Καταψηφίστηκε από τη Βουλή, δοξάστηκε από τους Αυστριακούς ο Κουρτς

Κι όμως η σημαντικότερη είδηση για την Αυστρία δεν αφορά στα αποτελέσματα της πρότασης δυσπιστίας που κατέθεσε το σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα εναντίον της καγκελάριου Σεμπάστιαν Κουρτς. Προέρχεται από τις κάλπες των ευρωεκλογών, όπου οι αυστριακοί ψηφοφόροι δεν φάνηκε να αποδοκιμάζουν ούτε καν να δυσανασχετούν με το περίφημο «σκάνδαλο Ίμπιζα» που είχε ως επίκεντρο τον ακροδεξιό αντι-καγκελάριο Στράχε, πολέμιο κατά τ’ άλλα της διαφθοράς, να υπόσχεται δουλειές με το δημόσιο για να εξασφαλίσει πολιτική υποστήριξη.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι της Αυστρίας δε συμμερίζονται τη γενικότερη αποστροφή απέναντι στην κυβερνώσα ακροδεξιά της χώρας τους. Προς επίρρωση η αύξηση κατά 8% (σε σύγκριση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές του 2014) των ψήφων που συγκέντρωσε το κόμμα του Σεμπάστιαν Κουρτς για να φτάσει στο 35% και η μείωση μόλις κατά 2% των ψήφων στο Κόμμα Ελεύθερων (FPO) του Στράχε που έφτασε το 18%, με τους σοσιαλδημοκράτες να συγκεντρώνουν 23%, κ.λπ.

Ο εκλογικός θρίαμβος του Κουρτς την Κυριακή 26 Μαΐου δεν τον έσωσε παρόλα αυτά από την καταψήφιση της κυβέρνησής του την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα, όταν η βουλή της Αυστρίας ψήφισε επί της πρότασης δυσπιστίας που κατέθεσαν οι σοσιαλδημοκράτες εναντίον του ίδιου του Κουρτς. Η υπερψήφιση της πρότασης δυσπιστίας, με τις ψήφους όχι μόνο των σοσιαλδημοκρατών αλλά και του ακροδεξιού Κόμματος των Ελεύθερων, ισοδυναμούσαν με απόρριψη της πρότασης του Κουρτς για πρόσληψη τεχνοκρατών στη θέση των παραιτηθέντων ακροδεξιών μελών και παράταση της κυβέρνησής του. Οδηγούν δε την Αυστρία σε πρόωρες εκλογές, ενάμισι μόλις χρόνο μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από την ακροδεξιά, που θα διεξαχθούν το Σεπτέμβριο. Μέχρι τότε επικεφαλής της προσωρινής κυβέρνησης και μεταβατικό καγκελάριος ορίστηκε ο υπουργός Οικονομικών Χάρτβικ Λέγκερ, αντικαθιστώντας τον πολλά υποσχόμενο 32χρονο Σεμπάστιαν Κουρτς.

Μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές η υπόλοιπη σύνθεση της μεταβατικής κυβέρνησης, που κατά πιθανότητα θα αποτελείται από στελέχη τόσο των πέντε κοινοβουλευτικών κομμάτων όσο και εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων, θεωρείται άγνωστη κι είναι κάτι που με βεβαιότητα δεν ενδιαφέρει ούτε καν τους Αυστριακούς. Αυτό αντίθετα που ενδιαφέρει όλους, Αυστριακούς και μη, είναι το αποτέλεσμα των πρόωρων εκλογών μετά το καλοκαίρι, το οποίο όμως δυστυχώς, αν κρίνουμε από τις κάλπες των ευρωεκλογών, δεν θα κρύβει ευχάριστες εκπλήξεις.

Σε κρίση Δεξιά και σοσιαλδημκράτες στη Γερμανία

Το χειρότερο τους εκλογικό ποσοστό σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής εποχής κατέγραψαν τα δύο κόμματα που συμμετέχουν στον περίφημο μεγάλο συνασπισμό που κυβερνά τη Γερμανία τα 14 τελευταία χρόνια. Ο δεξιός συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών με έδρα τη Βαυαρία (CDU/CSU) κέρδισε 29% των ψήφων χάνοντας 7 ποσοστιαίες μονάδες από τις προηγούμενες ευρωεκλογές, ενώ τη μεγαλύτερη ανησυχία στο δεξιό συνασπισμό προκάλεσε το διαζύγιο που έλαβε από τη νεολαία καθώς μόνο το 13% όσων είναι κάτω των 30 ετών ψήφισαν το συντηρητικό μπλοκ. Επική ήττα υπέστη και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα που κέρδισε 15%, χάνοντας 11 ποσοστιαίες μονάδες. Τα δυσάρεστα νέα για το SPD δε σταμάτησαν στις κάλπες για το ευρωκοινοβούλιο, όπου για πρώτη φορά το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έχασε τη δεύτερη θέση, την οποία κέρδισαν οι Πράσινοι που είδαν το ποσοστό τους να εκτοξεύεται στο  21%. Ήττα για τους σοσιαλδημοκράτες κατέγραψαν και οι κάλπες που στήθηκαν για τις κρατιδιακές εκλογές στο μικρό κρατίδιο της Βρέμης την ίδια ημέρα με τις ευρωεκλογές, όπου το SPD έχασε για πρώτη φορά την πρώτη θέση μετά από 73 χρόνια, την οποία κέρδισε το κόμμα της Μέρκελ, που πρέπει να πούμε πώς παρότι εγκατέλειψε την ηγεσία του CDU, παρότι ο μεγάλος συνασπισμός κινδυνεύει να εξελιχθεί στην πιο βρόμικη λέξη της γερμανικής γλώσσας, εν τούτοις τα δικά της ποσοστά αποδοχής αγγίζουν το 70%, αποτελώντας μια μοναδική εξαίρεση σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο σύγχρονο πολιτικό.

Η διάδοχός της, Άνεγκρετ Κραμπ Κάρενμπαουερ (ή ΑΚΚ), ωστόσο δεν απολαμβάνει της ίδιας ασυλίας, καθώς από τις παραμονές των εκλογών έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας σοβαρότατης διαμάχης, που εκτείνεται πολύ πέραν των γερμανικών συνόρων. Όλα ξεκίνησαν όταν 70 κάτοχοι λογαριασμών με μεγάλη επιρροή στην πλατφόρμα ανάρτησης βίντεο youtube (youtubers εν συντομία) απηύθυναν κοινό μήνυμα καταψήφισης των δύο μεγάλων κομμάτων λόγω της πολιτικής τους απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Κατηγόρησαν συγκεκριμένα τους σοσιαλδημοκράτες και τη Δεξιά ότι έχουν αθετήσει τις υποσχέσεις τους. Η πρωτοβουλία τους γίνεται καλύτερα κατανοητή αν ενταχθεί στο πλαίσιο των εβδομαδιαίων πλέον διαδηλώσεων για το κλίμα που γίνονται σε όλη τη Γερμανία. Αν κρίνουμε από τις εκλογικές επιδόσεις των δύο κομμάτων, σε συνδυασμό με τα πολύ ψηλά ποσοστά που κατέγραψαν οι Πράσινοι σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Γερμανίας, η προτροπή των youtubers δεν έπεσε στο κενό. Άξιζε την εγγραφή του το βίντεο διάρκειας 55 λεπτών. Η ενόχληση της ΑΚΚ, η οποία εκφράστηκε με μια δήλωση που αναφερόταν σε «κατασκευασμένες απόψεις», προκάλεσε μια έντονη δημόσια διαμάχη καθώς ερμηνεύτηκε ακόμη κι ως προσπάθεια on-line λογοκρισίας, από τον επικεφαλής του Humans Rights Watch. Η ίδια η 56χρονη νέα ηγέτης της Δεξιάς δε φάνηκε να κάμπτεται καθώς αναρωτήθηκε δημόσια «τι θα είχε συμβεί αν 70 εφημερίδες αποφάσιζαν μόλις δύο μέρες πριν τις εκλογές να απευθύνουν κοινή έκκληση, “μην ψηφίζετε CDU και SPD”»;

Ανεξαρτήτως της συζήτησης για το δημόσιο λόγο στην εποχή των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, αυτό που δεν επιδέχεται αντιλόγου είναι ότι οι κάλπες των ευρωεκλογών ανέδειξαν την αποστροφή των Γερμανών για τον μεγάλο συνασπισμό.

Πηγή: Νέα Σελίδα

Η ΕΕ αλλάζει και αλλάζει προς το χειρότερο (Nexus, Μάρτιος 2014)

May Day protest in AthensΣτις προσεχείς ευρωεκλογές πάλι η ελληνική ιδιαιτερότητα θα κάνει την εμφάνισή της. Ενώ και στα 27 υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ, από την μια άκρη της Ευρώπης ως την άλλη, εκατομμύρια ευρωπαίων ψηφοφόρων θα αδιαφορήσουν παντελώς για τις εκλογές, η Ελλάδα θα ζει ρυθμούς ασυνήθιστης πολιτικής έντασης. Ήδη, στα μέσα Φεβρουαρίου, οπότε γράφονται αυτές οι γραμμές, το κλίμα που διαμορφώνεται προδικάζει ότι θα ζήσουμε μια από τις καυτές πολιτικές αναμετρήσεις. Η κυβέρνηση βέβαια κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια για να το εκτονώσει. Τα αλλεπάλληλα σενάρια που δοκιμάζονταν στα μέσα Φεβρουαρίου σχετικά με την ημέρα διεξαγωγής των εκλογών (κατά πόσο δηλαδή θα συμπέσουν με τις δημοτικές εκλογές) ως μοναδικό ζητούμενο είχαν να απομακρύνουν τους ψηφοφόρους από τις κάλπες. Και αυτό δεν συνέβαινε καθόλου τυχαία: Η συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου ξέρει ακόμη και τώρα πως μοναδικός τρόπος για να περιορίσει την αδιαμφισβήτητη συντριβή της, που θα είναι αποτέλεσμα της φτώχειας και της ανεργίας που έχει επιβάλει, προέρχεται από την μείωση της συμμετοχής. Έτσι, θα μπορεί να επικαλεστεί την αποχή για να υποβαθμίσει το μήνυμα που θα στείλουν οι κάλπες με την πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, όπως διαβεβαιώνουν όλες πλέον οι δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, η επίπτωση που θα έχει στην συμμετοχή των ψηφοφόρων το παιχνίδι με τις ημερομηνίες θα είναι μηδαμινή κι αυτό θα φανεί από τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις που θα ενεργοποιηθούν αμέσως μόλις κλείσουν οι κάλπες…

Στην υπόλοιπη Ευρώπη, από την άλλη, θεωρείται σίγουρο πως θα κυριαρχεί η αδιαφορία. Η συμμετοχή στις όγδοες στη σειρά εκλογές που διοργανώνονται από το 1979 για την ανάδειξη των 751 ευρωβουλευτών (όπως διαμορφώθηκαν οι έδρες τελευταία φορά) θα πέσει ακόμη πιο χαμηλά από το 43% του 2009. Αυτοί δε που θα ψηφίσουν σε ένα πρωτοφανές ποσοστό θα δείξουν την προτίμησή τους για κάθε είδους κόμμα που στέκεται κριτικά απέναντι στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και αμφισβητεί εν μέρει ή συνολικά την ΕΕ και το ευρώ: Από το κόμμα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλιο στην Ιταλία, που ανακηρύχτηκε πρώτο σε ψήφους στις εθνικές εκλογές της γειτονικής χώρας τον Μάρτιο του 2013, μέχρι το βρετανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας του Νάιγκελ Φάραγκ και ακροδεξιά κόμματα από την Γαλλία, την Ολλανδία, κ.α. Τύπος μεγάλης κυκλοφορίας και κόμματα εξουσίας, που θεωρούν ύψιστη σχεδόν εθνική τους υποχρέωση να δικαιολογούν τη λιτότητα, επιχειρούν να απαξιώσουν και να στιγματίσουν την κριτική στάση απέναντι στην ΕΕ ταυτίζοντάς την με την άκρα Δεξιά και την αποκρουστική Μαρίν Λε Πεν. Τίποτε όμως δεν απέχει πιο πολύ από την αλήθεια.

Κατ’ εφαρμογή χιτλερικών σχεδίων   

Σε ό,τι αφορά δε τον φασισμό η ΕΕ δεν δικαιούται να μιλάει… Πριν δούμε τα σύγχρονα κοινωνικά χαρακτηριστικά της δυσφορίας απέναντι στις Βρυξέλλες, αξίζει να αναφέρουμε ότι η ΕΕ, από την ίδρυσή της ακόμη, δεν ήταν και τόσο εχθρική, ούτε καν ασύμβατη με τα ναζιστικά επεκτατικά σχέδια! Κι αυτό προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Μιας αλήθειας που για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε με αφορμή τον ορισμό της 9ης Μαΐου ως ημέρας της ενωμένης Ευρώπης. Η 9η Μαΐου όμως ήταν ανέκαθεν η μέρα πάλης ενάντια στον φασισμό, λόγω του ότι μια μέρα πριν, στις 8 Μαΐου το ναζιστικό θηρίο είχε παραδοθεί άνευ όρων στους συμμάχους, πλήρως συντετριμμένο μετά την είσοδο του Κόκκινου Στρατού στο Βερολίνο στις 2 Μαΐου 1945. Παρόλα αυτά, πέντε χρόνια αργότερα στις 9 Μαΐου του 1950, η διακήρυξη «για μια ενωμένη Ευρώπη» του γάλου υπουργού Εξωτερικών Ρομπέρτ Σουμάν (που κατηγορήθηκε για σχέσεις με το Ναζισμό κι ο οποίος υπηρέτησε το καθεστώς του προδότη φιλο-Ναζί Πεταίν, γνωστό κι ως καθεστώς του Βισύ) επισκίασε την ημέρα της αντιφασιστικής πάλης. Κι έτσι την δεκαετία του ’90, μετά την επανένωση της Γερμανίας, η μέρα της αντιφασιστικής δράσης πέρασε σε δεύτερη μοίρα…

Οι ναζιστικές καταβολές της σημερινής ΕΕ, ως ένας ενιαίος οικονομικός χώρος υπό γερμανική εποπτεία, αποτυπώνεται ανάγλυφα στο πολύ σημαντικό βιβλίο Η ελληνική οικονομία κατά την κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια του Δημοσθένη Κούκουνα (εκδ. Ερωδιός, 2013). Αναφέρει ο συγγραφέας: «Η διεύθυνση Εξωτερικού Εμπορίου του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών… βρισκόταν στο επίκεντρο της χιτλερικής “νέας Ευρώπης”… Και, αντίθετα απ’ ότι μπορεί κανείς να φανταστεί, η έννοια της ευρωπαϊκής οικονομικής συνεργασίας δεν βασιζόταν κυνικά στην εκμετάλλευση όλων των άλλων ευρωπαϊκών λαών από την Γερμανία. Δεν θα έπαυε ασφαλώς να είναι η ιθύνουσα δύναμη, αλλά στον εαυτό της δεν επεφύλασσε τον μεταπολεμικό ρόλο ενός στυγνού κατακτητή που δια της βίας θα ασκούσε την εξουσία στα ευρωπαϊκά κράτη. Ενδιαφερόταν πρωτίστως για την αδιαμφισβήτητη οικονομική επιρροή της επ’ αυτών μετά το τέλος του πολέμου και επεφύλασσε στον εαυτό της ρόλο συντονιστή και επομένως προνομιούχου συναλλασσόμενου. Βεβαίως, ο Χίτλερ, ο Γκαίμπελς και οι λοιποί φανατικοί εθνικοσοσιαλιστές ηγέτες δεν επέζησαν του πολέμου για να δουν το αποτέλεσμα. Ωστόσο, ένας από τους βασικούς εντολοδόχους της χιτλερικής ηγεσίας, ο Βάλτερ Φουνκ, ο οποίος πειθαρχικά είχε θέσει το σχέδιο σε εφαρμογή, με τη βοήθεια καθηγητών και άλλων οικονομολόγων, κυρίως όμως με την συνδρομή του Κλόντιους, ήταν εκείνος που πριν πεθάνει, το 1960, είδε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα να γίνεται πραγματικότητα. Και οπωσδήποτε σε μερικές περιπτώσεις θα διαπίστωσε ότι η γερμανική οικονομία ήταν πιο ωφελημένη με τα νέα μεταπολεμικά δεδομένα παρά στα χρόνια του πολέμου! Η γερμανική ηγεμονία είχε ένα προφίλ, λιγότερο προκλητικό και περισσότερο αποδοτικό»…

Επιστρέφοντας στο σήμερα, παρατηρούμε πως η κριτική απέναντι στην ΕΕ που θα εκφρασθεί στις ευρωεκλογές δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου της δυσφορίας που κλιμακώνεται σε όλη την γηραιά ήπειρο. Η αιτία είναι μία και μοναδική: η πολιτική λιτότητας και βίαιης φτωχοποίησης που επιβάλει η ΕΕ, αξιοποιώντας σε αυτή την κατεύθυνση όλους τους μηχανισμούς που διαθέτει. Από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ευρωκοινοβούλιο μέχρι την Τρόικα και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Υπ’ αυτό το πρίσμα το παράδοξο που χρήζει ερμηνείας δεν είναι η δυσφορία των ευρωπαίων πολιτών, την οποία κάνουν ότι δεν βλέπουν τα ΜΜΕ και τα κόμματα εξουσίας κι όταν καταδεχθούν να ασχοληθούν μαζί της αρνούνται να την κατανοήσουν ή την στιγματίζουν, αλλά η αναντιστοιχία – μέχρι στιγμής – του πολιτικού συστήματος και της κομματικής διάταξης με αυτές τις διαθέσεις. Με άλλα λόγια, το εκπληκτικό είναι ότι η πολιτική συμπεριφορά των ευρωπαίων πολιτών δεν έχει ακόμη βρει το κομματικό σύστημα που της ταιριάζει, με αυτό που υπάρχει σήμερα να αρμόζει σε προηγούμενες δεκαετίες, και να αποδεικνύεται απρόθυμο να ενσωματώσει τις ανησυχίες τους.

Ευρωβαρόμετρο – χαστούκι για την ΕΕ

Η πολιτική στάση των ευρωπαίων πολιτών καταγράφηκε πιστά στο Ευρωβαρόμετρο, την έρευνα που πραγματοποιείται σε όλη την ΕΕ δύο φορές τον χρόνο. Η πιο πρόσφατη, του φθινοπώρου του 2013 που διεξήχθη το Νοέμβριο, περιείχε ευρήματα που θα έπρεπε να ανησυχήσουν πολλούς από τους αργυρώνητους γραφειοκράτες της ΕΕ, καθώς δείχνουν ότι οι λαοί της Ευρώπης απορρίπτουν την πολιτική της λιτότητας, πίσω από την οποία έχουν στοιχηθεί όχι μόνο τα όργανα της ΕΕ, αλλά και τα μεγαλύτερα κόμματα της Δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας. Αρκούν ορισμένα στοιχεία. Στο ερώτημα για παράδειγμα «αν εμπιστεύεστε την ΕΕ» θετικά απαντάει μόνο το 31%, ενώ το 58% απαντάει πως δεν την εμπιστεύεται. Οι αρνητικές απαντήσεις ξεπερνούν σημαντικά τον μέσο όρο στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, που βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης. Έτσι, στην Ελλάδα απαντάει αρνητικά το 77%, στην Κύπρο το 75%, στην Ισπανία το 71%, στην Πορτογαλία το 68%, στην Ιταλία το 62%, κοκ. Ο λόγος της αποστροφής τους στην ΕΕ είναι προφανής: Αυτές οι χώρες βίωσαν το αποκρουστικό πρόσωπο των Βρυξελλών καθώς η πολιτική του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας και της οικονομικής κατοχής που επέβαλε το Τέταρτο Ράιχ εφαρμόστηκε με πολιορκητικό κριό την ΕΕ.

Στο ερώτημα αν η ΕΕ θα βγει πιο δίκαιη από την κρίση το 45% όσων ερωτήθηκαν και στις 28 χώρες απαντάει αρνητικά και μόνο το 37% απαντάει θετικά. Στην ευρω-περιφέρεια των Μνημονίων περιττό να ειπωθεί ότι οι αρνητικές απαντήσεις είναι στα ύψη. Στην Ελλάδα για παράδειγμα το 66% απορρίπτει την εκτίμηση ότι η ΕΕ θα βγει πιο δίκαιη από την κρίση, στην Ιταλία το 49%, στην Κύπρο το 57%, κοκ. Αυτή η απάντηση αποτελεί χαστούκι για την ΕΕ, δεδομένου πως σημαίνει ότι οι πολίτες θεωρούν ότι μεροληπτεί σε βάρος των μεγάλων συμφερόντων και με τις πολιτικές που επιβάλλει εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες. Πιο ξεκάθαρα δεν μπορεί να ειπωθεί… Στην ίδια έρευνα περιγράφονται και τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετεί η ΕΕ. Στο ερώτημα για το αν η ΕΕ κάνει τον χρηματοπιστωτικό τομέα να πληρώσει το μερίδιο που του αναλογεί συμφωνεί μόνο το 34% και διαφωνεί το 50%. Το μεγαλύτερο μερίδιο δηλαδή, ή ο 1 στους 2, πιστεύει πως η ΕΕ διευκολύνει τις τράπεζες. Πρόκειται για βαρά κατηγορία δεδομένου ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας την τελευταία πενταετία απέδειξε ότι λειτουργεί σε βάρος της κοινωνίας και πολύ δικαιολογημένα έχει συγκεντρώσει την μήνι των πολιτών όλου του πολιτικού φάσματος. Οι ευρωπαίοι πολίτες ταυτίζουν την ΕΕ με τις τράπεζες και την αδικία κι επίσης με την λιτότητα και την ανεργία! Στο ερώτημα κατά πόσο η ΕΕ είναι υπεύθυνη για την λιτότητα στην Ευρώπη συμφωνεί το 63% και διαφωνεί το 27%, ενώ στο ερώτημα για το αν η ΕΕ δημιουργεί τους όρους για περισσότερες θέσεις εργασίας συμφωνεί το 40% και διαφωνεί το 52%. Κατόπιν όλων αυτών δεν ξαφνιάζει πως η πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών (58%) δεν εμπιστεύεται την ΕΕ, έναντι ενός μικρού μόνο ποσοστού (31%) που δηλώνει πως την εμπιστεύεται. Επίσης, ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό, της τάξης του 82% δηλώνει πως δεν εμπιστεύεται τα πολιτικά κόμματα, με το ποσοστό αυτών που εμπιστεύεται τα πολιτικά κόμματα να κινείται στο 14% και, τέλος, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων (47%) να απαντάει πως τα πράγματα κινούνται στην λάθος κατεύθυνση. Μόνο το 26%, δηλαδή ο 1 στους 4 δηλώνει πως τα πράγματα εξελίσσονται σε μια θετική κατεύθυνση.

Όλα αυτά τα ευρήματα δηλώνουν ξεκάθαρα ότι στην ΕΕ είναι σε εξέλιξη μια βαθιά πολιτική κρίση με τους πολίτες να γυρίζουν την πλάτη τους σε κόμματα και θεσμούς, που πριν λίγα χρόνια εμφανίζονταν ως εγγυητές της δημοκρατίας και της ευημερίας. «Μας κάψατε το μέλλον, σας καίμε το παρόν» σαν να δηλώνουν εκατομμύρια Ευρωπαίων αποσύροντας οριστικά και δια παντός την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό τους από κόμματα και θεσμούς που υπηρετούν την διάλυση του κοινωνικού κράτους και την μείωση των μισθών. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αιτία της χαμηλής συμμετοχής στις ευρωεκλογές και του λεγόμενου ευρωσκεπτικισμού, όπως χαρακτηρίζεται η κριτική στην ΕΕ.

Η ίδια η ΕΕ, πρέπει να αναγνωρίσουμε, πως κάνει ότι περνάει κι από το χέρι της προκειμένου να τροφοδοτεί την οργή των Ευρωπαίων. Σε αυτή την κατεύθυνση δύο είναι οι πιο πρόσφατες εξελίξεις που αλλάζουν σημαντικά τον χαρακτήρα της ΕΕ και το κάνουν μάλιστα προς το χειρότερο. Η πρώτη σχετίζεται με τις διαπραγματεύσεις που έχουν ξεκινήσει από το 2014 με τις ΗΠΑ για την ανάπτυξη του διατλαντικού εμπορίου κι η δεύτερη εξέλιξη σχετίζεται με την εφαρμογή από 1ης Ιανουαρίου 2014 ενός πολύ αυστηρού δημοσιονομικού πλαισίου.

Το διατλαντικό εμπόριο μοχλός ανατροπών

Οι αλλαγές που θα προκαλέσουν οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, αντίθετα με ό,τι μπορεί να πιστεύει κανείς, δεν θα αφορούν τον έξω κόσμο αλλά το εσωτερικό της ΕΕ. Οι Βρυξέλλες, δέκα χρόνια μετά την υπογραφή της μεγαλύτερου κύματος διεύρυνσης που έχει υπάρξει με την είσοδο δέκα νέων μελών, επιχειρούν τώρα μια εξ ίσου σοβαρή τομή. Το ζητούμενο μάλιστα, αν πριν δέκα χρόνια αφορούσε την άλωση των αγορών των νέων κρατών μελών από τα γερμανικά πάντσερ και την συμπίεση των δυτικο-ευρωπαϊκών μισθών στα πρότυπα των ανατολικο-ευρωπαϊκών, από τη στιγμή που η σύγκριση έγινε άμεση, τώρα, είναι το σάρωμα των προστατευτικών ρυθμίσεων που υπάρχουν στην ευρωπαϊκή νομοθεσία προς όφελος των καταναλωτών και των εργαζομένων. Μέτρα που όλο και συχνότερα χαρακτηρίζονται ως απαρχαιωμένα ή αντι-αναπτυξιακά, με την ίδια ευκολία που στην Ελλάδα οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή τα μέτρα προστασίας της αρχαιολογικής κληρονομιάς χαρακτηρίζονται ως γραφειοκρατία, ώστε εύκολα να παρακάμπτονται στο πλαίσιο των fasttrack διαδικασιών.

Σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ευόδωση των συνομιλιών θα μπορούσε να αυξήσει τις εξαγωγές της ΕΕ προς τις ΗΠΑ κατά 28% και να προσθέσει στο ΑΕΠ 120 δισ. ευρώ ή το 0,5% του ετήσιου προϊόντος. Αντικείμενο των εντατικών διαπραγματεύσεων δεν αποτελούν μόνο οι δασμοί, που λόγω του ότι είναι καταγεγραμμένοι είναι και το πιο εύκολο μέρος της δουλειάς. Με βάση έρευνα της ΕΕ, τροχοπέδη στην περαιτέρω ανάπτυξη του διατλαντικού εμπορίου στέκονται περισσότερα από 600 μη δασμολογικοί εμπόδια που μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν: καθεστώτα προστασίας στο πλαίσιο δημοσίων προμηθειών (πχ για τις αμυντικές βιομηχανίες), κρατικές επιδοτήσεις που μπορεί να ξεκινούν από την ανανεώσιμη ενέργεια να επεκτείνονται σε αγρότες και να φτάνουν στα κονδύλια έρευνας και ανάπτυξης προστατευμένων κλάδων, ακόμη και στις επιδοτήσεις στην αεροναυπηγική βιομηχανία. Η αλήθεια είναι ότι όσο περισσότερο μελετάει κανείς το θέμα, εξετάζει δηλαδή το αντικείμενο των συνομιλιών, τόσο καταλαβαίνει ότι πίσω από τα μεγάλα λόγια και τις υποσχέσεις κρύβεται η προώθηση μιας σκληρής νεοφιλελεύθερης ατζέντας που στην προμετωπίδα της γράφει «λιγότερο κράτος, εμπορευματοποίηση των πάντων». Καθόλου τυχαία δεν είναι η ανησυχία που εκφράζεται στην Αγγλία μήπως η Συνεργασία για το Διατλαντικό Εμπόριο και τις Επενδύσεις, όπως είναι η επίσημη ονομασία της (TTIP) λειτουργήσει σαν πολιορκητικός κριός για την άλωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, που μέχρι τώρα έχει καταφέρει να αντέξει από τις επιβολές της Θάτσερ, του διαδόχου της Μέιτζορ, του Μπλερ και τώρα του Κάμερον. Διακρίνεται έτσι ο κίνδυνος της ιδιωτικοποίησης ακόμη και των υπηρεσιών υγείας, κοινωνικής φροντίδας και ασφάλειας με την υλοποίηση αυτής της ατζέντας. Στην πραγματικότητα δηλαδή η προώθηση του διατλαντικού εμπορίου να γίνει σε βάρος του εναπομείναντος κράτους πρόνοιας.

Επιπλέον τίθεται κι ένα ακόμη ερώτημα: ποιος θα γευτεί αυτά τα επιπλέον έσοδα και κέρδη που θα δημιουργηθούν όταν αυξηθεί ο κύκλος εργασιών των εξαγωγικών επιχειρήσεων; Γιατί, δεν μιλάμε για οποιεσδήποτε επιχειρήσεις, οπότε θα συμπεριλαμβάνονταν και μικρομεσαίες ή τον μέσο όρο. Μιλάμε για την αφρόκρεμα, που τυχαίνει τις περισσότερες φορές να είναι και πολυεθνικές στο πλαίσιο των οποίων ανθούν φαινόμενα θεσμοθετημένης φοροαποφυγής, μέσω πχ υπεράκτιων εταιρειών. Η εμπειρία επίσης που υπάρχει σε έναν άλλον τομέα, των πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων στο σύνολο της οικονομίας, εξαιρουμένων ακόμη και των δημοσίων εσόδων, είναι σοβαρή και εξόχως αρνητική. Ποιός ξεχνάει για παράδειγμα τον σημερινό υπουργό Οικονομικών από την θέση του επικεφαλής του ΙΟΒΕ να υπόσχεται προ τριετίας ούτε λίγο ούτε πολύ την εκτίναξη του ΑΕΠ όταν απελευθερωθεί το επάγγελμα του φορτηγατζή; Ισχυρισμοί που αποδείχθηκαν αστείοι κι επίσης παραπλανητικοί. Γιατί, τα οφέλη που δημιουργήθηκαν αξιοποιήθηκαν εξ ολοκλήρου από τις μεγάλες επιχειρήσεις που είδαν το κόστος οδικών μεταφορών να μειώνεται. Δεν είδαμε όμως ως καταναλωτές να μειώνεται ανάλογα και η τιμή πχ των προϊόντων διατροφής. Επομένως εκ του ασφαλούς μπορούμε να συνάγουμε ότι το μειωμένο κόστος μεταφορών έγινε αυξημένο κέρδος των μεγάλων επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν οδικές μεταφορές για την διακίνηση των προϊόντων τους. Γιατί, επομένως, και σε ό,τι αφορά το διατλαντικό εμπόριο τα οφέλη από την αύξησή του να μην τα καρπωθούν οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές κι από την άλλη οι ευρωπαίοι πολίτες τελικά να επωμιστούν μόνο το κόστος από την διάλυση των υπηρεσιών υγείας, που στο όνομα της ανάπτυξης του εμπορίου θα ιδιωτικοποιηθούν; Το ενδεχόμενο δεν είναι καθόλου θεωρητικό…

Συνένοχος το ευρω-κοινοβούλιο

Τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για τις ευρωπαϊκές κατακτήσεις (από το εργατικό δίκαιο που αφορά την προστασία από εργοδοτικές καταχρήσεις μέχρι την προστασία του καταναλωτή που αφορά εμπόδια στην εισαγωγή γενετικά τροποποιημένων τροφίμων) αν λάβουμε υπ’ όψη μας το καθεστώς αδιαφάνειας που θα δημιουργηθεί όσο θα προχωρούν οι συζητήσεις μεταξύ των επιτροπών εργασίας. Η διάσημη γραφειοκρατία των Βρυξελλών είναι πολύ πιθανό να επιχειρήσει να εκτονώσει τις αντιδράσεις που θα προκαλέσουν οι αποφάσεις στο πλαίσιο της διατλαντικής συμφωνίας παραπέμποντας κρίσιμες αλλαγές στους γραφειοκρατικούς λαβύρινθους. Έτσι να μην μαθαίνουμε ποτέ έγκαιρα τι αποφασίζεται και ποιοι νόμοι καταργούνται. Το επιχείρημα των ιθυνόντων της ΕΕ είναι πως όλες οι αποφάσεις θα τεθούν σε ψηφοφορία στο Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο σύμφωνα με πολλούς είναι το δημοκρατικό αντίβαρο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία δεν υπόκειται σε καμιά δημοκρατική λογοδοσία.

Η αλήθεια είναι πως όσο αδιαμφισβήτητη είναι η αυθαιρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, άλλο τόσο αμφισβητούμενος είναι ο υποτιθέμενος δημοκρατικός χαρακτήρας του Ευρωκοινοβουλίου. Πολλώ δε μάλλον η δυνατότητά του να αποτελέσει όργανο των λαών της Ευρώπης, αποκρούοντας τα σχέδια μετατροπής της ΕΕ σε γερμανική αποικία, όπως συμβαίνει με ολοένα και ταχύτερο ρυθμό. Μάρτυρας, μεταξύ άλλων, είναι η θετική ψήφος που έδωσε το Ευρωκοινοβούλιο στο πακέτο των έξι και των δύο μεταρρυθμίσεων (sixpack και twopack) χάρη στις οποίες μεταρρυθμίσεις εγκρίθηκε το δρακόντειο πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας, που ισχύει από φέτος. Εν ολίγοις περιλαμβάνει: Απαγόρευση της δημιουργίας ελλειμμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό όχι απλά δια νόμου (ο οποίος μάλιστα έχει και συνταγματική ισχύ) αλλά και δια της απειλής προστίμου, το οποίο θα επιβάλλεται αυτόματα. Αντίθετα δε με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν όταν απαιτούταν αυξημένη πλειοψηφία στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής για να επιβληθεί τέτοια ποινή, πλέον, θα απαιτείται αυξημένη για να αναιρεθεί μια τέτοια απόφαση, δηλαδή η ποινή, που είναι απαραίτητο να τονισθεί ότι ισοδυναμεί με την κατάργηση και των τελευταίων βαθμών αυτονομίας από την μεριά των κρατών και των εθνικών κοινοβουλίων. Σε αυτό το πλαίσιο η ψήφος των πολιτών ακυρώνεται! Καμία σημασία δεν θα έχει αν στις προσεχείς εκλογές στην Ελλάδα ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα το εκλογικό σώμα δώσει την εξουσία, με καθόλα δημοκρατικές διαδικασίες, σε κόμματα ή συνασπισμούς που προκρίνουν την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική! Αυτή η εξέλιξη, που επισημάνθηκε με την δέουσα σοβαρότητα και από το γραφείο προϋπολογισμού της Βουλής στην ενδιάμεση έκθεση του Ιανουαρίου, είναι η δεύτερη σε σημασία εξέλιξη που οδηγεί τους λαούς της Ευρώπης σε μια εχθρική στάση απέναντι στην ΕΕ και τους θεσμούς της, ανεξάρτητα από το αν είναι εκλεγμένοι ή όχι. Το αποτέλεσμα μετράει. Κι εδώ το αποτέλεσμα είναι πως το Ευρωκοινοβούλιο, όπως η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνιστούν βαθιά αντιδημοκρατικά μορφώματα, με κύριο έργο την θωράκιση της λιτότητας και της φτώχειας.

Νέο, τρίτο δάνειο στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα όμως υπάρχει κι ένα επιπλέον γεγονός που επιβαρύνει την ΕΕ στη συνείδηση της κοινωνίας. Μαζί με όσα πρόκειται να γίνουν με αφορμή το διατλαντικό εμπόριο και την δημοσιονομική πειθαρχία, προστίθεται κι η προοπτική του νέου, τρίτου δανείου, ύψους γύρω στα 20 δισ. ευρώ, που σχεδιάζει η Γερμανία να δοθεί στην Ελλάδα τον Μάιο, πριν δηλαδή τις ευρωεκλογές, με βάση όσα γράφονταν στα μέσα Φερβουαρίου. Το σκεπτικό του Τέταρτου Ράιχ είναι απλό: Ξέροντας ότι οι ευρωεκλογές θα επιταχύνουν τις πολιτικές εξελίξεις συντομεύοντας την ζωή της κυβέρνησης, αυτό που επιδιώκουν είναι να δεσμεύσουν τον ελληνικό λαό και την επόμενη κυβέρνηση με μια συμφωνία εξόχως καταστρεπτική καθώς: Πρώτο, θα συνοδεύεται από νέο Μνημόνιο, που σημαίνει νέα μέτρα λιτότητας. Δεύτερο, θα αυξάνει το δημόσιο χρέος καθώς όσο κι αν μειωθούν τα επιτόκια στα δάνεια που έχουν ήδη δοθεί (κατά 0,5% με βάση τις τελευταίες πληροφορίες) κι όσο κι αν επιμηκυνθεί η αποπληρωμή (μεταξύ 30 και 50 ετών) το ύψος του δημόσιου χρέους δεν θα μειωθεί. Τα βάρη στον ελληνικό λαό θα αυξηθούν! Τέλος, θα συρρικνωθούν σε βαθμό εξαφάνισης και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας από την στιγμή που η κρίση χρέους την μετατρέπει σε αποικία χρέους, με την Τασκ Φορς στο εξής (από την στιγμή που η Τρόικα θα πάψει να υφίσταται λόγω τη μη συμμετοχής του ΔΝΤ στο νέο δάνειο) να μετατρέπεται σε κατοχική διοίκηση!

Επομένως αυτοί που απεργάζονται τέτοια σενάρια ας μην απορούν όταν οι ψηφοφόροι γυρίσουν τις πλάτες τους στις κάλπες των ευρωεκλογών ή ολοένα και περισσότεροι ψηφίσουν κόμματα κριτικά ή και απορριπτικά απέναντι στην ΕΕ.

Ευρωεκλογές δεξιάς κυριαρχίας και κρίσης (Μετροπόλιταν, 14/6/2009)

Σταθεροποίηση των δεξιών κυβερνήσεων, ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς και ήττα των σοσιαλιστικών κομμάτων και της κεντροαριστεράς σε ένα περιβάλλον αδιαφορίας των ευρωπαίων πολιτών για τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν το μήνυμα των ευρωεκλογών της προηγούμενης Κυριακής.

Ιδανικότερες συνθήκες για τα σοσιαλιστικά κόμματα και την πάσης φύσης Αριστερά στην Ευρώπη δεν μπορούσαν να υπάρχουν για τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών: παταγώδης και ομολογημένη αποτυχία των νεοφιλελεύθερων δοξασιών και αναγνώριση της σημασίας που έχει το κράτος και ο δημόσιος τομέας στην ανεμπόδιστη λειτουργία της οικονομίας συνθέτουν ένα πλαίσιο πολιτικών αποφάσεων που εκθέτουν στη δημόσια χλεύη όσους επικαλούνται το αόρατο χέρι των αγορών, νομιμοποιούν την κριτική από τα αριστερά και δίνουν το απαραίτητο επίχρισμα ρεαλισμού στα αιτήματα για κοινωνική προστασία, άνοδο των λαϊκών εισοδημάτων και μείωση των ταξικών αντιθέσεων. Σ’ αυτό ακριβώς όμως το περιβάλλον, όπως θεμελιωδώς διαμορφώθηκε από την βαθύτερη κρίση που έχει γνωρίσει η παγκόσμια οικονομία από τη δεκαετία του ’30, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών σήμανε μια βαθιά στροφή του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά. Επίσης, την απονομιμοποίηση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως αποτέλεσμα του νέου ρεκόρ αποχής.

Ας δούμε όμως πως διαμορφώθηκαν τα αποτελέσματα. Την πρώτη εντύπωση δημιουργεί αναμφισβήτητα η ήττα που κατέγραψαν τα σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα στις χώρες που βρίσκονται στην κυβέρνηση. Πρώτ’ απ’ όλα στην Αγγλία όπου το Εργατικό Κόμμα εκλέχτηκε στην τρίτη θέση, παίρνοντας 16% που είναι το χαμηλότερο ποσοστό στην μεταπολεμική ιστορία του. Οι κάλπες άνοιξαν στην Αγγλία με τον πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν, που συμπλήρωσε δύο χρόνια στη Ντάουνιγκ Στριτ, να έχει μόλις ολοκληρώσει έναν μίνι ανασχηματισμό μετά την αποχώρηση 6 υπουργών του που επέλεξαν την παραίτησή ως μέσο πίεσης για να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί. Έκλεισαν δε με ένα αποτέλεσμα που φέρνει πιο κοντά τις πρόωρες βουλευτικές κάλπες. Εξ’ ίσου αρνητικό ήταν το αποτέλεσμα και για το κυβερνών ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα που βρέθηκε στη δεύτερη θέση κερδίζοντας το 39% των ψήφων έναντι 42% που κέρδισε το δεξιό Λαϊκό Κόμμα του οποίου ηγείται ο Μαριάνο Ραχόι. Ήττα και μάλιστα ταπεινωτική κατέγραψαν οι κάλπες για τους σοσιαλδημοκράτες και στην Πορτογαλία όπου το κόμμα του πρωθυπουργού Ζοζέ Σόκρατες έχασε 18% της δύναμης του κερδίζοντας το 27% των ψήφων. Το δεξιό – παρά την ονομασία του – Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κέρδισε το 32% των ψήφων εξασφαλίζοντας έτσι περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει την εκλογική μάχη του Σεπτεμβρίου.

Παρά ωστόσο την ήττα των κεντροαριστερών κυβερνήσεων στην Αγγλία, τη Γαλλία, και την Πορτογαλία το μήνυμα των εκλογών της 7ης Ιουνίου δεν ήταν «μαύρισμα» των κυβερνητικών κομμάτων. Σαφής απάντηση δηλαδή στο ερώτημα αν οι εκλογείς αποδοκίμασαν τα κυβερνητικά κόμματα ψηφίζοντας μαζικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν υπάρχει. Αυτό φαίνεται στις χώρες εκείνες που βρίσκεται στην κυβέρνηση η Δεξιά, όπου ναι μεν μειώθηκαν τα ποσοστά τους όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να περάσουν στη δεύτερη θέση. Στη Γαλλία για παράδειγμα το κεντροδεξιό κόμμα του προέδρου Νικολά Σαρκοζύ, UMP, κέρδισε το 28% των ψήφων, ένα ποσοστό χαμηλότερο από το 31% που είχε πάρει στον πρώτο γύρο των προεδρικών του 2007, σχεδόν διπλάσιο όμως από το 16% που είχε κερδίσει στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Ο Νικολά Σαρκοζύ επομένως, που είχε δώσει δημοψηφισματικό χαρακτήρα στην μάχη των ευρωεκλογών και γίνεται ο πρώτος πρόεδρος το κόμμα του οποίου κερδίζει ευρωεκλογές από το 1979, βγαίνει ενισχυμένος από την δοκιμασία της προηγούμενης Κυριακής. Πολύ περισσότερο αν δούμε την ήττα του κεντροδεξιού αντιπάλου του, Φρανσουά Μπαϊρού, που κέρδισε 8,5% των ψήφων, και πολύ περισσότερο την συντριβή των σοσιαλιστών που κέρδισαν 16% (από 29% που είχαν πάρει στις προηγούμενες ευρωεκλογές) καταφέρνοντας μόλις και μετά βία να παραμείνουν στη δεύτερη θέση, η οποία διεκδικήθηκε και χάθηκε για κάποια εκατοστά της μονάδας από το νέο κόμμα Ευρώπη – Οικολογία που συγκρότησε ο απόμαχος του Μάη του ’68 Ντανιέλ Κον Μπετίτ με τον πολέμιο της παγκοσμιοποίησης, Ζοζέ Μποβέ.

Εξ ίσου δραματικές ήταν και οι επιδόσεις των γερμανών σοσιαλδημοκρατών οι οποίοι κερδίζοντας το 21% πήραν το χαμηλότερο ποσοστό τους σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Τα δύο κόμματα της γερμανικής Δεξιάς (CSU – CSU) είδαν τον ποσοστό τους να μειώνεται από 44% που είχαν πάρει στις εκλογές του 2004 σε 38%. Ωστόσο οι προοπτικές τους για τον Σεπτέμβρη οπότε θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές διαγράφονται ελπιδοφόρες επειδή το νεοφιλελεύθερο κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών, που συχνά χαρακτηρίζεται κι ως φιλο-επιχειρηματικό λόμπι, κατάφερε να διπλασιάσει τις δυνάμεις του, φθάνοντας στο 12%. Είναι πολύ πιθανό επομένως η γερμανική Δεξιά να πετάξει στο περιθώριο τους σοσιαλδημοκράτες με τους οποίους συγκυβερνά την τελευταία πενταετία και να σχηματίσει μια «καθαρόαιμη» δεξιά κυβέρνηση με το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών.

Ανάλογη τάση εδραίωσης παρατηρήθηκε και στην Ιταλία, όπου το κόμμα του μεγιστάνα πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι (παρότι ο ίδιος κολυμπάει στα κάθε είδους σκάνδαλα – ερωτικά, οικονομικά) αναδείχθηκε πρώτο κερδίζοντας το 35% των ψήφων. Η δε κεντροαριστερή αντιπολίτευση του Δημοκρατικού Κόμματος κέρδισε το 28% και μια νέα αφορμή εσωτερικών αντιπαραθέσεων. Πιο ισχυρή από την μάχη των ευρωεκλογών βγήκε κι η δεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ ο οποίος κερδίζοντας το 45% των ψήφων το χαρακτήρισε ως νέα ψήφο εμπιστοσύνης.

Το περίγραμμα του νέου πολιτικού χάρτη του Ευρωκοινοβουλίου συμπληρώνεται από την άνοδο των ακροδεξιών, αντιμεταναστευτικών και ξενοφοβικών κομμάτων. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται: Η ιταλική Λίγκα του Βορρά που συμμετέχει στην κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι κι είδε το ποσοστό της να αυξάνει στο 11% από 8,3% που είχε στις περυσινές βουλευτικές εκλογές. Το ακροδεξιό Βρετανικό Εθνικό Κόμμα που για πρώτη φορά κέρδισε στις Βρυξέλλες δύο έδρες και μαζί με το Κόμμα Ανεξαρτησίας (UKIP) το οποίο ήρθε δεύτερο κερδίζοντας το 17% των ψήφων συγκροτούν μια ισχυρή ομάδα πίεσης ενάντια στην ΕΕ. Σε ένα ακροδεξιό κι ένα «ευρωσκεπτικιστικό» κόμμα πήγαν 5 επίσης από τις 17 έδρες της Αυστρίας. Στη Ρουμανία ποσοστό 9% κέρδισε το υπερεθνικιστικό Κόμμα Μεγαλύτερης Ρουμανίας που επιτίθεται συνεχώς στην ουγγρική μειονότητα της Τρανσιλβανίας. Στη γειτονική Ουγγαρία το ακροδεξιό κόμμα Jobbik («Για μια καλύτερη Ουγγαρία») που κατηγορεί συνεχώς τους Ρόμα κέρδισε το 15% των ψήφων περνώντας στη δεύτερη θέση! Στη δεύτερη θέση βρέθηκε και το ολλανδικό ακροδεξιό Κόμμα για τις Ελευθερίες συγκεντρώνοντας το 17% των ψήφων. Στη Δανία το Δανικό Λαϊκό Κόμμα κέρδισε το 15% και στην Φινλανδία το κόμμα «Γνήσιοι Φιλανδοί» το 10%. 

Η μουντή εικόνα ολοκληρώνεται από την μεγάλη αποχή, καθώς τον «κόπο» να πάει μέχρι τις κάλπες έκανε μόνο το 43% των ψηφοφόρων, παρά την εκτεταμένη διαφημιστική εκστρατεία. Το γεγονός μάλιστα ότι από το 1979, οπότε ξεκίνησαν οι ευρωβουλευτές να εκλέγονται απ’ ευθείας, η συμμετοχή μειώνεται σταθερά βεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ή συγκυριακό γεγονός. Οι αιτίες του μειωμένου ενδιαφέροντος των ευρωπαίων ψηφοφόρων δεν μπορούν να αναζητούνται στο διηνεκές στην ελλιπή πληροφόρηση ή την άγνοια του γεγονότος ότι 3 στις 4 νόμους του εθνικού κοινοβουλίου αποτελούν ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο αποφάσεων της ΕΕ – επιχείρημα που κατά κόρον ακούστηκε αυτές τις μέρες. Η βαθύτερη αιτία – κατά τη γνώμη μας – πρέπει να αναζητηθεί στο δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ, το οποίο πρόσφατα είχε επισημάνει κι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κ. Παπούλιας. Η αιτία επομένως έγκειται στο ότι οι ευρωπαίοι πολίτες ξέρουν ότι δεν μπορούν να παρέμβουν σε εκείνα τα κέντρα αποφάσεων όπου πράγματι κρίνονται οι τύχες όλων μας. Η ταύτιση άλλωστε των Βρυξελλών με ότι πιο κακόφημο κυκλοφορεί στο χώρο της πολιτικής – φορομπηχτικά μέτρα, περιορισμός ασφαλιστικών δικαιωμάτων, οδηγία Μπολκεστάιν, παραχώρηση στο Ισραήλ ειδικής σχέσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενάντια μάλιστα στην απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου – δεν μπορεί να μην έχει κι ένα αντίτιμο. Το ίδιο ισχύει και για την σοσιαλδημοκρατία που καλείται να καταβάλλει το κόστος των συντηρητικών πολιτικών επιλογών της, όπως φάνηκαν περίτρανα από την πρόταση για υπερψήφιση του Μανουέλ Μπαρόζο στην προεδρία της Επιτροπής. Όταν Μπράουν, Θαπατέρο και Σόκρατες στηρίζουν τον δηλωμένο φιλοαμερικανό και υπέρμαχο της λιτότητας Μπαρόζο, όταν στις χώρες τους η ανεργία φθάνει το 18% και τα πολιτικά – οικονομικά σκάνδαλα μονοπωλούν το ενδιαφέρον δικαιούνται να παραπονούνται ότι δεν καταλαβαίνει ο κόσμος τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς;

Συμμετοχή στις ευρωεκλογές: 1979:   62%, 1984 : 59%, 1989 : 58%, 1994:   57%, 1999:   50%, 2004:  45%, 2009:  43%

Ευρωεκλογές εν μέσω κρίσης (Διπλωματία, 5ος/2009)

ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΧΗΣ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΣΤΙΣ 7 ΙΟΥΝΗ

ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΕ Η ΕΕ

Με την αποχή, που αναμένεται να φθάσει σε ύψη ρεκόρ στις προσεχείς ευρωεκλογές, θα εκφράσουν οι πολίτες των 27 χωρών μελών της ΕΕ τη δυσφορία τους για τον τρόπο που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση την οικονομική κρίση. Απόλυτα σεβαστή θα γίνει κι αυτή τη φορά η παράδοση που θέλει κάθε εκλογική αναμέτρηση για το ευρωκοινοβούλιο να καταρρίπτει το ρεκόρ αποχής των προηγούμενων ευρωεκλογών. Αρκεί μια ματιά να ρίξει κανείς στα ποσοστά συμμετοχής για να πεισθεί ότι πρόκειται για μια τάση που επαναλαμβάνεται σταθερά. Έτσι, το 1979 το ποσοστό συμμετοχής ήταν 62%, το 1984 59%, το 1989 58%, το 1994 57%, το 1999 50% και το 2004 μόλις 45%. Ίδια ακριβώς είναι η τάση που καταγράφεται και στην Ελλάδα, παρότι τα ποσοστά συμμετοχής είναι σημαντικά υψηλότερα λόγω του υποχρεωτικού χαρακτήρα της συμμετοχής στις ευρωεκλογές – κάτι που δεν ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές – και της πολιτικής φόρτισης που τις συνοδεύει. Το 1984 η συμμετοχή έφθασε το 81%, το 1989 στο 80%, το 1994 στο 73%, το 1999 στο 70% και το 2004 η συμμετοχή των Ελλήνων πολιτών στις ευρωεκλογές έφθασε το 63%. Στις επικείμενες ευρωεκλογές που σε κάθε μία από τις 27 χώρες της ΕΕ θα διεξαχθούν από τις 4 έως τις 7 Ιουνίου η αποχή αναμένεται να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Πρόσφατη έρευνα του ευρωβαρόμετρου έδειξε ότι μόνο το 34% από τα 375 εκ. ψηφοφόρων πρόκειται να προσέλθουν στις κάλπες – αριθμός που όσο κι αν αυξηθεί ως αποτέλεσμα της διαφημιστικής εκστρατείας και της ανόδου του ενδιαφέροντος όσο πληθαίνουν οι αναφορές και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, δεν πρόκειται να οδηγήσει σε αναστροφή της τάσης αύξησης της αποχής. Η επιλογή των Ευρωπαίων να αδιαφορήσουν για τις ευρωεκλογές και τη σύνθεση του ευρωκοινοβουλίου δε προδίδει άγνοια του καθοριστικού ρόλου που διαδραματίζουν οι αποφάσεις που λαμβάνονται στα όργανα της ΕΕ και του γεγονότος ότι οι 3 στους 4 νόμους συνιστούν προσαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο εθνικό. Το γεγονός αντίθετα ότι οι Ευρωπαίοι γυρίζουν την πλάτη τους στους θεσμούς της ΕΕ (γεγονός αναμφισβήτητα αρνητικό καθώς εκλείπει η λαϊκή πίεση στους ευρωβουλευτές και η επακόλουθη λογοδοσία) με την ίδια ταχύτητα που αυξάνει η σημασία της στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα σε δύο ερμηνείες οδηγεί. Η πρώτη είναι μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση του υποβαθμισμένου ρόλου που έχει το Ευρωκοινοβούλιο στο όλο σύστημα αποφάσεων της ΕΕ. Πρόκειται για το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα το οποίο έθιξε και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας από τη Φινλανδία που επισκέφθηκε στις αρχές Μαΐου και κορυφώθηκε με τη δημιουργία του ευρώ και την εκχώρηση της νομισματικής πολιτικής στους τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η θωράκισή τους από την επιρροή εκλεγμένων κυβερνήσεων και ηγετών, στο όνομα της «ανεξαρτησίας», οδήγησε πολλές φορές ακόμη και συντηρητικούς πολιτικούς αρχηγούς, όπως ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζύ, να ζητήσουν την αναθεώρηση των προνομίων τους και τον δημοκρατικό έλεγχο στην ΕΚΤ. Πλευρά του δημοκρατικού ελλείμματος είναι και η απροθυμία των ευρωπαίων ηγετών και πολύ περισσότερων των κυβερνήσεων να θέσουν σε δημοψήφισμα το Ευρωσύνταγμα αρχικά και την Συνθήκη της Λισσαβόνας που το αντικατέστησε στη συνέχεια. Ο φόβος απόρριψης τους από τους πολίτες που θα ανάγκαζε την ΕΕ να αναθεωρήσει τα κείμενα, όπως συνέβη στη Γαλλία και την Ιρλανδία με το Ευρωσύνταγμα, οδήγησε τις κυβερνήσεις να τα εγκρίνουν εν κρυπτώ από τα εθνικά κοινοβούλια χωρίς να γίνουν θέμα δημόσιας συζήτησης και αντιπαράθεσης. Η δεύτερη αιτία που ερμηνεύει την χαμηλή συμμετοχή στις εωρωεκλογές αφορά την μη ικανοποίηση ή ακόμη και την απογοήτευση των ευρωπαίων πολιτών για την στάση της ΕΕ σε μια σειρά από κρίσιμα θέματα. Κι όσο για την περίοδο δε που συζητάμε – τι άλλο; – από τον τρόπο που χειρίστηκε την πρωτοφανή για τα μεταπολεμικά δεδομένα οικονομική κρίση. Αξίζει αρχικά να δούμε το περίγραμμα του οικονομικού περιβάλλοντος εντός του οποίου πραγματοποιούνται οι ευρωεκλογές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ, που δημοσιεύτηκαν στις 12 Μαΐου, το ΑΕΠ των 16 χωρών της ευρωζώνης το 2009 θα συρρικνωθεί κατά 4,2% και το 2010 κατά 0,4%. Το ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών αντίθετα γι αυτή τη χρονιά θα μειωθεί κατά 2,8% ενώ για τον επόμενο χρόνο προβλέπεται στασιμότητα. Φαίνεται έτσι ότι η κρίση πλήττει πολύ πιο βαριά τη γηραιά ήπειρο απ’ ότι τις ΗΠΑ. Οπότε διαψεύδονται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο οι επανειλημμένες διαβεβαιώσεις των ηγετών της ΕΕ ότι πρώτον, το επίκεντρο της αναστάτωσης συνεχίζεται να βρίσκεται στις ΗΠΑ κι εκεί είναι που πρέπει να ληφθούν μέτρα και δεύτερο ότι τα μέτρα που έχουν λάβει οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι επαρκή. Αυτό που δείχνουν οι προβλέψεις του ΔΝΤ αντίθετα είναι ότι η κρίση (που με τα δικά του λόγια προβλέπεται «βαθιά και διαρκείας» αμφισβητώντας έτσι αισιόδοξες προβλέψεις για τον γρήγορο τερματισμό της) έχει κάνει εδώ και καιρό μετάσταση στην Ευρώπη κι ότι τα μέτρα που λαμβάνονται είναι ανεπαρκή. Ως αποτέλεσμα αναμένεται έκρηξη της ανεργίας. Η ίδια η Επιτροπή εκτιμά ότι στα 20 εκ. άνεργους αναμένεται να προστεθούν 8,5 εκ. ακόμη! Απέναντι λοιπόν σ’ αυτή την εκρηκτική κατάσταση αξίζει να δούμε τη στάση που κράτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αρχικά, υπήρξε η απροθυμία των κυβερνήσεων της ΕΕ να εγκρίνουν χρηματοδοτικά πακέτα στήριξης της οικονομίας που δεν παύουν να αποτελούν τη μοναδική ενδεδειγμένη λύση άμεσα κι όχι μακροχρόνια «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί», για να θυμηθούμε τη ρήση του Κέυνς που είχε διατυπωθεί μάλιστα σε μια ακριβώς όμοια οικονομική συγκυρία όταν και τότε οι αναγκαίες παρεμβάσεις του κράτους θεωρούνταν περιττές λόγω της πίστης στην ικανότητα της αγοράς να ισορροπεί – μακροχρόνια πάντα. Οι χρηματοδοτικές ενισχύσεις αποτελούν μονόδρομο ανεξάρτητα μάλιστα από το γεγονός ότι η χορήγησή τους συνοδεύεται από μια σειρά αβεβαιότητες: πώς, πότε και με τι κόστος π.χ. θα αποπληρωθεί το αστρονομικό ποσό των 2 τρισ. δολ. (διπλάσιο από πέρυσι) που σκοπεύει να δανειστεί το αμερικανικό δημόσιο φέτος. Έτσι μέχρι στιγμής ενώ οι χρηματοδοτήσεις που έχουν εγκριθεί στις ΗΠΑ ισοδυναμούν με το 4,8% του ΑΕΠ τους και στην Κίνα με το 4,4%, στην Ευρώπη οι χρηματοδοτήσεις ισοδυναμούν με το 3,4% του ΑΕΠ της Γερμανίας και μόλις το 1,3% της Γαλλίας. Ακόμη χεορότερα ενώ σε όλο τον κόσμο η καταφυγή στα δημοσιονομικά ελλείμματα αναγνωρίζεται ως η μοναδική έξοδος κινδύνου, στην ΕΕ δοξάζεται η βασιλική οδός της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Ο δογματισμός της ΕΕ μάλιστα γίνεται παροιμιώδης αν δούμε ότι συνεχίζει να μένει προσκολλημένη σε μια αρχή ακόμη κι όταν παραβιάζεται – για λόγους ανάγκης προφανώς – από τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών μελών της. Για την ακρίβεια 13 από τις 16 χώρες που χρησιμοποιούν το ευρώ αναμένεται το 2010 να έχουν ελλείμματα άνω του 3%. Οι ισχυρότερες δε οικονομίες της ευρωζώνης όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία θα έχουν έλλειμμα της τάξης του 6%, 7,1%, 6,1% και 11,2%! Κι αντί η ΕΕ να προσαρμόσει την οικονομική της πολιτική στα νέα αυτά δεδομένα, με κριτήριο τη διαφύλαξη των θέσεων απασχόλησης και της κοινωνικής σταθερότητας που διασφαλίζει το κράτος πρόνοιας και το σταθερό εργασιακό περιβάλλον καλεί σε λιτότητα και δια στόματος του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, σε μείωση των ωρών εργασίας και των μισθών. Οι πρώτοι που βίωσαν τις αρνητικές συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν οι μετανάστες (αμορτισέρ που τις τελευταίες δεκαετίες περιλαμβάνεται στο μόνιμο εξοπλισμό κάθε ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας) που λειτούργησαν με διπλό τρόπο. Από τη μια οι σχετικά πιο καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας των ίδιων των ευρωπαίων δεν επηρεάστηκαν τόσο γρήγορα από την κρίση, από την άλλη η απόγνωση και η βία, που είναι το αναγκαίο συνοδευτικό της ανεργίας και της φτώχειας, εξαπλώθηκε σε κοινωνικά στρώματα και γεωγραφικές περιοχές που δεν είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού στην πλειοψηφία. Το ερώτημα ωστόσο είναι μέχρι πότε, αν σκεφτούμε ότι στη Γερμανία οι μετανάστες ανέρχονται σε 3,5 εκ., στην Ισπανία και την Αγγλία από 1,8 εκ., στην Ιταλία 1,5 εκ. και στη Γαλλία ζουν 1,4 εκ. μετανάστες. Ωστόσο οι μαζικές κινητοποιήσεις στο Παρίσι, τη Ρίγα, το Βίλνιους, τη Βουδαπέστη, το Ρέυκιαβικ και πιο πρόσφατα τα βίαια επεισόδια που έγιναν από εργάτες της βιομηχανίας χάλυβα στο Λουξεμβούργο στις 12 Μαΐου, έδειξαν ότι οι συνέπειες της κρίσης δεν είναι αισθητές πλέον μόνο στο περιθώριο της κοινωνίας ή τα πιο ευάλωτα τμήματα της εργασίας. Απογοήτευση επίσης και το μεγαλύτερο δυνατό διασυρμό της «ενιαίας» κατά τ’ άλλα Ευρώπης προκάλεσε η απάντηση της ΕΕ στα μέλη της που εκτέθηκαν περισσότερο στην κρίση. Μια σειρά κατ’ αρχήν από χώρες παραπέμφθηκαν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Ουγγαρία, Λετονία και Λετονία) για να λύσουν τα χρηματοδοτικά τους προβλήματα. Από τη στιγμή που τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο κι άλλα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα σ’ όλο τον κόσμο δε δίστασαν να προβούν σε αντισυμβατικές δραστηριότητες (η FED για παράδειγμα έφθασε να δανείσει απ’ ευθείας επιχειρήσεις ασκώντας λειτουργίες εμπορικής τράπεζας) γιατί θα έπρεπε χώρες που ήδη δοκιμάζονται από την κρίση να υποστούν τους επαχθείς όρους υπό τους οποίους δανείζει το ΔΝΤ και να μην τύχουν της δανειοδότησης της ΕΚΤ με το προνομιακό της επιτόκιο; Γιατί, με άλλα λόγια, το επιτόκιο του 1% (από 4,25% που ήταν τον Οκτώβρη του 2008), όπως διαμορφώθηκε στις 7 Μαΐου, να το απολαμβάνουν μόνο οι εμπορικές τράπεζες και τις πιο πολλές φορές μάλιστα προς δική τους και μόνο ωφέλεια, και όχι τα κράτη – μέλη; Πολύ περισσότερο εκείνα που έχουν εκχωρήσει στη Φρανκφούρτη το προνόμιο άσκησης νομισματικής πολιτικής… Αναντίστοιχη των προσδοκιών ήταν η ανταπόκριση της ΕΕ και στα διορθωτικά μέτρα ρύθμισης των αγορών που συμφωνήθηκαν μετά τη συνεδρίαση του G20 στις 2 Απρίλη. Τα μέτρα που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με στόχο να επιβάλλει διαφάνεια στην αγορά των αντισταθμιστικών κεφαλαίων (hedge funds) που σε παγκόσμιο επίπεδο το μέγεθός της ανέρχεται σε 1,4 τρισ. δολ. κρίθηκαν όχι απλώς λίγα αλλά και επικίνδυνα. Η γαλλίδα υπουργός Οικονομίας, Κριστίν Λαγκάρ, από την εφημερίδα Figaro επεσήμανε τον κίνδυνο, χάρη αυτών ακριβώς των ρυθμίσεων, η Ευρώπη να αλωθεί από κερδοσκοπικά κεφάλαια με έδρα τα νησιά Κεϊμάν που θα λειτουργήσουν σαν Δούρειοι Ίπποι. Για την ίδια πρόταση ο Πολ Ρασμούσεν, δανός ευρωβουλευτής και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (που στις 9 Μαΐου παραβρέθηκε Στο Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ) δήλωσε πως «έχει περισσότερες τρύπες από ελβετικό τυρί». Το γεγονός ότι η ΕΕ δεν μπόρεσε να πρωταγωνιστήσει στον αγώνα δρόμου που γίνεται για να αναδιοργανωθεί η αρχιτεκτονική του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος έχει ξεχωριστή σημασία καθώς η ΕΕ – και δη ο γαλλογερμανικός άξονας – προβάλλει ως ο φανατικότερος πολέμιος του σημερινού καθεστώτος απορύθμισης. Στο παραπάνω πλαίσιο οι κάλπες της 7ης Ιουνίου δεν θα βγάλουν θεαματικά αποτελέσματα που να ανατρέπουν την σημερινή εικόνα βάση της οποίας από τους 785 βουλευτές 288 ανήκουν στην ομάδα του Λαϊκού Κόμματος, 217 στη Σοσιαλιστική, 100 στη Συμμαχία Φιλελεύθερων Δημοκρατών, 44 στην Ένωση για την Ευρώπη των Εθνών, 43 στους Πράσινους, 41 στην Ομάδα της Αριστεράς, κλπ. Οι σοσιαλιστές θα συνεχίσουν να είναι στη δεύτερη θέση αδυνατώντας να εκμεταλλευθούν τη δυσφορία που γεννά η οικονομική κρίση. Δεν αποκλείεται μάλιστα το ΠΑΣΟΚ να καταγράψει την μεγαλύτερη άνοδο σε σχέση με άλλα συγγενή του κόμματα λόγω της υποχώρησης της ΝΔ και του χαμηλού σημείου από το οποίο ξεκινάει κάθε σύγκριση μια και το 2004 είχε πάρει μόλις 34%. Ξεχωριστή σημασία ως τάση – κι όχι αριθμητικά – ίσως να έχει η καταγραφή στα εκλογικά αποτελέσματα των φυγόκεντρων τάσεων που ήδη παρατηρούνται σε όλη την έκταση της ΕΕ. Όπως για παράδειγμα η πιθανολογούμενη εκλογή ενός ευρωβουλευτή από το ακροδεξιό αντι-μεταναστευτικό Βρετανικό Εθνικό Κόμμα κι άλλων δύο από αντι-ισλαμικά αντι-μεταναστευτικά κόμματα της Δανίας. Έσπειραν ανέμους και θερίζουν θύελλες…

Παράγοντας όξυνσης των αντιθέσεων η ΕΕ (Πριν, 9/5/2009)

 Σε κλίμα αδιαφορίας και απαξίωσης βαδίζει η ΕΕ προς τις ευρωεκλογές (που σε καθένα από τα 27 κράτη μέλη θα διεξαχθούν από τις 4 έως τις 7 Ιούνη) όπως έδειξε έρευνα του ευρωβαρόμετρου που δημοσιεύτηκε στα μέσα Απριλίου. Βάση των ευρημάτων της μόνο ο 1 στους 3 ψηφοφόρους της ΕΕ αναμένεται να προσέλθει στις κάλπες, με αποτέλεσμα με ασφάλεια να προδικάζεται ένα νέο ρεκόρ αποχής. Ιδιαίτερη σημασία ωστόσο έχει ότι η αποχή δεν είναι αποτέλεσμα της γενικότερης τάσης υποτίμησης της πολιτικής, αλλά είναι το τίμημα που πληρώνει η ΕΕ για την ανταπόκρισή της στην κρίση. Το γεγονός, με άλλα λόγια, πως η μεγαλύτερη αποχή παρατηρείται σε εκείνες ακριβώς τις χώρες που επλήγησαν με τον πιο άγριο τρόπο από την κρίση δείχνει ότι η αποχή είναι η ενστικτώδη τιμωρία που επιβάλλουν οι λαοί στην ΕΕ, τιμωρώντας την για τα μέτρα που έλαβε ή δεν έλαβε ρίχνοντας σε κάθε περίπτωση λάδι στη φωτιά. Αρκεί να θυμηθούμε την αδιαφορία που επέδειξε η Γερμανία απέναντι στο αίτημα των ανατολικών για χρηματοδοτικές διευκολύνσεις ώστε να γίνει με ομαλό τρόπο η αναχρηματοδότηση των δανείων των εμπορικών τους τραπεζών, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να τους παραπέμψει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ή – κάτι πιο κοντινό σε εμάς – τα μέτρα λιτότητας που απαιτεί. Η απροθυμία του Βερολίνου να στηρίξει οικονομικά τις απειλούμενες χώρες συνδέεται με τις φιλοδοξίες που θρέφει η ΕΕ να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Μια διακαή και χρόνια επιθυμία, ουσιώδες κίνητρο για τη δημιουργία της ίδιας της ολοκλήρωσης, που στο έδαφος της κρίσης και του κοντέματος της αμερικανικής κυριαρχίας, κερδίζει πόντους. Θα θυσιαστούν τέτοιες βλέψεις για μια χούφτα χώρες της ανατολικής Ευρώπης; Η παραπάνω τάση – ο καθείς μόνος του – που οξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ προς όφελος των περισσότερο ισχυρών κρατών, δεν μπορεί κανείς να μη δει ότι συμβαδίζει με μια άνοδο του κύρους της και των κεντρομόλων δυνάμεων, εκτός των ορίων της. Αυτό μαρτυρεί η εσπευσμένη αίτηση ένταξης στο ευρώ που θέλει να υποβάλει η Ισλανδία, η αλλαγή στάσης παραγόντων της ιρλανδικής ζωής που ζητούν νέο δημοψήφισμα για να υιοθετήσουν την αναθεωρημένη συνταγματική συνθήκη, ακόμη και η άρον – άρον ψήφιση της από τη Γερουσία της Τσεχίας την προηγούμενη εβδομάδα παρακάμπτοντας τις (υποκινούμενες από τον έντονο φιλοαμερικανισμό τους) ενστάσεις. Το επιχείρημα που προβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι ότι η ΕΕ και ειδικότερα το ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, μπορεί να αποτελέσει ομπρέλα για την αποφυγή ή τον μετριασμό των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. «Η ισχύς εν τη ενώσει» λοιπόν;

Η δημιουργία της ενιαίας αγοράς και η νομισματική ενοποίηση που επήλθε με την υιοθέτηση του ευρώ λειτούργησε προς όφελος των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών καθώς διευκόλυνε την δράση του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο. Επίσης όξυνε τον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων και την πίεση στο μικρό και μεγάλο κεφάλαιο να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη δεν την έσωσε από τους τοκογλύφους

Οφείλουμε κατ’ αρχήν να αναγνωρίσουμε πως σε όλη την προηγούμενη ταραγμένη περίοδο που κορυφώθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008 υπήρξαν καπιταλιστικοί σχηματισμοί που δεν συμμετέχουν στην ευρωζώνη και άντεξαν στις νομισματικές και οικονομικές αναταράξεις πολύ καλύτερα από τα περισσότερα μέλη της ευρωζώνης. Η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία, που έχουν διατηρήσει τη νομισματική τους ανεξαρτησία αν και συμμετέχουν στην ΕΕ των 27 (όχι όμως στην ευρωζώνη των 16) έδειξαν πολύ μεγαλύτερη αντοχή. Μεταφέροντας τις συγκρίσεις στο χρόνο μπορούμε επίσης να δούμε ότι το καθόλου «απελευθερωμένο» αλλά πλήρως ελεγχόμενο από το κράτος ελληνικό τραπεζικό σύστημα της δεκαετίας του ’90 και του ’80 δεν ένιωσε καμία συνέπεια από τις τραπεζικές κρίσεις εκείνης της περιόδου. Το σημερινό αντίθετα, πλήρως ενσωματωμένο στη διεθνή αγορά και «απελευθερωμένο» εξακολουθεί να υφίσταται χάρη στην κρατική επιδότηση των 28 δισ. ευρώ. Ενώ, η συμμετοχή της Ελλάδας στη νομισματική ενοποίηση καθόλου δεν τη διευκόλυνε να αντιμετωπίσει με ευνοϊκούς όρους τις δυσκολίες εξεύρεσης δανειακών κεφαλαίων, ενώ κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Η δυνατότητα όμως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να χρηματοδοτήσει με θετικούς όρους τα κράτη μέλη αν κάποια πρακτική συνέπεια είχε ήταν να κερδοσκοπήσουν οι εμπορικές τράπεζες οι οποίες σε ρόλο μεσάζοντα δανείζονταν από την ΕΚΤ με τα χαμηλά επιτόκια δίνοντας ως εχέγγυο τα κρατικά ομόλογα και στη συνέχεια πούλαγαν το χρήμα στο δημόσιο με τοκογλυφικούς όρους. Αυτή η ήταν η θωράκιση που προσέφερε η ΕΚΤ στο απόγειο της κρίσης. Για να επιστρέψουμε, το πρόβλημα επομένως για την Ισλανδία και τις Βαλτικές χώρες δεν εντοπίζεται στην απουσία νομισματικής θωράκισης αλλά στην παρουσία μιας φούσκας ιστορικών διαστάσεων η οποία ανέδειξε τις αντιφάσεις, έφερε στην επιφάνεια τις βαθύτερες αντινομίες του τρόπου παραγωγής μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης και παρέσυρε την οικονομία στην ύφεση. Από την άλλη οι εγκωμιαστικές αναφορές στο ευρώ, όλη αυτή την περίοδο, δεν είναι μόνο παραπλανητικές όπως δείχνουν τα παραπάνω παραδείγματα αλλά επίσης στερούμενες ιστορικού βάθους. Σαν κάποιος να θέλει να ξεχάσουμε τι προηγήθηκε της εισαγωγής στο ευρώ. Ευρώ δεν θα υπήρχε χωρίς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και την βάρβαρη λιτότητα που εισήγαγε, χωρίς την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και την αυτονόμηση της νομισματικής πολιτικής, χωρίς την πρωτοφανή ακρίβεια και τις διψήφιες ανατιμήσεις που συνόδευσαν τη μετάβαση από τη δραχμή στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Ευρώ δεν μπορεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα χωρίς τα αντιλαϊκά και αντιαναπτυξιακά, στο βαθμό που αναγορεύουν ως απόλυτη προτεραιότητα την δημοσιονομική πειθαρχία, Προγράμματα Σταθερότητας. Η νομισματική πολιτική, πολύ πιο έντονα στις μέρες μας απ’ ότι στο παρελθόν που ήταν διαθέσιμη μια μεγαλύτερη γκάμα πολιτικών, έχει ταξικό πρόσημο και συμπυκνώνει πολιτικές ιεραρχήσεις. Ανάγεται δηλαδή σε εργαλείο ρύθμισης των ταξικών συσχετισμών και αναδιανομής. Υπό αυτή την έννοια το ευρώ δεν κυκλοφορεί ποτέ μόνο του. Το ευρώ πάνω απ’ όλα αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας διαδικασίας κατ’ όνομα ενοποίησης που επιτάχυνε την κυκλοφορία το κεφαλαίου και τη δράση των νόμων κίνησής του και όξυνε τις εσωτερικές αντιθέσεις. Πολύ περισσότερο τη δεκαετία του ’90, όταν η μια οδηγία για το άνοιγμα της αγοράς υποδεχόταν την άλλη – από τις τηλεπικοινωνίες μέχρι τις τράπεζες και από την αγορά ενέργειας μέχρι τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες για να φθάσουμε στο σημερινό αρχιπέλαγος της μίζας – αλλά ακόμη και σήμερα οι μεγαλύτερες, οι πιο στρατηγικού χαρακτήρα ιδιωτικοποιήσεις φέρνουν τη σφραγίδα της ΕΕ. Τα κέρδη που έδρεψε το ελληνικό κεφάλαιο και οι ωφέλειες που είχε δεν είναι καθόλου αμελητέες, από μόνο του ωστόσο είναι πολύ αμφίβολο αν θα είχε καταφέρει να τις επιβάλλει, ειδικά σε προγενέστερες πολιτικές συγκυρίες. Το βασικότερο ωστόσο κίνητρο και εσωτερικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης και κάθε ανάλογου εγχειρήματος (από κρατικές συνενώσεις που συντελούνται με την καταφυγή στη βία μέχρι τις νομισματικές που είναι λιγότερο καταναγκαστικές αν και εξ ίσου βίαιες) είναι η διευκόλυνση της δράσης του νόμου της αξίας. Αν ο σημερινό τρόπος παραγωγής είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μεγάλη παραγωγή (τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση και την επακόλουθη καταστροφή του μικρού κεφαλαίου) είναι γιατί η επέκτασή της αποτελεί την πιο «γραμμική», τη λιγότερο κοπιώδη και συγκρουσιακή μορφή ανάταξης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Τα οφέλη επομένως από το διεθνές εμπόριο είναι αναντικατάστατα. Το βεβαιώνει το γεγονός ότι η Ιαπωνία και η Γερμανία σήμερα, η δεύτερη και η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία διεθνώς, βουλιάζουν στην κρίση πληρώνοντας ένα υπόδειγμα σχηματισμού κεφαλαίου «προσανατολισμένου στις εξαγωγές», σχεδόν μόνο στις εξαγωγές, με αποτέλεσμα μόλις μετριάστηκε η ζήτησή τους να καταγράφουν ρεκόρ πτώσης βιομηχανικής παραγωγής και ΑΕΠ. Τα οφέλη του διεθνούς εμπορίου προέρχονται από τη δυνατότητα που έχουν τα κεφάλαια ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών να παράγουν χρησιμοποιώντας μικρότερες ποσότητες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, σε σχέση πάντα με την παραγωγή άλλων καπιταλιστικών κρατών που είναι αναγκασμένες να παράγουν το ίδιο ή συγγενές προϊόν χρησιμοποιώντας περισσότερο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τους να αποβαίνει υπέρ του προϊόντος της ανεπτυγμένης καπιταλιστικά χώρας στον βαθμό που έχει χαμηλότερη τιμή ή ανώτερη ποιότητα – πιο συχνά δε και τα δύο – σε σχέση με το όμοιο ή παρεμφερές προϊόν της λιγότερο ανεπτυγμένης. Εν είδει παρενθέσεως πρέπει να πούμε ότι σε αντίθεση με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία που πίσω από το διεθνές εμπόριο βρίσκει τη διεθνή εξειδίκευση και καταστάσεις διπλού οφέλους και αμοιβαίου κέρδους, η πραγματικότητα είναι πως το διεθνές εμπόριο οξύνει τις διεθνείς αντιθέσεις και γεννάει νέες, μετατρέποντας το συγκριτικό πλεονέκτημα που απολαμβάνει στο εσωτερικό μιας χώρας ένα σχετικά ανώτερης παραγωγικότητας κεφάλαιο σε απόλυτο πλεονέκτημα όταν εισέρχεται στη διεθνή αγορά. Γι αυτό και η διευκόλυνση της λειτουργίας τους έχει αναχθεί σε άρθρο πίστης παλιού και νέου φιλελευθερισμού, όπως δείχνει η αναβάθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και οι ουρές που σχηματίζονται στις πύλες εισόδου του. Εμπόδιο απέναντι σε αυτή τη διαδικασία εξάπλωσης του διεθνούς εμπορίου στέκονται τα εθνικά σύνορα και ειδικότερα, οι τελωνειακοί δασμοί που τα συνοδεύουν υπηρετώντας δύο σκοπούς: να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή και να αποτρέψουν τις εισαγωγές προϊόντων που απειλούν με την παρουσία τους τα εγχώρια. Και ποια άλλα είναι αυτά αν όχι τα προϊόντα εκείνα που παράγονται από χώρες με υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας; Επομένως ο ενιαίος οικονομικός χώρος στην Ευρώπη όπως έγινε πραγματικότητα με την κοινή αγορά του 1992 σήμανε την κατάθεση των όπλων άμυνας κάθε εθνικού κεφαλαίου από τον ανταγωνισμό του με τα άλλα. Η παράδοση των όπλων, η Βάρκιζα του μικρού κεφαλαίου, συντελέστηκε με την νομισματική ενοποίηση όταν τα εθνικά κράτη παραιτούνται κι από το πιο καταστροφικό μέσο που διαθέτουν, την υποτίμηση δηλαδή του εθνικού νομίσματος, η οποία χρησιμοποιεί τις συναλλαγματικές ισοτιμίες ως παραμορφωτικό φακό για να νοθεύσει τα επιβλαβή αποτελέσματα από τη σύγκριση τιμών. Έτσι όμως διαθλάται και παραβιάζεται κι ο νόμος της αξίας καθώς παύει να λειτουργεί ανεμπόδιστα. Αυτό ακριβώς είναι που καταφέρνει η νομισματική ενοποίηση: την απρόσκοπτη δράση του νόμου της αξίας, επιταχύνοντας έτσι την λειτουργία των νόμων της κεφαλαιακής αναπαραγωγής και συσσώρευσης. Η ενοποίηση της αγοράς και η δράση του νόμου της αξίας, με τις μικρότερες δυνατές τριβές, ήταν το τελικό ζητούμενο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, που αποτέλεσε τον προάγγελο της ΕΟΚ, παραμένει και σήμερα ζητούμενο της ευρωζώνης. Για να επιτευχθεί αυτή η δράση οι ιμπεριαλιστικές χώρες που ηγεμονεύουν τη διαδικασία ενοποίησης προχώρησαν (και υπό το κράτος της πίεσης που δημιουργούσε ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός την εποχή της ένταξης) στην εκχώρηση αντισταθμιστικών ωφελειών. Τέτοιας φύσης μέτρα είναι οι χρηματοδοτήσεις της ΕΕ προς τις μεσογειακές χώρες και ειδικά προς την Ελλάδα. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε επίπεδο ταμειακών ροών είναι ωφελημένος από την ΕΕ, όσο ελάχιστοι. Στην τελευταία έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας αναφέρεται ότι οι καθαρές εισπράξεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση (απολήψεις μείον αποδόσεις) υπερβαίνουν σταθερά τα 4 δισ. ευρώ την τελευταία τετραετία (2006: 4,56 δισ., 2007: 4,01 δισ., 2008: 4,83 δισ. και 2009: 4,1 δισ. ευρώ).

Οικονομική ζημιά από τις σχέσεις με την ΕΕ

ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ, ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΤΙΜΗΜΑ

Οι ταμειακές εισροές ωστόσο, ακόμη κι όταν είναι τόσο παχυλές, παραπλανούν γιατί αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου. Στο βάθος υπάρχουν δοσοληψίες και οικονομικές αλλαγές που συντείνουν σε μια καθαρά ανισοβαρή σχέση, εις βάρος φυσικά των εργαζομένων της Ελλάδας και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Πρώτον, σε σημασία, είναι το γεγονός ότι οι αυστηρά οριοθετημένες χρονικά κεφαλαιακές μεταβιβάσεις αποτέλεσαν το υπνωτικό για τον μόνιμο και μη αντιστρεπτό ακρωτηριασμό των παραγωγικών δυνατοτήτων της Ελλάδας, όπως αυτός εκφράζεται από το συνεχώς διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα. Είναι το τίμημα που πλήρωσαν οι ιμπεριαλιστικοί σχηματισμοί εντός ΕΕ και η Γερμανία για να ενσωματώσουν την ελληνική αγορά, όπως δείχνει το γεγονός ότι το 52% των συνολικών εισαγωγών (που η αξία τους είναι σχεδόν τριπλάσια από την αξία των ελληνικών εξαγωγών) προέρχεται από την ΕΕ. Δεύτερο, οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις μπορεί να καταλήγουν σε κοινώς λεχθέντα «δημόσια έργα» κατ’ ουσία όμως αφορούν έργα υποδομής που πρωτευόντως διευκολύνουν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Είναι έργα τα οποία αναλαμβάνει να εκτελέσει με χρήματα των φορολογουμένων το αστικό κράτος απαλλάσσοντας το κεφάλαιο από ένα σημαντικό κόστος, το οποίο έτσι κοινωνικοποιείται. Τρίτο, στον βαθμό που οι εθνικές χρηματοδοτήσεις είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για τις κοινοτικές δεσμεύουν δημόσιους πόρους που θα μπορούσαν να είχαν δοθεί για έργα ή πληρωμές που θα βελτίωναν το επίπεδο ζωής κοινωνικών ομάδων που βρίσκονται σε πολύ πιο επισφαλή θέση. Στην εισηγητική έκθεση του φετινού κρατικού προϋπολογισμού αναφέρεται ενδεικτικά ότι «το συνολικό ποσό των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το 2009 καθορίσθηκε στο ύψος των 8,8 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό κατανέμεται σε 5,15 δισ. για έργα που συγχρηματοδούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ και σε 3,65 δισ. για έργα που χρηματοδοτούνται αμιγώς από εθνικούς πόρους». Μεθερμηνευόμενο το τελευταίο σημαίνει πως το 58% των πόρων που κατευθύνθηκαν για δημόσιες επενδύσεις χρηματοδότησε εκείνες που είχαν επιλεγεί με τα κριτήρια της ΕΕ. Το τέταρτο στοιχείο που δείχνει τη σημασία που έχει το ταξικό πρόσημο στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ αφορά την πηγή προέλευσης των αποδιδόμενων πόρων καθώς σημαντικό μέρος τους προέρχεται από το ΦΠΑ. Πληρώνεται δηλαδή εξ ίσου απ’ όλους τους κατοίκους και φορολογουμένους (όταν δίκαιος φόρος θεωρείται εκείνος που καταβάλλεται σε όσο το δυνατόν πιο ευθεία συνάρτηση με το εισόδημα ή την περιουσία) αποτελώντας στην πράξη μια αντίστροφα προοδευτική φορολόγηση προς όφελος της ΕΕ. Πέμπτο και καθόλου τελευταίο σε σημασία στοιχείο που αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα των οικονομικών σχέσεων με την ΕΕ, αφορά το γεγονός ότι αυτές οι χρηματοδοτήσεις αποτέλεσαν πηγή πρωτοφανούς διαφθοράς και εξαχρείωσης. Το κακό έτσι δεν είναι απλώς ότι τα χρήματα αυτά πήγαν στην ολιγαρχία, αλλά ακόμη χειρότερα αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη δημιουργία μιας υπερτροφικής γραφειοκρατίας και μιας βιομηχανίας διαφθοράς και εξαγοράς συνειδήσεων, με την σιωπηρή ανοχή των ίδιων των ελεγκτικών μηχανισμών της ΕΕ πολλές φορές, που μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία επιχείρησαν να ευνουχίσουν τις λαϊκές αντιστάσεις που υπήρχαν για παράδειγμα στον αγροτικό κόσμο, αλλά όχι μόνο. Το ίδιο συνέβη και με τμήματα της μισθωτής διανόησης. 

 ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κοσμοπολίτικος αντικομμουνισμός

 ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε σαν πολιορκητικός κριός όχι μόνο για τις ιδιωτικοποιήσεις και τη χρόνια λιτότητα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι και τώρα που επιμένει στην προτεραιότητα της μείωσης των ελλειμμάτων ζητώντας νέα φορολογικά μέτρα για την επομένη των ευρωεκλογών, αλλά επίσης για τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Από τη δεκαετία του ’90 ακόμη με την Λευκή Βίβλο του Ζακ Ντελόρ, μέχρι την οδηγία Μπολκεστάιν και το νεολογισμό της ελαστασφάλειας η Ευρωπαϊκή Ένωση έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάργηση των σταθερών σχέσεων εργασίας. Ο ρόλος της έγινε εμφανής ακόμη και τώρα μεσούσης της κρίσης με αφορμή τις προτροπές του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, την προηγούμενη εβδομάδα από την Πράγα για μείωση των ημερών εργασίας και αντίστοιχα των αμοιβών των εργαζομένων. Τη σφραγίδα της ΕΕ φέρουν οι αντιασφαλιστικές ανατροπές των τελευταίων δεκαετιών, με πιο κραυγαλέα την ενεργοποίηση ακόμη και του ευρωδικαστηρίου για την κατάργηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ελληνίδων γυναίκων, όπως και οι αντιεκπαιδευτικές μεταρυθμίσεις. Από την Ελλάδα μέχρι την Ισπανία τα πανό των φοιτητών κατήγγειλλαν τις αποφάσεις που λήφθηκαν από τους υπουργούς Παιδείας στη Μπολόνια και τον Κοινό Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδεσυης υποτάσσοντας την ανλώτατη παιδεία στις προτεραιότητες του κεφαλαίου. Καταλυτικός υπήρξε επίσης ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σφαίρα της ιδεολογίας και του πολιτισμού. Οι Βρυξέλλες συμπύκνωσαν τις φιλοδοξίες για κοινωνική αναβάθμιση ολόκληρων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας που εκθράφηκαν στο έδαφος των κοινωνικών ανακατατάξεων. Έτσι στο πρώτο στάδιο ενσωματώθηκαν σε μια κοσμοπολίτικη άκρως επιλεκτική ευρωπαϊκή κουλτούρα που ταύτιζε το εθνικό με το παρωχημένο και το ευρωπαϊκό με το πρωτοπόρο και το ποιοτικό. Στη μετεξέλιξή της η αφέλεια έδειξε τα δόντια της όταν ακρογωνιαίος λίθος του “ευρωπαϊκού πνεύματος” έγινε η ταύτιση του φασισμού με τον κομμουνισμό, η αποθέωση των αθεράπευτων οπαδών του Χίτλερ στις Βαλτικές χώρες σαν ηρώων της δημοκρατίας. Μια ιδεολογική στροφή 180 μοιρών σε σχέση με τη δεκαετία του ’80 που αλληλοσυμπληρώνεται με το κλίμα ανελευθερίας που έχει εδραιωθεί και στην ίδια την Ευρώπη από την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001. Ας μην ξεχνάμε ότι τα καύσιμα και το ιπάμενο προσωπικό μπορεί να τα έβαζε όλα η Air CIA για τις απαγωγές υπόπτων αλλά και η ΕΕ, “λίκνο του Διαφωτισμού” κατά τα λεγόμενά τους (κι όχι φυσικά της Ιεράς Εξέτασης, του φασισμού, της αποικοκρατίας και του ιμπεριαλισμού) έβαζε την επίγεια εξυπηρέτηση. Από τα τέλη του 2001 μέχρι τα τέλη του 2005 καταγράφηκαν 1.245 τέτοιες πτήσεις σε αεροδρόμια κρατών μελών της ΕΕ. Τα καταστροφικά αποτελέσματα από την συμπόρευση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ ως προς αυτή τη Ουάσινγκτον φάνηκαν και εντός του Δεκέμβρη του 2008, όταν το πράσινο φως για την επέμβαση στη Γάζα και τη σφαγή που ακολούθησε το έδωσε η ίδια η ΕΕ που δέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων την τότε πρωθυπουργό του Ισραήλ, Τζίπι Λίβνι, αφού πρώτα αναγνώρισε στο Ισραήλ το καθεστώς του πιο ευνοούμενου κράτους. Για τους μετανάστες από την άλλη καραδοκεί η Ευρώπη φρούριο. Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η ΕΕ διαδραματίζει στρατηγικό και οργανικό, όχι απλώς πρωτοπόρο ρόλο στην αντεργατική επίθεση που είναι σε εξέλιξη τις τελευταίες δεκαετίες. Κατά συνέπεια καμιά αλλαγή της σύνθεσης του (διακοσμητικού εν πολλοίς) Κοινοβουλίου ή ακόμη και των κυβερνήσεων των 27 δεν πρόκειται να σηματοδοτήσει αντίστοιχη στροφή στο πολιτικό περιεχόμενο των αποφάσεών της. Η ΕΕ, όπως ακριβώς και το αστικό κράτος είναι αδιαχώριστα από την ταξική πολιτική που υπηρετούν. Στη βάση των παραπάνω η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ερχόμενες ευρωεκλογές δεν παλεύει για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ και την αλλαγή των συσχετισμών, αλλά για την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης κατά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των κυβερνήσεων που υπηρετούν τις πολιτικές της.