάλο οικονομικό κόστος που επισείουν για την εταιρεία…

Συνεχή συρρίκνωση στον τζίρο και τα κέρδη της ΔΕΗ προκαλεί επιπλέον η μείωση του πελατολογίου της, στο βαθμό που κατά τεκμήριο στους ιδιώτες πάνε οι καλοί πελάτες. Κι αυτή η υποχρέωση, που αποτελεί ασφαλή αιτία μετατροπής της πιο κερδοφόρας εταιρείας σε ζημιογόνα, αποτελεί μνημονιακή δέσμευση. Το μέσο μερίδιο της ΔΕΗ στην αγορά προμήθειας στο σύνολο της Ελλάδας από 83,8% το πρώτο τρίμηνο του 2018 μειώθηκε σε 77,1%. Ως αποτέλεσμα οι πωλήσεις της ΔΕΗ μειώθηκαν κατά 6,2%, ενώ τον Μάρτιο του 2019 το μέσο μερίδιο αγοράς στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα περιορίσθηκε στο 76,6%, όταν ένα χρόνο πριν, τον Μάριο του 2018 το μερίδιο της ΔΕΗ ανερχόταν σε 82,7%. Εντύπωση ωστόσο προκαλούν οι αποκλίσεις που καταγράφονται καθώς στην Υψηλή Τάση η ΔΕΗ παίζει σχεδόν μόνη της ελέγχοντας το 97,7% της αγοράς, ενώ στη Μέση Τάση έχει υπό τον έλεγχό τα το 53,6%.

Βαρίδι στα πόδια της ΔΕΗ αποτελούν κι οι απλήρωτοι λογαριασμοί που συνεχώς αυξάνονται, έχοντας φθάσει τα 2,7 δισ. ευρώ, τα 1,05 δισ. ευρώ εκ των οποίων αφορούν 890.000 τελικούς πελάτες. Η «στάση πληρωμών» εκατοντάδων χιλιάδων πελατών της ΔΕΗ  προς την εταιρεία εξηγείται στη βάση του οξύτατου κοινωνικού ζητήματος, όπως συμπυκνώνεται σε ένα ποσοστό ανεργίας της τάξης του 18% και σε ένα ποσοστό που κινδυνεύει με κοινωνικό αποκλεισμό και φτάνει τον 1 στους 3. Τούτων δοθέντων η ανακοίνωση του προέδρου της εταιρείας, Μιχάλη Παναγιωτάκη, ότι «θα σταλούν σε όλους εξώδικα» μόνο ως απειλή ακούγεται. Επίσης, ως προαναγγελία μια ξαφνικής όξυνσης των επιπέδων ενεργειακής φτώχειας και κοινωνικής υποβάθμισης. Πιθανότατα, η τύχη των εκατοντάδων χιλιάδων νοικοκυριών που δεν μπορούν ακόμη και σήμερα, μετά την έξοδο της Ελλάδας από την ύφεση, να πληρώσουν τον λογαριασμό τους να μην εμπίπτει στις ευθύνες της ΔΕΗ. Δεν μπορεί όμως και από την άλλη η ΔΕΗ να αφεθεί ελεύθερη να ρίξει στο σκοτάδι χιλιάδες οικογένειες καταδικάζοντάς τις να ζουν σε προϊστορικές συνθήκες χωρίς θερμοσίφωνο, κουζίνα, τηλεόραση και υπολογιστή.

Μια «θεραπεία σοκ» που θα αιτιολογηθεί στη βάση των οικονομικών ζημιών της ΔΕΗ και θα προκρίνει την πώληση λιγνιτικών ακόμη και υδροηλεκτρικών μονάδων, την πώληση πακέτου μετοχών της ακόμη και του μάνατζμεντ, προγράμματα εθελούσιας εξόδου, αυξήσεις τιμολογίων κι επιτάχυνση των εισπρακτικών μέτρων θα οδηγήσει σε παροξυσμό το κοινωνικό ζήτημα και την ενεργειακή φτώχεια… Χώρια του γεγονότος ότι αυτές οι λύσεις δεν έχουν καμιά σχέση με τις αιτίες των προβλημάτων!

Πηγή: Επίκαιρα, τεύχος 408

Η ιδιωτικοποίηση της λιγνιτικής παραγωγής της ΔΕΗ θα στείλει τα τιμολόγια στα ύψη

Φωτογραφίες: Θάνος Τσάντας

Μάιος 2018

Σημείο τομής στα ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας αποτελεί πλέον ο νόμος για την ιδιωτικοποίηση της λιγνιτικής παραγωγής, που ψηφίστηκε στη Βουλή στις 25 Απριλίου από μια οριακή πλειοψηφία 151 βουλευτών, με τον ανεξάρτητο από το Ποτάμι, αλλά σταθερά στρατευμένο στον νεοφιλελευθερισμό,  βουλευτή Χάρη Θεοχάρη, να προσφέρει στην κυβέρνηση  την κρίσιμη ψήφο.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η μετεγγραφή της τελευταίας στιγμής, που απαιτήθηκε για να περάσει ο νόμος που ιδιωτικοποιεί τη ΔΕΗ, δεν είναι μόνο σύμβολο καιροσκοπισμού, αλλά και επιστέγασμα της πολιτικής εξαπάτησης εκ μέρους των στελεχών της σημερινής κυβέρνησης, τα οποία έχτισαν το πολιτικό τους κεφάλαιο, αντιδρώντας στο ξεπούλημα της μεγαλύτερης βιομηχανίας της χώρας για να αποδειχθούν ιδανικοί νεκροθάφτες της. Οι δηλώσεις του ίδιου του Αλ. Τσίπρα στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό του Αμυνταίου το 2014, «η ΔΕΗ θα είναι το κύκνειο άσμα μιας κυβέρνησης που ήδη ψυχορραγεί και σε λίγους μήνες δεν θα είναι παρούσα», θα αποτελούν κορυφαίο παράδειγμα πολιτικής κοροϊδίας, με στόχο την υφαρπαγή της ψήφου!

Ο νόμος που ιδιωτικοποιεί το 40% της λιγνιτικής παραγωγής είναι χειρότερος για το δημόσιο συμφέρον συγκριτικά με τον νόμο για τη «μικρή ΔΕΗ», που προωθούσε η κυβέρνηση Αντ. Σαμαρά το 2014, για έναν απλό λόγο: Ο νόμος που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Χ. Θεοχάρης μπορεί να μην περιλαμβάνει το 30%  του πελατολόγιου της ΔΕΗ και των υδροηλεκτρικών, όπως περιελάμβανε το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ», το εύρος της ιδιωτικοποίησης είναι δηλαδή μικρότερο, αλλά εκείνο το σχέδιο διέθετε ένα δίχτυ ασφαλείας: ως κατώτατη τιμή πώλησης είχε οριστεί το 30% της χρηματιστηριακής αξίας της ΔΕΗ, που ανερχόταν στο 1,5 δισεκ. ευρώ. Επρόκειτο για μια τιμή σκανδαλωδώς χαμηλή, δεδομένης της κατρακύλας του χρηματιστηρίου κι άλλων πιο ουσιαστικών κριτηρίων. Για παράδειγμα, η αξία των κοιτασμάτων λιγνίτη της «μικρής ΔΕΗ», με βάση την ενεργειακή ισοδυναμία με το πετρέλαιο είχε υπολογιστεί σε 27,3 δισ. ευρώ από τον Χρ. Παπαγεωργίου, τέως διευθυντή Λιγνιτικού  Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας της ΔΕΗ. Επιπλέον, το 1,5 δισ. ευρώ ισοδυναμούσε μόνο με το κόστος κατασκευής της λιγνιτικής μονάδας Πτολεμαΐδα 5, ενώ δύο ακόμη φράγματα (του Θησαυρού και της Πλατανόβρυσης) στοίχιζαν σε τιμές εποχής 1,1 δισ. και ο θερμοηλεκτρικός σταθμός Μελίτης 961 εκατ. ευρώ. Δεν υπάρχει αυταπάτη ότι ΝΔ-ΠΑΣΟΚ χάριζαν τη ΔΕΗ!

Πουλιέται όσο-όσο

Παρ’ όλα αυτά, τότε υπήρχε ένα κατώτατο όριο. Σήμερα δεν υπάρχει! Βγαίνουν στο σφυρί, μέσω της δημιουργίας δύο ανωνύμων εταιρειών, που θα αποσπαστούν από τη ΔΕΗ για να πουληθούν, δύο μονάδες στη Μεγαλόπολη (3 &4), μία μονάδα (Μελίτης 1) και μία άδεια παραγωγής στη Φλώρινα, κτιριακές, μηχανολογικές και βοηθητικές εγκαταστάσεις, βοηθητικά μηχανήματα, εξοπλισμός και μηχανήματα  και αχανείς εκτάσεις και δεν έχει καθοριστεί ελάχιστο τίμημα, για παράδειγμα 1.000 ή έστω 100 ευρώ!  Ο νόμος της σημερινής κυβέρνησης, σε συνέχεια των διαδικασιών απελευθέρωσης που ξεκίνησαν από το 1999 με τον νόμο 2773, είναι χειρότερος από τη «μικρή ΔΕΗ» των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, γιατί, παράλληλα, η ΔΕΗ συνεχίζει να χάνει πελάτες λιανικής (έστω κι αν το μερίδιο των ιδιωτών είναι μόνο 16%, καθώς κανείς δεν ξεχνά την απάτη των Hellas Power και Energa, που πήραν τα λεφτά των λογαριασμών κι έφυγαν), ενώ η πώληση των υδροηλεκτρικών εργοστασίων δεν έχει αποκλειστεί. Η ρήση δε στελέχους ιδιωτικής ενεργειακής εταιρείας «για να κατέβει ο λιγνίτης θέλει και λίγο νεράκι» προμηνύει την πώληση, αργά ή γρήγορα, και των υδροηλεκτρικών εργοστασίων.

Τον λόγο για τον οποίο δεν καθορίστηκε ελάχιστο τίμημα για την πώληση των λιγνιτικών μονάδων, αλλά αντίθετα αφέθηκε στην κρίση ενός ανεξάρτητου εκτιμητή, με την «εκτίμηση να παραμένει εμπιστευτική, μέχρι το άνοιγμα των οικονομικών προσφορών των συμμετεχόντων στον διαγωνισμό, οπότε και θα παραδοθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΗ ΑΕ και στον εντολοδόχο παρακολούθησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής», όπως ορίζεται στο άρ. 3, παρ. 4 του νόμου, μας τον εξήγησε ο Νίκος Φωτόπουλος, εκπρόσωπος των εργαζομένων στο Δ.Σ. της ΔΕΗ: «Προϋπόθεση για να βρεθεί αγοραστής για τις λιγνιτικές μονάδες είναι να δοθούν… τσάμπα. Γι’ αυτό δεν καθόρισαν τίμημα, κατά παράβαση πάγιων πρακτικών, που εφαρμόζονται σε όλο τον κόσμο. Υπάρχουν τόσες πολλές αβεβαιότητες που, ακόμη κι αν βρεθούν ιδιώτες, θα είναι μειωμένης αξιοπιστίας, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό», τόνισε ο Νίκος Φωτόπουλος, ξεχωρίζοντας μεταξύ άλλων αβεβαιοτήτων την τιμή του διοξειδίου του άνθρακα, που έφθασε τα 14 ευρώ. Εργαλείο για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, υποτίθεται, που το μόνο το οποίο κατάφερε είναι να εισάγει τη γάγγραινα της χρηματιστικοποίησης στην ενέργεια, «ιδιωτικοποιώντας ένα παγκόσμιο στοιχείο ενεργητικού, όπως η ικανότητα της γης να ανακυκλώνει το διοξείδιο»[1] και προσθέτοντας με αυτόν τον τρόπο περαιτέρω αστάθεια στην αγορά. Είναι ενδεικτικός ο τριπλασιασμός της τιμής του μέσα σε έναν χρόνο.

Η σημαντικότερη ωστόσο επίπτωση από την ιδιωτικοποίηση των λιγνιτικών μονάδων θα αφορά την τιμή καταναλωτή, που θα πάρει τα ύψη, τονίζει η Γιώτα Σταθά, μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Διπλωματούχων Μηχανικών Ομίλου ΔΕΗ. «Αν η Ελλάδα σήμερα διαθέτει φθηνή ενέργεια, αυτό οφείλεται στη λιγνιτική παραγωγή. Όπως επίσης και στην υδροηλεκτρική παραγωγή, δεδομένου ότι το κόστος παραγωγής είναι εξαιρετικά χαμηλό, το λειτουργικό κόστος ασήμαντο, απασχολούν ελάχιστο προσωπικό, κ.ο.κ. Ελέγχοντας τα υδροηλεκτρικά, ελέγχεις την ευστάθεια του συστήματος σε μεγάλο βαθμό, κι επί της ουσίας την παραγωγή των ΑΠΕ, καθώς, για να ενταχθούν οι ΑΠΕ και κυρίως οι ανεμογεννήτριες στο σύστημα, θα πρέπει να υπάρχουν κατανεμημένες μονάδες παραγωγής που μπορούν να παράγουν σταθερό φορτίο και να εξομαλύνουν τις επικίνδυνες ταλαντώσεις που προκαλούν αυτές στο δίκτυο. Συγκεκριμένα, θερμοηλεκτρικές, είτε έχουν καύσιμο λιγνίτη είτε φυσικό αέριο είτε πετρέλαιο, και υδροηλεκτρικές».

Με βάση τα παραπάνω, η προοπτική περάσματος της λιγνιτικής παραγωγής στα χέρια των ιδιωτών το 2020, την ίδια ώρα που οι υπόλοιπες μονάδες με τα υφιστάμενα δεδομένα είναι υποχρεωμένες να σταματήσουν να λειτουργούν, ενώ δεν ξέρουμε αν η Πτολεμαΐδα 5 θα είναι έτοιμη για να μπει στην παραγωγή, σημαίνει ότι η Οριακή Τιμή Συστήματος θα ελέγχεται αποκλειστικά και μόνο από τους ιδιώτες. Η τιμή, επομένως, της κιλοβατώρας θα ακριβύνει!

Φτώχεια ελέω Γερμανίας

Η τιμή καταναλωτή στην Ελλάδα θα αυξηθεί για έναν επιπλέον λόγο, συνεχίζει η Γιώτα Σταθά. «Οι υπό εξέλιξη αναδιαρθρώσεις στην αγορά της ενέργειας υποτάσσονται στην ένταξη της Ελλάδας στο λεγόμενο «μοντέλο-στόχος» (target model). Πράγματι, στο Μνημόνιο Τσίπρα, που υπογράφηκε τον Αύγουστο του 2015, εκεί όπου τίθεται ο στόχος μείωσης του μεριδίου της ΔΕΗ μέσω των δημοπρασιών ρεύματος (ΝΟΜΕ)  στο 50% μέχρι το 2020 (άρ. 4.3), αναφέρεται επίσης ότι θα δοθεί κάθε τεχνική βοήθεια εκ μέρους των δανειστών «για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης στην αγορά φυσικού αερίου και τη μετάβαση στο “μοντέλο-στόχο” της ΕΕ για την αγορά ηλεκτρισμού». Για τη Γιώτα Σταθά, το περίφημο «μοντέλο-στόχος» δεν είναι τίποτε άλλο από μια συγκαλυμμένη προσπάθεια της Γερμανίας, που έχει το υψηλότερο ενεργειακό κόστος  στην Ευρώπη, να δημιουργήσει μια ενιαία αγορά όπου θα συγκλίνουν οι τιμές κάθε κράτους-μέλους, έτσι ώστε η ίδια να πληρώνει λιγότερα. «Σε αυτό όμως το πλαίσιο, χώρες όπως η Ελλάδα, που πληρώνουν ως τώρα φθηνή ενέργεια, θα πληρώνουν στο μέλλον πιο ακριβά».

Προς επίρρωση των παραπάνω τα εξής: με βάση στοιχεία της Eurostat,[2] για να φωτίζει ένας λαμπτήρας των 10 watt 3 ώρες την ημέρα ολόκληρο το 2017, ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης (ξέρετε, αυτός που… δεν υπάρχει) πλήρωσε 2,04 ευρώ. Αυτός που υπάρχει είναι ο Έλληνας καταναλωτής, που πλήρωσε 1,94 ευρώ, λιγότερα δηλαδή από τον μέσο όρο. Λιγότερα από το μέσο όρο πλήρωσαν επίσης ο Αυστριακός, ο Σουηδός, ο Κύπριος και πολλοί άλλοι καταναλωτές. Στην άλλη άκρη του φάσματος, που πλήρωσαν περισσότερα από το μέσο όρο, είναι επτά μόλις χώρες: Ιταλία (2,14 ευρώ), Πορτογαλία (2,28), Ισπανία (2,30), Ιρλανδία (2,31), Βέλγιο (2,80), Γερμανία και Δανία (3,05). Αξίζει να υπογραμμιστεί μάλιστα ότι η τιμή της ενέργειας στη Γερμανία είναι σημαντικά ακριβότερη, ακόμη και πριν τους φόρους, 2,51 ευρώ για την ακρίβεια, στην κλίμακα που εξετάζουμε, έναντι 1,53 ευρώ που πληρώνουμε στην Ελλάδα. Απλώς, η Γερμανία εκμεταλλευόμενη την ηγεμονική της θέση στην ΕΕ θα επιβάλει στους υπόλοιπους λαούς να παραιτηθούν από το συγκριτικό τους πλεονέκτημα, προκειμένου η εγχώρια βιομηχανία της να ανταγωνιστεί με καλύτερους όρους.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, η πανευρωπαϊκή σύγκλιση των τιμών θα οδηγήσει σε νέα ύψη την ενεργειακή φτώχεια, «όπως ορίζεται διεθνώς η αδυναμία πρόσβασης σε βασικές ενεργειακές υπηρεσίες, όπως είναι ο ηλεκτρισμός, το φυσικό αέριο, η θέρμανση, η ψύξη κ.α. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, υπολογίζεται ότι πληθυσμός μεταξύ 1,2 και 2,6 δισ. ανθρώπων στον πλανήτη ζει σε συνθήκες ενεργειακής φτώχειας. Σύμφωνα με μελέτη του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Απόδοσης Κτιρίων, ο αριθμός των ενεργειακά φτωχών πολιτών στην Ευρώπη κυμαίνεται από 50 ως 125 εκατ.».[3]  Ήδη, στην Ελλάδα, με βάση ανακοίνωση του ΔΕΔΔΗΕ, στις αρχές Μαΐου, οι ρευματοκλοπές αυξάνονται κάθε χρόνο σταθερά. Οι «μη τεχνικές απώλειες», όπως αποκαλείται η διαφορά μεταξύ της ενέργειας που εισάγεται στο σύστημα κι εκείνης που τιμολογείται, από 3,2% του συνόλου το  2015, έφθασε το 4,2% το 2016. Ο δεκαπλασιασμός των μηνύσεων (από 324 το 2015 σε 2.971 το πρώτο 10μηνο του 2017) δεν αποδείχθηκε ικανός να ανακόψει το φαινόμενο, όπως βεβαιώνει ο τετραπλασιασμός των κρουσμάτων που έχουν εντοπιστεί (από 3.226 το 2011 σε 11.528 το 2016). Φαίνεται, επομένως, ότι το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρισμού δεν ωφέλησε τους καταναλωτές. Ούτε και τώρα πρόκειται να μειώσει τις τιμές. Η αναφορά στην εισηγητική έκθεση του νόμου, ότι η περίφημη «αποεπένδυση», όπως αποκαλείται το ξεπούλημα, θα οδηγήσει «τελικά στη μείωση των τιμών ενέργειας στον τελικό καταναλωτή ενέργειας» δεν προκύπτει από πουθενά. Είναι μια ευφημιστική κενολογία που επαναλαμβάνεται χωρίς ποτέ κανείς να κάνει τον κόπο να ελέγξχει αν ισχύει ή όχι…

Νόμος κομμένος και ραμμένος στα μέτρα των ιδιωτών

Η επέλαση των ιδιωτών στην ηλεκτρική ενέργεια προωθείται σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος ακόμη και με σκανδαλώδη τρόπο. «Στην παράγραφο 10 του άρθρου 3 του νόμου, ορίζεται ότι η ισχύς της Μεγαλόπολης 5 δεν θα υπερβαίνει τα 500 MW, ανεξαρτήτως της εγκατεστημένης ισχύος», τονίζει ο Σαράντος Αλεξανδρής,  μέλος Δ.Σ. του Σωματείου Ορυχείων Σταθμών ΔΕΗ Μεγαλόπολης κι επίσης μέλος του Δ.Σ. της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ.  «Πίσω από αυτήν την επιλογή κρύβεται η προτεραιότητα που θα δίνεται στο εξής στους ιδιώτες, οι οποίοι θα αγοράσουν τις προς πώληση μονάδες της Μεγαλόπολης, 3 και 4. Για να μπουν αυτοί στο σύστημα, η μονάδα, που θα μείνει στη ΔΕΗ και μπορεί να φτάσει σε πλήρη λειτουργία τα 811 MW, θα υπολειτουργεί. Γιατί όμως οι φορολογούμενοι και ο ισολογισμός της ΔΕΗ να αναλάβουν το κόστος κατασκευής μιας τόσο μεγάλης μονάδας, αν αυτή πρόκειται να υπολειτουργεί;», τονίζει ο συνομιλητής μας.

Επιπλέον, όταν οι μονάδες 3 και 4 θα βρίσκονται σε συντήρηση, γιατί να απαγορεύεται στη ΔΕΗ να καλύψει το κενό που θα δημιουργείται; Ερώτημα εν πολλοίς ρητορικό, με όσους γνωρίζουν τα της αγοράς να δείχνουν την Κόρινθος Power, με έδρα του Άγιους Θεοδώρους, συμφερόντων Μυτιληναίου και Μότορ Όιλ…

Οι κίνδυνοι που εγκυμονεί η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ σχετίζεται και με τι αχανείς εκτάσεις που θα πάρει ο «επενδυτής». «Στη Μεγαλόπολη ξεπερνούν τα 45.000 στρέμματα. Είναι γη που απαλλοτριώθηκε από τους κατόχους της, για να εξυπηρετηθεί ένας ανώτερος σκοπός, όπως η εξασφάλιση φθηνού ρεύματος. Οι ιδιώτες τι χρήση θα επιφυλάξουν σε αυτές τις εκτάσεις; Γιατί δεν καθορίζεται η χρήση, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο να μετατραπούν σε χώρους απόθεσης επικίνδυνων απορριμμάτων;», αναρωτιέται ο Σαράντος Αλεξανδρής.

Με τα παραπάνω κι άλλα μέτρα που περιλαμβάνει ο νόμος (όπως, για παράδειγμα, την πρόβλεψη να περάσει στη ΔΕΗ το πλεονάζον προσωπικό[4]), είναι θέμα χρόνου η ΔΕΗ να μετατραπεί σε «κακιά ΔΕΗ», καθώς μία-μία οι πιο κερδοφόρες δραστηριότητές της θα περνούν σε ιδιώτες, ενώ στη ΔΕΗ θα μένουν τα χρέη (3,9 δισεκ. ευρώ το 2017 σύμφωνα με τον ισολογισμό, με τζίρο 4,95 δισεκ.) και η υποχρέωση να παρέχει στους ιδιώτες φθηνή ενέργεια, όπως γίνεται με τις δημοπρασίες (ΝΟΜΕ), για τις οποίες, σύμφωνα με τον Ν. Φωτόπουλο, έπρεπε να παρέμβει ο εισαγγελέας. «Πώς επιτρέπεται, όταν το μεταβλητό κι όχι το συνολικό κόστος παραγωγής ανέρχεται σε 59 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η ΔΕΗ να πουλάει στους ιδιώτες ακόμη και 32 ευρώ;», ρωτάει ο συνδικαλιστής.

Η προοπτική πώλησης των λιγνιτικών μονάδων θα θέσει σε αμφισβήτηση και το πλαίσιο των ΝΟΜΕ, καθώς κανείς ιδιώτης παραγωγός λιγνιτικής ενέργειας δεν πρόκειται να τη διαθέσει κάτω του κόστους, με αποτέλεσμα ακόμη κι αυτή η αργή αύξηση των μεριδίων των ιδιωτών παρόχων στη λιανική να ανακοπεί και να απαιτηθούν νέες μορφές πιο άγριας ιδιωτικοποίησης. Επομένως, η δήλωση του προέδρου της ΔΕΗ, Μανόλη Παναγιωτάκη, ότι «η ΔΕΗ έχει συμφέρον να πετύχει η πώληση των λιγνιτών» μόνο ως ευσεβής πόθος μπορεί να εκληφθεί. Δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα!

Η ζέση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να ιδιωτικοποιήσει την ενέργεια και να επιταχύνει τη συρρίκνωση του μεριδίου της λιγνιτικής παραγωγής στο ενεργειακό μείγμα σε βάρος του επιπέδου των τιμών και της ενεργειακής κυριαρχίας, συντελείται σε μια περίοδο που όλος ο υπόλοιπος κόσμος αποτιμά το κόστος της ιδιωτικοποιημένης ενέργειας και ζητά την έξοδο των ιδιωτών και την επανακρατικοποίηση ή δημοτικοποίηση της ενέργειας. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, αξιόπιστη έρευνα έδειξε ότι, αν επανερχόταν στο δημόσιο η ενέργεια, κάθε νοικοκυριό θα εξοικονομούσε 158 λίρες ετησίως.[5] Στη βάση ενός ογκούμενου κινήματος απόρριψης των ιδιωτικοποιήσεων, το συνέδριο των Βρετανών Εργατικών τον Ιούνιο του 2017 ψήφισε να επαναφέρει υπό κρατικό έλεγχο τους σιδηρόδρομους, την ενέργεια και το νερό. Πιθανότατα και οι άνθρωποι του Τζ. Κόρμπιν να αποδειχθούν εξίσου… συνεπείς με τους συνεργάτες του Αλ. Τσίπρα. Αυτό όμως σε τίποτε δεν αλλάζει τη διαπίστωση ότι η ιδιωτικοποίηση της ενέργειας, όπου εφαρμόστηκε μέχρι τέλος, απέτυχε παταγωδώς!


[1] Andriana Vlachou & Georgios Pantelias (2017), “The EU’s Emissions Trading System, Part 1: Taking Stock”, Capitalism Nature Socialism, 28:2, 84-102, DOI: 10.1080/10455752.2016.1233287· Andriana Vlachou & Georgios Pantelias (2017), “The EU’s Emissions Trading System, Part 2: A Political Economy Critique”, Capitalism Nature Socialism, 28:3, 108-127, DOI: 10.1080/10455752.2016.1234027.

[2] http://ec.europa.eu/eurostat/documents/10186/8482435/Q12017_electricity_prices_graphics.pdf

[3] Κοροβέση Άλις, Μεταξά Κυριακή, Τουλουπάκη Ελευθερία και Χρυσόγελος Νίκος (2017), Ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ Ελλάδας.

[4] Αξίζει να τονιστεί ότι, παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα, ο ενεργειακός τομέας στην Ελλάδα, όπου εξακολουθεί να δεσπόζει η ΔΕΗ, είναι κλάδος υψηλής έντασης κεφαλαίου, όπως δείχνει το γεγονός ότι απασχολεί το 0,9% των εργαζομένων, ενώ συμβάλλει στο 2,7% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας. Σωστά, επομένως, συμπεραίνεται πως «το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια των χρόνων της κρίσης, το μερίδιο του ενεργειακού κλάδου στην Ελλάδα αυξήθηκε σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας, ενώ παρέμεινε σχεδόν σταθερό σε όρους απασχόλησης, υποδηλώνει ότι η ποσοστιαία μεταβολή στην παραγωγικότητα της εργασίας στον ενεργειακό κλάδο ήταν υψηλότερη σε σχέση με τη συνολική οικονομία». (“Energy, Logistics, Tourism: Sectoral Prospects, Incipient Investment Projects and Contribution to GDP”, Eurobank: Economy & Markets, Volume XII, Issue 1, April 2018).

[5] Energy, rail and water privatization costs UK household 250 £ a year, https://corporatewatch.org/energy-rail-and-water-privatisation-costs-uk-households-250-a-year/ [τελευταία πρόσβαση 7 Μαΐου 2018].

Πηγή: Τριμηνιαίο περιοδικό Δημοσιογραφία, τεύχος 17, 2018