Πρωτότυπο πείραμα μείωσης των ωρών εργασίας από την Microsoft

Το πείραμα της Microsoft στην Ιαπωνία μπορεί να χαρακτηριστεί ως η καινοτομία της χρονιάς! Για πρώτη φορά η αλλαγή που επιτυχημένα εισήγαγε η αμερικανική εταιρεία δεν αφορά την εμπειρία του χρήστη ή τις εφαρμογές γραφείου αλλά την ποιότητα ζωής του ίδιου του παραγωγού, του εργαζόμενου ανθρώπου! 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το πείραμα της εταιρείας παραγωγής λογισμικού διεξήχθη στα γραφεία της Ιαπωνίας τον Αύγουστο. Προέβλεπε ότι και οι 2.300 εργαζόμενοι θα σταματούν να εργάζονται επί 5 εβδομάδες τις Παρασκευές, χωρίς να μειωθεί καθόλου ο μισθός τους. Τα αποτελέσματα ήταν εκπληκτικά και εντελώς αναπάντεχα ακόμη και για τη διεύθυνση της πολυεθνικής: η παραγωγικότητα του προσωπικού αυξήθηκε κατά 40%, το 92% του προσωπικού δήλωσε ότι έμεινε ευχαριστημένο από την μείωση της εργάσιμης εβδομάδας, η κατανάλωση ηλεκτρικού μειώθηκε κατά 23%, οι εκτυπώσεις κατά 59%, κοκ. Αυτό ωστόσο που δεν μπορούν να αποδώσουν οι παραπάνω αριθμοί είναι τα αισθήματα ενθουσιασμού και χαράς που ένιωθαν οι εργαζόμενοι ξέροντας ότι έχουν μία ημέρα ακόμη να ξεκουραστούν, να διασκεδάσουν και να την περάσουν με την οικογένεια ή την παρέα τους. «Δούλευε λίγο, ξεκουράσου αρκετά και μάθαινε πολύ» ήταν η παρότρυνση του προέδρου της Microsoft Ιαπωνίας όπως αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της εταιρείας.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που μια μεγάλη εταιρεία πειραματίστηκε με τη μείωση του εργάσιμου χρόνου.

Κορυφαίο παράδειγμα, για να μείνουμε στα πρόσφατα, αποτέλεσε η επενδυτική Perpetual Guardian με έδρα τη Νέα Ζηλανδία που μείωσε τις ώρες εργασίας του προσωπικού της από 37,5 σε 30. Συνέχισαν ωστόσο να πληρώνονται για 37,5 ώρες δουλειάς. Τα αποτελέσματα ήταν κι εδώ εντυπωσιακά: Το 78% των 240 εργαζομένων απάντησε ότι μπορούσε με αποτελεσματικότητα να εξισορροπήσει τις τη ζωή του, όταν πριν την μείωση των ωρών εργασίας θετικά είχε απαντήσει μόνο το 54% των εργαζομένων. Το άγχος του προσωπικού μειώθηκε κατά 7%, κοκ.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από τα πειράματα είναι η έκταση που έχει προσλάβει η συζήτηση μείωσης των ωρών εργασίας σε επιστημονικά περιοδικά που εξειδικεύονται σε θέματα διοίκησης επιχειρήσεων και διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, όπως το κορυφαίο στην κατηγορία του Harvard Business Review. Άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2018, του πάντα πρωτότυπου Steve Glaveski με τίτλο «Το θέμα της 6ωρης εργάσιμης ημέρας», περιείχε έναν τέτοιο πλούτο επιχειρημάτων υπέρ της μείωσης των ωρών εργασίας που θα τον ζήλευαν πολλά συνδικάτα που έχουν εδώ και χρόνια παραιτηθεί από το στόχο μείωσης της εργάσιμης μέρας.

Ο αρθρογράφος του Harvard Business Review αρχικά παραθέτει πολλά παραδείγματα για να πείσει ότι η παραγωγικότητα δεν αυξάνει παράλληλα με τις ώρες εργασίας. Ενδεικτικά, έρευνα της Adobe έδειξε ότι οι εργαζόμενοι περνούν κατά μέσο όρο 6 ώρες την ημέρα στα μέιλ τους. Επίσης, ο μέσος εργαζόμενος ελέγχει 74 φορές κατά μέσο όρο την ημέρα το μέιλ του, ενώ πατάει την οθόνη του κινητού του 2.617 φορές την ημέρα. Ο εθισμός αυτός ξεκινάει από την υποχρέωση που έχουν οι εργαζόμενοι να απαντούν αμέσως ή σχεδόν αμέσως στα μέιλ που λαμβάνουν. Κι αν δεν πρέπει να απαντούν έχουν την υποχρέωση να τα διαβάζουν και στην περίπτωση που είναι απλώς και μόνον κοινοποιημένοι. Το συμπέρασμα του ερευνητή είναι πώς η υποχρέωση απόκρισης στα μέιλ στρέφεται πλέον ενάντια στη δουλειά του καθενός. Η εμμονή να είναι πάντα μηδέν τα Μη Αναγνωσμένα μηνύματα έχει καταστεί γάγγραινα για την παραγωγικότητα.

Στην έρευνα του Harvard Business Review παρατίθεται κι ένα πλήθος πρακτικών συμβουλών που επιτρέπουν στους εργαζόμενους να μειώσουν τις ώρες εργασίας τους αν όχι χωρίς βλάβη στην αποδοτικότητά τους, τουλάχιστον να το κάνουν ή να το διεκδικήσουν χωρίς ενοχές. Ξεκινούν από τα πιο απλά, όπως για παράδειγμα απενεργοποίηση των κάθε λογής ειδοποιήσεων στα κινητά, ορισμός ανώτατου χρόνου για κάθε συνάντηση στα 30 λεπτά και απαγόρευση αναλύσεων – παραλύσεων και φτάνει στα πιο εξεζητημένα. Για παράδειγμα, ένας εκ των ιδρυτών του Basecamp δηλώνει ότι αν ρωτήσεις προγραμματιστές και συγγραφείς πότε ήταν η τελευταία φορά που είχαν την ευκαιρία να σκεφτούν στην εργασία τους, οι περισσότεροι θα απαντήσουν ότι ήταν πολύς καιρός, «το οποίο είναι πραγματικά δυσάρεστο». Ο συγγραφέας δεν κοροϊδεύει τον εαυτό του ή τους αναγνώστες υποστηρίζοντας ότι σε 6 ώρες μπορούν να γίνουν όσα γίνονται σε 8. Έτσι, σε ένα σχόλιο αναγνώστη ότι απλώς δεν προλαβαίνει, παραπέμπει στην αρχή του Παρέτο που υποδεικνύει ότι το 20% των εργασιών θα δημιουργήσει το 80% της αξίας, «επομένως, επικεντρώνεις σε αυτές τις εργασίες υψηλής αξίας». Οι άλλες μπορούν να περιμένουν…  Εξέχουσα σημασία έχει στην ανάλυσή του η εκτίμηση ότι πλέον στους χώρους εργασίας έχει χαθεί η δυνατότητα της αφοσίωσης και της βύθισης, χωρίς ανώφελες και αντιπαραγωγικές διακοπές και αποσπάσεις προσοχής, που είναι όρος εκ των ων ούκ άνευ για διανοητικές εργασίες.

Το βάρος που δίνουν  ακόμη και επιθεωρήσεις όπως το Harvard Business Review στην ανάγκη μείωσης των ωρών εργασίας δείχνει ότι πρόκειται για ένα αίτημα ώριμο, που αποτελεί ανάγκη των καιρών. Σε αυτή την ανάγκη συνηγορούν κι άλλοι λόγοι εξ ίσου σοβαροί με την σημασία που έχει η ισορροπία μεταξύ εργάσιμης και προσωπικής ζωής. Είναι για παράδειγμα η μείωση της ανεργίας. Ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, που η ανεργία έχει παγιωθεί στο 17%, μια μείωση του χρόνου εργασίας θα δημιουργούσε  αυτόματα εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας!

Πηγή : Νέα Σελίδα

Περιμένοντας το επόμενο κραχ (Επίκαιρα, 30/10-5/11/2014)

burstbubbleΜε πρόκληση στην λογική ισοδυναμούσαν οι ερμηνείες, εντός και εκτός Ελλάδας, που επιστρατεύτηκαν για να εξηγήσουν την απότομη πτώση των τιμών των μετοχών στις διεθνείς αγορές και το βραχύβιο ράλι στα επιτόκια των ομολόγων, που ως κοινό παρανομαστή είχαν – για μια ακόμη φορά – τις ελληνικές ευθύνες. Εν ολίγοις, η αιτία που το τριήμερο 14 – 16 Οκτωβρίου δοκιμάστηκαν οι αντοχές του διεθνούς συστήματος βρίσκεται στην Ελλάδα, η οποία με την απρόβλεπτη και παρακινδυνευμένη συμπεριφορά της, όταν έθεσε θέμα διακοπής της χρηματοδότησης από το ΔΝΤ και πρόωρης εξόδου από το Μνημόνιο, έθεσε σε κίνδυνο μια ομαλά λειτουργούσα αγορά…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Στον αντίποδα αυτών των επιφανειακών αν όχι φαιδρών ερμηνειών, οι αιτίες της αναστάτωσης στο εξωτερικό και του μίνι κραχ στο εσωτερικό πρέπει να αναζητηθούν σε ένα εκρηκτικό μίγμα υπερτιμημένων μετοχών στον μαγικό κόσμο της χρηματοοικονομίας και παρατεταμένης στασιμότητας στον καταθλιπτικό κόσμο της πραγματικής οικονομίας. Η Ελλάδα που απείλησε αυτή την εύθραυστη ισορροπία δεν ήταν παρά η θρυαλλίδα, όπως ήταν η Lehman Brothers προ εξαετίας. Το εκρηκτικό υλικό προϋπήρχε και, το χειρότερο, συνεχίζει να συσσωρεύεται περιμένοντας την επόμενη αφορμή που, με μαθηματική βεβαιότητα, θα προκαλέσει μια κρίση μεγαλύτερη ακόμη κι από του 2008, λόγω των οξύτερων ανισορροπιών που έχουν συσσωρευτεί.

Στασιμότητα και ύφεση στην Ευρώπη

Στις 7 Οκτωβρίου το ΔΝΤ αναθεώρησε επί τα χείρω τις προσδοκίες για την πορεία της παγκόσμιας μεγέθυνσης το 2014 στο 3,3% (από 3,7% που είχε προβλέψει τον Απρίλιο). Οι μεγαλύτερες αλλαγές προήλθαν από την Ευρώπη, όπου το δεύτερο τρίμηνο η οικονομία έμεινε στάσιμη, ωθώντας τον βρετανικό Εκόνομιστ να γράψει στο τελευταίο φύλλο του Αυγούστου πως ό,τι ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια ως τραπεζική και δημοσιονομική πλέον έχει εκφυλιστεί σε κρίση των ρυθμών μεγέθυνσης. Έκτοτε όλοι τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας μόνο επιδείνωση προδικάζουν. Για παράδειγμα η βιομηχανική παραγωγή της Γερμανίας τον Αύγουστο μειώθηκε κατά 4%, οι βιομηχανικές παραγγελίες κατά 6%, ενώ όλοι περιμένουν με κομμένη την ανάσα τις ανακοινώσεις της Γιούροστατ για το τρίτο τρίμηνο καθώς εδώ θα αποτυπωθούν οι οικονομικές συνέπειες από τις κυρώσεις στην Ρωσία. Ιδιαίτερη – πολιτική – σημασία έχει πως τη στιγμή που η Ευρώπη ετοιμάζεται να εισέλθει και επίσημα σε ύφεση (όπως τυπικά ορίζεται η μείωση του ΑΕΠ για δύο συνεχόμενα τρίμηνα) με την επιβαλλόμενη από τις ΗΠΑ επίδειξη πυγμής απέναντι στην Μόσχα να αποτελεί την σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, οι ΗΠΑ ακολουθούν μια πορεία αντίθετη. Το μαρτυρά κυρίως η εγκατάλειψη του τρίτου στη σειρά προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, που το τελευταίο διάστημα ανερχόταν σε 15 δις. δολ. μηνιαίως. Θέμα χρόνου επίσης θεωρείται από δω και πέρα κι η σταδιακή άνοδος των αμερικανικών επιτοκίων, που θα σημάνουν την επιστροφή στην «κανονικότητα» ή σε ένα περιβάλλον «σχεδόν κανονικό», καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης ακόμη και στις ΗΠΑ διατηρούνται στα μισά επίπεδα της δεκαετίας του ’90, που και τότε ήταν στα μισά επίπεδα της λεγόμενης «χρυσής εποχής». Ως προς το παρόν πάντως ακόμη κι αυτή η οριακή μεγέθυνση ή η ύφεση συντελείται σε ένα περιβάλλον μηδενικών ή σχεδόν μηδενικών επιτοκίων και πακτωλών ρευστού που προσφέρουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου. «Όλο αυτό το φθηνό χρήμα οδηγεί τις ΗΠΑ σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι με το χρόνο, όπου κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί πρώτα», γράφει το περιοδικό Σπίγκελ σε ένα εκτενές αφιέρωμά του για την παγκόσμια οικονομία με τίτλο «Το σύστημα ζόμπι». Και συνεχίζει: «Η αναμενόμενη οικονομική άνοδος ή το επόμενο κραχ. Ειδικοί, όπως ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Ρόμπερτ Ράμπιν, πιστεύουν πως το εν εξελίξει ράλι στις αγορές είναι στην πραγματικότητα ο προάγγελος του επόμενου κραχ».

Το φάντασμα της Ιαπωνίας

Το κενό που θα προκαλέσει η απόσυρση της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας από την πλημμυρίδα ρευστότητας θα καλυφθεί από την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, καθώς πλέον ξεκινάει επίσημα η Φρανκφούρτη την αγορά καλυμμένων ομολογιών από τις τράπεζες (όπως και την ιαπωνική που μπαίνει στην ίδια τροχιά). Υπόθεση εβδομάδων θεωρείται επίσης το πρόγραμμα της ΕΚΤ (που σε πρώτη φάση προβλέπει την αγορά τίτλων αξία 10 δις. σε μηνιαία βάση) να επεκταθεί σε εταιρικά, ακόμη και κρατικά ομόλογα. Οι αντιδράσεις απέναντι σε αυτό το σχέδιο προέρχονται από την Γερμανία, που αντιτείνει ότι έτσι θα χαλαρώσει το πρόγραμμα αντεργατικών μεταρρυθμίσεων που είναι σε εξέλιξη σε όλη την Ευρώπη. Η Γερμανία δηλαδή θέλει την ύφεση γιατί έτσι μπορεί και πιέζει για μειώσεις μισθών και περικοπές κοινωνικών παροχών. Το πρόβλημα ωστόσο δημιουργείται όταν ορθώνεται το φάντασμα της Ιαπωνίας. Με άλλα λόγια η ζοφερή προοπτική της οικονομικής στασιμότητας μαζί με αποπληθωρισμό, όπως ακριβώς συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου ο πληθωρισμός βρίσκεται στο 0,4%, όταν ο στόχος για την ΕΚΤ είναι 2%. Στα υπ’ όψη επίσης και η «γερμανική αποτυχία»: Η ύφεση της γερμανικής οικονομίας αποδεικνύει ότι οι αντεργατικές μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ, τις οποίες η Γερμανία υποδεικνύει ως μονόδρομο και συνταγή επιτυχίας για την υπόλοιπη Ευρώπη, μπορεί να διέλυσαν το γερμανικό κράτος πρόνοιας και να κατακερμάτισαν την αγορά εργασίας με την εισαγωγή των «μίνι δουλειών», ωστόσο δεν έφεραν την ανάπτυξη της οικονομίας. Η οικονομική αποτελεσματικότητα των περίφημων μεταρρυθμίσεων αποδεικνύεται ανύπαρκτη! Καθόλου τυχαίες επομένως δεν είναι κι οι αντιδράσεις που εμφανίζονται τώρα από Γαλλία και Ιταλία απέναντι στις γερμανικές οδηγίες για μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Ακόμη όμως κι αν προχωρήσουν οι αγορές εταιρικών ή και κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ κανείς δεν εγγυάται ότι η επιπλέον ρευστότητα θα γίνει επενδύσεις, αυτές νέες θέσεις εργασίας κι αυτές αυξημένη κοινωνική ευημερία, που είναι το ζητούμενο και το ύστατο κριτήριο αξιολόγησης κάθε οικονομικής πολιτικής. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η πλημμυρίδα πιστωτικού χρήματος επάνω στην οποία κάθεται η παγκόσμια οικονομία θα γνωρίσει νέες δόξες, κι οι λόγοι της εγγενούς αστάθειας θα αυξηθούν. Σε αυτό το απρόβλεπτο περιβάλλον η επίρριψη των ευθυνών στην Ελλάδα ισοδυναμεί με υποτίμηση του ασταθούς και εκρηκτικού περιβάλλοντος που έχει δημιουργηθεί και το οποίο περιμένει μια σπίθα…

Λιτότητα: Εικονική χαλάρωση, πραγματικό …σφίξιμο (Πριν, 2 Ιουνίου 2013)

merkel-schaublΤα συζητούμενα μέτρα χαλάρωσης της πολιτικής λιτότητας στην ευρωζώνη δεν περιλαμβάνουν αύξηση των κρατικών δαπανών ή επιστροφή στις σταθερές σχέσεις εργασίας

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Καμία θετική επίπτωση δεν θα έχει για τους εργαζόμενους η αναθεώρηση της πολιτικής λιτότητας που εξήγγειλε κι άρχισε να εφαρμόζει το Βερολίνο απ’ ευθείας και μέσω των Βρυξελλών. Για να μην παίρνουν και τα μυαλά μας …αέρα είναι ανάγκη να διευκρινίσουμε αρχικά περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Γιατί, όσοι νοτιοευρωπαίοι από την στροφή του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανκ Σόιμπλε περιμένουν αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις ή αύξηση των κοινωνικών δαπανών θα απογοητευτούν. Η «κεϋνσιανή στροφή» και η «χαλάρωση της πολιτικής της λιτότητας» της Γερμανίας , όπως διαφημίζονται, μέχρι στιγμής περιλαμβάνουν δύο μέτρα.

Το πρώτο είναι επιμήκυνση του χρονικού περιθωρίου για την μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ κατά δύο χρόνια (μέχρι το 2016) για Γαλλία, Ισπανία, Σλοβενία και Πολωνία και κατά ένα χρόνο (μέχρι το 2015) για Ολλανδία, Βέλγιο και Πορτογαλία. Αντίθετα, για Ελλάδα, Κύπρο και Ιρλανδία η Επιτροπή δεν ανακοίνωσε καμία επιμήκυνση οπότε θα εφαρμοστούν τα προγράμματα λιτότητας ως ακριβώς έχουν, ανεξαρτήτως των δραματικών αποτελεσμάτων στην οικονομική μεγέθυνση, την απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας που μετατρέπονται σε μεσαιωνικές. Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία που έδωσε ο ΟΟΣΑ τη προηγούμενη εβδομάδα βάσει των οποίων οι Έλληνες δουλεύουν τις περισσότερες ώρες το χρόνο (2.032, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 1.776 και για τους Γερμανούς 1.413) και αμείβοντα ελάχιστα (μέσο καθαρό εισόδημα ανά νοικοκυριό 15.877 ευρώ, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 17.902 ευρώ και για τους Γερμανούς 22.370 ευρώ). Ακόμη όμως κι αυτή η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα υλοποίησης του στόχου μείωσης του ελλείμματος, συνοδεύεται από συστάσεις για προώθηση της φιλελευθεροποίησης της αγοράς εργασίας και την εφαρμογή επιπλέον μέτρων με στόχο το άνοιγμα των αγορών. Μέτρα δηλαδή που πλήττουν τα χαμηλά και μεσαία κοινωνικά στρώματα κι ως στόχο έχουν να διευκολύνουν την είσοδο σε νέους τομείς κερδοφορίας του κεφαλαίου και δη του πολυεθνικού. Επομένως ακόμη κι αυτή η επιμήκυνση δεν αναιρεί την υψηλή θέση που έχουν στη ατζέντα της ΕΕ οι αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις στην οικονομία, που ως αποτέλεσμα θα έχουν την αύξηση της ανεργίας και την μείωση των μισθών.

Το δεύτερο μέτρο περιλαμβάνει δάνεια τα οποία θα δώσει η Γερμανία, αρχικά στην Ισπανία και στη συνέχεια ενδεχομένως σε άλλες χώρες όπως η Ελλάδα κι η Πορτογαλία, μέσω της κρατικής επενδυτικής της τράπεζας KfW. (Το Τέταρτο Ράιχ επιτρέπεται να έχει κρατική αναπτυξιακή τράπεζα, στις αποικίες απαγορεύεται…) Η «τεχνολογία» που θα αξιοποιηθεί σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ έλκει την καταγωγή της από τις μεθόδους που εφαρμόστηκαν στην ανατολική Γερμανία, αμέσως μετά την λεγόμενη επανένωση! Δεν είναι όμως μόνο αυτό – η αντιμετώπιση δηλαδή των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου ως εδάφη προς προσάρτηση όπως ήταν τα ανατολικογερμανικά. Το χειρότερο είναι η νεοφιλελεύθερη αντίληψη που υπάρχει πίσω από την κατάστρωση αυτού του σχεδίου κι η οποία εντοπίζει τα προβλήματα της οικονομίας στην έλλειψη χρηματοδότησης των επιχειρήσεων. Αντίθετα, θεωρεί πολύ φυσιολογικό οι μισθοί να μειώνονται κατά 19,2% την τριετία 2012-2014, όπως θα συμβεί στην Ελλάδα σύμφωνα με την εκτίμηση της κεντρικής τράπεζας υπερκαλύπτοντας ακόμη και τον μνημονιακό στόχο για μείωση των μισθών κατά 15%. Πολύ φυσιολογικό θεωρείται επίσης η ύφεση να επεκτείνεται για ένα χρόνο ακόμη, το 2014, (κατά 1,2%) που θα είναι ο έβδομος συνεχής χρόνος συρρίκνωσης του ΑΕΠ.

Έχει ενδιαφέρον όμως το γεγονός ότι ακόμη κι αυτή η «απλοχεριά» του Βερολίνου, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές που ανοίγει η επίσημη πολιτική του. Δεν αναφερόμαστε μόνο στην γενική κρίση που πυροδοτείται από τις αντινομίες της ευρωζώνης η οποία εγγενώς σχεδιάστηκε για να υπηρετεί την Γερμανία και τις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου. Η έλλειψη κεφαλαίων στις χώρες που έχουν πληγεί από την κρίση είναι (εκτός των άλλων παραγόντων όπως του κλεισίματος της στρόφιγγας των ιδιωτικών τραπεζών) κι αποτέλεσμα της απροθυμίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να τους χορηγήσει δάνεια για να μην μειωθεί η «βαθμολογία» της από τους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Το Σπίγκελ υπογραμμίζει μάλιστα πως το Βερολίνο επιδοκιμάζει την στάση της ΕΤΕπ, κι έτσι μετά επιχειρεί το ίδιο να εμφανιστεί σαν από μηχανής θεός αφού πρώτα έχει ενθαρρύνει την πιστωτική ασφυξία στις νότιες χώρες.

Παρότι λοιπόν πρόκειται για μια επιχείρηση που δεν αμφισβητεί την βαρύτητα που έχει για παράδειγμα το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, το οποίο διατάσσει λιτότητα για πάντα, η προσπάθεια του Βερολίνου να δείξει ότι χαλαρώνει την περιοριστική πολιτική δεν περνάει απαρατήρητη. Πολύ περισσότερο στον βαθμό που επιβλήθηκε για μια σειρά από λόγους εσωτερικής, δηλαδή Γερμανικής, παγκόσμιας και ευρωπαϊκής σημασίας.

Στο εσωτερικό της Γερμανίας μέλημα όχι μόνο του συντηρητικού συνασπισμού που ηγείται η Άνγκελα Μέρκελ αλλά όλου του κεφαλαίου είναι να οικοδομήσει ένα όσο το δυνατό πιο αρραγές μέτωπο. Στόχος δηλαδή είναι να μην αμφισβητηθεί η γραμμή του Βερολίνου από τα μέσα, την ίδια την εργατική «του» τάξη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι αυξήσεις που χορηγήθηκαν στους 102.000 εργαζόμενους της Φολκσβάγκεν την Τρίτη 28 Μαΐου, ύψους 3,4% και 2,2% για το τρέχον έτος και το 2014, όταν ο πληθωρισμός δεν πρόκειται να ξεπεράσει το 2%. Το γερμανικό κεφάλαιο προφανώς δεν στερείται της δυνατότητας από το πλεόνασμα που συσσωρεύει σε διεθνές επίπεδο να αμείβει υποδειγματικά ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης, την ίδια ώρα που με τις «μίνι δουλειές» βαθαίνει την εκμετάλλευση σε άλλα τμήματα, κυρίως μεταναστών, κατακερματίζοντας περαιτέρω την αγορά εργασίας. Δεδομένης λοιπόν της ανάγκης δημιουργίας συμμαχιών στο εσωτερικό, στην τρέχουσα, προεκλογική συγκυρία δεν μπορούσε να μην επιδειχθεί και μια αντίστοιχη λιγότερη αυστηρή οικονομική πολιτική εκτός γερμανικών συνόρων, που ταυτόχρονα θα ακυρώνει και την κριτική της σοσιαλδημοκρατίας.

Από την άλλη, τεράστιες και διαρκώς αυξανόμενες θα είναι οι πιέσεις που θα δέχεται η Γερμανία για να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική που έχει επιβάλει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά οικονομικά κέντρα, δηλαδή Αγγλία, ΗΠΑ και Ιαπωνία, που αυτή τη στιγμή από κοινού ακολουθούν μια ακραία επεκτατική νομισματική πολιτική. Στην Ιαπωνία προκειμένου η κυβέρνηση του Άμπε να ξεκολλήσει την οικονομία από την υφεσιακή παγίδα στην οποία βρίσκεται επί δύο δεκαετίες, είναι αποφασισμένη να κάνει τα πάντα: άνοδο του πληθωρισμού στο 2% κι ακόμη να διπλασιάσει τον όγκο του χρήματος που κυκλοφορεί στην αγορά την επόμενη διετία! Το πρόγραμμα είναι τόσο φιλόδοξο ώστε πλέον γίνεται λόγος για «Άμπενόμικς» και για «σοκ Κουρόντα» από το όνομα του ιάπωνα κεντρικού τραπεζίτη και κατ’ αντιστοιχία του «σοκ Βόλκερ» όπως είχε ονομαστεί η άνοδος των επιτοκίων του δολαρίου στις ΗΠΑ το 1980, με ευθύνη του τότε κεντρικού τραπεζίτη. Στην Αγγλία, οι αγορές ομολόγων από την κεντρική τράπεζα έχουν φτάσει τα 569 δισ. δολ. και ισούνται με το 20% του βρετανικού ΑΕΠ, ξεπερνώντας σε γενναιοδωρία ακόμη και την Ιαπωνία. Στις ΗΠΑ απ’ όπου ξεκίνησε η ενεργός ανάμειξη της κεντρικής τράπεζας στην οικονομία τον Δεκέμβριο του 2008, η παροχή ρευστότητας μέχρι στιγμής έχει φτάσει το μυθικό ποσό των 3 τρις. δολ. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, που ο Πολ Κρούγκμαν αναφωνεί «είμαστε όλοι Ιάπωνες» (Νιου Γιορκ Τάιμς, 25-26 Μάη), η Γερμανία δεν μπορεί παρά να κάνει κι αυτή μια επίδειξη χαλάρωσης, μόνο και μόνο για να συνεχίσει να εφαρμόζει την ίδια πολιτική, πιο επίμονα. Άλλωστε σε καμία από τις παραπάνω χώρες, όπου εφαρμόζεται η πολιτική της νομισματικής χαλάρωσης, δεν σήμανε το τέλος της πολιτικής απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων ή της διάλυσης του κράτους πρόνοιας.

Τέλος, είναι κι ο «ζωτικός χώρος» του Τέταρτου Ράιχ, η ευρωζώνη. Η ποιοτική μεταβολή που έχει επέλθει το τελευταίο διάστημα είναι ότι η κρίση έπαψε να είναι υπόθεση του «μακρινού Νότου» και πλέον, αφού έπληξε την γειτονική Γαλλία απειλώντας με περαιτέρω ρήξη τον άξονα που δημιουργήθηκε μεταξύ Μέρκελ και Σαρκοζύ και ήδη δοκιμάζεται, αρχίζει να αγγίζει και τα κράτη-δορυφόρους της Γερμανίας, όπως είναι η Αυστρία κι η Φινλανδία. Οι επιδόσεις δε της ευρωζώνης, ως οικονομικού κέντρου, είναι απογοητευτικές και σ’ αυτό η πολιτική της λιτότητας που επιβάλει το Βερολίνο έχει καθοριστική σημασία.  Ειδικότερα 9, μετά την προσθήκη και της Γαλλίας, από τις 17 χώρες της ευρωζώνης είναι σε ύφεση, ενώ για 6 συνεχόμενα τρίμηνα το προϊόν μειώνεται, με αποτέλεσμα πλέον η ευρωζώνη να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ύφεση χειρότερη ακόμη κι από κείνη που ακολούθησε την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Δικαίως σε αυτό το κλίμα η γερμανική οικονομική εφημερίδα Χάντελσμπλατ αναρωτιέται «μήπως το παρακάναμε με την λιτότητα» για να συμπληρώσει, προσγειώνοντας τις προσδοκίες: «Ένα μακροχρόνιο, φιλόδοξο πρόγραμμα περικοπής δαπανών συνεχίζει να είναι αναγκαίο. Αλλά θα έπρεπε να είναι πιο περιορισμένο και να συνδέεται με το κυκλικά διαρθρωμένο έλλειμμα». Ενώ το Σπίγκελ μεταφέρει ανησυχίες από κεντρικούς τραπεζίτες (της Ολλανδίας χαρακτηριστικά) που επισημαίνουν τον κίνδυνο η Ευρώπη να βρεθεί εκεί που ήταν η Ιαπωνία και να χάσει μια ολόκληρη δεκαετία, τουλάχιστον. Φαίνεται λοιπόν πως ακόμη και τμήματα του γερμανικού κεφαλαίου συνιστούν μια πιο ρεαλιστική πολιτική λιτότητας, που θα λαβαίνει υπ’ όψη της τα γυρίσματα του οικονομικού κύκλου, ακόμη και τις αυξανόμενες αντιδράσεις των λαών (και δεν είναι καθόλου τυχαίο που  το πρόγραμμα των χρηματοδοτήσεων ξεκίνησε από την Ισπανία) εξασφαλίζοντας εκείνες τις απαραίτητες ταλαντώσεις που εγγυώνται την αντοχή του οικοδομήματος. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο…

Νομισματικός πόλεμος: Κίνα και Ιαπωνία σε …σώμα ένα (Επίκαιρα, 5-11/1/2012)

Σοκ και δέος προκάλεσε η ανακοίνωση του ιάπωνα πρωθυπουργού Γιοσιχίκο Νόντα αμέσως μετά τη συνάντησή του με τον κινέζο ομόλογό του, Γουέν Γιαμπάο, ότι οι δύο χώρες παύουν στο εξής στις διμερείς εμπορικές τους ανταλλαγές να χρησιμοποιούν το δολάριο και όλες οι συναλλαγές θα γίνονται με τη βοήθεια των εθνικών νομισμάτων τους. Μέχρι τώρα κάθε συναλλαγή μεταξύ εταιρειών των δύο χωρών περιελάμβανε την αγορά δολαρίων με την οποία γινόταν η πληρωμή, προσθέτοντας όπως είναι ευνόητο σημαντικό κόστος για τους συναλλασσόμενους, ενώ για τις ΗΠΑ, αντίθετα, απρόσμενα κέρδη τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά. Ο εξοβελισμός του δολαρίου από τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας δεν ήταν και η μοναδική ανακοίνωση που σημάδεψε την επίσκεψη του ιάπωνα πρωθυπουργού στο Πεκίνο. Οι δύο ηγέτες ταυτόχρονα ανακοίνωσαν και άλλα μέτρα που από κοινού συγκλίνουν στην στενότερη οικονομική συνεργασία των δύο οικονομικών γιγάντων της Ασίας. Έγινε γνωστό για παράδειγμα ότι η Ιαπωνική Τράπεζα για τη Διεθνή Συνεργασία θα εκδώσει στην Κίνα ομόλογα σε γιουάν, κίνηση χωρίς προηγούμενο καθώς σε καμία άλλη κυβέρνηση δεν έχει δώσει το Πεκίνο το δικαίωμα να εκμεταλλευτεί την εγχώρια αγορά κεφαλαίων. Ακόμη ανακοινώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το Τόκιο θα αγοράσει κρατικά ομόλογα της Κίνας. Πρόκειται για μια σειρά από καλά στοχευμένες κινήσεις που ως ζητούμενο έχουν να αυξήσουν το βαθμό ολοκλήρωσης των δύο οικονομιών καθώς οι ίδιες οι κυβερνήσεις με αυτό τον τρόπο υποκινούν τον ιδιωτικό τομέα να προβεί σε αντίστοιχες συνεργασίες.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη λύνει ένα κρίσιμο ερώτημα που ταλανίζει όχι μόνο τους οικονομικούς παράγοντες αλλά και τις πολιτικές ελίτ του δυτικού κόσμου: Κατά πόσο η κινέζικη ηγεσία ιεραρχεί την οικονομική διείσδυση στην ευρω-αμερικανική αγορά ή, αντίθετα, δίνει προτεραιότητα στην επικράτησή της στην Ασία. Οι πρωτοβουλίες που ανακοινώθηκαν από το Πεκίνο δίνουν μια κατηγορηματική απάντηση: Το Πεκίνο ακολουθεί μια πολιτική που στηρίζεται σε γερά θεμέλια, επιλέγοντας πρώτα να εξαντλήσει τα περιθώρια και τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες που παρέχει η ίδια η Ασία και σε δεύτερο χρόνο θα εισβάλει οικονομικά στις αγορές των ΗΠΑ και της ΕΕ.

Προφανώς, η συγκεκριμένη ιεράρχηση δεν αποκλείει την πρόσφατη απόφαση του Πεκίνου να δώσει 3,5 δις. δολάρια για να αγοράσει την ενεργειακή εταιρεία της Πορτογαλίας που έβγαλε στο σφυρί η κυβέρνηση του Πάσος Κοέλιο. Επίσης είναι συμβατή με την πρόθεσή του να δανειοδοτήσει το ΔΝΤ ώστε ο μισητός οργανισμός να έχει την απαραίτητη επάρκεια κεφαλαίων αν τυχόν και χρειαστεί να στηρίξει την Ιταλία και την Ισπανία σε περίπτωση που αποκλειστούν από τις αγορές ομολόγων. Εξηγεί όμως πολύ καλά γιατί οι χρόνιες προσδοκίες ειδικά των Ευρωπαίων να επωφεληθούν από τα μυθικά συναλλαγματικά αποθέματα του Πεκίνου ύψους 3,2 τρις. δολ. σταθερά αποτυγχάνουν, κι αυτό παρότι η ΕΕ αποτελεί τη νούμερο ένα εξαγωγική αγορά της Κίνας. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις της Κίνας αντίθετα στην ΕΕ είναι εντελώς αναντίστοιχες. Με βάση κινέζικους υπολογισμούς ανήλθαν σε 12 δις. δολάρια και με βάση ευρωπαϊκούς ήταν ακόμη μικρότερες, μόλις 8 δις. δολάρια, ποσά που αντιστοιχούν στο εντυπωσιακά χαμηλό ποσοστό του 0,2% του συνόλου των άμεσων ξένων επενδύσεων στη γηραιά ήπειρο.

Η στενότερη οικονομική συνεργασία Ιαπωνίας και Κίνας

απαντά στην προσπάθεια των ΗΠΑ να διεισδύσουν στην Ασία 

Η πραγματικότητα βέβαια είναι πως η Κίνα δεν γυρίζει την πλάτη της στην Ευρώπη από δική της και μόνο επιλογή, ιεραρχώντας την Ασία (αλλά και την Αφρική!). Σημαντικό μέρος ευθύνης σε αυτή την απόφαση έχουν και οι περιορισμοί που έχει θέσει η ίδια η ΕΕ, οι οποίοι κατά μεγάλο μέρος είναι επιβεβλημένοι με κοινωνικά κριτήρια, αποτελώντας για παράδειγμα το τίμημα που πληρώνει η Κίνα για την ανυπαρξία εργατικής νομοθεσίας και τις παραβιάσεις των πιο στοιχειωδών πολιτικών ελευθεριών. Τα περιοριστικά αυτά μέτρα πρόκειται σύντομα να αρθούν στο πλαίσιο σχετικών διαπραγματεύσεων που διεξάγονται μεταξύ Βρυξελλών και Πεκίνου κι ως απόρροια του έρωτα που νιώθει η ΕΕ με το όχι και τόσο κρυφό μυστικό της κινέζικης επιτυχίας.

Η απόφαση ωστόσο της Ιαπωνίας και της Κίνας να συσφίξουν τις οικονομικές σχέσεις τους, παραμερίζοντας με ασυνήθιστη αποφασιστικότητα χρόνιες αντιθέσεις, συνιστά επίσης μια επιθετική απάντηση στην προσπάθεια των ΗΠΑ να διεισδύσουν στην ανατολική Ασία και την Άπω Ανατολή. Η επίμονη προσπάθεια ειδικότερα της Ουάσινγκτον να κρατάει ανοιχτό το μέτωπο του 38ου παράλληλου που χωρίζει τη Βόρεια από τη Νότια Κορέα ισοδυναμεί με ωρολογιακή βόμβα για την περιοχή και πολύ περισσότερο για την ικανότητα της Ιαπωνίας και της Κίνας να ελέγχουν τα του οίκους τους. Ο εξοβελισμός επομένως του δολαρίου από τις μεταξύ τους οικονομικές συναλλαγές θα μπορούσε να συνοδεύεται από τις δύο ασιατικές πολιτικές ηγεσίες και από την ευχή να είναι μόνο η αρχή για να χαρακτηριστεί όλη η περιοχή του Ειρηνικού ως απαγορευμένη ζώνη για την Ουάσινγκτον.

Εξοβελισμός του δολαρίου

Το σχέδιο επομένως υποκατάστασης του δολαρίου από το γουάν και το γιεν συνιστά μια επιθετική κίνηση των δύο χωρών. Δεν είναι όμως μόνο αυτή η πραγματικότητα όσο κι αν υποστηρίζεται από πλήθος ενδείξεων που υπογραμμίζουν την οικονομική ευρωστία των δύο χωρών, όπως για παράδειγμα η απόφαση της Ιαπωνίας να ξεκινήσει τις εξαγωγές όπλων, τερματίζοντας μια απαγόρευση που ίσχυε από το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ή η απόφαση της Κίνας να αναπτύξει στην επόμενη πενταετία ένα φιλόδοξο διαστημικό πρόγραμμα που θα περιλαμβάνει ακόμη και επανδρωμένες αποστολές στο διάστημα και επίσης την ανάπτυξη ενός δικού της συστήματος γεωγραφικού προσδιορισμού (GPS). Υπάρχει ταυτόχρονα και η άλλη όψη. Για την ακρίβεια, πλήθος από ανησυχητικά σημάδια τόσο για την Κίνα όσο και για την Ιαπωνία ότι εισέρχονται σε μια περίοδο μειωμένων προσδοκιών και οικονομικής συρρίκνωσης. Στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου για παράδειγμα το εμπορικό έλλειμμα το Νοέμβρη του 2011 έφθασε σε επίπεδα ρεκόρ από το 1979 που ξεκίνησαν να δημοσιεύονται σχετικά στοιχεία ως αποτέλεσμα τριών αιτιών: της πτώσης των εξαγωγών (λόγω της ύφεσης στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες), της ανόδου των εισαγωγών (και ειδικότερα καυσίμων λόγω της καταστροφής στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα τον Μάρτιο του 2011) και της ανατίμησης του εθνικού τους νομίσματος, του γιεν (που κάνει ακριβότερες τις εξαγωγές και φθηνότερες τις εισαγωγές). Σε αυτό το πλαίσιο η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας ανακοίνωσε την επιδείνωση των οικονομικών επιδόσεων της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη.

Για την Κίνα οι προοπτικές είναι πολύ χειρότερες, σε πλήρη αντίθεση με τις μεγαλεπήβολες προοπτικές που διατυπώνονταν έναν χρόνο πριν όταν η οικονομία της «έτρεχε» με ρυθμό 9% ετησίως. Οι προβλέψεις είναι τόσο δυσοίωνες ώστε το ερώτημα εστιάζεται στο κατά πόσο η «προσγείωση» θα είναι ομαλή ή απότομη κι όχι αν θα υπάρξει «προσγείωση». Σε αυτό το συμπέρασμα συνηγορεί η επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης, η πτώση της παραγωγής σε κρίσιμους κλάδους όπως ο χάλυβας, η μείωση των εξαγωγών, η φούσκα στην αγορά ακινήτων, η κρίση χρέους που παρατηρείται στην περιφερειακή και τοπική διακυβέρνηση, οι κλυδωνισμοί που δέχονται οι τράπεζες της, σειρά σκανδάλων απάτης με επίκεντρο πολυεθνικές της που δημιουργούν αμφιβολίες για την πραγματική ευρωστία τους κ.α.

Κατ’ άλλους όμως η αδιαμφισβήτητη κόπωση που εμφανίζει η Κίνα αποτελεί συνάρτηση της εξάντλησης ενός μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης και προσέλκυσης επενδύσεων που στηρίχθηκε στην βάρβαρη εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας που ως συνδικαλιστική έκφραση είχε ένα σώμα τεχνοκρατών διορισμένων από την κυβέρνηση. Ανέφερε για παράδειγμα στέλεχος της τράπεζας Barclays στους Financial Times της προηγούμενης Πέμπτης 29 Δεκεμβρίου: «Το αποκαλούμενο μοντέλο της φθηνής εργασίας έχει δημιουργήσει πολλά προβλήματα και δεν δουλεύει πλέον άλλο. Η ψυχολογία των εργατών έχει αλλάξει σημαντικά», δήλωνε ο τραπεζίτης στο ρεπορτάζ της βρετανικής εφημερίδας με αφορμή μια μεγάλη απεργία στο κινέζικο εργοστάσιο της κορεάτικης εταιρείας παραγωγής προϊόντων υψηλής τεχνολογίας LG, όπου συμμετείχαν 8.000 εργάτες. «Πέντε ή δέκα χρόνια πριν αυτά τα άτομα ένιωθαν απλώς τυχερά να βρουν μια δουλειά γιατί υπήρχε υπερπροσφορά εργασίας. Τώρα όμως συμβαίνει το αντίθετο. Υπάρχει έλλειψη εργατικών χρειών, έτσι οι εργάτες έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη»!

Η επίδειξη δύναμης στο εξωτερικό έρχεται επομένως, κατά ένα τουλάχιστον μέρος, να καλύψει τα ρήγματα που δημιουργούν οι κοινωνικές εντάσεις και η οικονομική κρίση στο εσωτερικό.

Ιαπωνία: Η χώρα του δύοντος ηλίου (Επίκαιρα, 24-30/3)

Με τον πιο απότομο τρόπο προσγειώθηκαν στην πραγματικότητα όσοι περίμεναν πως η Ιαπωνία της επανάστασης της ρομποτικής, των υβριδικών αυτοκινήτων και των υπερεξελιγμένων παιχνιδομηχανών και κινητών τηλεφώνων θα έδινε μια απάντηση στην πρόσφατη κρίση που θα τιμούσε την αίγλη της. Το επίπεδο των υποδομών και η ικανότητα του κρατικού μηχανισμού να χειριστούν την κρίση που ξέσπασε στις 11 Μαρτίου, με αποτέλεσμα να χαθούν 21.000 ανθρώπινες ζωές, 350.000 άνθρωποι να μείνουν άστεγοι και η οικονομία να υποστεί ζημιές ύψους 250 δισ. δολαρίων πιο πολύ παρέπεμπαν σε τριτοκοσμική και υπανάπτυκτη χώρα και όχι στην τρίτη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη.

Η πραγματικότητα ωστόσο είναι πως η πρόκληση την οποία έπρεπε να διαχειριστεί η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, όπως κάποτε αποκαλούταν η Ιαπωνία, ήταν εξαιρετικά σύνθετη. Ένας σεισμός της τάξης των 8,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που ήταν ο μεγαλύτερος στην ιστορία της Ιαπωνίας, ένα τσουνάμι από τα καταστροφικότερα που έχουν παρατηρηθεί ύψους 10 μέτρων, η σχεδόν ταυτόχρονη ζημιά σε τέσσερις πυρηνικούς αντιδραστήρες και η συνεχής χιονόπτωση θα μπορούσε να πει κανείς ότι ξεπερνάει και τις πιο δύσκολες ασκήσεις που μπορούν να μπουν σε ένα μάθημα διαχείρισης κρίσεων. Η κρίση όμως με την οποία ήρθαν αντιμέτωποι εκατομμύρια Ιάπωνες αφορούσε πολύ πιο ουσιώδη διακυβεύματα από την διαχείριση. Ήταν απόρροια της απουσίας βασικών υποδομών και μέσων με τα οποία πρέπει να είναι εξοπλισμένο κάθε σύγχρονο κράτος – πολύ περισσότερο αν συγκαταλέγεται στις 3 μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη, όπως η Ιαπωνία.

Στο έλεος γέροντες και φτωχοί 

Μάρτυρας η εγκατάλειψη χιλιάδων μεγάλων σε ηλικία ανθρώπων και αναξιοπαθούντων στο έλεός τους μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης να εκκενωθούν όλες οι κατοικημένες περιοχές σε μια ακτίνα 19 χιλιομέτρων. Η περίμετρος ασφαλείας ωστόσο που ανακοίνωσαν για όσους πολίτες τους ζουν στην Ιαπωνία οι αμερικανικές αρχές, οι οποίες έστειλαν μετά από λίγες μέρες δικό τους μη επανδρωμένο αεροσκάφος για να μετράει την ραδιενέργεια, ήταν πολύ μεγαλύτερη: 80 χιλιόμετρα για την ακρίβεια, δημιουργώντας πολλά ερωτηματικά στη συνέχεια για το αν οι ιαπωνικές αρχές απέκρυπταν την πραγματικότητα, όπως είχαν κάνει και οι Σοβιετικές αρχές το 1986 με το ατύχημα στο Τσέρνομπιλ, ή αν απλώς η οδηγία των αμερικανικών αρχών είχε προληπτικό χαρακτήρα.

Το ίδιο σκηνικό εγκατάλειψης είχε παρατηρηθεί και στη Νέα Ορλεάνη με τον τυφώνα Κατρίνα τον Αύγουστο του 2005. Έτσι και τώρα όσοι είχαν το δικό τους μέσο μεταφοράς, κάποιον συγγενή να τους μεταφέρει ή τα οικονομικά μέσα να εξασφαλίσουν την φυγή τους για να μην προσβληθούν από την ραδιενέργεια, έφυγαν. Οι υπόλοιποι έμειναν υπομονετικά να περιμένουν το μοιραίο. Η έλλειψη σχετικής πρόνοιας από το κράτος ή τους δήμους προκαλεί οργή αν σκεφτεί κανείς ότι αυτή η χώρα έζησε την μεγαλύτερη φρίκη που έχει ποτέ υπάρξει στη γη από πυρηνικό ολοκαύτωμα. Και παρόλα αυτά, σχεδόν επτά δεκαετίες μετά, αδιαφόρησε να προστατεύσει όσους δεν είχαν τους οικονομικούς πόρους ή τις βιολογικές δυνάμεις να το κάνουν μόνοι τους. Στο έλεός τους αφέθηκαν ακόμη και όσοι έφθασαν στα καταφύγια, μισό εκατομμύριο άνθρωποι περίπου, καθώς σχεδόν μια εβδομάδα μετά την μοιραία Παρασκευή 11 Μαρτίου διαμαρτύρονταν πως δεν είχαν νερό, φαγητό, ούτε καν χαρτιά υγείας. Η παροιμιώδης, σε βαθμό δουλικότητας, υπομονή τους, όπως καταγράφηκε στις τηλεοπτικές οθόνες, δεν τους έσωσε ούτε κάλυψε το κενό της κρατικής μέριμνας. Στην ίδια μοίρα βρέθηκαν και όσοι επέλεξαν να παραμείνουν στα σπίτια και τα χωριά τους, που βρίσκονταν πλησίον του τόπου της καταστροφής, αρκετά όμως μακριά, ώστε να μην συντρέχει σοβαρός λόγος εκκένωσης. Τα προβλήματα ξεκίνησαν από τις επόμενες κιόλας μέρες όταν πρατήρια καυσίμων και αλυσίδες σούπερ μάρκετ δεν είχαν τι να πουλήσουν λόγω του ότι κανείς δεν διακινδύνευε να πλησιάσει στις περιοχές τους από φόβο μήπως εκτεθεί στην ραδιενεργή ακτινοβολία.

Το Τόκιο αγνόησε προειδοποιήσεις

Η εγκατάλειψη και το ξεχαρβάλωμα αφορούσε όμως και τον πιο στενό πυρήνα του κράτους. Η κυβέρνηση καθυστέρησε να κινητοποιήσει ακόμη κι αυτές τις υποδομές που διαθέτει, σε μια προσπάθεια να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του γεγονότος. Οι ευθύνες της ωστόσο είναι πολύ πιο σοβαρές. Όπως έγραψε η βρετανική εφημερίδα Independent με βάση αποκαλύψεις του Wikileaks στελέχη της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας είχαν προειδοποιήσει πριν τρία χρόνια(!) το Τόκιο για την ανάγκη ανανέωσης των κανόνων ασφαλείας των πυρηνικών του αντιδραστήρων. Μάλιστα ο κίνδυνος που υπογραμμιζόταν αφορούσε το ενδεχόμενο μεγάλων σεισμών. Όπως ακριβώς συνέβη…

Έπειτα ήταν και όσα εκ των υστέρων αποκαλύφθηκαν για τις εγκαταστάσεις της Φουκουσίμα. Χτισμένες δίπλα από την θάλασσα έτσι ώστε το σύστημα αντλιών θαλάσσιου νερού με το οποίο ψύχονταν οι αντιδραστήρες να μην διανύει σημαντικές αποστάσεις, χάρη της μείωσης του κόστους, συγκαταλέγονταν εξ αρχής στα πρώτα θύματα που θα άφηνε πίσω του ένα τσουνάμι. Στοιχειώδης προνοητικότητα, με άλλα λόγια, – εάν δεν υπήρχε ο παράγοντας του κόστους – θα επέβαλε στους μηχανικούς να κατασκευάσουν την εγκατάσταση μακριά από τη θάλασσα ώστε να είναι απρόσβλητη από τέτοιου είδους ακραία φυσικά φαινόμενα.

Καταστροφική αποδείχθηκε επίσης η επιλογή να φτιαχτεί ο ένας αντιδραστήρας δίπλα στον άλλο και πάλι για να μειωθούν τα σταθερά και μηνιαία έξοδα που συνοδεύουν την κατασκευή και τη συντήρησή τους, αντίστοιχα. Αυτός ακριβώς ο παράγοντας, η απουσία απόστασης ασφαλείας, είναι που ευθύνεται για την μετάδοση των ζημιών από τον ένα στον άλλο αντιδραστήρα, ενώ ακόμη και οι προσπάθειες επέμβασης των σωστικών συνεργείων αποδείχθηκαν αδύνατες. Αν αντιθέτως υπήρχε σημαντική απόσταση οι ζημιές δεν θα είχαν επεκταθεί και η προληπτική επέμβαση των συνεργείων πυρόσβεσης θα είχε έγκαιρα αποτρέψει όχι μόνο αυτά που επί μέρες φοβόταν όλη η ανθρωπότητα αλλά ακόμη και την επέκταση των πυρκαγιών από εκρήξεις στους 4 από τους 6 αντιδραστήρες.

Σαθρές υποδομές

Μεγάλα ερωτηματικά επίσης προκαλεί το αναποτελεσματικό και απαρχαιωμένο δίκτυο μηχανολογικής υποστήριξης των πυρηνικών αντιδραστήρων. Όπως φάνηκε, οι αντιδραστήρες άντεξαν και τα Ρίχτερ και το τσουνάμι. Αυτό όμως δεν αποδείχθηκε αρκετό, από τη στιγμή που το σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικού και οι αντλίες με το οποίο ψύχονταν οι αντιδραστήρες αποδείχθηκε εντελώς ανεπαρκές σε βαθμό να καταρρεύσει, ενώ απουσίαζαν εφεδρικές γεννήτριες που θα μπορούσαν την κρίσιμη στιγμή να είχαν ενεργοποιηθεί, αποτρέποντας τις εκρήξεις και την έκλυση ραδιενέργειας.

Οι ευθύνες της ιδιωτικής εταιρείας που διαχειρίζεται τους πυρηνικούς αντιδραστήρες, της Tokyo Electric Power, ενδέχεται να αποδειχθούν πολύ μεγαλύτερες. Σύμφωνα με ρεπορτάζ των New York Times της Δευτέρας 21 Μαρτίου, η εταιρεία επέδειξε ολιγωρία να ξεκινήσει έγκαιρα τον ψεκασμό των αντιδραστήρων με θαλάσσιο νερό γιατί ήξερε ότι έτσι θα προκαλούσε μη αντιστρεπτές βλάβες σε εγκαταστάσεις τεράστιας αξίας. Εξάντλησε όλα τα χρονικά περιθώρια ελπίζοντας σε ένα …θαύμα, με αποτέλεσμα η ζημιά να μεγιστοποιηθεί.

Σε κάθε περίπτωση η 11η Μαρτίου θα μείνει στην ιστορία για την Ιαπωνία όχι μόνο εξ αιτίας της δυστυχίας που προκάλεσε σε χιλιάδες οικογένειες που κατοικούν στα βορειοανατολικά της νησιώτικης χώρας αλλά και λόγω του ότι σηματοδότησε την οριστική δύση του (άλλοτε) ανατέλλοντος ηλίου.

Αρέσει σε %d bloggers: