Αφγανιστάν: Προσυμφωνημένη παράδοση σκυτάλης στους μεταλλαγμένους Ταλιμπάν

Ούτε Αβάνα του 1959, ούτε Σαϊγκόν του 1975, ούτε Τεχεράνη του 1979. Παρά τις επιφανειακές ομοιότητες, η Καμπούλ του 2021 περισσότερο θυμίζει τις πρωτεύουσες των ανατολικών χωρών από το Βερολίνο μέχρι την Βαρσοβία κι από την Πράγα μέχρι τη Σόφια την περίοδο 1989-1990, όταν η μετάβαση από το ένα καθεστώς στο άλλο έγινε στο πλαίσιο αναίμακτων και προσυμφωνημένων διαδικασιών, παρά την ορμητική εισβολή των λαών στο προσκήνιο της ιστορίας στην Κούβα, το Βιετνάμ και το Ιράν.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η κατάληψη της Καμπούλ ήταν θέμα χρόνου και αντικείμενο εξαντλητικών διαπραγματεύσεων με άπειρα μπρος πίσω εδώ και τουλάχιστον μία διετία. Εδώ περιγράφονται ακόμη και οι όροι της αλλαγής σκυτάλης που συζητιόταν σε γνώση του Τύπου από το 2019 κι υλοποιούνται σήμερα.

Προφανώς, η κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν δεν ήταν ευκταία εκ μέρους των Αμερικανών. Ούτε μάλιστα ήταν προβλέψιμη σε ό,τι αφορά το χρόνο που εκδηλώθηκε, με μια ταχύτητα που παρέπεμπε στο περίφημο blitzkrieg. Κι εδώ έγκειται μια από τις πολλές αποτυχίες των Αμερικανών: η ικανότητά τους να αξιολογήσουν την ταχύτητα με την οποία προέλαυναν στην χώρα οι Ταλιμπάν, κατακτώντας την μια πόλη μετά την άλλη, μέχρι την Κυριακή 15 Αυγούστου που εισήλθαν στην Καμπούλ. Αυτή ωστόσο ήταν η μικρότερη σε σημασία αποτυχία τους.

Η μεγαλύτερη αποτυχία τους ήταν να εγκαθιδρύσουν στο Αφγανιστάν μετά την εισβολή τους το 2001 μια κυβέρνηση που θα μετέτρεπε την ορεινή ασιατική χώρα σε προπύργιο του ιμπεριαλισμού στην Κεντρική Ασία: ένα είδος προκεχωρημένου φυλακίου και απόρθητης στρατιωτικής βάσης που θα απειλούσε τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν, θα βοηθούσε να πάρουν υπό τον έλεγχό τους τα ενεργειακά αποθέματα της περιοχής και θα επέτρεπε να αλλάξουν άρδην οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί σε όλη την Ασία. Όλα τ΄ άλλα περί εθνογένεσης (nation building), σε μια χώρα φυλετικά και γλωσσικά κατακερματισμένη, δεν ήταν παρά προπέτασμα καπνού και υλικό για να έχει να συζητάει η ευρωπαϊκή και αμερικανική διανόηση…

Το σχέδιο των Αμερικάνων νεοσυντηρητικών δε έχαιρε πρωτοτυπίας. Από την μετεμφυλιακή Ελλάδα και την μεταπολεμική Γερμανία μέχρι την Ιαπωνία και την Κορέα, δεκάδες φορές ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα ανέτρεψε βίαια με τη χρήση στρατιωτικών μέσων φιλικές προς τους πολίτες κυβερνήσεις και καθεστώτα, εγκαθιδρύοντας αισχρά μειοψηφικές μεν αλλά αρεστές πολιτικές ελίτ που με την πάροδο του χρόνου, τις απαραίτητες συμμαχίες και πακτωλούς χρημάτων εδραιώθηκαν οι ίδιες και συνέβαλαν στην εδραίωση της Pax Americana.

Το τι πήγε στραβά στην περίπτωση του Αφγανιστάν το περιέγραψε απόρρητη έκθεση των αμερικανικών Αρχών που είδε το φως της δημοσιότητας από την εφημερίδα Washington Post (τα περίφημα Afghanistan Papers) τον Δεκέμβριο του 2019. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο (που αποτέλεσε επίσης τη βάση βιβλίου) το οποίο συντάχθηκε από το Γραφείο του αμερικανού Ειδικού Επιθεωρητή για την Γενική Ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν. Στις σελίδες του απεικονίζεται η ανατομία ενός αποτυχημένου κράτους υπό αμερικανική επιτήρηση και πλήρη ευθύνη. Ποτάμια αίματος μεταξύ αμάχων και άκρατη διαφθορά μεταξύ των κυβερνητικών σε βαθμό τέτοιο ώστε οι Αφγανοί να αναρωτιούνται αν το μεγαλύτερο κακό είναι οι Ταλιμπάν ή η κυβέρνησή τους…

Οι αιτίες της αμερικανικής υποχώρησης δηλώθηκαν ωστόσο με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια από τον ίδιο τον αμερικανό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν την επομένη της κατάληψης της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν: «Ως πρόεδρος των ΗΠΑ είμαι αμετάπειστος ότι συγκεντρώνουμε την προσοχή μας στις απειλές που αντιμετωπίζουμε σήμερα, το 2021 και όχι στις απειλές του χθες». Οι απειλές του χθες συμπυκνώνονται στους στόχους του πολέμου κατά της «διεθνούς τρομοκρατίας» που κήρυξε ο Μπους, την επομένη των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, πριν δηλαδή 20 χρόνια. Οι «απειλές του σήμερα» δεν είναι τίποτε άλλο από την Κίνα. Ο Τραμπ άλλωστε που τροχιοδρόμησε την συμφωνία με τους Ταλιμπάν προ διετίας και δεν έχανε ευκαιρία να χαρακτηρίζει τα θερμά μέτωπα της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας σαν «πολέμους των Δημοκρατικών» κρατώντας τις αποστάσεις του ήταν ο πρώτος που αναγόρευσε την Κίνα σε υπ’ αριθμόν ένα και στρατηγικό αντίπαλο των ΗΠΑ. Υπ’ αυτό το πρίσμα αν σε κάποιον ανήκουν τα εύσημα για τη στρατηγικής σημασίας σύλληψη απεγκλωβισμού των Αμερικανών από το Αφγανιστάν είναι στον Τραμπ, κι όχι στους Δημοκρατικούς. Ο Ομπάμα μάλιστα που εξελέγη χαρακτηρίζοντας ως δίκαιο πόλεμο αυτό του Αφγανιστάν θα μείνει στην ιστορία ως ο πρόεδρος που διέταξε την μεγαλύτερη αποστολή αμερικανών στρατιωτών στο Αφγανιστάν πολλαπλασιάζοντας τα αδιέξοδα της υπερδύναμης.

Μαζί με την αναβάθμιση της κινέζικης απειλής οφείλουμε επίσης να πάρουμε υπ’ όψη μας δύο ακόμη λόγους που συνέβαλαν εξ ίσου σοβαρά στην παράδοση της σκυτάλης στους Ταλιμπάν: Πρώτο, η οικονομική κρίση στο εσωτερικό των ΗΠΑ και το πρόγραμμα των Δημοκρατικών που προτάσσει την αθρόα οικονομική στήριξη των αμερικανικών νοικοκυριών. Ως σήμερα ο πόλεμος στο Αφγανιστάν στοίχισε το ασύλληπτο ποσό των 2 τρισ. δολ! Κάθε παραπάνω ημέρα παραμονής στο Αφγανιστάν είναι ένα επίδομα που δεν θα δοθεί σε μια οικογένεια φτωχών. Δεύτερο, η ενεργειακή μετάβαση. Η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αλλάζει άρδην και τον χάρτη των στρατιωτικών επεμβάσεων, ανατρέποντας προτεραιότητες της μεταπολεμικής εποχής, όταν μήλο της έριδας αποτελούσαν χώρες με κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ποτέ ωστόσο η βελούδινη μετάβαση του Αφγανιστάν δεν θα είχε συμβεί αν οι Ταλιμπάν δεν υπόσχονταν ότι η διακυβέρνησή τους στο εξής δεν πρόκειται επ’ ουδενί να θυμίζει την περίοδο 1996-2001. Η πρώτη τους και σημαντικότερη δέσμευση έναντι των Δυτικών είναι ότι το έδαφός τους δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ποτέ ξανά ως εφαλτήριο για την εξαπόλυση διεθνών τρομοκρατικών ενεργειών. Επαναλήφθηκε τόσες πολλές φορές από δυτικούς ηγέτες (για τους οποίους είναι θέμα χρόνου η διπλωματική αναγνώριση του νέου καθεστώτος) που μάλλον ήταν το πρώτο άρθρο της συμφωνίας που σε λίγα χρόνια θα ανακαλύψουν δημοσιογράφοι και ιστορικοί. Με αυτή τη διαβεβαίωση ξεκίνησε την ομιλία του προς τους δημοσιογράφους κι ο εκπρόσωπος Τύπου των Ταλιμπάν, στην πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε. Μεταξύ άλλων διαβεβαιώσεών του για ελευθερία του Τύπου, γενική αμνηστία και δικαιώματα των γυναικών, πάντα στο πλαίσιο του Ισλάμ 🙂  έστειλε και το ακόλουθο μήνυμα προς τον Λευκό Οίκο: «Θέλω να διαβεβαιώσω τη διεθνή κοινότητα περιλαμβανομένων και των ΗΠΑ ότι κανείς δεν πρόκειται να ζημιωθεί. Δε θέλουμε ούτε εσωτερικούς ούτε εξωτερικούς εχθρούς».

Είναι αυτονόητο πώς κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι ακριβώς θα γίνει. Κατά πόσο δηλαδή οι Ταλιμπάν θα τηρήσουν την υπόσχεσή τους και θα μεταλλαχθούν σε μια ισλαμική δικτατορία όπως η Σαουδική Αραβία, που δε χορταίνουν να αγαπάνε όλες οι Δυτικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως των εγκλημάτων που διαπράττει στην Υεμένη κι εναντίον ακόμη και πολιτικών αντιπάλων της όπως ο δημοσιογράφος Κασόγκι που ακρωτηριάστηκε με αλυσοπρίονο κατόπιν εντολής του δικτάτορα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν.

Με άλλα λόγια, το ζητούμενο για τις ΗΠΑ δεν είναι να χτίσουν μια κοινοβουλευτική δημοκρατία στο Αφγανιστάν. Ποτέ δεν ήταν! Το ζητούμενο είναι να αποκτήσουν ένα ακόμη φιλικό καθεστώς, που μπορεί κάλλιστα να συνεχίσει να επιβάλει μαντήλα ή μπούρκα και να απαγορεύει  τη συμμετοχή των γυναικών σε πολλές δραστηριότητες, από την εκπαίδευση μέχρι την  πολιτική, όπως κάνουν όλες σχεδόν οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, υπό την ανοχή όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά κι όλων των ευρωπαϊκών ηγεσιών.

Το μέλλον των Ταλιμπάν δεν θα κριθεί από τα δημοκρατικά δικαιώματα που θα παραχωρήσουν για τα οποία κόπτονται τώρα Μέσα και πολιτικοί της Δύσης, αλλά (πέραν των όρων της συμφωνίας) από την στήριξη που θα προσφέρουν στις ΗΠΑ στους θερμούς ή ψυχρούς πολέμους εναντίον του Ιράν, της Ρωσίας και της Κίνας. Είναι ακριβώς αυτή η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η ιερή συμμαχία ΗΠΑ και Μουζαχεντίν αρχικά και Ταλιμπάν στη συνέχεια τις δεκαετίες του ’70 και ‘80. Γιατί όχι και τώρα;

Χωρίς ρήξεις και με κρίσιμα διατάγματα συμβολικής σημασίας ξεκίνησε η θητεία Μπάιντεν

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια, όταν εγκαταστάθηκε ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο και άρχισε να υπογράφει ένα – ένα τα προεδρικά διατάγματα για την ακύρωση της συμμετοχής των ΗΠΑ στη Συμφωνία για το Κλίμα, για την έναρξη του εμπορικού πολέμου με Μεξικό, Καναδά, Κίνα, κ.α. δημιουργήθηκε ένα ερώτημα: Κατά πόσο εκείνη η έξαψη οφειλόταν στον ενθουσιασμό που διακατέχει κάθε νεοφώτιστο και θα περάσει ή ήρθε για να μείνει. Τα χρόνια που ακολούθησαν διέψευσαν όσους πίστευαν ότι ο Τραμπ θα ακολουθούσε την πεπατημένη.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο Μπάιντεν κατέβαλε μια ανάλογη προσπάθεια να δείξει ότι οι ΗΠΑ αλλάζουν πορεία σε ορισμένα επιλεκτικά και συμβολικά πεδία, όπως είναι για παράδειγμα απέναντι στην κλιματική αλλαγή με αφορμή την ακύρωση της άδειας κατασκευής του γιγαντιαίου αγωγού μεταφοράς πετρελαίου Keystone XL, το θέμα των μεταναστών με αφορμή την επαναφορά του δικαιώματος εισόδου στις ΗΠΑ πολιτών μουσουλμανικών χωρών, το θέμα του σεβασμού στους πολυμερείς οργανισμούς με αφορμή το πάγωμα της διαδικασίας αποχώρησης των ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τέλος το κοινωνικό ζήτημα, με αφορμή την πρωτοβουλία του νέου προέδρου να υπογράψει την αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια και την επανέναρξη των συσσιτίων για τους φτωχούς. Ο κατακλυσμός των προεδρικών διαταγμάτων αποτέλεσε τομή με τη θητεία Τραμπ. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει κι αφορά την επομένη από το σβήσιμο των φώτων: Ο Μπάιντεν θα κλείσει οριστικά το κεφάλαιο που άνοιξε ο Τραμπ ή θα αποδειχθεί μια σύντομη παρένθεση;  Το ερώτημα αποκτά βαρύτητα δεδομένου ότι ο Τραμπ δεν είναι πλέον αουτσάιντερ στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, όπως ήταν το 2016. Τα τέσσερα χρόνια της προεδρίας του έστρεψε το κόμμα πιο δεξιά οδηγώντας το σε συγχρωτισμό με την άκρα Δεξιά σε τέτοιο σημείο ώστε το 53% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων να δηλώνει σε δημοσκόπηση ότι προτιμά τον πρώην πρόεδρο ως επόμενο υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών. Έπεται ο Μάικ Πενς που συγκεντρώνει το 12% των προτιμήσεων μόλις! Υπάρχουν και χειρότερα: Στην τρίτη θέση των επιλογών των δεξιών ψηφοφόρων βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο μεγαλύτερος γιός του 45ου προέδρου… Κρατάμε επομένως ότι το Ρεπουμπλικανικό κόμμα του 2021 ταιριάζει πλέον περισσότερο στον Τραμπ.

Εκεί που αναμφισβήτητα θα κάνει τη διαφορά ο Τζο Μπάιντεν είναι στο θέμα του κλίματος. Ήδη η επιστροφή των ΗΠΑ στην συμφωνία του Παρισιού είναι γεγονός κι αυτό όχι για να ικανοποιήσει τους δημότες της γαλλικής πρωτεύουσας όπως δήλωσε ο Ρεπουμπλικανός Τεντ Κρους για να εισπράξει μια πληρωμένη απάντηση από την Αλεξάνδρια Οκάσιο Κορτές η οποία τον ρώτησε αν ο σεβασμός στη Συνθήκη της Γενεύης επιβάλλεται χάρη της θετικής άποψης των κατοίκων της ελβετικής πόλης… Η επιστροφή των ΗΠΑ στη Συνθήκη του Παρισιού, που ως κορυφαίο στόχο έχει τη δέσμευση να μην υπερβεί η αύξηση της θερμοκρασίας μέχρι το τέλος του αιώνα τους 2 βαθμούς Κελσίου και στην καλύτερη περίπτωση τους 1,5 βαθμούς, όπως και ο δεσμευτικός στόχος για απανθρακοποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των ΗΠΑ ως το 2035, πέραν του αναγκαίου σεβασμού στο περιβάλλον εξυπηρετούν και τα ηγεμονικά σχέδια των ΗΠΑ. Η υποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού και τους κλιματικούς στόχους, επέτρεψε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα να αναπτύξουν διμερείς συμφωνίες και να πρωταγωνιστήσουν σε μια τεχνολογία αιχμής που θα κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες, σε βάρος ή έστω εν απουσία των αμερικανικών συμφερόντων.

Προτεραιότητα για το νέο αμερικανό πρόεδρο αποτελεί και η Ευρώπη. Η βελτίωση των διμερών σχέσεων θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να ανάψει εκ νέου τις μηχανές του ΝΑΤΟ, ακυρώνοντας αποσχιστικές και υπονομευτικές τάσεις όπως του Μακρόν που είχε χαρακτηρίσει το βορειοατλαντικό σύμφωνο ως κλινικά νεκρό. Για τον Μπάιντεν το κλείσιμο των ρηγμάτων στο ΝΑΤΟ, που θα σηματοδοτήσει και τη διακοπή της προσέγγισης Μόσχας – Βερολίνου, αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για το μακροπρόθεσμο σχέδιο αντιμετώπισης της Ρωσίας. Άμεσα, με αφορμή την ανάγκη έναρξης διαπραγματεύσεων για την ανανέωση της Συνθήκης μείωσης των πυρηνικών New Start που λήγει στις 5 Φεβρουαρίου, θα δούμε ενσταντανέ που επί Τραμπ δεν είδαμε λόγω των ανόητων κατηγοριών που εξαπέλυαν οι Δημοκρατικοί στον Τραμπ, περί υπόγεια συνεργασίας με τον Πούτιν. Ωστόσο, καίτοι το κλίμα εντός των ΗΠΑ ήταν ψυχροπολεμικό κατά της Ρωσίας, οι διμερείς σχέσεις τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια δεν δοκιμάστηκαν ιδιαίτερα, με εξαίρεση το Nord Stream 2. Στο εξής αυτό το ιδιότυπο μορατόριουμ, με ευθύνη των ΗΠΑ, τερματίζεται!

Σε διαφορετική κατεύθυνση θα κινηθούν οι σχέσεις με την Κίνα: Προς ταχεία αναθέρμανση! Ταυτόχρονα οι δασμοί που επέβαλλε ο Τραμπ είναι πολύ αμφίβολο αν και πότε θα ανακληθούν. Έτσι, ενώ σε πολιτικό επίπεδο θα υπάρξει μια σύντομη επιστροφή στις μέρες του Ομπάμα, σε οικονομικό επίπεδο ελάχιστα θα αλλάξουν. Tο σύνθημα «Η Αμερική Πρώτα» μπορεί να μην το ξαναδούμε σε μακό, καπελάκια και μπάνερ, θα συνεχίσουμε όμως να το βλέπουμε στην πράξη. Ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να επιβάλλει στο αμερικανικό δημόσιο πολιτική προτίμησης προμηθειών από εγχώριους παραγωγούς ενώ θεωρείται σίγουρη η επιβολή ενός νέου φόρου σε όσες εταιρείες των ΗΠΑ δημιουργούν και διατηρούν θέσεις εργασίας στο εξωτερικό. Κι όσο για τις αντιδράσεις που αναμένεται να προκύψουν εκ μέρους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στους κανόνες φιλελευθεροποίησης του οποίου αναγκάστηκαν να πειθαρχήσουν όλες οι χώρες του κόσμου) θα μάθουμε για μια κόμη φορά ότι μερικοί κόμποι δεν λύνονται, …κόβονται. Οι ΗΠΑ δείχνοντας την αποφασιστικότητα τους να συνεχίσουν την πολιτική του Τραμπ στο μέτωπο του προστατευτισμού επιδιώκουν την μεταρρύθμιση του ΠΟΕ σε μια κατεύθυνση που λίγο πολύ όλοι μπορούμε να φανταστούμε: μερικές χώρες να είναι πιο ίσες από τις άλλες…

Αυτούσια θα εφαρμοστεί η πολιτική του Τραμπ και στο Παλαιστινιακό. Ο Μπάιντεν έχει δηλώσει πώς δεν πρόκειται να στείλει την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Τελ Αβίβ όπου ήταν μέχρι και το 2018 , πριν ο Τραμπ διατάξει τη μεταφορά της στη Ιερουσαλήμ. Αυτή όμως η επιλογή ευνοεί τα σιωνιστικά επεκτατικά σχέδια και υπονομεύει, στην πράξη ακυρώνει, τις αποφάσεις του ΟΗΕ για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ. Την ίδια ώρα που ο Μπάιντεν θα στηρίζει τα εμπρηστικά σχέδια του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή σε βάρος των Παλαιστινίων, έστω δια τη ανοχής του, αποστάσεις φέρεται ότι θα κρατήσει από τη Σαουδική Αραβία, την οποία χαρακτήρισε «κράτος παρία», ενώ θέμα χρόνου είναι μια συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ το ενδιαφέρον του για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας ποτέ δεν έφτασε στο σημείο υιοθέτησης αιτημάτων που θα έβαζαν ένα τέρμα στην γιγάντωση των κατασταλτικών μηχανισμών. Η αστυνομία έτσι θα συνεχίσει να χρηματοδοτείται πλουσιοπάροχα, όπως συνέβαινε επί Τραμπ και επί Ομπάμα, όταν κάθε χρονιά ο αριθμός των έγχρωμων που σκοτώνονταν από αστυνομικά πυρά μεγάλωνε…

Οι ταλαντεύσεις και οι αμφισημίες του Μπάιντεν, εντός κι εκτός των ΗΠΑ, ακόμη και τώρα που οι εικόνες από την ορκωμοσία είναι νωπές και πιο νωπές ακόμη κι απειλητικές είναι οι εικόνες από την εισβολή των ακροδεξιών στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, δεν εγγυώνται ότι το πείραμα Τραμπ θα περάσει στην ιστορία, όπως θα μπορούσε να συμβεί αν ο Μπάιντεν επέλεγε τομές, εντός των ορίων έστω του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ. Αν για παράδειγμα ακύρωνε μέρος των φοιτητικών χρεών, αν δημιουργούσε σύστημα καθολικής υγειονομικής ασφάλισης για όλους, αν αφιέρωνε μέρος από τα 1,9 τρισ. δολ. του νέου πακέτου υποστήριξης της οικονομίας για να υποστηρίξει τις δημόσιες υποδομές, κ.α. Αρνούμενος να προβεί σε τέτοιες ρήξεις η οριακή πλειοψηφία που έχει συγκεντρώσει σε Γερουσία και Βουλή είναι πολύ πιθανό να έχει την τύχη της αντίστοιχης πλειοψηφίας που είχε συγκεντρώσει κι ο Ομπάμα το 2008: να φυλλορροήσει στις επόμενες ενδιάμεσες εκλογές, ανοίγοντας το δρόμο για την επιστροφή του Τραμπ ή κάποιου ομοιώματός του…

Facebook και Twitter λογόκριναν τον Τραμπ για να σώσουν το τομάρι τους και τις 26 πιο …βρόμικες λέξεις του κόσμου

Η απόφαση των δύο μεγαλύτερων ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης να αναστείλουν τους λογαριασμούς του αμερικανού προέδρου, μετά την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, εκ πρώτης όψεως έβριθε ηθικών διλημμάτων που δεν απαντώνται εύκολα για τα όρια της ελευθερίας του λόγου και κραυγαλέων αντιφάσεων που προκαλούν γέλιο. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές: αν κρίθηκε αναγκαία η ακύρωση της πρόσβασης στο Twitter του αμερικανού προέδρου για να αποτραπεί μια νέα αιματοχυσία, γιατί θεωρήθηκε αδιάφορη η συνέχιση της διατήρησης εκ μέρους του των κωδικών του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου; Το Twitter είναι πιο επικίνδυνο από τα πυρηνικά;

Η επιλογή του facebook και του Twitter πολύ λίγο έχει να κάνει με όσα συγκλονιστικά συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι ακροδεξιοί οπαδοί του Τραμπ εισέβαλαν στο Καπιτώλιο. Κυρίως σχετίζονται με τη μάχη επιβίωσης που δίνουν οι κολοσσοί του διαδικτύου. Και σε αυτή την μάχη όσα είχε να τους προσφέρει η συμπόρευσή τους με τον Τραμπ τους τα προσέφερε από το 2017 που εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο μέχρι τώρα, που αναχωρεί. Στο εξής, αν κάποιος μπορεί να τους εξασφαλίσει μια ακόμη ξέγνοιαστη τετραετία, ή τουλάχιστον την αποφυγή των χειρότερων, είναι η εύνοια των Δημοκρατικών και του Τζον Μπάιντεν. Σε αυτήν ακριβώς την εύνοια αποσκοπούσε η απόφαση αναστολής των λογαριασμών του απερχόμενου προέδρου! Ήταν ένα δώρο στους Δημοκρατικούς κι έτσι ακριβώς το περιέγραψε ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μαρκ Ρούμπιο μιλώντας στο Fox News την Κυριακή 10/1: «Είναι πολύ κυνικό… Ο λόγος που αυτοί οι τύποι το κάνουν είναι επειδή οι Δημοκρατικοί πρόκειται  να πάρουν την εξουσία και το βλέπουν σαν έναν τρόπο να πάνε με το πλευρό τους για να αποφύγουν οποιουσδήποτε περιορισμούς ή κάθε είδους νόμους που θα περάσουν για να να τους πλήξουν»

Τα χειρότερα για το ολιγοπώλιο του Διαδικτύου τα περιέγραψε η γερμανίδα καγκελάριος και στη συνέχεια ο εκπρόσωπός της στην ασυνήθιστα ωμή και αναπάντεχη δήλωση της ενάντια στην λογοκρισία του αμερικανού προέδρου. Η Άνγκελα Μέρκελ με την ίδια σαφήνεια που αποδοκίμασε την αναστολή των λογαριασμών του Τραμπ χαρακτηρίζοντας την ως «προβληματική» παραβίαση «θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου», ζήτησε από τις ΗΠΑ να αναπαράγουν το παράδειγμα της Γερμανίας στην ψήφιση και εφαρμογή νόμων που απαγορεύουν την υποκίνηση σε βία. Οι ΗΠΑ μέχρι στιγμής έχουν αναθέσει την υποχρέωση στις ίδιες τις πλατφόρμες. Κι αυτή η απόκλιση αποτελεί μια θεμελιώδη διαφορά στην προσέγγιση του ίντερνετ μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.

Προς αποφυγή παρανοήσεων λοιπόν, η Μέρκελ δε ζήτησε να μην υφίσταται λογοκρισία στο ίντερνετ. Ζήτησε την λογοκρισία να την ασκεί το κράτος, μέσω νόμων, κι όχι οι κολοσσοί του διαδικτύου επικαλούμενοι τους όρους χρήσης των υπηρεσιών τους.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, Στέφεν Σάιμπερτ, επικαλέστηκε νόμο που τέθηκε σε ισχύ το 2018 βάσει του οποίου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης υποχρεούνται να αποσύρουν παράνομο υλικό που έχει αναρτηθεί στην πλατφόρμα τους εντός 24 ωρών, από τη στιγμή που θα τους γίνει η γνωστοποίηση. Αλλιώς αντιμετωπίζουν πρόστιμο που μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 50 εκ. ευρώ! Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρούνο Λε Μερ ο οποίος ναι μεν χαρακτήρισε σαν αναρμόδια την «ψηφιακή ολιγαρχία» να επιβάλλει λογοκρισία και να αποφασίσει ποιος δικαιούται να …ομιλεί, προκειμένου όμως να εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα στο κράτος: «Η ρύθμιση της ψηφιακή αρένας είναι θέμα του κυρίαρχου λαού, των κυβερνήσεων και της δικαιοσύνης» ήταν τα λόγια του. Για το κατά πόσο δε, εννοεί την εξουσία του κυρίαρχου λαού, αρκεί να θυμηθούμε τη βαρβαρότητα της γαλλικής αστυνομίας εναντίον των Κίτρινων Γιλέκων…

Η διαμάχη για το «ποιος θα ρυθμίσει το ίντερνετ» δεν διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, όσο κι αν μετά την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη έλαβε αυτή την μορφή. Γενικευμένες είναι και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η σύγκρουση συμπυκνώνεται στην παράγραφο 230 του νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, που ψηφίστηκε το 1996, κι αποτελεί μήλο της έριδας. Πρόκειται για 26 λέξεις – κορυφαίο παράδειγμα  διαμορφωτικού κι όχι αποτυπωτικού δικαίου – επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η μετέπειτα ιδιωτικοποίηση του ίντερνετ και η γιγάντωση των εταιρειών που έχουν δώσει στο ίντερνετ τη σημερινή εμπορευματοποιημένη και αποχαυνωτική μορφή του. Αναφέρουν κατά λέξη: «Κανένας πάροχος ή χρήστης μιας διαδραστικής υπηρεσίας υπολογιστών δεν θα αντιμετωπιστεί ως εκδότης ή ομιλητής οποιασδήποτε πληροφορίας παρέχεται από από έναν άλλον πάροχο πληροφοριακού περιεχομένου».

Κοινώς, οι πλατφόρμες δε φέρουν καμία ευθύνη για ό,τι δημοσιεύουν οι χρήστες. Αντίθετα με τους εκδότες εφημερίδων ακόμη και βιβλίων που είναι υπόλογοι για ό,τι γράψει καθένας και καθεμία στις σελίδες τους, οι ιδιοκτήτες των πλατφορμών δε φέρουν καμία ευθύνη. Επάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση άνθισαν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μιας κι ο καθένας μπορούσε να διατυπώνει όχι μόνο την άποψή του, αλλά το …μακρύ του και το κοντό του. Μάλιστα όσο πιο τερατώδης ήταν μια άποψη, μια πρόβλεψη, μια «είδηση», όσο πιο χυδαία μια επίθεση, κοκ, τόσο περισσότερες επισκέψεις δεχόταν η διπλανή διαφήμιση! Απουσία νομικής ευθύνης τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν θερμοκήπια παραπληροφόρησης και νεκροταφεία της ενημέρωσης, προς επιβεβαίωση ενός κλασσικού νόμου της νομισματικής θεωρίας, βάσει του οποίου σε μια παράλληλη κυκλοφορία ενός «καλού» κι ενός «κακού» νομίσματος, κυριαρχεί το «κακό»! Έτσι το facebook στηρίχθηκε αρχικά και στήριξε στη συνέχεια τον φθηνό εντυπωσιασμό, τις διαδόσεις, το λόγο μίσους, τις προσβολές και τις ύβρεις για να καταντήσει συνώνυμο της ευτέλειας.

Κι όσο ανέβαινε η υπερβολή τόσο μεγάλωναν τα έσοδα των κολοσσών του διαδικτύου για να φτάσουμε μόνο το 2020 η χρηματιστηριακή αξία των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών της Σίλικον Βάλεϋ να φτάνει τα 7,2 τρισ. δολ., ενώ τέσσερις διαδικτυακές εταιρείες (Google, Apple, Amazon, Microsoft) να διατηρούν τα σκήπτρα των επιδόσεων, ξεπερνώντας εταιρείες της αυτοκινητοβιομηχανίας, του χρηματοπιστωτικού τομέα, της παραγωγής και του εμπορίου…

Οι 26 λέξεις, που αποτέλεσαν το ευαγγέλιο της διαδικτυακής χάβρας, θεωρείται βέβαιο ότι θα τροποποιηθούν. Είχε δεσμευτεί δημόσια ακόμη κι ο Τζο Μπάιντεν προεκλογικά για την ακύρωσή του νομικού φραγμού στη δίωξη των ιντερνετικών εταιρειών για το περιεχόμενο που αναρτούν. Οι Δημοκρατικοί επίσης είχαν εξαγγείλει όχι μόνο για το Facebook (με αφορμή την εξαγορά του Instagram και του WhatsApp) αλλά και για την Google (με αφορμή τα 10 δισ. δολ. που έδινε ετησίως στην Apple κ.α. για να εξασφαλίζει προτεραιότητα στα προϊόντα της) ότι θα ενεργοποιηθούν έρευνες για την παραβίαση των αντιμονοπωλιακών νόμων, κατ’ αντιστοιχία όσων εφαρμόστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες για την ΑΤΤ και τη Citibank. Υπέρ της ακύρωσης του άρθρου 230 έχει ταχθεί ακόμη κι η Νάνσυ Πελόσι (χαρακτηρίζοντας το άρθρο «δώρο» στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας) η οποία αποτελεί όχι απλώς σταθερή αξία και βαρύ πυροβολικό των Δημοκρατικών, αλλά και το βαθύ τους κράτος. Κριτική στο άρθρο 230 είχε ασκήσει ακόμη κι ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ποιός δίνει σημασία στα λόγια του… Χρήζει πάντως αναφοράς γιατί δείχνει το βαθμό της συναίνεσης γύρω από την αλλαγή του νόμου του Κλίντον.

Από την άλλη υπάρχει ένας σοβαρότατος λόγος για να συνεχιστεί η σημερινή αθλιότητα, με τη διαιώνιση του άρθρου 230: η «κινέζικη απειλή»! Οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τάξης στο ίντερνετ θα οδηγήσει στο ξεφούσκωμα των αμερικανικών εταιρειών και στην ανάδυση των κινέζων ανταγωνιστών. Σοβαρό αντικίνητρο όχι μόνο για τον Τραμπ, αλλά και για τον Μπάιντεν…

Παράλληλα, η προσπάθεια της ιντερνετικής βιομηχανίας επικεντρώνεται στον μετριασμό της ζημιάς που θα επέλθει. Με βάση δημοσιεύματα είναι διατεθειμένη να δεχθεί τα πάντα αρκεί να μην ξεπεραστεί ένα όριο: να μην αντιμετωπισθεί ως εκδότης και να αναλάβει τη νομική ευθύνη. Σε αυτό το βωμό όχι μόνο το Facebook και το Twitter αλλά επιπλέον Google, Amazon, TikTok, Pinterest, Snap κι άλλοι έσπευσαν να αναπαράξουν τις απαγορεύσεις κατεβάζοντας ακόμη και το Parler, το ακροδεξιό Twitter, για να μείνει χωρίς φωνή ο Τραμπ.

Εν κατακλείδι, τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο φαίνονταν αρχικά: Η ευκολία με την οποία λογόκριναν τον Τραμπ facebook και Twitter δεν προήλθε από την απόφασή τους να διαφυλάξουν την ειρήνη ή να διακόψουν το λόγο μίσους και τα σωρηδόν ψέματα που λέει ο απερχόμενος, ανόητος αμερικανός πρόεδρος. Η λογοκρισία επιβλήθηκε από το ολιγοπώλιο του διαδικτύου για να διαφυλάξει την ασυδοσία του…

Βενεζουέλα: Τελειώνει η αμφισβήτηση του Τσαβισμού στις 6 Δεκεμβρίου;

Ιδιαίτερα κρίσιμη αναμέτρηση όχι μόνο για τον Τσαβισμό αλλά και για τη διεθνή κοινότητα, θα αποδειχθούν οι εκλογές της Κυριακής 6 Δεκεμβρίου στη Βενεζουέλα για την ανάδειξη Εθνοσυνέλευσης. Το αποτέλεσμά τους αναμένεται με ξεχωριστό ενδιαφέρον γιατί η προεξοφλημένη νίκη του Τσαβισμού θα σημάνει το τέλος της αμφισβήτησης της κυβέρνησης του Νικολά Μαδούρο που ξεκίνησε το 2015, όταν η δεξιά αντιπολίτευση πέτυχε μια συντριπτική εκλογική νίκη στην ψηφοφορία για την Εθνοσυνέλευση, κερδίζοντας με 65% κι εκλέγοντας 109 βουλευτές, έναντι 65 βουλευτών που είχε κερδίσει η αριστερή κυβέρνηση. Η πρώτη ήττα του Τσαβισμού μετά την πρώτη νίκη του Τσάβες το 1998 έστρωσε το δρόμο για την ανακήρυξη του Γκουαϊδό πρώτα σε πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης και στη συνέχεια σε «ενδιάμεσο πρόεδρο» της Βενεζουέλας πραγματοποιώντας ένα συνταγματικό πραξικόπημα, το οποίο αγκαλιάστηκε από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Η ψήφος των Βενεζολάνων υπέρ της Δεξιάς το 2015 ερμηνεύτηκε κυρίως ως ψήφος διαμαρτυρίας απέναντι στον Τσαβισμό και ειδικότερα απέναντι στον καλπάζοντα πληθωρισμό, τη διαφθορά, το οργανωμένο έγκλημα και τις ελλείψεις σημαντικών αγαθών.

Από τότε μέχρι σήμερα ωστόσο έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, παρότι οι αμερικανικές κυρώσεις συνεχίζουν να γονατίζουν την οικονομία της Βενεζουέλας. Με βάση τον Economist της 28ης Νοεμβρίου, οι αμερικανικές κυρώσεις έχουν κοστίσει διαφυγόντα έσοδα ύψους από 17 ως 31 δισ. δολ., ένα ποσό που αντιστοιχεί από το ένα τρίτο ως ένα πέμπτο του συρρικνωμένου ετήσιου ΑΕΠ της χώρας. «Μόνο αυτό το χρόνο η κυβέρνηση έπρεπε να συρρικνώσει τις εισαγωγές κατά το ήμισυ, επιδεινώνοντας τη φτώχεια», ανέφερε το βρετανικό έντυπο. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία επομένως ότι η ευθύνη για την εξαθλίωση στη Βενεζουέλα ανήκει αποκλειστικά και μόνο στις αμερικανικές κυρώσεις. Παρόλα αυτά, το κλίμα έχει αντιστραφεί έκτοτε και θεωρείται βέβαιη η νίκη του Τσαβισμού στις εκλογές της Κυριακής 6 Δεκεμβρίου, αν και μένει να αποδειχθεί η επίπτωση στο εκλογικό αποτέλεσμα της διάσπασης που παρατηρείται για πρώτη φορά στο στρατόπεδο των μπολιβαριανών δυνάμεων. Συγκεκριμένα, ξέχωρα από το μπλοκ πέριξ του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας (PSUV), στις εκλογές θα πάρει μέρος με δικούς του υποψηφίους το μέτωπο Λαϊκή Επαναστατική Εναλλακτική (ARP), που έχει συγκροτηθεί με άξονα το Κομμουνιστικό Κόμμα και στο πρόγραμμα του περιλαμβάνεται η εμβάθυνση και ανάπτυξη του σοσιαλιστικού – επαναστατικού προσανατολισμού του Τσαβισμού.

Ο Νικολά Μαδούρο, που κέρδισε με τις εκλογές του 2019 μια δεύτερη εξαετή θητεία, έχει δεσμευθεί ότι θα σεβαστεί και θα αναγνωρίσει οποιοδήποτε εκλογικό αποτέλεσμα ανακοινωθεί το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου – περιττό να ειπωθεί ότι οποιαδήποτε σύγκριση με τις ΗΠΑ (από το χρόνο ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων, μέχρι τη στάση του νυν προέδρου) είναι περιττή και κατατάσσει τη χώρα του Τραμπ σε τριτοκοσμική μπανανία . Ο ίδιος ο Τραμπ και μαζί του η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν ανακοινώσει ότι δεν πρόκειται να αναγνωρίσουν το εκλογικό αποτέλεσμα, ακολουθώντας τον φαιδρό Γκουαϊδό που έχει καλέσει σε αποχή από τις εκλογές, έτσι ώστε να μην αναγνωρίσει τη νέα Εθνοσυνέλευση και να συνεχίσει να περιφέρεται στους διεθνείς οργανισμούς ως πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης! Γι’ αυτή τους τη στάση Τραμπ και Βρυξέλλες επικαλούνται πολλά επιχειρήματα, που είναι το ένα πιο γελοίο από το άλλο: από την πολιτική ένταξη των μελών του ανωτάτου εκλογικού δικαστηρίου στο Καράκας και την αμφισβήτηση της μυστικότητας της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μέχρι το φόβο της πανδημίας που υποτίθεται ότι θα μειώσει τη συμμετοχή στις εκλογές. Τα επιχειρήματα Τραμπ και ΕΕ, βάσει των οποίων αρνήθηκαν να στείλουν παρατηρητές στη Βενεζουέλα για να επιβλέψουν το αδιάβλητο των εκλογών, είναι σαθρά! Αν ίσχυαν για τη Βενεζουέλα γιατί δεν ίσχυαν  και για τις ΗΠΑ που ψήφισαν ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες έκτακτης ανάγκης πριν ένα μήνα; Και στις ΗΠΑ τα μέλη του ανωτάτου δικαστηρίου είναι ασυνήθιστα φιλικοί προς τους Ρεπουμπλικανούς, σε βαθμό να υπάρχει συζήτηση πλέον για το κατά πόσο έχει νόημα να συζητούμε περί ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, ενώ η αμφισβήτηση της λεγόμενης επιστολικής ψήφου και το επιχείρημα της χαμηλής συμμετοχής λόγω πανδημίας σε σημείο να ζητήσει αναβολή των εκλογών ήρθε από τον Τραμπ! Κι ό,τι ο Τραμπ απέτυχε να επιβάλει στις ΗΠΑ επιχειρεί να το επιβάλει στη Βενεζουέλα, με την ΕΕ να υιοθετεί αυτούσια τα επιχειρήματα του…

Η στάση ωστόσο που θα κρατήσει ο Τζο Μπάιντεν δεν έχει γίνει ακόμη γνωστή. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ ακόμη και πολύ πρόσφατα έχει χαρακτηρίσει το Ν. Μαδούρο «απλά και ξάστερα δικτάτορα», ενώ έχει εκφράσει την υποστήριξή του στον κρετίνο Γκουαϊδό. Από την άλλη, οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας είναι σίγουρο ότι θα χρησιμοποιήσουν το εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής για να αναθερμάνουν τις σχέσεις τους  με τη Βενεζουέλα. Μένει να δούμε αν στις ΗΠΑ ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να υποστηρίζει τον Γκουαϊδό κι έτσι αποδειχθεί συνέχεια του Τραμπ  κα μαζί με αυτόν την ίδια προσήλωση στα πραξικοπήματα και αποστροφή στις εκλογές επιδείξει και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών…

Πανδημία κρατικού αυταρχισμού διασπείρει ο κορονοϊός

Τα περιστατικά είναι υπερβολικά πολλά για να θεωρηθούν μεμονωμένα ή τυχαία. Επιλέγω τα πιο χαρακτηριστικά:

Στις ΗΠΑ, από την 1η Φεβρουαρίου ακόμη, όταν δηλαδή ο αμερικανός πρόεδρος εφάρμοζε την γραμμή πλήρους υποτίμησης της πανδημίας του κορονοϊού, εγκρίθηκε σχέδιο ανάληψης της εξουσίας από τον στρατό, στην περίπτωση που η ασθένεια ή η βία παραλύσουν τη χώρα. Ηγέτης των ΗΠΑ σε αυτή την περίπτωση θα αναλάβει ο στρατηγός Τέρενς Ο’Σόνεσι. Ο «τετράστερος» διάδοχος του Τραμπ, που καλείται να παρακάμψει το Σύνταγμα της χώρας, είναι τώρα διοικητής της NORTHCOM (Northern Command) που δημιουργήθηκε αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ κι έχει ως αποστολή την άμυνα και την προστασία των ΗΠΑ. Το σχέδιο που αποκάλυψε το περιοδικό Newsweek στις 18 Μαρτίου προβλέπει επίσης την ανάπτυξη της NORTHCOM από την μια ακτή των ΗΠΑ ως την άλλη.

Στο Ισραήλ, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έδωσε την άδεια στην Ισραηλινή Υπηρεσία Ασφαλείας να εφαρμόσει στα κρούσματα του κορονοϊού μια τεχνολογία παρακολούθησης, που μέχρι τώρα εφάρμοζε μόνο στους Παλαιστινίους αγωνιστές. Μάλιστα, «όταν υποεπιτροπή της Βουλής  αρνήθηκε να δώσει την εξουσιοδότησή της για την εφαρμογή αυτού του μέτρου ο Νετανιάχου το επέβαλε με προεδρικό διάταγμα», έγραφε στους Financial Times ο Γιουβάλ Νόε Χαράρι, συγγραφέας του αξιοδιάβαστου «21 μαθήματα για τον 21ο αιώνα». Τόνιζε επίσης ότι «ανώριμες ακόμη και επικίνδυνες τεχνολογίες τίθενται εσπευσμένα σε υπηρεσία, επειδή ο κίνδυνος της μη δράσης είναι μεγαλύτερος. Ολόκληρες χώρες μετατρέπονται σε πειραματόζωα σε μεγάλης έκτασης κοινωνικά πειράματα. Σε κανονικούς καιρούς κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και διοικήσεις εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ποτέ δε θα συμφωνούσαν σε τέτοια πειράματα. Αλλά αυτοί δεν είναι κανονικοί καιροί».

Στην Ιορδανία, το Ομάν, το Μαρόκο και την Υεμένη αναστάληκε η εκτύπωση και κυκλοφορία κρατικών και ιδιωτικών εφημερίδων, ως ένα μέτρο αντιμετώπισης της πανδημίας του κορονοϊού. Με βάση μάλιστα την ίδια πηγή, την Επιτροπή για την Προστασία Δημοσιογράφων, οι κυβερνητικές αποφάσεις εκδόθηκαν και στις τέσσερις χώρες εντός μίας εβδομάδας. Οι δημοσιογράφοι βρέθηκαν στο στόχαστρο και στις Φιλιππίνες. Με βάση απόφαση του Κογκρέσου, Μέσα Ενημέρωσης και δημοσιογράφοι θα αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης δύο μηνών και πρόστιμο έως 19.500 δολάρια αν κατηγορηθούν από την κυβέρνηση ότι διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις για τον κορονοϊό. Και μόνο τους τίτλους να παρακολουθεί κανείς για τον βίο και την πολιτεία του προέδρου Ντουτέρτε εύκολα μπορεί να προβλέψει ότι στο στόχαστρό του δεν θα βρίσκονταν οι υπαίτιοι του μοντάζ της τηλεόρασης του Open που γέμισαν την παραλιακή της Θεσσαλονίκης με κόσμο, αλλά όσοι γράφουν και μεταδίδουν ενοχλητικές ειδήσεις, ενάντια στις οδηγίες της κυβέρνησης…

Στην Ουγγαρία ψηφίσθηκε νόμος που περιλαμβάνει όλα σχεδόν τα παραπάνω! Ο Βίκτορ Όρμπαν ξεπέρασε εαυτόν εισάγοντας στη Βουλή νόμο με τον οποίο στην πράξη καταργήθηκε η ίδια η Βουλή, με το επιχείρημα ότι η αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού επιβάλλει την εφαρμογή ενός καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Ψηφίσθηκε δε με 137 ψήφους υπέρ και 53 κατά. Το ειδικό καθεστώς αποτελείται από δύο μέρη. Πρώτον, η κυβέρνηση μπορεί να αποφασίζει με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, χωρίς κανένα κοινοβουλευτικό έλεγχο. Δεύτερο, προβλέπεται η δημιουργία δύο νέων εγκλημάτων. Το ένα αφορά την διασπορά ψευδών ειδήσεων από δημοσιογράφους και Μέσα με στόχο την πρόκληση πανικού και το άλλο με την παραβίαση των κανόνων καραντίνας ή απομόνωσης. Το ανώτερο όριο φυλάκισης για τους ενόχους φτάνει τα οκτώ έτη.

Ο κατάλογος είναι κάτι παραπάνω από μακρύς, είναι ατελείωτος. Περιλαμβάνει από τις Πολιτείες του Τέξας και το Οχάιο που με αφορμή την πανδημία και προς όφελος της δημόσιας υγείας …εννοείται απαγόρευσαν τις εκτρώσεις απειλώντας τους γιατρούς με πρόστιμο 1.000 δολαρίων, μέχρι και την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη στην Ελλάδα, που με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 20ης Μαρτίου επανέφερε την πολιτική επιστράτευση. Η αναστολή της ισχύος της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4325/2015 δεν μπορεί κατά κανέναν τρόπο να δικαιολογηθεί στη βάση «των κατεπειγόντων μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19», όπως είναι ο τίτλος της ΠΝΠ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εκμεταλλεύτηκε το μούδιασμα της κοινωνίας για να υλοποιήσει νύχτα κι εν κρυπτώ ένα ακόμη αιτηματάκι του ΣΕΒ, από την μακρά λίστα θελημάτων που μεθοδικά και κυρίως σιωπηρά υλοποιεί. Συμπεριλαμβάνεται επίσης η Κύπρος που με βάση δημοσιεύματα εξετάζει τη λύση του κατ’ οίκον περιορισμού όσων ασθενών διαγιγνώσκονται θετικοί στον κορονοϊό με τη χρήση ηλεκτρονικών βραχιολιών που χρησιμοποιούνται για τους φυλακισμένους όπως και τη δυνατότητα της αστυνομίας να επεμβαίνει σε οικείες για τις οποίες υπάρχουν καταγγελίες συγκέντρωσης πολλών ατόμων. Από αυτόν τον κατάλογο δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει και το …ολιγοπώλιο του διαδικτύου. Με βάση όσα περιέγραψε ο Έντουαρντ Σνόουντεν σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Δανίας το Facebook και η Google είναι σε συνεννόηση με την αμερικανική κυβέρνηση για να της παρέχουν στοιχεία για τις μετακινήσεις των πολιτών έτσι ώστε να φαίνεται αν κρατούν τις αναγκαίες αποστάσεις μεταξύ τους. Οι διαβεβαιώσεις κυβερνητικών  αξιωματούχων πώς δεν πρόκειται με αυτά τα στοιχεία να χτιστούν βάσεις δεδομένων δεν έπεισαν και πολλούς…

Με βάση όλα τα παραπάνω, που είναι ελάχιστα φυσικά μπροστά σε αυτά που γίνονται σε απροσπέλαστα γραφεία και εσωτερικά δίκτυα του κράτους και των μηχανισμών καταστολής τα οποία αγνοούμε ή απλώς διαισθανόμαστε, αυτό που εύκολά συμπεραίνουμε είναι ότι οι κυβερνήσεις εκμεταλλεύονται τα πέρα για πέρα αναγκαία μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας για να επιβάλλουν νέους περιορισμούς, να ακυρώσουν κατοχυρωμένες ελευθερίες και να αμφισβητήσουν συλλογικά και ατομικά δικαιώματα. Οι κυβερνήσεις καταχρώνται της εμπιστοσύνης που τους δείχνουν οι πολίτες για να διαχειριστούν αυτή τη πρωτοφανή απειλή προκειμένου να επιβάλλουν μια αυταρχική ατζέντα που δεν έχει καμία, μα καμία σχέση με την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού.

Η αυταρχικοποίηση του κράτους, σε βαθμό να προγραμματίζεται ακόμη η παράδοση της εξουσίας στον στρατό στις ΗΠΑ, δηλαδή στρατιωτικός νόμος (ενδεχόμενο ανήκουστο στο παρελθόν), που δεν πρόκειται φυσικά να αποσυρθεί όταν αντιμετωπισθεί  πανδημία (όπως ακριβώς το τέλος του πολέμου στο Αφγανιστάν δεν ακύρωσε τον αντι-τρομοκρατικό νόμο) φέρνει στην επιφάνεια και την κατεύθυνση των αλλαγών που κυοφορεί η πανδημία: Αντί για αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού από μια προοδευτική κατεύθυνση, όπως πολλοί ελπίζουν, η επόμενη μέρα θα έχει οργουελικές καταστάσεις με περισσότερη καταστολή, κρατικό αυταρχισμό και διώξεις, που δεν έχει ξαναδεί η γενιά μας!

Υστερόγραφο: Αν κάποιος ή κάποια αντιτείνει, «μα δεν γίνονται αυτά εδώ», θα του συνιστούσα να διαβάσει το αριστούργημα του βραβευμένου με Νόμπελ αμερικανού συγγραφέα Σίνκλερ Λιούις με τίτλο «Δεν γίνονται αυτά εδώ»…