Facebook και Twitter λογόκριναν τον Τραμπ για να σώσουν το τομάρι τους και τις 26 πιο …βρόμικες λέξεις του κόσμου

Η απόφαση των δύο μεγαλύτερων ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης να αναστείλουν τους λογαριασμούς του αμερικανού προέδρου, μετά την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, εκ πρώτης όψεως έβριθε ηθικών διλημμάτων που δεν απαντώνται εύκολα για τα όρια της ελευθερίας του λόγου και κραυγαλέων αντιφάσεων που προκαλούν γέλιο. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές: αν κρίθηκε αναγκαία η ακύρωση της πρόσβασης στο Twitter του αμερικανού προέδρου για να αποτραπεί μια νέα αιματοχυσία, γιατί θεωρήθηκε αδιάφορη η συνέχιση της διατήρησης εκ μέρους του των κωδικών του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου; Το Twitter είναι πιο επικίνδυνο από τα πυρηνικά;

Η επιλογή του facebook και του Twitter πολύ λίγο έχει να κάνει με όσα συγκλονιστικά συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι ακροδεξιοί οπαδοί του Τραμπ εισέβαλαν στο Καπιτώλιο. Κυρίως σχετίζονται με τη μάχη επιβίωσης που δίνουν οι κολοσσοί του διαδικτύου. Και σε αυτή την μάχη όσα είχε να τους προσφέρει η συμπόρευσή τους με τον Τραμπ τους τα προσέφερε από το 2017 που εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο μέχρι τώρα, που αναχωρεί. Στο εξής, αν κάποιος μπορεί να τους εξασφαλίσει μια ακόμη ξέγνοιαστη τετραετία, ή τουλάχιστον την αποφυγή των χειρότερων, είναι η εύνοια των Δημοκρατικών και του Τζον Μπάιντεν. Σε αυτήν ακριβώς την εύνοια αποσκοπούσε η απόφαση αναστολής των λογαριασμών του απερχόμενου προέδρου! Ήταν ένα δώρο στους Δημοκρατικούς κι έτσι ακριβώς το περιέγραψε ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μαρκ Ρούμπιο μιλώντας στο Fox News την Κυριακή 10/1: «Είναι πολύ κυνικό… Ο λόγος που αυτοί οι τύποι το κάνουν είναι επειδή οι Δημοκρατικοί πρόκειται  να πάρουν την εξουσία και το βλέπουν σαν έναν τρόπο να πάνε με το πλευρό τους για να αποφύγουν οποιουσδήποτε περιορισμούς ή κάθε είδους νόμους που θα περάσουν για να να τους πλήξουν»

Τα χειρότερα για το ολιγοπώλιο του Διαδικτύου τα περιέγραψε η γερμανίδα καγκελάριος και στη συνέχεια ο εκπρόσωπός της στην ασυνήθιστα ωμή και αναπάντεχη δήλωση της ενάντια στην λογοκρισία του αμερικανού προέδρου. Η Άνγκελα Μέρκελ με την ίδια σαφήνεια που αποδοκίμασε την αναστολή των λογαριασμών του Τραμπ χαρακτηρίζοντας την ως «προβληματική» παραβίαση «θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου», ζήτησε από τις ΗΠΑ να αναπαράγουν το παράδειγμα της Γερμανίας στην ψήφιση και εφαρμογή νόμων που απαγορεύουν την υποκίνηση σε βία. Οι ΗΠΑ μέχρι στιγμής έχουν αναθέσει την υποχρέωση στις ίδιες τις πλατφόρμες. Κι αυτή η απόκλιση αποτελεί μια θεμελιώδη διαφορά στην προσέγγιση του ίντερνετ μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.

Προς αποφυγή παρανοήσεων λοιπόν, η Μέρκελ δε ζήτησε να μην υφίσταται λογοκρισία στο ίντερνετ. Ζήτησε την λογοκρισία να την ασκεί το κράτος, μέσω νόμων, κι όχι οι κολοσσοί του διαδικτύου επικαλούμενοι τους όρους χρήσης των υπηρεσιών τους.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, Στέφεν Σάιμπερτ, επικαλέστηκε νόμο που τέθηκε σε ισχύ το 2018 βάσει του οποίου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης υποχρεούνται να αποσύρουν παράνομο υλικό που έχει αναρτηθεί στην πλατφόρμα τους εντός 24 ωρών, από τη στιγμή που θα τους γίνει η γνωστοποίηση. Αλλιώς αντιμετωπίζουν πρόστιμο που μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 50 εκ. ευρώ! Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρούνο Λε Μερ ο οποίος ναι μεν χαρακτήρισε σαν αναρμόδια την «ψηφιακή ολιγαρχία» να επιβάλλει λογοκρισία και να αποφασίσει ποιος δικαιούται να …ομιλεί, προκειμένου όμως να εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα στο κράτος: «Η ρύθμιση της ψηφιακή αρένας είναι θέμα του κυρίαρχου λαού, των κυβερνήσεων και της δικαιοσύνης» ήταν τα λόγια του. Για το κατά πόσο δε, εννοεί την εξουσία του κυρίαρχου λαού, αρκεί να θυμηθούμε τη βαρβαρότητα της γαλλικής αστυνομίας εναντίον των Κίτρινων Γιλέκων…

Η διαμάχη για το «ποιος θα ρυθμίσει το ίντερνετ» δεν διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, όσο κι αν μετά την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη έλαβε αυτή την μορφή. Γενικευμένες είναι και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η σύγκρουση συμπυκνώνεται στην παράγραφο 230 του νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, που ψηφίστηκε το 1996, κι αποτελεί μήλο της έριδας. Πρόκειται για 26 λέξεις – κορυφαίο παράδειγμα  διαμορφωτικού κι όχι αποτυπωτικού δικαίου – επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η μετέπειτα ιδιωτικοποίηση του ίντερνετ και η γιγάντωση των εταιρειών που έχουν δώσει στο ίντερνετ τη σημερινή εμπορευματοποιημένη και αποχαυνωτική μορφή του. Αναφέρουν κατά λέξη: «Κανένας πάροχος ή χρήστης μιας διαδραστικής υπηρεσίας υπολογιστών δεν θα αντιμετωπιστεί ως εκδότης ή ομιλητής οποιασδήποτε πληροφορίας παρέχεται από από έναν άλλον πάροχο πληροφοριακού περιεχομένου».

Κοινώς, οι πλατφόρμες δε φέρουν καμία ευθύνη για ό,τι δημοσιεύουν οι χρήστες. Αντίθετα με τους εκδότες εφημερίδων ακόμη και βιβλίων που είναι υπόλογοι για ό,τι γράψει καθένας και καθεμία στις σελίδες τους, οι ιδιοκτήτες των πλατφορμών δε φέρουν καμία ευθύνη. Επάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση άνθισαν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μιας κι ο καθένας μπορούσε να διατυπώνει όχι μόνο την άποψή του, αλλά το …μακρύ του και το κοντό του. Μάλιστα όσο πιο τερατώδης ήταν μια άποψη, μια πρόβλεψη, μια «είδηση», όσο πιο χυδαία μια επίθεση, κοκ, τόσο περισσότερες επισκέψεις δεχόταν η διπλανή διαφήμιση! Απουσία νομικής ευθύνης τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν θερμοκήπια παραπληροφόρησης και νεκροταφεία της ενημέρωσης, προς επιβεβαίωση ενός κλασσικού νόμου της νομισματικής θεωρίας, βάσει του οποίου σε μια παράλληλη κυκλοφορία ενός «καλού» κι ενός «κακού» νομίσματος, κυριαρχεί το «κακό»! Έτσι το facebook στηρίχθηκε αρχικά και στήριξε στη συνέχεια τον φθηνό εντυπωσιασμό, τις διαδόσεις, το λόγο μίσους, τις προσβολές και τις ύβρεις για να καταντήσει συνώνυμο της ευτέλειας.

Κι όσο ανέβαινε η υπερβολή τόσο μεγάλωναν τα έσοδα των κολοσσών του διαδικτύου για να φτάσουμε μόνο το 2020 η χρηματιστηριακή αξία των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών της Σίλικον Βάλεϋ να φτάνει τα 7,2 τρισ. δολ., ενώ τέσσερις διαδικτυακές εταιρείες (Google, Apple, Amazon, Microsoft) να διατηρούν τα σκήπτρα των επιδόσεων, ξεπερνώντας εταιρείες της αυτοκινητοβιομηχανίας, του χρηματοπιστωτικού τομέα, της παραγωγής και του εμπορίου…

Οι 26 λέξεις, που αποτέλεσαν το ευαγγέλιο της διαδικτυακής χάβρας, θεωρείται βέβαιο ότι θα τροποποιηθούν. Είχε δεσμευτεί δημόσια ακόμη κι ο Τζο Μπάιντεν προεκλογικά για την ακύρωσή του νομικού φραγμού στη δίωξη των ιντερνετικών εταιρειών για το περιεχόμενο που αναρτούν. Οι Δημοκρατικοί επίσης είχαν εξαγγείλει όχι μόνο για το Facebook (με αφορμή την εξαγορά του Instagram και του WhatsApp) αλλά και για την Google (με αφορμή τα 10 δισ. δολ. που έδινε ετησίως στην Apple κ.α. για να εξασφαλίζει προτεραιότητα στα προϊόντα της) ότι θα ενεργοποιηθούν έρευνες για την παραβίαση των αντιμονοπωλιακών νόμων, κατ’ αντιστοιχία όσων εφαρμόστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες για την ΑΤΤ και τη Citibank. Υπέρ της ακύρωσης του άρθρου 230 έχει ταχθεί ακόμη κι η Νάνσυ Πελόσι (χαρακτηρίζοντας το άρθρο «δώρο» στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας) η οποία αποτελεί όχι απλώς σταθερή αξία και βαρύ πυροβολικό των Δημοκρατικών, αλλά και το βαθύ τους κράτος. Κριτική στο άρθρο 230 είχε ασκήσει ακόμη κι ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ποιός δίνει σημασία στα λόγια του… Χρήζει πάντως αναφοράς γιατί δείχνει το βαθμό της συναίνεσης γύρω από την αλλαγή του νόμου του Κλίντον.

Από την άλλη υπάρχει ένας σοβαρότατος λόγος για να συνεχιστεί η σημερινή αθλιότητα, με τη διαιώνιση του άρθρου 230: η «κινέζικη απειλή»! Οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τάξης στο ίντερνετ θα οδηγήσει στο ξεφούσκωμα των αμερικανικών εταιρειών και στην ανάδυση των κινέζων ανταγωνιστών. Σοβαρό αντικίνητρο όχι μόνο για τον Τραμπ, αλλά και για τον Μπάιντεν…

Παράλληλα, η προσπάθεια της ιντερνετικής βιομηχανίας επικεντρώνεται στον μετριασμό της ζημιάς που θα επέλθει. Με βάση δημοσιεύματα είναι διατεθειμένη να δεχθεί τα πάντα αρκεί να μην ξεπεραστεί ένα όριο: να μην αντιμετωπισθεί ως εκδότης και να αναλάβει τη νομική ευθύνη. Σε αυτό το βωμό όχι μόνο το Facebook και το Twitter αλλά επιπλέον Google, Amazon, TikTok, Pinterest, Snap κι άλλοι έσπευσαν να αναπαράξουν τις απαγορεύσεις κατεβάζοντας ακόμη και το Parler, το ακροδεξιό Twitter, για να μείνει χωρίς φωνή ο Τραμπ.

Εν κατακλείδι, τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο φαίνονταν αρχικά: Η ευκολία με την οποία λογόκριναν τον Τραμπ facebook και Twitter δεν προήλθε από την απόφασή τους να διαφυλάξουν την ειρήνη ή να διακόψουν το λόγο μίσους και τα σωρηδόν ψέματα που λέει ο απερχόμενος, ανόητος αμερικανός πρόεδρος. Η λογοκρισία επιβλήθηκε από το ολιγοπώλιο του διαδικτύου για να διαφυλάξει την ασυδοσία του…

Βενεζουέλα: Τελειώνει η αμφισβήτηση του Τσαβισμού στις 6 Δεκεμβρίου;

Ιδιαίτερα κρίσιμη αναμέτρηση όχι μόνο για τον Τσαβισμό αλλά και για τη διεθνή κοινότητα, θα αποδειχθούν οι εκλογές της Κυριακής 6 Δεκεμβρίου στη Βενεζουέλα για την ανάδειξη Εθνοσυνέλευσης. Το αποτέλεσμά τους αναμένεται με ξεχωριστό ενδιαφέρον γιατί η προεξοφλημένη νίκη του Τσαβισμού θα σημάνει το τέλος της αμφισβήτησης της κυβέρνησης του Νικολά Μαδούρο που ξεκίνησε το 2015, όταν η δεξιά αντιπολίτευση πέτυχε μια συντριπτική εκλογική νίκη στην ψηφοφορία για την Εθνοσυνέλευση, κερδίζοντας με 65% κι εκλέγοντας 109 βουλευτές, έναντι 65 βουλευτών που είχε κερδίσει η αριστερή κυβέρνηση. Η πρώτη ήττα του Τσαβισμού μετά την πρώτη νίκη του Τσάβες το 1998 έστρωσε το δρόμο για την ανακήρυξη του Γκουαϊδό πρώτα σε πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης και στη συνέχεια σε «ενδιάμεσο πρόεδρο» της Βενεζουέλας πραγματοποιώντας ένα συνταγματικό πραξικόπημα, το οποίο αγκαλιάστηκε από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Η ψήφος των Βενεζολάνων υπέρ της Δεξιάς το 2015 ερμηνεύτηκε κυρίως ως ψήφος διαμαρτυρίας απέναντι στον Τσαβισμό και ειδικότερα απέναντι στον καλπάζοντα πληθωρισμό, τη διαφθορά, το οργανωμένο έγκλημα και τις ελλείψεις σημαντικών αγαθών.

Από τότε μέχρι σήμερα ωστόσο έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, παρότι οι αμερικανικές κυρώσεις συνεχίζουν να γονατίζουν την οικονομία της Βενεζουέλας. Με βάση τον Economist της 28ης Νοεμβρίου, οι αμερικανικές κυρώσεις έχουν κοστίσει διαφυγόντα έσοδα ύψους από 17 ως 31 δισ. δολ., ένα ποσό που αντιστοιχεί από το ένα τρίτο ως ένα πέμπτο του συρρικνωμένου ετήσιου ΑΕΠ της χώρας. «Μόνο αυτό το χρόνο η κυβέρνηση έπρεπε να συρρικνώσει τις εισαγωγές κατά το ήμισυ, επιδεινώνοντας τη φτώχεια», ανέφερε το βρετανικό έντυπο. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία επομένως ότι η ευθύνη για την εξαθλίωση στη Βενεζουέλα ανήκει αποκλειστικά και μόνο στις αμερικανικές κυρώσεις. Παρόλα αυτά, το κλίμα έχει αντιστραφεί έκτοτε και θεωρείται βέβαιη η νίκη του Τσαβισμού στις εκλογές της Κυριακής 6 Δεκεμβρίου, αν και μένει να αποδειχθεί η επίπτωση στο εκλογικό αποτέλεσμα της διάσπασης που παρατηρείται για πρώτη φορά στο στρατόπεδο των μπολιβαριανών δυνάμεων. Συγκεκριμένα, ξέχωρα από το μπλοκ πέριξ του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας (PSUV), στις εκλογές θα πάρει μέρος με δικούς του υποψηφίους το μέτωπο Λαϊκή Επαναστατική Εναλλακτική (ARP), που έχει συγκροτηθεί με άξονα το Κομμουνιστικό Κόμμα και στο πρόγραμμα του περιλαμβάνεται η εμβάθυνση και ανάπτυξη του σοσιαλιστικού – επαναστατικού προσανατολισμού του Τσαβισμού.

Ο Νικολά Μαδούρο, που κέρδισε με τις εκλογές του 2019 μια δεύτερη εξαετή θητεία, έχει δεσμευθεί ότι θα σεβαστεί και θα αναγνωρίσει οποιοδήποτε εκλογικό αποτέλεσμα ανακοινωθεί το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου – περιττό να ειπωθεί ότι οποιαδήποτε σύγκριση με τις ΗΠΑ (από το χρόνο ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων, μέχρι τη στάση του νυν προέδρου) είναι περιττή και κατατάσσει τη χώρα του Τραμπ σε τριτοκοσμική μπανανία . Ο ίδιος ο Τραμπ και μαζί του η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν ανακοινώσει ότι δεν πρόκειται να αναγνωρίσουν το εκλογικό αποτέλεσμα, ακολουθώντας τον φαιδρό Γκουαϊδό που έχει καλέσει σε αποχή από τις εκλογές, έτσι ώστε να μην αναγνωρίσει τη νέα Εθνοσυνέλευση και να συνεχίσει να περιφέρεται στους διεθνείς οργανισμούς ως πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης! Γι’ αυτή τους τη στάση Τραμπ και Βρυξέλλες επικαλούνται πολλά επιχειρήματα, που είναι το ένα πιο γελοίο από το άλλο: από την πολιτική ένταξη των μελών του ανωτάτου εκλογικού δικαστηρίου στο Καράκας και την αμφισβήτηση της μυστικότητας της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μέχρι το φόβο της πανδημίας που υποτίθεται ότι θα μειώσει τη συμμετοχή στις εκλογές. Τα επιχειρήματα Τραμπ και ΕΕ, βάσει των οποίων αρνήθηκαν να στείλουν παρατηρητές στη Βενεζουέλα για να επιβλέψουν το αδιάβλητο των εκλογών, είναι σαθρά! Αν ίσχυαν για τη Βενεζουέλα γιατί δεν ίσχυαν  και για τις ΗΠΑ που ψήφισαν ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες έκτακτης ανάγκης πριν ένα μήνα; Και στις ΗΠΑ τα μέλη του ανωτάτου δικαστηρίου είναι ασυνήθιστα φιλικοί προς τους Ρεπουμπλικανούς, σε βαθμό να υπάρχει συζήτηση πλέον για το κατά πόσο έχει νόημα να συζητούμε περί ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, ενώ η αμφισβήτηση της λεγόμενης επιστολικής ψήφου και το επιχείρημα της χαμηλής συμμετοχής λόγω πανδημίας σε σημείο να ζητήσει αναβολή των εκλογών ήρθε από τον Τραμπ! Κι ό,τι ο Τραμπ απέτυχε να επιβάλει στις ΗΠΑ επιχειρεί να το επιβάλει στη Βενεζουέλα, με την ΕΕ να υιοθετεί αυτούσια τα επιχειρήματα του…

Η στάση ωστόσο που θα κρατήσει ο Τζο Μπάιντεν δεν έχει γίνει ακόμη γνωστή. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ ακόμη και πολύ πρόσφατα έχει χαρακτηρίσει το Ν. Μαδούρο «απλά και ξάστερα δικτάτορα», ενώ έχει εκφράσει την υποστήριξή του στον κρετίνο Γκουαϊδό. Από την άλλη, οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας είναι σίγουρο ότι θα χρησιμοποιήσουν το εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής για να αναθερμάνουν τις σχέσεις τους  με τη Βενεζουέλα. Μένει να δούμε αν στις ΗΠΑ ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να υποστηρίζει τον Γκουαϊδό κι έτσι αποδειχθεί συνέχεια του Τραμπ  κα μαζί με αυτόν την ίδια προσήλωση στα πραξικοπήματα και αποστροφή στις εκλογές επιδείξει και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών…

Πανδημία κρατικού αυταρχισμού διασπείρει ο κορονοϊός

Τα περιστατικά είναι υπερβολικά πολλά για να θεωρηθούν μεμονωμένα ή τυχαία. Επιλέγω τα πιο χαρακτηριστικά:

Στις ΗΠΑ, από την 1η Φεβρουαρίου ακόμη, όταν δηλαδή ο αμερικανός πρόεδρος εφάρμοζε την γραμμή πλήρους υποτίμησης της πανδημίας του κορονοϊού, εγκρίθηκε σχέδιο ανάληψης της εξουσίας από τον στρατό, στην περίπτωση που η ασθένεια ή η βία παραλύσουν τη χώρα. Ηγέτης των ΗΠΑ σε αυτή την περίπτωση θα αναλάβει ο στρατηγός Τέρενς Ο’Σόνεσι. Ο «τετράστερος» διάδοχος του Τραμπ, που καλείται να παρακάμψει το Σύνταγμα της χώρας, είναι τώρα διοικητής της NORTHCOM (Northern Command) που δημιουργήθηκε αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ κι έχει ως αποστολή την άμυνα και την προστασία των ΗΠΑ. Το σχέδιο που αποκάλυψε το περιοδικό Newsweek στις 18 Μαρτίου προβλέπει επίσης την ανάπτυξη της NORTHCOM από την μια ακτή των ΗΠΑ ως την άλλη.

Στο Ισραήλ, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έδωσε την άδεια στην Ισραηλινή Υπηρεσία Ασφαλείας να εφαρμόσει στα κρούσματα του κορονοϊού μια τεχνολογία παρακολούθησης, που μέχρι τώρα εφάρμοζε μόνο στους Παλαιστινίους αγωνιστές. Μάλιστα, «όταν υποεπιτροπή της Βουλής  αρνήθηκε να δώσει την εξουσιοδότησή της για την εφαρμογή αυτού του μέτρου ο Νετανιάχου το επέβαλε με προεδρικό διάταγμα», έγραφε στους Financial Times ο Γιουβάλ Νόε Χαράρι, συγγραφέας του αξιοδιάβαστου «21 μαθήματα για τον 21ο αιώνα». Τόνιζε επίσης ότι «ανώριμες ακόμη και επικίνδυνες τεχνολογίες τίθενται εσπευσμένα σε υπηρεσία, επειδή ο κίνδυνος της μη δράσης είναι μεγαλύτερος. Ολόκληρες χώρες μετατρέπονται σε πειραματόζωα σε μεγάλης έκτασης κοινωνικά πειράματα. Σε κανονικούς καιρούς κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και διοικήσεις εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ποτέ δε θα συμφωνούσαν σε τέτοια πειράματα. Αλλά αυτοί δεν είναι κανονικοί καιροί».

Στην Ιορδανία, το Ομάν, το Μαρόκο και την Υεμένη αναστάληκε η εκτύπωση και κυκλοφορία κρατικών και ιδιωτικών εφημερίδων, ως ένα μέτρο αντιμετώπισης της πανδημίας του κορονοϊού. Με βάση μάλιστα την ίδια πηγή, την Επιτροπή για την Προστασία Δημοσιογράφων, οι κυβερνητικές αποφάσεις εκδόθηκαν και στις τέσσερις χώρες εντός μίας εβδομάδας. Οι δημοσιογράφοι βρέθηκαν στο στόχαστρο και στις Φιλιππίνες. Με βάση απόφαση του Κογκρέσου, Μέσα Ενημέρωσης και δημοσιογράφοι θα αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης δύο μηνών και πρόστιμο έως 19.500 δολάρια αν κατηγορηθούν από την κυβέρνηση ότι διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις για τον κορονοϊό. Και μόνο τους τίτλους να παρακολουθεί κανείς για τον βίο και την πολιτεία του προέδρου Ντουτέρτε εύκολα μπορεί να προβλέψει ότι στο στόχαστρό του δεν θα βρίσκονταν οι υπαίτιοι του μοντάζ της τηλεόρασης του Open που γέμισαν την παραλιακή της Θεσσαλονίκης με κόσμο, αλλά όσοι γράφουν και μεταδίδουν ενοχλητικές ειδήσεις, ενάντια στις οδηγίες της κυβέρνησης…

Στην Ουγγαρία ψηφίσθηκε νόμος που περιλαμβάνει όλα σχεδόν τα παραπάνω! Ο Βίκτορ Όρμπαν ξεπέρασε εαυτόν εισάγοντας στη Βουλή νόμο με τον οποίο στην πράξη καταργήθηκε η ίδια η Βουλή, με το επιχείρημα ότι η αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού επιβάλλει την εφαρμογή ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Ψηφίσθηκε δε με 137 ψήφους υπέρ και 53 κατά. Το ειδικό καθεστώς αποτελείται από δύο μέρη. Πρώτον, η κυβέρνηση μπορεί να αποφασίζει με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, χωρίς κανένα κοινοβουλευτικό έλεγχο. Δεύτερο, προβλέπεται η δημιουργία δύο νέων εγκλημάτων. Το ένα αφορά την διασπορά ψευδών ειδήσεων από δημοσιογράφους και Μέσα με στόχο την πρόκληση πανικού και το άλλο με την παραβίαση των κανόνων καραντίνας ή απομόνωσης. Το ανώτερο όριο φυλάκισης για τους ενόχους φτάνει τα οκτώ έτη.

Ο κατάλογος είναι κάτι παραπάνω από μακρύς, είναι ατελείωτος. Περιλαμβάνει από τις Πολιτείες του Τέξας και το Οχάιο που με αφορμή την πανδημία και προς όφελος της δημόσιας υγείας …εννοείται απαγόρευσαν τις εκτρώσεις απειλώντας τους γιατρούς με πρόστιμο 1.000 δολαρίων, μέχρι και την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη στην Ελλάδα, που με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 20ης Μαρτίου επανέφερε την πολιτική επιστράτευση. Η αναστολή της ισχύος της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4325/2015 δεν μπορεί κατά κανέναν τρόπο να δικαιολογηθεί στη βάση «των κατεπειγόντων μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19», όπως είναι ο τίτλος της ΠΝΠ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εκμεταλλεύτηκε το μούδιασμα της κοινωνίας για να υλοποιήσει νύχτα κι εν κρυπτώ ένα ακόμη αιτηματάκι του ΣΕΒ, από την μακρά λίστα θελημάτων που μεθοδικά και κυρίως σιωπηρά υλοποιεί. Συμπεριλαμβάνεται επίσης η Κύπρος που με βάση δημοσιεύματα εξετάζει τη λύση του κατ’ οίκον περιορισμού όσων ασθενών διαγιγνώσκονται θετικοί στον κορονοϊό με τη χρήση ηλεκτρονικών βραχιολιών που χρησιμοποιούνται για τους φυλακισμένους όπως και τη δυνατότητα της αστυνομίας να επεμβαίνει σε οικείες για τις οποίες υπάρχουν καταγγελίες συγκέντρωσης πολλών ατόμων. Από αυτόν τον κατάλογο δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει και το …ολιγοπώλιο του διαδικτύου. Με βάση όσα περιέγραψε ο Έντουαρντ Σνόουντεν σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Δανίας το Facebook και η Google είναι σε συνεννόηση με την αμερικανική κυβέρνηση για να της παρέχουν στοιχεία για τις μετακινήσεις των πολιτών έτσι ώστε να φαίνεται αν κρατούν τις αναγκαίες αποστάσεις μεταξύ τους. Οι διαβεβαιώσεις κυβερνητικών  αξιωματούχων πώς δεν πρόκειται με αυτά τα στοιχεία να χτιστούν βάσεις δεδομένων δεν έπεισαν και πολλούς…

Με βάση όλα τα παραπάνω, που είναι ελάχιστα φυσικά μπροστά σε αυτά που γίνονται σε απροσπέλαστα γραφεία και εσωτερικά δίκτυα του κράτους και των μηχανισμών καταστολής τα οποία αγνοούμε ή απλώς διαισθανόμαστε, αυτό που εύκολά συμπεραίνουμε είναι ότι οι κυβερνήσεις εκμεταλλεύονται τα πέρα για πέρα αναγκαία μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας για να επιβάλλουν νέους περιορισμούς, να ακυρώσουν κατοχυρωμένες ελευθερίες και να αμφισβητήσουν συλλογικά και ατομικά δικαιώματα. Οι κυβερνήσεις καταχρώνται της εμπιστοσύνης που τους δείχνουν οι πολίτες για να διαχειριστούν αυτή τη πρωτοφανή απειλή προκειμένου να επιβάλλουν μια αυταρχική ατζέντα που δεν έχει καμία, μα καμία σχέση με την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού.

Η αυταρχικοποίηση του κράτους, σε βαθμό να προγραμματίζεται ακόμη η παράδοση της εξουσίας στον στρατό στις ΗΠΑ, δηλαδή στρατιωτικός νόμος (ενδεχόμενο ανήκουστο στο παρελθόν), που δεν πρόκειται φυσικά να αποσυρθεί όταν αντιμετωπισθεί  πανδημία (όπως ακριβώς το τέλος του πολέμου στο Αφγανιστάν δεν ακύρωσε τον αντι-τρομοκρατικό νόμο) φέρνει στην επιφάνεια και την κατεύθυνση των αλλαγών που κυοφορεί η πανδημία: Αντί για αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού από μια προοδευτική κατεύθυνση, όπως πολλοί ελπίζουν, η επόμενη μέρα θα έχει οργουελικές καταστάσεις με περισσότερη καταστολή, κρατικό αυταρχισμό και διώξεις, που δεν έχει ξαναδεί η γενιά μας!

Υστερόγραφο: Αν κάποιος ή κάποια αντιτείνει, «μα δεν γίνονται αυτά εδώ», θα του συνιστούσα να διαβάσει το αριστούργημα του βραβευμένου με Νόμπελ αμερικανού συγγραφέα Σίνκλερ Λιούις με τίτλο «Δεν γίνονται αυτά εδώ»…

Με διαδήλωση ξεκίνησε η δίκη του Ασάντζ

Τις δάφνες της Σαουδικής Αραβίας στην μεταχείριση κρατουμένων και τα βασανιστήρια διεκδικεί επάξια η Αγγλία, με βάση όσα δήλωσαν στο δικαστήριο οι συνήγοροι του Τζουλιάν Ασάντζ από την πρώτη κιόλας μέρα της δίκης του, Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου. Το επίδικο της ακροαματικής διαδικασίας που διακόπηκε για να αρχίσει ξανά στις 18 Μαΐου οπότε και θα ολοκληρωθεί σε μια εβδομάδα αφορά το αίτημα των αμερικανικών αρχών για έκδοση στις ΗΠΑ όπου του έχουν απαγγελθεί 18 σοβαρότατες κατηγορίες, μεταξύ αυτών και για κατασκοπεία. Η ποινή που κινδυνεύει να του επιδικαστεί φτάνει τα 175 χρόνια φυλάκισης.

Από τον Απρίλιο του 2019, όταν ο Ασάντζ εκδιώχθηκε από την πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο όπου ζήτησε άσυλο το 2012 με βάση αίτημα των ΗΠΑ για έκδοσή του, ο ιδρυτής των Wikileaks κρατείται σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, όπου υπομένει συστηματικά βασανιστήρια. Τα ψυχολογικά βασανιστήρια των Άγγλων δεσμωτών, που έγιναν γνωστά με αφορμή την επίσκεψη διαπρεπών νομικών, καταγγέλθηκαν από τους δικηγόρους του και κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αποκάλυψαν επίσης ότι ο άνθρωπος που έφτασε την ερευνητική δημοσιογραφία στο υψηλότερο σημείο που έχει ποτέ φτάσει κρατούταν στη φυλακή με χειροπέδες, τον άφησαν δύο φορές γυμνό, κ.α. Πρόκειται για εικόνες ντροπής που εκθέτουν την Αγγλία η οποία περισσότερο ομοιάζει με κάτι δικτατορίες της δεκαετίες του ’50 παρά με σύγχρονο κράτος δικαίου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι η πρόεδρος του δικαστηρίου δήλωσε αναρμόδια για τις συνθήκες κράτησής του, όπως και για το γεγονός ότι κατά την επιστροφή στο κελί του, μετά την πρώτη μέρα της δίκης, οι φύλακες του αφαίρεσαν τα δικόγραφα και τον πήγαν σε πέντε διαφορετικά κελιά. Είναι κι αυτά μέρος των ψυχολογικών βασανιστηρίων… Η πρόεδρος του δικαστηρίου ωστόσο, παρότι δήλωσε αναρμόδια ακόμη και να σχολιάσει τις συνθήκες κράτησης του Ασάντζ, ενθάρρυνε την ομάδα των νομικών του να αναδείξει το θέμα και να κάνει τις σχετικές προσφυγές.

Οι συνήγοροι του Ασάντζ, που έχει μετατραπεί σε ήρωα της σύγχρονης δημοσιογραφίας, υποστήριξαν ότι το 2011 λίγες ώρες πριν δοθούν στη δημοσιότητα τα 250.000 διπλωματικά τηλεγραφήματα και τα 500.000 απόρρητα έγγραφα πολλά εκ των οποίων αφορούσαν εγκλήματα του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ και το Αφγανιστάν ενημέρωσε το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Η απάντηση που έδωσαν τότε στον Ασάντζ τα στελέχη της Χίλαρι Κλίντον ήταν να καλέσει σε …μισή ώρα. Είναι εκδοχή που την αρνήθηκαν οι αμερικανικές πηγές που επιμένουν ότι έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές αμερικανών πολιτών με τις αποκαλύψεις του. Ο Ασάντζ ωστόσο από το 2011 δήλωνε ότι είχε εφαρμόσει διαδικασίες ελέγχου των εγγράφων που δημοσιοποιούνται ώστε να μην γίνονται γνωστές ευαίσθητες λεπτομέρειες, για παράδειγμα σχετικά με τη θέση των αμερικανικών στρατευμάτων σε εμπόλεμες περιοχές ή ονόματα αμερικανών πρακτόρων. Την ίδια διαβεβαίωση επανέλαβαν  και οι συνήγοροι του στο βρετανικό δικαστήριο.

Τα τηλεγραφήματα που αποκάλυψε ο Ασάντζ δόθηκαν στη δημοσιότητα με τη συνεργασία που εξασφάλισαν τα Wikileaks με έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας σε όλο τον κόσμο όπως η βρετανική Guardian, οι αμερικανικοί New York Times, το γερμανικό περιοδικό Spiegel, η γαλλική Le Monde και η ισπανική El Pais.  Έτσι, το περιεχόμενό τους έγινε γνωστό σε εκατομμύρια πολίτες ανά τον κόσμο. Εκπρόσωπος της εφημερίδας Guardian δήλωσε ότι είναι εντελώς ψευδές πώς τα δημοσιεύματα έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή αμερικανών πολιτών.

Από την πρώτη μέρα της δίκης έξω από το δικαστικό μέγαρο στα νοτιοανατολικά του Λονδίνου ήταν συγκεντρωμένοι εκατοντάδες διαδηλωτές που ζητούν την απελευθέρωση του αυστραλού δημοσιογράφου. Μάλιστα, ένα πλακάτ έγραφε «Η Ελευθερία του Ασάντζ είναι και δική μου ελευθερία».

Ο ίδιος ο Ασάντζ, που χαίρει της υποστήριξης οργανώσεων όπως η Διεθνής Αμνηστία και οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα ενώ προτάθηκε και για το βραβείο Νόμπελ, δήλωσε ότι ενδιαφέρεται να ζητήσει πολιτικό άσυλο στη Γαλλία. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται επίσης βουλευτές από το καντόνι της Γενεύης που έχουν ήδη έρθει σε επαφή με τη Βέρνη ζητώντας την έκδοση ανθρωπιστικής βίζας, σύμφωνα με την εφημερίδα Tribune τη Γενεύης.

Να θυμίσουμε ότι τα έγγραφα των Wikileaks είχαν εκθέσει και το ελληνικό πολιτικό προσωπικό (Ντόρα Μπακογιάννη, Άννα Διαμαντοπούλου, Νίκη Τζαβέλα, Γιώργος Μπαμπινιώτης) αλλά και δημοσιογράφους (πχ Αλέξης Παπαχελάς) που ξημεροβραδιαζόταν στην αμερικανική πρεσβεία για να κερδίσει την εύνοια της Ουάσιγκτον (περισσότερα εδώ).

Πώς να μη θέλουν την εξόντωσή του οι ΗΠΑ και τα σκυλάκια τους, οι Άγγλοι;

Ανεβάζουν ταχύτητα οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ

Στη Σούπερ Τρίτη, όπως αποκαλείται η Τρίτη 3 Μαρτίου, είναι στραμμένα τα βλέμματα των Δημοκρατικών, δεδομένου ότι τότε θα ψηφίσουν περισσότερες από 12 πολιτείες, μεταξύ των οποίων η Καλιφόρνια και το Τέξας, για να εκφράσουν την προτίμησή τους στον υποψήφιο των Δημοκρατικών που θα αναμετρηθεί στις 3 Νοεμβρίου με τον Τραμπ. Μέχρι τότε οι μηχανές ανεβάζουν …ταχύτητα κι όσο περνάει ο καιρός η σύγκρουση μεταξύ των Δημοκρατικών υποψηφίων για το χρίσμα γίνεται όλο και πιο έντονη.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μια μικρή γεύση αυτής της αντιπαράθεσης δοκιμάσαμε μεταξύ των 2 από τους 11 υποψηφίους, του Μπέρνι Σάντερς και του Πίτε Μπούτεντζεντζ εν όψει των προκριματικών εκλογών του Νιου Χαμπσάιρ. Οι δύο αυτοί υποψήφιοι εκφράζουν τα δύο άκρα μεταξύ των Δημοκρατικών υποψηφίων. Εκ πρώτης όψης αντιπροσωπεύουν τα δύο ηλικιακά άκρα, με τον Μπέρνι Σάντερς στα 78 του χρόνια και τον Πίτε Μπούτεντζεντζ στα 38. Η ουσιαστική διαφορά όμως βρίσκεται στις απόψεις. Ο 78χρονος γερουσιαστής από το Βερμόντ δηλώνει σοσιαλιστής και στο στόχαστρό του έχει τοποθετήσει κλάδους που είναι συνώνυμοι της αλαζονείας και της καταστρατήγησης θεμελιωδών δικαιωμάτων των αμερικανών πολιτών: η πολεμική βιομηχανία, οι φαρμακευτικές, οι ιδιωτικές εταιρείες φυλακών, η Γουόλ Στριτ, οι πετρελαϊκές, κοκ. Ο Μπούτεντζεντζ δεν έχει πρόβλημα να δηλώσει ότι χρηματοδοτείται από μεγάλες εταιρείες που αποτελούν κόκκινο πανί για τους Δημοκρατικούς, ενώ επικεντρώνει την κριτική του κατά του Σάντερς στο κόστος του προγράμματος κοινωνικής πολιτικής. Κατηγορεί συγκεκριμένα τον Σάντερς ότι για να υλοποιήσει την εξαγγελία του για καθολική υγειονομική περίθαλψη, και να πάψουν έτσι οι ΗΠΑ να είναι η μοναδική μεγάλη χώρα χωρίς υγεία για όλους, θα πρέπει να αυξήσει τους φόρους. Προκειμένου μάλιστα να ερεθίσει παραπέρα τα συντηρητικά αντανακλαστικά της αμερικανικής κοινωνίας και να τα κινητοποιήσει υπέρ της δικής του υποψηφιότητας δείχνει ξανά και ξανά βιντεάκι με τον Σάντερς να προσπαθεί να δικαιολογήσει το που θα βρεθεί χρήματα για να καλύψει την επέκταση της υγειονομικής περίθαλψης… Αναπαράγει έτσι την επιχειρηματολογία των Ρεπουμπλικάνων ότι η πολιτική πρόνοιας θα αυξήσει τη φορολογία και θα λειτουργήσει σε βάρος των μεσαίων στρωμάτων, όπου πιστεύουν ότι ανήκουν όλοι οι Αμερικάνοι. Τουλάχιστον… Σάντερς και Μπούτεντζεντζ τερμάτισαν πρώτοι στις επεισοδιακές εκλογές της Αϊόβας, με τον Μπούτεντζεντζ να προηγείται κατά 0,1% (26,2% έναντι 26,1%). Η μάχη της συγκεκριμένης πολιτείας είχε ξεχωριστή σημασία δεδομένου ότι από το 1976 μόνο δύο φορές ο νικητής της Αϊόβας δεν έγινε ο επίσημος υποψήφιος των Δημοκρατικών.

Με βάση τις δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο προηγείται ο Τζο Μπάιντεν, αντιπρόεδρος του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος συγκεντρώνει το 27% των προτιμήσεων. Ακολουθεί ο Μπέρνι Σάντερς, με 24%, κι η Ελίζαμπεθ Γουόρεν με 14% που κι αυτή όπως ο Σάντερς ανήκει στην αριστερά πτέρυγα των Δημοκρατικών. Στην τέταρτη θέση βρίσκεται ο ζάμπλουτος Μάικλ Μπλούμπεργκ ιδιοκτήτης του ομώνυμου ειδησεογραφικού πρακτορείου, που ανακοίνωσε τη συμμετοχή του μόλις τον Νοέμβριο του 2019, και στην πέμπτη θέση βρίσκεται ο εξ ίσου συντηρητικός Μπούτεντζεντζ. (Όσο για την προφορά του ονόματός του μην ανησυχείτε, όλος ο κόσμος το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζει και γι’ αυτό από εφημερίδες μέχρι ιστοσελίδες δίνουν οδηγίες για την σωστή προφορά.) Ο Μπέρνι Σάντερς διατηρεί το ρεκόρ στις οικονομικές ενισχύσεις έχοντας συγκεντρώσει 95,9 εκ. δολ. κι ένα ακόμη ρεκόρ, μιας και είναι πρώτος στις ειδήσεις. Δεύτερος στη συγκέντρωση χρηματοδοτήσεων έρχεται ο Μπούτεντζεντζ με 76,2 εκ. και τρίτη στη σειρά η Ελίζαμπεθ Γουόρεν. Ξεχωριστή και ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίδοση του Σάντερς σε ένα άλλο επίπεδο: τον αριθμό των ατόμων που χρηματοδότησαν την καμπάνια του, αποδεικνύοντας ότι κατάφερε να εξασφαλίσει λίγα από πολλούς: 1,4 εκ. άτομα τον έχουν υποστηρίξει οικονομικά ως τώρα στο πλαίσιο ενός δικτύου που συγκροτήθηκε πρώτη φορά το 2016 όταν έδινε την μάχη εναντίον τη Χίλαρι Κλίντον, ενώ ακολουθούν η Γουόρεν με 892.000 άτομα, ο Μπούτεντζεντζ με 741.000 και ο Μπάιντεν με 451.000 άτομα.

Το ύψος των οικονομικών ενισχύσεων είναι ενδεικτικό του υλικού ενδιαφέροντος που προκαλεί κάθε υποψηφιότητα είτε στην οικονομική ελίτ είτε στην κοινωνία. Δεν οδηγεί ωστόσο πάντα στην νίκη. Για παράδειγμα, το 2016 «οικονομικός» νικητής των Ρεπουμπλικάνων αναδείχθηκε ο Τζεμπ Μπους, που έχασε όμως από τον Τραμπ. Τα χρήματα επίσης που συγκεντρώνουν από τους οπαδούς ή την οικονομική ελίτ δεν προδικάζουν και το κόστος της προεκλογικής καμπάνιας κάθε υποψηφίου. Έτσι, για παράδειγμα ο Μάικ Μπλούμπεργκ που μέχρι στιγμής δεν έχει συγκεντρώσει ούτε ένα δολάριο έχει δαπανήσει περισσότερα από όλους τους υποψηφίους: 188,4 εκ. δολ. Στη λίστα των πιο «κιμπάρηδων» ακολουθεί ο έτερος δισεκατομμυριούχος υποψήφιος των Δημοκρατικών, ΤομΣτάγιερ, που έχει δαπανήσει 153,7 εκ. δολ. ο οποίος μάλιστα πρόβαλε διαφήμιση του ακόμη και στο SuperBowl, διάρκειας 60 δευτερολέπτων που στοίχισε 10 εκ. δολ. Στη λίστα με τους υποψηφίους που έχουν δαπανήσει τα περισσότερα ακολουθούν Μπέρνι Σάντερς (50,1 εκ.), Πίτε Μπούτεντζεντζ (34,1 εκ.) Ελίζαμπεθ Γουόρεν (33,7 εκ.), κοκ. Κι εδώ τα πρωτεία ανήκουν όχι σε αυτούς που παίρνουν πολλά από λίγους, αλλά σε όσους ανήκουν στους λίγους, σε εκείνο το μισητό 1%…

Πηγή : Νέα Σελίδα