Μια οικονομική και πολιτική πρόταση διεξόδου της Ελλάδας από την κρίση

Δυόμιση χρόνια από την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στην εξουσία μπορούμε να κάνουμε έναν απολογισμό των πεπραγμένων του, ξέροντας μάλιστα ότι τα αντιλαϊκά μέτρα δεν έχουν τελειώσει.

  1. Το κόστος της υποταγής

Η τελευταία αξιολόγηση συνοδεύεται από 113 νέα αντιλαϊκά μέτρα. Μεταξύ αυτών η πώληση του 40% των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, η έκδοση υπουργικής απόφασης για τη λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές, η αλλαγή επί το δυσμενέστερο των όρων εξαγγελίας απεργίας, κοκ. Η κυβέρνηση μάλιστα δηλώνει πανέτοιμη να ψηφίσει το 90% των μέτρων μέχρι το τέλος του 2017 ώστε να επιταχύνει την έξοδο από τα Μνημόνια.

Τα 2,5 χρόνια που προηγήθηκαν, με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και μεταξύ πολλών άλλων:

– Ιδιωτικοποιήθηκαν τα λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης, 14 περιφερειακά αεροδρόμια, το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού, η ΔΕΣΦΑ.

– Η λιτότητα επεκτάθηκε μέχρι το 2060, καθώς ως τότε πρέπει να έχουμε πλεονάσματα ύψους 2% (ενώ μέχρι το 2021 ύψους 3,5%).

– Επιβλήθηκαν νέοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι, μειώθηκαν παραπέρα οι συντάξεις, έκλεισαν χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

– Η ανεργία στην Ελλάδα συνέχισε να καταγράφει πανευρωπαϊκό ρεκόρ, ενώ οι νέες θέσεις εργασίας είναι στην πλειοψηφία τους μερικής απασχόλησης.

– Καταργήθηκε η απαγόρευση των εργοδοτών στην ανταπεργία, μέσω της χαλάρωσης του σχετικού νόμου.

– Το δημόσιο χρέος συνέχισε να είναι μη βιώσιμο, στο επίπεδο του 175% (από 115% του ΑΕΠ πριν μπούμε στα μνημόνια).

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να υποβαθμίσει την ζημιά που προκάλεσε στα λαϊκά συμφέροντα αναδεικνύοντας φιλολαϊκά μέτρα τα οποία θα εφαρμόσει, όπως: τα αντισταθμιστικά μέτρα που θα εφαρμόζονται κάθε χρονιά που θα ξεπερνιέται ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος, η ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, κοκ.

Πρόκειται για μέτρα που χρυσώνουν το χάπι της λιτότητας και της υπερχρέωσης. Δεν αναιρούν τη λιτότητα.

Εν κατακλείδει η συνεισφορά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν καταστροφική γιατί ταύτισε την Αριστερά με την πολιτική της χρεοκρατίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις περικοπές.

  1. Χρονικό προαναγγελθείσας παράδοσης

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την παράδοση η οποία επισημοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2015, με την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου και της δανειακής σύμβασης ύψους έως 86 δισ. ευρώ, μπορούσε να προβλεφθεί πριν κερδίσει τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Ήταν το αποτέλεσμα της επικράτησης των πιο δεξιών και φιλο-ΕΕ δυνάμεων. Η ανάλυση αυτής της διαπάλης σήμερα μπορεί να αποτελέσει παρακαταθήκη για να εξαχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα ώστε ποτέ ξανά η Αριστερά να μην ξαναγίνει αιμοδότης της αστικής κυριαρχίας, αξιοποιώντας μια θεμελιώδη πλευρά της αστικής δημοκρατίας: την έλλειψη λογοδοσίας των εκλεγμένων αντιπροσώπων. Σε αυτό το πλαίσιο είναι κάτι παραπάνω από ανεκτό, είναι κανόνας, οι προεκλογικοί «διαγωνισμοί ομορφιάς» να μετατρέπονται σε μετεκλογική μετάλλαξη και απογύμνωση. Ως συνέπεια ο Ολάντ εκλέχτηκε για να φορολογήσει τον μεγάλο πλούτο κι έγινε ο μεγαλύτερος διώκτης του 35ωρου. Κι ο Τσίπρας εκλέχτηκε με πρόγραμμα να ανατρέψει τα μνημόνια και τη λιτότητα κι έφτασε να επαινείται από τον Μοσκοβισί επειδή εφάρμοσε μέτρα που καμιά άλλη μνημονιακή κυβέρνηση δεν μπόρεσε να υιοθετήσει.

Ας επιστρέψουμε όμως στα όσα προηγήθηκαν της πρώτης εκλογικής επιτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ: στο ελπιδοφόρο και «ξέγνοιαστο» 2014 για να δούμε όχι μόνο πως προετοιμαζόταν η υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τις ευθύνες που έχει γι’ αυτή την υποταγή ακόμη κι ο Γ. Βαρουφάκης. Ο επικεφαλής του  DiEM25 παρότι δεν ψήφισε τη συμφωνία του Αυγούστου με τους δανειστές, κι αυτό είναι προς τιμή του, συνέβαλε στην έλευσή της τα μέγιστα. Να θυμηθούμε:

  • τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου που ανέφερε ότι η Ελλάδα θα ξεπληρώσει το χρέος της πλήρως και εγκαίρως,
  • την αναφορά του για υλοποίηση του 70% του μνημονίου,
  • την πληρωμή των δόσεων στο ΔΝΤ και τους πιστωτές όσο ήταν υπουργός, κοκ.

Κυρίως όμως να θυμηθούμε όσα προηγήθηκαν του 2015.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιτάχυνε την εκλογική του επιτυχία κατά δύο τρόπους: Ο πρώτος ήταν μέσω της κοινοβουλευτικοποίησης της πολιτικής αντιπαράθεσης και ο δεύτερος μέσω της άμβλυνσης των ριζοσπαστικών αιτημάτων του λαϊκού κινήματος.

Από το 2012 κιόλας το μήνυμα που εξέπεμπε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πολύ σαφές: δε χρειάζεται να διαμαρτύρεστε και να απεργείτε για να απαλλαγούμε από τα μνημόνια. Αρκεί να μας ψηφίσετε! Σε αυτό το βωμό «πουλήθηκαν» οι πλατείες το 2012, κάμφθηκε το ρωμαλέο κίνημα της διετίας 2010-2011 και κυριάρχησε η ανάθεση χωρίς τη συμμετοχή των πιο μαχητικών τμημάτων της κοινωνίας στις εξελίξεις. Ως αποτέλεσμα τα μέτρα του Σαμαρά υλοποιήθηκαν με λιγότερες αντιδράσεις, σε σχέση με ό,τι γινόταν το 2010 και 2011, ενώ προετοιμάστηκε η παράδοση του 2015.

Παράλληλα με την απαξίωση των εργατικών και λαϊκών αγώνων ήλθε και ο ακρωτηριασμός των πιο μαχητικών διεκδικήσεων του κινήματος. Τα αιτήματα για παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, για εθνικοποίηση των τραπεζών και για έξοδο από ευρώ και ΕΕ, χάνονταν σε ένα πέλαγος αμφισημιών και αοριστίας που άνοιγε το δρόμο στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να υποταχθεί πλήρως στα αιτήματα των πιστωτών, χωρίς να ανατραπεί από τη βάση. Οφείλουμε βέβαια να αναγνωρίσουμε πώς σε ό,τι αφορά την ΕΕ ο ΣΥΡΙΖΑ δε χρειάστηκε να καταβάλλει ξεχωριστή προσπάθεια να πείσει τα μέλη του για τη στάση του. Εξ αρχής είχε ταυτιστεί μαζί της, σε βαθμό ώστε ακόμη και η αριστερή αντιπολίτευση στο εσωτερικό του να παραιτηθεί από την προβολή του αιτήματος της αποχώρησης. Στο πλαίσιο αυτής της μετάλλαξης το αίτημα «καμιά θυσία για το ευρώ» μετατράπηκε σε «πάση θυσία στο ευρώ» και τον Ιούλιο του 2015 το μεγαλειώδες «Όχι» του δημοψηφίσματος μετατράπηκε σε «Ναι», σε μια πράξη παραχάραξης της λαϊκής βούλησης χωρίς προηγούμενο.

  1. Γιατί έξοδος από ευρώ και ΕΕ

Η αλήθεια είναι πώς όποτε βρίσκομαι στη Γερμανία κι εξηγώ για τη σημασία της εξόδου από ευρώ και ΕΕ επέρχεται μια αμηχανία. Η πρώτη αντίδραση είναι πώς αυτό το υποστηρίζει η Εναλλακτική και ο Χανς Βέρνερ Ζιν του Ifo. Δεν είναι παράδοξη μια τέτοια σύμπτωση απόψεων;

Κάθε άλλο! Ζιν, Εναλλακτική, Μέρκελ, Σόιμπλε και Σουλτς ερίζουν για την οδό που πρέπει να ακολουθήσει η Γερμανία και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο ώστε να ανταγωνιστούν τις ΗΠΑ. «Το 2050 καμία ευρωπαϊκή χώρα δε θα συγκαταλέγεται στις 8 πρώτες οικονομίες κατά μέγεθος», αναφέρει το «έγγραφο προβληματισμού για την τιθάσευση της παγκοσμιοποίησης», της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Γι’ αυτό θέλουν την ΕΕ: ως βάση στήριξης των ισχυρότερων πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων και των ηγεμονικών χωρών, δηλαδή της Γερμανίας.

Για μας, αντίθετα, η έξοδος από το ευρώ και η διάλυση της ΕΕ κάτω από αγώνες – που η ιστορία της ταξικής πάλης διδάσκει πώς δε θα είναι ανεπηρέαστοι από αστικούς ανταγωνισμούς – σηματοδοτεί ένα κορυφαίο πλήγμα στην αστική κυριαρχία. Η δε έξοδος από το ευρώ επιβάλλεται για πολύ συγκεκριμένους και υλικούς όρους. Συγκεκριμένα:

  • Για να υπάρξει μια νομισματική πολιτική (επιτόκια, συναλλαγματική ισοτιμία και ποσότητα χρήματος) προσαρμοσμένη στις ανάγκες οικονομικής επέκτασης και αντιμετώπισης της ανεργίας κι όχι μια νομισματική πολιτική ίδια για όλους, που αντιλαμβανόμαστε ότι είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της Γερμανίας.
  • Για να γίνει κατορθωτή η εθνικοποίηση των τραπεζών, κ.α.

Εξ ίσου συγκεκριμένοι και υλικοί όροι επιβάλλουν  την έξοδο από την ΕΕ, που πολύ εύστοχα έχει χαρακτηριστεί σαν εργαστήρι υπερ-παγκοσμιοποίησης (Ντ. Ρόντρικ), υπό την έννοια ότι στην ΕΕ υλοποιούνται στο ακέραιο όλα τα μέτρα που σταδιακά και πειραματικά εφαρμόζονται στο πλαίσιο της NAFTA, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, κοκ. Η έξοδος λοιπόν από την ΕΕ επείγει:

  • Για να ασκηθεί βιομηχανική πολιτική, στο πλαίσιο ενός γενναίου Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, που θα στρέψει πόρους σε κλάδους αιχμής (ναυπηγεία, γεωργία, κοκ).
  • Για να απαλλαγούμε από το ασφυκτικό πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής που επιβάλει το Σύμφωνο Σταθερότητας (Εαρινό εξάμηνο, υποβολή προϋπολογισμών προς έγκριση, κοκ).

Ευρύτερα, η έξοδος της Ελλάδας από ΕΕ και ευρώ θα επηρεάζει και θα τροφοδοτείται με τη σειρά της από παρόμοιους αγώνες σε άλλες χώρες της Ευρώπης και πρωτίστως στη Νότια Ευρώπη όπου βρίσκονται σε έξαρση όλες οι αντιθέσεις (κοινωνικές, εθνικές, περιφερειακές, κοκ.). Δε θα είναι ένας αγώνας περιχαρακωμένος στα εθνικά σύνορα της Ελλάδας.

Σε αυτό το πλαίσιο δεν αποκλείεται η έξοδος της Ελλάδας από ευρώ – ΕΕ να συνδυαστεί με την συγκρότηση και ένταξή της σε άλλες περιφερειακές ενώσεις πχ της Νότιας Ευρώπης (όπου υπάρχει η μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική ομοιομορφία), των Βαλκανίων ή της Μεσογείου. Στόχος θα είναι η δημιουργία συνεργειών και η εκμετάλλευση των οικονομιών κλίμακας. Όρος για την αποφυγή της εκ νέου θεσμοθέτησης παγιωμένων μηχανισμών ανισοτήτων και εξοντωτικών ανταγωνισμών, που χρόνο με το χρόνο θα οξύνονται, όπως πχ. συνέβη στην ΕΕ, θα είναι η δημιουργία αντίρροπων μηχανισμών αποζημίωσης εκείνων των μελών με οικονομίες χαμηλότερης παραγωγικότητας. Πχ της Αλβανίας ή της ΠΓΔΜ αν μιλάμε για τα Βαλκάνια και των χωρών του Μαγκρέμπ αν μιλάμε για μια Μεσογειακή Ένωση. Δηλαδή η δημιουργία μόνιμων μηχανισμών μεταβιβαστικών πληρωμών που θα αποζημιώνουν τις οικονομίες χαμηλότερης παραγωγικότητας όπως συνέβαινε στην ΕΕ κατά κόρον τη δεκαετία του ’80 (πχ Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα) και στη συνέχεια σε μικρότερο βαθμό (Πακέτο Ντελόρ, ΚΠΣ, ΕΣΠΑ, κοκ.) υπό τον όρο όμως ικανοποίησης αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων (συμμετοχή ιδιωτών που σήμαινε ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικοποίηση εργασιακών  σχέσεων, κοκ.).

  1. Οι όροι της εξόδου

Εξετάζοντας τις λεπτομέρειες της εξόδου από το ευρώ, το πρώτο ερώτημα που τίθεται σχετίζεται με την ισοτιμία. Την επομένη της αναγγελίας η ισοτιμία του νέου νομίσματος θα είναι 1-1 με το ευρώ για να ακολουθήσει μια υποτίμηση ακόμη και της τάξης του 30%-40%.

Η υποτίμηση αυτή είναι επιβεβλημένη επειδή αρχικά η σημερινή ισοτιμία του ευρώ δεν αντιστοιχεί στα θεμελιώδη μεγέθη της Ελλάδας. Επιβάλλεται από το ειδικό βάρος της Γερμανίας και εξυπηρετεί τις εξαγωγές της. Το ΔΝΤ πρόσφατα ανέφερε ότι μια δίκαιη ισοτιμία για ένα εθνικό νόμισμα της Γερμανίας θα ήταν αυξημένη ακόμη και κατά 30%. Αυτή όμως η μέση ισοτιμία που είναι χαμηλή για τη Γερμανία, είναι υψηλή για την Ελλάδα.

Στόχος της υποτίμησης θα είναι να αξιοποιηθεί στο έπακρο το παραγωγικό δυναμικό της Ελλάδας. Σήμερα με βάση αξιόπιστες έρευνες (πχ Τράπεζα Ελλάδας) ο βαθμός χρησιμοποίησης εργοστασιακού δυναμικού είναι από τους χαμηλότερους στην ΕΕ. Στο σύνολο των κλάδων φτάνει το 64%, στα καταναλωτικά αγαθά το 65% και στα κεφαλαιουχικά το 60%. Στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και δη στον μεταποιητικό τομέα, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη με το αναξιοποίητο παραγωγικό δυναμικό να φτάνει το 51,3%. Πρακτικά η 1 στις 2 μηχανές βρίσκεται σε αδράνεια.

Το παραγωγικό κενό της Ελλάδας υπογραμμίζει χώρια των άλλων ότι το πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα δεν είναι η έλλειψη επενδύσεων όπως κατά κόρον επαναλαμβάνεται αλλά η έλλειψη εκείνης της ζήτησης που θα απορροφούσε το προϊόν αν η παραγωγική δομή της Ελλάδας λειτουργούσε στο 100% ή σχεδόν στο 100%.

Στο παραπάνω πλαίσιο δεν είναι πιθανή η δημιουργία πληθωριστικών πιέσεων, χώρια του γεγονότος ότι ένας πληθωρισμός ακόμη και της τάξης του 8% έχει δειχθεί ακόμη και σε έρευνες του ΔΝΤ δεν οδηγεί σε παραλυτικά φαινόμενα στην οικονομία. Στην Ελλάδα ωστόσο έχει δειχθεί ότι ο πληθωρισμός θα κινείται σε πλήρως ελεγχόμενα επίπεδα.

Δύο ερωτήματα που δημιουργούνται σχετικά με τις επιπτώσεις της εισαγωγής ενός νέου νομίσματος στις καθημερινές συναλλαγές αφορούν τα δάνεια σε ευρώ και τις καταθέσεις.

Σε ό,τι αφορά τις αποταμιεύσεις θα μετατραπούν αυτόματα στο νέο νόμισμα.

Σε ό,τι αφορά τα χρέη, η διπλή έξοδος είναι συνυφασμένη με την αθέτηση άμεσα εκείνων των πληρωμών που σχετίζονται με τους επίσημους πιστωτές της Ελλάδας και ειδικότερα τα δάνεια  που δόθηκαν στο πλαίσιο των 3 δανειακών συμβάσεων (2010, 2012 και 2015), τα οποία έχει αποδειχθεί ότι ήταν παράνομα και αντισυνταγματικά. Μιλούμε (με στοιχεία 30/9/2016) για το 69,5% ενός χρέους ύψους 315,4 δισ., δηλαδή για 217 δισ. Προϋπόθεση είναι η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων με βάση το διεθνές δίκαιο, που πρέπει να συνοδευθεί με μια διεθνής εκστρατεία που θα δείξει ότι η διάσωση της Ελλάδας στην πράξη ήταν διάσωση των γαλλογερμανικών τραπεζών (Deutsche Bank, Societe Generale, κοκ.). Σε αυτό το πλαίσιο ΕΚΤ και ΔΝΤ λειτούργησαν ως ασφαλιστικοί μηχανισμοί των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και πρέπει να αναλάβουν τη ζημιά μαζί με τις ιδιωτικές τράπεζες που επωφελήθηκαν.

Σε ό,τι αφορά τα ιδιωτικά χρέη προς τις τράπεζες (στεγαστικά νοικοκυριών, κίνησης επιχειρήσεων, κ.α.) αυτά με νόμο θα μετατραπούν στο νέο νόμισμα ώστε να μην υπάρχει υποχρέωση αποπληρωμής τους σε ευρώ.

Η μετάβαση στο νέο νόμισμα δεν μπορεί να γίνει άμεσα, δεδομένου ότι υπό κανονικές συνθήκες απαιτείται μια περίοδος 6 μηνών για την εκτύπωση της ποσότητας χαρτονομισμάτων και κερμάτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Η μετάβαση μπορεί να διευκολυνθεί με τη χρήση υποσχετικών (IOU) και την ευρεία κυκλοφορία πλαστικού χρήματος, μέσω του οποίου μπορούν να γίνονται συμψηφισμοί, πληρωμές λογαριασμών, κοκ.

Όροι επιτυχίας της διπλής εξόδου είναι η εθνικοποίηση των τραπεζών που έχουν κατ’ επανάληψη ανακεφαλαιοποιηθεί με δημόσιο χρήμα, η επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η ανάκληση των ιδιωτικοποιήσεων ξεκινώντας από τις υποδομές (Λιμάνι Πειραιά που το αγόρασε η κινέζικη Cosco, 14 περιφερειακά αεροδρόμια που αγόρασε η γερμανική Fraport, σιδηροδρόμους που αγόρασε η ιταλική Ferrovie Dello Stato, ΟΤΕ που έχει αγοράσει η Ντόιστε Τέλεκομ, κ.α.). Παρεμπιπτόντως να αναφερθεί ότι όλες οι αγοράστριες εταιρείες είναι εξ ολοκλήρου ή μερικώς κρατικές.

  1. Οικοδομώντας το αναγκαίο μέτωπο

Ξέρουμε ωστόσο ότι υπάρχει μια κραυγαλέα και παραλυτική αντίφαση. Το αίτημα της διπλής εξόδου παρότι τίθεται επιτακτικά ως όρος εξόδου από την κρίση δε συγκεντρώνει την αποδοχή ακόμη και πρωτοπόρων τμημάτων του εργατικού κινήματος. Υπέρ της εξόδου από το ευρώ χαρακτηριστικά τάσσεται ένα ποσοστό γύρω στο 30% των ερωτηθέντων στις δημοσκοπήσεις. Ποσοστό, που από μια άλλη οπτική γωνία εμφανίζει μια κοινωνική (κι όχι τόσο πολιτική) ομοιογένεια και εξαιρετική αντοχή, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα δεν το υιοθετεί.

Τούτου δοθέντος, αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε είναι πως ο καταστροφικός ρόλος του ευρώ και της ΕΕ παραμένει προς απόδειξη στην ελληνική κοινωνία. Χρειάζεται να καταβάλλουμε ακόμη σοβαρή προσπάθεια για να πείσουμε την κοινωνία ότι άνοδος της κοινωνικής ευημερίας από τη μια και παραμονή στην ΕΕ από την άλλη αποτελούν έννοιες αμοιβαία αλληλοαποκλειόμενες. Ή το ένα ή το άλλο. Με άλλα λόγια: Ή αξιοπρεπείς συντάξεις ή παραμονή στην ΕΕ!

Αυτή η κατάσταση επιβάλλει και στις πρωτοπόρες δυνάμεις να επικοινωνούν σε αγωνιστικά μέτωπα πάλης με εκείνες τις δυνάμεις που εξακολουθούν να θρέφουν αυταπάτες ή κρίνουν ότι δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι για σύγκρουση. Δεν μπορούμε, με άλλα λόγια, να θέτουμε ως προϋπόθεση το αίτημα της διπλής εξόδου για να διαμορφώσουμε αιτήματα αγώνα, να συγκροτήσουμε αγωνιστικές συλλογικότητες και να συμπορευτούμε με δυνάμεις που έχουν συμφέρον και πασχίζουν να ανατραπεί η επίθεση στον κλάδο τους. Το αίτημα της εξόδου από ευρώ – ΕΕ πρέπει να ενώνει κι όχι να διαχωρίζει τις δυνάμεις του αγώνα.

Οι πρωτοπόρες ιδέες ηττούνταν ή μετατρέπονταν σε καρικατούρες όποτε έμπαιναν σε καραντίνα.  Αντίθετα, νικούσαν όποτε επηρέαζαν και επηρεάζονταν, όποτε εκτίθονταν στη δημόσια κριτική και αντιπαράθεση κι είχαν την ικανότητα να προσαρμόζονται διατηρώντας και ανανεώνοντας το ανατρεπτικό – επαναστατικό τους πυρήνα.

Οι υπεύθυνοι ανάλυσης των δεδομένων της προεκλογικής εκστρατείας του Ομπάμα το 2012, που αξιοποίησαν στο έπακρο τις πληροφορίες τις οποίες επιστρέφουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δήλωναν ότι κάθε φορά η διαίσθησή τους αποδεικνυόταν άχρηστη και διαψευδόταν. Κι η πολιτική συμπεριφορά των πολιτών απρόβλεπτη. Νίκησαν δηλαδή όταν επεξεργάστηκαν, έλαβαν υπ’ όψη τους τα μηνύματα των πολιτών – δεκτών και προσάρμοσαν το πολιτικό τους μήνυμα.

Εμείς γιατί να φοβηθούμε την επικοινωνία με τον κόσμο του αγώνα και τη μετωπική δράση, με στόχο την ήττα και την ανατροπή αυτής της πολιτικής;

Βερολίνο, 9 2017

Ελλείψει Χαλάρωσης ας κουρέψουμε τα ομόλογα της ΕΚΤ

Με ψυχρολουσία ισοδυναμούσε η συνέντευξη Τύπου του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καθώς επιβεβαιώθηκε ακόμη πιο έντονα ο κίνδυνος να μην ενταχθεί ποτέ η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (ή QE στην καθομιλουμένη, εκ του Quantitative Easing) της ΕΚΤ.

Tου Λεωνίδα Βατικιώτη

Να θυμίσουμε ότι τουλάχιστον εδώ κι ένα χρόνο ο ίδιος ο πρωθυπουργός χρύσωνε το χάπι των μέτρων  της δεύτερης αξιολόγησης  υποσχόμενος Ποσοτική Χαλάρωση, την αγορά δηλαδή εκ μέρους της Φρανκφούρτης ελληνικών κρατικών ομολόγων που κρατούν οι τράπεζες. Ένα μέτρο που υποτίθεται ότι θα έδειχνε την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων στην ελληνική οικονομία.

Οι Ευρωπαίοι ωστόσο άλλα διαμήνυαν, και μάλιστα κατηγορηματικά. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου στις 6 Φεβρουαρίου 2017 είχε δηλώσει ότι υπάρχουν δύο προϋποθέσεις για την ένταξη της Ελλάδας στο Πρόγραμμα: Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η βιωσιμότητα του χρέους!

Παρότι ο Ντράγκι δεν άφηνε κανένα περιθώριο συζήτησης ή χαλαρότερης ερμηνείας, ο πρωθυπουργός και οι κορυφαίοι υπουργοί του όπως ο Ευ. Τσακαλώτος διατυμπάνιζαν την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα. Εξαπατούσαν έτσι την κοινωνία με διπλό τρόπο. Γιατί όχι μόνο ακόμη και η πιθανή ένταξη δε θα σηματοδοτούσε καμιά θετική εξέλιξη για τους εργαζόμενους, αλλά για κάτι ακόμη πιο απλό: Γιατί η Ελλάδα με ένα χρέος στο ύψος του 180% του ΑΕΠ και χωρίς να υπάρχει κανένα σαφές σχέδιο έστω και απομείωσης του στο ορατό μέλλον, απλώς, δεν πληροί τους όρους ένταξης! Πίστευαν με λίγα λόγια οι ΣΥΡΙΖΑίοι πώς θα μπορούσαν να μεταφέρουν τις λογικές ακροβασίες και τη θολούρα με την οποία συσκοτίζουν τη συζήτηση για το χρέος βαφτίζοντας το κρέας ψάρι και στην ΕΚΤ. Για την ΕΚΤ ωστόσο το χρέος είναι μη βιώσιμο, τελεία και παύλα…

Η συνέντευξη Τύπου του Ντράγκι την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου ήταν ένα επιπλέον καρφί στο φέρετρο των μάταιων προσδοκιών των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο επικεφαλής της ΕΚΤ ανακοίνωσε κατ’ αρχήν ότι αφήνει ανέγγιχτα τα επιτόκια στο σημερινό τους ύψος, ή καλύτερα βάθος, καθώς το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης παρέμεινε στο 0%, το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 0,25% και το επιτόκιο καταθέσεων στο -0,4%. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε τα επιτόκια ξεκίνησαν να μειώνονται στο τέλος του 2008, με το ξέσπασμα της κρίσης, ενώ στο σημερινό τους …βάθος βρίσκονται σχεδόν 1,5 χρόνο. Τα έκτακτα μέτρα διήρκεσαν σχεδόν μια δεκαετία που αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ευρώ.

Καιρός επομένως για επιστροφή στην κανονικότητα δεδομένου μάλιστα ότι, με βάση όσα είπε ο Μ. Ντράγκι, οι στόχοι επετεύχθησαν. Ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού που θα «ιαπωνοποιούσε» την ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίστηκε και φέτος ο πληθωρισμός αναμένεται να φτάσει το 1,5%, το 2018 το 1,2% και το 2019 το 1,5%. Επιπλέον, η ανάπτυξη …ήρθε! Όχι τίποτε σπουδαία πράγματα και πολύ περισσότερο ούτε συμμετρικά κατανεμημένα. Παρόλα αυτά, 2,2% για φέτος, 1,8% για το 2018 και 1,7% για το 2019 δεν είναι κι αδιάφορα… Και σε τελική ανάλυση, όπως το έλεγαν κι οι παλιότεροι οικονομολόγοι, το χρέος της ΕΚΤ σταμάτησε όταν οδήγησε το άλογο στο ποτάμι. Αν δεν ήπιε νερό δεν είναι δική της δουλειά…

Πέραν της αύξησης του πληθωρισμού και του ΑΕΠ, η ΕΚΤ ετοιμάζεται να μαζέψει τα εργαλεία έκτακτης ανάγκης που ξεδίπλωσε εξ αιτίας της αφόρητης πίεσης που ασκεί η Γερμανία η οποία επικρίνει την ΕΚΤ ότι υποσκάπτει τις προσπάθειές της για εφαρμογή αντιλαϊκών μέτρων. Το Βερολίνο συγκεκριμένα διακηρύσσει ότι πρώτο, η χαλαρή νομισματική πολιτική αναβάλλει την ψήφιση μέτρων για μείωση του εργατικού κόστους και του κράτους πρόνοιας, καθώς μόνο μέσω αυτών των οδών έρχεται η ανάπτυξη, και δεύτερο, τα 2 τρισ. ευρώ που έχει ρίξει η ΕΚΤ στην αγορά ή τα 60 δισ. ανά μήνα έχουν γεμίσει τον κόσμο φούσκες. Από τις τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια και τα κρυπτονομίσματα μέχρι τις τιμές των ειδών πολυτελείας (κοσμήματα, έργα τέχνης, κ.α.) όλα έχουν οδηγηθεί στη στρατόσφαιρα. Κι όσο γι’ αυτό έχουν δίκιο…

Έτσι, στη συνέντευξη Τύπου ο Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε ότι στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου θα ξεκινήσει πιθανότατα η συζήτηση για τον τερματισμό της Ποσοτικής Χαλάρωσης, με τον ρυθμό της μείωσης να παραμένει ζητούμενος ώστε να αποφευχθούν τα σοκ. Πιθανότερος χρόνος που θα ξεκινήσει να κλείνει η στρόφιγγα της Ποσοτικής Χαλάρωσης είναι ο Ιανουάριος του 2018. Δηλαδή, σε τρεις μήνες. Πού καιρός επομένως για ένταξη της Ελλάδας στην Ποσοτική Χαλάρωση…

Πρέπει να ομολογήσουμε ωστόσο ότι το …ευγενές ιδανικό της ένταξης στην Ποσοτική Χαλάρωση δεν ενέπνευσε μόνο τους …οραματιστές του ΣΥΡΙΖΑ.

«Μεγάλη μας ελπίδα» αποκαλεί την ένταξη ο Βαγγέλης Βενιζέλος στο βιβλίο του Μύθοι και αλήθειες για το δημόσιο χρέος 2012-2017 (εκδ. Επίκεντρο, 2017). Γράφει κι άλλα ενδιαφέροντα και κυρίως …χρήσιμα πράγματα για την ΕΚΤ ο αντιπρόεδρος του Σαμαρά. Αναφέρει κατά λέξη στη σελ. 50: «Μήπως θα μπορούσαμε να κουρέψουμε τα ομόλογα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας; Εάν κουρεύαμε τα ομόλογα ελληνικού δημοσίου που είχε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δεν θα μπαίναμε ποτέ ξανά στα προγράμματα τύπου QE, που είναι η μεγάλη μας ελπίδα τώρα. Διότι» συνεχίζει ο Βαγγέλης Βενιζέλος με το πομπώδες ύφος και το υπέρμετρο εγώ που υπερβαίνουν ακόμη και το δικό του εκτόπισμα «αυτά τα ομόλογα τα είχε πάρει η ΕΚΤ μέσω προγραμμάτων, που είναι ο προκάτοχός του QE… Άρα έπρεπε οπωσδήποτε να εξαιρεθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωσύστημα», καταλήγει ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, πάντα βαθιά πεπεισμένος για την αλήθεια των λεγομένων του.

Από τη στιγμή όμως που την Ποσοτική Χαλάρωση θα τη διαβάζουμε μόνο στις ειδήσεις, μήπως εκλείπει και ο λόγος που δεν κουρεύαμε τα ομόλογα της ΕΚΤ, σύμφωνα πάντα με τον Βαγγέλη Βενιζέλο;

Πηγή: Kommon

Παράλληλο νόμισμα συζητά η Ιταλία

Δεν έχει τέλος η κρίση του ευρώ!

Tου Λεωνίδα Βατικιώτη

Τυπικά, η κρίση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος που ξέσπασε το 2010 και κορυφώθηκε το 2012 αποτελεί παρελθόν. Κάτι τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης του εφάρμοσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αρχής γενομένης του Μαρτίου του 2015 ύψους 60 δισ. ευρώ μηνιαίως (και 80 δισ. μηνιαίως από τον Μάρτιο του 2016 όταν συμπεριελήφθησαν στο καλάθι των αγορών και εταιρικά ομόλογα), κάτι η πλήρης παράδοση στους πιστωτές κι η στροφή 180 μοιρών του ΣΥΡΙΖΑ με αποτέλεσμα την εξαφάνιση του πολιτικού κινδύνου (από τα αριστερά), κάτι η ανάπτυξη που ακολούθησε (παρότι ήταν και είναι αναιμική) ο κύκλος της κρίσης φαίνεται να έκλεισε.

Και κάπου εδώ, ενώ το Brexit μπήκε σε μια τροχιά, που δεν αντιπροσωπεύει και το χειρότερο σενάριο για το Βερολίνο κι ο κίνδυνος της Λεπέν αποσοβήθηκε – προς μεγάλη χαρά της Γερμανίας, εμφανίζεται η μόνιμα θορυβώδης και πολιτικά απρόβλεπτη Ιταλία, με πρωταγωνιστή όπως πάντα τις τελευταίες δεκαετίες τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Αυτή τη φορά προκάλεσε πονοκεφάλους αποκαλύπτοντας μια φιλόδοξη πρωτοβουλία του που ως τελικό ζητούμενο έχει να ενώσει την ιταλική Δεξιά, εν όψει των βουλευτικών εκλογών που θα διεξαχθούν μέχρι τον Μάιο του 2018. Η πλατφόρμα επάνω στην οποία θα επιτευχθούν οι αναγκαίες συγκλίσεις αφορά τη διαδικασία εξόδου από το ευρώ, που ως πρώτο βήμα έχει την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος. Μέχρι στιγμής τα κόμματα που κρατούν από επιφυλακτική μέχρι καθαρά αρνητική στάση απέναντι στο κοινό νόμισμα έχουν την καθαρή πλειοψηφία, με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις. Συγκεκριμένα, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο, που βρίσκεται στην πρώτη θέση των προτιμήσεων, συγκεντρώνει το 28%. Η ακροδεξιά Λίγκα του Βορρά 15% και η Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι 13%. Από τα μεγάλα κόμματα το μοναδικό που τάσσεται αναφανδόν υπέρ του ευρώ είναι το κεντρο-αριστερό Δημοκρατικό Κόμμα που συγκεντρώνει το 27%.

Το σχέδιο του Καβαλιέρε, που επανήλθε με αφορμή μια συνέντευξή του η οποία μέσα σε λίγες ώρες έστειλε στα ύψη τα επιτόκια των ιταλικών ομολόγων, έχει δύο στόχους, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα: αρχικά την ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και στη συνέχεια την υποστήριξη της εγχώριας κατανάλωσης. Επιμένει μάλιστα δηλώνοντας ότι το παράλληλο νόμισμα είναι συμβατό και δεν αντιβαίνει με τις ευρωπαϊκές συνθήκες, ενώ υποστηρίζει ότι το σχέδιο θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το Σεπτέμβριο. Με άλλα λόγια ο Μπερλουσκόνι δεν επιζητά σύγκρουση με τη Γερμανία και μια έξοδο με όρους ρήξης, αλλά ένα βελούδινο διαζύγιο. Έχει ενδιαφέρον ότι οι επεξεργασίες στο πλαίσιο της ιταλικής Δεξιάς έχουν προχωρήσει τόσο πολύ ώστε η ξενοφοβική Λίγκα του Βορρά εισηγείται επίσημα την έκδοση μιας κρατικής υποσχετικής (ονόματι mini-BoT) μικρής αξίας, χωρίς επιτόκιο και βραχείας χρονικής διάρκειας που θα χρησιμοποιείται ως εσωτερικό νόμισμα για την πληρωμή κρατικών προμηθευτών, φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλειας.

«Όλες οι σημαντικές χώρες, από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Μεγάλη Βρετανία, την Ρωσική Ομοσπονδία και την Ιαπωνία καταπολέμησαν την κρίση κόβοντας νόμισμα. Θα έπρεπε να το κάνουμε και εμείς, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην φάση αυτή, ο πληθωρισμός είναι σχεδόν ανύπαρκτος», δήλωσε ο πρώην ιταλός πρωθυπουργός.

Είναι εμφανές ότι όσο προχωρά αυτή η συζήτηση, τόσο θα νομιμοποιείται η διερεύνηση δρόμων εξόδου από το ευρώ, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το ποσοστό όσων τάσσονται υπέρ της εξόδου από το κοινό νόμισμα, μεταξύ των Ιταλών ψηφοφόρων.

«Αυτό καθιστά την Ιταλία πολύ μεγαλύτερη πηγή πιθανής ανησυχίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση απ’ ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εκτιμούν. Όχι μόνο επειδή μπορεί η Ιταλία να εισάγει παράλληλο νόμισμα, αλλά επειδή μπορεί να το κάνουν κι άλλες χώρες», γράφουν οι Financial Times. Και συνεχίζουν με κάποια σχόλια εξόχως ενδιαφέροντα, που προσγειώνουν τη σχετική συζήτηση, μακριά από τη δαιμονοποίηση και την καταστροφολογία που συνοδεύει το διάλογο στην Ελλάδα, με αποκλειστική ευθύνη της Εθνικής της Υποτέλειας που ξεκινάει από την άκρα Δεξιά, συμπεριλαμβανομένης της Χρυσής Αυγής και καταλήγει στην Αριστερά, με το ΣΥΡΙΖΑ καταφύγιο έσχατης ανάγκης κάθε ευρωλιγούρη. «Τι σημαίνει αυτό για το ευρύτερο σύστημα της ΕΚΤ, φυσικά, δεν είναι βέβαιο. Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι η κίνηση για το ιταλικό νόμισμα θα είναι επιτυχής επειδή είναι κυβερνητική πρωτοβουλία. Όπως συμβαίνει με όλα τα επιτυχημένα νομισματικά φαινόμενα οι χρήστες σε τελική ανάλυση είναι αυτοί που καθορίζουν την επιτυχία του. Αν οι ιταλικές επιχειρήσεις, τα άτομα και οι οφειλέτες συνεχίσουν να είναι προσκολλημένοι στα ευρώ τους μετά το διαχωρισμό, το παράλληλο νόμισμα θα είναι μια αποτυχία. Αν, όμως, στο πνεύμα του οικονομικού εθνικισμού οι Ιταλοί υποστηρίξουν το παράλληλο νόμισμα για πολιτιστικούς και συναισθηματικούς λόγους, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα το ανταγωνιστεί το ευρώ».

Η συζήτηση έχει βάθος και δεν είναι μόνο τεχνική, παρότι στις περισσότερες περιπτώσεις η τεχνική διερεύνηση είναι ο μεγάλος απών. Η συζήτηση έχει κυρίως πολιτικές αφετηρίες που ξεκινούν από την οικονομική στασιμότητα που έχει προκαλέσει το κοινό νόμισμα (με την Ιταλία να καταγράφει κάθε έτος ή τρίμηνο ρυθμούς μεγέθυνσης στο ήμισυ του μέσου όρου της ευρωζώνης) και τη συνακόλουθη φτώχεια και φτάνουν στη στάση των Ιταλών απέναντι στο ΕΕ, που ισοδυναμεί με πλήρη απαξίωση. Χαρακτηριστικά, ενώ το 2010 σχεδόν το 75% είχε θετική διάθεση πλέον θετικά απέναντι στην ΕΕ διάκεινται λιγότεροι από το 40%, δηλαδή η μειοψηφία.

Παρόλα αυτά η συζήτηση στην Ιταλία έχει ξεκινήσει από τη Δεξιά και την ίδια την αστική τάξη, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα όπου η αστική τάξη εξ αιτίας των άμεσων και στενών συμφερόντων της παραμένει προσδεμένη στο ευρώ και τη Γερμανία. Στη γείτονα η Αριστερά είναι απούσα από τη σχετική συζήτηση, με αποτέλεσμα το σχέδιο εξόδου να μη διαθέτει ριζοσπαστικά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή να μη συνδέεται με ένα σχέδιο κοινωνικής ρήξης και αλλαγής. Συγκροτείται επομένως ερήμην των ταξικών, λαϊκών συμφερόντων τα οποία προσκολλώνται στο κεφάλαιο αναζητώντας μέσα από τη βελτίωση της δική του θέσης και τη δική τους αναβάθμιση…

Σε κάθε περίπτωση οι ήσυχες μέρες που περιμένει η Γερμανία από πουθενά δεν διακρίνονται στον ορίζοντα. Το ευρώ και κατ’ επέκταση και η ΕΕ αποτελώντας σχέδια διεθνούς οικονομικής (στο εξωτερικό) και ταξικής (στο εσωτερικό) κυριαρχίας θα παράγουν διαρκώς καινούργιες αντιθέσεις, θέτοντας την Αριστερά προ των ευθυνών της, αν δε θέλει φυσικά να είναι ουρά του Τέταρτου Ράιχ…

Πηγή: kommon, 25/9/2017

Μπρα ντε φερ για το θρόνο του Σίτι με έπαθλο περισσότερη απελευθέρωση

Καλλιστεία δεν είναι σίγουρο αν μπορούν να χαρακτηριστούν, όπως συχνά περιγράφονται στον ευρωπαϊκό Τύπο, σκληρός πλειοδοτικός διαγωνισμός όμως είναι με βεβαιότητα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Κι αυτό γιατί το έπαθλο σε περίπτωση που ευοδωθεί η προσπάθεια την οποία καταβάλουν τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά κέντρα της ΕΕ να πείσουν τις διοικήσεις των τραπεζών που ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν από το Σίτι του Λονδίνου ότι αποτελούν τη βέλτιστη επιλογή είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο αρχικά φαινόταν. Στην κούρσα που επισήμως ξεκίνησε μετά το ιστορικής σημασίας βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, που για πρώτη φορά από την ίδρυση της ΕΕ αποφάσισε τη συρρίκνωσή της, στέκονται μέχρι στιγμής πέντε πόλεις – χρηματοοικονομικοί κόμβοι που κάλλιστα μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: Τα φαβορί (Παρίσι, Φρανκφούρτη) και τα αουτσάιντερ (Δουβλίνο, Άμστερνταμ και Λουξεμβούργο).
Το γενικό περίγραμμα του διακυβεύματος το καθόρισε πολύ έγκαιρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όταν σε ανακοίνωσή της τόνισε πώς δεν είναι διατεθειμένη να δεχθεί ταχυδρομικές θυρίδες που θα διοικούνται με τηλεχειριστήριο από το Σίτι προκειμένου να φέρουν σε πέρας τις τραπεζικές εργασίες που πρέπει να διεκπεραιωθούν στο έδαφος της ΕΕ. Αυτό σημαίνει δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, στις οποίες πρέπει να συμπεριλάβουμε και μια στεφάνη υποστηρικτικών επιχειρήσεων (νομικές, πληροφορικής, κ.α.). Και για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα των μεγεθών η συζήτηση αφορά 5.500 χρηματοπιστωτικές εταιρείες που θα χάσουν τα δικαιώματα να εκτελούν εργασίες από το Λονδίνο, μεταξύ των οποίων 40 διεθνούς βεληνεκούς τράπεζες. Η Ντόιτσε Μπανκ μόνο αναμένεται να μετακινήσει 4.000 θέσεις εργασίας από το Λονδίνο, από ένα σύνολο 9.000 απασχολουμένων που διαθέτει στη βρετανική πρωτεύουσα. Κι η Γκόλντμαν Σακς επίσης θα μειώσει στο μισό το προσωπικό της στο Λονδίνο μετακινώντας 1.000 θέσεις εργασίας. Κι ο δύο τράπεζες μάλιστα μέχρι στιγμής συγκαταλέγονται σε όσες έχουν επιλέξει που θα μεταφέρουν το σημαντικότερο τουλάχιστον τμήμα των προς μετακίνηση εργασιών τους μέχρι τον Μάρτιο του 2013 οπότε και αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί η αποχώρηση της Αγγλίας από την ΕΕ.
Οι ευκαιρίες που προσφέρει στις πόλεις που ερίζουν η εγκατάσταση των τραπεζών μετά την αποχώρησή τους από το Λονδίνο φάνηκε πολύ καθαρά στις 7 Ιουλίου όταν ο γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ επέλεξε τον τραπεζικό τομέα ως το πρώτο θέατρο πολέμου απ΄ όπου θα ξεκινήσει η μάχη για τα εργασιακά δικαιώματα. Συγκεκριμένα, ανακοίνωσε πώς …μόνο και μόνο για να βγει νικητής το Παρίσι στον υπό εξέλιξη (μειοδοτικό για τα εργασιακά δικαιώματα) διαγωνισμό προτίθεται να καταργήσει τον ανώτερο φορολογικό συντελεστή που αντιστοιχούσε στο ψηλότερο κλιμάκιο αμοιβών, να ελαστικοποιήσει τις εργασιακές σχέσεις στον τραπεζικό τομέα, να ακυρώσει μια προγραμματισμένη επέκταση του φόρου στις αγοραπωλησίες μετοχών κι επίσης, να ψηφίσει μια ευνοϊκή για τα διευθυντικά στελέχη εξαίρεση των μπόνους τους από δικαστικές διαμάχες. Η έδρα των τραπεζών επομένως αναδεικνύεται σε μια πολύ καλή αφορμή, απ’ αυτές που ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν πρέπει να επινοούνται, ώστε να επιταχυνθεί η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας. Γιατί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Σίτι λειτουργούσε σαν μαγνήτης για τις πιο διαφορετικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες επί δεκαετίες λόγω των όρων επιχειρηματική δραστηριότητας που προσέφερε: δηλαδή ανυπαρξία οποιουδήποτε ρυθμιστικού εμποδίου ή …η χαρά το νεοφιλελεύθερου. Μάλιστα, η απορρύθμιση δεν αφορούσε μόνο τις εργασιακές σχέσεις αλλά και την ευρύτερη αγορά. Αυτό ακριβώς είναι το γέρας του διαγωνισμού ομορφιάς που διεξάγεται μεταξύ των 2 + 3 πόλεων.
Η Φρανκφούρτη αν κάτι έχει να επιδείξει είναι την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του νεοπαγούς Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού που επιτηρεί τις τράπεζες. Η αδυναμία της ωστόσο έγκειται στα μεγέθη της πόλης, δεδομένου ότι η Φρανκφούρτη έχει πληθυσμό μικρότερο των 800.000 κατοίκων και τα τραπεζικά στελέχη όσο κι αν φημίζονται ότι η έκλυτη ζωή τους ξεκινάει και τελειώνει με το ωράριο εργασίας, είναι άλλο να μην απολαμβάνουν τις δυνατότητες που προσφέρει ένα μεγάλο αστικό κέντρο κι άλλο αυτές εξ ορισμού να μην υφίστανται… Τα πλήρως συγκρίσιμα με του Σίτι μεγέθη είναι το ισχυρότερο πλεονέκτημα της γαλλικής πρωτεύουσας. Το Δουβλίνο προσέρχεται στο διαγωνισμό με πιο δυνατό ατού την αγγλική γλώσσα. Το Άμστερνταμ επιδεικνύοντας το βιογραφικό του, ως έδρα μεγάλων τραπεζών, και η πρωτεύουσα του Μεγάλου Δουκάτου με την εξειδίκευση που έχει ήδη αναπτύξει στις πιο εκλεπτυσμένες και περίπλοκες χρηματοπιστωτικές αγορές (ιδιωτικών κεφαλαίων, διασυνοριακές δραστηριότητες, χρηματοπιστωτική τεχνολογία, κ.α.). Το μειονέκτημα των μικροσκοπικών μεγεθών του Λουξεμβούργου αντισταθμίζεται με την παντελή απουσία πολιτικού ρίσκου, δεδομένης της σταθερότητας που το διακρίνει.
Σύντομα θα μάθουμε το φιναλίστ ξέροντας ότι πρόκειται για μια επιλογή δίκοπο μαχαίρι…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα

Η ΕΚΤ χρηματοδοτεί εταιρείες, όχι όμως κράτη

Μια έκπληξη περίμενε όσους διάβασαν τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 8 Ιουνίου (εδώ η σχετική ανακοίνωση) με αφορμή την συμπλήρωση του πρώτου χρόνου από την εφαρμογή του προγράμματος αγοράς εταιρικών ομολόγων (CSPP).

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ                

Το πρόγραμμα κατά την υιοθέτησή του χαρακτηρίστηκε επέκταση του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού (ΑΡΡ), που αφορούσε αποκλειστικά και μόνο κρατικά ομόλογα. Το σκεπτικό δε της Φρανκφούρτης εστιάστηκε στη διευκόλυνση των χρηματοδοτικών συνθηκών της πραγματικής οικονομίας. Με άλλα λόγια, να ευνοηθεί στο μέτρο του δυνατού από τη γενναιοδωρία της ΕΚΤ κι ο ιδιωτικός τομέας, όχι μόνο τα κράτη. Τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά!

Στις 7 Ιουνίου η αξία των ομολόγων που κρατούσε στα χέρια της η ΕΚΤ ανερχόταν στα 92 δισ. ευρώ. Κατά μήνα οι αγορές κυμάνθηκαν από 4 δισ. σε 10 δισ. ευρώ. Ακολουθώντας σε αδρές γραμμές τα κριτήρια επιλεξιμότητας που ισχύουν για την αγορά κρατικών ομολόγων οι περισσότερο κερδισμένες εταιρείες είχαν την έδρα τους στην Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Ολλανδία. Εντύπωση ωστόσο προκαλεί το γεγονός ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των αγορών υλοποιούταν στο πλαίσιο της δευτερογενούς αγοράς ομολόγων, με τις αγορές από την πρωτογενή να κυμαίνονται από 4% το ελάχιστο (Ιούνιος 2016) μέχρι 23% το μέγιστο (Μάιο 2017).

Το αόρατο χέρι της ΕΚΤ που δαπάνησε δισεκατομμύρια, για την αγορά 950 τίτλων από 300 ομίλους, λειτούργησε σαν από μηχανής θεός στοχεύοντας σε δύο κατευθύνσεις: Να καλύψει το κενό στις χρηματοδοτήσεις που δημιούργησε η υποχώρηση του τραπεζικού δανεισμού μετά την κρίση του 2008-2009 και να τονώσει δίνοντας βάθος στην ομολογιακή αγορά ώστε να αποτελέσει μια αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στις τράπεζες, που συνεχίζουν να περιφέρονται σαν ζωντανοί νεκροί. Σε κάθε περίπτωση είναι μια μορφή ενίσχυσης στις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, που εξασφαλίζουν συνθήκες χρηματοδότησης τις οποίες θα ζήλευαν πολλά κράτη, όπως για παράδειγμα η Ελλάδα!

Δοθέντων των παραπάνω, η απροθυμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (με έναν ισολογισμό που πλέον ξεπερνά τα 4 τρισ. ευρώ όταν την πρώτη 5ετία της ίδρυσης της κινούταν σταθερά κάτω του 1 τρισ. ευρώ, όπως φαίνεται στο διάγραμμα) να εγκρίνει την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης, που θα επέτρεπε την αγορά ελληνικών ομολόγων εκτιμώμενου ύψους περί τα 3 δισ. ευρώ, γίνεται ακόμη πιο προκλητική. Φέρνει στην επιφάνεια ειδικότερα την μεροληψία του θεματοφύλακα του ευρώ προς τα μεγάλα κράτη και τις επιχειρήσεις τους και την βλαπτική του συμπεριφορά απέναντι σε χώρες όπως η Ελλάδα, που φτάνει να θίγει ακόμη και μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες δανείζονται με πολύ πιο δυσβάσταχτους όρους σε σχέση με άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την έδρα τους στο κέντρο της ευρωζώνης. Ποιος ελεύθερος ανταγωνισμός;

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πριν