Προ των πυλών η καταστροφή στην Ιντλίμπ

Σημαδιακή ημέρα η Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020 για τη Συρία. Μετά από οκτώ χρόνια, για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε πτήση από τη Δαμασκό στο Αλέπο. Το αεροπλάνο κατά την προσγείωση του, μετά από την πτήση διάρκειας 40 λεπτών, υποδέχθηκε στρατιωτική μπάντα, ενώ την ίδια ώρα αεροπλάνα της συριακής πολεμικής αεροπορίας πραγματοποιούσαν χαμηλές πτήσεις, γιορτάζοντας το γεγονός και κάνοντας ταυτόχρονα επίδειξη δύναμης. Τα πράγματα βέβαια ακόμη και στο Αλέπο δεν είναι τόσο ειδυλλιακά όσο φαίνονταν κατά την προσγείωση του επιβατικού αεροπλάνου στο αεροδρόμιο, το οποίο να σημειωθεί ότι είχε ανοίξει ξανά το 2017 για να κλείσει σχεδόν αμέσως για λόγους ασφαλείας, ή όσο έδειχναν λίγες ώρες νωρίτερα όταν οι υπουργοί Μεταφορών και Τουρισμού εγκαινίαζαν το αεροδρόμιο…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, την Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου, αντάρτες του Συριακού  Εθνικού Στρατού που χρηματοδοτούνται και εξοπλίζονται από την Τουρκία λειτουργώντας σαν το μακρύ της χέρι, προκάλεσαν την κατάρριψη ενός κυβερνητικού ελικοπτέρου εγκαινιάζοντας μια νέα, πιθανότατα την τελευταία, κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Την επομένη συριακές επίγειες δυνάμεις και ρωσικά μαχητικά αεροπλάνα SU-35 βομβάρδισαν τις θέσεις των μισθοφόρων της Τουρκίας, οδηγώντας τους έξω από την πόλη.

Την ίδια μέρα ξεκίνησε κι ο νέος γύρος των διαπραγματεύσεων μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας στη ρωσική πρωτεύουσα, κομίζοντας τα ίδια αποτελέσματα που έφεραν κι άλλοι γύροι διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο κρατών στο Μόναχο και στις δύο πρωτεύουσες: το απόλυτο κενό. Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι ότι η μια χώρα εγκαλεί την άλλη για παραβίαση της Συμφωνίας του Σότσι, που υπογράφτηκε το 2018, καλώντας την άλλη να σεβαστεί το γράμμα της. Η αλήθεια είναι πώς και οι δύο έχουν …δίκιο. Η συμφωνία που υπέγραψαν Πούτιν και Ερντογάν στις 17 Σεπτεμβρίου 2018 έβριθε από αμφισημίες σε τέτοιο βαθμό ώστε αμφότεροι όσο την παραβιάζουν τόσο άνετα να την επικαλούνται.

Συγκεκριμένα, η Τουρκία επικρίνει τη Ρωσία επειδή παραβιάζει το δεύτερο άρθρο της, βάσει του οποίου θα λάβαινε όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την εκεχειρία εντός και πέριξ του Ιντλίμπ, αποτρέποντας στρατιωτικές επιχειρήσεις και επιθέσεις. Σε αυτή την κατηγορία των επιχειρήσεων και των επιθέσεων η Άγκυρα εντάσσει όχι μόνο την αντεπίθεση του συριακού στρατού αλλά και τους μαζικούς βομβαρδισμούς της ρωσικής αεροπορίας σε νοσοκομεία και αγορές. Η Ρωσία από τη μεριά της εγκαλεί την Τουρκία επειδή παραβιάζει το δέκατο άρθρο της συμφωνίας, που καλεί στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας στην ζώνη αποκλιμάκωσης του Ιντλίμπ. Οι υψηλοί προστάτες του Άσαντ υποστηρίζουν ότι οι επιχειρήσεις των κατσαπλιάδων μισθοφόρων της Άγκυρας στο Ιντλίμπ νομιμοποιούν τον συριακό κυβερνητικό στρατό να επιχειρεί εντός του Ιντλίμπ.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού είναι πώς η συριακή κυβέρνηση, αν πριν ένα ή δύο χρόνια αποδέχτηκε μια συμφωνία που ντε φάκτο κατακερμάτιζε τη χώρα, περιορίζοντας την κυριαρχία της, πλέον πετάει σαν περιττό βαρίδι αυτή τη συμφωνία. Όσο ανακτά τις δυνάμεις της και συντρίβει μία – μία τις ομάδες των τζιχαντιστών, παραβιάζει παλιότερες συμφωνίες διεκδικώντας την ανάκτηση της εδαφικής ενότητας της Συρίας και της εθνικής της κυριαρχίας. Κι αυτό ακριβώς είναι που δεν εννοεί να χωνέψει η Τουρκία κι απειλεί να προκαλέσει μια άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική τραγωδία.

Ήδη, οι συνθήκες στο Ιντλίμπ είναι περισσότερο από δραματικές. Από την 1η Δεκεμβρίου, όταν ξεκίνησε η επίθεση του συριακού στρατού, το έχουν εγκαταλείψει περισσότεροι από 900.000 άνθρωποι, εκ των οποίων πάνω από τους μισούς είναι παιδιά. Εξ αυτών 600.000 έχουν συγκεντρωθεί κοντά στα σύνορα με την Τουρκία υπό συνθήκες πολικού ψύχους, με παιδιά και κάθε είδους ευάλωτους ανθρώπους να πεθαίνουν καθημερινά από τις κακουχίες. Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ χαρακτήρισε την κατάσταση ως «τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική ιστορία τρόμου του 21ου αιώνα»… Εντός του Ιντλίμπ περισσότεροι από 300 άμαχοι έχουν πεθάνει, με τους περισσότερους εκ των οποίων να έχουν χάσει τη ζωή τους, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, από ρωσικά και συριακά πυρά…

Μια τουρκική επίθεση, που είναι θέμα χρόνου όπως δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, μιλώντας στους βουλευτές του την Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου, θα οδηγήσει την ανθρωπιστική κρίση στα άκρα. Πολύ περισσότερο που η Ρωσία δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια. Μάλιστα, η δήλωση του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ότι θα «πρόκειται για μια επιχείρηση εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Συριακής Δημοκρατίας και των ενόπλων δυνάμεων της Συριακής Δημοκρατίας η οποία θα είναι η χειρότερη επιλογή», έστειλε πολλά και διαφορετικά μηνύματα στην Άγκυρα που δεν περιορίζονται μόνο στην στρατιωτική απάντηση που θα ακολουθήσει. Αφορούν και τις διπλωματικές τους σχέσεις που θα δοκιμαστούν για πρώτη φορά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Ερντογάν τον Ιούλιο του 2016…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Μετωπική Ρωσίας –Τουρκίας;

Σημαδιακή μέρα η Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου για την Τουρκία, καθώς για πρώτη φορά από το 2011 όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος στη Συρία η Τουρκία συγκρούστηκε απ’ ευθείας με τον συριακό στρατό, καταγράφοντας 8 νεκρούς στρατιώτες κι 1 άτομο από το πολιτικό προσωπικό. Δέκα χρόνια κοντεύουν να κλείσουν κι ενώ η Τουρκία έχει προκαλέσει τεράστια υλική και ανθρώπινη ζημιά στη Συρία, που αποτελεί σταθερό ανταγωνιστή της, πάντα μέσω αντιπροσώπων, την προηγούμενη Δευτέρα ήταν η πρώτη φορά που πλήρωσε για την πολιτική της. Φυσικά ανταπέδωσε σκοτώνοντας με δικά της πυρά 13 στρατιώτες του συριακού στρατού και στρεφόμενη κατά της Ρωσίας!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η σύγκρουση του συριακού στρατού με τον τουρκικό ήταν αναμενόμενη, όσο το καθεστώς του Άσαντ ανακάμπτει κι επιχειρεί να εξασφαλίσει την εδαφική ενότητα της χώρας. Η αποχώρηση των ΗΠΑ, ακόμη κι όπως έγινε, διευκολύνει αφάνταστα τον Άσαντ, που ως μεγαλύτερο αγκάθι το οποίο έχει να αντιμετωπίσει είναι το Ιμπλίντ, όπου ειδικά από τον περασμένο Απρίλιο διεξάγει αλλεπάλληλες κι αιματηρές επιχειρήσεις για να ανακτήσει τον έλεγχο του. Στο πλαίσιο αυτών των επιχειρήσεων οι νεκροί ξεπερνούν τους 1.000, ενώ με βάση τη UNICEF μόνον από τον Δεκέμβριο 300.000 άτομα έχουν διωχθεί και 1,2 εκ. άλλα άτομα βρίσκονται σε άμεση ανάγκη βοήθειας. Η Μόσχα συνδράμει στις επιχειρήσεις του συριακού στρατού με συχνά ανελέητους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που συνάδουν ωστόσο με τον διακηρυγμένο στόχο της για ανάκτηση της Συριακής εθνικής κι εδαφικής ενότητας.

Καθόλου τυχαία λοιπόν ο Ερντογάν δεν στράφηκε κατά της Ρωσίας, δηλώνοντας «να μην βρεθούν στο δρόμο τους»! Οι τόνοι ανέβηκαν εκ μέρους του Ερντογάν, με αφορμή την προγραμματισμένη επίσκεψη που πραγματοποιούσε την ίδια ημέρα, Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου στο Κίεβο. Ο τούρκος πρόεδρος δεν δίστασε να θίξει τις πιο ευαίσθητες χορδές της Τουρκίας, δημιουργώντας ένα σαφές ρήγμα στις διμερείς τους σχέσεις. Από την πρωτεύουσα της Ουκρανίας ο τούρκος πρόεδρος όχι μόνον επανέλαβε τη θέση της Άγκυρας να μην αναγνωρίσει την Κριμαία ως ρωσικό έδαφος αλλά χαρακτήρισε «μη νομιμοποιημένη» την προσάρτηση της χερσονήσου το 2014. Κατά τη παραμονή του στην Ουκρανία ο Ερντογάν συμφώνησε με το ομόλογό του να αυξήσουν το διμερές εμπόριο ως το 2023 στα 10 δισ. δολ. κι επίσης να αυξήσουν τη συνεργασία στο μέτωπο των αμυντικών δαπανών. Σε αυτό το πλαίσιο η Άγκυρα θα διευκολύνει το Κίεβο με 36 εκ. δολ. προκειμένου να προμηθευτεί τουρκικό εξοπλισμό.

Από τη μεριά της Τουρκίας δεν έλειψαν και προσπάθειες απόδοσης της επίθεσης του συριακού στρατού στην επιχείρηση του Ερντογάν να χτίσει γέφυρες συνεργασίας με το Κίεβο που αποτελεί ορκισμένο εχθρό της Μόσχας. Η εθνικίστρια ηγέτης του κόμματος ΙΥΙ Μεράλ Ακσενέρ συγκεκριμένα (είναι αυτή που είχε υποσχεθεί ότι αν κέρδιζε τις εκλογές θα έκανε την τελετή ορκωμοσίας της σε ένα από τα νησιά του Αιγαίου που διεκδικεί η Τουρκία), δήλωσε ότι ο συριακός στρατός κατ’ εντολήν της Ρωσίας έβαλε κατά των Τούρκων στρατιωτών, τιμωρώντας έτσι την Άγκυρα για τη στρατιωτική ενίσχυση του Κιέβου. «Δίνουμε στρατιωτική βοήθεια, γινόμαστε στρατιωτικό στόχος» ήταν τα λόγια της, θεωρώντας ως το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου ο τουρκικός στρατός να έχει εισβάλει στη Συρία και να έχει καταλάβει συριακό έδαφος…

Το ρήγμα στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία όσο κι αν προχωρήσει (δεδομένου ότι οι δρόμοι τους χωρίζουν και στη Λιβύη) δεν θα ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο βάθος, που ορίζεται από μια σειρά συμφωνίες τις οποίες έχουν υπογράψει οι δύο χώρες σε θέματα άμυνας, ενέργειας και οικονομίας τα λίγα τελευταία χρόνια και δη μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν. Η πιο πρόσφατη συμφωνία αφορούσε τον αγωγό Turkstream και υπογράφτηκε μεταξύ Πούτιν και Ερντογάν στις 8 Ιανουαρίου. Ο αγωγός θα διέρχεται από την Μαύρη Θάλασσα και θα έχει μήκος 930 χιλιόμετρα τροφοδοτώντας με ρωσικό αέριο την εσωτερική κατανάλωση της Τουρκίας και παράλληλα την αγορά της Νότιας Ευρώπης μέσω της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Ουγγαρίας. Είναι ένα σχέδιο που σε συνδυασμό με τον αγωγό Nordstream II «τελειώνει» πολιτικά, οικονομικά και γεωστρατηγικά την Ουκρανία, μιας και η Ρωσία δεν θα την έχει πλέον καμμιά ανάγκη για να φτάσει το φυσικό της αέριο στην Ευρώπη. Κι εδώ δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε στην Τουρκία την ευκολία με την οποία μπορεί να κινείται δραστήρια κι αποτελεσματικά στα πιο ανταγωνιστικά ταμπλό, και στο ΝΑΤΟ και με S-400, και με τη Ρωσία και με την Ουκρανία, για να υπηρετήσει μια αναθεωρητική πολιτική που εντείνει την αστάθεια προς όλες τις κατευθύνσεις…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Στρατηγικός εχθρός του Ερντογάν ο εμπνευστής του «στρατηγικού βάθους»

Τέλος έβαλε τη Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου ο Ερντογάν στην αναγκαστική συμβίωση εντός του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης με μια σειρά από στελέχη πρώτη γραμμής, με τα οποία ήταν σε ανοιχτή σύγκρουση εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει ο πρώην πρωθυπουργός (2014-2016) και υπουργός Εξωτερικών (2009-2014) Αχμέντ Νταβούτογλου. Εκτός κόμματος τέθηκαν επίσης, μέσω πρότασης για διαγραφή τους, άλλοι τρεις βουλευτές που βρίσκονταν σε ανοιχτή συνεννόηση τα τελευταία χρόνια με τον Νταβούτογλου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι σχέσεις του ισχυρού άνδρα της Τουρκίας με τον Νταβούτογλου τους τελευταίους μήνες έχουν οδηγηθεί στα άκρα με τον τούρκο πρόεδρο να χαρακτηρίζει δημόσια τον αρχιτέκτονα του «στρατηγικού βάθους», όπως εν συντομία περιέγραψε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας ο Νταβούτογλου, ως προδότη! Η σύγκρουση οδηγήθηκε στα άκρα μετά τις πρόσφατες δημοτικές εκλογές όταν ο Νταβούτογλου επέκρινε δημόσια την επιλογή του Ερντογάν να αμφισβητήσει το εκλογικό αποτέλεσα στην Κωνσταντινούπολη και να επιβάλει νέες εκλογές, με αποτέλεσμα το ΑΚΡ να οδηγηθεί από μια οριακή (με διαφορά 13.000 ψήφων) σε μια συντριπτική ήττα (με την ψαλίδα να ανοίγει στις 800.000 ψήφους)! Έτσι, η απώλεια της Κωνσταντινούπολης, για πρώτη φορά μετά 15 χρόνια, σηματοδότησε μια βαθιά ήττα του ισλαμικού κόμματος.

Έκτοτε οι φήμες για δημιουργία νέου κόμματος από τον Νταβούτογλου και άλλους βουλευτές οργίαζαν, με τον Ερντογάν να σηκώνει το γάντι χαρακτηρίζοντάς τους με κάθε ευκαιρία ως προδότες. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών δεν αρκέστηκε να υπενθυμίζει το ρόλο του όλα τα προηγούμενα χρόνια. Άφησε και ενδιαφέροντα …υπονοούμενα, όπως έκανε για παράδειγμα λέγοντας τα ακόλουθα για το 2015: «Αν διερευνηθούν οι περιπτώσεις που σχετίζονται με την τρομοκρατία, πολλοί άνθρωποι δεν θα μπορούν να βγουν έξω να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Αυτοί που μας επικρίνουν δεν μπορούν να βγουν στον κόσμο. Σας το λέω ειλικρινά. Ξέρετε γιατί; Όταν θα γραφτεί η τουρκική ιστορία στο μέλλον, η περίοδος μεταξύ 7 Ιουλίου και 1 Νοεμβρίου θα είναι μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους». Ο πρώην πρωθυπουργός αναφερόταν στις αιματηρές επιθέσεις που αποδόθηκαν από την Τουρκία σε Κούρδους αγωνιστές και χρησιμοποιήθηκαν σαν αφορμή για να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις ειρήνης μεταξύ Άγκυρας και Κούρδων, που αποτελούν το 15% του πληθυσμού. Έκτοτε στις συγκρούσεις μεταξύ τουρκικού στρατού και ΡΚΚ έχουν σκοτωθεί περισσότεροι από 4.280 άνθρωποι, ενώ το μέτωπο κατά των Κούρδων λειτούργησε σαν το χαλί που στρώθηκε για να περάσει η συμμαχία του Ερντογάν με τους Κεμαλιστές. Ειρήσθω εν παρόδω, το παραπάνω απόσπασμα από το λόγο του Νταβούτογλου προέρχεται από την ενημερωτική ιστοσελίδα ahvalnews.com που ιδρύθηκε το 2017 από διαφωνούντες απέναντι στο καθεστώς Ερντογάν τούρκους δημοσιογράφους κι έκτοτε η κρατική εταιρεία τηλεπικοινωνιών της Τουρκίας (ΒΤΚ) έχει απαγορεύσει την πρόσβαση στους κατοίκους της Τουρκίας.

Αναγκαίο να ειπωθεί ότι οι σχέσεις του Ερντογάν με τον «Τούρκο Χένρι Κίσινγκερ», όπως αποκαλεί το αμερικανικό Foreign Affairs τον Νταβούτογλου στο τρέχον τεύχος του (Σεπτεμβρίου / Οκτωβρίου 2019) μόνο εχθρικές δεν ήταν στο παρελθόν. «Ως μέλος του ΝΑΤΟ, αμερικανός σύμμαχος και υποψήφιο μέλος στην ΕΕ από το 1999, η Τουρκία κρατούσε τις αποστάσεις της από την Κίνα, το Ιράν και τη Ρωσία. Τώρα, ο διοπτροφόρος, γλυκομίλητος καθηγητής πρότεινε ένα διαφορετικό δρόμο. Η Τουρκία ήταν ο κληρονόμος του Οθωμανικού χαλιφάτου έγραψε ο Νταβούτογλου», σημειώνει η αμερικανική επιθεώρηση εξωτερικής πολιτικής. «Εκμεταλλευόμενη το πλεονέκτημα της θέσης της στο σταυροδρόμι της μαύρης Θάλασσας, του Καυκάσου, της Μέσης Ανατολής  και της Ευρώπης ήταν έτοιμη να ηγηθεί των ισλαμικών κρατών». Η συνέχεια, με την ήττα του σχεδίου Νταβούτογλου, εν μέρει λόγω απρόβλεπτων παραγόντων όπως η ανατροπή του εκλεγμένου αιγύπτιου προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι κι εν μέρει λόγω άστοχων επιλογών και σχεδιασμών στη Συρία, είναι γνωστή. Η ήττα αυτών των σχεδίων χρεώθηκε στον Νταβούτογλου, παρότι ο Ερντογάν ακολούθησε με συνέπεια το δρόμο που χάραξε ο Νταβούτογλου.

Το αξιοπερίεργο είναι ότι ο εμπνευστής αυτού του σχεδίου φαίνεται ότι το εγκατέλειψε. Ο Ερντογάν καθαίρεσε τον Νταβούτογλου από πρωθυπουργό τον Μάιο του 2016, δύο μήνες  πριν το αμερικανοκίνητο πραξικόπημα, κατηγορώντας τον για τις σχέσεις που είχε συνάψει με τη Δύση, σε μια εποχή που ο Ερντογάν έστρεφε το ενδιαφέρον του στην Ανατολή. Ο Νταβούτογλου κατηγορήθηκε τόσο για τις σχέσεις του με τους Ευρωπαίους όσο και για τη στενή σχέση που ανέπτυξε με τον Μπαράκ Ομπάμα.

Πίσω από τη σύγκρουση των δύο ηγετών πιθανότατα να υπάρχουν προσωπικές φιλοδοξίες και ανταγωνισμοί. Κυρίως όμως υπάρχουν ανταγωνιστικά  πολιτικά σχέδια για το μέλλον της Τουρκίας. Το (ισλαμικό) κόμμα που αργά ή γρήγορα θα δημιουργήσει ο Νταβούτογλου, που εξελίσσεται σε «στρατηγικό εχθρό» του Ερντογάν, σε συνδυασμό και με το άλλο κόμμα που θα δημιουργήσουν ο πρώην πρόεδρος της χώρας Αμπντουλάχ Γκιουλ, μαζί με τον πρώην πρωθυπουργό, αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Οικονομίας και Εξωτερικών, ανά εποχές, Αλί Μπαμπατζιάν, που κι αυτοί αποχώρησαν  από το ΑΚΡ διαφωνώντας με τον Ερντογάν, θα συρρικνώσουν τη βάση του ΑΚΡ και θα οξύνουν την πολιτική αντιπαράθεση για το μέλλον της Τουρκίας. Μένει να δούμε την απήχησή τους…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Τρεκλίζει η τουρκική οικονομία

Στην κόψη του ξυραφιού βαδίζει η τουρκική οικονομία, αδυνατώντας εδώ κι ένα χρόνο να βρει σταθερό ρυθμό κι αφήνοντας μετέωρο το ερώτημα σε ποιο βαθμό η ύφεση είναι αποτέλεσμα μιας γενικευμένης αναστροφής του οικονομικού κλίματος και σε ποιο βαθμό αποτέλεσμα της υπονόμευσης εκ μέρους του Τραμπ, στο πλαίσιο της ανοιχτής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η ύφεση την οποία διέρχεται η τουρκική οικονομία πιστοποιήθηκε με τα επίσημα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας, βάσει των οποίων για δύο συνεχόμενα τρίμηνα, το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 2018, η οικονομία συρρικνώθηκε: κατά 1,6% και 2,4%, αντίστοιχα. Η συνέχεια παραμένει άγνωστη, καθώς ναι μεν για το πρώτο τρίμηνο αναμένεται μια οριακή άνοδο του προϊόντος που θα κινηθεί σε θετικά επίπεδα ενώ η βιομηχανική παραγωγή τον Μάρτιο αυξήθηκε (κατά 2,1%) για τρίτο συνεχή μήνα, η πτώση όμως έπειτα της συναλλαγματικής ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, συνεχίζοντας την καθίζηση που σημειώθηκε το 2018 κατά 28%, απειλεί να οδηγήσει την τουρκική οικονομία σε νέα ύφεση, καταγράφοντας μια διπλή βουτιά. Ο ιμάντας μεταβίβασης και μαζί αδύναμος κρίκος της τουρκικής οικονομίας είναι το ιλιγγιώδες ποσό των 315 δισ. δολ. (σε ένα σύνολο ΑΕΠ 851 δισ.) που οφείλουν οι τουρκικές επιχειρήσεις σε ξένο συνάλλαγμα. Ως αποτέλεσμα, όσο μειώνεται η αξία της τουρκικής λίρας έναντι των ξένων νομισμάτων, τόσο αυξάνεται το πραγματικό κόστος αποπληρωμής των δανείων τους, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους. Για όσες δε τουρκικές επιχειρήσεις βρίσκονταν στο όριο της επιβίωσης η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης θα αποτελέσει τη χαριστική βολή, με αρνητικές συνέπειες τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση.

Οι σημαντικότερες όμως επιπτώσεις θα αφορούν τους εργαζόμενους της Τουρκίας, που ήδη βλέπουν τις τιμές των βασικότερων προϊόντων να αυξάνονται σχεδόν καθημερινά, λόγω του πληθωρισμού που τρέχει με 20%. Η άνοδος των τιμών εξανέμισε ταχύτατα τις μισθολογικές αυξήσεις που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στις αρχές του 2019, ύψους 26%. Με τη συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων να αμείβεται με 2.200 λίρες, που είναι ο κατώτατος μισθός, είναι απορίας άξιο πώς κατάφερναν και αντεπεξέρχονταν ακόμη και πριν την κρίση…

Η αντίδραση της κυβέρνησης απέναντι στις ανατιμήσεις των προϊόντων ήταν επίσης να ανακοινώσει μέτρα αστυνόμευσης της αγοράς, με το διορισμό εποπτών που ελέγχουν για φαινόμενα αισχροκέρδειας σε 81 επαρχίες της χώρας. Επιπλέον, να δημιουργήσει παράλληλες αγορές και κανάλια διακίνησης βασικών προϊόντων, κυρίως αγροτικών, πέριξ των δημαρχείων όπου οι τιμές θα είναι ελεγχόμενες και κυρίως …χαμηλές. Η αλήθεια πάντως είναι ότι μεγάλο μέρος της ανόδου των τιμών στα αγροτικά προϊόντα οφείλεται στην απότομη συρρίκνωση της καλλιεργήσιμης γης. Υπολογίζεται ότι όσο βρίσκεται ο Ερντογάν στην εξουσία, μια έκταση συγκρίσιμη με το Βέλγιο (7,4 εκτάρια γης) έπαψε να καλλιεργείται είτε επειδή οικοδομήθηκε χάριν της εξάπλωσης των αστικών κέντρων, είτε επειδή χρησιμοποιήθηκε για έργα υποδομής και κυρίως δρόμους, ενώ μόνο τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των αγροτών μειώθηκε από 2,8 εκ. σε 2,1 εκ. άτομα. Ταυτόχρονα, η εκμηχάνιση της γεωργικής παραγωγής δεν ήταν τόσο μεγάλη ώστε η αυξημένη παραγωγικότητα να αναπληρώσει τη μείωση σε γη και ανθρώπινα χέρια.

Διενεργώντας πάντως μια ακτινογραφία της τουρκικής οικονομίας αξίζει να παρατηρήσουμε ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις δεν επηρεάστηκαν αρνητικά από την στροφή στον αυταρχισμό του καθεστώτος Ερντογάν. Προς διάψευση όσων υποστηρίζουν ότι οι ξένοι επενδυτές έλκονται από φιλελεύθερα και ανοιχτά καθεστώτα και προς επιβεβαίωση όσων διατείνονται ότι οι επενδυτές έλκονται από τα αυταρχικά καθεστώτα επειδή εξασφαλίζουν σταθερότητα μέσω της καταστολής, χωρίς να λογαριάζουν το πολιτικό κόστος, η εισροή ξένων επενδύσεων το 2018 κινήθηκε στα ίδια ή και ανώτερα επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια: 13,2 δισ. δολ., όταν το 2017 ήταν 10,9 δισ. δολ., το 2016 ήταν 12,3 δισ., το 2015 χρονιά – έκπληξη και καθόλου αντιπροσωπευτική έφτασαν τα 16,8 δισ. δολ., και τα τρία προηγούμενα χρόνια, 2014, 2013 και 2012 ήταν 12,75 δισ., 12,46 δισ. και 13,28 δισ. δολ. αντίστοιχα.

Η τουρκική οικονομία είναι σημαντικά εκτεθειμένη ωστόσο στη διεθνή ύφεση και συγκεκριμένα σε ένα δηλητηριώδες μίγμα ανόδου των επιτοκίων, κυρίως από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, που προκαλεί φυγή κεφαλαίων από τις αναδυόμενες χώρες, και μείωσης της ζήτησης που πλήττει τις εξαγωγικές βιομηχανίες της Τουρκίας. Με την ιταλική οικονομία να βρίσκεται επίσημα σε ύφεση και τη γερμανική στα πρόθυρα, η μετάσταση στην Τουρκία είναι αποκλειστικά και μόνο θέμα χρόνου. Ανοιχτό δηλαδή παραμένει το πότε κι όχι το αν…

Πλάι σε αυτές τις αιτίες προστίθενται και τα μέτωπα που άνοιξε η επιθετική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Εν αρχή είναι ο εμπορικός πόλεμος, που μπορεί με Ευρώπη, Μεξικό και Καναδά να έληξε με την παράδοσή τους, στον υπόλοιπο κόσμο ωστόσο συνεχίζεται. Οι δασμοί που επέβαλε ο Λευκός Οίκος στα προϊόντα χάλυβα από την Τουρκία προς στήριξη της αμερικανικής εγχώριας παραγωγής, η οποία προφανώς είναι μη ανταγωνιστική, ανήλθαν στο 50% κι ήταν διπλάσιοι των δασμών που επιβλήθηκαν σε άλλες χώρες. Προφανώς για λόγους πολιτικούς. Η Ουάσιγκτον άλλωστε ποτέ δεν έκρυψε ότι χρησιμοποιεί το όπλο της οικονομίας για να πετύχει πολιτικούς σκοπούς.

Μόλις τον Ιανουάριο του 2019, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εξαγγελία απόσυρσης του αμερικανικού στρατού από τη Συρία, ο Τραμπ με μήνυμά του στον αγαπημένο του τόπο κοινωνικής δικτύωσης απείλησε ότι θα καταστρέψει οικονομικά την Τουρκία αν αναλάβει δράση εναντίον του YPG που για τις ΗΠΑ αποδείχθηκε στρατηγικός της σύμμαχος στη Συρία. Για την Τουρκία ωστόσο αποτελεί το στόχο της επόμενης μέρας και συγκοινωνούν δοχείο με το ΡΚΚ, που είναι ενταγμένο στην αμερικανική λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Την επομένη του προεδρικού …τιτιβίσματος η τουρκική λίρα έχασε 1,6% της αξίας της έναντι του δολαρίου, που το ανέκτησε μετά από μια τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν. Για να το χάσει φυσικά στη συνέχεια…

Η απόφαση του Ανωτάτου Εκλογικού Συμβουλίου, κατ’ εντολήν προφανώς του Ερντογάν, να ακυρώσει το εκλογικό αποτέλεσμα στην Κωνσταντινούπολη, που χάρισε στον Εκρέμ Ιμάμογλου το αρνητικό ρεκόρ του δημάρχου για 17 μόλις μέρες, θα επιτείνει την οικονομική αστάθεια στην Τουρκία. Ακόμη κι αν στις επαναληπτικές εκλογές της 23ης Ιουνίου στην Κωνσταντινούπολη κερδίσει ο εκλεκτός του Ερντογάν, Μπιναλί Γιλντρίμ και συνεχίσει έτσι το ταμείο του δήμου να είναι στα χέρια του κόμματος του Ερντογάν, οι επιτυχίες των υποψηφίων της αντιπολίτευσης στις άλλες μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, και οι επακόλουθες κοινωνικές εντάσεις θα δημιουργήσουν τριγμούς που μοιραία θα μεταδοθούν και στο οικονομικό επίπεδο. Προς επίρρωση πιθανά μιας ρήσης του Ερντογάν από το 2017 ότι «η τύχη της Τουρκίας έχει γίνει ένα με την τύχη του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης».

Ρωσία – Τουρκία: το φλερτ γίνεται γάμος

Η επιταχυνόμενη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας είναι γεγονός αναντίρρητο. Αυτό που δεν είναι σαφές είναι το μέρος κατά το οποίο η σμίκρυνση της απόστασης μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας οφείλεται σε δική τους πρωτοβουλία και επιλογή και εκείνο το μέρος που οφείλεται στην …Ουάσιγκτον.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μένει να αποδειχθεί με άλλα λόγια σε ποιο βαθμό η επιθετική πολιτική των ΗΠΑ ωθεί τον Ερντογάν στην αγκαλιά του Πούτιν. Τα όσα εξελίσσονται τις τελευταίες ημέρες με αφορμή την συμφωνία αγοράς των ρωσικών πυραύλων S400 από την Τουρκία είναι πέρα για πέρα ενδεικτικά.

Οι ΗΠΑ διαμηνύουν προς πάσα κατεύθυνση και με κάθε τόνο ότι η Άγκυρα θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στους ρωσικούς πυραύλους και τα νέας γενιάς 100 μαχητικά αεροσκάφη F35 που έχει ήδη παραγγείλει. Την αιτία την περιέγραψαν με μια απειλητική επιστολή τους στους New York Times 4 Αμερικάνοι κοινοβουλευτικοί που προέρχονται μάλιστα κι από τα δύο κόμματα, για να μη μείνει καμμιά αμφιβολία πώς πρόκειται για διακομματική επιλογή: «καθώς οι S400 είναι το σύστημα που δημιούργησε η Ρωσία για να καταρρίπτει τα F35, η αγορά τους από την Τουρκία θα δημιουργούσε έναν απαράδεκτο κίνδυνο επειδή τα ραντάρ τους θα έδιναν τη δυνατότητα στο ρωσικό στρατό να καταλαβαίνει πώς λειτουργούν τα F35».

Οι απειλές κλιμακώθηκαν με την προειδοποίηση του αμερικανού αντιπροέδρου Μάικ Πενς ότι αν η Τουρκία δεν αναθεωρήσει την επιλογή της τότε διακυβεύεται ακόμη κι η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ! Η αντίδραση της Τουρκίας ήταν όχι μόνο απρόβλεπτη αλλά και δηλωτική του βάθους του ρήγματος στις σχέσεις των δυο χωρών, με τον τούρκο Υπουργό Εξωτερικών να απαντάει, απειλητικά, ότι αν ακυρωθεί η παράδοση των F35 τότε η Τουρκία θα πρέπει να καλύψει τις ανάγκες της από …αλλού. Για όποιον δεν κατάλαβε, η Τουρκία απειλεί ότι θα αγοράσει και μαχητικά αεροπλάνα από τη Ρωσία!

Να αναφερθεί ότι οι ΗΠΑ ανάλογες απειλές εκτοξεύουν κι εναντίον της Αιγύπτου με αφορμή την απόφασή της να αγοράσει 20 ρωσικά μαχητικά αεροπλάνα Su35. Ο Μάικ Πομπέο αυτή τη φορά απείλησε το Κάιρο ότι θα ενεργοποιηθεί εναντίον του ο ίδιος νόμος που θα ενεργοποιηθεί και κατά της Τουρκίας (CAATSA) κι ο οποίος ψηφίστηκε το 2017 στοχεύοντας το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα και τη Ρωσία.

Μόνο που η Τουρκία, αντίθετα με την Αίγυπτο, διατηρεί τη δυνατότητα των ελιγμών και της αναθεώρησης της εξωτερικής της πολιτικής ως απάντηση στις αμερικανικές πιέσεις. Αντιπροσωπευτικά είναι τα όσα διαμείφθηκαν στη ρωσική πρωτεύουσα στις 8 Απριλίου με αφορμή τη συνεδρίαση του ανώτατου συμβουλίου συνεργασίας Ρωσίας – Τουρκίας. Στο πλαίσιο του οι ηγέτες των δύο χωρών συναντήθηκαν για τρίτη φορά εντός του 2019! Κατά τη διάρκεια των κοινών δηλώσεων τους περίσσεψαν οι δεσμεύσεις για περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.

Εντός του 2018, οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών αυξήθηκαν κατά 16% φθάνοντας τα 25 δισ. δολ., ενώ το ύψος των επενδύσεων κι από τις δύο χώρες ανέρχεται σε 20 δισ. δολ. Με βάση τον τούρκο ηγέτη, στόχος των δύο χωρών είναι η αξία του διμερούς εμπορίου να φτάσει τα 100 δισ., να αυξηθεί δηλαδή 4 φορές. Σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά προϊόντα, η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Τουρκία. Το 2018 εισήγαγε από τη Ρωσία 24 δισ. κυβικά μέτρα αερίου, καλύπτοντας σχεδόν το ήμισυ των αναγκών όλης της χώρας. Η λειτουργία δε του νέου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου Turkstream θα αυξήσει σημαντικά την παροχή ρωσικού αερίου στους τούρκους καταναλωτές. Στα στρατηγικής σημασίας έργα που υλοποιούν οι δύο χώρες περιλαμβάνεται η ρωσική αποβάθρα σε τούρκικο λιμάνι της Μαύρης θάλασσας και φυσικά το πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακογιού που αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία του το 2023, αν φυσικά ξεπερασθεί το οξύτατο πρόβλημα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζει.

Η πορεία των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων που οξύνονται διαρκώς πολύ πιθανά θα κριθεί στη Συρία. Τουρκία και Ρωσία δηλώνουν δημοσίως ότι δεσμεύονται σε δυο στόχους για τη χώρα των Άσαντ: την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και την εδαφική της ακεραιότητα. Και οι δύο στόχοι ελάχιστα αφορούν στη Συρία. Στοχεύουν στους Κούρδους της Συρίας που, παρά τη φαινομενική ηρεμία που επικρατεί, συνεχίζουν μετά τη συντριβή του ISIS να βελτιώνουν τις θέσεις τους στα ανατολικά της χώρας. Μόλις τον Μάρτιο μια δύναμη 60.000 μαχητών από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), που πολεμούν πλάι – πλάι με τους 2.000 Αμερικανούς  πήρε από τον έλεγχο των ισλαμιστών την πόλη Μπαγκχούζ στα σύνορα με το Ιράκ που αποτελούσε το τελευταίο προπύργιο του ISIS.  Ακόμη ωστόσο κι αυτή η τελευταία πράξη του δράματος του ISIS δεν θα σημάνει την αποχώρηση των Αμερικανών.

Με βάση δηλώσεις του Τραμπ θα παραμείνουν στη Συρία 400 αμερικανοί στρατιώτες, για να εξασφαλίζουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή. Μεταξύ άλλων ότι ο Άσαντ και οι σύμμαχοι του, Ρωσία και Τουρκία, δεν θα επιχειρήσουν να αποκαταστήσουν την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Οι Αμερικάνοι θα παραμείνουν εκεί για να προστατεύουν τους Κούρδους, διασπώντας στην πράξη τη Συρία κι αφήνοντας για το μέλλον ανοιχτό το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν ένα πρόπλασμα κράτους, όπως έκαναν και στο Ιράκ. Η σημασία που αποδίδουν οι ΗΠΑ φάνηκε από την απειλή που εκτόξευσαν κατά της Τουρκίας δηλώνοντας πώς θα υποστεί καταστροφικές συνέπειες αν κινηθεί εναντίον των Κούρδων. Κάτι όμως που είναι θέμα χρόνου να πράξει η Τουρκία…

Πηγή: Νέα Σελίδα