ΔΝΤ: όχι λάθος, προμελετημένο έγκλημα!

Πιο απερίφραστα δεν μπορούσε να περιγραφεί το οικονομικό έγκλημα που διαπράχθηκε στην Ελλάδα με αφορμή την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους το 2012 από τον τρόπο που το διατύπωσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η Ελλάδα καταστράφηκε για να σωθεί η ευρωζώνη!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η νέα μεταμέλεια των οικονομικών δολοφόνων του ΔΝΤ περιλαμβάνεται σε κείμενο πολιτικής που κυκλοφόρησε εντός του Μαΐου του 2019, με θέμα την επισκόπηση των «προγραμμάτων διάσωσης» που εφαρμόστηκαν ανά τον κόσμο και των όρων (αιρεσιμοτήτων) που περιλάμβαναν ως αυστηρή προϋπόθεση για τη χορήγηση των χρηματοδοτήσεων. Η συγκεκριμένη επισκόπηση (εδώ το σχετικό έγγραφο) εκτείνεται από το Σεπτέμβριο του 2011 ως το τέλος το 2017 κι αφορά δεκάδες χώρες του πλανήτη.

Οι διαπιστώσεις ωστόσο που περιλαμβάνει για την Ελλάδα θα έπρεπε να προκαλέσουν πολιτικό σεισμό επειδή από τις πιο επίσημες πηγές γράφεται ό,τι φώναζε όλος ο κόσμος το 2010, 2011 και 2012: Πώς τα δάνεια του ΔΝΤ δεν έρχονται να σώσουν την Ελλάδα, αλλά τις τράπεζες! Α ς δούμε κατά λέξη τι αναφέρει το ΔΝΤ, που κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν το «πιστόλι των τραπεζιτών»: «Η απροθυμία αναδιάρθρωσης του χρέους μπορεί να έχει καθοδηγηθεί από ανησυχίες για τις οικονομικές, χρηματοπιστωτικές και πολιτικές επιπτώσεις, όπως και τις συνέπειες διάχυσης στην περιοχή. Αυτό είναι πιο έντονο όταν η οικονομία του χρεώστη συνδέεται στενά με άλλες οικονομίες, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας». (παρ. 27, σελ. 29).

Η καθυστερημένη αναδιάρθρωση της Ελλάδας, που επιλέχθηκε με κριτήριο να μην υπάρξουν επιπτώσεις στις τράπεζες της ευρωζώνης συνοδεύτηκε ωστόσο από μεγάλο οικονομικό κόστος. Θαυμάστε πόσες ομολογίες υπάρχουν στην ακόλουθη παράγραφο από την έκθεση του ΔΝΤ, που αναγνωρίζει μεταξύ άλλων ότι δανειοδότησε την Ελλάδα παραβιάζοντας το καταστατικό του: «Εμφανώς, με τη συμφωνία του 2010 το προσωπικό αξιολόγησε πώς το χρέος ήταν βιώσιμο, αλλά όχι με μεγάλη πιθανότητα. Παρόλα αυτά το Ταμείο αποδέχτηκε τη συμφωνία, επειδή το Εκτελεστικό Συμβούλιο  τροποποίησε το δεύτερο κριτήριο για να επιτρέψει στο Ταμείο να δανείσει. Η μετάδοση ήταν η μεγαλύτερη ανησυχία για τα μέλη της ευρωζώνης, δεδομένης της τραπεζικής έκθεσης στις χώρες της ευρωζώνης που επλήγησαν από την κρίση και της απουσίας τείχους προστασίας. Η απόφαση να μη γίνει αναδιάρθρωση του χρέους με το ξέσπασμα της κρίσης επέτρεψε να αποπληρωθούν πλήρως τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του προγράμματος γύρω στα 40 δισ. ευρώ (20% του ΑΕΠ του 2011). Η αναδιάρθρωση ανακοινώθηκε τον Ιούλιο του 2011, αλλά οι διαπραγματεύσεις σήμαιναν ότι επιπλέον 10 δισ. ευρώ (περίπου 5% ΑΕΠ του 2012) συνέχιζαν να αποπληρώνονται στο ακέραιο μέχρι την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης του 2012» (παρ. 26, σελ. 28).  

Μεθερμηνευόμενα τα παραπάνω σημαίνουν αρχικά ότι η Ελλάδα αφέθηκε να βυθίζεται στην κρίση χρέους επί δύο χρόνια, με αποτέλεσμα προϊόντος του χρόνου κάθε λύση να αποδεικνύεται ατελέσφορη, για να μην πληγούν τα κράτη μέλη της ευρωζώνης και οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Επίσης, ότι αυτή η καθυστέρηση μας στοίχισε και 50 δισ. ευρώ! Κι αυτά συνέβησαν εις γνώση των πολιτικών (κυρίως του ΠΑΣΟΚ) που απειλούσαν από τηλεοράσεως κάθε φορά ότι αν δε δεχτούμε τα αντιλαϊκά μέτρα και δεν πάρουμε τη δόση του δανείου θα χρεοκοπήσουμε. Πρόκειται για αλήθειες που αποδεικνύουν πόσο κενά περιεχομένου είναι όσα λέγονται περί ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Αποδεικνύουν επίσης πώς το δημόσιο χρέος χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός αναδιανομής ακόμη και στο «και πέντε» της κρίσης υπέρ των τραπεζών. Και γι’ αυτό το λόγο ακόμη και τώρα το δημόσιο χρέος δεν πρέπει να πληρωθεί…

Πηγή: Εφημερίδα Kontranews

Η Γερμανία προτιμά την κρίση από το χρέος

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

leonidasvatikiotis@gmail.com

Πληθαίνουν οι ενδείξεις πώς η Γερμανία είναι στο μέσο ή τις απαρχές μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης που σύντομα θα πλήξει παραγωγή και εισοδήματα, αυξάνοντας την ανεργία που σήμερα βρίσκεται στα χαμηλότερο επίπεδα μετά την επανένωση και πολύ περισσότερο τις ανισότητες που κυμαίνονται σε επίπεδα ρεκόρ. Είναι ενδεικτικό πώς, σύμφωνα μ έρευνα της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας, το 10% των πιο πλούσιων νοικοκυριών διαθέτει πάνω από το 50% των συνολικών περιουσιών, ενώ το 50% των νοικοκυριών διαθέτει το 3% του συνόλου!

Το Φεβρουάριο ο δείκτης νέων παραγγελιών έπεσε κατά 4,2% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, καταγράφοντας την μεγαλύτερη πτώση από τον Ιανουάριο του 2017. Σε ετήσια βάση η πτώση άγγιξε το 8,4%, καταγράφοντας την μεγαλύτερη συρρίκνωση από το 2009. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μείωση στις νέες παραγγελίες εξαγωγών που έφτασε σε διψήφια ποσοστά.

Τα σημάδια κόπωσης της γερμανικής οικονομίας ξεκίνησαν το 2018 και καταγράφηκαν στο δεύτερο μισό του έτους. Αποδόθηκαν δε στις νέες ρυθμίσεις για τους ρύπους που επιβλήθηκαν στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία. Σύντομα ωστόσο ήρθε η επιβράδυνση της παγκόσμιας ζήτησης, ως αποτέλεσμα πολιτικών εξελίξεων, να αναγκάσει χώρες όπως η Γερμανία, που είναι σημαντικά εκτεθειμένες στη διεθνή αγορά, να πληρώσουν ένα υψηλό τίμημα για την έκθεσή τους. Οι πολιτικές εξελίξεις περιστρέφονταν γύρω από την αβεβαιότητα σχετικά με τους όρους εξόδου της Αγγλίας από την ΕΕ και τον κλιμακούμενο εμπορικό πόλεμο των ΗΠΑ με την Κίνα και την Ευρώπη. Ορισμένα μεγέθη είναι αρκετά για να φανεί ο τρόπος με το οποίο η παγκόσμια αγορά μετατρέπεται από ευλογία σε κατάρα σε εποχές αστάθειας για τις εξαγωγικές χώρες, όπως είναι η Γερμανία που διαθέτει μια εξαγωγική μηχανή αξίας 1,3 τρισ. ευρώ, κι είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική οικονομία στον κόσμο, διατηρώντας ωστόσο ένα θετικό εμπορικό ισοζύγιο ύψους 200 δισ. ευρώ.

Οι εξαγωγές στην Αγγλία, που είναι η τρίτη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά για τη Γερμανία εκτός ευρωζώνης, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, απορροφώντας κατά βάση μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό, μειώθηκαν κατά 6% το τελευταίο τρίμηνο του 2018 σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Την ίδια περίοδο κάθετη πτώση, στο επίπεδο του 30% σε σχέση με την ίδια περίοδο του περυσινού χρόνου, υπέστησαν και οι εξαγωγές στην Τουρκία. Με το χαμηλότερο ποσοστό από το 2009 κινήθηκε και ο δείκτης αγοράς νέων παραγγελιών IHS. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, οι προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ το 2019 από 1,8% όπως γραφόταν πέρυσι και 1% πιο πρόσφατα, μειώθηκαν στο 0,5%, που ισοδυναμούν με τους χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης των τελευταίων έξι ετών! Οι επιπτώσεις από την επιβράδυνση της γερμανικής οικονομίας αργά ή γρήγορα θα γίνουν αισθητές σε όλη την Ευρώπη δεδομένου ότι μπορεί η Γερμανία σε σχέση με την Αγγλία και την Τουρκία να δέχεται τις αντιδράσεις, σε σχέση με την υπόλοιπη όμως Ευρώπη, καθώς ισούται με το ένα τρίτο της ηπειρωτικής οικονομίας, αυτή δίνει το ρυθμό και επιβάλλει το πόσο γρήγορα θα αυξηθεί η οικονομία ή θα συρρικνωθεί.

Οι επιπτώσεις μάλιστα στην υπόλοιπη Ευρώπη από την γερμανική κρίση ενδέχεται να αποδειχθούν πολύ πιο σοβαρές από μια ενδεχόμενη μείωση των ευρωπαϊκών εξαγωγών στη Γερμανία, σε σχέση με τις επιπτώσεις στις γερμανικές εξαγωγές από την τουρκική ύφεση. Κι αυτό επειδή η αγορά της ευρωζώνης αποτελεί για τη Γερμανία όχι μόνο πίσω αυλή αλλά και απορροφητήρα κραδασμών. Με άλλα λόγια, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία ενδέχεται να αντιμετωπίσει τις πιέσεις που δέχεται από τις μειωμένες παραγγελίες εξ αιτίας της μείωσης της συναλλαγματική ισοτιμίας της τουρκικής λίρας ασκώντας μια πολύ πιο επιθετική πολιτική τιμών που θα εκτοπίζει ανταγωνιστές από την Ασία ή τις ΗΠΑ. Πράττοντας το ίδιο σε όλη την κλίμακα των εξαγωγών της ο μεγάλος χαμένος θα αποδειχθεί, για μια ακόμη φορά, η υπόλοιπη ευρωπαϊκή παραγωγή που θα συρρικνωθεί ανήμπορη να αντιμετωπίσει την γερμανική αντεπίθεση.

Η ικανότητα του Βερολίνου να ρυθμίζει τους όρους του ανταγωνισμού με βάση τα δικά του συμφέροντα στην ευρωζώνη φάνηκε κι από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αφήσει απαράλλαχτα τα επιτόκια του κοινού νομίσματος στα σημερινά χαμηλά επίπεδα – ρεκόρ μέχρι το 2020. Κι αν η ακύρωση των προγραμματισμένων αυξήσεων δεν πλήττει καμιά οικονομία, τι θα συμβεί όταν απειλούμενη από υπερθέρμανση η γερμανική οικονομία απαιτήσει άνοδο των επιτοκίων και σε εκείνη τη συγκυρία άλλες χώρες της ευρωζώνης απειλούνται από κρίση ή έστω στασιμότητα;

Η «εναλλακτική» της ευρωζώνης, δηλαδή η εξαγωγή της κρίσης στις χώρες που χρησιμοποιούν το κοινό νόμισμα, είναι που επιτρέπει στη Γερμανία να παραμένει αμετακίνητη στην πολιτική αιώνιας λιτότητας που σηματοδοτεί το «φρένο χρέους» που ψήφισε το 2011, μαζί με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ. Αποτελώντας την άλλη όψη των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, απαγορεύει τη δημιουργία χρέους ακόμη κι αν πρόκειται με την έκδοση νέων ομολόγων να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις σε υποδομές. Στη Γερμανία μάλιστα παρατηρείται το εξής παράδοξο: ο προεχόμενος από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς να είναι αυτός που αντιπαρέρχεται τις πιέσεις που ασκούν οι Χριστιανοδημοκράτες του κυβερνητικού συνασπισμού για μια σχετικά επεκτατική πολιτική, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να υποβαθμίζει τις διαστάσεις του προβλήματος. Είναι ενδεικτικά τα όσα δήλωσε στο BBC, «έχουμε μια πιο ήπια ανάπτυξη, κάτι που απέχει πολύ από ύφεση», προσπαθώντας να δείξει ότι δεν είμαστε μάρτυρες εξαιρετικών περιστάσεων που απαιτούν την αναθεώρηση των συνθηκών.

Αν ωστόσο δεν υπήρχε η λύση της ευρωζώνης, η απάντηση του Βερολίνου στο ερώτημα κρίση ή χρέος θα ήταν διαφορετική απ’ αυτή που δίνει σήμερα…

Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως λέμε Λατινική Νομισματική Ένωση;

Όσο πυκνώνουν τα μαύρα σύννεφα πάνω από την Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο ανθούν σενάρια Αποκάλυψης που εμφανίζουν μια πιθανή διάλυσή της ΕΕ, η οποία φέτος γιορτάζει τα 60 της χρόνια, ως ενδεχόμενο ισοδύναμο με πλανητική καταστροφή.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Κι οι αφορμές κάθε άλλο παρά λίγες ή ήσσονος σημασίας είναι. Μένοντας μόνο στα σημαντικότερα ξεχωρίζουμε:

Πρώτο, την άνοδο της εκλογικής επιρροής μιας σειράς κομμάτων που προέρχονται συνήθως αλλά όχι πάντα από το χώρο της Άκρας Δεξιάς, τα οποία θέτουν ακόμη και αίτημα εξόδου της χώρας τους από την ευρωζώνη και την ΕΕ. Από την Ολλανδία και τη Γαλλία, μέχρι την Ιταλία και την Αυστρία πολιτικοί ευρείας απήχησης που διεκδικούν ακόμη και την πρωθυπουργία (πχ Μπέπε Γκρίλο στην Ιταλία) ή την προεδρία (Λε Πεν στη Γαλλία) χαρακτηρίζουν απερίφραστα επιζήμια τη συμμετοχή της χώρας τους προπαγανδίζοντας τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, που είναι σίγουρο ότι θα προκρίνει την έξοδο.

Η δεύτερη αμφισβήτηση της ΕΕ προέρχεται από τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, με προεξάρχουσα την κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, που αρνήθηκαν το 2016 να αποδεχθούν την μεταναστευτική πολιτική που υιοθέτησαν οι Βρυξέλλες. Στο απόγειο εκείνης της κρίσης πήγαν οι Βρετανοί στις κάλπες ψηφίζοντας μαζικά την έξοδο της χώρας τους από την ΕΕ, τον Ιούλιο του 2016.

Η τρίτη αμφισβήτηση της ΕΕ, όπως τουλάχιστον την ξέραμε, προέρχεται από το στενό της πυρήνα. Οι αναφορές της Μέρκελ στην ΕΕ των πολλών ταχυτήτων, η Λευκή Βίβλος του Γιουνκέρ με τα πέντε σενάρια εξέλιξης της ΕΕ και η μίνι σύνοδος στη γαλλική πρωτεύουσα του άτυπου διευθυντηρίου (Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και Ιταλία) έδειξαν πως οι αρχές της τυπικής ισότητας που προβλέπονται στα καταστατικά έγγραφα της Ένωσης πλέον παραβιάζονται και δημοσίως. Γιατί, πίσω από τις κουρτίνες, κανείς δεν αμφέβαλε πώς η Γερμανία αποφάσιζε για τα πάντα…

Τέλος, η τέταρτη πίεση που δέχεται η ΕΕ είναι εισαγόμενη και προέρχεται από τις ΗΠΑ. Οι επιθέσεις του Τραμπ, με αφορμή το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας για παράδειγμα, οξύνουν τις φυγόκεντρες τάσεις στην Ένωση, εμφανίζοντας ως πιθανό ακόμη και ευκταίο σενάριο τη διάλυσή της. Προοπτική που εμφανίζεται ως η συντέλεια του κόσμου. Διπλωμάτες και διεθνής Τύπος, ειδικά το 2012 και 2013, παρομοίαζαν την Ευρωπαϊκή Ένωση ακόμη και με τη Σοβιετική Ένωση το 1987 ή το 1988, δηλαδή λίγους μήνες πριν αρχίσει η αποσύνθεσή της, για να ακολουθήσουν πόλεμοι κι εμφύλιοι που προκάλεσαν χιλιάδες νεκρούς…

Δε θα είναι και το τέλος του κόσμου…

Μια ματιά ωστόσο στην ιστορία είναι αρκετή για να δούμε ότι ένα πιθανό τέλος της ΕΕ δεν θα ισοδυναμεί με το τέλος του κόσμου, όπως, κατά συμμετρικό τρόπο, κι η ίδρυσή της δεν σήμανε την αρχή του κόσμου. Πριν φτάσουμε στον 20 αιώνα, πολλές φορές υιοθετήθηκαν μορφές οικονομικής ολοκλήρωσης, με την οικειοθελή προσχώρηση ανεξάρτητων κρατών, στο πλαίσιο των οποίων όχι μόνο καταργήθηκαν εμπορικοί φραγμοί, αλλά επίσης επήλθαν και νομισματικές ενοποιήσεις. Η πιο προωθημένη ενοποίηση εξ αυτών ήταν η Λατινική Νομισματική Ένωση, που ιδρύθηκε το 1865, χωρίς ωστόσο ποτέ να λάβει την αυστηρή και σε βάθος ενοποίηση που έλαβε η ευρωζώνη. Όπως αναφέρει ο Λευτέρης Τσουλφίδης στο βιβλίο του Οικονομική Ιστορία της Ελλάδας (Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, 2003) «η ονομασία προέρχεται από το γεγονός ότι τα ιδρυτικά μέλη της ένωσης, δηλαδή η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Ιταλία, είναι χώρες που η γλώσσα της καθεμιάς από αυτές έχει λατινικές ρίζες». Στη Λατινική Νομισματική Ένωση συμμετείχε, κατόπιν πολλών προσπαθειών και διαμαρτυριών και η Ελλάδα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα.

Στο σπουδαίο βιβλίο του με τίτλο Μια ιστορία των νομισματικών ενώσεων (εκδ. Routledge, 2003) ο βρετανός συγγραφέας Τζον Τσόουν διακρίνει σε δύο κατηγορίες τις νομισματικές ενώσεις. Στην πρώτη γενική κατηγορία υπάγονται εκείνες οι ενώσεις μεταξύ κρατών που συνδέονται υπό ένα χρυσό (ή αργυρό) κανόνα, με το κάθε νόμισμα να προσδιορίζεται σε όρους χρυσού (ή αργύρου), υπό την έννοια ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι σταθερές. Οι ενώσεις «δεύτερου τύπου» είναι πιο ελεύθερες, με ανεξάρτητες νομισματικές πολιτικές και απαντώνται μεταξύ χωρών που συνδέονται με «γάμο ή κατάκτηση» ή είναι δημιουργήματα αγώνων ανεξαρτησίας. Η Λατινική Νομισματική Ένωση άνηκε στην πρώτη κατηγορία.

Επιχειρώντας μια αποτίμηση της ανόδου και της πτώσης της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης, μόνο και μόνο για να φανεί ο ιστορικός, δηλαδή πεπερασμένος, χαρακτήρας κάθε τέτοιας μορφής οικονομικής συνεργασίας κι ενοποίησης, μπορεί να ειπωθεί σε αδρές γραμμές ότι τέσσερις ήταν οι δυνάμεις που οδήγησαν κι επέβαλαν τη δημιουργία της: Η ταχεία φιλελευθεροποίηση των οικονομιών και του εμπορίου, η ραγδαία άνοδος της Γαλλίας στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, οι τριγμοί που δεχόταν το διμεταλλικό νομισματικό σύστημα και οι αλλεπάλληλοι κλυδωνισμοί που δοκίμαζαν την κοινωνική ζωή μέσω οικονομικών κρίσεων και επαναστάσεων. Στο έδαφος που διαμόρφωσαν οι τέσσερις αυτές δυναμικές δημιουργήθηκε η Λατινική Ένωση, που μπορεί να χαρακτηριστεί πρόδρομος του ευρώ.

Αποτέλεσμα της εξωστρέφειας

Μια από τις πιο γλαφυρές περιγραφές που περιλαμβάνονται στην Εποχή του κεφαλαίου 1848-1875 (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1994), του Έρικ Χομπσμπάουμ αφορά την ιλιγγιώδη ανάπτυξη του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Της έκρηξής του προηγήθηκε κατά τον βρετανό ιστορικό «ο νομικός ενταφιασμός του μεσαιωνικού και μερκαντιλιστικού πνεύματος» που το πρώτο μισό του 19ου αιώνα αγκάλιασε πλήθος τομέων: από την απελευθέρωση της ιδιωτικής επιχείρησης με την διευκόλυνση της ίδρυσης εταιρειών, που χαρακτηρίστηκε ο μοχλός της βιομηχανικής ανάπτυξης, μέχρι την κατάργηση των νόμων για την τοκογλυφία και την εξάλειψη κάθε περιορισμού στην εξορυκτική και μεταλλευτική δραστηριότητα. Μάλιστα, η επέλαση του οικονομικού φιλελευθερισμού δεν περιορίστηκε μόνο στις χώρες όπου πολιτικά είχε θριαμβεύσει ο φιλελευθερισμός, όπως στην Αγγλία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες. Παρατηρήθηκε ακόμη και στις απόλυτες μοναρχίες και ηγεμονίες της Κεντρικής Ευρώπης. Μάλιστα η φιλελεύθερη προέλευση εκείνη της εποχής μοιράζεται κάτι κοινό με τη σύγχρονη φιλελεύθερη προέλαση: Η τάση κατάργησης κάθε εμπορικού ή άλλου φραγμού και η πρόωρη παγκοσμιοποίηση δεν υποκινούταν μόνο από ιδεολογικές επιλογές. Πιο σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζε η ανάγκη εύρεσης νέων αγορών δεδομένης της φτώχειας στο εσωτερικό των χωρών που προήλαυνε το φιλελεύθερο άρμα. «Η εγχώρια αγορά των φτωχών, στο βαθμό που οι ανάγκες της δεν ικανοποιούνταν από τους αγρότες και τους μικροτεχνίτες, δεν θεωρούνταν ακόμη σημαντικό υπόστρωμα για πραγματικά θεαματική οικονομική πρόοδο… Η τεράστια εξωστρεφής διεύρυνση της αγοράς τόσο για τα καταναλωτικά αγαθά όσο και, ίσως πάνω απ’ όλα, τα αγαθά που χρειάζονταν για να κατασκευαστούν οι καινούργιες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, να εξοπλιστούν οι εταιρείες μεταφορών, να αποδώσουν οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, να χτιστούν οι καινούργιες πόλεις, ήταν απαραίτητη», γράφει ο βρετανός ιστορικός που έφυγε από τη ζωή το 2012, για να συμπληρώσει: «Ό,τι μπορούσε να πουληθεί πουλιόταν, ακόμη και προϊόντα που συναντούσαν έντονη αντίσταση στις χώρες αποδέκτες, όπως το όπιο, του οποίου οι εξαγωγές από τη βρετανική Ινδία στην Κίνα υπερδιπλασιάστηκαν σε ποσότητα και σχεδόν τριπλασιάστηκαν σε αξία». Σε αυτό ακριβώς το οικονομικό περιβάλλον συγκλήθηκε το 1865 στο Παρίσι το συνέδριο που σήμανε την επίσημη ίδρυση της Λατινικής Ένωσης, ένα χρόνο αργότερα, την 1η Αυγούστου 1866.

Γαλλικό σχέδιο

Το ζητούμενο ωστόσο δεν ήταν μόνο να ρυθμιστούν οι λεπτομέρειες ενός νομισματικού συστήματος που δεν ανταποκρινόταν πλέον στις ανάγκες της οικονομίας. Το ζητούμενο, επίσης, ήταν να κατοχυρωθεί κι η γαλλική ηγεμονία. Όπως ακριβώς η μεταπολεμική νομισματική τάξη, η οποία καθορίσθηκε επί αμερικανικού εδάφους στη συνάντηση του Μπρέτον Γουντς το 1945, έφερε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της αναδυόμενης αμερικανικής ηγεμονίας για το Δυτικό ημισφαίριο με την ίδρυση του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπως ακριβώς η ίδρυση του ευρώ συμπυκνώνει και προωθεί περαιτέρω τα σχέδια της σύγχρονης γερμανικής επέκτασης εντός κι εκτός ηπείρου, έτσι προς τα μέσα του 19ου αιώνα, το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων (1803-1815) έβρισκε τη Γαλλία στη θέση του ρυθμιστή των ευρωπαϊκών πραγμάτων.

«Είναι πιθανό ότι η Λατινική Ένωση ήταν ένα από τα κύρια πολιτικά σχέδια του αυτοκράτορα Ναπολέοντα. Όπως ο Ναπολέων ο Πρώτος, επεδίωκε να καθορίσει τη νομοθεσία των άλλων χωρών και θεωρούσε βοήθεια στη γαλλική επιρροή ότι η νομισματική μονάδα και ο νομισματικός κανόνας της Γαλλίας θα επιβάλλονταν σε άλλα κράτη ως το καλύτερο που θα μπορούσε να επινοηθεί. Θεωρούταν, δίχως άλλο, ότι μια τέτοια επέκταση των γαλλικών νόμων θα προσέφερε εμπορική και βιομηχανική επιρροή που θα καθιστούσαν δυνατή την επίτευξη περισσότερης ή λιγότερης πολιτικής ισχύος για τη Γαλλία στις χώρες που θα συμμετείχαν στη νομισματική ένωση. Ασαφή όνειρα για επέκταση που μπορεί να είχαν προσδοθεί στο νέο νομισματικό σύστημα φαίνεται πως είχαν ικανοποιηθεί και αφειδώς είχαν διανεμηθεί προσκλήσεις συμμετοχής στην ένωση προς όλους» (Ιστορία της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης, Henry Parker Willis, 1901). Δεν ξενίζει επομένως που στο τέλος η Λατινική Ένωση, πριν διαλυθεί επίσημα το 1928, αριθμούσε δεκάδες χώρες. Η Ελλάδα ενδεικτικά υπέγραψε τη συμφωνία στις 10 Απριλίου 1867, ενώ η υιοθέτηση του συστήματος έγινε 15 ολόκληρα χρόνια αργότερα: το Νοέμβριο του 1882.

Η τρέλα του διμεταλλισμού

Σε υλικό επίπεδο η προώθηση των γαλλικών συμφερόντων περνούσε μέσα από την υιοθέτηση του διμεταλλικού νομισματικού συστήματος. Ο Τζον Τσόουν, διεθνής φορολογικός σύμβουλος ο ίδιος (δεν του λείπουν δηλαδή οι γνώσεις για να αντιληφθεί και να αξιολογήσει ακόμη και τα πιο περίπλοκα νομισματικά συστήματα) στο βιβλίο του που προαναφέραμε παραθέτει μια ρήση, βάσει της οποίας «τρεις είναι οι δρόμοι που σε οδηγούν στην τρέλα: η αγάπη, η φιλοδοξία και η μελέτη του διμεταλλισμού»…

Με πολύ απλά λόγια το διμεταλλικό σύστημα βασιζόταν στον άργυρο και το χρυσό. Ο λόγος για τον οποίο ήταν αναγκαία, τότε, και τα δύο μέταλλα εξηγείται πολύ παραστατικά από τους Γ. Αλογοσούφη και Σ. Λαζαρέτου στο βιβλίο τους Η δραχμή (εκδόσεις Αθηναϊκή Οικονομική, 1997): «Αν και για την αποτελεσματικότητα του νομισματικού συστήματος απαιτείται μία μόνο μορφή χρήματος, στα αμιγώς μεταλλικά συστήματα δεν ήταν δυνατό να εξυπηρετηθούν όλες οι οικονομικές συναλλαγές με μία μορφή μετάλλου. Το ποσό του χρυσού που ήταν αναγκαίο για την διεκπεραίωση πολλών καθημερινών συναλλαγών ήταν πολύ μικρό. Η κοπή τόσων μικρών χρυσών νομισμάτων δεν ήταν ούτε τεχνικά εφικτή, αλλά ούτε εξυπηρετούσε τις συναλλαγές. Από την άλλη πλευρά, για μεγάλες συναλλαγές, το βάρος των αργυρών νομισμάτων που απαιτείτο, ήταν υπερβολικά μεγάλο. Έτσι στην πράξη ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό να υπάρχουν αργυρά νομίσματα για μικρές συναλλαγές και χρυσά για μεγάλες».

Από δω και πέρα όμως αρχίζουν τα προβλήματα γιατί η σχετική τους τιμή έπρεπε διαρκώς να κρατείται σταθερή και η ισοτιμία που είχε επιβληθεί (15,5 μέρη αργύρου προς 1 μέρος χρυσού) δεν μπορούσε να μένει απαράλλαχτη στο πέρασμα του χρόνου για πολλούς λόγους. Ο σημαντικότερος ήταν οι νέες ανακαλύψεις κοιτασμάτων χρυσού ή αργύρου, που άλλαζαν την σχετική τιμή. Για παράδειγμα οι ανακαλύψεις τεράστιων κοιτασμάτων χρυσού στη Ρωσία, την Αυστραλία και την Καλιφόρνια αύξησαν την προσφορά χρυσού, με αποτέλεσμα να μειωθεί η τιμή του, ως προς τον άργυρο, τις δεκαετίες του 1850 και 1860.

Δύο παραδείγματα είναι αρκετά για να φανεί το χάος που συχνά προκαλούταν κι έχρηζε ρύθμισης με ένα διεθνές σύστημα, όπως επιχείρησε να κάνει η Λατινική Ένωση. Και τα δύο αφορούσαν λάθη στον υπολογισμό της σχετικής τιμής που ως πρωταγωνιστές είχαν τα δύο σπουδαιότερα, από οικονομική άποψη, κράτη τα οποία δεν συμμετείχαν στη Λατινική Ένωση. Το αμερικανικό νομισματοκοπείο χαρακτηριστικά με αφορμή μια υπερτίμηση του αργύρου, στο επίπεδο 15 προς 1 (κι όχι 15,5 προς 1) προκάλεσε την εξαφάνιση των χρυσών νομισμάτων καθώς οι κερδοσκόποι της εποχής τα αγόραζαν από τις ΗΠΑ έναντι αργύρου για να τα εξάγουν στη Γαλλία, όπου τα πουλούσαν έναντι 15,5 μερών αργύρου, για να επανεξάγουν τον άργυρο στις ΗΠΑ, κοκ. Το δεύτερο παράδειγμα ως επίκεντρο έχει το νομισματοκοπείο της Αγγλίας, όταν διευθυντής ήταν ο Ισαάκ Νεύτων, το 1717 για την ακρίβεια. Συγκεκριμένα, ο ορισμός πολύ χαμηλής τιμής για τον άργυρο (σε σχέση πάντα με το χρυσό) οδήγησε σε εξαφάνιση τα αργυρά νομίσματα. Έγιναν ανάρπαστα, με άλλα λόγια. Το πάθημα του Νεύτωνα εξελίχθηκε σε μάθημα για την Αγγλία που πολύ γρήγορα εγκατέλειψε το διμεταλλικό σύστημα, και υιοθέτησε από το 1821 τον κανόνα του χρυσού ως το εθνικό νομισματικό της σύστημα.

Το ίδιο έκαναν σιγά – σιγά και τα υπόλοιπα μέλη της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης καθώς παρά τις επίμονες προσπάθειες της Γαλλίας να κλειδώσουν οι ισοτιμίες των δύο μετάλλων τα αποτελέσματα ήταν αναντίστοιχα των προθέσεων. Κι εδώ πάντως το δικό της ρόλο έπαιξε η γεωπολιτική, καθώς η νίκη της Γερμανίας στο γαλλο-πρωσικό πόλεμο και η μεγάλη αποζημίωση που εισέπραξε από τη Γαλλία έθεσε τις βάσεις για να υιοθετηθεί κι εκεί ο κανόνας χρυσού, που στη συνέχεια τον ενσωμάτωσαν κι όλες οι χώρες που συνέχιζαν να έχουν διμεταλλικό σύστημα: από τη Λατινική Ένωση μέχρι τις Κάτω και τις Σκανδιναβικές χώρες. Με αυτό τον τρόπο μετατράπηκε σε διεθνής, λόγω της ευκολίας και της σταθερότητας τιμών και ισοτιμιών που παρείχε. Επί της ουσίας ωστόσο ήταν συνώνυμος της δρακόντειας λιτότητας.

Πολιτική ένωση, η Λατινική…

Τέλος, τη δική τους σημασία στην προώθηση της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης είχαν και οι πολιτικές προτεραιότητες. Εν συντομία, η Λατινική Ένωση τότε, όπως και η ΕΕ σήμερα, αποτελούσε ένα πολιτικό πρότζεκτ για την υπέρβαση των οικονομικών κρίσεων και των αλλεπάλληλων επαναστάσεων που συγκλόνιζαν την Ευρώπη. «Η ισχύς εν τη ενώσει» θα μπορούσε να είναι το σύνθημα της Λατινικής Ένωσης. «Αυτό που μας κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, αναδρομικά, για το πρώτο μισό του 19ου  αιώνα», γράφει ο Χομπσμπάουμ, «είναι η αντίθεση ανάμεσα στο τεράστιο και ραγδαία αυξανόμενο παραγωγικό δυναμικό της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης και την ανικανότητά του, θα λέγαμε, να διευρύνει τη βάση του, να σπάσει τα δεσμά που το κρατούσαν αιχμάλωτο… Γι’ αυτό το λόγο οι δεκαετίες του 1830 και 1840 ήταν περίοδοι κρίσης». Προς επίρρωση οι επαναστάσεις που σημάδεψαν την Ευρώπη από την μια άκρη ως την άλλη, με έτος αιχμής το 1848 το οποίο χαρακτηρίστηκε και Άνοιξη των Λαών: Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Δανία, Ουγγαρία, Σουηδία, Ελβετία, Βέλγιο, Ιρλανδία, κ.λπ.

Συμπερασματικά, ο πολυτάραχος βίος της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης, δείχνει πώς κάθε σχέδιο οικονομικής ενοποίησης δε συνιστά κατ’ ανάγκην πρόοδο. Ορίζεται από τα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα της εποχής του, και τις αντιθέσεις που την διαπερνούν. Ό,τι συμβαίνει και με την ΕΕ. Κι όπως το τέλος της Λατινικής Ένωσης δεν μας οδήγησε στην εποχή των σπηλαίων, έτσι κι ένα πιθανό τέλος της ΕΕ δε θα σημάνει κατ’ ανάγκη κοινωνικό πισωγύρισμα…

Πηγή: περιοδικό Nexus

Μπρα ντε φερ για το θρόνο του Σίτι με έπαθλο περισσότερη απελευθέρωση

Καλλιστεία δεν είναι σίγουρο αν μπορούν να χαρακτηριστούν, όπως συχνά περιγράφονται στον ευρωπαϊκό Τύπο, σκληρός πλειοδοτικός διαγωνισμός όμως είναι με βεβαιότητα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Κι αυτό γιατί το έπαθλο σε περίπτωση που ευοδωθεί η προσπάθεια την οποία καταβάλουν τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά κέντρα της ΕΕ να πείσουν τις διοικήσεις των τραπεζών που ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν από το Σίτι του Λονδίνου ότι αποτελούν τη βέλτιστη επιλογή είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο αρχικά φαινόταν. Στην κούρσα που επισήμως ξεκίνησε μετά το ιστορικής σημασίας βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, που για πρώτη φορά από την ίδρυση της ΕΕ αποφάσισε τη συρρίκνωσή της, στέκονται μέχρι στιγμής πέντε πόλεις – χρηματοοικονομικοί κόμβοι που κάλλιστα μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: Τα φαβορί (Παρίσι, Φρανκφούρτη) και τα αουτσάιντερ (Δουβλίνο, Άμστερνταμ και Λουξεμβούργο).
Το γενικό περίγραμμα του διακυβεύματος το καθόρισε πολύ έγκαιρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όταν σε ανακοίνωσή της τόνισε πώς δεν είναι διατεθειμένη να δεχθεί ταχυδρομικές θυρίδες που θα διοικούνται με τηλεχειριστήριο από το Σίτι προκειμένου να φέρουν σε πέρας τις τραπεζικές εργασίες που πρέπει να διεκπεραιωθούν στο έδαφος της ΕΕ. Αυτό σημαίνει δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, στις οποίες πρέπει να συμπεριλάβουμε και μια στεφάνη υποστηρικτικών επιχειρήσεων (νομικές, πληροφορικής, κ.α.). Και για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα των μεγεθών η συζήτηση αφορά 5.500 χρηματοπιστωτικές εταιρείες που θα χάσουν τα δικαιώματα να εκτελούν εργασίες από το Λονδίνο, μεταξύ των οποίων 40 διεθνούς βεληνεκούς τράπεζες. Η Ντόιτσε Μπανκ μόνο αναμένεται να μετακινήσει 4.000 θέσεις εργασίας από το Λονδίνο, από ένα σύνολο 9.000 απασχολουμένων που διαθέτει στη βρετανική πρωτεύουσα. Κι η Γκόλντμαν Σακς επίσης θα μειώσει στο μισό το προσωπικό της στο Λονδίνο μετακινώντας 1.000 θέσεις εργασίας. Κι ο δύο τράπεζες μάλιστα μέχρι στιγμής συγκαταλέγονται σε όσες έχουν επιλέξει που θα μεταφέρουν το σημαντικότερο τουλάχιστον τμήμα των προς μετακίνηση εργασιών τους μέχρι τον Μάρτιο του 2013 οπότε και αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί η αποχώρηση της Αγγλίας από την ΕΕ.
Οι ευκαιρίες που προσφέρει στις πόλεις που ερίζουν η εγκατάσταση των τραπεζών μετά την αποχώρησή τους από το Λονδίνο φάνηκε πολύ καθαρά στις 7 Ιουλίου όταν ο γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ επέλεξε τον τραπεζικό τομέα ως το πρώτο θέατρο πολέμου απ΄ όπου θα ξεκινήσει η μάχη για τα εργασιακά δικαιώματα. Συγκεκριμένα, ανακοίνωσε πώς …μόνο και μόνο για να βγει νικητής το Παρίσι στον υπό εξέλιξη (μειοδοτικό για τα εργασιακά δικαιώματα) διαγωνισμό προτίθεται να καταργήσει τον ανώτερο φορολογικό συντελεστή που αντιστοιχούσε στο ψηλότερο κλιμάκιο αμοιβών, να ελαστικοποιήσει τις εργασιακές σχέσεις στον τραπεζικό τομέα, να ακυρώσει μια προγραμματισμένη επέκταση του φόρου στις αγοραπωλησίες μετοχών κι επίσης, να ψηφίσει μια ευνοϊκή για τα διευθυντικά στελέχη εξαίρεση των μπόνους τους από δικαστικές διαμάχες. Η έδρα των τραπεζών επομένως αναδεικνύεται σε μια πολύ καλή αφορμή, απ’ αυτές που ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν πρέπει να επινοούνται, ώστε να επιταχυνθεί η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας. Γιατί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Σίτι λειτουργούσε σαν μαγνήτης για τις πιο διαφορετικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες επί δεκαετίες λόγω των όρων επιχειρηματική δραστηριότητας που προσέφερε: δηλαδή ανυπαρξία οποιουδήποτε ρυθμιστικού εμποδίου ή …η χαρά το νεοφιλελεύθερου. Μάλιστα, η απορρύθμιση δεν αφορούσε μόνο τις εργασιακές σχέσεις αλλά και την ευρύτερη αγορά. Αυτό ακριβώς είναι το γέρας του διαγωνισμού ομορφιάς που διεξάγεται μεταξύ των 2 + 3 πόλεων.
Η Φρανκφούρτη αν κάτι έχει να επιδείξει είναι την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του νεοπαγούς Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού που επιτηρεί τις τράπεζες. Η αδυναμία της ωστόσο έγκειται στα μεγέθη της πόλης, δεδομένου ότι η Φρανκφούρτη έχει πληθυσμό μικρότερο των 800.000 κατοίκων και τα τραπεζικά στελέχη όσο κι αν φημίζονται ότι η έκλυτη ζωή τους ξεκινάει και τελειώνει με το ωράριο εργασίας, είναι άλλο να μην απολαμβάνουν τις δυνατότητες που προσφέρει ένα μεγάλο αστικό κέντρο κι άλλο αυτές εξ ορισμού να μην υφίστανται… Τα πλήρως συγκρίσιμα με του Σίτι μεγέθη είναι το ισχυρότερο πλεονέκτημα της γαλλικής πρωτεύουσας. Το Δουβλίνο προσέρχεται στο διαγωνισμό με πιο δυνατό ατού την αγγλική γλώσσα. Το Άμστερνταμ επιδεικνύοντας το βιογραφικό του, ως έδρα μεγάλων τραπεζών, και η πρωτεύουσα του Μεγάλου Δουκάτου με την εξειδίκευση που έχει ήδη αναπτύξει στις πιο εκλεπτυσμένες και περίπλοκες χρηματοπιστωτικές αγορές (ιδιωτικών κεφαλαίων, διασυνοριακές δραστηριότητες, χρηματοπιστωτική τεχνολογία, κ.α.). Το μειονέκτημα των μικροσκοπικών μεγεθών του Λουξεμβούργου αντισταθμίζεται με την παντελή απουσία πολιτικού ρίσκου, δεδομένης της σταθερότητας που το διακρίνει.
Σύντομα θα μάθουμε το φιναλίστ ξέροντας ότι πρόκειται για μια επιλογή δίκοπο μαχαίρι…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα

Τέλος των αυταπατών φέρνουν οι κάλπες στην Ιρλανδία

sel 24 basiΚανέναν ηρωικό συνειρμό που να παραπέμπει στην ιρλανδική επανάσταση που ξεκίνησε ακριβώς πριν εκατό χρόνια σηματοδοτώντας το τέλος της βρετανικής κυριαρχίας για το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της χώρας, δεν πρόκειται να γεννήσουν οι εκλογικές κάλπες στην Ιρλανδία, που παραμένουν κλειστές την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Το ερώτημα ωστόσο που συνόδευσε την ψηφοφορία την Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου είναι κατά πόσο τα κόμματα που ως τώρα κυβερνούσαν (συνασπισμός Φίανα Γκάελ και Εργατικών) θα υποστούν την ήττα που τους αξίζει λόγω των πολιτικών λιτότητας που εφάρμοσαν από το 2011 που εκλέχτηκαν και, από την άλλη, πόσο υψηλά θα είναι τα αποτελέσματα που θα καταγράψουν τα κόμματα που τάσσονται κατά της λιτότητας (Σιν Φέιν, Συμμαχία κατά της λιτότητας και Οι άνθρωποι πριν τα κέρδη). Τα πρώτα έξιτ πολς μας φέρνουν της εφημερίδας Irish Times φέρνουν το Φίανα Γκάελ και τους Εργατικούς από 36,1% και 19,5% το 2011 να κερδίζουν 26,1% και 8% αντίστοιχα, ενώ το Σιν Φέιν από 10% φαίνεται να κερδίζει 14% και η Συμμαχία 3,6%.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η προσπάθεια της προηγούμενης κυβέρνησης να δείξει πως η λήξη του προγράμματος διάσωσης (ύψους 67,5 δισ. ευρώ) τον Δεκέμβριο του 2013 κι οι υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ (ύψους 7% για το πρώτο εννιάμηνο του 2015) είναι νίκη των Ιρλανδών ελάχιστους πείθει. Αυτό που αντίθετα βαραίνει στη συνείδηση των Ιρλανδών είναι πως η ανεργία παρότι μειώθηκε από το ρεκόρ της κρίσης (15%) ουδέποτε επέστρεψε στα προηγούμενα επίπεδα, όπως φαίνεται στο διάγραμμα, η αύξηση των αστέγων τον Ιανουάριο του 2016 σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2015 κατά 101%, η ιδιωτικοποίηση του νερού που προκάλεσε επιπλέον επιβαρύνσεις κοκ.

Παρότι έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον τα αποτελέσματα που θα καταγράψει κάθε κόμμα, πιο μεγάλη σημασία έχει πως οι κάλπες της Ιρλανδίας διαλύουν τις αυταπάτες που μαζικά διαδίδονταν με σημείο αναφοράς τις εκλογικές αναμετρήσεις στην περιφέρεια της ευρωζώνης. Το κεντροαριστερό αφήγημα, πριν ένα χρόνο, ήθελε τις εκλογές στην Ιρλανδία να παίρνουν τη σκυτάλη από την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία, ανατρέποντας τις πολιτικές της λιτότητας και δημιουργώντας ένα πολιτικό ρήγμα στην ευρωζώνη με πρωταγωνιστή τις χώρες που υπέστησαν το μαρτύριο των Μνημονίων. Όλα αυτά μάλιστα χωρίς να υπάρξει σύγκρουση με την Γερμανία, χωρίς να διεκδικηθεί η έξοδος από ευρωζώνη κι ΕΕ, χωρίς εργατικό κίνημα. Η πραγματικότητα εξελίχθηκε εντελώς διαφορετικά για τις τρεις πρώτες χώρες. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραδόθηκε πλήρως στις πολιτικές της λιτότητας υπογράφοντας νέο δάνειο και Μνημόνιο, ο πορτογάλος σοσιαλιστής πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα με τον αναμορφωμένο από την Κομισιόν προϋπολογισμό ανά χείρας δηλώνει περιχαρής ότι «μεταξύ του αρχικού προϋπολογισμού και της εξόδου από το ευρώ ή με το νέο προϋπολογισμό κι εντός του ευρώ προτιμάει το δεύτερο» κι ας είναι προϋπολογισμός συνέχειας και λιτότητας, ενώ η επικοινωνιακή φούσκα των Ποδέμος παρακαλάει ατυχώς να μπει στην κυβέρνηση, χωρίς να θέτει κανένα όρο. Τι διαφορετικό μπορεί να βγάλουν οι ιρλανδικές κάλπες υπό τις παρούσες συνθήκες;

Το άρθρο δημοσιεύεται στο Πριν, στις 28 Φεβρουαρίου 2016