Λουίς ντε Γκίντος: Ποιός μιλάει… (Επίκαιρα, 8-14 Ιανουαρίου 2015)

guidos lehman 2Κανονικά, θα έπρεπε να σαπίζει στη φυλακή. Καταδικασμένος πολλές φορές σε ισόβια κάθειρξη, με δημευμένη την προσωπική του περιουσία κι ενίοτε περιφερόμενος από πόλη σε πόλη εκτεθειμένος στη δημόσια αποδοκιμασία και ύβρη μόνο και μόνο για να αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή, ο ισπανός υπουργός Οικονομικών Λουίς ντε Γκίντος όφειλε να λογοδοτήσει και φυσικά να τιμωρηθεί αυστηρότατα για την μεγαλύτερη χρεοκοπία των μεταπολεμικών δεκαετιών, την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς το 2008, που λειτούργησε σαν θρυαλλίδα προκαλώντας την μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων 100 χρόνων.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αξίζει να ανατρέξουμε στο βιογραφικό του δεύτερου ισχυρότερου πολιτικού της Ισπανίας, όπου φαίνονται με μια γρήγορη ματιά τα κατά συρροή εγκλήματα του, απλώς και μόνο για να αξιολογήσουμε και την σοβαρότητά του, ως οικονομολόγου και πολιτικού. Κι επομένως πόσο σοβαρά πρέπει να λαβαίνουμε τα λόγια του. Η σταδιοδρομία του μεγαλύτερου οικονομικού δολοφόνου που ανέδειξε η Ισπανία ξεκίνησε επί θητείας του δεξιού πρωθυπουργού Χοσέ Μαρία Αθνάρ (1996-2004) καθώς την συγκεκριμένη οκταετία υπηρέτησε στις πιο νευραλγικές θέσεις: γενικός διευθυντής Οικονομικής Πολιτικής, στη διοίκηση της κρατικής εταιρείας σιδηροδρόμων, στο Ινστιτούτο Επίσημων Πιστώσεων, στην δημόσια εταιρεία κρατικών βιομηχανικών μετοχών και τέλος, από το 2002 ως το 2004, υπουργός Οικονομίας. Είναι η εποχή που δημιουργήθηκε η φούσκα ακινήτων στην Ισπανία, η οποία το 2012 αποτέλεσε την ειδική μορφή με την οποία εμφανίστηκε στην μεγαλύτερη χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Στο διάγραμμα που παραθέτουμε φαίνεται πεντακάθαρα πως ο υπέρμετρος και αλόγιστος τραπεζικός δανεισμός που οδήγησε στην υπερεπέκταση του κατασκευαστικού τομέα δεν συνέβη επί κυβέρνησης Θαπατέρο (Απρίλιος 2004 – Δεκέμβριος 2011), όσο κι αν στα χρόνια του αυξήθηκε σημαντικά…

Τραπεζικός δανεισμός στην Ισπανία για κτηματικά δάνεια σε νοικοκυριά

Πίνακας

Ενδεικτική των ευθυνών της κυβέρνησης Αθνάρ είναι η δήλωση του υπουργού Οικονομικών του, του Λουίς ντε Γκίντος, με την οποία είχε απορρίψει, κατηγορηματικά μάλιστα, ότι υφίσταται φαινόμενο φούσκας στην αγορά ακινήτων. Η δήλωση του (εδώ το σχετικό δημοσίευμα) στην μεγάλης κυκλοφορίας σεβιλιάνικη εφημερίδα ABC στις 2 Νοεμβρίου 2003 («Δεν υπάρχει φούσκα των ακινήτων, αλλά μια πορεία αύξησης των τιμών που θα οδηγήσει σε συγκράτηση των ενοικίων των κατοικιών και πιο διαφανείς διαδικασίες σχεδιασμού») αξίζει να μείνει στην ιστορία για πολλούς λόγους: Κατ’ αρχάς για την προσπάθεια εφησυχασμού κι εν τέλει εξαπάτησης καταναλωτών και επενδυτών, από τη στιγμή που η εκτόξευση των τιμών δεν στηριζόταν σε κανένα θεμελιώδες μέγεθος της ισπανικής οικονομίας. Είναι δυνατό να έβλεπαν τη στρέβλωση άπαντες μπροστά τους, πλην του αρμόδιου υπουργού; Κατά δεύτερο, για την ενοχή της κυβέρνησης Αθνάρ στην φούσκα που δημιουργούταν στον κατασκευαστικό τομέα κι οδήγησε τις περιφερειακές τράπεζες να διπλασιάσουν τα υποκαταστήματά τους (από 13.650 το 1990 σε 25.035 το 2008), υποκινώντας την ζήτηση δανείων. Τέλος, για την αβάσταχτη ελαφρότητα των νεοφιλελεύθερων οικονομικών, βάσει των οποίων η αγορά μπορεί να προσαρμόζεται και να αυτορυθμίζεται διαθέτοντας την απαραίτητη ευελιξία να αποσοβεί κρίσεις. Μέχρι που ήρθε η σκληρή πραγματικότητα…

Μέχρι τότε όμως ο φανατικός οπαδός της νεοφιλελεύθερης αυστριακής σχολής Λουίς ντε Γκίντος δεν πήγε χαμένος παρότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις κρατικοδίαιτες θέσεις και την ασφάλεια που παρέχουν οι παχυλές αμοιβές του τρισκατάρατου, κατά τ’ άλλα, δημοσίου. Αμέσως έπιασε δουλειά στην ελεγκτική εταιρεία PriceWaterhouseCoopers και την επενδυτική τράπεζα Lehman Brothers, ως υπεύθυνος για την Ισπανία και την Πορτογαλία! Την τράπεζα που με την κατάρρευσή της, στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, πυροδότησε μια κρίση που ακόμη ταλανίζει πολλές οικονομίες και εκατομμύρια εργαζόμενους. Στη δε Ισπανία η κατάρρευση της Lehman Brothers στοίχισε 2,6 δις. ευρώ. Η έρευνα που έγινε στη συνέχεια αποκάλυψε τις ακραίες απάτες που χρησιμοποιούσε συστηματικά η Lehman Brothers, σχεδόν πάντα με την βοήθεια κορυφαίων ελεγκτικών εταιρειών που υπέγραφαν τους ισολογισμούς της διαβεβαιώνοντας ότι όλα δουλεύουν ρολόι. Επίσης, με την βοήθεια προχωρημένων χρηματοπιστωτικών εργαλείων που έκρυβαν την έκθεση της τράπεζας σε κτηματικά δάνεια στην αμερικάνικη αγορά ακινήτων, όπου κι εκεί η φούσκα κατέρριπτε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Σε αυτό το σκανδαλωδώς νοσηρό οικονομικό περιβάλλον διέπρεψε το άστρο του Λουίς ντε Γκίντος, δεδομένης της εμπειρίας, μεταξύ άλλων, στις φούσκες των ακινήτων… Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, 3 σε 1!

Εκλεκτός της Μέρκελ

Ωστόσο, αντί να τον αλείψουν με πίσσα και πούπουλα και να τον περιφέρουν στους δρόμους, το (μόνο κατά το ήμισυ δυστυχώς, αλήστου μνήμης) δίδυμο Μερκοζύ επιστράτευσε τον Λουίς ντε Γκίντος το Νοέμβριο του 2011 στο πανευρωπαϊκό πραξικόπημα που διοργάνωσε για να επιβάλει τα συμφέροντα της τραπεζοκρατίας στην Ισπανία. Με μια πρωτοφανούς αντιδημοκρατικότητας παρέμβαση επέβαλαν στην Ελλάδα τον δοτό πρωθυπουργό Λουκά Παπαδήμο, παύοντας τον εκλεγμένο Γ. Παπανδρέου, στην Ιταλία τον Μάριο Μόντι, παύοντας τον εκλεγμένο Σ. Μπερλουσκόνι, και στην Ισπανία διόρισαν τον επόμενο μήνα, τον Δεκέμβριο του 2011, υπουργό Οικονομικών τον Λουίς ντε Γκίντος. Κοινό χαρακτηριστικό και των τριών η προϋπηρεσία τους σε τράπεζες, δύο εξ αυτών οι πλέον κακόφημες: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Goldman Sachs και Lehman Brothers! Η σημασία του διορισμού του Γκίντος στο υπουργείο Οικονομικών αποκαλύφθηκε έξι μήνες αργότερα όταν και η Ισπανία υπέβαλε αίτημα στην ΕΕ για χρηματοδότησή της, με 100 εκ. ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που κατευθύνθηκαν στην διάσωση των χρεοκοπημένων τραπεζών, όπως λίγο – πολύ συνέβη ένα χρόνο πριν στην Ιρλανδία κι ένα χρόνο αργότερα στην Κύπρο, δικαιολογώντας την κριτική που ακολούθησε τον διορισμό του ότι έμοιαζε με τον διορισμό του Αλ Καπόνε ως αστυνομικού διοικητή του Σικάγου. Η σημασία της επιλογής του φάνηκε πολύ σύντομα. Όταν για την ακρίβεια το μοντέλο «διάσωσης» των χρεοκοπημένων ισπανικών τραπεζών έφερε το αποτύπωμα της αμερικάνικης συνταγής «υπερβολικά μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» («too big to fail»). Η τράπεζα Bankia που κρίθηκε αναγκαίο να διασωθεί, αντιπροσωπεύοντας συστημικό κίνδυνο, είχε ήδη απορροφήσει μέσα σε ενάμιση χρόνο 7 άλλες χρεοκοπημένες τράπεζες, που συνολικά διέθεταν στα χαρτοφυλάκια τους 37 δισ. ευρώ τοξικά περιουσιακά στοιχεία. Σε ερώτηση δημοσιογράφων αν πρόκειται να αναζητηθούν ευθύνες για μια τέτοιας έκτασης επιχειρηματική αποτυχία ο Λουίς ντε Γκίντος τερμάτισε κάθε σχετική συζήτηση δηλώνοντας ότι «δεν έχει διαπιστωθεί καμία ευθύνη». Κι αυτό όχι μόνο για να σώσει το τομάρι του, αλλά επειδή οι διοικήσεις σε όλες σχεδόν τις τράπεζες προέρχονταν από το κυβερνών, δεξιό Λαϊκό Κόμμα.

Εν ολίγοις ο Λουίς ντε Γκίντος συμβολίζει ό,τι χειρότερο εμφανίστηκε στην οικονομία τα τελευταία χρόνια: από την δημιουργία της φούσκας και την τραπεζική ασυδοσία μέχρι τις καταστροφικές για την κοινωνία λύσεις που προκρίθηκαν από το ευρω-ιερατείο. Είναι η προσωποποίηση των δεινών τόσο στη φάση της ανάπτυξης όσο και στη φάση της κρίσης.

Δεδομένων λοιπόν των βαρύτατων ευθυνών του, θέλει απύθμενο θράσος να κουνάει το δάχτυλο του, υποδεικνύοντας στους Έλληνες ψηφοφόρους τι να ψηφίσουν στις προσεχείς εκλογές, όπως έκανε στις 30 Δεκεμβρίου λέγοντας ότι η Ελλάδα μπόρεσε να πληρώσει τους γιατρούς και τους συνταξιούχους της χάρη στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη κι επίσης όταν πάνε οι Έλληνες στην κάλπη δεν πρέπει να ξεχάσουν ότι οφείλουν χάρη στην Ευρώπη…

Αλλά είπαμε: Το κακό ξεκινάει από τη στιγμή που κυκλοφορεί ελεύθερος και δεν σαπίζει στη φυλακή, όπου έπρεπε να είχε οδηγηθεί εδώ και καιρό!

Λιτότητα και ΔΝΤ βλάπτουν τη δημοκρατία (Επίκαιρα, 8-14/7/2010)

Το άσπρο – μαύρο έκανε πρόσφατα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, προσπαθώντας να πείσει για την αναγκαιότητα εφαρμογής των εξοντωτικών και αντιλαϊκών προγραμμάτων λιτότητας. Μιλώντας με κορυφαίο ευρωπαίο συνδικαλιστή του εκμυστηρεύτηκε την «ανησυχία» του μην τυχόν και στις τρεις μεσογειακές χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κρίσης, επιστρέψουν οι δικτατορίες σε περίπτωση που δεν υιοθετηθούν τα μέτρα λιτότητας! «Αν δεν εφαρμόσουν τα περιοριστικά μέτρα αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να εξαφανιστούν υπό τη μορφή που τις γνωρίζουμε ως δημοκρατίες. Δεν έχουν άλλη επιλογή. Αυτή είναι η μοναδική», ήταν τα λόγια του. Με άλλα λόγια Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία αν θέλουν να συνεχίσουν να έχουν δημοκρατία οφείλουν να επιβάλλουν τα εξοντωτικά μέτρα περικοπών. Αλλιώς θα έρθουν τα τανκς!

Το δίλημμα του Μανουέλ Μπαρόζο «λιτότητα ή τανκς» δεν είναι μόνο εκφοβιστικό και απειλητικό, αλλά κυρίως είναι παραπλανητικό γιατί η πραγματικότητα θέλει τη λιτότητα να συνοδεύει τα τανκς και τις περικοπές στα δημόσια έσοδα να επιφέρουν τα πιο συντριπτικά πλήγματα στις λαϊκές ελευθερίες και τα συνταγματικά δικαιώματα. Στον πραγματικό κόσμο επομένως, που δεν τέμνεται πουθενά με τα απογειωμένα κρυστάλλινα παλάτια όπου συνεδριάζουν οι αργυρώνητοι γραφειοκράτες της ΕΕ, το δίλημμα δεν είναι λιτότητα ή τανκς, αλλά λιτότητα και τανκς από την μια ή ακύρωση αυτής της πολιτικής.

Η Ελλάδα αποτελεί κι εδώ, δυστυχώς, πειραματόζωο, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του κανόνα που θέλει τη λιτότητα να βλάπτει σοβαρά την δημοκρατία. Πρώτ’ απ’ όλα η απόφαση της κυβέρνησης να περάσει το μνημόνιο της ντροπής από την Βουλή με απλή κι όχι με ενισχυμένη πλειοψηφία των 3/5 αντίκειται στην παρ. 2 του άρθρου 28 του συντάγματος, όπως έγκαιρα έχουν αναλύσει από τις σελίδες των Επικαίρων συνταγματολόγοι κι άλλοι αναλυτές. Οι προσφυγές που ήδη ετοιμάζονται ακόμη και από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας θα ρίξουν άπλετο φως το επόμενο διάστημα στις σκοτεινές μεθοδεύσεις που επιλέγηκαν από την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου για την υιοθέτηση του μνημονίου, κατ’ εντολή φυσικά των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών που επέβαλλαν τους όρους του.

Οι συνταγματικές εγγυήσεις και τα δημοκρατικά δικαιώματα μετατρέπονται σε πουκάμισο αδειανό κι από τις ίδιες τις προβλέψεις του επαίσχυντου αυτού κειμένου που έχει ήδη περάσει στις πιο μελανές στιγμές της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Για παράδειγμα στις «διαρθρωτικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις» που αναφέρονται στο κεφάλαιο «ενέργειες για τον τρίτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τέταρτου τριμήνου του 2010)» υποδεικνύεται «η ενδυνάμωση της θέσης του υπουργείου Οικονομικών σε σχέση με τα υπόλοιπα υπουργεία τόσο κατά την φάση της προετοιμασίας όσο και εκτέλεσης του προϋπολογισμού δίνοντας στο υπουργό δικαίωμα αρνησικυρίας στις αποφάσεις για δαπάνες και στην εκτέλεσή τους)»! Η κατεύθυνση αυτή ενισχύει στο έπακρο ολιγαρχικές τάσεις του πολιτεύματος που ήδη ήταν σε εξέλιξη και συνέτειναν στην υποβάθμιση αν όχι την περιθωριοποίηση υπουργείων και κρατικών λειτουργιών που σχετίζονταν με τις κοινωνικές παροχές και την αναδιανομή και ταυτόχρονα την αναβάθμιση των οικονομικών λειτουργιών του κράτους. Λίγο παρακάτω παρέχεται «η διασφάλιση ότι το κοινοβούλιο δεν αλλάζει το συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού κατά το στάδιο έγκρισης, αλλά επικεντρώνεται στη σύνθεση των δημοσίων δαπανών και εσόδων και στην αξιοπιστία των προβλέψεων για τα έξοδα και τα έσοδα». Αυτό όμως αποκαλείται μειωμένη κυριαρχία! Η δε βουλή, στον βαθμό που μόνο μεταθέσεις κονδυλίων θα μπορεί να κάνει ή να παριστάνει τον χωροφύλακα της δημοσιονομικής πειθαρχίας μετατρέπεται σε βουλή περιορισμένης ευθύνης κι οι βουλευτές σε εντολοδόχους του ΔΝΤ και λογιστές καριέρας της Ντόιτσε Μπανκ. Αν αυτό δεν είναι βελούδινο πραξικόπημα και περιστολή και αναίρεση των συνταγματικών δικαιωμάτων, υπό την επίκληση φυσικά των έκτακτων συνθηκών–όπως πάντα γίνεται σε αυτές τις περιστάσεις, τότε τι είναι;

Η ίδια ακριβώς τάση, αποδυνάμωσης των δημοκρατικών αντιπροσωπευτικών διαδικασιών παρατηρείται σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης που πρωτοστατούν στην εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας από τη στιγμή που οι πολιτικές τους ηγεσίες επέλεξαν να φανούν αξιόπιστες στους τραπεζίτες και τους κερδοσκόπους κι όχι στους πολίτες που τους εξέλεξαν με την ψήφο τους.

Στην Ισπανία, για παράδειγμα, η εφαρμογή ενός προγράμματος περικοπών δημοσίων δαπανών από την σοσιαλιστική κυβέρνηση του Θαπατέρο έχει οδηγήσει τα ποσοστά του στο ναδίρ. Τις προηγούμενες μάλιστα εβδομάδες ο ηγέτης του δεξιού Λαϊκού Κόμματος, Μαριάνο Ραχόι, πέρασε μπροστά και στις δημοσκοπήσεις που αφορούσαν τον καταλληλότερο για πρωθυπουργό. Όσο γι το κόμμα του, που έχει επιλέξει να ασκεί μια ελεγχόμενη αντιπολίτευση στα αντιλαϊκά μέτρα του Θαπατέρο προηγείται του σοσιαλιστικού με δέκα μονάδες εδώ και μήνες. Το επόμενο διάστημα η κρίση αντιπροσώπευσης θα οξυνθεί καθώς η προγραμματισμένη γενική απεργία του Σεπτέμβρη, που από πολλούς ήδη χαρακτηρίζεται ιστορική, θα αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα για τον  Θαπατέρο.

Χαοτικό είναι το κενό μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και ψηφοφόρων και στην Πορτογαλία, όπου ο Σόκρατες εκλέχτηκε τον περασμένο Οκτώβρη για δεύτερη φορά, σοβαρά αποδυναμωμένος όμως σε σχέση με την πρώτη του εκλογή το 2005. Τα μέτρα λιτότητας (περικοπές κι αυξήσεις φόρων) που ανακοίνωσε στα μέσα Μάη συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ και με απώτερο να μειωθεί το δημόσιο χρέος από το 90% του ΑΕΠ φέτος στο 87% το 2013 οδήγησαν το αντιπολιτευόμενο δεξιό κόμμα (που λέγεται Σοσιαλδημοκρατικό προκαλώντας συχνά σύγχυση) να αποκτήσει το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Παρότι σε αυτό συνέβαλε σημαντικά η εκλογή ενός νέου ηγέτη στο κόμμα της Δεξιάς, άπαντες συμφωνούν πως τα αντιλαϊκά μέτρα ενέτειναν την λαϊκή δυσφορία απέναντι στον Σόκρατες.

Φαίνεται από τα παραπάνω πως πρόβλημα δημοκρατίας πράγματι υφίσταται στις μεσογειακές χώρες για τις οποίες ανησυχεί ο Μπαρόζο. Μόνο που αυτό δημιουργείται από την εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας που η ίδια η ΕΕ υποδεικνύει!

Το πολιτικό κενό μάλιστα επεκτείνεται απειλητικά σε όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τόσο εξόφθαλμα φιλοεπιχειρηματικές πολιτικές, με αποτέλεσμα μια διάχυτη, πολιτικά μη μορφοποιημένη δυσφορία που σχεδόν ποτέ δεν βρίσκει την δέουσα πολιτική έκφραση να κατατρώγει τα θεμέλια της πολιτικής ζωής. Εδώ, η Γερμανία αποτελεί ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πριν δέκα μήνες η Άγκελα Μέρκελ φαινόταν ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, όταν οι κάλπες της έδιναν τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση συμμαχίας με τους Ελεύθερους Δημοκράτες και να πετάξει σαν στημένες λεμονόκουπες τους Σοσιαλδημοκράτες με τους οποίους σχημάτισε το μεγάλο συνασπισμό την προηγούμενη πενταετία. Κατά την ίδια, κανέναν συμβιβασμό δεν θα ήταν πλέον αναγκασμένη να κάνει και, συνεργαζόμενη με ένα γνήσιο δεξιό, νεοφιλελεύθερο κόμμα θα μπορούσε ανεμπόδιστα να εφαρμόσει όλη την ατζέντα της. Πέτυχε τον υψηλότερο στόχο της. Πριν όμως συμπληρώσει έναν χρόνο, η κυβέρνηση τελεί υπό διαρκή παράλυση κι η δυσφορία στο εσωτερικό της είχε ως αποτέλεσμα ακόμη και για την εκλογή του προέδρου να χρειαστούν τρεις ψηφοφορίες, καθώς στις δύο πρώτες πολλοί βουλευτές έγραψαν στα παλιότερα των υποδημάτων τους την περίφημη γερμανική πειθαρχία και απείχαν για να δείξουν την ενόχλησή τους απέναντι στην κυβέρνηση. Η συντριπτική πλειοψηφία των ίδιων των Γερμανών, σύμφωνα με δημοσκόπηση του τηλεοπτικού δικτύου ARD, κι ειδικότερα το 62% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι ο συνασπισμός δεν πρόκειται να επιβιώσει.

Αν ρωτούνταν για την επόμενη μέρα οι Γερμανοί, πιθανά κι αυτοί να υποδείκνυαν τον «κανέναν» όπως συμβαίνει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες που ο κόσμος γυρίζει την πλάτη του στο πολιτικό σύστημα, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία. Μπροστά σε αυτή την ολοφάνερη τάση απονομιμοποίησης της πολιτικής όσο αυτή ταυτίζεται με επιπλέον φόρους και περικοπές δημοσίων δαπανών για τους πολλούς και νέες παροχές για τους λίγους κανείς δεν έχει το δικαίωμα να δηλώνει αδιάφορος. Πολύ περισσότερο να αντιστρέφει την αιτιακή σχέση, κάνοντας ότι δεν βλέπει πως η λιτότητα και το ΔΝΤ έρχονται χέρι – χέρι με την αποστέρηση της δημοκρατίας από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο.

Δοκιμάζεται η συνοχή της Ισπανίας (Επίκαιρα 24/6-30/6/2010)

Μοιραίες ενδέχεται να αποβούν για την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των αυτόνομων περιοχών οι άγριες περικοπές που επιβάλλονται στα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας κι οι δομικές αναδιαρθρώσεις που συντελούνται στον επιχειρηματικό χάρτη της χώρας. Η αιτία βρίσκεται στην επιμονή της κυβέρνησης του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα λιτότητας, που μπορεί να ισοδυναμεί με απλή επίπληξη μπροστά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα, δεν παύει όμως να θέτει σε δοκιμασία την εθνική συνοχή και τις σχέσεις μεταξύ των 17 αυτόνομων περιοχών με την κεντρική κυβέρνηση στη Μαδρίτη.

Τα μέτρα λιτότητας στην Ισπανία ξεκίνησαν με την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 5% κι ως προς το παρόν ολοκληρώθηκαν με την πραξικοπηματική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων μέσω ενός βασιλικού διατάγματος (όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα, με μοναδική διαφορά, λόγω συντάγματος, ότι εδώ το διάταγμα είχε την υπογραφή του προέδρου της Δημοκρατίας) που προβλέπει την διευκόλυνση των απολύσεων μέσω της μείωσης των αποζημιώσεων. Αφορμή γι αυτά τα μέτρα αποτέλεσαν τα προβλήματα που αντιμετώπισε η Ισπανία στην εξεύρεση χρημάτων στις διεθνείς αγορές οδηγώντας στην άνοδο των επιτοκίων με τη διαφορά από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα να σκαρφαλώνει στις 2,33 ποσοστιαίες μονάδες και μια καθόλου αθώα υποβάθμιση της θέσης της εκ μέρους του οίκου αξιολόγησης Fitch στις 28 Μαΐου από την κορυφαία θέση ΑΑΑ στη θέση ΑΑ+. Οι προγραμματισμένες δε ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους της που ανέρχονται σε 16 δισ. μέχρι το τέλος Ιουλίου, έδωσαν τροφή για επίμονες φήμες περί της προσφυγής της στον «μηχανισμό διάσωσης» ΕΕ – ΔΝΤ που ναι μεν διαψεύστηκαν επισήμως, καθόλου όμως πειστικά. Η επίσκεψη μάλιστα του επικεφαλής του μισητού οργανισμού Ντομινίκ Στρος Καν στην Μαδρίτη την προηγούμενη Παρασκευή επιβεβαίωσε και δεν διασκέδασε τις ανησυχίες.

Για να γίνει σαφής όμως ο μεροληπτικός, άδικος κι εν τέλει επικίνδυνος χαρακτήρας των μέτρων που εφαρμόζονται στην Ισπανία αξίζει να γίνει μια παρένθεση. Παρότι η χώρα του Θερβάντες έχει ενταχθεί προ πολλού στο μεσογειακό κλαμπ των υπό χρεοκοπία χωρών από την έρπουσα φημολογία και αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, το δημόσιο χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ συγκαταλέγεται στα ελάχιστα της ευρωζώνης που πληρούν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, κάτω δηλαδή του 60% του ΑΕΠ, κι είναι χαμηλότερο ακόμη κι από αυτό της Γερμανίας. Στο τέλος του 2009 συγκεκριμένα ανερχόταν στο 53% όταν της Γερμανίας ήταν 73%! Κατά συνέπεια μια συνεχή προσπάθεια διασυρμού της Ισπανίας, που οδήγησε ακόμη και την Παγκόσμια Τράπεζα να την συμπεριλάβει με επίσημη ανακοίνωσή της στις πέντε πιο υπερχρεωμένες χώρες της ΕΕ – προκαλώντας την δικαιολογημένη οργή της Μαδρίτης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα κι εξυπηρετεί μόνο πολιτικούς στόχους, όπως είναι η δικαιολόγηση αντιλαϊκών μέτρων. Για την ακρίβεια η Ισπανία είναι η 14η στη σειρά των πιο υπερχρεωμένων χωρών στην ΕΕ.

Το πραγματικό πρόβλημα της Ισπανίας αφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα της που στο τέλος του 2009 έφθασε το 11,2%. Κι εδώ όμως το πρόβλημα δεν είναι του δημόσιου τομέα, αλλά του… ιδιωτικού! Η Ισπανία μέχρι και το 2007 είχε πλεονασματικό κρατικό προϋπολογισμό με τα δημόσια έσοδα να υπερβαίνουν τις δαπάνες. Το Νοέμβρη του 2008 όμως, ανακοίνωσε γενναία και φιλόδοξα μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας με αφορμή το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων. Να σημειωθεί πως η Ισπανία ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, όπου η εν λόγω αγορά είχε φθάσει σε επίπεδα κερδοσκοπίας εφάμιλλα των ΗΠΑ. Με βάση μια πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύθηκε στους Financial Times στις 9 Ιούνη, πολλούς μήνες δηλαδή μετά το σκάσιμο της φούσκας κι αφότου είχε αρχίσει η προσγείωση στην πραγματικότητα, υπήρχαν ακόμη 690.000 έτοιμα προς πώληση σπίτια σε όλη τη χώρα των 46 εκ. κατοίκων, ενώ αν περιληφθούν και τα ημιτελή φθάνουν το 1 εκ.! Τα μέτρα στήριξης της αγοράς ύψους 11 δισ. ευρώ ανακοινώθηκαν το Νοέμβριο του 2008 (όπως μας υπενθύμισε η Wall Street Journal στις 17 Ιούνη) με ονομαστικό στόχο την μείωση της ανεργίας που άγγιζε τότε το υψηλό ποσοστό του 13,4%, μέσω της δημιουργίας 300.000 νέων θέσεων εργασίας. Ενάμισι χρόνο μετά βλέπουμε τι έχει συμβεί: Η ανεργία έχει αυξηθεί κατά 50%, πλήττοντας πάνω από το 20% των εργαζομένων και τα δημόσια οικονομικά εμφανίζουν μια μαύρη τρύπα πραγματικά πρωτοφανή. Η αιτία επομένως της απόκλισης δεν είναι η επούλωση του κοινωνικού ζητήματος, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι αυτό οξύνθηκε με τις λύσεις που επιλέγηκαν. Αιτία του προβλήματος είναι ο ιδιωτικός τομέας που απορρόφησε τη βροχή των δισεκατομμυρίων χωρίς να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και παραμένοντας, επίσης, προβληματικός.

Ειδικότερα, η αιτία της αστάθειας της Ισπανίας επικεντρώνεται στον τραπεζικό της τομέα που δεν γεννά καμιά αισιοδοξία για τις σταθερές του βάσεις με αποτέλεσμα να βρίσκει κλειστές τις στρόφιγγες του διατραπεζικού δανεισμού και μόνο τον Μάιο να αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα 85 δισ. ευρώ, που είναι το μεγαλύτερο ποσό το οποίο έχει ποτέ τραβηχτεί από την ΕΚΤ. Παρότι οι εργαζόμενοι της Ισπανίας πλήρωσαν όπως φάνηκε για αυτή την «διευκόλυνση», δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι για να αντλήσει το ένα τέταρτο αυτού του ποσού η Ελλάδα, ως την πρώτη δόση του δανείου με το οποίο αναχρηματοδοτήθηκαν τα δάνεια που έληγαν στις 18 Μαΐου, …μάτωσε. Οι όροι που της επιβλήθηκαν ισοδυναμούν με κοινωνική διάλυση, οικονομική καταστροφή και εθνική κατοχή!

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Ισπανίας είναι βαθιά διχασμένος φιλοξενώντας από την μια πλευρά, δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης και του κόσμου, την Banco Santander και την BBVA, ενώ από την άλλη φιλοξενεί κι έναν παράλληλο τραπεζικό τομέα (όπως ακριβώς συμβαίνει στην Γερμανία με τις κρατιδιακές τράπεζες) βαθιά προβληματικό, που συγκεντρώνει ωστόσο το 50% της τραπεζικής δραστηριότητας. Είναι οι περίφημες cajas de ahorros ή απλά cajas, όπως αποκαλούνται οι 45 τράπεζες καταθέσεων, κάτι σαν το δικό μας Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο πριν διεκδικήσει κι αυτό μια θέση στην πρώτη εθνική του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με 14.000 εργαζομένους και 2.300 υποκαταστήματα σε όλη την Ισπανία το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι η ταύτισή τους με τις αυτόνομες περιοχές που έχουν την έδρά τους. Μόνο η Καταλονία διέθετε 10 τέτοιες τράπεζες.

Το καθεστώς αυτό όμως τείνει προς εξαφάνιση. Η λύση που έδωσε η κυβέρνηση στο πρόβλημα της υπερχρέωσης των μικρών αυτών τραπεζών ήταν οι συγχωνεύσεις και εξαγορές που άμεσα, μέχρι τις 30 Ιούνη οπότε λήγει το χρονικό περιθώριο των διαβουλεύσεων, θα οδηγήσουν τις 45 τράπεζες να γίνουν 22 και πολύ σύντομα 15, όπως τόνιζε η ισπανική εφημερίδα El Pais στις 29 Μαΐου, καθώς πολλές θα κλείσουν. Το πρόβλημα από την γιγάντωση του τραπεζικού τομέα δεν εξαντλείται στην αναπόφευκτη μείωση των θέσεων εργασίας κατά 20%, παρά τη σημασία που έχει αυτή η εξέλιξη σε μια χώρα όπου η ανεργία καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ούτε στην ζημιά που θα υποστεί το δημόσιο καθώς έσπευσε να καλύψει με ρευστό, ύψους 11 δισ. ευρώ, τις μαύρες τρύπες τους, σύμφωνα με την El Pais στις 16 Ιούνη, με αποτέλεσμα στην πράξη να έχει χρηματοδοτήσει την κατάργηση 2.800 θέσεων σχετικά σταθερής εργασίας! Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι εξαφανίζονται οι δυνατότητες υποστήριξης της τοπικής, περιφερειακής ανάπτυξης μέσω των κεφαλαίων που διέθεταν τα εν λόγω μικρά τραπεζικά ιδρύματα σε τοπικές προτεραιότητες, οι οποίες είναι δύσκολο έως αδύνατο να καλυφθούν με αμιγώς επιχειρηματικά κριτήρια από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με αποκλειστικό όφελος την μεγιστοποίηση των κερδών τους. Το αποτέλεσμα θα είναι η όξυνση των περιφερειακών αντιθέσεων καθώς τα κεφάλαια θα παραμένουν στο κέντρο ενώ η περιφέρεια θα μαραζώνει κι έτσι το χάσμα μεταξύ τους – αιτία χρόνιων και αιματηρών εντάσεων στην Ισπανία – θα διευρύνεται.

Μια πλευρά αυτών των συγκρούσεων μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και τοπικών εξουσιών διαπέρασε το σιδερένιο τείχος της ενημέρωσης στις 26 Μαΐου, με αφορμή την «εξέγερση των δημάρχων», όπως γρήγορα χαρακτηρίστηκε. Συγκεκριμένα η κυβέρνηση Θαπατέρο στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας επιχείρησε να απαγορεύσει στους 9.000 δημάρχους να προβαίνουν σε μακροχρόνιο δανεισμό για επενδύσεις στους δήμους τους, σε μια προσπάθεια μείωσης του δημόσιου χρέους και των κρατικών δαπανών. Το αποτέλεσμα μετά την «εξέγερση των δημάρχων» που ξεπέρασε τα πολιτικά στρατόπεδα αγκαλιάζοντας όλους τους κομματικούς χώρους, ήταν η κυβέρνηση να υποχωρήσει περιορίζοντας την χρονική ισχύ του διατάγματος σε ένα μόνο έτος, το 2011, που είναι χρονιά δημοτικών εκλογών. Να αναφερθεί πως κι αυτή η τεράστιας σημασίας μεταβολή, που στην ουσία θα αποστερούσε τα τοπικά κράτη από τη δυνατότητα δημιουργίας υποδομών και έργων τοπικού ενδιαφέροντος, επιβλήθηκε πάλι με βασιλικό διάταγμα, χωρίς δηλαδή να περάσει από την κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση του Θαπατέρο κατέφυγε σε αυτή την ολιγαρχικής έμπνευσης οδό γιατί ήταν σίγουρη πως το μέτρο θα απορριπτόταν από την Βουλή. Άλλωστε μια μόλις μετά, στις 27 Μαΐου, ο νόμος για τη λιτότητα με στόχο την μείωση του ελλείμματος στο 6% το 2011, πέρασε από τη Βουλή με τη διαφορά μόλις μιας ψήφου, συγκεντρώνοντας 169 ψήφους έναντι 168.

Σε αυτό το πλαίσιο η ψήφιση από το κοινοβούλιο της Καταλονίας στις 8 Ιούνη ενός νόμου που ανοίγει την πόρτα για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την ανεξαρτησία της αποκτά ξεχωριστή σημασία. Παρότι οι πιθανότητες υλοποίησης ενός τέτοιου δημοψηφίσματος είναι εξαιρετικά ισχνές, λόγω του ότι απαιτείται η έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης, γίνεται εμφανές ότι η πολιτική λιτότητας και άγριων περικοπών πλήττει την εθνική συνοχή οξύνοντας τις φυγόκεντρες τάσεις. Η ίδια δυναμική της νεοφιλελεύθερης λιτότητας άλλωστε έβαλε φωτιά στις περιφερειακές αντιθέσεις και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως στην Ιταλία και πιο πρόσφατα στο Βέλγιο, σε σημείο τέτοιο ώστε να απειλείται ευθέως η συνοχή αυτών των κρατών.

Η λιτότητα οδηγεί σε πτώση τη δημοτικότητα του Θαπατέρο (Επίκαιρα, 22-28/4/10)

Σε συνεχή συρρίκνωση βρίσκεται η επιρροή του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ισπανίας και του ίδιου του πρωθυπουργού Χοσέ Λουίς Θαπατέρο εδώ και μερικούς μήνες, απ’ όταν για την ακρίβεια αποφάσισε να εφαρμόσει και στην Ισπανία ένα αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας και άγριων περικοπών. Γιατί, μέχρι και τα μέσα του προηγούμενου χρόνου οι σοσιαλιστές στην Ισπανία μπορεί να χρεωνόντουσαν την εκτίναξη της ανεργίας σε πρωτοφανή επίπεδα για όλη την Ευρώπη, κι ειδικότερα στο 20%, το πολιτικό τους στίγμα ωστόσο χαρακτηριζόταν από μια σειρά δημοκρατικών παρεμβάσεων σε ζητήματα προσωπικών ελευθεριών που εύκολα τοποθετούσαν το κόμμα τους στα αριστερά της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Τούτο άλλαξε άρδην από τις αρχές του 2010.

Συγκεκριμένα, δύο πρόσφατοι νόμοι έχουν εξοργίσει όλα τα εργατικά συνδικάτα, ακόμη κι αυτό που ελέγχεται από τους σοσιαλιστές. Ο πρώτος νόμος στόχευε στην μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από 11,2% που ήταν το 2009 στο ποσοστό που ορίζει ως ανεκτό η ΕΕ, το 3% (χωρίς φυσικά ποτέ να έχει εξηγήσει γιατί 3% κι όχι 4% ή 6%) μέχρι το 2013. Σε αυτή την κατεύθυνση από τον Ιούλιο θα αυξηθεί ο κεντρικός συντελεστής ΦΠΑ κατά δύο μονάδες φθάνοντας από 16% στο 18%. Επίσης επιβλήθηκαν άγριες περικοπές στους πόρους των περιφερειακών κυβερνήσεων, που απορροφούν το ένα τρίτο των δημόσιων δαπανών και πάγωμα σχεδόν των προσλήψεων δημοσίων υπαλλήλων, καθώς στο εξής θα προσλαμβάνεται μόνος ένας ανά δέκα συνταξιοδοτήσεις.

Η δεύτερη κυβερνητική πρωτοβουλία που προκάλεσε την πτώση των ποσοστών δημοτικότητας των σοσιαλιστών σχετίζεται με την αγορά εργασίας κι αν τα προτεινόμενα μέτρα εφαρμοστούν τότε η ανεργία, που βρίσκεται ήδη σε επίπεδο διπλάσιο του μέσου ευρωπαϊκού, θα εκτιναχθεί σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα. Το σχέδιο που έδωσε η κυβέρνηση την προηγούμενη εβδομάδα σε συνδικάτα και βιομηχάνους προβλέπει την προώθηση και ενεργοποίηση μιας μορφής συλλογικής σύμβασης εργασίας που αν κι έχει καθιερωθεί από το 1997, εφαρμόζεται μόνο περιθωριακά. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι ότι μειώνει την αποζημίωση στην περίπτωση απόλυσης για τον κάθε χρόνο εργασίας από τις 45 μέρες που ισχύει με την κανονική σύμβαση στις 33! Πρακτικά δηλαδή η κυβέρνηση Θαπατέρο, φθηναίνει το κόστος απολύσεων καταργώντας την όποια προστασία έχαιρε ως τώρα η εργασία – τυπική επί της ουσίας, όπως δηλώνει κι η εκτίναξη της ανεργίας. Το αποτέλεσμα ωστόσο θα είναι πολύ γρήγορα ακόμη κι αυτό το ποσοστό ανεργίας να το θυμούνται με νοσταλγία οι ισπανοί εργαζόμενοι γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν περάσει ο νόμος τότε οι επιχειρήσεις θα αλλάξουν μονομερώς τις συμβάσεις εργασίας κι οι απολύσεις θα πέφτουν σαν βροχή!

Η ανεργία θα γνωρίσει νέα ρεκόρ αν επίσης εφαρμοστεί μια επιπλέον διάταξη που περιλαμβάνεται στις κυβερνητικές προτάσεις για την αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος. Ειδικότερα η κυβέρνηση για να διευκολύνει τον ιδιωτικό τομέα προτείνει να αναλάβει η ίδια μέρους του κόστους των αποζημιώσεων σε περίπτωση απολύσεων. Αν εφαρμοστούν αυτά τα δύο μέτρα (μείωση της θεσμοθετημένης αποζημίωσης και ανάληψη μέρους του κόστους της από το δημόσιο) είναι εμφανές ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν θα έχει τον παραμικρό ενδοιασμό να απολύει όσους και όποτε θέλει οδηγώντας τους μισούς εργαζόμενους στην ανεργία. Πρόκειται για μέτρα πλήρους απορύθμισης της αγοράς εργασίας, που μόνο κατ’ ευφημισμό μπορούν να χαρακτηρισθούν μέτρα απελευθέρωσης, όπως αυτά που ζητούν οι εμπειρογνώμονες του μισητού ΔΝΤ («τριτοκλασσάτοι φοιτητές πρωτοκλασάτων πανεπιστημίων» όπως τους χαρακτηρίζει ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκιλιτς) απ’ όσες χώρες έχουν την ατυχία να πέσουν στην ανάγκη του. Είναι μέτρα άλλωστε που πριν τα αγαπήσει η σοσιαλδημοκρατία, «για το καλό της πατρίδας» πάντα, επιβλήθηκαν από τον Ρέιγκαν και την Θάτσερ…

Δεν περνάει επίσης απαρατήρητη η διγλωσσία, σε βαθμό υποκρισίας της ισπανικής κυβέρνησης, καθώς από την μια μεριά ο πρωθυπουργός της δήλωνε στους Financial Times την προηγούμενη Δευτέρα 12 Απρίλη πως «αν χρειαστεί να κάνουμε περισσότερες περικοπές ή μας ζητηθεί αυστηρότερη λιτότητα θα το κάνουμε», ενώ από την άλλη αναλαμβάνει το κράτος να πληρώνει τις αποζημιώσεις σε περίπτωση απολύσεων. Μα αν πραγματικά ενδιαφερόταν για την μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος θα επιδείκνυε και προς τον ιδιωτικό τομέα την ίδια πυγμή που επιδεικνύει και προς το κοινωνικό σύνολο περικόπτοντας τις κοινωνικές δαπάνες. Ο Θαπατέρο αντίθετα απαγορεύει τις προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων για να έχει λεφτά το δημόσιο να πληρώνει το κόστος των απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, διευκολύνοντάς τις ακόμη περισσότερο, διευρύνοντας έτσι το έλλειμμα.

Στην πρωτοβουλία της κυβέρνησης για τα εργασιακά περιλαμβάνεται ακόμη η νομιμοποίηση των ιδιωτικών γραφείων ευρέσεων εργασίας, η καθιέρωση της εργάσιμης εβδομάδας 4 ημερών κ.α. Οι προτάσεις έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τις εργοδοτικές οργανώσεις (CEOE), ενώ αντίθετα σε όλα τα συνδικάτα (CCOO, UGT) προκάλεσαν ψυχρολουσία, καθώς μόλις λίγους μήνες πριν είχε προηγηθεί κι άλλη, εξ ίσου αντιλαϊκή κυβερνητική παρέμβαση στα εργασιακά με στόχο την αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και την αλλαγή προς το χειρότερο για τους εργαζομένους του τρόπου υπολογισμού των συντάξεων.

Όπως αναμενόταν, ο ηγέτης του δεξιού Λαϊκού Κόμματος, Μαριάνο Ραχόϊ, αποστασιοποιήθηκε από τις κυβερνητικές προτάσεις για να μην αναλάβει μέρος του πολιτικού κόστους από τις τρομακτικές κοινωνικές συνέπειες που θα σημάνει η εφαρμογή τους, καθώς θα προσδώσει στην ανεργία ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ήδη όλες οι προβλέψεις για την αποκλιμάκωσή της έχουν διαψευστεί. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωνε δημόσια ότι στο τέλος του 2009 θα άρχιζε η μείωσή της. Τώρα την μεταθέτει για το τέλος του 2010 χωρίς και πάλι να είναι σίγουρο καθώς η ύφεση, που συνεχίζεται στην Ισπανία για επτά συνεχή τρίμηνα, αναμένεται να συνεχισθεί για όλο το τρέχον έτος. Ενώ, οι ρυθμοί ανάπτυξης το 2011 αναμένεται να κινηθούν μεταξύ 0% και 1%! Το «βάθος» που έχει η ανεργία στην Ισπανία φαίνεται επίσης από την τομεακή της κατανομή, καθώς δεν επικεντρώνεται στον κλάδο των κατασκευών απ’ όπου εισήλθε η ύφεση στην ισπανική οικονομία. Με βάση στοιχεία που δημοσίευσε η ισπανική εφημερίδα El Pais στις 7 Απρίλη, το 57% των ανέργων προέρχεται από τον τομέα των υπηρεσιών (2,4 εκ. άνεργοι στους 4,2 εκ. συνολικά), το 19% από τις κατασκευές (799.000 άνεργοι), το 12% από την βιομηχανία (523.000) και το 7% είναι νεοεισερχόμενοι στην αγορά, χωρίς προϋπηρεσία. Η ανεργία επομένως πλήττει όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες, αποτελώντας κριτήριο για τις πολιτικές επιλογές της κοινωνίας.

Η καταβαράθρωση της δημοτικότητας του Θαπατέρο και των σοσιαλιστών (όπως φάνηκε σε δημοσκόπηση που είδε το φως της δημοσιότητας στην El Pais όπου το 56% των Ισπανών πιστεύει ότι αν γίνονταν τώρα εκλογές θα τις κέρδιζε το Λαϊκό Κόμμα) δεν είναι τυχαία. Είναι το τίμημα που πληρώνουν για μια πολιτική που ακολουθούν η οποία είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του ΔΝΤ. Παρότι απομένουν δύο χρόνια μέχρι να στηθούν οι κάλπες στην Ισπανία, χωρίς κανένα κίνδυνο μπορούμε να εντάξουμε και τους ισπανούς σοσιαλιστές στην μεγάλη αλυσίδα των σοσιαλιστικών κομμάτων της Ευρώπης που καταβαραθρώθηκαν λόγω της απογοήτευσης που προκάλεσαν στους οπαδούς τους και της ακραία συντηρητικής, αντεργατικής πολιτικής που εφάρμοσαν. Ο πρώτος κρίκος αυτής της αλυσίδας ήταν η Γερμανία όπου ο Σρέντερ επέβαλε την Ατζέντα 2010 με την οποία κατακρεουργήθηκε το κράτος πρόνοιας κι ο πιο πρόσφατος η Ουγγαρία, όπου οι σοσιαλιστές οδήγησαν τη χώρα στο σφαγείο του ΔΝΤ. Κι έπονται πολλοί ακόμη…

Ισπανική υποχώρηση (Επίκαιρα, 18-24/2/2010)

«Δεν είμαστε Ελλάδα»! Αυτή είναι η γραμμή άμυνας της ισπανικής κυβέρνησης με την οποία επιχειρεί να βγάλει τη χώρα από το σκόπευτρο της διεθνούς κερδοσκοπίας και να αντιμετωπίσει τα εξευτελιστικά δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, ακόμη και κορυφαίων οικονομολόγων, όπως ο βραβευμένος με Νομπέλ Οικονομίας Πολ Κρούγκμαν, που έγραφε στις 2 Φεβρουαρίου στους New York Times ότι «το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η Ελλάδα, είναι η Ισπανία»!

Στην πραγματικότητα τα δημοσιονομικά προβλήματα που ταλανίζουν τόσο την Ελλάδα, όσο και την Ισπανία δεν είναι καθόλου διαφορετικά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλες, μα όλες οι ανεπτυγμένες χώρες, που στο αποκορύφωμα της κρίσης εντάχθηκαν στο διεθνές κλαμπ «ξόδεψε τώρα, πλήρωσε αργότερα». Στις αληθινές του διαστάσεις το πρόβλημα τέθηκε από το περιοδικό Time, στις 2 Φεβρουαρίου: «Ο πρόεδρος Ομπάμα μπορεί να άφησε τον κόσμο με τα σαγόνια ανοιχτά όταν πρότεινε προϋπολογισμό ύψους 3,8 τρισ. για το οικονομικό έτος του 2011 – που προβλέπει ένα εκπληκτικό έλλειμμα ύψους 1,6 τρισ. δολ. – δεν είναι ωστόσο το μοναδικό μέλος του κλαμπ “ξόδεψε τώρα, πλήρωσε αργότερα”. Στην Ευρώπη, οι κυβερνήσεις συνήθισαν τόσο πολύ να αναλαμβάνουν χρέη κατά τη διάρκεια των δύσκολων οικονομικά χρόνων ώστε ορισμένοι ειδικοί αρχίζουν να ανησυχούν αν θα επιστρέψουν ποτέ σε βιώσιμα επίπεδα ελλείμματος – ούτε κατά διάνοια σε ισορροπημένους προϋπολογισμούς – κάποια στιγμή στο σύντομο μέλλον. Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν από μόνες τους μια κατηγορία χρέους. Το προτεινόμενο έλλειμμα από τον Ομπάμα ανέρχεται στο 11% του ΑΕΠ… Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 20 από τα 27 μέλη της χρησιμοποιούν ελλείμματα για να αντεπεξέλθουν στην παγκόσμια ύφεση, με τον μέσο όρο να βρίσκεται αυτό το χρόνο στο 7,5%. Τρία χρόνια πριν ο μέσος όρος του ελλείμματος βρισκόταν στο 0,8% του ΑΕΠ της. Το μέγεθος αυξήθηκε στο 2,3% το 2008 και τον προηγούμενο χρόνο εκτινάχθηκε στο 6,9%. Το χειρότερο ωστόσο είναι ότι τα ελλείμματα αυξήθηκαν με την μεγαλύτερη ταχύτητα στην ομάδα της ευρωζώνης, που απαιτεί από τα μέλη της να περιορίσουν το έλλειμμα του προϋπολογισμού τους στο 3% του ΑΕΠ». Στη συνέχεια το αμερικανικό περιοδικό περιγράφει με ακρίβεια τις αιτίες της ανόδου του ελλείμματος: «Οι χώρες της ΕΕ συνολικά δαπάνησαν 1,5 δισ. δολ. για να διασώσουν τους προβληματικούς τραπεζικούς τομείς τους και 200 δισ. επιπλέον σε πακέτα δημοσιονομικής στήριξης για να αναζωογονήσουν τις οικονομίες τους. Παρότι τα τελευταία βοήθησαν την ευρωζώνη των 16 να εξέλθει από την ύφεση στα μέσα του 2009, ανέβασαν επίσης τα ήδη θεόρατα ελλείμματα ακόμη υψηλότερα κι έφεραν την Ελλάδα και την Ισπανία επικίνδυνα κοντά στη χρεοκοπία. Στο τέλος του προηγούμενου χρόνου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σήμανε τον συναγερμό για παρόμοιους κινδύνους και για μια άλλη ομάδα χωρών στην οποία περιλαμβάνεται η Γαλλία κι η Ιρλανδία»!

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι ελληνικό ή ισπανικό ή μεσογειακό. Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός παρατηρείται σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Σε ορισμένες μάλιστα χώρες τα διακυβεύματα είναι πολύ σοβαρότερα γιατί η δημοσιονομική κρίση συνοδεύεται με μια οξύτατη οικονομική κρίση, που πλήττει τα θεμέλια της οικονομικής δραστηριότητας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Ισπανία, που είναι η μοναδική από την ομάδα των 20 πλουσιοτέρων χωρών του κόσμου (G20) που ακόμη δεν έχει εξέλθει από την ύφεση κι η οικονομία της εξακολουθεί να συρρικνώνεται. Το μέλλον δε για την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είναι ζοφερό καθώς και για το τρέχον έτος αν κάτι προβλέπεται είναι συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,6%, όταν για την ευρωζώνη των 16 χωρών προβλέπεται άνοδος της τάξης του 1%, ενώ το δημόσιο χρέος της από 55% πέρυσι προβλέπεται το 2010 να ξεπεράσει το 74%. Το χειρότερο ωστόσο για την Ισπανία, πολύ χειρότερο ακόμη κι από την άνοδο του ελλείμματος στο 11,2% του ΑΕΠ το 2009, είναι η σταθεροποίηση της ανεργίας στο 19% εδώ και ένα σχεδόν χρόνο. Δεδομένου δε ότι άπαντες οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν πως η υπό εξέλιξη ανάκαμψη θα είναι αναιμική και δεν θα δημιουργεί θέσεις εργασίας, χωρίς κανένα ρίσκο μπορούμε να προβλέψουμε την ραγδαία όξυνση του κοινωνικού ζητήματος στην Ισπανία.

Ήδη οι τριγμοί είναι εμφανείς, αναγκάζοντας την κυβέρνηση του Θαπατέρο σε πολιτικές υποχωρήσεις υπό το βάρος των κοινωνικών αντιδράσεων. Γιατί, η μεγαλύτερη παραδοξότητα των ημερών μας είναι πως τα ελλείμματα και τα χρέη δημιουργήθηκαν μεν από την φούρια των κυβερνήσεων να σώσουν με κρατικό χρήμα τους κλυδωνιζόμενους τομείς της ιδιωτικής οικονομίας κι όχι από τις γενναίες κοινωνικές παροχές, ο λογαριασμός ωστόσο μεταφέρεται στους εργαζόμενους! Το παράδειγμα της Ισπανίας είναι από κάθε άποψη χαρακτηριστικό καθώς η κυβέρνηση το αμέσως προηγούμενο διάστημα εισηγήθηκε δύο νόμους που προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις. Ο πρώτος αφορούσε τις εργασιακές σχέσεις και προήγαγε την ελαστικοποίησή τους, διευκολύνοντας για παράδειγμα τις απολύσεις. Πρόταση που ισοδυναμεί με λάδι στη φωτιά της αυξανόμενης ανεργίας. Ο δεύτερος νόμος αφορούσε το ασφαλιστικό. Στην αρχική του εκδοχή περιελάμβανε δύο άρθρα φωτιά: Κατ’ αρχήν την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη. Αλλαγή που θα προκαλέσει την απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος για εκατοντάδες χιλιάδες αν όχι εκατομμύρια εργαζόμενους και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής εκατομμυρίων άλλων που θα απολέσουν θεμελιωμένα δικαιώματά τους για να καλυφθούν οι μαύρες τρύπες που άφησαν στα δημόσια ταμεία τα πακέτα διάσωσης των τραπεζών. Το δεύτερο άρθρο του ισπανικού αντι-ασφαλιστικού νομοσχεδίου περιελάμβανε την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της σύνταξης, με την επιμήκυνση από τα 15 στα 25 χρόνια του χρονικού διαστήματος που θα λαμβάνεται υπ’ όψη για τον υπολογισμό της σύνταξης. Η πρόταση αυτή αποσκοπούσε στη μείωση των συντάξεων δεδομένου ότι όσο περισσότερα χρόνια συνυπολογίζονται τόσο χαμηλότερα πέφτει ο μέσος όρος των συντάξιμων αποδοχών. Τόσο πολύ άρεσε μάλιστα αυτή η πρόταση της υπουργού Οικονομικών, Έλενα Σαλγάδο, που έχει αναλάβει το ρόλο του ιμάντα μεταβίβασης των οδηγιών της Κομισιόν στη Μαδρίτη, ώστε η σοσιαλιστική κατά τ’ άλλα κυβέρνηση την περιέβαλε και στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που υπέβαλε στις Βρυξέλες. Την ίδια μέρα όμως την Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 3 ώρες μετά την αποστολή του Προγράμματος Σταθερότητας η ισπανική κυβέρνηση αποστέλλει νέο κείμενο από το οποίο έχει αφαιρεθεί η επίμαχη παράγραφος! Ούτε μία αναφορά δεν υπάρχει στο νέο κείμενο στο ενδεχόμενο αλλαγής του τρόπου υπολογισμού των συντάξεων, ενώ από την Μαδρίτη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διαβεβαιώνει πως «η κυβέρνηση ούτε εξετάζει ούτε έχει εξετάσει αυτή την επιλογή».

Τι μεσολάβησε; Όπως αποκάλυψε η ισπανική εφημερίδα El Pais στις 8 Φεβρουαρίου στο υπουργικό συμβούλιο της 29ης Ιανουαρίου όπου υιοθετήθηκε κατ’ αρχήν η πρόταση για αύξηση των ηλικιακών ορίων και των ετών υπολογισμού της σύνταξης, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μανουέλ Τσάβες πρόβαλε σθεναρή αντίσταση και τελικά με την πάροδο λίγων ημερών κατάφερε να πείσει τους συναδέλφους του να μην συμπεριληφθεί η επίμαχη πρόταση. Το πέτυχε δε, υπενθυμίζοντάς τους ότι το 1985 η κυβέρνηση του Φελίπε Γκονθάλες πέρασε την μεγαλύτερη δοκιμασία της όταν προσπάθησε να αυξήσει πάλι τα έτη που προσμετρούνται για τον υπολογισμό της σύνταξης από 10 σε 15. Το αποτέλεσμα ήταν για πρώτη φορά μετά την πτώση του Φράνκο να οργανωθεί γενική απεργία. Ο δε υπουργός Εργασίας του Γκονθάλεθ ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη για το αντεργατικό πραξικόπημα που επιχειρήθηκε, λειτουργώντας πιθανά κι ως αποδιοπομπαίος τράγος, με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα το όνομά του να είναι στιγματισμένο. Για την ιστορία λεγόταν Χοακίν Αλμούνια και πολύ πιθανά από τότε ήταν ο άνθρωπος για όλες τις βρόμικες πολιτικές δουλειές…

Το πρόβλημα ωστόσο είναι πως υποχωρήσεις όπως η παραπάνω αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα. Ενώ, οι βρόμικες δουλειές που φέρνουν τελικά σε πέρας οι κυβερνήσεις είναι τόσες πολλές ώστε ρίχνουν τα εκλογικά τους ποσοστά στα Τάρταρα, όπως βεβαιώνει και το παράδειγμα του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ισπανίας που σε όλες τις δημοσκοπήσεις είναι δεύτερο κόμμα, με το Λαϊκό Κόμμα της Δεξιάς να το ξεπερνάει με 6 μονάδες.

Μετά τη μετάσταση στα δημοσιονομικά, η μετάσταση στην πολιτική αποδεικνύεται τελικά η πιο επικίνδυνη υποτροπή της οικονομικής κρίσης…

Αρέσει σε %d bloggers: