Γιάννης Κουζής: «Ειδική Οικονομική Ζώνη θέλουν την Ελλάδα οι πιστωτές» (Επίκαιρα, 18-24 Ιουνίου 2015)

11_KOYZHS-650x250 (1)«Οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών θεσμών έχουν απόλυτα αποδεχθεί τα νεοφιλελεύθερα δόγματα, απαξιώνοντας στην πράξη, και με συστηματικό τρόπο, το ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών κρίνοντάς το μειονέκτημα στο πεδίο του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού ανταγωνισμού», τονίζει ο Γιάννης Κουζής, καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Ειδικός Σύμβουλος του υπουργού Εργασίας στη συνέντευξη που παραχώρησε στα Επίκαιρα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

– Ποιο είναι το περιεχόμενο των αλλαγών που συντελέσθηκαν κατά την περίοδο των μνημονίων στην Ελλάδα στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων;

– Η κρίση και τα μνημόνια αποτέλεσαν την χρυσή ευκαιρία ώστε στην ελληνική αγορά εργασίας να ενταθούν οι πολιτικές ευελιξίας της εργασίας που δρομολογούνταν σταθερά αλλά με χαμηλότερους ρυθμούς από το 1990 και εντεύθεν. Πρόκειται για τις πολιτικές ενίσχυσης των ατυπικών μορφών εργασίας, δεύτερης ταχύτητας αμοιβών και δικαιωμάτων, σε βάρος της σταθερής και πλήρους απασχόλησης, της ανάπτυξης της ελαστικοποίησης των ωραρίων, του περιορισμού της προστασίας από τις απολύσεις και ευελικτοποίησης του τρόπου διαμόρφωσης των μισθών μέσα από την αποδιάρθρωση του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της επίλυσης των συλλογικών διαφορών. Παρεμβάσεις επίσης καταγράφονται κατά την ίδια περίοδο και στον δημόσιο τομέα στο πλαίσιο της στρατηγικής σύγκλισης του εργασιακού του καθεστώτος με το αντίστοιχο του ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο μιας προς τα κάτω σύγκλισης που ωθεί στη συνολική και δραματική υποβάθμιση του περιεχομένου της εργασίας

– Σε ό,τι αφορά στα εργασιακά ποιές είναι οι απαιτήσεις των δανειστών;

– Σήμερα οι δανειστές επιμένουν στην ολοκλήρωση της πολιτικής μετατροπής της χώρας σε μια ειδική οικονομική ζώνη εστιάζοντας, καταρχάς, στην απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για την πλήρη άρση της προστασίας από τις μαζικές απολύσεις με την παροχή της δυνατότητας στις επιχειρήσεις άνω των 150 εργαζόμενων να απολύουν ελεύθερα μέχρι και το 10% του δυναμικού τους μηνιαίως, και χωρίς το ανώτατο αριθμητικό όριο των 30 ανά μήνα απολύσεων. Αυτό σημαίνει περαιτέρω διευκόλυνση των απολύσεων που μεταφράζεται στην πλήρη απελευθέρωσή τους, εφόσον πλέον η ειδική διαδικασία προστασίας από τις μαζικές απολύσεις θα προβλέπεται όταν οι επιχειρήσεις θα θέλουν να υπερβούν το νέο ανώτατο όριο. Δηλαδή τότε θα απαιτείται η σύνταξη τεκμηριωμένης οικονομοτεχνικής έκθεσης, η ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ενώ η προβλεπόμενη σχετική έγκριση από το υπουργείο Εργασίας έχει και αυτή βρεθεί στο στόχαστρο των δανειστών. Η απελευθέρωση των απολύσεων κρίνεται απαράδεκτη, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου η ανεργία εκτινάχθηκε από το 7,5% στο 28%, εξέλιξη στην οποία συνέβαλαν τα αλλεπάλληλα μνημονιακά μέτρα διευκόλυνσης τόσο των ατομικών όσο και των ομαδικών απολύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο μειώθηκε έως και κατά το ήμισυ το κόστος των αποζημιώσεων παράλληλα με την αύξηση των δόσεων καταβολής  τους και τη μείωση του ποσού της κάθε δόσης, αυξήθηκε κατά 10 μήνες ο χρόνος προϋπηρεσίας για το δικαίωμα στην αποζημίωση απόλυσης, μειώθηκε στο 1/6 ο ανώτατος χρόνος προειδοποίησης απόλυσης, διαδικασία  που συνεπάγεται μειωμένη κατά το ήμισυ αποζημίωση, ενώ, τέλος, αυξήθηκε από το 2% στο 5% το όριο των ανά μήνα απολύσεων. Η πίεση για πλήρη ευελιξία στις απολύσεις ασκείται σήμερα σε μία χώρα ήδη πρωταθλήτρια ανεργίας στην ΕΕ με μόλις το 10% των ανέργων να λαμβάνει το πενιχρό επίδομα ανεργίας που αντιστοιχεί στο 60% του γενικού κατώτατου μισθού και για χρονικό διάστημα  έως 12 μηνών.

– Υπάρχουν τμήματα της ελληνικής ολιγαρχίας που κρύβονται πίσω από αυτές τις απαιτήσεις και προσδοκούν οφέλη από την εφαρμογή τους; 

– Οι απαιτήσεις αυτές προέρχονται αφενός από ξένους «επενδυτές» που προσδοκούν σε μια απελευθερωμένη αγορά εργασίας, και αφετέρου από οικονομικά συμφέροντα που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ενόψει σχεδιαζόμενων αναδιαρθρώσεων σε μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις. Σε αυτή την κατηγορία συγκαταλέγονται κυρίως οι τράπεζες, τα μέσα ενημέρωσης και οι αγοραστές των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών.

Εκτός από τις ομαδικές απολύσεις απαιτούνται και άλλα μέτρα από τους δανειστές;

– Βεβαίως εκτός από τα μέτρα για τις απολύσεις για τους δανειστές πάντοτε εκκρεμούν, αν και δεν τίθενται στην παρούσα φάση, οι παρεμβάσεις στον περιορισμό της συνδικαλιστικής δράσης και στην επαναφορά της ανταπεργίας (lock out). Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η ολοκλήρωση των παρεμβάσεων και στο συλλογικό μέρος των εργασιακών σχέσεων μετά από την αποκαθήλωση των συλλογικών συμβάσεων. Παράλληλα ασκούνται πιέσεις ώστε να μην καταργηθούν τα μνημονιακά μέτρα που αποδιάρθρωσαν την εργασία με κύρια αιχμή την παρεμπόδιση της επαναφοράς του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και της αποκατάστασης των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

– Ισχύει ακόμη η επιδίωξή τους να πάει ο μισθός στα 250 ευρώ όπως είχε δηλώσει ο Τόμσεν στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο;

– Είναι γνωστό ότι στο παράρτημα του δευτέρου μνημονίου συμπεριλαμβάνεται ο στόχος της σύγκλισης των κατώτατων μισθών με εκείνους των γειτονικών βαλκανικών χωρών. Το μέτρο της συμπίεσης των κατώτατων μισθών από τα 751 στα 586 ευρώ (και στα 510 για τους νέους) εντάχθηκε σε αυτό το στόχο. Παράλληλα με την αποδόμηση του συστήματος των συλλογικών συμβάσεων και με την συνακόλουθη έξαρση της εξατομίκευσης των μισθών, που οδήγησαν σε μεσοσταθμική μείωση των μισθών κατά 24%, ώστε σήμερα να έχει διπλασιασθεί το ποσοστό των πλήρως απασχολούμενων, και τετραπλασιασθεί το αντίστοιχο των εργαζόμενων με μειωμένα ωράρια που αμείβονται με μισθούς μέχρι τα παλαιά γενικά κατώτατα όρια των 751 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με το 1,4 εκ. ανέργων διαμορφώνουν ένα νέο και έντονα υποβαθμισμένο εργασιακό τοπίο παράλληλα με μια νέα κουλτούρα για την εργασία που αποκλίνει από την έννοια και το ουσιαστικό περιεχόμενό της.

– Υφίστανται αντιθέσεις μεταξύ ευρωπαίων πιστωτών και ΔΝΤ στα εργασιακά;

– Οι κατά καιρούς διαφαινόμενες διαφορές πιστεύω ότι είναι δευτερεύουσας σημασίας πόσο μάλλον που σε όλη την διάρκεια της μνημονιακής περιόδου παρατηρούνται αλλαγές στους ρόλους του «καλού» και του «κακού» στα θέματα της αγοράς εργασίας. Και αυτό γιατί θεωρώ ότι σε σημαντικό βαθμό οι θέσεις των τριών θεσμών τέμνονται και αλληλοσυμπληρώνονται, στοιχείο που πρέπει να καθιστά την όποια διαπραγμάτευση κυρίως πολιτική και όχι τεχνική στη βάση τεκμηριωμένων επιστημονικά επιχειρημάτων που δεν φαίνεται να συγκινούν τη μονομερή και νεοφιλελεύθερη αντίληψη των δανειστών. Ο ρόλος του ΔΝΤ είναι γνωστός για τη διαχρονική στάση του στην πορεία της απορρύθμισης του κοινωνικού κράτους και της εργασίας όπου έχει καταγραφεί η παρουσία του. Οι άλλοι δύο ευρωπαίοι πιστωτές (ΕΕ και ΕΚΤ) έχουν προ πολλού δώσει δείγματα γραφής για τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τις εργασιακές σχέσεις στο πλαίσιο πολιτικών απασχόλησης υπό την πίεση της κυρίαρχης αντίληψης περί ανταγωνιστικότητας με όρους μείωσης και συμπίεσης των δαπανών για την εργασία, που ενοχοποιείται ως επαχθές κόστος. Με αυτό τον τρόπο οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών θεσμών έχουν απόλυτα αποδεχθεί τα νεοφιλελεύθερα δόγματα, απαξιώνοντας στην πράξη, και με συστηματικό τρόπο, το ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών κρίνοντάς το ως συγκριτικό μειονέκτημα στο πεδίο του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού ανταγωνισμού. Αυτό, άλλωστε, που καταγράφεται στην ελληνική αγορά εργασίας κατά την περίοδο των μνημονίων δεν αποτελεί καινοτομία ως προς τη φύση και το περιεχόμενο των επιβληθέντων μέτρων αφού αυτά αντιγράφουν «καλές» πρακτικές  που, διάσπαρτες, συναντώνται σε όλο σχεδόν το φάσμα των ευρωπαϊκών χωρών. Η μόνη καινοτομία έγκειται στο γεγονός ότι σε μια χώρα και σε τόσο σύντομο διάστημα επιβλήθηκε ένας καταιγισμός μέτρων ουσιαστικής απορρύθμισης της εργασίας. Επομένως, η εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση των ευρωπαϊκών πολιτικών για την απασχόληση και τις εργασιακές σχέσεις, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, δεν μπορεί να απενοχοποιήσει τον ρόλο της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης στο ελληνικό δράμα. Η κρίση και τα μνημόνια αποτέλεσαν την τέλεια αφορμή, υπό το άλλοθι της κρίσης, για την σταδιακή μεταφορά στην Ευρώπη και στην ευρωζώνη, μέσω του ελληνικού πειραματόζωου, εργασιακών όρων σύγκλισης  με τον τρίτο κόσμο. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, η Ευρώπη διαπραγματεύεται εν κρυπτώ τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (ΤΤΙΡ)με τις ΗΠΑ και τον Καναδά με περιεχόμενο πλήρους απελευθέρωσης των αγορών, και κατοχύρωσης της ελευθερίας των πολυεθνικών επενδυτών στη μη συμμόρφωση στο δίκαιο της χώρας υποδοχής αναφορικά με την εργατική, ασφαλιστική, φορολογική και  περιβαλλοντική νομοθεσία. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, με τους όρους που σήμερα λειτουργούν και διοικούνται, να αποτελούν την ασφάλεια για τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών έναντι του αμερικανοκρατούμενου ΔΝΤ, όταν ήδη συμβάλλουν στην μέχρι τώρα σταδιακή αποδόμησή τους; Και όταν, επίσης, προετοιμάζουν σε, κεκλεισμένων θυρών, διαπραγματεύσεις την πλήρη αποδιάρθρωσή τους, μέσα από «ελεύθερες» επενδυτικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, χώρα που αρνείται επίμονα να επικυρώσει τις 6 από τις 8 θεμελιώδεις διεθνείς συμβάσεις εργασίας του ILO;

Ο τουρισμός θα μας σώσει; (Unfollow, Ιούλιος 2014)

h-swimming-poolΣε εργασιακές σχέσεις δουλοπαροικίας με εισαγόμενο ανειδίκευτο προσωπικό χτίζεται το τουριστικό θαύμα που επαινεί ο Σαμαράς

Τα ξενοδοχεία της Αθήνας θεωρούνται τα λιγότερο ευάλωτα απέναντι στις πιέσεις των τουρ οπερέιτορ για μείωση των τιμών. Το γεγονός ότι η λειτουργία τους δεν είναι εποχιακή κι ότι μεγάλο μέρος των κρατήσεων γίνεται μέσω ίντερνετ από τους ίδιους τους πελάτες, δημιουργούν πολλές δικλείδες ασφαλείας στους ξενοδόχους ώστε να αποφεύγουν τον θανάσιμο εναγκαλισμό των τουρ οπερέιτορ. «Σε πρακτικό επίπεδο όσο περνούν τα χρόνια τόσο πιο δύσκολο είναι να πεις όχι», εκμυστηρεύονται επαγγελματίες που ξέρουν την αγορά. Κι αυτό μάλιστα ισχύει ακόμη και για τα ξενοδοχεία της Αθήνας, όχι μόνο των νησιών. «Μεγάλο ξενοδοχείο στο Καβούρι πέρυσι, με τιμές απλησίαστες για τους Έλληνες, αποδέχθηκε πρόταση ρώσικου οργανισμού για μια μαζική κράτηση που είναι πολύ αμφίβολο αν κατάφερε να βγάλει τα έξοδα για το πλύσιμο των σεντονιών», δηλώνει στο Unfollow επαγγελματίας του τουρισμού, με αντικείμενο πωλήσεις σε ξένες αγορές.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Πρόκειται για λεπτομέρειες που αμφισβητούν ευθέως τις μεγάλες προσδοκίες που δημιουργεί η κυβέρνηση από την αναμενόμενη αύξηση των τουριστών που θα επισκεφθούν την χώρα φέτος το καλοκαίρι. Το 2013 οι επισκέπτες έφτασαν τα 20,1 εκ. άτομα, από 16,95 το 2012 (αύξηση κατά 18,7%). Οι εισπράξεις δεν αυξήθηκαν με τον ίδιο ρυθμό, χωρίς ωστόσο να υπολείπονται σημαντικά. Από 10,44 δισ. ευρώ το 2012 πέρυσι έφτασαν τα 12,15 δισ. ευρώ, σημειώθηκε δηλαδή αύξηση 16,4% (όλα τα στοιχεία προέρχονται από Δελτίο Τύπου της Τράπεζας της Ελλάδας, της 29ης Απριλίου 2014). Τα στοιχεία που υπάρχουν μέχρι στιγμής προεξοφλούν ότι το 2014 θα αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των τουριστών. Συγκεκριμένα, το πρώτο πεντάμηνο του 2014 οι αφίξεις στην Αθήνα αυξήθηκαν κατά 34,4% σε σχέση με την ίδια χρονική περίοδο του 2013, ενώ στην Θεσσαλονίκη αυξήθηκαν κατά 15,2%.
Σε αυτό το φόντο, ακόμη μάλιστα κι αν εξαντλήσουμε την γενναιοψυχία μας και προσπεράσουμε την εξ ίσου σίγουρη πρόβλεψη ότι φέτος όπως και πέρυσι οι 3 στους 4 κατοίκους της Ελλάδας δεν θα κάνουν διακοπές λόγω φτώχειας, πρέπει να απαντηθεί ποιά θα είναι τα οφέλη από την προβλεπόμενη αύξηση των τουριστών; Δικαιούμαστε με άλλα λόγια να μοιραστούμε την αισιοδοξία του Σαμαρά και να ελπίσουμε ότι τα έσοδα που θα εισρεύσουν θα διαχυθούν στην κοινωνία, αυξάνοντας το εισόδημα αν όχι όλων των κατοίκων τουλάχιστον όσων ασχολούνται με άμεσο και έμμεσο τρόπο στην αποκαλούμενη και βαριά βιομηχανία της Ελλάδας; Η σημασία του τουρισμού στην ελληνική οικονομία υπογραμμίστηκε σε έκθεση του ΙΟΒΕ (Σεπτέμβριος 2012) όπου αναφερόταν ότι η συνολική επίδραση του ανέρχεται στο 15,1% του ΑΕΠ, η συμβολή του στην έμμεση φορολογία (1,4 δισ. ευρώ) ανέρχεται στο 5% των συνολικών εσόδων ενώ η άμεση και έμμεση απασχόληση στον κλάδο το 2010 ανερχόταν σε 446.000 άτομα (9% των απασχολουμένων).

Τουρισμός, η εθνική μας …παρακμή

Το σημαντικό ειδικό βάρος του τουριστικού κλάδου στην ελληνική οικονομία, με διεθνείς συγκρίσεις, φαίνεται αν δούμε ότι οι τουριστικές εισπράξεις (οι δαπάνες δηλαδή των ξένων τουριστών κατά την επίσκεψή τους) ανέρχονται στο 5% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία κι η Ιταλία φτάνουν το 2%, στην Τουρκία το 3%, ενώ ακόμη και στις συγκρίσιμες Ισπανία και Πορτογαλία ανέρχονται στο 4% του ΑΕΠ. Είναι αναγκαίο να ειπωθεί πως κάθε άλλο παρά προτέρημα αποτελεί για μια χώρα η εξάρτησή της από τον τουρισμό. Οι αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον από τις σχετικές επενδύσεις (ακόμη και πριν τον οδοστρωτήρα του fast-track ή του πρόσφατου νόμου για τον αιγιαλό), ο εποχιακός χαρακτήρας της δραστηριότητας που επιτείνει την οικονομική αστάθεια κι οι χαμηλής ειδίκευσης εργασίες, όπου εγγενώς ανθεί η εποχιακή απασχόληση κι οι χαμηλοί μισθοί μετατρέπουν τον τουρισμό σε μια επιλογή για τους απόβλητους του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα, όπου η διαδικασία αποβιομηχάνισης των τελευταίων, Μνημονιακών ετών έχει αυξήσει την σημασία του τουρισμού, μετατρέποντας τη χώρα μας σε γκαρσόνι της ΕΕ. Γι’ αυτό το σχέδιο επί της ουσίας καμαρώνει ο Σαμαράς… Αξίζει όμως να δούμε τι πρακτικά σημαίνει η άνοδος του αριθμού των ξένων επισκεπτών για ένα μεγάλο τμήμα της Ελλάδας που είτε κατοικεί γεωγραφικά κοντά σε τουριστικές περιοχές, είτε περιμένει να ζήσει από τα τουριστικά επαγγέλματα.
Αρχικά πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η άνοδος του αριθμού των ξένων τουριστών στην Ελλάδα από το 2010 μέχρι το 2013 κατά 34% (από 15 εκ. σε 21,1 εκ. τουρίστες) οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην πολιτική αναστάτωση που κυριάρχησε στις γειτονικές χώρες λόγω της αραβικής άνοιξης στη Βόρεια Αφρική, του πολέμου στη Συρία και των συγκρούσεων στην Τουρκία. Η Ελλάδα δηλαδή κέρδισε ως τουριστικός προορισμός έλκοντας τουρίστες που ακύρωναν τις επισκέψεις τους στις γειτονικές χώρες. Επ’ ουδενί επομένως δεν αποτελεί η άνοδος του τουρισμού ψήφο εμπιστοσύνης των αγορών στην Ελλάδα ή ένδειξη ανάκαμψης του οικονομικού κλίματος.
Η ειδυλλιακή εικόνα που καλλιεργεί η κυβέρνηση από την άνοδο του τουρισμού θολώνει αν εξετάσουμε σε βάθος την συμβολή της κρουαζιέρας. Από το 2012 ως το 2013 παρότι οι σχετικοί ταξιδιώτες αυξήθηκαν κατά 53% (από 1,43 εκ. σε 2,19 εκ.) τα σχετικά έσοδα αυξήθηκαν μόνο κατά 6,6% (από 417,6 εκ. σε 445,2 εκ.) κι αυτά φυσικά θα αφορούν τέλη ελλιμενισμού. Καμία δηλαδή διάχυση στις τοπικές κοινωνίες του τουριστικού συναλλάγματος, κανένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Οι επισκέπτες από τα κρουαζιερόπλοια, που αυξάνονται με εκθετικό ρυθμό είναι γνωστό (κι αντικείμενο χλευασμού στα νησιά) πως δεν καταναλώνουν ούτε 1 ευρώ τις λίγες ώρες που επισκέπτονται μια πόλη. Ακόμη και το μπουκαλάκι του νερού το κουβαλάνε μαζί τους από το πλοίο. Ο τουρισμός της κρουαζιέρας είναι το αποκορύφωμα του τουρισμού all inclusive που μπορεί να δίνει επιπλέον δυνατότητες διακοπών στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ραγδαία, ωστόσο για τους τόπους άφιξης είναι εντελώς αδιάφορος, μια και δεν δημιουργεί κανένα όφελος στις τοπικές κοινωνίες. Όλα τα χρήματα μένουν στο ξενοδοχειακό συγκρότημα, που συχνά ανήκει σε πολυεθνική αλυσίδα.
Οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων τεσσάρων ετών συνέβαλαν ωστόσο στην άνοδο του τουρισμού, για ένα λόγο όμως που μόνο τιμή δεν περιποιεί: Επειδή η Ελλάδα απέκτησε τριτοκοσμικά μεροκάματα, επειδή το εργατικό δίκαιο που ποτέ δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με την βιομηχανία του τουρισμού στην πράξη καταργήθηκε πλήρως κι έτσι η Ελλάδα μετατράπηκε σε ευρωπαϊκή μπανανία. Δηλαδή, τουριστικός προορισμός που με το πέρασμα του χρόνου όλο και περισσότερο ομοιάζει με τις χώρες της νοτιο-ανατολικής Ασίας, όπου οι ντόπιοι εργάζονται σαν σκλάβοι, υπηρετώντας μια τουριστική βιομηχανία χτισμένη πάνω στην απόγνωση του πληθυσμού και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος .

Προσλήψεις μέσω off-shore!

«Πέρυσι το καλοκαίρι βρεθήκαμε ενώπιον μιας κατάστασης που δεν μας είχε ξανατύχει. Παρότι τα μηνύματα περιέγραφαν πληρότητα ακόμη και 130% δεκάδες εργαζόμενοι που περίμεναν να ξαναπροσληφθούν σε ξενοδοχεία που δούλευαν επί χρόνια δεν είχαν καμιά ειδοποίηση», λέει στο Unfollow ο Σωκράτης Βαρδάκης, πρόεδρος στο Εργατικό Κέντρο Ηρακλείου. «Μας πήρε δύο μήνες να εξιχνιάσουμε το μεγάλο κόλπο των ξενοδόχων. Οι προσλήψεις γίνονταν μέσω δύο off-shore που είχαν στήσει με έδρα την Ελβετία και την Κύπρο κι έτσι απέφευγαν να τους ασφαλίζουν, ισχυριζόμενοι ότι ήταν ασφαλισμένοι στην χώρα – έδρα της off-shore, βάσει διακρατικής συμφωνίας που δίνει αυτή την δυνατότητα. Εμείς διερευνήσαμε και είδαμε πως δεν είχαν καμία κοινωνική ασφάλιση. Μάλιστα το προσωπικό αυτό δεν προέρχεται μόνο από χώρες της ανατολικής Ευρώπης, Βουλγαρία και Αλβανία, αλλά όλο και συχνότερα κι από την Δυτική Ευρώπη. Οι εργασιακές συνθήκες θυμίζουν γαλέρα. Για πρώτη φορά δεν έχει υπογραφεί καμία τοπική σύμβαση εργασίας, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε άλλα χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι να ανθούν οι ατομικές συμβάσεις εργασίας κι όλο και περισσότεροι να δουλεύουν για 600 ευρώ. Η εργοδοτική αυθαιρεσία δεν θα οργίαζε», συνεχίζει ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου «αν υπήρχαν ελεγκτικοί μηχανισμοί. Πλέον όμως η επιθεώρηση εργασίας του νομού Λασιθίου έχει 1 εργαζόμενο, όταν πριν 3 χρόνια είχε 3. Η υποβάθμισή της έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε εκλιπαρούσε την αποκεντρωμένη διοίκηση Κρήτης να της χορηγήσει αυτοκίνητο για να μπορεί να κάνει ελέγχους. Κι όταν η αποκεντρωμένη διοίκηση αποδέχθηκε το αίτημά της, ενημέρωσε ταυτόχρονα τον επιθεωρητή ότι δεν μπορούσε να του καλύψει το κόστος των καυσίμων γιατί είχε κλείσει ο προϋπολογισμός. Και τότε ανέλαβε το κόστος των καυσίμων το σωματείο των Ξενοδοχοϋπαλλήλων»!

Κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, με ευλογία Σαμαρά και Τρόικας

«Τα τελευταία δύο χρόνια έχουν χάθει σημαντικές κατακτήσεις: από προσαυξήσεις και ρεπό μέχρι ακόμη κι η κοινωνική ασφάλιση» λέει στο Unfollow ο Παναγιώτης Προύτζος, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Επισιτισμού Τουρισμού. Σε τουριστικούς προορισμούς όπως η Κρήτη και η Ρόδος το φαινόμενο έχει πάρει την μορφή χιονοστιβάδας. Το μέσο που αξιοποιούν οι ξενοδόχοι είναι ο θεσμός της μαθητείας. Βάσει όμως μια κοινής υπουργικής απόφασης οι μαθητευόμενοι δεν μπορούν να ξεπερνούν το 17% του προσωπικού. Εμείς όμως έχουμε διαπιστώσει, με αφορμή προσωπικές μας επισκέψεις, να υπάρχουν ξενοδοχεία στις Κυκλάδες με 1 γενικό διευθυντή κι όλο το υπόλοιπο προσωπικό να είναι μαθητευόμενοι. Η εργοδοσία», συνεχίζει ο πρόεδρος της ομοσπονδίας εργαζομένων «αξιοποιεί την αθρόα είσοδο ανειδίκευτων από την Ανατολική Ευρώπη (Λετονία, Λιθουανία, Τσεχία και άλλες χώρες) τους οποίους βαφτίζει μαθητευόμενους. Οι δε σχολές από τις οποίες υποτίθεται ότι προέρχονται είναι δουλεμπορικά γραφεία. Η εργοδοσία επίσης αξιοποιεί τα voucher του ΟΑΕΔ, με αποτέλεσμα να μην πληρώνει από την τσέπη της ούτε 1 ευρώ κι ο εργαζόμενος να παίρνει 400-500 ευρώ. Το αποτέλεσμα είναι να διώχνονται από το επάγγελμα όλοι οι μεγάλοι σε ηλικία εργαζόμενοι. Επίσης τα ασφαλιστικά ταμεία διαλύονται, χάνοντας εκατομμύρια κάθε χρόνο από εισφορές. Καταλαβαίνουμε έτσι ότι η κυβέρνηση και η Τρόικα ενθαρρύνουν την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα. Τέλος, πρέπει να πούμε ότι όλα αυτά λεφτά καταλήγουν στην τσέπη των ξενοδόχων. Φέτος έχουν αυξήσει σημαντικά τις τιμές, οπότε οι εκβιασμοί των τουρ οπερέιτορ δεν τους αφήνουν χωρίς κέρδος, όπως μπορεί να συνέβαινε στο παρελθόν».
Με βάση λοιπόν την διαμορφωμένη πραγματικότητα η συμβολή του τουρισμού στην οικονομία κάθε άλλο παρά θετική μπορεί να χαρακτηρισθεί. Το κεφάλαιο έχει καταφέρει να διαμορφώσει το ιδανικότερο πλαίσιο εργασίας: όπως συμβαίνει στα καράβια και την οικοδομή, δεν υπάρχει καμία σταθερότητα, καμία μονιμότητα. Κι αν αυτό συνέβαινε ανέκαθεν, από το 2010 και μετά η αντιλαϊκά λαίλαπα των Μνημονίων κατάφερε να εξαφανίσει ακόμη και τον εργατικό μισθό μαζί με την κοινωνική ασφάλιση στον τουρισμό. Υπ’ αυτό το πρίσμα ο Σαμαράς έχει κάθε λόγο να προβάλει τον τουρισμό ως επίτευγμα της πολιτικής του, μια κι ως κλάδος έρχεται να διαβρώσει τις εργατικές κατακτήσεις, να τραβήξει προς τα κάτω το επίπεδο ζωής των εργαζομένων. Αυτό που δεν λέει οι Σαμαράς είναι πως το κατόρθωμά του, η ανάπτυξη του τουρισμού, σαν μικρογραφία του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που οραματίζεται για όλη την Ελλάδα, συντελείται πάνω στην εξαθλίωση εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων.
Εν ολίγοις, τι μπορούμε να περιμένουμε από έναν κλάδο επιχειρηματιών που ακόμη κι όταν οι δουλειές του πάνε περίφημα και διπλασιάζει τις τιμές του επιλέγει σε μια χώρα με 27% ανεργία να εισάγει εργαζόμενους μέσω δουλεμπορικών εταιρειών μόνο και μόνο για να τους πληρώνει με λίγα κατοστάρικα;

Φορομπηξία και μείωση μισθών ετοιμάζουν ΠΑΣΟΚ – ΕΕ (Πρν, 10/1/2009)

Τριετές κι όχι τετραετές το Πρόγραμμα Σταθερότητας κατ’ εντολή του Α. Παπανδρέου

 Με νυχτερινή (ν)τροπολογία αύξησαν τους φόρους σε τσιγάρα και ποτά και χάρισαν φόρους στους εφοπλιστές

Με την απειλή εφαρμογής ενός επαχθούς και μακροχρόνιου προγράμματος άγριας λιτότητας ετοιμάζεται να γιορτάσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την ερχόμενη Τετάρτη τις πρώτες 100 ημέρες της στην εξουσία. Η συμβολική αυτή επέτειος, που για όποιον έπαιρνε στα σοβαρά τις προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να γιορταστεί με την εφαρμογή μέτρων οικονομικής ανακούφισης των εργαζομένων, στην πραγματικότητα θα συμπέσει με την εφαρμογή μιας ισχυρότατης θεραπείας – σοκ, κατ’ εντολή της ΕΕ και της ελληνικής αστικής τάξης που θα δει τα κέρδη της να ανακάμπτουν και τη θέση της να αναβαθμίζεται.

Το πόσο κενοί περιεχομένου είναι οι κλαυθμοί κι οι οδυρμοί της κυβέρνησης για τον κίνδυνο χρεοκοπίας φάνηκαν τη νύχτα της Πέμπτης όταν μαζί με την (ν)ντροπολογία που κατατέθηκε και αύξανε τους φόρους που θα πληρώσουν εκατομμύρια εργαζόμενοι, ταυτόχρονα, με μια ειδική ρύθμιση για τις «εταιρείες χαρτοφυλακίου» ναυτιλιακών συμφερόντων παραχώρησε νέα φορολογικά προνόμια στους εφοπλιστές. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έτσι έδειξε πόσο ταξική είναι η πολιτική της και πόσο υποκριτική είναι η κινδυνολογία της για τον κίνδυνο χρεοκοπίας. Νέα προνόμια στο κεφάλαιο δίπλα στα υπάρχοντα και ταυτόχρονα νέοι φόροι για τους εργαζόμενους που θα επωμιστούν όλο το βάρος της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Ταυτόχρονα, η απαράδεκτη τροπολογία και οι πρόσφατες επίσημες δηλώσεις κι ανεπίσημες «διαρροές» αποσαφηνίζουν τα μέτρα που θα εφαρμοστούν για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα από 12,7% στο 2009 σε επίπεδα κάτω του 3% το 2012, κι όχι το 2013 (σε 3 δηλαδή κι όχι σε 4 χρόνια) όπως είχε δεσμευθεί ακόμη κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός με την ομιλία του στο Ζάππειο που έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για την θεραπεία – σοκ. Η χρονική αναπροσαρμογή κι η επίσπευση στην πράξη των μέτρων προκρίθηκε, σύμφωνα με την κυβέρνηση, προκειμένου το 2013 που θα είναι έτος εκλογών να μπορούν να αναγγελθούν παροχές. Παραμύθια! Το ΠΑΣΟΚ, και μαζί η ΕΕ κι η αστική τάξη που του έδωσαν το χρίσμα, ξέρουν καλύτερα από τον καθένα μας ότι μια τέτοια λαίλαπα μέτρων αν δεν περάσει από το ΠΑΣΟΚ δεν θα μπορέσει να περάσει από καμιά κυβέρνηση της Δεξιάς, ούτε ακόμη κι από κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Βιάζονται λοιπόν για να προλάβουν τη δική τους διαφαινόμενη φθορά, ακόμη και το ενδεχόμενο ανατροπής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ κάτω από τις εργατικές αντιδράσεις. Δεν είναι τυχαίο πως οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ανάκριναν με ύφος ταπεινωτικό τους αρμόδιους υπουργούς την Πέμπτη στην Αθήνα, ρωτούσαν να μάθουν επίμονα για τον κίνδυνο εργατικών αναταραχών, όταν θα εφαρμοστούν τα μέτρα που προβλέπονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Δικαιολογημένη η ανησυχία τους μια και πρόκειται για μέτρα – φωτιά που θα βυθίσουν στη φτώχεια τους εργαζόμενους. Ειδικότερα πρόκειται για μια δέσμη τεσσάρων μέτρων που η κυβέρνηση επιδιώκει να ψηφίσει μέσα στους επόμενους δύο ή τρεις μήνες.

Το πρώτο μέτρο, ακόμη και στην ιεράρχηση, είναι η αύξηση των κάθε λογής φόρων. Με την προχθεσινή τροπολογία το ΠΑΣΟΚ (με τη σύμφωνη γνώμη μάλιστα της ΝΔ) αύξησε τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ποτά και τα τσιγάρα, απ’ όπου αναμένει να εισπράξει 1 δισ. ευρώ. Θα το εισπράξει μάλιστα από την εργαζόμενη πλειοψηφία που κατά βάση χρηματοδοτεί την έμμεση φορολογία. Με την ίδια τροπολογία καταργήθηκε επίσης η φιλολαϊκή φορολόγηση των γονικών παροχών που είχε θεσπίσει η ΝΔ (για να αντισταθμίσει το ταξικό μέτρο του ΕΤΑΚ και της κατάργησης του Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας) επιβάλλοντας μια πρωτοφανή ρύθμιση αναδρομικής φορολόγησης των πράξεων μεταβίβασης που έγιναν από προχθές ακόμη, με όρους που θα ανακοινωθούν… οσονούπω! Αύξηση των φόρων θα επέλθει και μέσω της επαναφοράς των αποδείξεων καθώς μέρος έστω του αφορολόγητου θα χάνεται όταν δεν θα δικαιολογείται από αποδείξεις. Καταστροφικές συνέπειες θα έχει κι η αύξηση των αντικειμενικών τιμών των ακινήτων που αναμένεται να ανακοινώσει σύντομα το υπουργείο, επικαλούμενο την απόκλισή τους από τις πραγματικές και στην πράξη ωθώντάς τις ακόμη πιο ψηλά.

Το δεύτερο μέτρο με το οποίο θα επιδιωχθεί η μείωση του ελλείμματος θα είναι η μείωση των δαπανών κι ειδικότερα των δαπανών για συντάξεις και μισθούς. Η δήλωση του τεχνοκράτη των Βρυξελλών ότι «και με 720 ευρώ ο συνταξιούχος δεν περνάει άσχημα» σε συνδυασμό με την εμμονή της ΕΕ για κατάργηση του 14ου μισθού αποτελούν τροχιοδεικτικές βολές για όσα θα ‘ρθουν!

Κατά τρίτο, ένα σημαντικό μέρος των νέων εσόδων (2,5 δισ. ευρώ υπολογίζει η κυβέρνηση) θα έλθει από τις ιδιωτικοποιήσεις που χάρη της δημόσιας διαβούλευσης πρώτα εξαγγέλθηκαν στους τραπεζίτες του Σίτι του Λονδίνου απ’ όπου το μάθαμε και στην ημεδαπή. Το πρόγραμμα θα αφορά τις επιχειρήσεις ΔΕΗ, Αγροτική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛΠΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΔΕΠΑ κλπ. Ότι δηλαδή δεν πρόλαβε να ξεπουλήσει ο Αλογοσκούφης πριν φύγει νύχτα, εγκαταλείποντας την πολιτική.

Η τελευταία (όχι σε σημασία) κατηγορία μέτρων αφορά τα εργασιακά για τα οποία πιέζουν επίμονα οι Βρυξέλλες στην κατεύθυνση ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας (ας περιμένουμε λοιπόν νέο νόμο για τις εργασιακές σχέσεις, με πρόφαση τη ρύθμιση του σημερινού χάους) και το ασφαλιστικό, κατ’ αρχήν στην κατεύθυνση αύξησης των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης.

Ακόμη κι όλα τα παραπάνω μέτρα, αν αναλογιστούμε την εμπειρία των τελευταίων μηνών, ενδέχεται να αποδειχθούν λίγα μπροστά σ’ αυτά που θα αποφασίσουν για να μειώσουν το έλλειμμα. Η εφαρμογή τους παρόλα αυτά δεν είναι μονόδρομος. Οι εργαζόμενοι όπως έκαναν το 2000 με το ασφαλιστικό του Σημίτη κι όπως κάνουν τώρα στην Ισλανδία, μπορούν να ανατρέψουν αυτή την πολιτική, να αρνηθούν να θυσιαστούν στο βωμό του κεφαλαίου. Διαφορετικά μια δραματική περίοδος φτώχειας και ανέχειας ανοίγει για όλη την επόμενη δεκαετία…

Ποιός θα πληρώσει για την κρίση; (Πριν, 4/4/2009)

Στη σύνοδο του G20, αποφεύχθηκε το φιάσκο

ΚΑΛΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Πράγματι θα μείνει στην ιστορία η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο την Πέμπτη 2 Απριλίου, όχι όμως για τους προφανείς λόγους, σε σχέση δηλαδή με τις αποφάσεις που έλαβε για να αντιμετωπίσει την κρίση. Η σύνοδος του G20, η δεύτερη τέτοια σύνοδος μετά απ’ αυτήν που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσινγκτον στις 15 και 16 Νοεμβρίου, θα αποτελεί συμβατικά το διεθνές φόρουμ όπου για πρώτη φορά αποτυπώθηκε η συρρίκνωση της αμερικανικής ηγεμονίας και η αδυναμία τους να επιβάλλουν τις αποφάσεις – κάτι χωρίς προηγούμενο στον μεταπολεμικό κόσμο.

Μέχρι και την προηγούμενη μέρα της συνόδου πολλά στοιχεία μαρτυρούσαν ότι η σύνοδος του Λονδίνου θα είχε την τύχη της διακυβερνητικής διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Σιάτλ το 1999 στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Θα κατέρρεε δηλαδή υπό το βάρος των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Σε αυτό το συμπέρασμα συνέτειναν οι μάχες χαρακωμάτων που έδιναν τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Από την μια ο γαλλογερμανικός άξονας που συστάθηκε κατά κύριο λόγο με επίκεντρο την αδιάλλακτη θέση των Σαρκοζύ – Μέρκελ εναντίον της πλημμυρίδας ρευστού και υπέρ των μέτρων ρύθμισης των αγορών και από την άλλη ο αγγλοσαξονικός άξονας των Μπράουν – Ομπάμα που πριν τη σύνοδο είχαν κάνει σημαία τους την άνευ όρων και ορίων χρηματοδότηση της οικονομίας με αλλεπάλληλα πακέτα διάσωσης παραπέμποντας στο απώτερο μέλλον την λήψη μέτρων ρύθμισης και εξορθολογισμού του καπιταλισμού.

Σε αυτή τη διελκυστίνδα χαμένο βγήκε το δίδυμο Μπράουν – Ομπάμα καθώς στο τελικό ανακοινωθέν δεν υπάρχει καμιά κατεύθυνση για εκπόνηση νέων πακέτων σωτηρίας, όπως επεδίωκαν αρχικά. Πριν δούμε τις αποφάσεις που λήφθηκαν, αξίζει να τονίσουμε πως παρότι οι τελικές ανακοινώσεις δεν συνιστούν νίκη του γαλλογερμανικού άξονα, καθώς τα μέτρα ρύθμισης που προβλέπονται για τους φορολογικούς παραδείσους και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds) είναι ανεπαρκή σε έκταση και υπέρ του δέοντος γενικόλογα, παρόλα αυτά αποτελούν ήττα του αγγλοσαξονικού άξονα. Μια ήττα που έρχεται σαν αποτέλεσμα των τεράστιων ευθυνών που έχουν οι δύο αυτές χώρες για το ξέσπασμα της κρίσης – πληρώνοντας και τώρα το μεγαλύτερο τίμημα, αλλά επίσης και των κινδύνων που δημιουργούν για τη σταθερότητα του συστήματος με τα μέτρα που λαβαίνουν τώρα, όπως φάνηκε από την κριτική που δέχτηκαν!

Η απόφαση των 20 πλουσιότερων κρατών του κόσμου στη σύνοδο του Λονδίνου να ενισχύσουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που κόντευε να ξεμείνει από κεφάλαια, δείχνει την πρόθεσή τους να βάλουν τους εργαζόμενους να πληρώσουν την κρίση που οι ίδιοι προκάλεσαν, μέσα από προγράμματα άγριας λιτότητας και περικοπών.

Ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων και μειώσεις μισθών σε Ευρώπη και ΗΠΑ

 

Η σημαντικότερη απόφαση που έλαβε η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων χωρών του πλανήτη στις 2 Απρίλη θα μπορούσε να θωρηθεί απρόβλεπτη ή ακόμη χειρότερα… άσχετη σε σχέση με τα δύο διλήμματα που είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών της συνόδου: λιγότερη ή περισσότερη ρύθμιση, το πρώτο, και μικρά ή μεγάλα πακέτα στήριξης της οικονομίας από τις κυβερνήσεις, το δεύτερο. Στην πραγματικότητα ήταν ένα άλμα προς τα μπρος για το κεφάλαιο, μια δημιουργική σύνθεση των υπαρκτών διαφορών τους. Η απόφαση να στηρίξουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με το ιλιγγιώδες ποσό του 1 τρισ. δολαρίων περιγράφει με πηχυαία γράμματα το ταξικό πρόσημο των μέτρων που θα ληφθούν για την υπέρβαση της κρίσης. Απαντάει στο ερώτημα ποιος είναι αυτός που θα πληρώσει για την έξοδο από την κρίση!

Μια πρόγευση αυτού του μέτρου είχαμε πάρει από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Το Βερολίνο τότε απαντώντας στις εναγώνιες εκκλήσεις των ανατολικοευρωπαίων για μετρητό ώστε να μπορέσουν να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους, τούς έδειξε το δρόμο προς το ΔΝΤ. Με αυτό τον τρόπο δεν αδιαφόρησε απλώς μπροστά στις τυπικές υποχρεώσεις του, αλλά χωρίς να αναλαμβάνει και το ανάλογο πολιτικό κόστος υπέδειξε στις κυβερνήσεις της Λετονίας, της Ουγγαρίας, της Ιρλανδίας και άλλων χωρών να εφαρμόσουν τα αντιλαϊκά μέτρα που ζητάει το ΔΝΤ ως προϋπόθεση για να χορηγήσει τα δάνεια κι έχουν κάνει όλο τον κόσμο, ειδικότερα στις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικά χώρες, να το μισεί. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το 1998 – 1999 στο αποκορύφωμα της ασιατικής κρίσης, ακόμη κι ο μετέπειτα νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς είχε εξοργιστεί με τους όρους που επέβαλλε το ΔΝΤ ασκώντας δημόσια καυστικότατη κριτική στην πολιτική του, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, δίδυμης αδερφής του ΔΝΤ. Η κριτική του συνέτεινε ότι εν ολίγοις το ΔΝΤ για να προσφέρει το ρευστό, όταν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αρνείται να το κάνει με φυσιολογικά επιτόκια, επιβάλλει ως αντίτιμο την οικονομική ερήμωση της χώρας. Όχι μόνο βαθιά αντιλαϊκά προγράμματα, αλλά και μέτρα ύφεσης που καταλήγουν στην υποβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν χρειαζόταν να επικαλεστούμε τον Στίγκλιτς για να αποκαλύψουμε τον οπισθοδρομικό ρόλο του ΔΝΤ. Καταφεύγουμε όμως τώρα γιατί εδώ και έξι μήνες το ΔΝΤ έχει πάψει να είναι ένας μισητός οργανισμός κι εμφανίζεται σαν μάννα εξ ουρανού και από μηχανής Θεός, με το μοναδικό πρόβλημα σ’ ότι αφορά τη δράση του να εστιάζεται στην έλλειψη κεφαλαίων για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του! Οι όροι υπό του οποίους άνοιξε τους κρουνούς του ακόμη και πρόσφατα πέρασαν έτσι στα ψιλά. Το γεγονός για παράδειγμα ότι στο Πακιστάν το Νοέμβριο επέβαλλε μια σειρά μέτρων με πιο ακραίο τον διπλασιασμό σχεδόν των τιμολογίων του ηλεκτρικού. Στη Λετονία το ΔΝΤ τον Δεκέμβριο επέβαλε την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 15%, των δημοσίων δαπανών κατά 4,5%, πάγωμα των συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ, στην Ουγγαρία και τη Λευκορωσία τον Ιανουάριο την υποτίμηση των εθνικών τους νομισμάτων κατά 22% και 25% αντίστοιχα, ενώ στη γειτονική Τουρκία οι όροι που ζητά είναι τόσο εξωφρενικοί ώστε ο Ερντογάν περίμενε να γίνουν πρώτα οι δημοτικές εκλογές και μετά να προχωρήσει σε ανακοινώσεις.

Αυτήν ακριβώς την πολιτική μείωσης των μισθών, άγριων περικοπών κοινωνικών δαπανών και αύξησης των λαϊκών φόρων αποφάσισαν να στηρίξουν οι ηγέτες των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου. Οι αποφάσεις τους δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Αν μέχρι και την εκπνοή του 2008 αυτό που κυριαρχούσε στις αντιδράσεις των αστικών τάξεων σε όλο τον κόσμο ήταν η αμηχανία και η σύγχυση για το τι δέον γενέσθαι, τους τελευταίους τρεις μήνες αυτό που διακρίνεται είναι μια πολιτική πυγμής για να περάσει το κόστος υπέρβασης της κρίσης στους εργαζόμενους.

Το παράδειγμα δίνει πρώτος απ’ όλους ο γενναιόδωρος κατά τ’ άλλα Μπαράκ Ομπάμα που δεν δίστασε να επαναφέρει το σχέδιο του υπουργού Οικονομικών του Μπους, Χένρι Πόλσον, για την χρηματοδότηση των τραπεζών με 1 τρισ. δολάρια, προκαλώντας έκρηξη χαράς στη Γουόλ Στριτ, που στο άκουσμα της είδησης κατέγραψε την σημαντικότερη άνοδο των τελευταίων πολλών μηνών. Το σχέδιο του Ομπάμα επικρίθηκε ακόμη κι από οικονομολόγους που στηρίζουν ενεργά την πολιτική του, όπως ο Πολ Κρούγκμαν, καθώς στην πράξη είναι ένα σχέδιο εξαγοράς των «τοξικών ομολόγων» από κοινά σχήματα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο των οποίων το δημόσιο καταβάλει το κόστος κι οι ιδιώτες παίρνουν τα κέρδη, αν υπάρξουν. Το μοναδικό ρίσκο δηλαδή που αναλαμβάνουν είναι να μην… κερδίσουν. Ενώ το αμερικανικό δημόσιο σε κάθε περίπτωση – κερδίσουν ή όχι δηλαδή οι ιδιώτες – βγαίνει χαμένο. Την ίδια ακριβώς εβδομάδα που ανακοίνωσε το σχέδιο για το καθάρισμα των τραπεζών, έβαλε βαθιά το μαχαίρι στον λαιμό των εργαζομένων στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, απαιτώντας την εκχώρηση κι άλλων δικαιωμάτων τους αν θέλουν να ενταχθεί το Ντιτρόιτ σε προγράμματα κρατικής χρηματοδότησης για ν’ αποφύγει τη σίγουρη χρεοκοπία. Το τελεσίγραφο του Ομπάμα προκάλεσε απόγνωση γιατί ακόμη δεν έχει στεγνώσει το μελάνι από τις τελευταίες υποχωρήσεις που έκαναν και θεωρήθηκαν ανεπαρκείς: μείωση αποδοχών καλοκαιρινής αδείας, παραίτηση από το ετήσιο μπόνους που το 2007 έφθασε τα 3.000 δολάρια, κατάργηση της επιδότησης των διδάκτρων για τα παιδιά που σπουδάζουν κ.λπ. Η ίδια κατάσταση κυριαρχεί και στη Γερμανία – σε αυτό το επίπεδο καμία αντίθεση δεν καταγράφεται μεταξύ των πολιτικών κατευθύνσεων που προκρίνουν Ομπάμα και Μέρκελ. Πρόσφατο ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ ανέφερε ότι ο αριθμός των εποχιακών απασχολουμένων τον τελευταίο μόνοι χρόνο έχει πολλαπλασιαστεί στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης. Από 15.248 που ήταν καταγεγραμμένοι τον Φεβρουάριο του  2008, τον Φεβρουάριο που μας πέρασε ο αριθμός τους εκτινάχθηκε στους 700.038. «Συμβάσεις περιορισμένης χρονικής διάρκειας, απόλυση εποχιακών απασχολουμένων, πάγωμα προσλήψεων και πρόσκαιρες διακοπές της παραγωγής είναι οι μέθοδοι που μετέρχονται οι γερμανικές εταιρείες για να καθυστερήσουν τις επώδυνες περικοπές θέσεις εργασίας», έγραφε, δείχνοντας έτσι την ταχύτητα με την οποία γενικεύεται η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, ακόμη και στις χώρες που ήταν προπύργιο των σταθερών εργασιακών σχέσεων.

Αν πλάι στα παραπάνω παραδείγματα από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία συνυπολογίσουμε τα άγρια αντεργατικά μέτρα που εφαρμόζονται στην Ελλάδα (ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας μέσω της μείωσης της διάρκειας της εργάσιμης εβδομάδας και των αποδοχών, μηδενικές αυξήσεις για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τους συνταξιούχους και έκρηξη της ανεργίας όπως δείχνουν οι 80.000 επιπλέον άνεργοι που προστέθηκαν στις λίστες μεταξύ Οκτώβρη και Δεκέμβρη) τότε καταλαβαίνουμε ότι σε όλο τον κόσμο είμαστε στο μέσο μιας ιστορικής στιγμής. Η κρισιμότητα της καθορίζεται από την προσπάθεια που καταβάλλει η αστική τάξη να αναιρέσει κατακτήσεις δεκαετιών οδηγώντας τους εργαζόμενους όλης της γης στη φτώχεια και τη εξαθλίωση. Το ζητούμενο για την αστική τάξη είναι να κάνει μια «επαναφορά συστήματος». Βασικό γνώρισμα αυτής της επαναφοράς είναι η ακραία πόλωση των ταξικών και κοινωνικών ανισοτήτων που συντελείται μέσα από το προπέτασμα καπνού που δημιουργεί η κρίση και μια ψευδαίσθηση πως «όλοι χάνουμε». Στην πραγματικότητα όμως οι ταξικοί συσχετισμού ξαναγράφονται. Στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2008, όταν 2 εκατ. Αμερικάνοι έχαναν τα σπίτια τους, περιμένοντας να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους χειρότερα απ’ ότι έζησαν μέχρι τότε, μια χούφτα στελεχών της Γουόλ Στριτ που εντάσσεται στην αστική τάξη αύξανε τις καταθέσεις του, μέσα από μπόνους, κατά 32 δισ. δολάρια. Το ίδιο και στην Ελλάδα. Την ώρα που οι εργαζόμενοι στην Αλουμύλ έπρεπε να επιλέξουν ανεργία ή ημιαπασχόληση οι ελληνικές τράπεζες επαναπαύονταν στην αγκαλιά του γενναιόδωρου κράτους που αναλάμβανε χρέη ασφαλιστικής εταιρείας, καλύπτοντας από τα 28 δισ. τις ζημιές από την επέκταση και την κερδοσκοπική τους δράση στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη.

Όξυνση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 200.000 ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΚΟΣΜΟ ΦΕΤΟΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Η κρίση, ως «ανορθολογικός εξορθολογητής» όπως χαρακτηρίστηκε από τον αμερικανό μαρξιστή Ντέιβιντ Χάρβευ σε πρόσφατη συνέντευξή του στο προοδευτικό αμερικανικό δίκτυο Ντιμόκρασυ Νάου, δεν οξύνει την ταξική πάλη εντός των αστικών κρατών μόνο. Παράλληλα οξύνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ενώ κράτη και λαούς που ζούσαν στο περιθώριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και στους τροπικούς της εξαθλίωσης (εκεί όπου το αντίστοιχο του άνεργος και άστεγος στη Δύση είναι νεκρός από αρρώστιες και ασιτία) απειλεί να τους αφανίσει.

Επιτροπή της Ουνέσκο πρόσφατα υπολόγισε ότι λόγω της κρίσης 390 εκ. από τους φτωχότερους Αφρικανούς θα δουν το ήδη πενιχρό εισόδημά τους να μειώνεται κατά 20% και οι θάνατοι παιδιών θα αυξηθούν κατά 200.000 με 400.000 περιπτώσεις επιπλέον. Η εμφανής αιτία γι αυτό τον κοινωνικό Αρμαγεδώνα έγκειται στην επενδυτική ξηρασία που ήδη πλήττει την ήπειρο λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Υπολογίζεται ότι ενδεικτικά πως οι ροές κεφαλαίων προς τι φτωχές, καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες χώρες θα ανέλθουν στα 165 δισ. δολ., λιγότερα από τα μισά από τα περυσινά επίπεδα (466 δισ. δολ.) και ισοδύναμα με το ένα πέμπτο των επιπέδων του 2007.

Η έλλειψη κεφαλαίων δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης γενικά, ή έστω μόνο αυτής. Κυρίως είναι αποτέλεσμα της κεφαλαιακής αφαίμαξης που προκαλούν ΗΠΑ και Αγγλία, ώστε να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα στήριξης των κλυδωνιζόμενων επιχειρήσεων τους. Τα κεφάλαια που υποσχέθηκε η Ουάσινγκτον στη Γουόλ Στριτ για να ξαναστήσει στα πόδι τους τις τράπεζες θα προέλθουν από δύο διαύλους, που ο ένας είναι πιο καταστροφικός από τον άλλο. Θα προέλθουν είτε από δανεισμό είτε από έκδοση νέου χρήματος. Σε κάθε περίπτωση είναι αναπόφευκτος ένας σχετικός πληθωρισμός και πιο σίγουρα μια υποτίμηση του δολαρίου. Οι αναταράξεις που θα επέλθουν στη διεθνή νομισματική ισορροπία ήταν και η αιτία πίσω από την οξεία κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της κινέζικης κεντρικής τράπεζας στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, ζητώντας για πρώτη φορά άμεσα και δημόσια να πάψει το δολάριο να αποτελεί μέσο αποθησαυρισμού (και διεθνών συναλλαγών συμπληρώνουν άλλοι) και να αντικατασταθεί από ένα καλάθι νομισμάτων, όπως είναι τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ για τις συναλλαγές του με τα 185 κράτη μέλη του. Η οργή του κινέζου τραπεζίτη προήλθε από τις μελανές προοπτικές που διαγράφονται για την αξία των κινέζικων συναλλαγματικών αποθεμάτων, εκ των οποίων το ένα τρίτο αξίας 740 δισ. δολ., έχει επενδυθεί σε δολάρια.

Φαίνεται έτσι ότι τα γενναιόδωρα μέτρα στήριξης που ανακοινώνουν Ομπάμα και Μπράουν δεν επαναδιατάζουν τις ισορροπίες μόνο στο εσωτερικό των χωρών τους, ενισχύοντας το κεφάλαιο εις βάρος της εργασίας, αλλά επίσης οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς με την εκμετάλλευση προνομίων που αντιστοιχούσαν σε άλλες εποχές, επιχειρούν να στείλουν το λογαριασμό σε άλλες αστικές τάξεις.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΡΑΜΑΤΟΣ

Μετά την κρίση, στασιμότητα

ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΑΝΟΔΟΥ

 

Παράλληλα με το σχέδιο των 20 πλουσιοτέρων κρατών παρουσιάστηκε και το μήνυμα της επιτροπής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς για τη διεθνή κρίση, γνωστής κι ως Επιτροπής Στίγκλιτς, στην οποία συμμετέχει κι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου. Πρόκειται για ευχολόγιο, που συγκαλύπτει τις τεράστιες ευθύνες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων για τη σημερινή κρίση! Ξεκινώντας απ’ όσα αναφέρει, η αναντιστοιχία λόγων και έργων είναι κραυγαλέα. Για παράδειγμα ενώ τονίζει πως «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τα κέρδη να ιδιωτικοποιούνται ενώ οι ζημιές κοινωνικοποιούνται» και προτείνει «να επεκτείνουμε την κοινωνική ασφάλιση παγκόσμια», στην πράξη το ΠΑΣΟΚ συμφώνησε με το ξεπούλημα της Ολυμπιακής στο μονοπώλιο του Βγενόπουλου, ενώ ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν ο πρώτος που πρότεινε, από το Λαύριο πριν τις εκλογές του 2004, να απαλλαγούν από τις ασφαλιστικές εισφορές των νέων εργαζομένων οι εργοδότες. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει λέξη στο κείμενό τους για την ανάγκη σταθερών εργασιακών σχέσεων και την ανάγκη αποτροπής της ελαστικοποίησής τους ή τη σημασία που έχει σήμερα η αύξηση της φορολογίας των πλουσίων και των εταιρειών. Δεν πρόκειται συνεπώς καν για εναλλακτικό σχέδιο.

Ο αντιδραστικός χαρακτήρας όλων των σχεδίων που προωθούνται αποκαλύπτεται από δύο γεγονότα. Αρχικά από το γεγονός ότι στην πράξη επιδιώκουν να ξαναστήσουν στα πόδια του ένα μοντέλο το οποίο κατάρρευσε παταγωδώς και όλοι οικτίρουν. Μάλιστα, ακόμη κι η επιλογή του Λονδίνου για τη συνάντηση του G20 που αποτελεί σύμβολο της υπερτροφίας του χρηματοπιστωτικού τομέα ακόμη και σήμερα (καθώς το ενεργητικό των τραπεζών του Σίτι εξακολουθεί να είναι πενταπλάσιο από το βρετανικό ΑΕΠ) μόνο θυμηδία προκαλεί. Η αγωνία του Ομπάμα και του Μπράουν να καθαρίσουν με κάθε κόστος τις χρεοκοπημένες τράπεζες και η διοχέτευση τόσων εκατοντάδων δισ. δολ. στα σαθρά θεμέλιά τους με τη ελπίδα να μπορέσουν κάποια στιγμή να κερδίσουν ξανά τη χαμένη τους σταθερότητα δείχνει ότι στην καλύτερη περίπτωση αυτό που επιδιώκουν είναι μια αναστήλωση ενός πλαισίου όχι μόνο βαθιά ταξικού και κοινωνικά άδικου, αλλά επίσης βαθιά κερδοσκοπικού και αναποτελεσματικού, με την έννοια ότι η λειτουργία του έχει ως προϋπόθεση την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του προωθούμενου σχεδίου αποκαλύπτεται επίσης αν δούμε με πόσο μελανά χρώματα περιγράφουν άπαντες την επόμενη μέρα. «Η ανάκαμψη όταν θα έρθει θα είναι ασθενής» τονίζει ο τελευταίος Εκόνομιστ. Συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την εμπειρία των περισσότερων χωρών που δοκιμάστηκαν από κρίσεις την τελευταία εικοσαετία κι οι οποίες στην πράξη δεν απέκτησαν ποτέ τους προγενέστερους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κι από την ίδια την εμπειρία των ΗΠΑ και των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Γενικότερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ ποτέ δεν ανέκαμψαν από την κρίση της δεκαετίας του ’70, με αποτέλεσμα ποτέ να μην επανακτήσουν τους ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κυρίως το ποσοστό κέρδους που αποτελεί το πιο ασφαλές κριτήριο για την υγεία του καπιταλιστικού συστήματος, των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν αυτό που υπόσχονται και γι αυτό το οποίο πασχίζουν θυσιάζοντας έσοδα και πόρους δεκαετιών είναι η επιστροφή σε ένα σύστημα αναιμικών ρυθμών μεγέθυνσης αποδεδειγμένα ανορθολογικό που γεννάει κρίσεις κι ανεργία με την ίδια φυσικότητα που η μέρα διαδέχεται τη νύχτα.