Σε ελεύθερη πτώση η αμερικανική ισχύς (Μετροπόλιταν, 13/9/2009)

Ένας χρόνος συμπληρώνεται αυτές τις μέρες από την κατάρρευση της Lehman Brothers που έκανε ορατό το ενδεχόμενο μιας συστημικής κατάρρευσης της παγκόσμιας οικονομίας και πριν απ’ όλες της αμερικανικής. Τα μέτρα που λήφθηκαν στη συνέχεια μπορεί να απομάκρυναν ένα τέτοιο ενδεχόμενο ωστόσο η αμερικανική οικονομία έχει δεχθεί ένα δυσανάλογο βαρύ πλήγμα, όπως φαίνεται από τη λίστα των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κόσμου, από την συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου, κ.α.

 Ποτέ άλλοτε από το 1995, που το αμερικανικό περιοδικό Fortune εκδίδει ανελλιπώς κάθε χρόνο τη λίστα των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κόσμου, ο αριθμός των αμερικανικών επιχειρήσεων δεν έπεσε τόσο χαμηλά. Μόλις 140 επιχειρήσεις βρίσκονται φέτος στον κατάλογο που αποτελεί την πιο αντιπροσωπευτική καταγραφή των κινητήρων της παγκόσμιας οικονομίας. Πριν 2 χρόνια, το 2007, οι αμερικανικές επιχειρήσεις έφθαναν τις 162, ενώ το 1998 είχε καταγραφεί ένα από τα μεγαλύτερα ρεκόρ αριθμώντας 175.

Το κενό που αφήνει πίσω της η χρεοκοπία αμερικανικών γιγάντων, όπως των πολυεθνικών AIG, Coutnrywide Financial, Freddie Mae, Lehman Brothers, Merrill Lynch, Wachovia και Washington Mutual που φέτος απουσιάζουν  από τη λίστα του Fortune καλύπτει με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα η Κίνα. Ειδικότερα, 37 πολυεθνικές επιχειρήσεις προέρχονται από την Κίνα, όταν το 2007 ήταν 24, το 2003 ήταν 11 και το 1995 μόνο 3! Θεαματική επίσης, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση – αυτής της συρρίκνωσης, είναι η μεταβολή που καταγράφεται στην παρουσία της Ιαπωνίας, ως αποτέλεσμα της υπερδεκαπενταετούς οικονομικής κρίσης. Ενώ λοιπόν το 1995 περισσότερες από 1 στις 3 επιχειρήσεις του Fortune έγραφαν στα προϊόντα τους Made in Japan, φέτος μόλις 68 επιχειρήσεις προέρχονταν από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Ωστόσο η Ιαπωνία, παρά την υποχώρηση που καταγράφει στο πέρασμα του χρόνου, είναι η δεύτερη χώρα μετά τις ΗΠΑ στη λίστα του αμερικανικού περιοδικού δείχνοντας έτσι πως η ηγεμονία της αμερικανικής οικονομίας όσο κι αν έχει συρρικνωθεί αυτό το χρόνο δεν απειλείται ευθέως από κάποια άλλη χώρα.

Τα πλήγματα ωστόσο που δέχεται η αμερικανική οικονομία είναι πολλαπλά. Πέραν της κατάρρευσης υπεραιωνόβιων πολυεθνικών κολοσσών, θύμα της κρίσης αποτελεί και το δολάριο, όπως μαρτυρά η κατάρρευση της ισοτιμίας του έναντι των σημαντικότερων ανταγωνιστών του. Από τις αρχές του 2001 μέχρι πρόσφατα το δολάριο έχει υποτιμηθεί έναντι του ευρώ κατά 34%, έναντι του γεν κατά 18% και ως προς τη βρετανική λίρα έχει χάσει το 9% της αξίας του. Ανεξάρτητα από τις ευεργετικές επιδράσεις που προκαλούνται στην αμερικανική παραγωγή, καθώς τα αμερικανικά προϊόντα καθίστανται φθηνότερα στις διεθνείς αγορές, η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι λόγοι που το καθιστούσαν πρώτη επιλογή των διαχειριστών του χαρτοφυλακίου κάθε κεντρικής τράπεζας. Ο μόνος λόγος αντίθετα που κάνει ελκυστική την αγορά του είναι για να διασώσει την αξία των υφιστάμενων τοποθετήσεων.

Ενδεικτικό στοιχείο για την καταβύθιση της αξίας του δολαρίου είναι ότι για πρώτη φορά τα τελευταία 16 χρόνια συμφέρει περισσότερο ο βραχυχρόνιος δανεισμός σε δολάρια παρά σε γεν. Συγκεκριμένα για πρώτη φορά από τον Μάη του 1993 το διατραπεζικό επιτόκιο που προσφέρεται στην αγορά του Λονδίνου για το δολάριο, γνωστό στους τραπεζικούς κύκλους κι ως Libor, έπεσε κάτω από αυτό του γεν (0,37188% έναντι 0,38813%). Η διαφορά φαντάζει αμελητέα για τους μη ειδήμονες καθώς έγκειται στα δεκαδικά ψηφία. Πρόκειται ωστόσο για μια κρίσιμη αλλαγή καθώς το δολάριο παίρνει την καθόλου τιμητική σκυτάλη (για ένα νόμισμα που παραμένει ακόμη και σήμερα παγκόσμιο μέσο αποθησαύρισης και συναλλαγών) την οποία κρατούσε το γεν ως νόμισμα δανεισμού για βραχυχρόνιες τοποθετήσεις. Ως αποτέλεσμα των μηδενικών επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας, όσοι ήθελαν να επενδύσουν στο ευρώ ή ακόμη και το αμερικανικό νόμισμα για να εκμεταλλευτούν τις υψηλές αποδόσεις τους, δανείζονταν σε γεν (το λεγόμενο carry trade). Στο εξής σε δολάρια…

Το ροκάνισμα της αξίας του δολαρίου, που δεν είναι κάτι καινούργιο, επιταχύνθηκε από το χρηματοδοτικό πακέτο, ύψους 787 δισ. δολ. που ενέκρινε η αμερικανική κυβέρνηση τον Φεβρουάριο για να αναθερμάνει την οικονομία. Ένα δεύτερο αποτέλεσμα της ένεσης ρευστού που έγινε στην οικονομία ήταν η άνοδος του δημόσιου χρέους, που τώρα αρχίζει να γίνεται αισθητή συγκεντρώνοντας την δημόσια κριτική. Όπως ανακοινώθηκε επίσημα πριν δύο εβδομάδες το χρέος για το 2010 πρόκειται να φθάσει το 66% για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1940, όταν είχε αγγίξει το 121%. Στις ΗΠΑ αυτό που κατά βάθος φοβούνται, παρότι κανείς δεν το ομολογεί είναι μήπως η διαχείριση της κρίσης και το κόστος της αποτροπής μιας συστημικής κατάρρευσης είναι ένα δυσθεώρητο χρέος, όπως της Ιαπωνίας που ανέρχεται στο 180% και είναι κατά βάση δημιούργημα της χαμένης δεκαετίας, που ακολούθησε την πτώση της φούσκας των ακινήτων και την καθίζηση του χρηματιστηριακού δείκτη Νικέι το 1991.

Υπό αυτό πρίσμα έχουν ιδιαίτερη σημασία οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο καθαρά απέναντι στα σαφή σημάδια εξόδου από την κρίση τα οποία διαφαίνονται για πρώτη φορά μετά από έναν τουλάχιστον χρόνο. Για παράδειγμα στις ΗΠΑ δύο τομείς που δέχθηκαν τις χειρότερες συνέπειες της κρίσης (οι πωλήσεις νέων κατοικιών και οι παραγγελίες διαρκών καταναλωτικών αγαθών) είδαν τα αποτελέσματά τους τον Ιούλη να ανακάμπτουν για πρώτη φορά μετά τον Σεπτέμβρη του 2008. Προανάκρουσμα ανάκαμψης επίσης, συνιστά το γεγονός ότι οι χρηματιστηριακοί δείκτες FTSE 100 και S&P 500 έπιασαν τα επίπεδα του Οκτώβρη του 2008 (κάνοντας την υπόθεση ότι η άνοδός τους δεν είναι αποτέλεσμα κερδοσκοπίας αλλά προεξόφληση κερδών). Ωστόσο, από την άλλη μεριά οι αμερικανικές αρχές διαβεβαιώνουν ότι η ανεργία θα συνεχίσει να αυξάνεται. «Προβλέπουμε ότι η ανεργία θα φθάσει το 10% για ορισμένους μήνες και ορισμένα τρίμηνα», δήλωσε στους δημοσιογράφους στα τέλη Αυγούστου η Χριστίνα Ρομέρ, επικεφαλής των Οικονομικών Συμβούλων του Μπαράκ Ομπάμα, αναφερόμενη στο 2010, οπότε θεωρείται σίγουρο πως οι ρυθμοί μεγέθυνσης θα πάψουν να είναι αρνητικοί όπως θα συμβεί κατά το τρέχον έτος, που το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί κατά 2,8%, και τότε θα αγγίξουν το 2%. Η απασχόληση ωστόσο δεν πρόκειται να ακολουθήσει παράλληλη θετική πορεία. Ανάλογα αντιφατικά δείγματα καταγράφονται σε όλο τον κόσμο. Από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η άνοδος του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του έτους για τη Γαλλία και τη Γερμανία έστω κατά 0,3% κι η άνοδος των βιομηχανικών παραγγελιών τον Ιούνιο για πρώτη φορά μετά τον Σεπτέμβριο του 2007 συμβαδίζουν με την εκτίναξη της ανεργίας στην ευρωζώνη στο 10%, μέχρι την Κίνα και τη Ρωσία, όπου η ελπιδοφόρα άνοδος της βιομηχανικής παραγωγής κατά 4,5% και 4,7% τον Ιούνη και τον Ιούλη στην τελευταία αφήνει εντελώς ανεπηρέαστη την ανεργία που επισήμως θα συνεχίσει να πλήττει το 8% του εργατικού δυναμικού.

Είναι τόσο βαριά η σκιά αυτών των αντιφατικών ενδείξεων, πείθοντας ότι το κοινωνικό ζήτημα θα βρεθεί σε παροξυσμό μετά την τυπική λήξη της βαθύτερης κρίσης που γνώρισε ο κόσμος μετά από αυτή του 1930, ώστε δικαιολογημένα όσοι χαράζουν πολιτική αρνούνται να εκφράσουν την αισιοδοξία τους για την επιστροφή στην κανονικότητα. Χώρια που κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν άλυτα ενώ οι συνταγές του παρελθόντος ελάχιστα βοήθησαν ή βοήθησαν μόνοι ως αρνητική εμπειρία, όπως φάνηκε από την ευκολία με την οποία η αμερικανική κεντρική τράπεζα ξανάγραψε το εγχειρίδιο λειτουργίας των κεντρικών τραπεζών, δανείζοντας απ’ ευθείας στις επιχειρήσεις. Πως θα αντιδράσουν για παράδειγμα οι οικονομίες όταν αποσυνδεθούν από τη μηχανική υποστήριξη, όταν δηλαδή τερματιστούν οι ποικίλες κρατικές χρηματοδοτήσεις και τα κάθε λογής κίνητρα και επιδοτήσεις από τον προϋπολογισμό; Πότε θα αρχίσουν να αυξάνονται τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών και τι συνέπειες θα έχει για τις επιχειρήσεις η έξοδός τους από τη μηδενική ζώνη (του λυκόφωτος);

Πρώτες πεθαίνουν οι ελπίδες για τον Ομπάμα (Πριν, 8/11/2008)

Μαζικό, λαϊκό ρεύμα υπέρ του Ομπάμα

ΤΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να υποτιμήσει τις άνευ πρόσφατου προηγουμένου προσδοκίες που έχει δημιουργήσει η απροσδόκητη εμφάνιση στην πολιτική κονίστρα και η μετεωρική άνοδος του Μπάρακ Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ. Οι λαοθάλασσες που συγκεντρώνονταν για να τον ακούσουν, με αποκορύφωμα τους 200.000 ανθρώπους που μαζεύτηκαν το βράδυ της περασμένης Τρίτης στο Μεγάλο Πάρκο του Σικάγου, και κυρίως τα αποτελέσματα των εκλογών βεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται για μια αλλαγή ρουτίνας στον Λευκό Οίκο. Είναι κατ’ αρχήν η διαφορά των 6 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του Ρεπουμπλικανού υποψήφιου Μακ Κέην που έκανε το ποσοστό του 52% να φαντάζει εντυπωσιακό. Φαίνεται δε ακόμη εντυπωσιακότερο αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά υπερβαίνουν τα συνήθη επίπεδα των Δημοκρατικών: όχι μόνο του Κλίντον αλλά ακόμη και του Κάρτερ, που μετά βίας έφθασαν το 50,1%. Έπειτα είναι η σύνθεση των ψήφων του που συγκροτεί ένα εξαιρετικά δυναμικό κοινωνικό μίγμα. Ο 47χρονος γερουσιαστής μέχρι τώρα, που δεν είχε συμπληρώσει καν μια ολόκληρη θητεία στη Γερουσία όπου εξελέγη πρώτη φορά το 2005, σάρωσε στους μαύρους που τον ψήφισαν κατά 98%, τους Λατίνους που τον ψήφισαν κατά 66%, όσους ψήφιζαν για πρώτη φορά (68%) και τους νέους 18 – 29 ετών (συγκεντρώνοντας το 66% των ψήφων τους).

Το κοινωνικό ρεύμα που δημιουργήθηκε υπέρ του Ομπάμα υποκινήθηκε κατά μεγάλο μέρος από τον Μπους, κατ’ αναλογία της αθέλητης μεν, τεράστιας ωστόσο συνεισφοράς που είχε ο …Αλογοσκούφης στην πρόσφατη δημοσκοπική επιτυχία του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη δηλαδή κι ένας λιγότερο χαρισματικός Δημοκρατικός υποψήφιος να διεκδικούσε την προεδρία έπρεπε να προσπαθήσει για να χάσει, ειδικά μάλιστα από τον Τζον Μακ Κέην το βιογραφικό του οποίου έκανε έγκαιρα γνωστό ο Γκορ Βιντάλ: «Πήγε σε ιδιωτικό σχολείο και ήταν ο τελευταίος στην τάξη του. Συνέτριψε το αεροπλάνο του, κατέστη αιχμάλωτος πολέμου και τώρα προσπαθεί να εμφανιστεί ως ήρωας πολέμου». Προς επίρρωση μια σειρά στοιχεία που βεβαιώνουν την παντελή ανυποληψία της κυβέρνησης Μπους και των Ρεπουμπλικάνων και την ήττα συνολικότερα του νεοσυντηρητικού σχεδίου. Για παράδειγμα, εντός των ΗΠΑ τα ποσοστά επιδοκιμασίας της κυβέρνησης Μπους κυμαίνονται από 19% έως 20%. Ο Μπους δηλαδή τα καταφέρνει λίγο καλύτερα από τον Γέλτσιν την εποχή που γύρναγε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τρεκλίζοντας από το ποτό. Οι 4 στους 5 Αμερικάνους επίσης δηλώνουν ότι η χώρα τους κινείται σε λάθος κατεύθυνση. Εκτός των ΗΠΑ τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για όσους επαγγέλονταν ένα «νέο αμερικανικό αιώνα» και χωρίς μάλιστα να ρωτηθούν οι λαοί της δικής μας περιοχής που γνώρισαν από πρώτο χέρι τις ωδίνες αυτής της τερατογένησης. Στο Μεξικό και τον Καναδά συγκεκριμένα, ο Μπους θεωρείται εξ ίσου επικίνδυνος για την παγκόσμια ειρήνη με το σύμβολο του απόλυτου κακού για την αμερικανική προπαγάνδα, τον πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Λίγο πιο ‘δώ τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για τη δημόσια εικόνα των ΗΠΑ μια, και όπως δείχνει έρευνα του BBC, οι κάτοικοι της Αιγύπτου και του Πακιστάν ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Αλ Κάιντα, προτιμούν τη δεύτερη!!!

Η αναστροφή αυτής ακριβώς της κατάστασης, η αναστήλωση δηλαδή της θέσης και του γοήτρου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού είναι το έργο που έχει ανατεθεί στον πρώτο αφροαμερικανό πρόεδρο των ΗΠΑ.

Επιλέγοντας να συμμαχήσει στην προεκλογική περίοδο με πρόσωπα που εγγυώνται την συνέχιση της επιθετικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ο Μπάρακ Ομπάμα, αντί για παράδειγμα να ορίσει ως αντιπρόεδρό του τον αριστερό – για τα αμερικανικά δεδομένα – Τζ. Έντουαρντς, περιόρισε το εύρος της νίκης του και προδίκασε την κατεύθυνση που θα κινηθεί.

 

Το χαμήλωμα των – επικίνδυνων – προσδοκιών πρώτη προτεραιότητα του επιτελείου του νέου προέδρου

 

Από το μίγμα των ψηφοφόρων του Ομπάμα που περιγράψαμε στη διπλανή στήλη απουσιάζει με κραυγαλέο μάλιστα τρόπο ένα κοινωνικό στρώμα, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά του: η λευκή εργατική τάξη. Ειδικότερα, λευκοί απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης – χωρίς δηλαδή πανεπιστημιακή παιδεία που (μαζί με τους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών και τους πλούσιους – για διαφορετικούς ωστόσο λόγους) ψήφισαν κατά προτίμηση τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων. Η απουσία του ήταν αναμενόμενη, από τη στιγμή που ο Ομπάμα αρνήθηκε να επιλέξει ως αντιπρόεδρό του τον Τζον Έντουαρντς, επίδοξο διεκδικητή του χρίσματος ο οποίος όμως αποχώρησε πολύ νωρίς. Ο Τζον Έντουαρντς όμως ήταν ότι πιο αριστερό έχει βγάλει το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα τα τελευταία χρόνια, έχοντας οργανικούς δεσμούς με τα αμερικανικά συνδικάτα και επιβεβαιωμένη από τις δημοσκοπήσεις υψηλή επιρροή στα «μπλε κολάρα». Γι αυτόν ακριβώς το λόγο το αμερικανικό κατεστημένο τον έθεσε έγκαιρα εκτός μάχης με τον πιο σίγουρο και δοκιμασμένο τρόπο: βγάζοντας στη φόρα έναν παράνομο δεσμό του… Έτσι, ο Ομπάμα για την εξαιρετικά νευραλγική θέση του αντιπροέδρου (πολύ περισσότερο αν δούμε ότι κατά την οκταετία Μπους ο Ντικ Τσέινι λάβαινε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις) επέλεξε τον Τζον Μπάιντεν που είχε διατελέσει επί χρόνια πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας κι ο οποίος εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα εξασφαλίσει τη συνέχεια της ακολουθούμενης πολιτικής. Το ίδιο εγγυώνται και μια σειρά πρόσωπα που στήριξαν τον Ομπάμα: από την Μαντλίν Ολμπράιτ και τον Κόλιν Πάουελ, που πρώτος απέδειξε ότι δεν είναι και τόσο εξωτική επιλογή ο διορισμός ενός αφροαμερικάνου σε κρίσιμη πολιτική θέση, μέχρι τον Φουκουγιάμα.

Το κόστος που κατέβαλλε γι αυτή την επιλογή του ο υποψήφιος των Δημοκρατικών δεν είναι αμελητέο, παρά τις σημαντικές εκλογικές επιδόσεις του. Γιατί, ο Ομπάμα μπορεί να υπερέβη τα ποσοστά του Κλίντον και του Κάρτερ εκλέγοντας 349 μέχρι στιγμής εκλέκτορες (ενώ απαιτούνται 270 για να ορίσουν πρόεδρο), χάρη στην άνοδο της συμμετοχής που έφθασε τα επίπεδα του 64% (για πρώτη φορά μετά το 1908), ωστόσο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις εκλογικές επιδόσεις του Ρόναλντ Ρέιγκαν ο οποίος στις ενδιάμεσες εκλογές του 1984 είχε πετύχει έναν ανεπανάληπτο εκλογικό και κατ’ επέκταση πολιτικό θρίαμβο που διαρκεί μέχρι σήμερα: Βάφοντας όλον, μα όλον τον εκλογικό χάρτη των ΗΠΑ κόκκινο, όπως είναι το χρώμα των Ρεπουμπλικάνων, με μοναδική εξαίρεση της Πολιτεία της Μινεσότας κατάφερε να εξασφαλίσει 525 από τους 538 βουλευτές, αφήνοντας στους Δημοκρατικούς μόνο 13! Η τοποθέτηση του πήχη σε αυτό το σημείο δεν είναι καθόλου τυχαία, γιατί το μεγάλο διακύβευμα με την εκλογή του Ομπάμα, τουλάχιστον για τις λαϊκές προσδοκίες που ξεσήκωσε, είναι το κατά πόσο θα σημάνει τον τερματισμό της μακράς συντηρητικής περιόδου που ξεκίνησε με την εκλογή του Ρέιγκαν το 1982, χωρίς η οκταετία του Κλίντον να την διαρρήξει, παρά μάλιστα τις ελπίδες που γέννησε για μια αντινεοφιλεύθερη στροφή όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στην από δω μεριά του Ατλαντικού. Παρόλα αυτά σε μόλις δύο χρόνια κι αφού είχε μεσολαβήσει η άτακτη υποχώρηση της Χίλαρι (με πολιτική ευθύνη του ίδιου του Κλίντον φυσικά) στο θέμα της καθολικής ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού, τα ποσοστά αποδοχής του μειώθηκαν στο 35%, ενώ το 65% των ψηφοφόρων του δήλωνε πως  δεν πρόκειται να τον ψηφίσουν για δεύτερη φορά. Η παρθενική εμφάνιση των νεοσυντηρητικών με το Συμβόλαιο για την Αμερική του Νιουτ Γκίνγκριτς την ίδια χρονιά και η συνεχής μείωση των ποσοστών του σε όλες τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις (έως ότου το σκάνδαλο με την Μόνικα Λεβίνσκι ήρθε να κλείσει με ατιμωτικό τρόπο την οκταετία του) περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα των αποφάσεών του, ενώ το κενό κάλυπτε κατά βήμα το ανερχόμενο νεοσυντηρητικό ρεύμα.

Το κόστος που κατέβαλε ο Ομπάμα από την απροθυμία του να συμμαχήσει με τον Τζ. Έντουρντς και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία της Αμερικής που είχε στοιχηθεί από πίσω του μετριέται και με πιο πρακτικούς όρους, όπως με την αποτυχία του για παράδειγμα να εκλέξει 60 γερουσιαστές στο σχετικό κοινοβουλευτικό σώμα οπότε θα στερούσε το δικαίωμα του βέτο από τους αντιπάλους του και θα μπορούσε να διαχειριστεί εν λευκώ την εξουσία του. Το θετικό αποτέλεσμα που θα είχε ο Ομπάμα αν στρεφόταν προς τα αριστερά δίνοντας τη θέση του αντιπροέδρου στον Έντουαρντς επιβεβαιώνεται από τα καλά αποτελέσματα που είχαν οι αριστεροί υποψήφιοι, υπερσκελίζοντας αθροιστικά τους ακροδεξιούς. Για παράδειγμα, ο Ραλφ Νέιδερ συγκέντρωσε 600.000 ψήφους (και 4 εκ. δολάρια οικονομικές ενισχύσεις), η Σίνθια Μακ Κίνεϋ 120.000 ψήφους (και 880.000 δολ.) ενώ η μητέρα του σκοτωμένου στο Ιράκ αμερικανού στρατιώτη και σύμβολο πια του αντιπολεμικού κινήματος Σίντι Σίχαν που έγινε γνωστή όταν κατασκήνωσε έξω από το ράντσο του Μπους για να απαιτήσει την επιστροφή του αμερικανικού στρατού κέρδισε στο Σαν Φραντζίσκο το 17,9% των ψήφων! Απέναντί της μάλιστα δεν είχε κάποιον συντηρητικό ή δεύτερης κλάσης δημοκρατική υποψηφιότητα αλλά την επικεφαλής των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, Νάνσι Πελόσι, που εκλέχτηκε για 12η φορά! Μη έχοντας όμως ο Ομπάμα μετά την 20η Ιανουαρίου, οπότε θα αναλάβει και επίσημα τα καθήκοντά του, την πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία θα είναι αναγκασμένος να παίρνει υπ’ όψη του τις θέσεις των Ρεπουμπλικανών για σημαντικά ζητήματα ή να επικαλείται προσχηματικά την άρνησή τους προκειμένου να τα απορρίπτει.

Ας μη βιαστεί κάποιος να χαρακτηρίσει ως ακραία υποθετικό και πρακτικά αδύνατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η σημερινή Γουόλ Στριτ Τζέρναλ αναφερόμενη στην ατζέντα του περιθωριοποιημένου πλέον εργατικού συνδικάτου AFL – CIO (όχι μόνο λόγω της γνωστής πολιτικής του κατεύθυνσης αλλά λόγω επίσης και του ότι μέλη του είναι μόνο το 7,5% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα από 20% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80) επικαλείται αυτήν ακριβώς την πλειοψηφία στην αμερικανική Γερουσία για να την απορρίψει! Πρόκειται ειδικότερα για ένα νομοσχέδιο (με τίτλο Νόμος για την Ελεύθερη Επιλογή του Εργαζομένου) το οποίο ο πρόεδρος του συνδικάτου χαρακτηρίζει ως «το σημαντικότερο θέμα που έχουμε» και η ακραία νεοσυντηρητική εφημερίδα προοικονομεί την ατυχή του κατάληξη λόγω της δικαιώματος βέτο των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, πριν ακόμη αναλάβει έργο η καινούργια Γερουσία! «Με τους Δημοκράτες να έχουν αποτύχει να κερδίσουν την κρίσιμη πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία μερικοί υποστηρίζουν πως τώρα είναι περισσότερο πιθανός ένας συμβιβασμός στην επίμαχη πρόβλεψη»!!!

Η παραπομπή στις ελληνικές καλένδες του αιτήματος της AFL – CIO δεν ήταν και το μοναδικό κρούσμα που το επιτελείο Ομπάμα θέλησε να αποστασιοποιηθεί από το ρεύμα το οποίο τον ανέδειξε, ελπίζοντας πως με την εκλογή του θα ξεκινήσει μια περίοδο σαρωτικών και άμεσων αλλαγών. Έτσι, για παράδειγμα, το ρεπορτάζ της προχτεσινής Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν για τη νέα αμερικανική ηγεσία άρχιζε με τα εξής: «Ο εκλεγμένος πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια να περιστείλει τις ασυνήθιστα υψηλές προσδοκίες μεταξύ των υποστηρικτών του που οι σύμβουλοί του φοβούνται και να θυμίσει στους Αμερικανούς ότι αν και κέρδισε τις εκλογές με μια πλατφόρμα αλλαγής οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα είναι σημαντικές και θα πάρει χρόνο για να τις διαχειριστεί». Ξενερώνοντας μάλιστα ο ίδιος τις υψηλές προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί όταν απάντησε σε δημοσιογραφική ερώτηση για το τι πρέπει να αναμένεται τις πρώτες 100 μέρες από την εκλογή του παρέπεμψε τον δημοσιογράφο στις πρώτες 1.000 μέρες, δηλαδή στο πέρας της πρώτης τριετίας! Ρεπορτάζ των βρετανικών Τάιμς με τίτλο «Ο Μπάρακ Ομπάμα καταστρώνει σχέδια για να εκτονώσει τις προσδοκίες μετά τη εκλογική νίκη» ήταν επίσης αποκαλυπτικό για τα μετέπειτα σχέδια του διαδόχου του Μπους: «Σε συνέντευξη σε ραδιοφωνικό σταθμό του Κολοράντο εμφανίστηκε ήδη να επιδίδεται στο χαμήλωμα των προσδοκιών. Ερωτώμενος για τους στόχους του τις πρώτες εκατό ημέρες είπε ότι χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να καταπιαστεί με τόσο μεγάλα και δαπανηρά ζητήματα όπως η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας, η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας και το Ιράκ. Τις τελευταίες επίσης μέρες υπενθύμιζε στα πλήθη πόσο δύσκολο θα είναι να πετύχει τους στόχους του κι ότι θα απαιτηθεί χρόνος». Κατά την προεκλογική περίοδο επίσης προσγείωσε τις προσδοκίες και σ’ ότι αφορά το βάθος των αλλαγών, υποσχόμενος δικομματική συναίνεση, για να του απαντήσουν εύστοχα ακόμη και οι Νιου Γιορκ Τάιμς στις 6 Νοεμβρίου πως «αν εργαστεί με τους Ρεπουμπλικάνους για να βρει κοινό έδαφος σε θέματα όπως το Ιράκ, η τρομοκρατία και η κλιματική αλλαγή κινδυνεύει να αποξενωθεί από την προοδευτική του βάση»! Τις προσδοκίες  της «Ομπαμάνια» προσγείωσε χωρίς περιστροφές ο ανταποκριτής των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στην αμερικανική πρωτεύουσα γράφοντας, μια μέρα μάλιστα πριν τις εκλογές, πως «οι ομοιότητες με τον Τόνι Μπλερ είναι αδύνατο να παραβλεφθούν. Ο ενθουσιασμός μεταξύ των οπαδών του Ομπάμα δεν είναι απλά αφελής, αλλά αγγίζει την παραφροσύνη θυμίζοντας πολύ τον ενθουσιασμό στη Βρετανία το 1997 για τον Μπλερ. Θυμάστε πως όλα τελικά έγιναν δυνατά; “Τα πράγματα μπορούν μόνο να βελτιωθούν” Και δείτε τώρα πως κατάντησαν»!

Συνεχίζεται ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας! 

ΝΕΑ ΡΗΓΜΑΤΑ ΜΕ τους ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΧΥΣΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΖΕΙ Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

 

Δεν είναι συνεπώς καθόλου παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι το συνεχώς ογκούμενο ρεύμα που στήριξε τον Ομπάμα τους 21 αυτούς μήνες που διήρκεσε η προεκλογική εκστρατεία πολύ σύντομα θα ξεφουσκώσει, θα ηττηθεί. Αυτό άλλωστε επιδιώκει το ίδιο το επιτελείο του Ομπάμα. Κι αν δεν το καταφέρει με την πειθώ θα έρθουν οι πρώτες 100 μέρες, οπότε ανεξαρτήτως από τη θέληση του Ομπάμα, όλοι θα κάνουν έναν πρώτο απολογισμό για το κατά πόσο διαφορετική ήταν η θητεία του μαύρου προέδρου στον Λευκό Οίκο. Δεν αποκλείεται καθόλου βέβαια το διάστημα που μεσολαβεί η σημερινή ηγεσία να επιχειρήσει να προκαταβάλει την εξωτερική πολιτική του Ομπάμα, όπως άλλωστε είχε κάνει κι ο Μπους ο πρεσβύτερος εισβάλλοντας στη Σομαλία το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ήττας του από τον Κλίντον και της ενθρόνισης του τελευταίου στον Λευκό Οίκο.

Είναι όμως πολύ πιθανό ο Ομπάμα να μη χρειάζεται προβοκάτσιες στην εξωτερική του πολιτική (όπως ο αιματηρός βομβαρδισμός στη Συρία που πραγματοποίησαν οι αμερικανικές δυνάμεις από το Ιράκ πριν δύο εβδομάδες ή ο ακήρυχτος πόλεμος που είναι σε εξέλιξη κατά του Πακιστάν) προκειμένου να παγιδευτεί σε ένα νέο αδιέξοδο. Επιλέγοντας ο ίδιος το καλοκαίρι που μας πέρασε να εξαγγείλει ότι θα αναγορεύσει το Αφγανιστάν σε κεντρικό μέτωπο κατά της τρομοκρατίας εξασφάλισε κατ’ αρχήν τη διαιώνιση της αιματοχυσίας μια και έχει αποδειχτεί πλέον το αήττητο των Ταλιμπάν από τους Δυτικούς και πολύ χειρότερα ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης με τη Δυτική Ευρώπη, όπου μόνο το 43% του πληθυσμού της συμφωνεί με τον πόλεμο. Στις ΗΠΑ αντίθετα υπέρ του πολέμου τάσσεται το 76% των πολιτών.

Παράλληλα ο Ομπάμα έχει πάψει να μιλάει για υποχώρηση από το Ιράκ (πολύ πριν επισκεφθεί και προσκυνήσει το εβραϊκό λόμπι AIPAC ενώπιον του οποίου μίλησε για ενιαία και αδιαίρετη, δηλαδή εβραϊκή, Ιερουσαλήμ) αρνούμενος να θέσει έστω κι ένα μακρινό χρονοδιάγραμμα για την αποχώρηση του αμερικανικού στρατού.

Ολοκληρωτική διάψευση των προσδοκιών που δημιουργήθηκαν γύρω από το πρόσωπο του Ομπάμα θα επέλθει αν τυχόν και επιβεβαιωθούν επίσης τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα και ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ επιλέξει για το υπουργείο Άμυνας τον σημερινό υπουργό, το Ρόμπερτ Γκέιτς. Θα είναι μια επιλογή που θα ισοδυναμεί με την πλήρη υιοθέτηση της πολιτικής του Μπους από τον επόμενο πρόεδρο και την αδιατάρακτη συνέχισή της. Εξέλιξη που δεν πρόκειται να ξαφνιάσει αν πάρουμε υπ’ όψη μας τις «αξιοζήλευτες» επιδόσεις που είχαν ανέκαθεν οι Δημοκρατικοί στο μέτωπο των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων: Με τον Τζον Κένεντι να διατάζει την εισβολή στη Κούβα και το Βιετνάμ, τον Τζίμι Κάρτερ να εξοπλίζει το πρόπλασμα των Ταλιμπάν, τους Μουτζαχεντίν, στο Αφγανιστάν και τον Μπιλ Κλίντον να συνεχίζει την εισβολή στη Σομαλία, να επιβάλλει το εμπάργκο στο Ιράκ και να βομβαρδίζει τη Γιουγκοσλαβία, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο Μπάρακ Ομπάμα δεσμεύεται από μια πολιτική αρχών που αποκλείει τις επεμβάσεις.

Και στην ομιλία του άλλωστε το βράδυ του εκλογικού του θριάμβου δεν ξέχασε να κάνει επίδειξη δύναμης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, λέγοντας «σε εκείνους που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο – θα σας νικήσουμε»!

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το New New Deal είναι εδώ

ΚΑΜΙΑ ΧΑΛΑΡΩΣΗ

 

Όσο σφίγγες αποδεικνύονται οι Δημοκρατικοί απέναντι στην AFL – CIO αποκλείοντας από τώρα την ψήφιση του φιλεργατικού νόμου που ζητάει, άλλο τόσο απλόχεροι αποδεικνύονται απέναντι στο παραγωγικό κεφάλαιο δηλώνοντας ότι πρώτη τους προτεραιότητα είναι η χορήγηση στην υπό χρεοκοπία αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία ενός πακέτου διάσωσης ύψους 25 δισ. δολ. το οποίο θα αποτελέσει την κορωνίδα του πακέτου Πόλσον Νο 2, που είναι υπό επεξεργασία.

Η νέα κυβέρνηση του Ομπάμα σε αυτό τον τομέα, τον οικονομικό, είναι που θα κληθεί να δώσει τις σημαντικότερες εξετάσεις, έχοντας να διαχειριστεί ένα ναρκοπέδιο που ορίζεται από τις ακόλουθες τρεις διαστάσεις: Μια οικονομία που βρίσκεται στο μέσο της ύφεσης (με την κρίση που έχει τις αιτίες της και την αφετηρία της στην πτώση του ποσοστού κέρδους που πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 να έχει τώρα οδηγήσει χιλιάδες επιχειρήσεις στη χρεοκοπία και την καταναλωτική ζήτηση με τις βιομηχανικές παραγγελίες στο ναδίρ), μια κοινωνία που βλέπει τη θέση της να υποβαθμίζεται ραγδαία λόγω των απολύσεων και των ανισοτήτων (με την ανεργία τον Οκτώβριο να φθάνει το 6,5% από 6,1% τον Σεπτέμβριο, την ανέμελη άλλοτε Νέα Υόρκη να στέκεται στην ένατη θέση των πόλεων με τις μεγαλύτερες ανισότητες οδηγώντας τον ΟΗΕ να προειδοποιεί μέσα από πρόσφατη έκθεσή του για τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης και το προσδόκιμο ζωής των αφροαμερικάνων των ΗΠΑ να συγκρίνεται με αυτό της Κίνας και ορισμένων κρατιδίων της Ινδίας) και ένα δημόσιο ταμείο με όλο και μεγαλύτερα ανοίγματα (με το δημόσιο χρέος να έχει διπλασιασθεί κατά την διακυβέρνηση Μπους φθάνοντας τα 10 τρισ. δολ.) που δεν κηρύσσει πτώχευση λόγω της κινέζικης «γενναιοδωρίας».

Το περίγραμμα της στρατηγικής που θα εφαρμόσει ο Ομπάμα για να ξεπεράσει την οικονομική κρίση έχει ήδη αποφασισθεί και ορίζεται με τον καθόλου ευρηματικό αλλά ξεχειλίζοντα προσδοκιών τίτλο ως New New Deal, ο οποίος παραπέμπει στην κοινωνική συμφωνία που σύναψε ο Ρούζβελτ τη δεκαετία του ’30 – πολύ πιο δεξιά όμως! Ακρογωνιαίοι λίθοι της θα είναι η μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, ώστε να μην εμφανιστούν ξανά καταστροφές τύπου Κατρίνα, αυξημένες κρατικές επιχορηγήσεις που θα επιδιώξουν να αναστηλώσουν τις δημόσιες επενδύσεις κι ενδεχομένως μια ροή κρατικών κεφαλαίων προς νέες επενδύσεις σε λιγότερο κορεσμένους κλάδους και τομείς της πράσινης βιομηχανίας, όπως εναλλακτικές μορφές ενέργειας και ηλεκτρικά αυτοκίνητα, που αρχικά τουλάχιστον εγγυώνται υψηλότερα ποσοστά κέρδους. «Μία τέτοια μαζική πλημμυρίδα πολλών τρισ. δολ. μοιραία θα απαιτήσει συνεργασίες μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα» αναφέρει σε άρθρο προγραμματικού χαρακτήρα με τίτλο «The New New Deal» που φιλοξενείται στο τρέχον τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Φόρτσουν ο οικονομολόγος Τζέφρεϋ Σακς που έχει διαχωρίσει εδώ και χρόνια τη θέση του από τον καθαρό νεοφιλελευθερισμό. Αυτό που προτείνει όμως είναι – επί το ελληνικότερο – συγχρηματοδοτούμενα έργα, στο πλαίσιο των οποίων οι ιδιώτες αναλαμβάνουν τα κέρδη και ο δήμος το κόστος! Για τον τρόπο δε κάλυψης των διευρυμένων δημοσιονομικών αναγκών υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ που δεν έχουν ΦΠΑ «θα χρειαστούν ένα εθνικό φόρο προστιθέμενης αξίας ή κάποιου είδους φόρο επί των πωλήσεων ξεκινώντας πιθανά από ένα επίπεδο 5% (για να συγκεντρωθεί αρχικά το 3% με 5% του ΑΕΠ). Ο ΦΠΑ έχει αποδειχτεί έξυπνος φόρος, εστιάζοντας τη φορολογία στην κατανάλωση κι όχι στις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις». Έτσι όμως θα αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνση των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, που θα κληθούν με ένα πρωτότυπο – για τις ΗΠΑ – τρόπο να αναλάβουν το κόστος υπέρβασης της κρίσης. Φαίνεται λοιπόν ότι το New New Deal του Μπάρακ Ομπάμα (που παρά τις πολλές τομές που εγκαινίασε σε αυτές τις εκλογές συνέχισε την παράδοση να κερδίζει τις εκλογές όποιος συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσά ως δωρεές από το κεφάλαιο) δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά ένα νέο γύρο επίθεσης στα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, παρότι σοβαρές παράμετροι της νέας αυτής συμφωνίας μένει να καθορισθούν ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της κρίσης, του ανταγωνισμού μεταξύ των τμημάτων του κεφαλαίου και της ταξικής πάλης.

Στο οικονομικό πρόγραμμα του Μπάρακ Ομπάμα (που προβλέπονται φορολογικές ελαφρύνσεις οι οποίες θα αφορούν την ανάκληση μέρους και όχι του συνόλου του προκλητικά φιλικού προς τα υψηλά εισοδήματα προγράμματος φοροαπαλλαγών του Μπους) δεν περιλαμβάνονται πουθενά αυξήσεις σε μισθούς ή δημιουργία εγγυημένων από το κράτος θέσεων εργασίας. Αντίθετα, τόσο η αντιμετώπιση της ανεργίας όσο και η διεύρυνση της ασφαλιστικής κάλυψης αποθέτονται στις δυνάμεις της αγοράς, δηλαδή το κεφάλαιο, αποδεικνύοντας έτσι πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες που καλλιεργούνται για μια χαλάρωση της αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής και της επίθεσης του κεφαλαίου.

Άβυσσος χωρίζει Χεζμπολάχ και φιλοδυτικούς (περ. Διπλωματία, Νοέμβρης 2009)

Μπρα ντε φερ χωρίς τέλος

«Είναι μια πολύ περίπλοκη κατάσταση…» Με αυτή τη φράση ξεκινάνε οι Λιβανέζοι οποιαδήποτε απάντηση σε ερώτηση Δυτικού που σχετίζεται με την πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας και δη τις συμμαχίες ή τις διεθνείς διασυνδέσεις και επιρροές κάθε κόμματος. Οι δυσκολίες σχηματισμού κυβέρνησης, τέσσερις ολόκληρους μήνες μετά τις εκλογές της 7ης Ιουνίου, παρά μάλιστα τη σαφή και αδιαμφισβήτητη πλειοψηφία που έδωσαν στο πρώτο κόμμα, αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα…

Ο Λίβανος αποτελεί μια χώρα πραγματικό εργαστήρι πολιτικών δοκιμών, όπως βεβαιώνει η πολυτάραχη, μεταπολεμική ιστορία του με κορυφαίο σημείο τον αιματηρό 15ετή εμφύλιο πόλεμο που έληξε το 1991. Η «εκρηκτική» γοητεία του Λιβάνου δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι αποτελεί σημείο συνάντησης και διασταύρωσης των σπουδαιότερων πολιτισμών. Ούτε μόνο στο γεγονός ότι η αποικιοκρατία χάραξε βαθιά στο σώμα του, ανεξίτηλα σχεδόν, κάθε είδους διαχωριστικές γραμμές (εθνικές, θρησκευτικές, κοκ.) με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα να αποτελούν ανυπέρβλητα, καθηλωτικά εμπόδια σε οποιαδήποτε προσπάθεια επίτευξης συναίνεσης. Το σημαντικότερο είναι πως σε αυτή τη στενόμακρη λωρίδα γης, μήκους 200 περίπου χιλιομέτρων και πλάτους 40, με έναν πληθυσμό που δεν ξεπερνά τα 4 εκ. συμπυκνώνονται όλες οι αντιθέσεις που συγκλονίζουν την ευρύτερη Μέση Ανατολή: από το Πακιστάν, μέχρι το Μαρόκο. Ως αποτέλεσμα η προσοχή και το ενδιαφέρον όλων σχεδόν των μεγάλων δυνάμεων του κόσμου και της περιοχής έλκεται σαν μαγνήτης από το μωσαϊκό που σχηματίζει το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου ακόμη κι όταν συγκροτείται στα δύο κύρια μέτωπα, της 8ης και της 14ης Μάρτη, που συγκρούονται μετωπικά σχεδόν. Το πρώτο είναι το μέτωπο της αντίστασης που απαρτίζεται από οργανώσεις φιλικά διακείμενες προς τη Συρία και το Ιράν κι εχθρικές απέναντι στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει η Χεζμπολάχ την οποία οι ΗΠΑ περιλαμβάνουν στη «μαύρη λίστα» των τρομοκρατικών οργανώσεων, αντίθετα με την ΕΕ που συνομιλεί επίσημα μαζί της σε κάθε επίπεδο. Το όνομα της δε το έλαβε από μια τεράστια συγκέντρωση που έγινε στις 8 Μαΐου 2005 στη Βηρυτό, ενάντια στην λεγόμενη «Επανάσταση των Κέδρων». Το φιλοδυτικό κίνημα της 8ης Μαΐου, που είναι βαθιά εχθρικό απέναντι στη Συρία και το Ιράν, έλαβε το όνομά του από μια εξ ίσου μεγαλειώδη συγκέντρωση που έγινε στην πρωτεύουσα του Λιβάνου έξι μέρες μετά, όταν κορυφώθηκε η «Επανάσταση των Κέδρων» κι ως ένδειξη πένθους για τη δολοφονία του πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι.

Το ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον για τις τελευταίες εκλογές στο Λίβανο έγινε σαφές από το σπάνιο προνόμιο που είχε η χώρα των Κέδρων να δεχτεί κατά την προεκλογική περίοδο την επίσκεψη του αντιπροέδρου και της υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν και Χίλαρι Κλίντον, αντίστοιχα, με διαφορά λίγων ημερών. Έγινε επίσης γνωστό όταν ο πρόεδρος της Βουλής του Λιβάνου κι ο εντολοδόχος πρωθυπουργός, Μισέλ Σλεϊμάν και Σαάντ Χαρίρι (γιος του δολοφονημένου πρώην πρωθυπουργού, Ραφίκ Χαρίρι) επισκέφθηκαν την Ουάσινγκτον στις 28 Σεπτέμβρη για να συναντηθούν εκ νέου με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ. Από κει (από την έδρα του πια και χωρίς να προκαλούν θυμηδία οι εκκλήσεις του προς τις γύρω χώρες να μην παρεμβαίνουν στα εσωτερικά του Λιβάνου), δήλωσε πως καμιά περιφερειακή συμφωνία δεν θα πλήξει τα συμφέροντα του Λιβάνου. Η κατηγορηματική δήλωση του Τζο Μπάιντεν στρεφόταν εναντίον της Συρίας και της Σαουδικής Αραβίας. Αυτό που ενόχλησε την Ουάσινγκτον ήταν η διπλωματική επαναπροσέγγιση των δύο χωρών, μετά από την ψύχρανση των διπλωματικών τους σχέσεων που ακολούθησε την δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι στις 14 Φεβρουαρίου 2005 για την οποία κατηγορήθηκε η Συρία. Προς έκπληξη πολλών, στις 23 Σεπτέμβρη ο πρόεδρος της Συρίας, Μπασάρ ελ Άσαντ επισκέφθηκε τη Σαουδική Αραβία, με αφορμή τα εγκαίνια ενός πανεπιστημίου στη Τζέντα. Η αιτία ωστόσο ήταν να συζητήσουν για τον Λίβανο, όπως φάνηκε κι από την ανακοίνωση που εξέδωσαν με την οποία καλούσαν στο σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Πριν δούμε το βαθύτερο περιεχόμενο του αιτήματός τους και τα όσα διακυβεύονται με την υλοποίησή του, αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω σε αυτή τη συνάντηση που θεωρήθηκε από όλον τον λιβανέζικο Τύπο ως απαρχή εξελίξεων για την υπέρβαση του αδιεξόδου στον σχηματισμό κυβέρνησης και την οποία μάλιστα ακολούθησε επίσκεψη του σαουδάραβα βασιλιά Αμπντάλα μπιν Αμπντέλ Αζίζ στη Δαμασκό. Το σημαντικότερο και στρατηγικής σημασίας θέμα συζήτησης μεταξύ Συρίας και Σαουδικής Αραβίας είναι η απόσπαση της Συρίας από την επιρροή του Ιράν. Η Σαουδαραβία έχει κάθε λόγο να ανησυχεί από την αυξημένη επιρροή του Ιράν στην περιοχή καθώς η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, έφερε στην εξουσία τους Σιίτες, που έχουν ήδη συνάψει σχέσεις με την Τεχεράνη. Μετά δε το 2011, οπότε θα έχει αποχωρήσει κι ο τελευταίος αμερικάνος στρατιώτης από το Ιράκ, ο φόβος του Ριάντ είναι μήπως οι σχέσεις αυτές μετατραπούν σε ολέθριες για το σουνίτικο βασίλειο των Σαούντ. Ήδη άλλωστε νιώθει να απειλείται από τα νότια σύνορά του λόγω της σιίτικης εξέγερσης στην Υεμένη, χώρια της αμφισβήτησης από τη σιίτικη μειοψηφία και τους φονταμεταλιστές σουνίτες στο εσωτερικό του. Για να φέρει δε τη Συρία πιο κοντά στη Σαουδική Αραβία το Ριάντ σε συνάντηση των δύο ηγετών τον Μάρτιο, στην οποία είχε παραβρεθεί κι ο αιγύπτιος πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ αυξάνοντας την πίεση προς τη Δαμασκό, είχε προτείνει σημαντική οικονομική βοήθεια κι επίσης διπλωματική υποστήριξη απ’ όλα τα αραβικά κράτη για έναρξη διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ με σκοπό να πάρει πίσω τα Υψώματα Γκολάν που κατέλαβε το εβραϊκό κράτος με τον πόλεμο του 1967 και συνεχίζει μέχρι σήμερα παράνομα να κατέχει. Η Συρία από τη μεριά της, με βάση δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, αυτό που φάνηκε να ζητά είναι διαβεβαιώσεις πως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν πρόκειται να απαγγείλει κατηγορίες κατά του προέδρου Άσαντ και στενών συνεργατών του για την δολοφονία του Χαρίρι. Οι υποψίες για το ενδεχόμενο να προσλάβουν πολιτικό χαρακτήρα οι αναμενόμενες απαγγελίες κατηγοριών από τη Χάγη, εντάθηκαν με αφορμή δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού Spiegel τον Μάιο, στο οποίο υποστήριζε πως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει βρει πειστήρια ενοχής για άνδρες της Χεζμπολάχ και του συριακού καθεστώτος. Κατηγορίες που αποδοκιμάστηκαν ακόμη κι από τις φιλοδυτικές δυνάμεις.

Σε ότι αφορά πάντως τον Λίβανο η προτροπή του αμερικάνου αντιπροέδρου στόχευε να αποτρέψει – εν τη γεννέση του – έναν συμβιβασμό μεταξύ του σουνίτη εντολοδόχου πρωθυπουργού που διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Σαουδική Σραβία και της αντιπολίτευσης που συνδέεται με τη Συρία, ο οποίος θα καθιστούσε εφικτό τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το σημαντικότερο εμπόδιο που φαίνεται να φράζει αυτή τη στιγμή το δρόμο είναι το υπουργείο Μεταφορών. Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος του Ελεύθερου Πατριωτικού Μετώπου, Μισέλ Αούν, και σύμμαχος της Χεζμπολάχ (κι ο οποίος στο παρελθόν ήταν διαπρύσιος εχθρός της Συρίας) ζητά επιμόνως τη θέση του υπουργού Μεταφορών για τον γαμπρό του, Τζεμπράν Μπασίλ. Τούτος είναι ο επίσημος λόγος του αδιεξόδου. Η συγκεκριμένη υπουργική καρέκλα στην πραγματικότητα συμπυκνώνει όλο το ζήτημα της εξουσίας στον Λίβανο.

Οι τηλεπικοινωνίες της χώρας είχαν έρθει στο προσκήνιο πέρυσι πάλι, με αφορμή την ολιγοήμερη ένοπλη σύγκρουση της 8ης Μαΐου. Τα αιματηρά επεισόδια προέκυψαν αφού είχε προηγηθεί μια καθιστική διαμαρτυρία του μπλοκ της 8ης Μάρτη στο κέντρο του Βηρυτού που διήρκεσε 7 μήνες (από τον Νοέμβρη του 2007 μέχρι τον Μάιο του 2008), με αίτημα να δοθεί το δικαίωμα του βέτο στις υπουργικές αποφάσεις κι αφού η κυβέρνηση προκάλεσε ανοιχτά τη Χεζμπολάχ επιχειρώντας να απομακρύνει τον άνθρωπό της από το διεθνές αεροδρόμιο της Βηρυτού και, το σημαντικότερο, να ξηλώσει το αυτόνομο, τηλεπικοινωνιακό της δίκτυο, το οποίο παρότι απαρχαιωμένο, με τα λόγια των ίδιων, είναι από τους παράγοντες που της χάρισαν τη νίκη κατά των Ισραηλινών στον πόλεμο των 34 ημερών το καλοκαίρι του 2006. Θεωρήθηκε επομένως casus belli. Η απάντησή της ήταν να στείλει ομάδες βαριά οπλισμένων στη δυτική Βηρυτό, πραγματοποιώντας επίδειξη δύναμης. Παράλληλα όμως αντάλλαξαν πολλές φορές πυρά με ενόπλους του δρούζου ηγέτη του Προοδευτικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Ουαλίντ Τζουμπλάντ, και του σουνίτη πρωθυπουργού Χαρίρι. Τα χειρότερα, το ξέσπασμα ενός νέου εμφυλίου, αποτράπηκε όταν με παρέμβαση της Αραβικής Ένωσης οι δύο πλευρές συναντήθηκαν στο Κατάρ, όπου υπέγραψαν τη Συμφωνία της Ντόχας, ένα απαράμιλλο δείγμα πολιτικού παζαριού που μόνο στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να είχε συμφωνηθεί. Στον πυρήνα της, αναθεωρεί την Συμφωνία του Ταΐφ που αποτελεί το σύνταγμα της χώρας, χωρίς να το δηλώνει, και εκχωρεί δικαίωμα βέτο, χωρίς να το αναγνωρίζει. Το πετυχαίνει δε με τη φόρμουλα του «15-10-5», δίνοντας δηλαδή το δικαίωμα στην πλειοψηφία να ορίζει 15 υπουργούς, στην αντιπολίτευση 10 και στον πρόεδρο 5 οι οποίοι είναι έτσι επιλεγμένοι ώστε η αντιπολίτευση να έχει στην πράξη το δικαίωμα του βέτο! Ο εντολοδόχος πρωθυπουργός όμως αυτή τη στιγμή ζητώντας να σχηματίσει κυβέρνηση πλειοψηφίας, επικαλούμενος τη νίκη του στις εκλογές της 7ης Ιούνη, παραβιάζει την πρόσφατη συμφωνία της Ντόχας, επικαλούμενος ότι δεν δεσμεύει τις κυβερνήσεις στο διηνεκές, αλλά επρόκειτο για μια συμφωνία που αφορούσε εκείνη την συγκυρία. Αρνούμενος δε να εκχωρήσει το υπουργείο Τηλεπικοινωνιών στον σύμμαχο της Χεζμπολάχ, επικαλούμενος ότι δεν εξελέγη στις τελευταίες εκλογές, αμφισβητεί την κόκκινη γραμμή που έχει χαράξει η Χεζμπολάχ, ώστε να μπορεί να προβάλει αποτελεσματική αντίσταση σε νέα πιθανή επίθεση από το Ισραήλ.

Το χειρότερο όμως για τον Σαάντ Χαρίρι είναι πως αμφισβητείται πλέον και εκ των έσω. Με μια κίνηση ματ στην πολιτική σκακιέρα του Λιβάνου στις αρχές Αυγούστου ο Ουαλίντ Τζουμπλάντ, έριξε γέφυρες προς τη Δαμασκό χωρίς ωστόσο να διακόψει τις σχέσεις του με το μέτωπο της 14ης Μάρτη, παρότι η έχθρα προς τη Συρία αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του προγράμματός του. Η κίνησή του, που τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του Χαρίρι, άφησε άφωνους πολλούς γιατί ως τότε οι σχέσεις του Δρούζου ηγέτη με τη Δαμασκό ήταν στην καλύτερη περίπτωση… εχθρικές. Η Συρία μέχρι και διεθνές ένταλμα σύλληψης είχε εκδώσει εναντίον του – για να το ανακαλέσει φυσικά μετά τις τελευταίες δημόσιε τοποθετήσεις του. Αφορμή ήταν αλλεπάλληλες δηλώσεις του, ακόμη κι από το CNN, με τις οποίες κατηγορούσε τη Συρία ότι ευθύνεται για τη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι, του δικού του πατέρα Καμάλ Τζουμπλάντ και πολλών άλλων. Είχε φθάσει μάλιστα στο σημείο να ζητάει από την Ουάσινγκτον να καταλάβει τη Συρία, όπως έκανε με το Ιράκ, για να συλλάβει τον «τρομοκράτη» Άσαντ! Όλα αυτά άλλαξαν εν μία νυκτί μαζί κι η αυτοπεποίθηση του εντολοδόχου πρωθυπουργού ο οποίος αναγκάστηκε να παραδώσει την εντολή στις 10 Σεπτέμβρη για να την λάβει εκ νέου στη συνέχεια.

Απροκάλυπτα στις πολιτικές εξελίξεις του Λιβάνου παρεμβαίνει και το Ισραήλ που από το ίδιο το σύνταγμα του χαρακτηρίζεται ως «εχθρικό κράτος». Με μια σειρά από δηλώσεις τους ισραηλινοί αξιωματούχοι τοποθετήθηκαν ευθέως στο δίλημμα που διχάζει την πολιτική ζωή του Λιβάνου και της Μέσης Ανατολής, «κυβέρνηση πλειοψηφίας ή εθνικής ενότητας», υποδεικνύοντας προφανώς το πρώτο. Το έκαναν μάλιστα με έναν χαρακτηριστικά δικό τους τρόπο, που προμηνύει νέες αιματοχυσίες. Μάλιστα το μπαράζ δηλώσεων κατά της Χεζμπολάχ έδωσε αφορμή στο αμερικανικό περιοδικό Time να βάλει τίτλο στο ρεπορτάζ της 14ης Αυγούστου, «Ισραήλ εναντίον Χεζμπολάχ, τύμπανα πολέμου»! Ο ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου στις 10 Αυγούστου τόνισε μιλώντας στο ισραηλινό ραδιόφωνο πως «θα πρέπει να είναι καθαρό ότι η κυβέρνηση του Λιβάνου, σε ότι μας αφορά, είναι υπεύθυνη για κάθε επίθεση, για κάθε επίθεση, από το έδαφός της εναντίον του Ισραήλ». Ενώ ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών δήλωσε πως «ακόμη και μια τρίχα από το κεφάλι ενός Ισραηλινού να πέσει θα θεωρήσουμε υπεύθυνη την Χεζμπολάχ». Το μοναδικό που κατάφεραν οι δηλώσεις των Ισραηλινών αξιωματούχων ήταν να αυξήσουν το κύρος της σιίτικης αντιστασιακής οργάνωσης στο εσωτερικό του Λιβάνου η οποία πιστώνεται την ήττα του ισραηλινού στρατού στον πόλεμο του 2006. Καθόλου τυχαίο δεν ήταν ότι ο ηγέτης της Χεζμπολάχ σήκωσε το γάντι που πέταξαν οι Ισραηλινοί όταν μίλησε (από γιγαντοοθόνη) σε διαδήλωση στη νότια Βηρυτό στις 14 Αυγούστου, επ’ αφορμή την τρίτη επέτειο από το τέλος του πολέμου. «Σας τονίζω ότι θα υπάρχουν εκπλήξεις σε οποιοδήποτε νέο πόλεμο με το Ισραήλ. Ας το σκεφτούν ένα εκατομμύριο φορές πριν ξεκινήσουν έναν νέο πόλεμο με το Λίβανο» προειδοποίησε, υπαινισσόμενος ότι η Χεζμπολάχ διαθέτει στο οπλοστάσιό της πυραύλους σημαντικά αυξημένου βεληνεκούς σε σχέση με αυτούς που χρησιμοποίησε το 2006. Ήδη η φιλολογία στον διεθνή Τύπο για το οπλοστάσιο της Χεζμπολάχ οργιάζει με το προαναφερθέν περιοδικό να υπολογίζει τους πυραύλους που έχει στη διάθεσή της σε 40.000 και το Foreign Affairs να τους εκτιμά σε 40.000 έως 80.000.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση στον Λίβανο είναι η βεβαιότητα με την οποία οι περισσότεροι δηλώνουν ότι ένας νέος πόλεμος με το Ισραήλ είναι θέμα χρόνου. Κι αυτό παρότι είναι ακόμη νωπές οι πληγές από τον εμφύλιο και την επίθεση του 2006 όταν σκοτώθηκαν 1.400 άνθρωποι οι περισσότεροι άμαχοι και καταστράφηκαν σημαντικές υποδομές της χώρας, όπως λιμάνια, εργοστάσια και γέφυρες. Στους κεντρικούς δρόμους ακόμη βλέπεις από μακριά γέφυρες στο κέντρο των οποίων χάσκουν τρύπες από τις ισραηλινές βόμβες. Το ανέκδοτο μάλιστα που κυκλοφορούσε πριν τρία χρόνια, μεταξύ αυτών που είχαν το κουράγιο να αστειευτούν, ήταν «κλείσε το στόμα σου αν έχεις γέφυρα γιατί οι Ισραηλινοί θα σε βομβαρδίσουν»…

Το πόσο περίπλοκη είναι η κατάσταση στο Λίβανο διαπιστώνεται κι από ένα ακόμη παράδοξο. Ενώ το Ισραήλ και τα δυτικά μέσα ενημέρωσης εμφανίζουν ως παράγοντας αστάθειας στον Λίβανο τη Χεζμπολάχ και τους Σιίτες, πληρώνοντας με αυτό τον τρόπο την επιτυχημένη αντίστασή τους στο Ισραήλ, η μοναδική αιτία εξακριβωμένης ανασφάλειας στον Λίβανο προέρχεται από τους Σουνίτες. Σε επίπεδο ειδησεογραφίας ο λόγος γίνεται για βομβιστικές επιθέσεις εναντίον του κυβερνητικού στρατού, με πολλά θύματα ορισμένες φορές, που στο σύνολό τους συμβαίνουν σε σουνίτικες πόλεις και περιοχές όπως στην Τρίπολη και το βόρειο Λίβανο. Η αιματοβαμμένη πρεμιέρα του ακήρυχτου πολέμου της κυβέρνησης με τους Σουνίτες έγινε με την σύγκρουση στο προσφυγικό στρατόπεδο Ναρ ελ Μπαρέντ, το καλοκαίρι του 2007, όταν η οργάνωση Φατάχ Ισλάμ που λέγεται ότι συνδέεται με την Αλ Κάιντα, ήρθε σε σύγκρουση με τον λιβανέζικο στρατό με αποτέλεσμα σε λίγες μέρες το στρατόπεδο να εκκενωθεί και να γίνει θέατρο πολέμου. Η επίθεση της Φατάχ Ισλάμ, που ξαναέφερε στο τραπέζι των συζητήσεων το δικαίωμα οπλοφορίας των Παλαιστινίων, καταδικάσθηκε από τη Χεζμπολάχ κι όλες τις οργανώσεις της αντίστασης που βρέθηκαν στο πλάι του κυβερνητικού στρατού. Η συντριβή της ωστόσο δεν έλυσε το πρόβλημα της ασφάλειας, το οποίο σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις πολιτικών, όπως ο Μισέλ Αούν, γεννάται και προέρχεται από το Ισραήλ. Προς επίρρωση των λεγομένων τους επιδεικνύουν τα κατασκοπευτικά δίκτυα του Ισραήλ που αποκάλυψε το καλοκαίρι η Χεζμπολάχ, παραδίδοντας με μια θεαματική επιχείρηση τους υπόπτους στην αστυνομία!

Η ανασφάλεια σήμερα στο Λίβανο γίνεται ορατή από τα τεθωρακισμένα του στρατού που βρίσκονται στα κεντρικά σημεία των πόλεων και τις περιπολίες ένοπλων στρατιωτών, όπως επίσης κι από τα συνεχή μπλόκα στις εθνικές οδούς και τους ελέγχους που πραγματοποιούν σε οχήματα και ταξιδιώτες, αναζητώντας όπλα. Θα συνεχίσει να υπάρχει δε όσο η σταθερή ειρήνη που μπορεί να εξασφαλίσει η δημιουργία ενός ανεξάρτητου και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους, στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ, παραμένει μακρινό και άπιαστο όνειρο.

ΣΑΛΑΧ ΣΑΛΑΧ*: «Στόχος των ΗΠΑ η διευκόλυνση του Ισραήλ» (Πριν, 25/10/2009)

 (*Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης)

ΣΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΟΧΘΗΣ

Δεν πρόκειται να διακόψουν την επέκταση των εβραϊκών εποικισμών

Πιστεύετε ότι η κινητικότητα που υπάρχει από τη μεριά του ειδικού απεσταλμένου του αμερικανού προέδρου στην περιοχή, Τζ. Μίτσελς, θα οδηγήσει σε ένα σχέδιο επίλυσης του Παλαιστινιακού;

Κατηγορηματικά όχι. Το ζητούμενο αυτής της κινητικότητας δεν είναι ούτε η δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, ούτε καν η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Παλαιστινίων – Ισραηλινών. Το ζητούμενο είναι η κανονικοποίηση των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και ορισμένων αραβικών κρατών. Τίποτε περισσότερο. Σ’ αυτό το βωμό είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν την επέκταση των οικισμών για 6 ή 12 μήνες Ισραήλ και Αμερικάνοι. Και μάλιστα αυτό που θα κάνουν θα είναι να παγώσουν την ανέγερση νέων εποικισμών, ενώ την ίδια ώρα θα συνεχίσουν να επεκτείνουν τους υπάρχοντες οικισμούς, επικαλούμενοι τις νέες ανάγκες των εποίκων.

Σε τελική ανάλυση το πρόβλημα στην Παλαιστίνη δεν είναι οι εβραϊκοί εποικισμοί ή η χρονική διάρκεια ενός ενδεχόμενου παγώματός τους. Το πρόβλημα είναι η κατοχή!

Κι αυτό επομένως που προετοιμάζεται τώρα είναι ένα νέο δώρο των Αμερικανών στο Ισραήλ: η σύναψη διπλωματικών σχέσεων των αραβικών χωρών με το Ισραήλ.

Ο ισραηλινός πρωθυπουργός δήλωσε πρόσφατα ότι με το πάγωμα των εποικισμών στη Δυτική Όχθη και την Ιερουσαλήμ επιλύεται το πρόβλημα, οπότε ανοίγει ο δρόμος για την επανεκκίνηση των συνομιλιών. Ποια είναι η γνώμη σας;

Νομίζω ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κι η ισραηλινή ηγεσία παίζουν ένα παιχνίδι τακτικής απευθυνόμενοι στην κοινή γνώμη, καθώς στην πράξη δεν κάνουν το παραμικρό. Από το 1967 το Ισραήλ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επεκτείνει τους εποικισμούς παραβιάζοντας την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας 425 που του επιβάλλει να αποσυρθεί. Κατά την προσωπική μου άποψη ακόμη κι αν το Ισραήλ δεσμευτεί ότι θα παγώσει την ανέγερση νέων εποικισμών για 3, 6 μήνες ή ένα χρόνο είμαι απόλυτα βέβαιος ότι η διακοπή θα είναι προσωρινή.

Από πού πηγάζει αυτή σας η βεβαιότητα;

Επειδή οι Ισραηλινοί πιστεύουν ότι τα κατεχόμενα εδάφη στη Δυτική Όχθη είναι ισραηλινή γη, ότι τους ανήκουν, ότι αποτελούν οργανικό μέρος του Ισραήλ. Γι αυτό το λόγο παραβιάζουν τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ κι αρνούνται να εφαρμόσουν ακόμη και τι σχετικές προβλέψεις της Συμφωνίας του Όσλο του 1993, ακυρώνοντας για πάντα τη δυνατότητα δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής που προκρίνει την ενσωμάτωση των κατεχομένων εδαφών στο Ισραήλ θεωρώ ότι από τη μεριά του Ισραήλ είναι αδιαπραγμάτευτη η επέκταση των εποικισμών.

Στην άρση της απομόνωσης του Ισραήλ και τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με ορισμένες αραβικές χώρες

αποσκοπεί η πρόσφατη κινητικότητα δηλώνει στο Πριν από τη Βηρυτό ο Σαλάχ Σαλάχ, πρώην

μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Λαϊκού Μετώπου και πρόεδρος της Επιτροπής για τους πρόσφυγες

του Παλαιστινιακού Κοινοβουλίου.

Η έλλειψη ενότητας της παλαιστινιακής Αριστεράς περιορίζει την απήχησή της

 Στη βάση των τετελεσμένων που έχουν δημιουργηθεί από τη Συμφωνία του Όσλο μέχρι σήμερα η επίλυση του παλαιστινιακού δε φαντάζει δυσκολότερη;

Ναι επειδή οι Ισραηλινοί δεν επιθυμούν να δοθεί λύση. Το κύριο πρόβλημα τους υποστηρίζουν πως είναι ο μεγάλος αριθμός Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Ειδικότερα ο Σαρόν είχε εφαρμόσει εξαιρετικά βάρβαρες πολιτικές για να διώξει τους Παλαιστίνιους από τη γη τους, διέπραξε σφαγές. Οι Παλαιστίνιοι όμως έχοντας πάρει το μάθημα του 1948 και του 1967 αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους και να διευκολύνουν τους Ισραηλινούς να εφαρμόσουν το σχέδιό τους παρότι μάλιστα οι οικονομικές συνθήκες, με την ανεργία στα ύψη και τη μεγάλη φτώχεια, είναι πολύ αντίξοες. Το πρώτο μέρος του σχεδίου τους είναι η εκδίωξη των Παλαιστινίων. Το δεύτερο μέρος του σχεδίου προκρίνει την παρεμπόδιση των μετακινήσεων από την μια πόλη της Δυτικής Όχθης στην άλλη. Τα δεκάδες σημεία ελέγχου καθιστούν αδύνατη την μετακίνηση από τη Τζενίν στη Ναμπλούς ή από την Ραμάλα στη Χεβρώνα, ενώ ταυτόχρονα δίνουν τη δυνατότητα στο Ισραήλ να συλλάβει και να φυλακίσει τους πάντες. Το τρίτο μέρος του σχεδίου περιλαμβάνει την επέκταση των εποικισμών έτσι ώστε κάθε παλαιστινιακή πόλη να περιτριγυρίζεται από εποικισμούς και να είναι αδύνατο να πας από την μια πόλη στην άλλη χωρίς να περάσεις από εποικισμούς. Το τέταρτο μέρος του σχεδίου περιλαμβάνει την ανέγερση του τείχους που διαιρεί τη Δυτική Όχθη. Το πέμπτο αφορά στην απομόνωση της Ιερουσαλήμ από την Δυτική Όχθη και την ενσωμάτωσή της στο Ισραήλ.  

Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο που μπορεί να δημιουργηθεί παλαιστινιακό κράτος; Δεν υπάρχει πλέον αντικειμενική δυνατότητα. Με βάση τα τελευταία στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου το 40% της Δυτικής Όχθης ελέγχεται από το Ισραήλ!

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για μια δίκαιη και μόνιμη λύση στο Παλαιστινιακό ζήτημα;  

Οι παλαιστινιακές οργανώσεις λένε ότι μάχονται για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης επειδή η Παλαιστίνη είναι δική μας, κι είναι αραβική. Οι Εβραίοι ή οι Ισραηλινοί λένε ότι η Παλαιστίνη ή το Ισραήλ ανήκει στους Εβραίους και δεν υπάρχει χώρος για τους Παλαιστίνιους. Οι ισλαμικές δυνάμεις λένε ότι η Παλαιστίνη είναι ισλαμική, όχι εβραϊκή. Με αυτές τις ανά δύο αποκλειόμενες θέσεις δεν είναι δυνατό να φθάσουμε σε μια δίκαιη λύση.

Τι προτείνει λοιπόν το Λαϊκό Μέτωπο;

Κατά τη δική μου άποψη, η στρατηγική για μια δίκη λύση είναι η δημιουργία ενός δημοκρατικού κράτους όπου θα μπορούν να ζουν ειρηνικά όλοι, χωρίς διακρίσεις: Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Παλαιστίνιοι, Άραβες, όλοι, με μια ιθαγένεια. Αν συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι ανήκει σε έναν μόνο από τους παραπάνω είναι σαν να δεχόμαστε ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε να πολεμάμε. Εγώ δεν συμφωνώ. Για πόσο καιρό μπορούμε να συνεχίσουμε να πολεμάμε ο ένας τον άλλον;

Το Λαϊκό Μέτωπο συνεχίζει όμως να παλεύει για παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του ’67, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και με τους πρόσφυγες στην πατρογονική τους γη…

Δεν μιλάω ως Λαϊκό Μέτωπο. Μιλάω ως Σαλάχ Σαλάχ.

Πριν λίγους μήνες η Φατάχ διοργάνωσε το έκτο συνέδριό της κι ήταν μάλιστα το πρώτο που διεξήχθη στα κατεχόμενα. Ποια ήταν η συμβολή του στην υπόθεσή σας;

Ο κυριότερος λόγος για τη σύγκλιση ενός συνεδρίου οποιασδήποτε οργάνωσης είναι η συζήτηση της πολιτικής γραμμής αυτής της οργάνωσης, η κριτική και η εξέταση της πορείας εφαρμογής της. Η Φατάχ, συγκεκριμένα, αυτό που έπρεπε πρώτα να κάνει ήταν να συζητήσει για το πρόγραμμά της. Συνεχίζει δηλαδή να δεσμεύεται από το παλιό της πρόγραμμα; Εξακολουθεί να το υπηρετεί; Αν όχι, γιατί δεν το άλλαξε; Το δεύτερο θέμα που έπρεπε να συζητήσουν αφορούσε στη διαδικασία ειρήνης, πολύ περισσότερο στο βαθμό που η Φατάχ έχει την αρμοδιότητα να υπογράφει τις συμφωνίες ειρήνης. Όφειλαν να κάνουν έναν απολογισμό από την υπογραφή της Συμφωνίας του Όσλο μέχρι τώρα. Τι πήγε άσχημα και τι πήγε καλά; Κατά τρίτο, θα έπρεπε να συζητήσουν τη σύγκρουση μεταξύ της Φατάχ και της Χαμάς στη Γάζα. Θα έπρεπε επίσης να κουβεντιάσουν για την διαφθορά που υπάρχει στη Φατάχ. Τίποτε απ’ όλα αυτά ωστόσο δε συζητήθηκε. Το μόνο αντίθετα που τους απασχόλησε ήταν η διαφύλαξη της ενότητας κι η εκλογή νέας ηγεσίας στην Φατάχ.

Ποια είναι η κατάσταση της παλαιστινιακής Αριστεράς;

Τρεις είναι οι μεγαλύτεροι οργανώσεις: Το Λαϊκό Μέτωπο, το Λαϊκό Κόμμα (πρώην κομμουνιστικό) και το Δημοκρατικό Μέτωπο, απ’ όπου προέρχεται και ένα μικρότερο κόμμα το Φίντα. Το πρόβλημα με αυτές τις οργανώσεις είναι ότι δεν έχουν μάθει να συνεργάζονται, να συζητούν, να κατακτούν την κοινή δράση. Το αποτέλεσμα είναι στους Παλαιστίνιους σήμερα να ανοίγονται δύο επιλογές: Είτε να ακολουθήσουν τη διεφθαρμένη Φατάχ είτε θρησκευτικές οργανώσεις όπως η Χαμάς, που ακολουθούν την ίδια πολιτική με τη Φατάχ. Εγώ δεν εμπιστεύομαι καμία από τις δύο. Πρέπει να υπάρξει μια τρίτη αριστερή επιλογή για τους Παλαιστίνιους, η οποία σήμερα δεν υφίσταται λόγω της έλλειψης ενότητας.

Πως είναι οι σχέσεις της Αριστεράς με τη Χαμάς;

Προβληματικές. Η Χαμάς στη Γάζα έχει προχωρήσει σε συλλήψεις μελών του Λαϊκού Μετώπου κι υπάρχουν σημάδια ότι έχει σταματήσει ακόμη και την αντίσταση κατά του Ισραήλ. Δεν διαφέρει από την Φατάχ. Ταυτόχρονα, τους τελευταίους μήνες έχει κλείσει ραδιοφωνικούς σταθμούς, έχει επιβάλλει τον διαχωρισμό των σχολείων σε αρένων και θηλέων, απαγόρευσε στις γυναίκες δικηγόρους να παρίστανται χωρίς μαντίλα, κοκ.

Συνολικότερα, όμως πιστεύω πως το πρόβλημα βρίσκεται στην κατάσταση της Αριστεράς…

Πεδίο βολής η Υεμένη (περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

  • ΟΙ ΗΠΑ ΕΠΟΦΘΑΛΜΙΟΥΝ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗ
  • ΣΙΙΤΕΣ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ 

Μόνο ως ανέκδοτο ακούγεται πια ο χαρακτηρισμός Ευδαίμονα Αραβία που χρησιμοποιούταν από τους αρχαίους χρόνους για να περιγραφεί η Υεμένη, σε αντίθεση με την βορειότερη χέρσα Αραβία τη σημερινή σαουδαραβική, λόγω των συνεχών εμφύλιων πολέμων και των ξένων επεμβάσεων.

Σημείο τομής αποτελούν πλέον για την πολιτική ζωή στην Υεμένη τα Χριστούγεννα του 2009 όταν η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση του 23χρονου Νιγηριανού στο αεροπλάνο της Delta την έφερε στο προσκήνιο, ως «νέο και απειλητικό θύλακα της διεθνούς τρομοκρατίας», όπως χαρακτηρίστηκε από την Ουάσινγκτον. Τις αμέσως επόμενες μέρες δεν έλειψαν και φωνές που προανήγγειλαν μια νέα στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα ζητούσε το σημείωμα της σύνταξης των New York Times (που εκφράζει μάλιστα το προοδευτικό, παραδοσιακά λιγότερο πολεμοχαρές κατεστημένο της ανατολικής ακτής) στις 2-3 Ιανουαρίου με τίτλο, «Τώρα η Υεμένη»! Παρότι δεν άργησαν να κυριαρχήσουν πιο μετριοπαθείς στάσεις όπως έδειξε η διαβεβαίωση του αμερικανού προέδρου ότι δεν επίκειται στρατιωτική επέμβαση, το σίγουρο είναι ότι πως η Υεμένη με επίσημο τρόπο αποτελεί το πέμπτο μέτωπο των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που ξεκίνησε ο Μπους και συνεχίζει ο Ομπάμα χωρίς διακοπή (και με την ώθηση μάλιστα του βραβείου Νομπέλ Ειρήνης) μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία.

Το ζητούμενο ωστόσο για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στην περιοχή δεν είναι η αντιμετώπιση της Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου που έσπευσε να αναλάβει την ευθύνη της αποτυχημένης βομβιστικής επίθεσης. Τουλάχιστον δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως αυτή. Το σημαντικότερο ζητούμενο για την Ουάσιγκτον είναι να εξασφαλίσει τον έλεγχο σε μια στρατηγικής σημασίας, λόγω της θέσης της, χώρα κι επίσης να αποτρέψει την επέκταση της επιρροής του Ιράν.

Όσοι παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις τους τελευταίους μήνες στην Υεμένη ξαφνιάστηκαν από τα γεγονότα των Χριστουγέννων για έναν και μοναδικό λόγο. Επειδή η εστία της έντασης όλο το 2009 δεν ήταν η Αλ Κάιντα αλλά οι σιίτες. Ειδικότερα, από την άνοιξη του προηγούμενου χρόνου μέχρι τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη στα βόρεια της χώρας μια εξέγερση της σιίτικης φυλής Χούθι, που καταγγέλλει την σουνιτική κυβέρνηση ότι προσπαθεί να εξαφανίσει τις ιδιαίτερες πολιτιστικές, θρησκευτικές και γλωσσικές παραδόσεις της. Οι σιίτες Χούθι αποτελούν το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού της Υεμένης και ξεσηκώθηκαν εναντίον της κυβέρνησης πρώτη φορά το 2004. Οι συγκρούσεις τους με την κυβέρνηση κορυφώθηκαν τον Νοέμβριο όταν η πολεμική αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας παραβίασε τα σύνορα της Υεμένης και βοηθώντας τα στρατεύματα της χώρας επιτέθηκε με ασυνήθιστη σφοδρότητα στους σιίτες αντάρτες. Να αναφερθεί πως στα πορώδη σύνορα των δύο χωρών μήκους 1.800 χιλιομέτρων η Σαουδική Αραβία κατασκευάζει έναν υψηλής τεχνολογίας μηχανισμό ελέγχου για να ελέγξει την μετανάστευση που τις περιόδους αιχμής φθάνει ακόμη και τα 2.000 με 3.000 άτομα την ημέρα.

Τον Νοέμβρη λοιπόν, για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων που διεξάγεται στην κακότυχη, λόγω της σπάνιας θέσης της κι όχι ευδαίμονος Αραβίας. Το Ριάντ επικαλέστηκε δολοφονική επίθεση των ανταρτών Χούθι εντός των συνόρων του με θύμα σαουδάραβα στρατιώτη για να δικαιολογήσει την επίθεσή του, που πολύ σύντομα προκάλεσε ανθρωπιστική κρίση, καθώς χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να γλιτώσουν. Η βαρβαρότητα των σαουδαραβικών βομβαρδισμών οδήγησε την Τεχεράνη που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας όλων των σιιτών της Μέσης Ανατολής πολύ γρήγορα να στραφεί εναντίον του Ριάντ. Για «κρατική τρομοκρατία» κατηγόρησε τη Σαουδική Αραβία ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιράν. «Αυτοί που ρίχνουν λάδι στη φωτιά πρέπει να ξέρουν ότι δεν θα γλιτώσουν από τους καπνούς που απλώνονται» ανάφερε η δήλωση του ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Μανουσέρ Μοτάκι, ο οποίος απευθυνόμενος στην κυβέρνηση της Υεμένης προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Πρόταση που φυσικά έπεσε στο κενό.

Η πραγματικότητα επομένως είναι πως η ανάμιξη της Σαουδαραβίας έδωσε νέα και ανώτερη, περιφερειακή διάσταση στη σύγκρουση μεταξύ σιιτών και σουνιτών στην Υεμένη, βγάζοντάς την έξω από τα σύνορα της χώρας. Το Ριάντ επιτέθηκε με τόση μεγάλη βιαιότητα κατά των Χούθι, γιατί αντιμετώπισε τους σιίτες της Υεμένης σαν το μακρύ χέρι της Τεχεράνης. Επεδίωξε λοιπόν να το κόψει για να αποτρέψει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός σιιτικού θύλακα που θα θέσει σε αμφισβήτηση την εθνική ακεραιότητα της Υεμένης (ενδεχόμενο όχι και τόσο ακραίο) όπως ακριβώς έχει συμβεί στον Λίβανο με την εδραίωση της Χεζμπολάχ στο νότιο τμήμα της χώρας, απ’ όπου μπορεί να ασκεί τη δική της αμυντική και κατ’ επέκταση εξωτερική πολιτική.

Στην Υεμένη επομένως μεταφέρθηκε ο διπλωματικός ανταγωνισμός Ριάντ – Τεχεράνης για την άσκηση επιρροής στον αραβικό κόσμο, δεδομένου ότι η κάθε μια χώρα διεξάγει μια μάχη ζωής. Η οικογένεια των Σαούντ γιατί ξέρει πως η διπλωματική γραμμή της στην πράξη έχει συντριβεί. Πρεσβεύοντας τη τακτική των ειρηνικών διαπραγματεύσεων και της συνδιαλλαγής με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ χρεώνεται την αποτυχία επίλυσης του παλαιστινιακού και την ταπείνωση των Αράβων, που συνεχίζεται κι επί Ομπάμα, παρά τις περί του αντιθέτου ελπίδες που αρχικά δημιουργήθηκαν. Η ισλαμική δημοκρατία από την άλλη μπορεί να νιώθει δικαιωμένη εκφράζοντας την ανυποχώρητη γραμμή της σύγκρουσης, για να ξεπεράσει όμως τις αρνητικές συνέπειες του εμπάργκο επιδίδεται σε έναν συνεχή αγώνα διεύρυνσης της επιρροής της που φθάνει μέχρι και τη Λατινική Αμερική, την οποία επισκέφθηκε πρόσφατα ο Αχμαντινετζάντ όπου συναντήθηκε με τους προέδρους της Βραζιλίας, της Βολιβίας και της Βενεζουέλας, Λούλα, Μοράλες και Τσάβες. Η γειτονική Υεμένη θα έμενε απ’ έξω; Περιττό δε να πούμε πως η επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη έγινε με την έγκριση αν όχι με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ καθώς μοιράζονται τα ίδια εχθρικά συναισθήματα απέναντι στο Ιράν.

Οι ΗΠΑ άλλωστε όλο το προηγούμενο διάστημα δεν έκρυψαν τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν στην Υεμένη εναντίον της Αλ Κάιντα. Πιο πρόσφατα ήταν οι βομβαρδισμοί με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις 17 και 24 Δεκέμβρη, που προκάλεσαν το θάνατο δεκάδων ατόμων. Κι οι ΗΠΑ άλλωστε μετρούν πολλά θύματα στην Υεμένη. Από τον Οκτώβριο του 2000 όταν χτυπήθηκε στον Κόλπο του Άντεν το USS Cole με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 Αμερικανοί, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2008 που στόχος έγινε η ίδια τους η πρεσβεία στην πρωτεύουσα της Υεμένης Σάνα, όπου έχασαν τη ζωή τους 16 άτομα, οι Αμερικανοί αποτελούν κόκκινο πανί στην Υεμένη που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του Μπιν Λάντεν. Η απροθυμία του αμερικανικού Πενταγώνου παρόλα αυτά να διατάξει χερσαία στρατιωτική επίθεση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι στην Υεμένη ζουν περισσότεροι από 20.000 βετεράνοι του πολέμου στο Αφγανιστάν (κατά της Ρωσίας), στη Βοσνία και την Τσετσενία. Επίσης όλοι σχεδόν οι κάτοικοι έχουν όπλα. Θα υφίσταντο επομένως τρομακτικές απώλειες, ενώ όλη η Υεμένη θα στρατολογούταν στην Αλ Κάιντα. Φαίνεται όμως έτσι πως οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία έρχονται μέσω της Υεμένης αντιμέτωποι με τις συνέπειες της δικής τους βρόμικης, υπονομευτικής πολιτικής, όταν η Υεμένη αποτελούσε πηγή στρατολόγησης γενίτσαρων στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, της Σερβίας και της Ρωσίας τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

«Η Σαουδική Αραβία πολέμησε κάθε –ισμό που επιδίωξε να επικρατήσει στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένου του παναραβισμού του Νάσερ, του κομμουνισμού και του σύγχρονου Ισλαμισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων και της Χαμάς. Τα εργαλεία στα οποία στηρίχθηκε ήταν το χρήμα από το πετρέλαιο και το ουαχαμπίτικο Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 1980 η Σαουδική Αραβία δαπάνησε περισσότερα από 75 δισ. δολ. για να προπαγανδίζει το ουχαμπίτικο δόγμα, να ιδρύει σχολεία και τεμένη σε όλο τον ισλαμικό κόσμο. Μεγάλο μέρος αυτών των πόρων κρατήθηκαν για την πίσω αυλή της, την Υεμένη. Η Σαουδική Αραβία διατήρησε στην Υεμένη ένα ισχυρό ουαχαμπίτικο ρεύμα που ήταν ιδεολογικά και πολιτικά πιστό στη βασιλική οικογένεια των Σαούντ. Επιπλέον ο πρόεδρος της Υεμένης, Αλί Αμντουλάχ Σαλέχ, χρησιμοποίησε τον εισαγόμενο ουαχαμπισμό για να νικήσει τους εγχώριους αντιπάλους του – πρώτα τους κομμουνιστές κι έπειτα τους Χούθι – παρότι κι ο ίδιος ήταν σιίτης», έγραφε η βρετανική εφημερίδα Guardian Weekly στις 27 Νοέμβρη. Οι ανηλεείς επιθέσεις επομένως που δέχονται από την Αλ Κάιντα η οποία δρα στο εσωτερικό της Υεμένης οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία είναι αποτέλεσμα της δικής τους πολιτικής! Παρόλα αυτά αξιοποιούνται έτσι ώστε οι ΗΠΑ να πατήσουν για τα καλά πόδι στη χώρα και να μπορέσουν να δρέψουν όλα τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει η σπάνια στρατηγική της θέση: πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ, στον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό, στη Σομαλία και το Κέρας της Αφρικής. Πλεονεκτήματα που όλο το προηγούμενο διάστημα δεν γεύονταν πλήρως όπως φάνηκε και το 1991 με τον πρώτο Πόλεμο στον Κόλπο όταν η Υεμένη τάχθηκε με τον Σαντάμ Χουσεΐν κι αρνήθηκε να πολεμήσει υπό την αστερόεσσα όπως έκαναν οι Σαουδάραβες, οι Αιγύπτιοι και πολλά ακόμη αραβικά κράτη. Την στάση της τότε η Υεμένη την πλήρωσε ακριβά καθώς κόπηκε απότομα η οικονομική βοήθεια που λάβαινε και 1 εκ. πολίτες της Υεμένης απελάθηκαν από τα κράτη του Περσικού Κόλπου.

Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η Υεμένη προσαρμόστηκε στη Νέα Τάξη. Κι ανταμείφθηκε γενναία γι αυτό. Από 4,3 εκ. δολ. που ήταν η αμερικανική βοήθεια το 2006, ένα χρόνο μετά το 2007 εκτινάχθηκε σε 26 εκ. και το 2009 έφθασε τα 67 εκ. δολάρια. Τον επόμενο ενάμισι χρόνο επίσης η κυβέρνηση της Υεμένης θα εισπράξει 70 εκ. δολ. Το κράτος της όμως συνέχισε να χαρακτηρίζεται εύθραυστο, στην καλύτερη, και αποτυχημένο, στην χειρότερη περίπτωση. Οι νέες επιθέσεις που θα δεχτεί η Υεμένη από τις ΗΠΑ με απώτερο στόχο να ξεριζώσουν τους θύλακες της Αλ Κάιντα ενδέχεται να οξύνουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Η κυβέρνηση της Υεμένης, με πρόεδρο τα τελευταία 31 χρόνια τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, δεν ασκεί καμιά εξουσία έξω από την πρωτεύουσα όπου η διοίκηση έχει ανατεθεί στους τοπικούς φύλαρχους, όπου συνεχίζεται αδιατάρακτη μια παράδοση αιώνων. Ο εύθραυστος χαρακτήρας της εθνικής συνοχής επιβεβαιώνεται επίσης κι από το πρόσφατο, ταραχώδες παρελθόν της Υεμένης: Η χώρα έπαψε να είναι διαιρεμένη σε Βόρεια και Νότια μόλις το 1990. Έκτοτε οι εμφύλιοι πόλεμοι, ο πρώτος εκ των οποίων ξεκίνησε το 1994, αποδείχθηκαν ενδημικό φαινόμενο. Και πριν από την ενοποίηση, τη δεκαετία του ’70, δύο φορές πολέμησαν μεταξύ τους η Βόρεια κι η Νότια Υεμένη. Κατά συνέπεια δεν υφίσταται ούτε το ελάχιστο αίσθημα εθνικής ενότητας. Κάτι που εξηγεί το φόβο Αμερικανών και Σαουδαράβων για τη δημιουργία ενός σιίτικου κρατιδίου στα βόρεια τη Υεμένης όπου κατοικούν οι Σιίτες. Το οποίο μάλιστα στη συνέχεια θα ενθάρρυνε τους σιίτες που ζουν και στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας να διεκδικήσουν την απόσχισή τους!

Τα χειρότερα για την Υεμένη ωστόσο είναι μπροστά της λόγω του ότι το κοινωνικό ζήτημα με το πέρασμα του χρόνου αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Ήδη με το 45% από τα 23 εκ. του πληθυσμού της να ζει με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα και τα μισά παιδιά της να υποφέρουν από χρόνιο υποσιτισμό η Υεμένη είναι η φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής. Το πρόβλημα οξύνεται λόγω της συνεχούς συρρίκνωσης των εσόδων από το πετρέλαιο τα οποία το 2017 θα εκμηδενιστούν, της παρατεταμένης λειψυδρίας που πλήττει τη χώρα, των πολύ υψηλών ποσοστών γεννήσεων που μέχρι το 2035 αναμένεται να οδηγήσουν τον πληθυσμό της σε διπλασιασμό (σήμερα οι μισοί της κάτοικοι είναι κάτω των 15 χρόνων) και του εθισμού πολλών εκατομμυρίων κατοίκων της (λέγεται πως είναι ακόμη κι οι μισοί) στο εγχώριο ναρκωτικό κατ!

Το τελευταίο λοιπόν που έλειπε στην Υεμένη ήταν να μετατραπεί σε πεδίο βολής των Αμερικανών και της Σαουδικής Αραβίας.