Ελλείψει Χαλάρωσης ας κουρέψουμε τα ομόλογα της ΕΚΤ

Με ψυχρολουσία ισοδυναμούσε η συνέντευξη Τύπου του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καθώς επιβεβαιώθηκε ακόμη πιο έντονα ο κίνδυνος να μην ενταχθεί ποτέ η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (ή QE στην καθομιλουμένη, εκ του Quantitative Easing) της ΕΚΤ.

Tου Λεωνίδα Βατικιώτη

Να θυμίσουμε ότι τουλάχιστον εδώ κι ένα χρόνο ο ίδιος ο πρωθυπουργός χρύσωνε το χάπι των μέτρων  της δεύτερης αξιολόγησης  υποσχόμενος Ποσοτική Χαλάρωση, την αγορά δηλαδή εκ μέρους της Φρανκφούρτης ελληνικών κρατικών ομολόγων που κρατούν οι τράπεζες. Ένα μέτρο που υποτίθεται ότι θα έδειχνε την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων στην ελληνική οικονομία.

Οι Ευρωπαίοι ωστόσο άλλα διαμήνυαν, και μάλιστα κατηγορηματικά. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου στις 6 Φεβρουαρίου 2017 είχε δηλώσει ότι υπάρχουν δύο προϋποθέσεις για την ένταξη της Ελλάδας στο Πρόγραμμα: Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η βιωσιμότητα του χρέους!

Παρότι ο Ντράγκι δεν άφηνε κανένα περιθώριο συζήτησης ή χαλαρότερης ερμηνείας, ο πρωθυπουργός και οι κορυφαίοι υπουργοί του όπως ο Ευ. Τσακαλώτος διατυμπάνιζαν την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα. Εξαπατούσαν έτσι την κοινωνία με διπλό τρόπο. Γιατί όχι μόνο ακόμη και η πιθανή ένταξη δε θα σηματοδοτούσε καμιά θετική εξέλιξη για τους εργαζόμενους, αλλά για κάτι ακόμη πιο απλό: Γιατί η Ελλάδα με ένα χρέος στο ύψος του 180% του ΑΕΠ και χωρίς να υπάρχει κανένα σαφές σχέδιο έστω και απομείωσης του στο ορατό μέλλον, απλώς, δεν πληροί τους όρους ένταξης! Πίστευαν με λίγα λόγια οι ΣΥΡΙΖΑίοι πώς θα μπορούσαν να μεταφέρουν τις λογικές ακροβασίες και τη θολούρα με την οποία συσκοτίζουν τη συζήτηση για το χρέος βαφτίζοντας το κρέας ψάρι και στην ΕΚΤ. Για την ΕΚΤ ωστόσο το χρέος είναι μη βιώσιμο, τελεία και παύλα…

Η συνέντευξη Τύπου του Ντράγκι την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου ήταν ένα επιπλέον καρφί στο φέρετρο των μάταιων προσδοκιών των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο επικεφαλής της ΕΚΤ ανακοίνωσε κατ’ αρχήν ότι αφήνει ανέγγιχτα τα επιτόκια στο σημερινό τους ύψος, ή καλύτερα βάθος, καθώς το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης παρέμεινε στο 0%, το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 0,25% και το επιτόκιο καταθέσεων στο -0,4%. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε τα επιτόκια ξεκίνησαν να μειώνονται στο τέλος του 2008, με το ξέσπασμα της κρίσης, ενώ στο σημερινό τους …βάθος βρίσκονται σχεδόν 1,5 χρόνο. Τα έκτακτα μέτρα διήρκεσαν σχεδόν μια δεκαετία που αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ευρώ.

Καιρός επομένως για επιστροφή στην κανονικότητα δεδομένου μάλιστα ότι, με βάση όσα είπε ο Μ. Ντράγκι, οι στόχοι επετεύχθησαν. Ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού που θα «ιαπωνοποιούσε» την ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίστηκε και φέτος ο πληθωρισμός αναμένεται να φτάσει το 1,5%, το 2018 το 1,2% και το 2019 το 1,5%. Επιπλέον, η ανάπτυξη …ήρθε! Όχι τίποτε σπουδαία πράγματα και πολύ περισσότερο ούτε συμμετρικά κατανεμημένα. Παρόλα αυτά, 2,2% για φέτος, 1,8% για το 2018 και 1,7% για το 2019 δεν είναι κι αδιάφορα… Και σε τελική ανάλυση, όπως το έλεγαν κι οι παλιότεροι οικονομολόγοι, το χρέος της ΕΚΤ σταμάτησε όταν οδήγησε το άλογο στο ποτάμι. Αν δεν ήπιε νερό δεν είναι δική της δουλειά…

Πέραν της αύξησης του πληθωρισμού και του ΑΕΠ, η ΕΚΤ ετοιμάζεται να μαζέψει τα εργαλεία έκτακτης ανάγκης που ξεδίπλωσε εξ αιτίας της αφόρητης πίεσης που ασκεί η Γερμανία η οποία επικρίνει την ΕΚΤ ότι υποσκάπτει τις προσπάθειές της για εφαρμογή αντιλαϊκών μέτρων. Το Βερολίνο συγκεκριμένα διακηρύσσει ότι πρώτο, η χαλαρή νομισματική πολιτική αναβάλλει την ψήφιση μέτρων για μείωση του εργατικού κόστους και του κράτους πρόνοιας, καθώς μόνο μέσω αυτών των οδών έρχεται η ανάπτυξη, και δεύτερο, τα 2 τρισ. ευρώ που έχει ρίξει η ΕΚΤ στην αγορά ή τα 60 δισ. ανά μήνα έχουν γεμίσει τον κόσμο φούσκες. Από τις τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια και τα κρυπτονομίσματα μέχρι τις τιμές των ειδών πολυτελείας (κοσμήματα, έργα τέχνης, κ.α.) όλα έχουν οδηγηθεί στη στρατόσφαιρα. Κι όσο γι’ αυτό έχουν δίκιο…

Έτσι, στη συνέντευξη Τύπου ο Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε ότι στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου θα ξεκινήσει πιθανότατα η συζήτηση για τον τερματισμό της Ποσοτικής Χαλάρωσης, με τον ρυθμό της μείωσης να παραμένει ζητούμενος ώστε να αποφευχθούν τα σοκ. Πιθανότερος χρόνος που θα ξεκινήσει να κλείνει η στρόφιγγα της Ποσοτικής Χαλάρωσης είναι ο Ιανουάριος του 2018. Δηλαδή, σε τρεις μήνες. Πού καιρός επομένως για ένταξη της Ελλάδας στην Ποσοτική Χαλάρωση…

Πρέπει να ομολογήσουμε ωστόσο ότι το …ευγενές ιδανικό της ένταξης στην Ποσοτική Χαλάρωση δεν ενέπνευσε μόνο τους …οραματιστές του ΣΥΡΙΖΑ.

«Μεγάλη μας ελπίδα» αποκαλεί την ένταξη ο Βαγγέλης Βενιζέλος στο βιβλίο του Μύθοι και αλήθειες για το δημόσιο χρέος 2012-2017 (εκδ. Επίκεντρο, 2017). Γράφει κι άλλα ενδιαφέροντα και κυρίως …χρήσιμα πράγματα για την ΕΚΤ ο αντιπρόεδρος του Σαμαρά. Αναφέρει κατά λέξη στη σελ. 50: «Μήπως θα μπορούσαμε να κουρέψουμε τα ομόλογα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας; Εάν κουρεύαμε τα ομόλογα ελληνικού δημοσίου που είχε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δεν θα μπαίναμε ποτέ ξανά στα προγράμματα τύπου QE, που είναι η μεγάλη μας ελπίδα τώρα. Διότι» συνεχίζει ο Βαγγέλης Βενιζέλος με το πομπώδες ύφος και το υπέρμετρο εγώ που υπερβαίνουν ακόμη και το δικό του εκτόπισμα «αυτά τα ομόλογα τα είχε πάρει η ΕΚΤ μέσω προγραμμάτων, που είναι ο προκάτοχός του QE… Άρα έπρεπε οπωσδήποτε να εξαιρεθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωσύστημα», καταλήγει ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, πάντα βαθιά πεπεισμένος για την αλήθεια των λεγομένων του.

Από τη στιγμή όμως που την Ποσοτική Χαλάρωση θα τη διαβάζουμε μόνο στις ειδήσεις, μήπως εκλείπει και ο λόγος που δεν κουρεύαμε τα ομόλογα της ΕΚΤ, σύμφωνα πάντα με τον Βαγγέλη Βενιζέλο;

Πηγή: Kommon

Ανάπτυξη ευχολογίων και λιτότητας

8Στη συστηματική καλλιέργεια προσδοκιών για την ανάπτυξη της οικονομίας επιδίδονται εν χορώ τα σημαντικότερα στελέχη της κυβέρνησης. Ο αντιπρόεδρος Γ. Δραγασάκης κατά τη συνάντηση του με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, Βασ. Κορκίδη, δήλωσε πώς για πρώτη φορά συντρέχουν οι προϋποθέσεις πραγματικής ανάκαμψης, ενώ ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας χαρακτήρισε τους επόμενους πέντε μήνες κρίσιμους γιατί θα σηματοδοτήσουν τη στροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Πρόκειται για ευχολόγια που έρχονται να χρυσώσουν το χάπι της υπερφορολόγησης και των νέων μειώσεων στις επικουρικές συντάξεις που για 150.000 συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα θα φτάσουν ακόμη και το 40%. «Ξεχάστε τα 30 δις. φόρων που έχετε να πληρώσετε το δεύτερο εξάμηνο του 2016, έρχεται η ανάπτυξη…», λέει η κυβέρνηση. Λες και η αύξηση του ΑΕΠ πρόκειται να επαναφέρει μισθούς, συντάξεις και ανεργία στα επίπεδα του 2008.

Ύφεση δίνει η ΕΛΣΤΑΤ

Αξίζει όμως να δούμε που βρισκόμαστε τώρα. Με βάση πρόσφατες ανακοινώσεις της ελληνικής στατιστικής αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ο ετήσιος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης το δεύτερο τρίμηνο του 2016 διαμορφώθηκε στο -0,39% (από -0,93% το πρώτο τρίμηνο του 2016). Καλύτερα λοιπόν για την κυβέρνηση αντί να υπόσχεται ανέξοδα για το μέλλον, θα ήταν να απολογηθεί για το παρόν, δηλαδή τη συνέχιση της ύφεσης, που είναι αποτέλεσμα της δικής της πολιτικής. Οι βασικότερες αιτίες της καταγεγραμμένης ύφεσης ήταν η συρρίκνωση των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η θετική μεταβολή των επενδύσεων προήλθε κατά κύριο λόγο από την αύξηση των αποθεμάτων (που δεν υποδηλώνει αύξηση του παραγωγικού δυναμικού) κι όχι του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου.

Αν λοιπόν «συνέτρεχαν για πρώτη φορά προϋποθέσεις πραγματικής ανάκαμψης» όπως δήλωσε απόλυτα βέβαιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αυτές θα όφειλαν πχ να αντιστρέψουν στο άμεσο μέλλον την καθοδική πορεία των δύο παραπάνω μεγεθών: εξαγωγών και ιδιωτικής κατανάλωσης. Ωστόσο, αν κάτι προμηνύονται οι δρομολογημένες εξελίξεις είναι το αντίθετο: περαιτέρω πτώση των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Άνοδο των εξαγωγών θα είχαμε αν προβλεπόταν άνοδος του ρυθμού μεγέθυνσης στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας, όπου κατά πλειοψηφία κατευθύνονται οι ελληνικές εξαγωγές και μπορούμε να υποθέσουμε, παραμένοντας όλα τα άλλα κριτήρια σταθερά και παραβλέποντας πλήθος άλλων ουσιαστικών όρων, ότι μια γενική άνοδος του ΑΕΠ θα συμπαρέσυρε  τη ζήτηση και τις εισαγωγές κι έτσι θα ευνοούνταν οι έλληνες εξαγωγείς. Οι σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας σχηματίζουν 3 ομόκεντρους κύκλους. Στο κέντρο είναι η ευρωζώνη που απορρόφησε το πρώτο τετράμηνο του 2016 το 41,7% των εξαγωγών (από 38% το 2015), μετά είναι ο ΟΟΣΑ που απορρόφησε το 57,7% (από 56,3%) και τέλος η ΕΕ των (πάλαι ποτέ) 28 που απορρόφησε το 58,6% (από 53,7%) των ελληνικών εξαγωγών.

Οι προοπτικές και για τα τρία αυτά οικονομικά κέντρα είναι απογοητευτικές. Στην ευρωζώνη ο ρυθμός μεγέθυνσης προβλεπόταν να αυξηθεί από 1,6% το 2015 σε 1,7% το 2016 και 1,9% το 2017. Στην ΕΕ των 28 ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ το 2015 και 2016 θα παραμείνει σταθερός στο 1,9% και το 2017 θα αυξηθεί (σχήμα λόγου το τελευταίο) στο 2%. Εξ ίσου αναιμική προβλέπεται η ανάκαμψη και στις 34 χώρες μέλη του ΟΟΣΑ με τις προβλέψεις (που πάντα αναθεωρούνται επί το δυσμενέστερο) να δίνουν 1,8% για το 2016 και 2,1% για το 2017. Μάλιστα, παρουσιάζοντας ο ΟΟΣΑ τα στοιχεία για την παγκόσμια ανάπτυξη την 1η Ιουνίου τόνισε ότι η διεθνής οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια «παγίδα χαμηλής ανάπτυξης» (από την οποία προφανώς εξαιρείται η ελληνική υπερδύναμη, με βάση ις δηλώσεις των ΣΥΡΙΖΑίων…) ενώ παρότρυνε τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες. Πίσω από την έκκλησή του στο δημόσιο τομέα εύκολα ανιχνεύεται η απογοήτευση από την αλληλοτροφοδοτούμενη αποχή του ιδιωτικού τομέα από επενδύσεις και των καταναλωτών από ζήτηση…

Έξω …δεν πάμε καλά

Επομένως μια γενική άνοδος της ζήτησης στους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας που θα ωθούσε και τις ελληνικές εξαγωγές σε υψηλότερα επίπεδα, όπως συμβαίνει με μια παλίρροια που ανεβάζει κάθε μεγέθους σκάφος που πλέει, δεν αναμένεται!

Ας δούμε όμως τι προβλέπεται και με την ιδιωτική κατανάλωση που εξελίσσεται σε αχίλλεια πτέρνα. Κι εδώ δεν απαιτούνται μαγικές ικανότητες. Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω της αυξημένης άμεσης και έμμεσης φορολογίας, καθώς και των ασφαλιστικών κρατήσεων, μειώνει σταθερά την καταναλωτική ζήτηση. Με άλλα λόγια η «αριστερή» λιτότητα που επέβαλε το Μνημόνιο Τσίπρα τον Αύγουστο του 2015 αποκλείει εξ ορισμού το ενδεχόμενο να λειτουργήσει η ιδιωτική κατανάλωση ως ατμομηχανή της μεγέθυνσης. Θα συμβεί το αντίθετο: οι φόροι που ψηφίστηκαν και θα υιοθετηθούν με χρονοκαθυστέρηση υπόσχονται διαιώνιση των αιτιών της ύφεσης.

Το χειρότερο τουλάχιστον για τα μακροοικονομικά μεγέθη είναι πώς πλέον έχουν απενεργοποιηθεί κι οι μηχανισμοί που υποκατέστησαν επάξια την προηγούμενη 20ετία ακόμη κι αυτή την υποτυπώδη πολιτική αναδιανομής. Δηλαδή ο πιστωτικός κεϋνσιανισμός.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας για τα έργα και τις ημέρες των τραπεζών ισοδυναμούν με ηλεκτροσόκ, καθώς, από την μια, η χρηματοδότηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα μειώνεται σταθερά! Τον Ιούλιο του 2016 το υπόλοιπο της χρηματοδότησης ανήλθε σε 200,55 δισ. ευρώ μειωμένο κατά 1,6% σε ετήσια βάση. Ανάλογη μείωση (ύψους 2%) παρατηρήθηκε και τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Από την άλλη κι αυτή η χρηματοδότηση που απελευθερώνεται, δίνεται με όρους τοκογλυφικούς, αποθαρρύνοντας την πρόσβαση στα γκισέ των τραπεζών. Συγκεκριμένα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των νέων δανείων από 4,41% τον Μάιο του 2016 αυξήθηκε σε 4,59% τον Ιούλιο του 2016 (με τα καταναλωτικά να φθάνουν το 14,47%), την ίδια ώρα που το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των νέων καταθέσεων ανήλθε σε 0,42% τον Ιούλιο (μειωμένο οριακά από τον Μάιο που ήταν στο 0,43%).

Τροχοπέδη οι τράπεζες

Η διαφορά του επιτοκίου είναι ένα πρώτης τάξεως μέτρο για την αδηφαγία των τραπεζών. Ναι, των τραπεζών που κεφαλαιοποιήθηκαν ξανά και ξανά και ξανά, από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ και τώρα, προς ηχηρή διάψευση των υπερφίαλων υποσχέσεων για αθρόα χρηματοδότηση της οικονομίας εάν κι εφόσον χρηματοδοτούνταν από τον δημόσιο κορβανά, τώρα, μετατρέπονται σε θηλιά στο λαιμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών που σιγά – σιγά σφίγγει απειλώντας με πνιγμό ακόμη κι όσους γλίτωσαν τα χρόνια της κρίσης. Οι ζημιές τους μάλιστα παραμένουν σε τόσο υψηλά επίπεδα (σε 8,97 δισ. ζημιές το 2015, από 3,46 δισ. ευρώ ζημιές αναφέρεται η έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδας 2015-2016, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να φτάνουν το 2015 τα 7,28 δισ. ευρώ!) ώστε είναι σίγουρο πώς όσο θα υπάρχουν οι τράπεζες με τη σημερινή τους μορφή θα λειτουργούν σαν βδέλλες στο σώμα της οικονομίας.

Συμπερασματικά, η πολιτική του Μνημονίου που εφαρμόζουν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει επιφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα σε νευραλγικά κέντρα της οικονομίας όπως η ιδιωτική κατανάλωση (που συνθλίβεται από τη λιτότητα και τη φορολογία) και το χρηματοπιστωτικό σύστημα (από τη στιγμή που επιλέγηκε να παραμείνει στους αποτυχημένους ιδιώτες), χωρίς να εξετάζουμε τις δημόσιες δαπάνες που έχουν πεταχτεί στο πυρ το εξώτερον ως αιτία του κακού. Τούτων δοθέντων, ακόμη κι αν έρθει η μεγέθυνση το 2017, πράγμα καθόλου δύσκολο μετά την πρωτοφανή ύφεση διάρκειας 8 ετών, δεν θα έρθει από …καλούς λόγους. Θα έρθει επειδή απλώς δεν πάει παρακάτω κι επίσης λόγω των χαμηλών μισθών και ημερομισθίων που θα προσελκύσουν διεθνείς επενδύσεις. Για ποιο λόγο τότε να χαρούν οι εργαζόμενοι κι οι άνεργοι;

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα kommon.gr στις 2 Σεπτεμβρίου 2016

Στροφή υπέρ λιτότητας και ΗΠΑ στην Ιαπωνία (Επίκαιρα, 17-23 Ιούνη 2010)

Στην πλήρη νόθευση της λαϊκής βούλησης όπως αποτυπώθηκε στις εκλογές της 30ης Αυγούστου συντείνει η ενδοκυβερνητική αλλαγή σκυτάλης που πραγματοποιήθηκε πριν δύο εβδομάδες στην Ιαπωνία. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών που πραγματοποιήθηκαν πριν δέκα μήνες στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου θεωρήθηκε ορόσημο καθώς σήμανε την ήττα του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος που κυβερνά την δεύτερη οικονομία του πλανήτη εδώ και 50 χρόνια με μοναδική εξαίρεση την 11μηνη θητεία μιας συμμαχικής κυβέρνησης. Η νίκη του αντιπολιτευόμενου ως τότε Δημοκρατικού κόμματος προμηνυόταν ιστορικές αλλαγές στην πορεία της Ιαπωνίας γιατί στην προμετωπίδα του είχε δύο αιτήματα που ανάτρεπαν εκ βάθρων την ακολουθούμενη πολιτική. Το πρώτο αφορούσε την επανεξέταση της προνομιακής σχέσης με τις ΗΠΑ, ουσιαστικά τον απεγκλωβισμό της ιαπωνικής εξωτερικής πολιτικής από την πρόσδεση στην Ουάσιγκτον. Και το δεύτερο, την άσκηση μιας επεκτατικής οικονομικής πολιτικής με την στήριξη της ενεργού ζήτησης στο εσωτερικό της χώρας, ακόμη και την διερεύνηση της δυνατότητα επιστροφής στο κράτος ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων, όπως για παράδειγμα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου που αποτελούσε τον κόμβο γύρω από τον οποίο αρθρωνόταν η οικονομική ζωή της χώρας.

Όλα αυτά τα σχέδια αποτελούν πλέον παρελθόν. Η εγκατάλειψή τους μάλιστα συντελέστηκε πριν αναλάβει την πρωθυπουργία ο Ναότο Καν, υπουργός Οικονομικών μέχρι πρόσφατα. Ενώ ακόμη κυβερνούσε ο Γιουκίο Χατογιάμα, που κέρδισε την θριαμβευτική νίκη του προηγούμενου Αυγούστου, μια συμφωνία που υπέγραψε με τους Αμερικανούς στις 28 Μαΐου με βάση την οποία παρατείνεται η παραμονή της αμερικανικών βάσεων στην Οκινάουα, παρά κι ενάντια στην θέληση των κατοίκων του νησιού που μάχονται εδώ και χρόνια για την απομάκρυνσή της, επισφράγισε την εγκατάλειψη των προεκλογικών του υποσχέσεων. Και φυσικά την απογοήτευση των Ιαπώνων από την κυβέρνησή του, που καταγράφτηκε με τον πιο αδιάψευστο τρόπο με την ελεύθερη πτώση της δημοτικότητάς του.

Η επανάκαμψη της Ιαπωνίας στην αγκαλιά του μεγάλου αδελφού (που διατηρεί 90 στρατιωτικές βάσεις και 50.000 στρατιώτες στη νησιώτικη χώρα) επισημοποιήθηκε με το τηλεφώνημα που έκανε ο νέος πρωθυπουργός της Ιαπωνίας στον αμερικανό πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα, το σαββατοκύριακο 5-6 Ιούνη, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του για να τον διαβεβαιώσει ότι οι ΗΠΑ παραμένουν στρατηγικός σύμμαχος της Ιαπωνίας. Κι επίσης ό,τι κάθε σκέψη για άσκηση μιας περισσότερο ανεξάρτητης και πολυμερούς διπλωματίας παραπέμπεται πλέον στις ελληνικές καλένδες, μαζί με τα σχέδια παρεμπόδισης των αμερικανικών παρεμβάσεων στην ασιατική πλευρά του Ειρηνικού.

Εξ ίσου θεαματική είναι η στροφή που υπόσχεται η νέα πολιτική ηγεσία της Ιαπωνίας και στο θέμα της οικονομίας. Με δύο λόγια: Τα προγράμματα εξοντωτικής λιτότητας τώρα και στην… Ιαπωνία. Το πρελούδιο της λιτότητας αποτέλεσε μια δραματική ομιλία του νέου πρωθυπουργού, με την οποία κινδυνολογούσε ότι η Ιαπωνία θα γίνει… Ελλάδα. Ως φόβητρο εμφάνισε την αύξηση του δημόσιου χρέους που πλέον είναι διπλάσιο του ΑΕΠ κι ως φάρμακο τον διπλασιασμό του καταναλωτικού φόρου από 5% στο 10%. Κι όμως το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας που το 2009 έφθασε το 192% του ΑΕΠ δεν δημιουργεί κινδύνους. Αδιάψευστος μάρτυρας τα πολύ χαμηλά επιτόκια με τα οποία απορροφώνται οι νέες εκδόσεις κρατικών ομολόγων. Για παράδειγμα τα δεκαετή ομόλογα αγοράζονται με επιτόκιο 1,3%, ενώ τα 30ετή με επιτόκιο μόλις 2%!

Το παραπάνω παράδοξο (παγκόσμιο χρυσό στο δημόσιο χρέος – με μοναδική εξαίρεση την Ζιμπάμπουε όπου το χρέος φθάνει το 304% του ΑΕΠ – με ταυτόχρονο χαμηλό ρεκόρ στις αποδόσεις) ερμηνεύεται αν πάρουμε υπ’ όψη μας την προέλευση των χρημάτων που καλύπτουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Το 2008 στην Ιαπωνία , με βάση πρόσφατη έκθεση της εταιρείας συμβούλων McKinsey, από το συνολικό χρέος που έφθανε το 188% του ΑΕΠ, το 175% προερχόταν από εσωτερικό δανεισμό! Καμία άλλη δυτική χώρα δεν έχει τέτοιες επιδόσεις. Στην Ιταλία για παράδειγμα όπου το δημόσιο χρέος ανερχόταν το 2008 στο 101% του ΑΕΠ μόνο το 52% προερχόταν από εσωτερικό δανεισμό. Στη Γαλλία από το 73% του ΑΕΠ μόνο το 33%. Αντίστοιχες με τις ιαπωνικές επιδόσεις συναντάμε μόνο στον Καναδά όπου από το 60% του ΑΕΠ, που ήταν το δημόσιο χρέος το 2008, προερχόταν από εσωτερικό δανεισμό το 57% και στη Νότια Κορέα όπου από το 28% του ΑΕΠ, οι ίδιοι οι νοτιοκορεάτες κατείχαν το 26%. Το γεγονός ότι το ιαπωνικό δημόσιο προσφεύγει στην εσωτερική αγορά για να καλύψει τις δανειακές του ανάγκες, όπως είναι εμφανές το καθιστά σχεδόν απρόσβλητο από την κερδοσκοπική βουλιμία των αγορών και των κάθε λογής παρασίτων που αναπτύσσονται στη σκιά της: οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, συμβόλαια πιστωτικού κινδύνου, κ.λπ. Κατ’ επέκταση κίνδυνος να κλείσουν οι κρουνοί του δανεισμού και να μην μπορέσει να καλύψει τι δανειακές της ανάγκες η Ιαπωνία δεν υφίσταται, όπως μαρτυρούν και τα πολύ χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Γίνεται εύκολα επομένως αντιληπτό πως αν κάτι εξυπηρετεί αυτή η κινδυνολογία είναι την δικαιολόγηση των αντιλαϊκών φορομπηχτικών μέτρων, όπως ο διπλασιασμός των φόρων επί της κατανάλωσης. Η απόφαση μάλιστα της κυβέρνησης προκάλεσε την δημόσια κατακραυγή επειδή είναι πολύ νωπές ακόμη οι μνήμες από την προηγούμενη αύξηση (από 3% στο 5% το 1997) που έδωσε την χαριστική βολή στην οικονομία. Όπως υπενθύμιζαν κι οι Financial Times στις 10 Ιούνη «η οικονομία βυθίστηκε στην ύφεση κι οι λιανικές πωλήσεις έπεφταν σταθερά τα επόμενα επτά χρόνια».

Οι αιτίες άλλωστε του δημόσιου χρέους της Ιαπωνίας εκεί ακριβώς αντοπίζονται, στην χρόνια ύφεση. Το ζήτημα δηλαδή δεν είναι ο αριθμητής (το δημόσιο χρέος), αλλά ο παρανομαστής (το ΑΕΠ). Έχοντας καταγράψει την τελευταία 12ετία κατά μέσο όρο ετήσια άνοδο το ΑΕΠ μόλις 0,5% (ενώ για φέτος προβλέπεται μείωση άνω του 5%) και τα προηγούμενα χρόνια ελεύθερη πτώση, ένα σχετικά σταθερό ως ποσό δημόσιο χρέος, όταν αποδίδεται ως ποσοστό του ΑΕΠ συνεχώς αυξάνει. Κι η κυβέρνηση αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στην καρδιά του, την χρόνια και παρατεταμένη ύφεση, το επιδεινώνει με μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης, που αργά ή γρήγορα θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη άνοδο του δημόσιου χρέους, όπως μετριέται σαν ποσοστό του ΑΕΠ.

Ο κίνδυνος όμως ξεπερνάει την μακρινή μας Ιαπωνία. Τις τελευταίες εβδομάδες όλες μα όλες οι μεγάλες χώρες του κόσμου κηρύσσουν ανένδοτο στα δημοσιονομικά ελλείμματα, ανακοινώνοντας άγριες περικοπές δημοσίων δαπανών. Για την Ευρώπη, από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία, μέχρι την Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ουγγαρία και τη Δανία, με τελευταίο κρούσμα την Γερμανία όπου η Μέρκελ ανακοίνωσε πρόγραμμα περικοπών ύψους 80 δισ. ευρώ και απολύσεων 15.000 δημοσίων υπαλλήλων, έχουμε αναφερθεί εκτενώς. Το κακό όμως μεταδίδεται. Η Ρωσία πριν μια εβδομάδα ανακοίνωσε ότι θα μειώσει τους δημόσιους υπαλλήλους κατά 20%. Ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου φαινόταν να υιοθετείται μια πιο πραγματιστική προσέγγιση, το κλίμα αλλάζει με τους ιέρακες της δημοσιονομικής πειθαρχίας να παίρνουν το πάνω χέρι. «Σε μια στιγμή κατά την οποία πολλοί οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η οικονομική ανάκαμψη των ΗΠΑ είναι πιθανό να κινδυνεύσει από παρατεταμένη υψηλή ανεργία και χαμηλή μεγέθυνση, ο Ομπάμα ανακαλύπτει πως τα εργαλεία που διέθετε πέρυσι – μεγάλα πακέτα δημοσιονομικής στήριξης και παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας – δεν διαθέτουν πλέον πολιτική στήριξη», ανέφερε η International Herald Tribune στις 10 Ιούνη. Και συνέχιζε: «Το κλίμα και στα δύο κόμματα του Κογκρέσου έχει αλλάξει σημαντικά σε μια κατεύθυνση κατά των ελλειμμάτων, υπό την έννοια πως τα προγράμματα δημιουργίας θέσεων εργασίας, που προωθούνταν από τον Λευκό Οίκο και τη δημοκρατική ηγεσία του Κογκρέσου περικόπτονται ξανά και ξανά. Είναι χαρακτηριστικό πώς ο Ομπάμα την Τρίτη χαιρέτησε μια πρωτοβουλία μείωσης των προϋπολογισμών των μεγαλύτερων κρατικών υπηρεσιών κατά 5%, όταν η συμβατική θεωρία θα απαιτούσε περισσότερες κρατικές δαπάνες για να ανορθωθεί η οικονομία». Εναντίον της «απλουστευτικής λιτότητας», με αφορμή τις δρακόντειες περικοπές δαπανών τάχθηκε κι ο καθηγητής Τζέφρεϋ Σακς, με άρθρό του στους Financial Times στις 8 Ιούνη, το οποίο προαναγγελλόταν από την πρώτη σελίδα της βρετανικής εφημερίδας με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Αποχαιρετισμό στον Κέυνς»…

Το πρόβλημα έτσι είναι πολύ μεγαλύτερο από την κραυγαλέα αθέτηση των προεκλογικών υποσχέσεων των πολιτικών ελίτ από την Ουγγαρία μέχρι την Ιαπωνία που εκλέγονται πανηγυρικά υποσχόμενες ακύρωση των προγραμμάτων λιτότητας και ανακούφιση των ψηφοφόρων και …εντελώς ξαφνικά ανακαλύπτουν τον κίνδυνο να γίνουν Ελλάδα. Ο κίνδυνος πλέον είναι όλος ο κόσμος να βυθιστεί σε μια παρατεταμένη ύφεση κι η φτώχεια σε Ανατολή και Δύση, ελέω δημοσιονομικής σταθερότητας, να αγγίξει επίπεδα χωρίς προηγούμενο για ειρηνικές περιόδους.

Μαύρη τρύπα εμφυλίων και μετανάστευσης η Αφρική (Μετροπόλιταν, 18/5/2009)

Σε εστία αποσταθεροποίησης μετατρέπεται η μαύρη ήπειρο όσο βυθίζεται στην οικονομική κρίση που προκαλεί η πτώση της τιμής των βασικών εμπορευμάτων, η μείωση των ροών κεφαλαίων, της διεθνούς βοήθειας και των μεταναστευτικών εμβασμάτων

  

Μια κρίση μέσα στην κρίση με εντελώς ιδιάζοντα χαρακτηριστικά και πολύ πιο απειλητικές διαστάσεις είναι σε εξέλιξη στην μαύρη ήπειρο εδώ και περίπου ένα χρόνο. Αρχικά, υπήρχε η προσδοκία, που γρήγορα αποδείχθηκε ευσεβής πόθος, ότι η Αφρική θα έμενε αλώβητη από την πανδημία της αμερικανικής κτηματικής αγοράς, λόγω του γεγονότος ότι ουδέποτε οι τράπεζές της είχαν εκτεθεί στα τοξικά ομόλογα που οδήγησαν στη χρεοκοπία ακόμη και υπεραιωνόβιους τραπεζικούς κολοσσούς. Παρόλα αυτά η κρίση παρέσυρε την Αφρική με πολύ πιο ορμητικό τρόπο και πολύ πιο δραματικές συνέπειες. Αν στην Αμερική η κρίση έγινε ορατή με κατασχέσεις σπιτιών και μαζικές απολύσεις και στην Ευρώπη, με άνοδο της ανεργίας και μείωση των μισθών, στην μόνιμα υποσιτισμένη Αφρική έγινε αισθητή με την πείνα και το θάνατο. Η διαφορά βρισκόταν στο σημείο εκκίνησης…

Καθόλου αναπάντεχο έτσι δεν ήταν το καμπανάκι κινδύνου που έκρουσε ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στις αρχές Μαΐου όταν σε έκθεση του υπογράμμιζε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις απειλές που είναι ήδη σε εξέλιξη – δεν πρόκειται δηλαδή για εικασίες που αφορούν το μακρινό μέλλον. «Υπάρχουν ενδείξεις αυξημένης πολιτικής έντασης», αναφέρεται στην έκθεση του διεθνούς οργανισμού η οποία επίσης υπογράφεται από την Αφρικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα και την Οικονομική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Αφρική. «Η κατάσταση παραμένει έντονη σε ορισμένες χώρες και νέες εντάσεις θα μπορούσαν να ξεσπάσουν τους επόμενους μήνες λόγω της επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών εξ αιτίας της παγκόσμιας κρίσης… Παρότι αρκετές κυβερνήσεις διαχειρίστηκαν την κατάσταση το 2008 υιοθετώντας υποστηρικτικά μέτρα και συγκρατώντας την κοινωνική δυσαρέσκεια η κατάσταση το 2009 είναι πιθανό να αποδειχθεί πιο προκλητική».

Σήμα κινδύνου για 26 φτωχές χώρες από τις οποίες οι μισές ανήκουν στην υποσαχάρια Αφρική είχε εκπέμψει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις αρχές Μαρτίου, θυμίζοντας όμως τις εκκλήσεις πατροκτόνου προς το δικαστήριο να τον λυπηθεί επειδή είναι ορφανός…

Προς επιβεβαίωση των παραπάνω ανησυχιών αρκεί μια φευγαλέα ματιά σε ορισμένα στρατιωτικο-πολιτικά γεγονότα του τελευταίου διαστήματος, που μόνο του το καθένα απ’ αυτά πιθανά να μην έχει τόσο μεγάλη σημασία. Στη Σομαλία οι θάλασσες στο έλεος των πειρατών και η στεριά στο έλεος ενός βίαιου εμφυλίου που μαίνεται για 18 χρόνια. Στη Νότια Αφρική ρατσιστικά πογκρόμ εναντίον μεταναστών από γειτονικές χώρες. Στη Μαυριτανία, τη Μαδαγασκάρη, τη Γουινέα και τη Γουινέα Μπισάο στρατιωτικά πραξικοπήματα. Στο Τσαντ αντεπίθεση των ανταρτών που αλληλοτροφοδοτείται με αντικυβερνητικές εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας και εισβολή του στρατού στο γειτονικό Σουδάν. Διαδηλώσεις και στο Καμερούν με στόχο τις υψηλές τιμές των τροφίμων και τον αυταρχισμό του προέδρου. Η Γουινέα Μπισάο και η Σενεγάλη, όαση πολιτικής σταθερότητας μέχρι πρόσφατα, μετατρέπονται σε χώρες διακίνησης ναρκωτικών, ενδιάμεσος σταθμός των δρόμων της κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα οι κοινωνικές και πολιτικές τους δομές να αποσαρθρώνονται από το μαύρο χρήμα και το οργανωμένο έγκλημα, λειτουργώντας διαβρωτικά και για τις γειτονικές χώρες.

Η καταβύθιση της Αφρικής στην κρίση, που δημιουργεί πρωτόγνωρους κινδύνους και για την Ευρώπη, είναι αποτέλεσμα πέντε διαφορετικών αιτιών.

Η σημαντικότερη αιτία έγκειται στην κάθετη πτώση των τιμών των πρώτων υλών. Δεδομένης της ασυνήθιστα υψηλής εξάρτησης των περισσότερων αφρικανικών χωρών από τέτοιου είδους εξαγωγές, η πτώση της τιμής των βασικών εμπορευμάτων μέσα σε ένα χρόνο μεταξύ 40% και 50% (όπως βεβαιώνεται στους πίνακες που δημοσιεύει ο βρετανικός Εκόνομιστ στις τελευταίες του σελίδες) έθεσε τις περισσότερες αφρικανικές χώρες στην τροχιά της κρίσης. Χαρακτηριστικά, το 80% των εξαγωγών της Μποτσουάνα αφορά διαμάντια.

Η δεύτερη πύλη από την οποία εισήλθε η κρίση στην Αφρική είναι η διεθνής βοήθεια. Προσδιορισμένη ανέκαθεν ως ποσοστό επί του ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών (για τα κράτη μέλη της ΕΕ ενδεικτικά είναι 0,56% του ΑΕΠ τους), η κάθετη μείωση του παραγόμενου προϊόντος από την μια άκρη της γης ως την άλλη σημαίνει μια ανάλογη μείωση στα ποσά που λαμβάνουν οι αναπτυσσόμενες χώρες. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Βλέποντας οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών τα ελλείμματά τους να αυξάνονται ανεξέλεγκτα μειώνουν αυθαίρετα τη διεθνή τους βοήθεια, αθετώντας τις δεσμεύσεις τους. Το έχουν ήδη πράξει η Γαλλία, η Ιρλανδία και η Ιταλία. Το μέγεθος των συνεπειών γίνεται εμφανές αν δούμε την «εξάρτηση» που έχουν αποκτήσει μια σειρά χώρες απ’ αυτά τα χρήματα. Στη Μοζαμβίκη για παράδειγμα το 2008 το 42% του ΑΕΠ της προήλθε από τη διεθνή βοήθεια. Και σε μια σειρά άλλες χώρες (Μπουρουντί, Πράσινο Ακρωτήρι, Μαλαουί, Γουινέα Μπισάο, Ρουάντα, Λεσόθο, κ.α.) η διεθνής βοήθεια υπερβαίνει το 10% του ΑΕΠ τους. (Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης ας σκεφτούμε τι σοκ θα υποστεί η ελληνική οικονομία αν διακοπούν οι απολήψεις από την ΕΕ που ανέρχονται «μόλις» στο 2,6% του ΑΕΠ…)

Η τρίτη αιτία πίσω από την κρίση που μαστίζει την Αφρική είναι η έλλειψη ρευστού που παρατηρείται διεθνώς. Η απόφαση όλων των ανεπτυγμένων δυτικών κρατών να ανακοινώσουν έκτακτες χρηματοδοτήσεις στην οικονομία για να αποτραπεί η ύφεση επέφερε μια πρωτοφανή για τις τελευταίες λίγες δεκαετίες έλλειψη ρευστού στις διεθνείς αγορές. Κι αν για την Ελλάδα αυτή η έλλειψη σήμανε άνοδο του spread, δηλαδή τοκογλυφικά επιτόκια, για την Γκάνα σήμανε ακύρωση διεθνούς διαγωνισμού για την πώληση ομολόγων αξίας 300 εκ. δολ. επειδή απλώς αδυνατούσε να επωμιστεί τους όρους που έθεταν οι διεθνείς πιστωτές. Κι άλλες χώρες, όπως η Τανζανία, η Κένυα, η Ουγκάντα κι η Νιγηρία μετέθεσαν για το απώτερο μέλλον την έκδοση δικών τους ομολόγων. Πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας προειδοποιούσε ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες το 2009 θα φθάσει μόνο το 17% των καθαρών ιδιωτικών ροών κεφαλαίου που εισέρευσαν το 2007. Η μείωση αυτή θα κάνει ακόμη πιο άδικη την παγκόσμια κατανομή των επενδύσεων στο πλαίσιο του οποίου στην Αφρική και δη την υποσαχάρια αναλογούσαν ανέκαθεν ξεροκόμματα: Με το 12% το παγκόσμιου πληθυσμού μόλις το 3% των άμεσων ξένων επενδύσεων. Ο συνδυασμός των δύο παραπάνω συντείνει σε δραματικές περικοπές των δημόσιων κοινωνικών δαπανών και σε ακύρωση επενδυτικών σχεδίων και ανεργία.

Μια επιπλέον, τέταρτη, οδό μέσω της οποίας γίνεται αντιληπτή η κρίση στην Αφρική αφορά στην δραματική συρρίκνωση των εμβασμάτων που στέλνουν οι μετανάστες στις οικογένειές τους – τόσο του ύψους τους όσο και του αριθμού τους. Το 2007 οι Αφρικανοί που ζουν στο εξωτερικό έστειλαν στα σπίτια τους 19 δισ. δολ., ποσό διπλάσιο σε σχέση με τρία χρόνια πριν. Αποτελώντας όμως το μαλακό υπογάστριο των εργαζομένων στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, οι μετανάστες ήταν οι πρώτοι που βίωσαν την κρίση. Και μαζί μ’ αυτούς ολόκληρες χώρες όπως το Λεσόθο για παράδειγμα καθώς το 28% του ΑΕΠ του προέρχεται από εμβάσματα.

Τέλος, ένας καθοριστικός λόγος για τον οποίο σήμερα η Αφρική είναι στο χειρότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, αφορά την σημαντική άνοδο των τιμών των ειδών διατροφής. Τα δημητριακά, το ρύζι, το καλαμπόκι και η σόγια για παράδειγμα, παρά την πτώση της τιμής τους από πέρυσι εξακολουθούν να στοιχίζουν σχεδόν 30% ακριβότερα απ’ ότι το 2005.

Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, με βάση στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας, ενώ την τριετία 2003-’05 μειώθηκε στο 16% του παγκόσμιου πληθυσμού το ποσοστό όσων υποσιτίζονται, από 20% το 1990–’92, πλέον ανέρχεται τουλάχιστον στο 18%. Επίσης απειλούνται με πλήρη ανατροπή κι οι στόχοι της Χιλιετίας που είχαν καθορισθεί από τον ΟΗΕ για την εξάλειψη της φτώχειας καθώς υπολογίζεται ότι 90 εκ. άνθρωποι ακόμη θα οδηγηθούν στην πείνα παγκοσμίως, φθάνοντας τον αριθμό τους στο 1 δισ. από τους οποίους οι περισσότεροι ζουν στην Αφρική.

Αν όλα τα παραπάνω προβλήματα στο εσωτερικό της μαύρης ηπείρου οδηγούν σε εμφύλιους και διακρατικούς πολέμους για την οικειοποίηση των ολοένα και λιγότερο προσοδοφόρων πλουτοπαραγωγικών πηγών, σφαγές πληθυσμών για να διευκολυνθεί η επέκταση και ανατροπές νόμιμων κυβερνήσεων, δεν είναι μικρότερης σημασίας οι επιπτώσεις και στο εξωτερικό. Το κάθε άλλο. Το δείχνει η έξαρση της πειρατείας στη Σομαλία και τα καραβάνια των απελπισμένων που διασχίζουν την αφρικανική έρημο, για να περάσουν την Μεσόγειο ακόμη και με αυτοσχέδια πλωτά μέσα ελπίζοντας σε μια καλύτερη τύχη στην Ευρώπη…

Ευρωεκλογές εν μέσω κρίσης (Διπλωματία, 5ος/2009)

ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΧΗΣ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΣΤΙΣ 7 ΙΟΥΝΗ

ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΕ Η ΕΕ

Με την αποχή, που αναμένεται να φθάσει σε ύψη ρεκόρ στις προσεχείς ευρωεκλογές, θα εκφράσουν οι πολίτες των 27 χωρών μελών της ΕΕ τη δυσφορία τους για τον τρόπο που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση την οικονομική κρίση. Απόλυτα σεβαστή θα γίνει κι αυτή τη φορά η παράδοση που θέλει κάθε εκλογική αναμέτρηση για το ευρωκοινοβούλιο να καταρρίπτει το ρεκόρ αποχής των προηγούμενων ευρωεκλογών. Αρκεί μια ματιά να ρίξει κανείς στα ποσοστά συμμετοχής για να πεισθεί ότι πρόκειται για μια τάση που επαναλαμβάνεται σταθερά. Έτσι, το 1979 το ποσοστό συμμετοχής ήταν 62%, το 1984 59%, το 1989 58%, το 1994 57%, το 1999 50% και το 2004 μόλις 45%. Ίδια ακριβώς είναι η τάση που καταγράφεται και στην Ελλάδα, παρότι τα ποσοστά συμμετοχής είναι σημαντικά υψηλότερα λόγω του υποχρεωτικού χαρακτήρα της συμμετοχής στις ευρωεκλογές – κάτι που δεν ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές – και της πολιτικής φόρτισης που τις συνοδεύει. Το 1984 η συμμετοχή έφθασε το 81%, το 1989 στο 80%, το 1994 στο 73%, το 1999 στο 70% και το 2004 η συμμετοχή των Ελλήνων πολιτών στις ευρωεκλογές έφθασε το 63%. Στις επικείμενες ευρωεκλογές που σε κάθε μία από τις 27 χώρες της ΕΕ θα διεξαχθούν από τις 4 έως τις 7 Ιουνίου η αποχή αναμένεται να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Πρόσφατη έρευνα του ευρωβαρόμετρου έδειξε ότι μόνο το 34% από τα 375 εκ. ψηφοφόρων πρόκειται να προσέλθουν στις κάλπες – αριθμός που όσο κι αν αυξηθεί ως αποτέλεσμα της διαφημιστικής εκστρατείας και της ανόδου του ενδιαφέροντος όσο πληθαίνουν οι αναφορές και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, δεν πρόκειται να οδηγήσει σε αναστροφή της τάσης αύξησης της αποχής. Η επιλογή των Ευρωπαίων να αδιαφορήσουν για τις ευρωεκλογές και τη σύνθεση του ευρωκοινοβουλίου δε προδίδει άγνοια του καθοριστικού ρόλου που διαδραματίζουν οι αποφάσεις που λαμβάνονται στα όργανα της ΕΕ και του γεγονότος ότι οι 3 στους 4 νόμους συνιστούν προσαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο εθνικό. Το γεγονός αντίθετα ότι οι Ευρωπαίοι γυρίζουν την πλάτη τους στους θεσμούς της ΕΕ (γεγονός αναμφισβήτητα αρνητικό καθώς εκλείπει η λαϊκή πίεση στους ευρωβουλευτές και η επακόλουθη λογοδοσία) με την ίδια ταχύτητα που αυξάνει η σημασία της στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα σε δύο ερμηνείες οδηγεί. Η πρώτη είναι μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση του υποβαθμισμένου ρόλου που έχει το Ευρωκοινοβούλιο στο όλο σύστημα αποφάσεων της ΕΕ. Πρόκειται για το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα το οποίο έθιξε και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας από τη Φινλανδία που επισκέφθηκε στις αρχές Μαΐου και κορυφώθηκε με τη δημιουργία του ευρώ και την εκχώρηση της νομισματικής πολιτικής στους τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η θωράκισή τους από την επιρροή εκλεγμένων κυβερνήσεων και ηγετών, στο όνομα της «ανεξαρτησίας», οδήγησε πολλές φορές ακόμη και συντηρητικούς πολιτικούς αρχηγούς, όπως ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζύ, να ζητήσουν την αναθεώρηση των προνομίων τους και τον δημοκρατικό έλεγχο στην ΕΚΤ. Πλευρά του δημοκρατικού ελλείμματος είναι και η απροθυμία των ευρωπαίων ηγετών και πολύ περισσότερων των κυβερνήσεων να θέσουν σε δημοψήφισμα το Ευρωσύνταγμα αρχικά και την Συνθήκη της Λισσαβόνας που το αντικατέστησε στη συνέχεια. Ο φόβος απόρριψης τους από τους πολίτες που θα ανάγκαζε την ΕΕ να αναθεωρήσει τα κείμενα, όπως συνέβη στη Γαλλία και την Ιρλανδία με το Ευρωσύνταγμα, οδήγησε τις κυβερνήσεις να τα εγκρίνουν εν κρυπτώ από τα εθνικά κοινοβούλια χωρίς να γίνουν θέμα δημόσιας συζήτησης και αντιπαράθεσης. Η δεύτερη αιτία που ερμηνεύει την χαμηλή συμμετοχή στις εωρωεκλογές αφορά την μη ικανοποίηση ή ακόμη και την απογοήτευση των ευρωπαίων πολιτών για την στάση της ΕΕ σε μια σειρά από κρίσιμα θέματα. Κι όσο για την περίοδο δε που συζητάμε – τι άλλο; – από τον τρόπο που χειρίστηκε την πρωτοφανή για τα μεταπολεμικά δεδομένα οικονομική κρίση. Αξίζει αρχικά να δούμε το περίγραμμα του οικονομικού περιβάλλοντος εντός του οποίου πραγματοποιούνται οι ευρωεκλογές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ, που δημοσιεύτηκαν στις 12 Μαΐου, το ΑΕΠ των 16 χωρών της ευρωζώνης το 2009 θα συρρικνωθεί κατά 4,2% και το 2010 κατά 0,4%. Το ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών αντίθετα γι αυτή τη χρονιά θα μειωθεί κατά 2,8% ενώ για τον επόμενο χρόνο προβλέπεται στασιμότητα. Φαίνεται έτσι ότι η κρίση πλήττει πολύ πιο βαριά τη γηραιά ήπειρο απ’ ότι τις ΗΠΑ. Οπότε διαψεύδονται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο οι επανειλημμένες διαβεβαιώσεις των ηγετών της ΕΕ ότι πρώτον, το επίκεντρο της αναστάτωσης συνεχίζεται να βρίσκεται στις ΗΠΑ κι εκεί είναι που πρέπει να ληφθούν μέτρα και δεύτερο ότι τα μέτρα που έχουν λάβει οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι επαρκή. Αυτό που δείχνουν οι προβλέψεις του ΔΝΤ αντίθετα είναι ότι η κρίση (που με τα δικά του λόγια προβλέπεται «βαθιά και διαρκείας» αμφισβητώντας έτσι αισιόδοξες προβλέψεις για τον γρήγορο τερματισμό της) έχει κάνει εδώ και καιρό μετάσταση στην Ευρώπη κι ότι τα μέτρα που λαμβάνονται είναι ανεπαρκή. Ως αποτέλεσμα αναμένεται έκρηξη της ανεργίας. Η ίδια η Επιτροπή εκτιμά ότι στα 20 εκ. άνεργους αναμένεται να προστεθούν 8,5 εκ. ακόμη! Απέναντι λοιπόν σ’ αυτή την εκρηκτική κατάσταση αξίζει να δούμε τη στάση που κράτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αρχικά, υπήρξε η απροθυμία των κυβερνήσεων της ΕΕ να εγκρίνουν χρηματοδοτικά πακέτα στήριξης της οικονομίας που δεν παύουν να αποτελούν τη μοναδική ενδεδειγμένη λύση άμεσα κι όχι μακροχρόνια «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί», για να θυμηθούμε τη ρήση του Κέυνς που είχε διατυπωθεί μάλιστα σε μια ακριβώς όμοια οικονομική συγκυρία όταν και τότε οι αναγκαίες παρεμβάσεις του κράτους θεωρούνταν περιττές λόγω της πίστης στην ικανότητα της αγοράς να ισορροπεί – μακροχρόνια πάντα. Οι χρηματοδοτικές ενισχύσεις αποτελούν μονόδρομο ανεξάρτητα μάλιστα από το γεγονός ότι η χορήγησή τους συνοδεύεται από μια σειρά αβεβαιότητες: πώς, πότε και με τι κόστος π.χ. θα αποπληρωθεί το αστρονομικό ποσό των 2 τρισ. δολ. (διπλάσιο από πέρυσι) που σκοπεύει να δανειστεί το αμερικανικό δημόσιο φέτος. Έτσι μέχρι στιγμής ενώ οι χρηματοδοτήσεις που έχουν εγκριθεί στις ΗΠΑ ισοδυναμούν με το 4,8% του ΑΕΠ τους και στην Κίνα με το 4,4%, στην Ευρώπη οι χρηματοδοτήσεις ισοδυναμούν με το 3,4% του ΑΕΠ της Γερμανίας και μόλις το 1,3% της Γαλλίας. Ακόμη χεορότερα ενώ σε όλο τον κόσμο η καταφυγή στα δημοσιονομικά ελλείμματα αναγνωρίζεται ως η μοναδική έξοδος κινδύνου, στην ΕΕ δοξάζεται η βασιλική οδός της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Ο δογματισμός της ΕΕ μάλιστα γίνεται παροιμιώδης αν δούμε ότι συνεχίζει να μένει προσκολλημένη σε μια αρχή ακόμη κι όταν παραβιάζεται – για λόγους ανάγκης προφανώς – από τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών μελών της. Για την ακρίβεια 13 από τις 16 χώρες που χρησιμοποιούν το ευρώ αναμένεται το 2010 να έχουν ελλείμματα άνω του 3%. Οι ισχυρότερες δε οικονομίες της ευρωζώνης όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία θα έχουν έλλειμμα της τάξης του 6%, 7,1%, 6,1% και 11,2%! Κι αντί η ΕΕ να προσαρμόσει την οικονομική της πολιτική στα νέα αυτά δεδομένα, με κριτήριο τη διαφύλαξη των θέσεων απασχόλησης και της κοινωνικής σταθερότητας που διασφαλίζει το κράτος πρόνοιας και το σταθερό εργασιακό περιβάλλον καλεί σε λιτότητα και δια στόματος του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, σε μείωση των ωρών εργασίας και των μισθών. Οι πρώτοι που βίωσαν τις αρνητικές συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν οι μετανάστες (αμορτισέρ που τις τελευταίες δεκαετίες περιλαμβάνεται στο μόνιμο εξοπλισμό κάθε ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας) που λειτούργησαν με διπλό τρόπο. Από τη μια οι σχετικά πιο καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας των ίδιων των ευρωπαίων δεν επηρεάστηκαν τόσο γρήγορα από την κρίση, από την άλλη η απόγνωση και η βία, που είναι το αναγκαίο συνοδευτικό της ανεργίας και της φτώχειας, εξαπλώθηκε σε κοινωνικά στρώματα και γεωγραφικές περιοχές που δεν είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού στην πλειοψηφία. Το ερώτημα ωστόσο είναι μέχρι πότε, αν σκεφτούμε ότι στη Γερμανία οι μετανάστες ανέρχονται σε 3,5 εκ., στην Ισπανία και την Αγγλία από 1,8 εκ., στην Ιταλία 1,5 εκ. και στη Γαλλία ζουν 1,4 εκ. μετανάστες. Ωστόσο οι μαζικές κινητοποιήσεις στο Παρίσι, τη Ρίγα, το Βίλνιους, τη Βουδαπέστη, το Ρέυκιαβικ και πιο πρόσφατα τα βίαια επεισόδια που έγιναν από εργάτες της βιομηχανίας χάλυβα στο Λουξεμβούργο στις 12 Μαΐου, έδειξαν ότι οι συνέπειες της κρίσης δεν είναι αισθητές πλέον μόνο στο περιθώριο της κοινωνίας ή τα πιο ευάλωτα τμήματα της εργασίας. Απογοήτευση επίσης και το μεγαλύτερο δυνατό διασυρμό της «ενιαίας» κατά τ’ άλλα Ευρώπης προκάλεσε η απάντηση της ΕΕ στα μέλη της που εκτέθηκαν περισσότερο στην κρίση. Μια σειρά κατ’ αρχήν από χώρες παραπέμφθηκαν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Ουγγαρία, Λετονία και Λετονία) για να λύσουν τα χρηματοδοτικά τους προβλήματα. Από τη στιγμή που τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο κι άλλα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα σ’ όλο τον κόσμο δε δίστασαν να προβούν σε αντισυμβατικές δραστηριότητες (η FED για παράδειγμα έφθασε να δανείσει απ’ ευθείας επιχειρήσεις ασκώντας λειτουργίες εμπορικής τράπεζας) γιατί θα έπρεπε χώρες που ήδη δοκιμάζονται από την κρίση να υποστούν τους επαχθείς όρους υπό τους οποίους δανείζει το ΔΝΤ και να μην τύχουν της δανειοδότησης της ΕΚΤ με το προνομιακό της επιτόκιο; Γιατί, με άλλα λόγια, το επιτόκιο του 1% (από 4,25% που ήταν τον Οκτώβρη του 2008), όπως διαμορφώθηκε στις 7 Μαΐου, να το απολαμβάνουν μόνο οι εμπορικές τράπεζες και τις πιο πολλές φορές μάλιστα προς δική τους και μόνο ωφέλεια, και όχι τα κράτη – μέλη; Πολύ περισσότερο εκείνα που έχουν εκχωρήσει στη Φρανκφούρτη το προνόμιο άσκησης νομισματικής πολιτικής… Αναντίστοιχη των προσδοκιών ήταν η ανταπόκριση της ΕΕ και στα διορθωτικά μέτρα ρύθμισης των αγορών που συμφωνήθηκαν μετά τη συνεδρίαση του G20 στις 2 Απρίλη. Τα μέτρα που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με στόχο να επιβάλλει διαφάνεια στην αγορά των αντισταθμιστικών κεφαλαίων (hedge funds) που σε παγκόσμιο επίπεδο το μέγεθός της ανέρχεται σε 1,4 τρισ. δολ. κρίθηκαν όχι απλώς λίγα αλλά και επικίνδυνα. Η γαλλίδα υπουργός Οικονομίας, Κριστίν Λαγκάρ, από την εφημερίδα Figaro επεσήμανε τον κίνδυνο, χάρη αυτών ακριβώς των ρυθμίσεων, η Ευρώπη να αλωθεί από κερδοσκοπικά κεφάλαια με έδρα τα νησιά Κεϊμάν που θα λειτουργήσουν σαν Δούρειοι Ίπποι. Για την ίδια πρόταση ο Πολ Ρασμούσεν, δανός ευρωβουλευτής και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (που στις 9 Μαΐου παραβρέθηκε Στο Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ) δήλωσε πως «έχει περισσότερες τρύπες από ελβετικό τυρί». Το γεγονός ότι η ΕΕ δεν μπόρεσε να πρωταγωνιστήσει στον αγώνα δρόμου που γίνεται για να αναδιοργανωθεί η αρχιτεκτονική του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος έχει ξεχωριστή σημασία καθώς η ΕΕ – και δη ο γαλλογερμανικός άξονας – προβάλλει ως ο φανατικότερος πολέμιος του σημερινού καθεστώτος απορύθμισης. Στο παραπάνω πλαίσιο οι κάλπες της 7ης Ιουνίου δεν θα βγάλουν θεαματικά αποτελέσματα που να ανατρέπουν την σημερινή εικόνα βάση της οποίας από τους 785 βουλευτές 288 ανήκουν στην ομάδα του Λαϊκού Κόμματος, 217 στη Σοσιαλιστική, 100 στη Συμμαχία Φιλελεύθερων Δημοκρατών, 44 στην Ένωση για την Ευρώπη των Εθνών, 43 στους Πράσινους, 41 στην Ομάδα της Αριστεράς, κλπ. Οι σοσιαλιστές θα συνεχίσουν να είναι στη δεύτερη θέση αδυνατώντας να εκμεταλλευθούν τη δυσφορία που γεννά η οικονομική κρίση. Δεν αποκλείεται μάλιστα το ΠΑΣΟΚ να καταγράψει την μεγαλύτερη άνοδο σε σχέση με άλλα συγγενή του κόμματα λόγω της υποχώρησης της ΝΔ και του χαμηλού σημείου από το οποίο ξεκινάει κάθε σύγκριση μια και το 2004 είχε πάρει μόλις 34%. Ξεχωριστή σημασία ως τάση – κι όχι αριθμητικά – ίσως να έχει η καταγραφή στα εκλογικά αποτελέσματα των φυγόκεντρων τάσεων που ήδη παρατηρούνται σε όλη την έκταση της ΕΕ. Όπως για παράδειγμα η πιθανολογούμενη εκλογή ενός ευρωβουλευτή από το ακροδεξιό αντι-μεταναστευτικό Βρετανικό Εθνικό Κόμμα κι άλλων δύο από αντι-ισλαμικά αντι-μεταναστευτικά κόμματα της Δανίας. Έσπειραν ανέμους και θερίζουν θύελλες…