Κρίση του καπιταλισμού και κρίση του χρέους (ομιλία στο διήμερο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το δημόσιο χρέος, Πάντειος, 25.2.2011)

Σε μια εξαιρετική συνέντευξη του σε μια ελληνική εφημερίδα ο Έρικ Χομπσμπάουμ τον Δεκέμβρη ρωτήθηκε ποιό τίτλο θα συνιστούσε σε έναν αγωνιστή που στο ένα του χέρι θα κρατούσε το όπλο και στο άλλο βιβλίο. Η απάντησή του ήταν: ένα βιβλίο που θα εξηγούσε την λειτουργία του όπλου. Αυτή ακριβώς την ιδεολογία και τη θεωρητική ανάλυση χρειαζόμαστε σήμερα: Ερμηνείες που να μπορούν να διευκολύνουν την ανάπτυξη ταξικών και μαχητικών αγώνων για την απόκρουση και την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου στην προοπτική της κοινωνικής επανάστασης.

Σε αυτό το πλαίσιο η πρωτοβουλία του διημέρου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να αποβεί καταλυτική στον βαθμό που θα συνδέσει την θεωρητική διερεύνηση με την διατύπωση των αναγκαίων στόχων για την ανάπτυξη της πάλης.

Τρεις πλευρές κατά τη γνώμη μου συγκεντρώνουν όλο το ενδιαφέρον στη σημερινή συζήτηση.

α) η ερμηνεία της σημερινής ευρύτερης καπιταλιστικής κρίσης και της ειδικότερης κρίσης χρέους,

β) η επιλογή και η διατύπωση στόχων που θα διευκολύνουν την ανάπτυξη της πάλης, και

γ) το θέμα της εξουσίας, η απάντηση δηλαδή στο ερώτημα ποιός θα υλοποιήσει αυτούς τους στόχους.

1. Καπιταλιστική κρίση και κρίση χρέους

Η κρίση που ξέσπασε στην Ελλάδα δεν αποτελεί τη νέμεση για τον ελληνικό παρασιτισμό ή τις αθρόες παροχές του κράτους πρόνοιας των προηγούμενων χρόνων. Ούτε έχει την έδρα της στην χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία και την απορύθμιση των αγορών όπως επιμένει η σοσιαλδημοκρατία.

Είναι ειδική πλευρά της κρίσης όλων των ποιοτικών αντιδραστικών μετασχηματισμών του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, της απάντησης δηλαδή του κεφαλαίου στην παγκόσμια κρίση όπως ξεκίνησε στην καπιταλιστική παραγωγή πριν σαράντα χρόνια, υπό την μορφή της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Ως ενδιάμεσους κρίκους σε αυτή τη μακρά αλυσίδα αντιδραστικών τομών (που ως σημείο αφετηρίας και τερματισμού μέχρι τώρα έχει την πτώση του ποσοστού κέρδους και την κρίση στην περιφέρεια της ευρωζώνης) παρατηρούμε: Από την μια τη μαζική τεχνολογική εφαρμογή των επιστημονικών επαναστάσεων, τη συνακόλουθη άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας και την εκτίναξη της εκμετάλλευσης. Από την άλλη, τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση με την αναίρεση βασικών πλευρών του κράτους πρόνοιας και την καταστρατήγηση εργατικών δικαιωμάτων, τη γεωγραφική επαν-ενοποίηση του κόσμου το 1989 υπό τον μανδύα του κεφαλαίου, την πιστωτική υπερέπεκταση και τη νομισματική ενοποίηση στην ΕΕ. Πρόκειται για εργαλεία που εν μέρει και κατά διαστήματα πέτυχαν, εν συνόλω όμως και στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου απέτυχαν να επιλύσουν οριστικά την κρίση του 1973. Προετοίμασαν ωστόσο και οδήγησαν στην σημερινή διεθνή κρίση στο τελευταίο ντόμινό της, την ιδιαίτερη κρίση στην περιφέρεια της ευρωζώνης και της Ελλάδας.

Ειδικότερα στην Ελλάδα οι οικονομικές αιτίες οι οποίους οδήγησαν σε τέτοιες διαστάσεις την κρίση, φθάνοντας σε σημείο παροξυσμού, είναι οι εξής, ξεκινώντας από τις λιγότερο σημαντικές:

Πρώτο, σκανδαλώδεις άμεσες παροχές προς το κεφάλαιο υπό την μορφή αποζημιώσεων για τις προβληματικές επιχειρήσεις τη δεκαετία του ’80, ιδιωτικοποιήσεων την δεκαετία του ’90, των Ολυμπιακών την δεκαετία του 2000 κοκ.

Δεύτερο, οι ασυνήθιστα υψηλές δαπάνες για στρατιωτικούς εξοπλισμούς, σε σύγκριση πάντα με άλλες χώρες παρόμοιου οικονομικού δυναμισμού.

Τρίτο, η ιστορικά χαμηλή φορολογία του κεφαλαίου που προκάλεσε την δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και μετέπειτα την κρίση χρέους. Προς επίρρωση, οι αλλεπάλληλες μειώσεις των συντελεστών φορολόγησης του κεφαλαίου από τις κυβερνήσεις Καραμανλή και Παπανδρέου και επίσης η ανύπαρκτη φορολογία στον εφοπλισμό, τις τράπεζες και την εκκλησία.

Τέταρτο, η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981 και την ευρωζώνη πριν δέκα χρόνια, που όξυνε στο έπακρο τις δομικές αδυναμίες του παραγωγικού μηχανισμού, αυξάνοντας σε δυσθεώρητα επίπεδα το εμπορικό έλλειμμα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

2. Στόχοι πάλης

Με βάση την παραπάνω ιεράρχηση η κρίση είναι δημιούργημα της αστικής πολιτικής και, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, της προσπάθειάς της να υπερβεί την χρόνια και υποκείμενη κρίση.

          Τα αιτήματα που πρόβαλε πέρυσι τον Μάη η Πρωτοβουλία Οικονομολόγων, παρά τις σφοδρές κριτικές που δέχτηκε, θέτει ένα στέρεο έδαφος για την αντεπίθεση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Τα επαναλαμβάνω:

  • Ριζική αναδιανομή του πλούτου με αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας, μείωση του χρίονου εργασίας, σταθερή δημιουργική εργασία για όλους.
  • Γενναίες κρατικές επιχορηγήσεις σε παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, σύστημα υποδομών και μεταφορές.
  • Παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους.
  • Έξοδος από το ευρώ και την ΟΝΕ, σε σύγκρουση με την ΕΕ και – θα πρόσθετα – με προοπτική την έξοδο από αυτήν.
  • Ανατροπή του μνημονίου και των φορέων αυτής της πολιτικής κάτω από λαϊκούς και εργατικούς αγώνες
  • Αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου.
  • Εθνικοποιήσεις τραπεζών και επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο.
  • Φραγμοί στην διεθνή κίνηση κεφαλαίων.
  • Άσκηση βιομηχανικής πολιτικής στην κατεύθυνση στήριξης της απασχόλησης και της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμων προϊόντων και υπηρεσιών, κ.α.

Αν στα παραπάνω έστω, και μετά από πολλά, επήλθε μια βασική συμφωνία, οι διαφορετικές προσεγγίσεις αφορούν το θέμα της παύσης πληρωμής του δημόσιου χρέους. Ποιά δηλαδή είναι δηλαδή η ενδεδειγμένη τακτική ώστε ο λαός να μην πληρώσει το δημόσιο χρέος;

          Οι βασικές πολιτικές παράμετροι του προβλήματος του δημόσιου χρέους είναι οι εξής:

Το δημόσιο χρέος αποτελεί:

  • μέσο μεταφοράς δημόσιων πόρων στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο,
  • εμβάθυνσης των ιμπεριλασιτικών δεσμών επιβολής  
  • εργαλείο διαιώνισης της πολιτικής της λιτότητας και
  • αναίρεσης οποιασδήποτε πιθανότητας άσκησης φιλολαϊκής, αναδιανεμητικής πολιτικής.

Ακόμη και με την υπάρχουσα, βαθιά αναποτελεσματική λόγω ταξικής μεροληψίας φορολογία, τα 53 δις. ευρώ των φορολογικών εσόδων φθάνουν και περισσεύουν για να ικανοποιηθούν οι κοινωνικές ανάγκες των 47 δις. που περιγράφονται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2011 και αφορούν υγεία, παιδεία, σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και πληρωμές δημοσίων και συνταξιούχων, υπό έναν πολύ αυστηρό όρο: Να πάψει να εξυπηρετείται το δημόσιο χρέος που μόνο φέτος θα απορροφήσει 16 δισ. ευρώ, βάση του κρατικού προϋπολογισμού.

Το αίτημα της παύσης πληρωμών νομιμοποιείται στη βάση πρώτο, των βαθύτερων και άμεσων αιτιών της κρίσης χρέους. Επίσης νομιμοποιείται λόγω των πακτωλών που έχουν ήδη δοθεί για την αποπληρωμή του χρέους και μόνο την τελευταία 20ετία είναι σχεδόν διπλάσιοι του τρέχοντος ύψους του χρέους.

Το κρίσιμο όμως είναι ότι οι δύο αυτοί όροι δεν αρκούν. Κι αυτό λόγω της φύσης του προβλήματος.

Ειδικότερα, σε αντίθεση με αιτήματα όπως αυξήσεις στους μισθούς και αύξηση των δαπανών για την παιδεία, που όσο και να επηρεάζεται η υλοποίησή τους από υπερεθνικές πολιτικές, τον τελικό λόγο τον έχουν οι πολιτικοί και ταξικοί συσχετισμοί στην Ελλάδα – το αίτημα δηλαδή υλοποιείται ή δεν υλοποιείται από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου εν προκειμένω – οι δανειακές υποχρεώσεις είναι θωρακισμένες με νομικούς όρους που απηχούν διεθνείς συσχετισμούς. Οι ομολογιακοί τίτλοι που κυκλοφορούν εντός και εκτός της χώρας αφορούν υποχρεώσεις και γεννούν δεσμεύσεις στο διηνεκές.

Μάρτυρας οι περιπέτειες που περιγράφει ο Μπελογιάννης στο βιβλίο του «το Ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα» για τους εκπροσώπους του ελληνικού αστισμού κάθε φορά που έβγαιναν για δανεικά στο εξωτερικό και εμφανίζονταν κάτοχοι τίτλων προηγούμενων δανείων που έθεταν ως προϋπόθεση την εξόφλησή τους. Μάρτυρας είναι επίσης και η σοβιετική εξουσία που αναγκάστηκε την δεκαετία του ’70 να αποπληρώσει τσαρικά ομόλογα, τα οποία οι κάτοχοί τους δεν πέταξαν.

Το περιθώριο των ελιγμών περιορίζεται επίσης ασφυκτικά από τις αποτυχημένες προσπάθειες θεελίωσης της ρήτρα της μη συνέχειας στη ζωή ενός κράτους. Αντίστοιχες προσπάθειες απέτυχαν τόσο από την Σοβιετική Ένωση όσο και πολύ πρόσφατα από τα θραύσματά της το 1989 και την καταρρέουσα Γιουγκοσλαβία λίγα χρόνια αργότερα.

Δεδομένων επομένως των δύο παραπάνω περιορισμών που δεν εμπίπτουν στους εσωτερικούς ταξικούς συσχετισμούς, ακόμη και μια εργατική εξουσία είναι υποχρεωμένη να δώσει μία λύση στο πρόβλημα δανεισμού του προηγοιύμενου καθεστώτος, μαζεύοντας τα ομόλογα που κυκλοφορούν στις διεθνείς αγορές, υπό τους δικούς της φυσικά όρους. Μόνο έτσι θωρακίζεται από την απειλή κατασχέσεων στοιχείων κρατικής περιουσίας.

Περιττό να πούμε πως μια διεθνής επανάσταση που θα σαρώσει όλα τα κράτη και ειδικά τα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά, καταργώντας ομολογιακές αγορές και αντίστοιχα συστήματα προσφυγής και απονομής δικαιοσύνης θα έλυνε το πρόβλημα οριστικά. Τότε θα είχε πρακτικό νόημα η μη αναγνώριση του δημόσιου χρέους. Ωστόσο αν θέλουμε να μιλήσουμε με πραγματικούς όρους δεν είναι κάτι τέτοιο εφικτό επί του παρόντος.

Τα παραπάνω αφορούν τους περιορισμούς που θέτει η φύση του προβλήματος του ομολογιακού χρέους, που αποτελεί το 80% του ελληνικού χρέους – κάτι που φυσικά δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό με τον διμερή δανεισμό. Επίσης επιπλέον βαθμούς δυσκολίας προσθέτει το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες κατέχουν μόνο 45 δισ. όπως δήλωσε στη Βουλή τη Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γ. Προβόπουλος.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται αναντικατάστατη η ρήτρα του «απεχθούς χρέους» και της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους. Χρήσιμο μέχρι τώρα παράδειγμα είναι ο Ισημερινός – χωρίς φυσικά η ταξική πάλη σε κάθε χώρα που θα επιχειρηθεί κάτι αντίστοιχο να μην αφήνει ανοιχτό το μέλλον για ακόμη πιο φιλολαϊκές λύσεις.

Προλαβαίνω τις επιφυλάξεις και τις κριτικές που έχουν μέχρι στιγμής καλόπιστα διατυπωθεί από τα αριστερά:

1.     «Αφορά μόνο το μέρος που είναι αποτέλεσμα διαφθοράς κι έτσι νομιμοποιεί το υπόλοιπο».

Η πραγματικότητα είναι πως η διαφθορά αποτελεί μοχλό απονομιμοποίησης του χρέους στην λαϊκή συνείδηση και τη δικαιοσύνη. Στον Ισημερινό, πολιτικού χαρακτήρα χειρισμοί της κεντροαριστερής κυβέρνησης οδήγησαν στην διαγραφή πολύ μεγαλύτερου μέρους του χρέους από αυτό που κηρύχθηκε «παράνομο».

2.     «Αφορά μόνο τριτοκοσμικές χώρες, με δομή κατά βάση διμερούς διακρατικού κι όχι ομολογιακού δανεισμού».

Η πραγματικότητα είναι πως στον Ισημερινό δεν διαγράφηκε διμερές διακρατικό χρέος, αλλά το 70% του ομολογιακού.

3.     «Χωρίς την πλήρη παραγραφή το πρόβλημα του δανεισμού αργά ή γρήγορα επανέρχεται, όπως συνέβη στην Αργεντινή».

Η πραγματικότητα είναι πως η πορεία του δημόσιου δανεισμού αποτελεί συνάρτηση της πορείας του κινήματος. Όπως δεν μπορεί να ευθύνεται η προγενέστερη μείωση των ωρών εργασίας για την υπάρχουσα ελαστικοποίηση έτσι δεν μπορεί να ευθύνεται και η διαγραφή μέρους του χρέους για την εκ νέου βύθιση στο χρέος, όπως έγινε στην Αργεντινή με την υποχώρηση του Αργεντινάζο. Το παράδειγμα από την άλλη του Ισημερινού δείχνει το αντίθετο. Η ενσωμάτωση στο σύνταγμα της χώρας άρθρων που σχεδόν απαγορεύουν τον διεθνή δανεισμό δείχνει την δυνατότητα του κινήματος να επιβάλλει τους όρους του.

4. «Αναθέτει την επίλυση του προβλήματος σε ειδικούς χωρίς τη δυνατότητα λαϊκής παρέμβασης».

          Η πραγματικότητα είναι πως όπου δημιουργήθηκαν επιτροπές η παρέμβαση του λαϊκού στοιχείου ήταν άμεση. Οι ΕΛΕ σε όλο τον κόσμο αναδείχθηκαν σε προνομιακό πεδίο της ταξικής πάλης. Γι’ αυτό και οι περισσότερες δεν κατάφεραν να φτάσουν τον τελικό σκοπό τους, όπως έγινε στις Φιλιππίνες, την Βραζιλία, κοκ.

5. «Το αίτημα για δημόσιο, λογιστικό έλεγχο υπονομεύει το αίτημα της παύσης πληρωμών και διαγραφής του χρέους».

          Στην πραγματικότητα το αίτημα μας τίθεται παράλληλα: Παύση πληρωμών μέχρι να ανοίξουν τα βιβλία του δημόσιου χρέους. Από κει και πέρα η λαϊκή πίεση στην κατεύθυνση της διαγραφής του χρέους και οι ευρύτεροι ταξικοί συσχετισμοί θα αποφασίσουν μέχρι που θα φτάσει το αίτημα.

3.     Το ζήτημα της εξουσίας

Οι παραπάνω στόχοι γεννούν αυτόματα το ερώτημα: ποιος θα υλοποιήσει αυτά τα μέτρα;

Δεν πρέπει να έχουμε καμμιά αυταπάτη ότι το παραπάνω πρόγραμμα, στο σύνολό του, θα υλοποιηθεί μόνο από μια εργατική εξουσία, μετά την επανάσταση. Καμμιά αστική κυβέρνηση δεν έχει το συμφέρον να τα υλοποιήσει στο σύνολό του. Πιθανή «αριστερή» κυβέρνηση στο πλαίσιο του συστήματος ακόμη και να θελήσει να τα υλοποιήσει δεν θα μπορέσει γιατί θα πρέπει να έρθει σε σύγκρουση με το «βαθύ κράτος» που θα την εποπτεύει. Θα πρέπει να συγκρουστεί επίσης και με τα πιο επιθετικά αστικά συμφέροντα που βρίσκονται σήμερα στην αιχμή του δόρατος της επίθεσης κατά των εργαζομένων (π.χ. τραπεζίτες, διεθνοποιημένο κεφάλαιο).

Το επόμενο ερώτημα είναι: έστω και μερικά, πώς θα υλοποιηθούν;

Αιτήματα, όπως η ΕΛΕ ή ριζικές αυξήσεις μισθών θα υλοποιηθούν κάτω από τον μαζικό λαϊκό εκβιασμό ενός ανεξάρτητου ταξικού λαϊκού κινήματος και μετώπου ανατροπής, στο βαθμό που θα οξύνεται η ταξική πάλη παρά και ενάντια στα σχέδια των αστικών κυβερνήσεων ή στους αντικειμενικούς περιορισμούς και συμβιβασμούς «αριστερών» κυβερνήσεων.

Το σημαντικότερο όμως όλων είναι πως οι παραπάνω στόχοι και μαζί το αίτημα για άνοιγμα των βιβλίων του δημοσίου χρέους, αποτελούν αιτήματα που διευκολύνουν την είσοδο των εργαζομένων στην πάλη, έχοντας τη δύναμη να συγκρούονται με τα όρια της αστικής κυριαρχίας. Ανοίγουν το δρόμο για την αντικαπιταλιστική επανάσταση.

Και γι’ αυτό τον λόγο αξίζει να υποστηριχθούν από την επαναστατική Αριστερά.

Ευχαριστώ.

«Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου για να απονομιμοποιηθεί το δημόσιο χρέος» (Επίκαιρα, 3 Μαρτίου 2011)

 Μιλάει στα Επίκαιρα η συντονίστρια της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου στη Βραζιλία, Μαρία Λουσία Φατορέλι

Στη δημοσιότητα δίνεται σήμερα, Πέμπτη 3 Μαρτίου, η δημόσια έκκληση που υπογράφεται από εκατοντάδες προσωπικότητες (βουλευτές, πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες και διανοούμενους) εντός και εκτός Ελλάδας για να συγκροτηθεί Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους. Απώτερο ζητούμενο της πρωτοβουλίας που θα παρουσιαστεί στους εκπροσώπους του Τύπου στις 12.00 στην ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20, 1ος όροφος) είναι να ανοίξουν τα βιβλία του δημόσιου χρέους ώστε να αποκαλυφθεί ποιο μέρος του χρέους είναι απεχθές, παράνομο ή  μη νομιμοποιημένο και να μην πληρωθεί. Πρόκειται για στοιχειώδες δημοκρατικό δικαίωμα των φορολογουμένων και υποχρέωση κάθε κυβέρνησης αν πράγματι ενδιαφέρεται για τη διαφάνεια και την ενημέρωση των πολιτών, οι οποίοι στο όνομα της εξυπηρέτησης του χρέους είδαν τους μισθούς και τις συντάξεις τους να μειώνονται, τις συλλογικές συμβάσεις να καταργούνται, τους φόρους να αυξάνονται και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας να εκχωρούνται στους πιστωτές.

Δεν δικαιούνται τουλάχιστον να γνωρίζουν προς τι όλα αυτά;

Η διεθνής εμπειρία βεβαιώνει άλλωστε ότι όποτε άνοιξαν τα βιβλία του δημόσιου χρέους μεγάλο μέρος του παραγράφτηκε, προς ανακούφιση της κοινωνίας που είδε τις δαπάνες για την παιδεία, την υγεία και τις δημόσιες επενδύσεις να αυξάνονται. Την πλούσια αυτή εμπειρία από την Βραζιλία και τον Ισημερινό μας μεταφέρει η Μαρία Λουσία Φατορέλι, φοροτεχνικός στο επάγγελμα, συντονίστρια της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου στη Βραζιλία και μέλος της αντίστοιχης επιτροπής που συγκροτήθηκε στον Ισημερινό.

– Αποτελεί το δημόσιο χρέος ακόμη και σήμερα σοβαρό πρόβλημα για τη Βραζιλία;

– Το δημόσιο χρέος είναι το κύριο πρόβλημα της Βραζιλίας, για πολλούς λόγους. Πρώτα και κύρια απορροφά τους περισσότερους πόρους του κρατικού προϋπολογισμού κάθε χρόνο. Το 2009 (όταν ο προϋπολογισμός ανερχόταν σε 1.068 τρισ. βραζιλιάνικα ρεάλ ή 630 δισ. δολ. ΗΠΑ) απορρόφησε το 35,6% των πόρων του. Από την άλλη, οι συντάξεις απορρόφησαν το 25,9%, οι επιδοτήσεις των πολιτειών και των δήμων 11%, η χρηματοδότηση της υγείας το 4,6% και της άμυνας το 2,10% του προϋπολογισμού. Σε αυτό μάλιστα τον υπολογισμό δεν περιλαμβάνονται τα κονδύλια με τα οποία αναχρηματοδοτείται το δημόσιο χρέος. Έρευνες απέδειξαν πως η κυβέρνηση χειρίζεται ξεχωριστά τις σχετικές δαπάνες που γίνονται με την έκδοση νέου χρέους, που καλείται «αναχρηματοδότηση». Αν συμπεριλάβουμε και αυτές τις δαπάνες το πραγματικό κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους το 2009 ανήλθε στο 48% του κρατικού προϋπολογισμού, το ύψος του οποίου πλέον ανέρχεται σε 1.329 τρις. βραζιλιάνικα ρεάλ ή 782 δις. δολ.

Η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους είναι η κύρια αιτία για την οποία τόσοι άλλοι τομείς όπως υγεία, παιδεία, κατοικία, υγιεινή και πρόνοια χρηματοδοτούνται με πολύ λιγότερα από τα ελάχιστα για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες όπως ορίζονται με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αποτελεί σκάνδαλο για μια χώρα να είναι η 8η μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομία και ταυτόχρονα ο περισσότερος από τον μισό πληθυσμό της να ζει στη φτώχεια και να μην έχει πρόσβαση σε επαρκείς συνθήκες υγιεινής.

Καταχρεωμένη και η Βραζιλία

Πέρα από τη ζήτηση τόσων πολλών κονδυλίων, το χρέος σχετίζεται σημαντικά με τις οικονομικές πολιτικές και τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες κατ’ απαίτηση του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Δύο θεσμών που από τη δεκαετία του ’70 αποστολή τους είναι η προστασία των πιστωτών: των μεγάλων πολυεθνικών, ιδιωτικών τραπεζών.

– Ο πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας, ο Λούλα, υποστήριζε ότι η χώρα σας ξεχρέωσε τις οφειλές της προς το ΔΝΤ…

– Η παρανόηση δημιουργήθηκε επ’ αφορμή δημόσιες ομιλίες του προέδρου Λούλα από το 2005 ακόμη όταν η Βραζιλία ξεχρέωσε, προκαταβολικά μάλιστα, το χρέος της προς το ΔΝΤ, ύψους 15,5 δις. δολ. Αυτό όμως το ποσό αντιπροσώπευε ένα πολύ μικρό μέρος του δημόσιου χρέους της Βραζιλίας που το 2005 (συνυπολογίζοντας το εσωτερικό και το εξωτερικό χρέος) ανερχόταν σε 188 δις. δολ. Σήμερα το εξωτερικό δημόσιο χρέος της Βραζιλίας ξεπερνάει τα 300 δις. δολ. και το εσωτερικό τα 1,2 δις.

Δεδομένου όμως πως το ΔΝΤ αποτελεί σύμβολο του διεθνούς δανεισμού και δεν υπήρχε η δέουσα διαφάνεια στα μεγέθη του χρέους, οι άνθρωποι γενικά πίστεψαν πως αποπληρώθηκε όλο το χρέος όταν ξεχρεώσαμε το ΔΝΤ. Κάτι που δεν ισχύει.

Αυτή η πρωτοβουλία να αποπληρωθεί το ΔΝΤ και μάλιστα πριν την ώρα του και η επακόλουθη παρανόηση έφερε σημαντικά πολιτικά οφέλη στον Λούλα και το κόμμα του. Είχε όμως ένα υψηλό οικονομικό κόστος για το κράτος. Αρκεί να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι τα επιτόκια του δανείου του ΔΝΤ ήταν 4% ετησίως και για να βρεθούν τα χρήματα της προκαταβολικής αποπληρωμής εκδόθηκαν διεθνή ομόλογα με επιτόκιο από 7,5% έως 12% και ομόλογα εσωτερικού δανεισμού με ετήσιο επιτόκιο ύψους 19%.

Επιπλέον, το χρέος προς το ΔΝΤ συνοδευόταν από δύο επιμέρους βάρη: το οικονομικό και την πολιτική παρέμβαση. Η Βραζιλία συμβιβάστηκε με τη διατήρηση της πολιτικής παρέμβασης (το περίφημο άρθρο 4 του ΔΝΤ), οπότε σε αυτό το θέμα δεν υπήρχε κανένα όφελος. Συνοψίζοντας, το χρέος απλώς άλλαξε χέρια. Η Βραζιλία δε χρωστάει πλέον στο ΔΝΤ, αλλά σε εκείνους που αγόρασαν τα ομόλογα τα οποία εκδόθηκαν για να ξεχρεωθεί το ΔΝΤ. Το πρόβλημα του χρέους ωστόσο οξύνθηκε, επειδή τα επιτόκια των νέων ομολόγων ήταν υψηλότερα. Παράλληλα δεν απελευθερωθήκαμε από τις επιβολές του ΔΝΤ.

– Πως ξεκίνησε η πρωτοβουλία σας για τον λογιστικό έλεγχο του χρέους;

– Υπάρχει μια σχετική βραζιλιάνικη εμπειρία που χρονολογείται από το 1931, όταν ο τότε πρόεδρος, Τζετούλιο Βάργκας, διέταξε το υπουργείο Οικονομικών να διεξάγει λογιστικό έλεγχο στις συμβάσεις εξωτερικού δανεισμού. Η έρευνα αποκάλυψε πως μόνο το 40% του χρέους συνοδευόταν από δημόσια έγγραφα. Επίσης ότι δεν υπήρχε η κατάλληλη λογιστική καταγραφή ούτε έλεγχος πληρωμών. Λόγω αυτού του λογιστικού ελέγχου, μειώθηκε σημαντικά το ύψος του εξωτερικού χρέους, όπως επίσης και το ύψος των πληρωμών.

Ολιγωρία του πολιτικού συστήματος

Με βάση αυτή την εμπειρία, συμπεριλήφθηκε στο σύνταγμα του 1988 (όταν η κρίση χρέους που αντιμετώπισαν όλες οι λατινοαμερικάνικες χώρες έφθασε στο αποκορύφωμά της) η υποχρέωση διεξαγωγής εξωτερικού λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους. Αυτή η πρόβλεψη δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Έτσι, το 2000 η κοινωνία των πολιτών οργάνωσε λαϊκό δημοψήφισμα και περισσότεροι από 6 εκ. άνθρωποι ψήφισαν να γίνει παύση πληρωμών μέχρι να πραγματοποιηθεί ο δημόσιος έλεγχος.

Ως ένδειξη σεβασμού σε αυτό το αποτέλεσμα, οι ίδιες αυτές οργανώσεις που το συντόνισαν αποφάσισαν να ξεκινήσουν έναν δημόσιο λογιστικό έλεγχο για να πιέσουν τις αρχές να πραγματοποιήσουν τον επίσημο έλεγχο. Έτσι, γεννήθηκε η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του χρέους εκ μέρους των πολιτών που μόλις συμπλήρωσε 10 χρόνια ερευνών, μελετών, δημοσιεύσεων και σεμιναρίων (βλέπε αναλυτικότερα: www.divida-auditoriacidada.org.br).

Το 2007 ο Ισημερινός ξεκίνησε έναν επίσημο λογιστικό έλεγχο και είχα την τιμή – όπως επίσης και άλλα μέλη οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών – να τοποθετηθώ από τον πρόεδρο Ραφαέλ Κορέα ως μέλος της Επιτροπής για τον Δημόσιο Λογιστικό Έλεγχο του Χρέους (Commission of Public Debt Audit – CAIC).

Έπειτα από τα σημαντικά αποτελέσματα που είχε ο λογιστικός έλεγχος στον Ισημερινό, οπότε ακυρώθηκε το 70% του εξωτερικού ομολογιακού χρέους, και άλλες λατινοαμερικάνικες χώρες ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να ξεκινήσουν λογιστικό έλεγχο. Μέχρι τώρα, μόνο η Παραγουάη έχει αρχίσει ανάλογη έρευνα.

Το 2009, λόγω της πίεσης των κοινωνικών κινημάτων, πετύχαμε να ξεκινήσει μια κοινοβουλευτική έρευνα για το δημόσιο χρέος της Βραζιλίας με την συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2010, οπότε αποκαλύφθηκαν σημαντικά ευρήματα παρανομίας και μη νομιμότητας τα οποία στάλθηκαν στον εισαγγελέα.

– Ποιά είναι η δραστηριότητα της πρωτοβουλίας www.divida-auditoriacidada.org.br ;

– Ο λογιστικός έλεγχος αποτελεί μια ευκαιρία για να μετατοπισθείς από τις φραστικές καταγγελίες ενάντια στο χρέος στην έρευνα στοιχείων για την παρανομία και την μη νομιμότητα, φθάνοντας στη δυνατότητα συγκεκριμένων δράσεων που να στηρίζονται σε έγγραφα και επίσημα στοιχεία. Ο λογιστικός έλεγχος αποτελεί ένα  εργαλείο που προηγείται των νομικών ενεργειών και άλλων πολιτικών.

Κατεδαφίζοντας τον μύθο του χρέους

Όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα θεσμοθέτησης μιας επίσημης Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (όπως έγινε στον Ισημερινό το 2007) ο λογιστικός έλεγχος εκ μέρους των πολιτών αποτελεί μια σπουδαία πρωτοβουλία για να ενθαρρύνει τις έρευνες και τις μελέτες εκ μέρους του λαού και την κοινωνική δραστηριοποίηση και διαφώτιση για την διαδικασία υπερχρέωσης κατεδαφίζοντας τον μύθο του χρέους.

Αυτό ακριβώς κάνουμε στη Βραζιλία από το 2000. Οι σημαντικότερες δραστηριότητές μας αφορούν: Πρώτο, τη διάσωση ιστορικών μελετών και εγγράφων για το χρέος. Δεύτερο, την υποστήριξη καθημερινών δραστηριοτήτων όπως η ανάλυση του ετήσιου προϋπολογισμού και η αποδελτίωση του Τύπου. Τρίτο, συγκρότηση νομικών επιχειρημάτων. Τέταρτο, πολιτικά αποτελέσματα που αφορούν την έρευνα για το χρέος στο Κογκρέσο. Πέμπτο, διεθνείς επαφές και, έκτο, εκδόσεις, συμμετοχή σε εθνικά και διεθνή γεγονότα, κυκλοφορία ταινιών, μελετών κ.α.

– Ποιά ήταν η ανταπόκριση του επίσημου πολιτικού συστήματος;

– Επί 22 χρόνια το πολιτικό σύστημα αγνοεί το συνταγματικό άρθρο που επιβάλει την διεξαγωγή λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους της Βραζιλίας. Είναι πολύ δύσκολο να επιβάλεις τον επίσημο λογιστικό έλεγχο σε ένα πολιτικό σύστημα που συνδέεται με το καπιταλιστικό μοντέλο, λόγω του ότι οι προεκλογικές εκστρατείες των σημαντικότερων υποψηφίων χρηματοδοτούνται από τράπεζες και εισοδηματίες. Η υιοθέτηση των απόψεών τους καταλήγει σε συμβιβασμό με τα συμφέροντα αυτού του τομέα. Επιπλέον, οι αγορές εκβιάζουν καθημερινά μέσω του μηχανισμού της «αναχρηματοδότησης του χρέους».

Παρά αυτές τις δυσκολίες, τα κοινωνικά κινήματα στη Βραζιλία κέρδισαν την μάχη της ίδρυσης Κοινοβουλευτικής Εξεταστικής Επιτροπής για το Δημόσιο Χρέος το 2009 και επίσης την ευκαιρία συμμετοχής σε αυτήν. Διετέλεσα πραγματογνώμονας αυτής της Επιτροπής και όλων των οργάνων που συμμετείχαν στον Λογιστικό Έλεγχο των Πολιτών που ακολούθησε τις έρευνες.

– Ποιά ήταν τα ευρήματα του λογιστικού ελέγχου στη Βραζιλία;

– Όπως προείπα, επίσημος λογιστικός έλεγχος δεν έχει διεξαχθεί στη Βραζιλία. Υπάρχει η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου των Πολιτών και πρόσφατα δημιουργήθηκε Κοινοβουλευτική Εξεταστική Επιτροπή στο Κογκρέσο.

Κανένα όφελος για τη χώρα

Τα σημαντικότερα ευρήματα παρανομίας και μη νομιμότητας του χρέους που κατήγγειλε η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου των Πολιτών επιβεβαιώθηκαν από την Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής. Το συμπέρασμα των βουλευτών ήταν πως ο κύριος όγκος του μεγάλου μας χρέους αφορούσε υψηλούς τόκους, που σημαίνει πως το χρέος δεν αντιπροσωπεύει πραγματικό όφελος για τη χώρα, αλλά αντίθετα αυξήθηκε λόγω μηχανισμών που ωφελούν τους πιστωτές και ειδικά τις ιδιωτικές τράπεζες. Στην έκθεσή τους επίσης αναγνώρισαν πως το εσωτερικό χρέος αυξάνεται για να χρηματοδοτηθεί η συσσώρευση διεθνών αποθεματικών σε δολάρια, η οποία προκάλεσε μεγάλες ζημιές στο δημόσιο τομέα. Το 2009 οι απώλειες της κεντρικής τράπεζας της Βραζιλίας ανήλθαν σε 86 δις. δολ. Η κυβέρνηση  πληρώνει υψηλά επιτόκια για να αγοράζει δολάρια που έρχονται στη χώρα μέσω ιδιωτικών τραπεζών και χρησιμοποιεί αυτά τα δολάρια για να αγοράζει αμερικανικά κρατικά ομόλογα που δίνουν πολύ χαμηλά επιτόκια. Σε άλλες περιπτώσεις αυτά τα αποθεματικά χρησιμοποιήθηκαν για την πρόωρη αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους, όπως έγινε με το ΔΝΤ. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν η μετατροπή του εξωτερικού σε εσωτερικό χρέος.

Τα συμπεράσματα αυτής της επιτροπής ψηφίσθηκαν μόνο από 8 βουλευτές. Παρά τι σοβαρές κατηγορίες, δεν διέταζε ωστόσο ούτε τη συνέχιση της έρευνας, ούτε την διενέργεια λογιστικού ελέγχου του χρέους. Ωστόσο, ένας βουλευτής και μαζί πολλές κοινωνικές οργανώσεις και κινήματα παρουσίασαν ένα εναλλακτικό πόρισμα, που υποστηρίχθηκε επιπλέον από 8 βουλευτές μέλη της Επιτροπής στην οποία περιγράφονταν πολλές περιπτώσεις μη νομιμότητας και πιθανές παρανομίες, όπως:

  • Πρακτικές ανατοκισμού, που θεωρούνται παράνομες από τη βραζιλιάνικη δικαιοσύνη.
  • Παράνομες, με βάση της Συνθήκης της Βιέννης, μονομερείς αυξήσεις επιτοκίων του εξωτερικού χρέους.
  • Απουσία εγγράφων, συμφωνιών και άλλων θεμελιωδών στατιστικών για τις πληρωμές του χρέους.
  • Παράνομοι όροι με βάση τους συνταγματικούς κανόνες και άλλοι μη νομιμοποιημένοι με βάση τα κοινωνικά συμφέροντα.
  • Παρανομία σε πολλές πληρωμές ιδιωτικών τραπεζών προς τον δημόσιο τομέα, όπως επίσης και παρανομίες κατά τη μετατροπή αμφιλεγόμενου χρέους σε ομόλογα Μπρέιντι το 1994.
  • Παρανομία σε ότι αφορά τις ελεύθερες ροές κεφαλαίων, χωρίς έλεγχο και ενάντια στους κανόνες δικαίου, που ως αποτέλεσμα είχαν την εκθετική αύξηση του εσωτερικού χρέους από το 1995.
  • Πρόωρη αποπληρωμή ομολόγων εξωτερικού.
  • Παραβίαση ανθρώπινων και κοινωνικών δικαιωμάτων μέσω της διοχέτευσης του μεγαλύτερου μέρους του κρατικού προϋπολογισμού στην αποπληρωμή ενός αμφιλεγόμενου χρέους.
  • Σύγκρουση συμφερόντων, λόγω αποδεδειγμένων συναντήσεων μεταξύ στελεχών της κεντρικής τράπεζας και εκπροσώπων του χρηματοπιστωτικού τομέα για να καθορίσουν τον πληθωρισμό που προσδιόρισε το ύψος των επιτοκίων.

Μηχανισμός μεταφοράς κερδών στις τράπεζες

Για όλους αυτούς τους παραπάνω το εναλλακτικό πόρισμα στάλθηκε στο εισαγγελέα για να προβεί στις δέουσες δικαστικές ενέργειες.

– Ποιά ήταν τα αντίστοιχα ευρήματα από τον λογιστικό έλεγχο στον Ισημερινό;

– Η Επιτροπή για το Εξωτερικό Χρέος του Ισημερινού (CAIC) απέδειξε πως για 30 ολόκληρα χρόνια το χρέος προς τις ιδιωτικές τράπεζες δεν αντιπροσώπευε κάποιο όφελος για τη χώρα, αλλά ήταν ένας μηχανισμός καθαρής μεταφοράς κερδών προς όφελος των ίδιων των ιδιωτικών τραπεζών.

Πηγή προέλευση αυτού του χρέους ήταν η ασυνήθιστη αύξηση των επιτοκίων των ιδιωτικών τραπεζών στις ΗΠΑ και το Λονδίνο (Prime and Libor) την δεκαετία του ’70 και του ’80. Έτσι αυξήθηκε το εξωτερικό χρέος του «Τρίτου Κόσμου» και άνοιξε η πόρτα για την παρέμβαση του ΔΝΤ και των οδηγιών του.

Ο λογιστικός έλεγχος στον Ισημερινό κατέληξε σε ορισμένα σημαντικά ευρήματα, όπως:

  • Αυστηρές απαιτήσεις από το ΔΝΤ και παρεμβάσεις του σε όλες τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισημερινού και ιδιωτικών τραπεζών που, πέραν των συστάσεών του για εσωτερικά θέματα της χώρας, ισοδυναμούν με παραβιάσεις της κυριαρχικών δικαιωμάτων και διεθνών αρχών δικαίου.
  • Ύπαρξη καταχρηστικών όρων και κεφαλαιοποίηση τόκων που συνιστούν τοκογλυφία.
  • Ακραία ασυμμετρία μεταξύ των μερών, καθώς στο ένα μέρος βρισκόταν ο Ισημερινός μόνος του και στο άλλο όλες οι ιδιωτικές τράπεζες, οργανωμένες σε μια επιτροπή με την υποστήριξη του ΔΝΤ και της Λέσχης του Παρισιού.
  • Μια μικρή ομάδα ιδιωτικών τραπεζών (Shearson Loeb Rhoades, Lloyds Bank, Citybank, JP Morgan Chase) ήταν οι βασικοί υπεύθυνοι για την επιθετική διαδικασία υπερχρέωσης τη δεκαετία του ’70 και επίσης για τις επακόλουθες αδιαφανείς επαναδιαπραγματεύσεις της δεκαετίας του ’80 που οδήγησαν τα ιδιωτικά χρέη στον δημόσιο τομέα, μετέτρεψαν τον παλιό δανεισμό σε νέο με προκαταβολικές πληρωμές απ’ ευθείας στο εξωτερικό, χωρίς να εισέλθει ούτε ένα δολάριο στον Ισημερινό. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό όπως καταλαβαίνετε, γιατί αν η χώρα δεν εισέπραξε τίποτε, τότε τι χρωστάει;
  • Απουσία οφέλους για την πατρίδα, καθώς η αύξηση του χρέους ήταν δημιούργημα των χρηματοδοτικών μηχανισμών και πολλά άλλα.

Η απόδειξη τόσων πολλών παρανομιών επέτρεψε στον πρόεδρο Ραφαέλ Κορέα να εκδώσει προεδρικό διάταγμα παύσης πληρωμών. Στη συνέχεια πρότεινε να αναγνωριστεί μόνο το 30% τη αξίας αυτού του χρέους. Το 95% των κατόχων αυτών των ομολόγων συμφώνησε με την πρόταση, επιτρέποντας την διαγραφή του 70% του εξωτερικού ομολογιακού χρέους. Ως αποτέλεσμα, οι δαπάνες για υγεία και παιδεία υπερδιπλασιάστηκαν και μπόρεσαν να γίνουν επενδύσεις. Απόδειξη, του ότι ο λογιστικός έλεγχος απέδωσε.

– Στο πλαίσιο του λογιστικού ελέγχου δεν υπάρχει ο κίνδυνος να αναγνωριστεί και να νομιμοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος του χρέους το οποίο στη συνέχεια οι πολίτες θα κληθούν να πληρώσουν; Ποιός μπορεί να διαβεβαιώσει ότι στο τέλος της διαδικασίας το αποτέλεσμα θα είναι προς όφελος των πολιτών;

– Η εμπειρία του Ισημερινού υπογραμμίζει ότι είναι δυνατό να γίνει λογιστικός έλεγχος του χρέους και το κόστος να επιβληθεί στους εισοδηματίες και όχι τον λαό. Οι αποδείξεις που προήλθαν από την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου επέτρεψαν στον πρόεδρο Κορέα να απονομιμοποιήσει το απεχθές χρέος, αποθαρρύνοντας έτσι τις τράπεζες να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις του για τη διαγραφή του 70% του ομολογιακού χρέους. 

Εγγυητής η συμμετοχή της κοινωνίας

Αυτό μπόρεσε να γίνει στο Ισημερινό επειδή τα κύρια χαρακτηριστικά της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου ήταν η συμμετοχή πολλών μελών της κοινωνίας των πολιτών από την ίδια τη χώρα και το εξωτερικό. Αυτό εγγυήθηκε τη  διαφάνεια και την κοινωνική συμμετοχή στη διαδικασία και επίσης έδωσε πολιτική στήριξη στην απόφαση της κυβέρνησης.

– Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος εκφυλισμού του αιτήματος σε μια ακόμη κοινοβουλευτική επιτροπή – κολυμβήθρα του Σιλωάμ…

Ακόμη κι έτσι όμως η κοινωνία των πολιτών πρέπει να πάρει μέρος, όπως κάναμε κι εμείς στη Βραζιλία, αποκτώντας το δικαίωμα να εκδώσουμε ένα δικό μας εναλλακτικό πόρισμα με την ψήφο 8 βουλευτών. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι να ξεκινήσει ευθύς αμέσως μια Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου των πολιτών στην οποία να συμμετέχουν ενώσεις, συνδικάτα, Μη κυβερνητικές οργανώσεις και άτομα όπως δάσκαλοι, δημοσιογράφοι, σπουδαστές και εργάτες, καθώς το πρόβλημα του χρέους επηρεάζει τη ζωή όλων.

Ελπίζω ο ελληνικός λαός να το καταφέρει, μια και είναι γνωστό ότι πληρώνετε ένα μεγάλο τίμημα για το δημόσιο χρέος το οποίο αναλήφθηκε για να σωθούν οι τράπεζες. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν μεγάλη μου τιμή να σας βοηθήσω με βάση την εμπειρία που αποκόμισα από αντίστοιχες Επιτροπές Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους στη Βραζιλία και τον Ισημερινό. Σας ευχαριστώ.

– Και εμείς…

Συνέντευξη Κ. Λαπαβίτσα, Στ. Κουβελάκη (Πριν, 30 Ιανουαρίου 2011)

Κώστας Λαπαβίτσας: Έξοδος από ευρώ, βήμα για το σοσιαλισμό

Ο στόχος της Γερμανίας είναι να σώσει το ευρώ, απαλλάσσοντας τις τράπεζες από το βάρος χωρίς όμως να το επωμιστεί η ίδια, τονίζει ο Κώστας Λαπαβίτσας (καθηγητής Οικονομικών στο Λονδίνο) στη συνέντευξη που μας έδωσε με αφορμή τη συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Ο Στάθης Κουβελάκης (καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Λονδίνο επίσης) τονίζει πως η απροθυμία της Αριστεράς στην Ευρώπη να θέσει θέμα εξόδου από το ευρώ φέρνει στην επιφάνεια τα στρατηγικά της αδιέξοδα.

– Η Γερμανία φέρεται αποφασισμένη να συμβάλει σε μια λύση για την ανακοπή της κρίσης στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Αυτή η γραμμή δε σηματοδοτεί μια στροφή του Βερολίνου σε μια περισσότερο φιλική προς την ΕΕ πολιτική;

– Κ.Λ. Δεν ήταν ποτέ εχθρική προς την ΕΕ η πολιτική του Βερολίνου. Τη στιγμή αυτή οι αστικές τάξεις της περιφέρειας έχουν ανάγκη από ευνοϊκή χρηματοδότηση για να αντιμετωπίσουν το χρέος τους και να αποφύγουν την επίσημη χρεοκοπία. Παρουσιάζουν λοιπόν την ανάγκη τους ως το βαθύτερο νόημα του ευρωπαϊσμού. Είναι η φυσική αντίδραση του αδύνατου.

Τα πράγματα φαίνονται πολύ διαφορετικά από το Βερολίνο. Η αδυναμία της περιφέρειας απειλεί τους δανειστές με πραγματική οικονομική ζημία, που μπορεί να φτάνει τις πολλές εκατοντάδες δις ευρώ. Δεδομένου ότι οι δανειστές είναι κυρίως οι τράπεζες του κέντρου, υπάρχει κίνδυνος ευρωπαϊκής τραπεζικής κατάρρευσης που μπορεί να συμπαρασύρει και το ευρώ. Κάποιος, λοιπόν, πρέπει να αναλάβει τη ζημία, απαλλάσσοντας τις τράπεζες, ώστε να σωθεί το ευρώ. Η ευνοϊκή χρηματοδότηση που ζητάνε οι χώρες της περιφέρειας δεν είναι παρά η ανάληψη της ζημίας από το κέντρο. Ο ευρωπαϊσμός, όπως όλα τα μεγάλα καπιταλιστικά οράματα, έχει στην καρδιά του τάλιρα και δεκάρικα.

Η Γερμανία έχει φυσικά από καιρό αντιληφθεί ότι θα κληθεί να σηκώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζημίας. Τα πλαίσια δράσης της είναι όμως πολύ στενά. Η γερμανική οικονομία δεν είναι τόσο μεγάλη όσο συχνά νομίζεται στην Ελλάδα. Ζημία ύψους εκατοντάδων δις ευρώ θα ήταν εξαιρετικά δυσβάστακτη και για την ίδια. Αν προσθέσουμε το παγωμένο εργατικό εισόδημα και τη γενική απροθυμία της εργατικής τάξης να σώσει το ευρώ, τα περιθώρια γίνονται ασφυκτικά.         

Το πρόβλημα που έχει να λύσει η Γερμανία είναι λοιπόν εξαιρετικά σύνθετο. Πρέπει να διασώσει το ευρώ, απαλλάσσοντας τις τράπεζες από το βάρος του χρέους, αλλά και να αποφύγει να σηκώσει η ίδια τη ζημία στο μέτρο του δυνατού. Δεν της χρειάζονται βεβαίως μαθήματα ευρωπαϊσμού, ιδίως από τους Έλληνες, ή τους Πορτογάλους. Ο ευρωπαϊσμός είναι δικιά της εφεύρεση, το καλύτερο περιτύλιγμα για τα εθνικά της συμφέροντα.  

Η γερμανική πολιτική έχει δύο σκέλη. Πρώτον, η ΕΚΤ παρέχει ρευστότητα στις τράπεζες και δέχεται τα προβληματικά ομόλογα της περιφέρειας ως εγγύηση. Δηλαδή οι τράπεζες σιωπηλά μεταφέρουν το πρόβλημα στην ΕΚΤ, και άρα στο δημόσιο τομέα της Ευρώπης. Δεύτερον, το Ταμείο Σταθερότητας παρέχει έκτακτο δανεισμό, αλλά με αντίτιμο σκληρή λιτότητα. Διασώζει τις τράπεζες, ενώ παράλληλα μεταφέρει τη ζημία στις πλάτες των εργαζομένων της περιφέρειας.

Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική λιτότητας καταστρέφει τις οικονομίες της περιφέρειας και άρα φέρνει τη χρεοκοπία πιό κοντά. Η μεταστροφή που παρατηρείται στη γερμανική πολιτική το τελευταίο διάστημα είναι φυσική απόρροια αυτής της αντίφασης. Όσο θα κινδυνεύουν οι τράπεζες, η γερμανική αστική τάξη θα πρέπει να παρεμβαίνει ώστε να μη χρεοκοπήσουν οι χώρες της περιφέρειας. Εξετάζει λοιπόν την προοπτική να επιτρέψει στο Ταμείο Σταθερότητας να αγοράσει ένα μέρος των προβληματικών ομολόγων της περιφέρειας, αφού πρώτα δανειστεί για το σκοπό αυτό. Μπορεί να συγκατανεύσει στην επιμήκυνση του δανεισμού, ή και σε μείωση επιτοκίων. Δεν πρόκειται να αλλάξει την ουσία του προβλήματος, αλλά θα συμβάλλει στο να απαλλαγούν οι τράπεζες από το χρέος. Όταν θα εκλείψει ο κίνδυνος για τις τράπεζες, η Γερμανία θα επιβάλλει όρους στην περιφέρεια που θα είναι τρομακτικοί. Αυτό είναι το περιεχόμενο της ‘φιλικής’ στροφής της.  

– Τελικά η Γερμανία θέλει και τις 17 χώρες στην ευρωζώνη, ή όχι; Έχει επιλέξει δηλαδή να πετάξει έξω τους δημοσιονομικά «απείθαρχους»;

– Κ.Λ. Κατά τη γνώμη μου η γερμανική άρχουσα τάξη έχει μετανιώσει πικρά που επέτρεψε στις χώρες της περιφέρειας να συμμετάσχουν στην ευρωζώνη. Η αποβολή των προβληματικών χωρών είναι όμως εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία, οικονομικά και πολιτικά. Με κανένα τρόπο δε μπορεί να γίνει όσο θα κινδυνεύουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Όταν θα περάσει ο κίνδυνος, η Γερμανία θα θέσει την περιφέρεια μπροστά σε ακόμη δυσκολότερες επιλογές. Ήδη έχει θεσμοθετήσει μόνιμο μηχανισμό χρεοκοπίας από το 2013. Για να επιτραπεί στην Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, θα πρέπει να αποδεχτεί σκληρή λιτότητα για πολλά χρόνια. Παράλληλα θα δανείζεται με υψηλά επιτόκια, δεδομένου ότι τον κίνδυνο χρεοκοπίας θα τον φέρουν πλέον και ιδιώτες. Με λίγα λόγια, οι δημοσιονομικά ‘απειθαρχοι’ θα παραμείνουν στην ευρωζώνη μόνον αν είναι διατεθειμένοι να υποστούν κοινωνική και εθνική καθίζηση.

– Από την κυβέρνηση Παπανδρέου και την φιλική προς την ΕΕ Αριστερά (ΣΥΝ) προτάθηκε ως λύση η έκδοση ευρωομολόγου. Η ‘κοινοτικοποίηση’ του δανεισμού κάθε κράτους-μέλους θα μειώσει το κόστος δανεισμού. Δεν αποτελεί επομένως έστω μία πρόσκαιρη λύση στην υπάρχουσα κρίση;

– Κ.Λ. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για το τι ακριβώς εννοούν οι διάφοροι υπέρμαχοι του ευρωομόλογου. Αυτό που φαίνεται να θέλει ο ΣΥΝ, δηλαδή ουσιαστικά η χρηματοδότηση επεκτατικής οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη, κάτι σαν ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ, θα μείνει στο χώρο της φαντασίας. Αυτό που προτείνουν οι Τρεμόντι-Γιουνκέρ, από την άλλη, είναι ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο επέκτασης του δανεισμού του Ταμείου Σταθερότητας. Θα απορροφήσει τον κύριο όγκο των προβληματικών ομολόγων της περιφέρειας, αλλά και θα χρηματοδοτήσει το νέο δανεισμό της περιφέρειας. Το σχέδιο πάσχει από δύο μεγάλες αδυναμίες από την πλευρά της Γερμανίας. Πρώτον, δεν ξεκαθαρίζει το ποιός θα σηκώσει την πιθανή ζημία από τα προβληματικά ομόλογα και, δεύτερον, κάνει ακριβότερο το νέο δανεισμό των χωρών του κέντρου. Δεν πρόκειται να το δεχτεί η κ. Μέρκελ με τις παρούσες συνθήκες.

Ο ευρωδανεισμός που είναι πιθανόν να δούμε θα συμβεί μέσα στα υπάρχοντα πλαίσια του Ταμείου Σταθερότητας. Δηλαδή θα δανείζεται το Ταμείο για να δανείζει με τη σειρά του στις χώρες με προβλήματα. Με το νέο δανεισμό θα μπορούν, για παράδειγμα, είτε να αντιμετωπίσουν άμεσες πιέσεις κρίσης, είτε ακόμη και να αγοράσουν μέρος των παλιών τους ομολόγων, όπως λέγεται τώρα για την Ελλάδα. Αποκλείεται να υπάρξει ουσιαστική μείωση του συνολικού όγκου χρέους με τον τρόπο αυτό. Ο δε νέος δανεισμός από το Ταμείο θα γίνεται με σκληρούς όρους λιτότητας. Δεν υπάρχει τίποτε αισιόδοξο για την περιφέρεια στην προοπτική αυτή.

– Η έξοδος από το ευρώ δεν θα οδηγήσει την Ελλάδα στην πολιτική απομόνωση και την οικονομική περιθωριοποίηση.

Κ.Λ. Η ΟΝΕ είναι μία νομισματική ένωση που έχει σκοπό να δημιουργήσει μιά νέα μορφή παγκοσμίου χρήματος. Δεν είναι ούτε η πραγμάτωση της αφηρημένης έννοιας της Ευρώπης, ούτε η εκπλήρωση της μοίρας της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο. Για πολιτικούς λόγους έχει επενδυθεί στη χώρα μας με ένα ιδεολογικό περιεχόμενο που δεν το έχει από τη φύση της. Η συμμετοχή της Ελλάδας αποδείχτηκε αποτυχημένη και αν η χώρα επιμένει να συμμετέχει θα αντιμετωπίσει μαρασμό.

Η έξοδος είναι επιβεβλημένη από τα πράγματα. Το αν θα καταλήξει σε απομόνωση και περιθωριοποίηση εξαρτάται από το πως θα γίνει. Στο μέτρο που θα γίνει με όρους που θα επιβάλλει η εργατική τάξη, δεν υπάρχει λόγος να εμφανιστούν τέτοια φαινόμενα. Θα χρειαστεί δημόσιος έλεγχος και ιδιοκτησία στις τράπεζες και γενικότερα στα μέσα παραγωγής, όπως επίσης και στο διεθνές εμπόριο και την κίνηση κεφαλαίων. Αλλά η Ελλάδα μπορεί να μείνει ανοιχτή στις παγκόσμιες τεχνολογίες, στις γνώσεις και δεξιότητες της παγκόσμιας εργατικής τάξης και στην παγκόσμια κουλτούρα. Μπορεί ακόμη να θέσει τις διεθνείς της πολιτικές σχέσεις σε άλλη βάση, χωρίς αναγκαστικά να περάσει στην απομόνωση. Να θυμίσω ότι η Αργεντινή είναι μέλος του G20 παρότι έκανε στάση πληρωμών το 2001. Στην πράξη, αν η Ελλάδα βγει από την ΟΝΕ με εργατική και λαϊκή πρωτοβουλία, θα δώσει μεγάλο χτύπημα στον παγκόσμιο καπιταλισμό και θα βάλει στο προσκήνιο τον εργατικό διεθνισμό για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Πρόκειται για το αντίθετο της απομόνωσης και περιθωριοποίησης. Θα δώσει νέα πνοή στο όραμα του σοσιαλισμού στην Ευρώπη, αλλά και στον κόσμο.

Στάθης Κουβελάκης: Η αποδοχή της ΕΕ αποδιοργανώνει κάθε διεθνισμό

– Το γεγονός ότι σε καμιά άλλη χώρα της Ευρώπης δεν προβάλλεται από την Αριστερά το αίτημα της εξόδου από το ευρώ, δεν περιορίζει αντικειμενικά την εμβέλεια του στόχου; Επίσης δεν υπονομεύει την αναγκαία διεθνιστική αλληλεγγύη;

– Σ.Κ. Το γεγονός ότι, όπως σωστά επισημαίνεις στην ερώτησή σου, σε καμιά άλλη χώρα της Ευρώπης δεν προβάλλεται από φορείς της Αριστερά το αίτημα της εξόδου από το ευρώ, δείχνει κυρίως την έκταση της πολιτικής ανημπόριας και  της στρατηγικής αμηχανίας στην οποία έχει σήμερα περιέλθει η ευρωπαϊκή Αριστερά. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ευρώ, η στάση απέναντι στο ευρώ αποτελεί δείκτη της γενικότερης στάσης απέναντι στην ΕΕ. Το μεγαλύτερο κομμάτι της ευρωπαϊκής Αριστεράς, όπως φαίνεται από τις θέσεις του ονομαζόμενου Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), στο οποίο συμμετέχουν οι περισσότερες δυνάμεις που κινούνται στα Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας (με κύρια εξαίρεση τα ΚΚ Ελλάδας και Πορτογαλίας), πιστεύει ότι οι λύσεις πρέπει να βρεθούν εντός των πλαισίων της ΕΕ. Δεν εξηγεί βέβαια με ποιόν τρόπο μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο και δεν βλέπει ότι, στον κόσμο της υπαρκτής ΕΕ στον οποίο ζούμε, όσο πιο “ευρωπαϊκή” είναι μια λύση, τόσο πιο αντιδραστική γίνεται. Πολύ απλά γιατί αυτό απορρέει από την ίδια τη δομή και το λόγο ύπαρξης της “ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης”.

Να επισημάνω επίσης και το κυριότερο: αυτές οι δυνάμεις δεν αρνούνται μόνο να θέσουν θέμα ευρώ αλλά και στάσης πληρωμών προτείνοντας στόχους όπως επαναδιαπραγμάτευση. Αποφεύγουν δηλαδή να τοποθετηθούν ευθέως πάνω στο ζήτημα της πολιτικής νομιμοποίησης του χρέους, άρα και του ποιός θα πληρώσει το κόστος της ζημίας σε περίπτωση παραγραφής του μεγαλύτερου μέρους του, και αν κάτι τέτοιο είναι όντως συμβατό με τα πλαίσια της ΕΕ και της ΟΝΕ. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο αν αυτού του τύπου οι προτάσεις ούτε πείθουν την κοινωνία, ούτε δυναμική υπέρ της Αριστεράς δημιουργούν.

Σ’ αυτή τη λογική καλλιεργείται και η ιδέα ότι ο στόχος της εξόδου από το ευρώ, και γενικότερα οι μονομερείς κινήσεις όπως η στάση πληρωμών, πάσχουν από έλλειψη διεθνισμού, και, ότι ως εκ τούτου, αδυνατούν να λειτουργήσουν ως βάση σύγκλισης αριστερών δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο. Πρέπει να αντιστρέψουμε το επιχείρημα: αυτό που αποδιοργανώνει κάθε ουσιαστικό διεθνισμό είναι η αποδοχή των πλαισίων της ΕΕ, για τη διατήρηση των οποίων οι εργαζόμενοι και οι λαοί όλων των χωρών μελών καλούνται να πληρώσουν ένα υπέρογκο τίμημα, με διαφορετικούς και άνισους έστω όρους. Ας μη ξεχνάμε το μακρόχρονο πάγωμα των μισθών και το ροκάνισμα του κοινωνικού κράτους που υφίστανται οι Γερμανοί εργαζόμενοι, προς χάρην της προώθησης των εξαγωγικών δυνατοτήτων της Γερμανίας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας που αποτελούν τα θεμέλια της ΟΝΕ. Γι αυτό και αντί να ευνοεί τη σύγκλιση και τη συνεννόηση των λαών, η ΕΕ στρέφει τους μεν εναντίον των δε, ανασύροντας και διαδίδοντας κάθε είδους ρατσιστικά στερεότυπα (τα “γουρουνάκια”/PIIGS των χωρών της περιφέρειας, οι «τεμπέληδες» Έλληνες, κλπ).

Η Αριστερά έχει ζωτική ανάγκη από σοβαρή διεθνιστική στρατηγική, αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνο στη λογική της ρήξης με την ΕΕ και της πάλης για ένα ριζικά διαφορετικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Ας εμπνευστούμε εδώ από το πως προωθήθηκαν διεθνιστικοί στόχοι στη Λατινική Αμερική από μια σειρά προοδευτικών κυβερνήσεων : ανατρέποντας τα σχέδια των ΗΠΑ για επέκταση της ζώνης ελεύθερου εμπορίου, ανακτώντας κρίσιμα εργαλεία άσκησης εθνικής πολιτικής και δημιουργώντας εναλλακτικούς θεσμούς συνεργασίας μεταξύ κρατών (τράπεζα του Νότου, Μπολιβαριανή Ενωση ALBA, κοινό τηλεοπτικό κανάλι), σε μια κατεύθυνση ολοκλήρωσης σε ηπειρωτική κλίμακα.

– Για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους προκρίνεται η λύση της δημιουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ). Δεν υπάρχει ο κίνδυνος αυτή η πρόταση να καταλήξει σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή – κολυμβήθρα αμαρτιών, μακριά από την συμμετοχή των εργαζομένων;

– Σ.Κ. Ας διευκρινίσουμε κατ’ αρχήν ότι σε καμιά περίπτωση δε μιλάμε για κοινοβουλευτική επιτροπή, δηλαδή για υποχείριο των δύο κομμάτων που κυριαρχούν στο Κοινοβούλιο, αλλά για ανεξάρτητη επιτροπή, στην οποία θα έχουν όμως εκχωρηθεί αρμοδιότητες που θα της επιτρέπουν να προχωρήσει στο έργο της. Δηλαδή να έχει πρόσβαση στις δανειακές συμβάσεις και τους λογαριασμούς, να μπορεί να καλεί μάρτυρες κτλ.

Για να έχει αποτελεσματικότητα στον άμεσο στόχο της, τη διαφάνεια στο θέμα του δημόσιου χρέους, η ΕΛΕ πρέπει να συσπειρώσει δυνάμεις πέραν των γραμμών της Αριστεράς, ειδικούς σε μια σειρά από τομείς, προσωπικότητες ευρύτερης αποδοχής αλλά και εκπροσώπους κοινωνικών φορέων (συνδικάτα, επιστημονικοί σύλλογοι). Για να λειτουργήσει όμως πολιτικά πρέπει να κινηθεί παράλληλα με την παρέμβαση από τα κάτω των κινημάτων, των εργατικών οργανώσεων και της Αριστεράς, που οφείλουν να εκμεταλλευτούν αυτή τη δυνατότητα για ένα πολύ απλό λόγο: εκ των πραγμάτων, η ΕΛΕ θα λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός, θέτοντας υπό αμφισβήτηση συνολικά το χρέος, υποσκάπτοντας την ίδια τη νομιμότητα του. Όπως πολύ σωστά τόνισε η Σοφία Σακοράφα σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Δρόμο της Αριστεράς «η ΕΛΕ, επί της ουσίας, είναι ένα τακτικό βήμα στα όρια των αστικών θεσμών και της διαφάνειας και παράλληλα ένα στρατηγικό βήμα συγκρότησης ενός κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά».

– Όλοι αυτοί οι στόχοι δεν δημιουργούν αυταπάτες ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αποκτήσει ανθρώπινο πρόσωπο; Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα τι ρόλο μπορούν να παίξουν σε αυτή τη διαδικασία;

– Σ.Κ. Πολύ συχνά στην Αριστερά η συζήτηση γύρω από το θέμα της μεταρρύθμισης ή της ρήξης με τον καπιταλισμό τείνει να αποκτήσει έναν μεταφυσικό, μη-ιστορικό, χαρακτήρα, σα να υπάρχει από τη μια πλευρά το στρατόπεδο αυτών που λένε “θέλουμε έναν καλύτερο καπιταλισμό” και από την άλλη το επαναστατικό στρατόπεδο που λέει “εμείς θέλουμε να τον ανατρέψουμε”. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα δεν γίνονται έτσι, οι ταξικές αντιθέσεις θέτουν συγκεκριμένα προβλήματα, γύρω από τα οποία αντιπαρατίθενται επιλογές, που στηρίζονται σε ένα συσχετισμό δύναμης, αλλά και τον τροποποιούν. Θέμα πολιτικής εξουσίας, δηλαδή ρήξης επαναστατικού χαρακτήρα, τίθεται σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης του κυρίαρχου μπλοκ και ανόδου των αγώνων, πάντα γύρω από τα επίδικα ζητήματα της συγκεκριμένης συγκυρίας. Δε βρισκόμαστε σε μια τέτοια κατάσταση σήμερα, κυρίως λόγω της αδύναμης θέσης των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων. Παρά την ιστορική του χρεοκοπία, ο ταξικός αντίπαλος είναι σε θέση επίθεσης και διεξάγει με επιτυχία τον δικό του αγώνα. Αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει.

Για να το πούμε διαφορετικά, ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα με πολύ μεγάλη ικανότητα προσαρμογής. Μπορεί να επιβιώσει, ακόμη και να αναπτυχθεί, κάνοντας παραχωρήσεις στους εργαζόμενους, όταν εξαναγκάζεται βέβαια να το κάνει από ένα συσχετισμό δύναμης. Το απέδειξε εξ’άλλου τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, σε ένα περιορισμένο τμήμα του πλανήτη είναι αλήθεια. Αυτό έχει βέβαια και ένα όριο, και εδώ βρίσκεται το νοήμα των κρίσεων: για να ανασυγκροτηθεί προς όφελος των ισχυρών, το σύστημα πρέπει να πάρει πίσω όλες αυτές τις παραχωρήσεις που έκανε στο παρελθόν. Σε τέτοιες συνθήκες, αιτήματα όπως η ατζέντα που προτάσσουμε για το θέμα του χρέους, που, σε άλλες εποχές μπορεί να μην είχαν τίποτε το ανατρεπτικό, λειτουργούν με έναν εξαιρετικά ριζοσπαστικό τρόπο. Γιατί αναμετριούνται με τα κεντρικά επίδικα της κατάστασης, με την καρδιά της στρατηγικής του αντιπάλου. Αποτελούν μεταβατικούς στόχους, γύρω από τους οποίους μπορούν να δημιουργηθούν συμμαχίες και μέτωπα που είναι αναγκαία για να αλλάξει ο σημερινός συσχετισμός. Είναι μεταβατικοί στόχοι όμως και με την έννοια ότι η υλοποίησή τους ισοδυναμεί με διαδικασία μεγάλων συγκρούσεων, με εγχώρια και διεθνή εμβέλεια, που ανοίγουν με έναν απτό τρόπο την προοπτική μιας γενικότερης κοινωνικής αλλαγής, του σοσιαλισμού.

Νέα λιτότητα φέρνει το σχέδιο επαναγοράς του δημόσιου χρέους (Πριν, 23/1/2011)

Η Γερμανία αν δεχτεί την επαναγορά κρατικών ομολόγων θα το κάνει μόνο αφού πρώτα επιβάλλει νέα μέτρα φτώχειας και ανεργίας

Ούτε λίγα εικοσιτετράωρα δεν άντεξαν οι διαβεβαιώσεις από ελληνικής μεριάς ότι δεν υφίσταται θέμα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Τα σχετικά σενάρια έσπευσαν να διαψεύσουν από τις αρχές της εβδομάδας όχι μόνο ο εκπρόσωπος Τύπου της κυβέρνησης, Γιώργος Πεταλωτής, λέγοντας ότι “δεν υπάρχει καμιά συζήτηση για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους” και ο υφυπουργός Οικονομικών, Φίλιππος Σαχινίδης, με μια δήλωση καρμπόν στο πρακτορείο Ρόιτερ πως “δεν υπάρχει συζήτηση για το θέμα της αναδιάρθρωσης”. Με ύφος κατηγορηματικό και ο ίδιος ο πρωθυπουργός μιλώντας στο υπουργικό συμβούλιο επιχείρησε να διαψεύσει την αποκάλυψη γερμανικής εφημερίδας χαρακτηρίζοντας το επίμαχο δημοσίευμα κακόβουλο. Τι ανέφερε το ρεπορτάζ που επικαλούταν μάλιστα υψηλόβαθμες πηγές; Ότι ελληνική και γερμανική κυβέρνηση βρίσκονται σε προχωρημένες συζητήσεις εξετάζοντας ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους που θα προβλέπει την επαναγορά των ελληνικών ομολόγων από την ελληνική κυβέρνηση με χρήματα που θα δανειστεί από την Γερμανία ή από το Ταμείο Στήριξης όπου όλα τα κράτη μέλη θα συμβάλλουν αναλογικά με τον πληθυσμό ή το ΑΕΠ τους. Οι φήμες έπαψαν να αποτελούν κακόβουλα σενάρια την Πέμπτη, οπότε όλος ο ευρωπαϊκός Τύπος επιβεβαίωνε τα συγκεκριμένα σχέδια, που αξίζει να πούμε ότι είχαν διαψευστεί εξ ίσου σθεναρά και από το Βερολίνο και από τις Βρυξέλλες – δεν είναι δηλαδή μόνο η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου που αποκρύπτει την πραγματικότητα από τυος εργαζόμενους. Το σχέδιο σε αδρές γραμμές (και χωρίς να έχουν διευκρινιστεί ακόμη πολλά λεπτά) έχει ως εξής: Η κυβέρνηση της Γερμανίας δανείζει την ελληνική και άλλες κυβερνήσεις από την περιφέρεια της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το δημόσιο χρέος τους και αυτές στη συνέχεια αγοράζουν τα ομόλογά τους από την δευτερογενή αγορά αξιοποιώντας το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή διαπραγματεύονται σε τιμές πολύ χαμηλότερες της ονομαστικής τιμής έκδοσής τους. Ενδεικτικά μόνο να πούμε πως τα 5ετή ομόλογα της Ελλάδας πουλιούνται στο 80% της ονομαστικής τους τιμής, τα 10ετή στο 70%, τα 15ετή στο 60% και τα 30ετή στο 56%. Έτσι, η διαγραφή τους από το χρέος θα μειώσει το ύψος του κατά το ποσοστό της έκπτωσης της αρχικής τους τιμής προς αυτή με την οποία διαπραγματεύονται, σύμφωνα πάντα με τους υποστηρικτές αυτού του σεναρίου.

Πριν αναφωνήσουμε όλοι με έκπληξη “μα πώς δεν το είχαμε σκεφτεί τόσο καιρό” αξίζει να δούμε τους όρους υπό τους οποίους θα προωθηθεί αυτό το σχέδιο – τουλάχιστον όσους είναι μέχρι γνωστούς ή καλύτερα όσους επέλεξε να κάνει γνωστούς το Βερολίνο. Οι πρώτες φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν ταυτόχρονα με τις συνεδριάσεις του συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης και της ΕΕ, που έγιναν αντίστοιχα Δευτέρα και Τρίτη. Πριν την συνεδρίαση είχαν καλλιεργηθεί προσδοκίες ότι η Γερμανία θα βάλει για μια ακόμη φορά το χέρι στην τσέπη και θα συμφωνήσει στην πρόταση αύξησης του κεφαλαίου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που ανέρχεται σε 440 δισ. ευρώ. Το Βερολίνο όμως είχε άλλη γνώμη. “Δε φαίνεται να υπάρχει άμεση ανάγκη να αυξηθούν οι πόροι που έχει στη διάθεσή του το συγκεκριμένο ταμείο”, ήταν η απάντηση του γερμανού υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που πυροδότησαν μια ασυνήθιστης έντασης διαφωνία στα υψηλότερα δυνατά κλιμάκια της ΕΕ. Στο πλαίσιο της για παράδειγμα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, δεν δίστασε να επικρίνει ευθέως την Γερμανία, με αφορμή την απόρριψη της πρότασης αύξησης του κεφαλαίου του ταμείου, για να δεχθεί μια σειρά από δηκτικά σχόλια, εκ μέρους της ναυαρχίδας του γερμανικού Τύπου, του περιοδικού Σπίγκελ. Μια προσεκτικότερη ματιά στις δηλώσεις του γερμανού υπουργού Οικονομικών ωστόσο βεβαιώνει πως η Γερμανία δεν απέρριψε την πρόταση αύξησης του κεφαλαίου του Ταμείου, συνολικά. Η διαφωνία της αφορούσε τον χρόνο που θα γίνει αυτό. Πολύ περισσότερο η Γερμανία, απορρίπτοντας την πίεση που της ασκήθηκε, παρέπεμψε το θέμα στην επόμενη (4 Φεβρουαρίου) ή την μεθεπόμενη σύνοδο κορυφής της ΕΕ (τον Μάρτιο) επιδιώκοντας μια λύση πακέτο. “Πρέπει να ετοιμάσουμε μια συνολική και πλήρη απάντηση της ευρωζώνης στην κρίση δημοσίου χρέους”, ήταν τα λόγια του γερμανού υπουργού Οικονομικών. Τι εννοούσε; Πρώτα και κύρια λιτότητα για πάντα. Η Γερμανία θα δεχθεί να αυξηθούν τα κονδύλια παρέμβασης υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι οι χώρες που θα κάνουν χρήση αυτών των χρημάτων θα συναινέσουν να εφαρμόσουν ένα εξοντωτικό πρόγραμμα περικοπών δημοσίων δαπανών και φιλοεργοδοτικών αλλαγών στον ιδιωτικό τομέα που θα είναι πολύ πιο βάρβαρο απ’ ότι έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα. Με βάση πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της σημερινής Γουόλ Στριτ Τζέρναλ η Γερμανία αναμένεται να ζητήσει συνταγματικές δεσμεύσεις για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, εναρμόνιση της φορολογίας, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και αποσύνδεση των μισθολογικών αυξήσεων στους μισθωτούς από τον πληθωρισμό. Η απαίτησή της αυτή μάλιστα θα ζητήσει να εφαρμοστεί όχι μόνο στις 17 χώρες της ευρωζώνης, αλλά και στις 27 χώρες της ΕΕ.

Ξεχωριστή σημασία για την Ελλάδα έχει ότι το συζητούμενο σχέδιο αναδιάρθρωσης (που δεν θα αναφέρεται μόνο στα 110 δισ. των δανείων του Μηχανισμού) θα εξετασθεί όταν θα έχει ολοκληρωθεί η επίσκεψη της τρόικας που ξεκινάει την προσεχή Πέμπτη 27 Ιανουαρίου και από το πόρισμά της θα κριθεί η εκταμίευση της νέας δόσης του δανείου. Δηλαδή όλο το σύνθετο σχέδιο αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους που θα περιλαμβάνει και επιμήκυνση του δανείου της τρόικας από τα 5 στα 11 χρόνια και αναδιάρθρωση δια μέσου της επαναγοράς κρατικών ομολόγων θα εγκριθεί εάν και εφ’ όσον δώσει το πράσινο φως η τρόικα. Αυτή τη φορά όμως η τρόικα (με την άδεια της κυβέρνησης πάντα που αποθρασύνεται βλέποντας να μην συναντάει την δέουσα αντίσταση στα μεσαιωνικά σχέδια της) θα απαιτήσει ένα πολύ πιο αυστηρό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που θα εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα, απαιτώντας αναθεώρηση του νόμου για τις εργασιακές σχέσεις ώστε οι επιχειρησιακές συμβάσεις να κατισχύουν πλήρως των κλαδικών. (Ποιος νοιάζεται πια για το δημόσιο χρέος και την μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων;) Η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους επομένως θα είναι το δόλωμα για ένα νέο γύρο συντριβής των εργασιακών δικαιωμάτων και κατακτήσεων.

Πέραν όμως των περιφερειακών πλευρών, αξίζει να δούμε και ποιόν εξυπηρετεί το ίδιο το σχέδιο επαναγοράς κρατικών ομολόγων. Με μια λέξη, τις τράπεζες! Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εκτός κυρίως αλλά και εντός της Ελλάδας, θα είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι της επαναγοράς καθώς οι πακτωλοί του κρατικού χρήματος αρχικά θα ανακόψουν την πορεία μείωσης τιμών των ομολόγων που διατηρούν στα χαρτοφυλάκιά τους και στη συνέχεια θα μετατραπούν σε δικά τους κεφάλαια. Κι αυτό μάλιστα σε μια εποχή που το ρευστό είναι είδος εν εξαλείψει. Το δείχνει η τακτική των τραπεζών να κρατούν επτασφράγιστες τις στρόφιγγες του δανεισμού παρά τα 78 δισ. που έχουν πάρει από το κράτος με την μορφή ρευστού ή εγγυήσεων, παρά και τα 95 δισ. που έχουν πάρει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενεχυριάζοντας κρατικά ομόλογα. Άρα το σχέδιο επαναγοράς είναι ένα νέο κανάλι μεταφοράς κοινωνικού πλούτου από τους φορολογούμενους και τους εργαζόμενους στις τράπεζες. Υπό συζήτηση είναι ωστόσο και το ονομαστικό όφελος όπως προκύπτει από την διαφορά ονομαστικής και πραγματικής τιμής. Ο λόγος είναι απλός: αν εγκριθεί το σχέδιο, τότε τι πιο φυσιολογικό από το να γίνουμε μάρτυρες ενός ράλι ανόδου της τιμής των κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, ως αποτέλεσμα της προοπτικής αγοράς τους από το κράτος, που θα οδηγήσει τις τιμές τους να πλησιάζουν όλο και πιο πολύ την ονομαστική τους τιμή; Ως αποτέλεσμα όλο το σχέδιο αναδιάρθρωσης το μόνο που θα έχει καταφέρει θα είναι να κρατικοποιήσει το δημόσιο χρέος, καθαρίζοντας την αγορά από υποτιμημένα και αβέβαιης αξιοπιστίας κρατικά ομόλογα! Από μια άλλη σκοπιά είναι κεϋνσιανισμός για πλουσίους στην εποχή του σύγχρονου καπιταλισμού, όπου αντί το κράτος να αγοράζει προβληματικά ναυπηγεία και κλωστοϋφαντουργίες, λειτουργώντας ως ασφαλιστική εταιρεία της αστικής τάξης, αγοράζει προβληματικά ομόλογα! Το πρόβλημα όμως είναι ότι ακόμη και τα μαθηματικά της επαναγοράς (αγορά ομολόγων στο 70% της αξίας τους, άρα μείωση του χρέους κατά 30%) παραλείπουν σημαντικές μεταβλητές, όπως για παράδειγμα τους τόκους που καταβάλλονται στο τέλος κάθε χρόνου κι οι οποίοι αφαιρούνται όταν η αγορά γίνεται πριν την ωρίμανσή τους. Επομένως 100 – 70 δεν κάνει 30… Συνολικότερα, το σχέδιο επαναγοράς και άλλα σχέδια που απεργάζονται οι Γερμανοί και η ελληνική κυβέρνηση ως στρατηγική επιδίωξη έχουν να κάνουν το χρέος βιώσιμο, κατά την τρέχουσα ορολογία, προς όφελος των πιστωτών. Να διασφαλιστεί δηλαδή ότι θα αποπληρωθεί.

Σε αντιπαράθεση με αυτά τα σχέδια που επιφυλάσσουν νέα μέτρα λιτότητας οι εργαζόμενοι πρέπει να αντιπαραβάλλουν την παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους έτσι ώστε να σταματήσει ο κοινωνικός πλούτος να απομυζάται από τους πιστωτές και τις τράπεζες. Ρόλο επιταχυντή σε αυτή τη διαδικασία μπορεί να διαδραματίσει ο λογιστικός έλεγχος του δημόσιου χρέους που θα ανοίξει τα βιβλία του στην κοινωνία και θα απονομιμοποιήσει το ίδιο το χρέος, η αποπληρωμή του οποίου μέχρι στιγμής εμφανίζεται συχνά και από την Αριστερά ως θέση αρχής και αξιοπιστίας!

Με νέα λιτότητα ξορκίζουν την βέβαιη αναδιάρθρωση (Πριν, 9 Ιανουαρίου 2011)

Νέα αντιλαϊκά μέτρα  τον Φεβρουάριο προανήγγειλε ο υπουργός Υγείας, Ανδρέας Λοβέρδος

Την διαβεβαίωσή του στους «ιδιώτες επενδυτές», το κεφάλαιο δηλαδή και μάλιστα τα πιο παρασιτικά και κερδοσκοπικά τμήματά του, ότι δεν κινδυνεύουν οι επενδύσεις τους από μια ενδεχόμενη αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους έδωσε από το Παρίσι ο Γιωργάκης όπου έφθασε για τουρισμό και ψώνια κυρίως μετά από μια σύντομη παραμονή του στην Αθήνα και πριν μεταβεί στην Τουρκία. Η ανταπόκριση από τη γαλλική πρωτεύουσα που δημοσιεύεται στο σημερινό φύλλο της Wall Street Journal δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας για το ποιους σπεύδει να καθησυχάσει ο Παπανδρέου και την εύνοια τίνων επιζητά τρέχοντας από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα. «Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας επεδίωξε να μετριάσει τις ανησυχίες των επενδυτών για το χρέος, λέγοντας την Πέμπτη ότι η χώρα δεν είναι σε συνομιλίες για αναδιάρθρωση του κυβερνητικού χρέους που κρατείται από ιδιώτες ομολογιούχους και ότι θα επιστρέψει στις αγορές ομολόγων αυτό το χρόνο, αν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Σε συνέντευξη, ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, είπε ότι το πρόγραμμα αυστηρών δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων και λιτότητας της Ελλάδας – όπως ζητήθηκε από τους διεθνείς δανειστές της – θα διασφαλίσει ότι η Αθήνα μπορεί να αποπληρώσει τους ιδιώτες πιστωτές της».

Η κάλυψη της αμερικανικής υπερσυντηρητικής εφημερίδας αποκαλύπτει αρχικά πόσο μεγάλος και επικίνδυνος πολιτικός απατεώνας είναι ο Γιωργάκης Τσολάκογλου, ένας καθ’ επανάληψη ψεύτης και λαοπλάνος που άλλα λέει στον έναν και άλλα λέει στον άλλο. Γιατί, ενώ στην Ελλάδα τα ρεπορτάζ του Τύπου περιστρέφονταν γύρω από τρεις μύθους που κατέρριπτε με την ομιλία του ο Γιωργάκης (κι αφορούσαν το αν το δημόσιο χρέος είναι σύμπτωμα ή αιτία της κρίσης και άλλα τέτοια) ανατρέποντας υποτίθεται τους δογματικούς ισχυρισμούς των αγορών για την ενοχοποίηση των περιφερειακών χωρών, αυτός στην πραγματικότητα είχε στο μυαλό του να πάει να κολακέψει τους συναδέλφους του απατεώνες των ομολογιακών αγορών και να τους κλείσει το μάτι ότι τα χρήματά τους δεν κινδυνεύουν! Επίσης, να τους ορκιστεί πως θα κάνει ότι περνάει από το χέρι του για να τα διασφαλίσει, επιβάλλοντας δηλαδή την πιο άγρια λιτότητα στους εργαζόμενους.

Ακόμη και τότε όμως ψέματα έλεγε σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα που έχει η λιτότητα να αναστρέψει την τροπή των πραγμάτων και όχι φυσικά σε ό,τι αφορά την πρόθεσή του να ξεζουμίσει τον κόσμο, εφαρμόζοντας το ένα πακέτο αντιλαϊκών μέτρων μετά το άλλο. Τελευταίο κρούσμα η αύξηση του ΦΠΑ κατά δύο μονάδες (από 11% σε 13%) σε εκατοντάδες είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης η οποία ισχύει από 1η Ιανουαρίου 2011: τρόφιμα, σερβιριζόμενα είδη σε καταστήματα μαζικής εστίασης, λογαριασμοί ρεύματος, ύδρευσης και αερίου, κόμιστρα ταξί, εισιτήρια μεταφορικών μέσων κ.α. Η υφαρπαγή 550 εκ. ευρώ από τις τσέπες των εργαζομένων όλο το 2011 ήταν το καλωσόρισμα στο νέο χρόνο από τη μεριά της κυβέρνησης. Επίσης η απόφαση της κυβέρνησης, με το νέο φορολογικό νόμο, να μετατρέψει σε αυτόφωρο αδίκημα την μη καταβολή του ΦΠΑ με αποτέλεσμα ακόμη και για ένα χρέος 5 ή 10 ευρώ ένας ελευθεροεπαγγελματίας ή έμπορος να οδηγείται στη φυλακή. Η αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ και η αυστηροποίηση του πλαισίου είσπραξης του συνιστούν πρόκληση καθώς οι καθυστερήσεις στις πληρωμές ακόμη και από τη μεριά του δημοσίου οδηγούν πολλούς επαγγελματίες να προπληρώνουν από την τσέπη τους τον ΦΠΑ που αντιστοιχεί στα τιμολόγια που εκδίδουν, χωρίς κατ’ ανάγκη να τον εισπράττουν κιόλας. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι όλη η συζήτηση επικεντρώνεται στην πειθαρχία είσπραξης και απόδοσης των πιο αντιλαϊκών φόρων, των έμμεσων, όταν η θεσμοθετημένη, με το νόμο δηλαδή, φορολογική ασυλία του κεφαλαίου, μέσω της μείωσης των άμεσων φόρων που βαρύνουν τις ανώνυμες εταιρείες γνωρίζει νέα ιστορικά ύψη. Σε αυτό το πλαίσιο τα λαμόγια του ΠΑΣΟΚ δίνουν το πράσινο φως για να κυνηγάει ο ένας τον άλλον με τις αποδείξεις, ψάχνοντας στην πραγματικότητα ψύλλους στα άχυρα γιατί τίποτε οικονομικά σημαντικό δεν αντιπροσωπεύει πλέον ο ΦΠΑ σε μια αγορά που πνέει τα λοίσθια, ενώ από την άλλη το κεφάλαιο ψάχνει ποιος είναι προσφορότερος τρόπος για να βγάλει τα λεφτά του έξω! Η αιματηρή λιτότητα που είναι αποφασισμένη να εφαρμόσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ συμπληρώνεται από το λεγόμενο άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων που θα μειώσει το εισόδημα δεκάδων χιλιάδων ελεύθερων επαγγελματιών, την μείωση των συντάξεων που αναμένεται να ξεκινήσει με την δημοσιοποίηση των αναλογιστικών μελετών για τα ταμεία κύριας ασφάλισης στις 31 Ιανουαρίου και επίσης, κορωνίδα όλων, ένα πακέτο εισπρακτικών μέτρων ύψους 14 δισ. ευρώ που θα επιτρέψει την είσπραξη της επόμενης δόσης του δανείου. Ακόμη κι αυτά όμως τα μέτρα ενδέχεται, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Υγείας, Ανδρέα Λοβέρδου, την Παρασκευή στο ραδιοσταθμό Ρέαλ, να αποδειχθούν ανεπαρκή και στο τέλος Φεβρουαρίου η κυβέρνηση να επιβάλλει «άλλες πολιτικές, οριζόντιες και άδικες», θεωρώντας προφανώς ότι τα μέχρι σήμερα μέτρα ήταν δίκαια!!!

Η αντίφαση όμως είναι ότι όλα αυτά τα μέτρα παρότι ισοδυναμούν με μια ιστορικών διαστάσεων οπισθοδρόμηση για τους εργαζόμενους, παρότι θα οδηγήσουν την ανεργία και τα λουκέτα σε θεόρατα ύψη και θα προκαλέσουν αλλεπάλληλα κύματα πάμφτωχων, άστεγων και εξαθλιωμένων (που ήταν άνθρωποι οι οποίοι μέχρι και το 2009 τα έφερναν βόλτα), παρόλα αυτά δεν θα αποτρέψουν την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους όπως ήδη την προωθεί το κεφάλαιο.

Η κατακρήμνιση των μετοχών του χρηματιστηρίου στις 1.374 μονάδες, όσο κι αν έχει πάψει προ πολλού το χρηματιστήριο να αποτελεί αξιόπιστο δείκτη της πορείας της οικονομίας, και περισσότερο το «άδειασμα» των εκτεθειμένων στο εξωτερικό τραπεζικών μετοχών αποτελούν προάγγελο των δονήσεων που έρχονται. Το ίδιο και η αναμενόμενη υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους Standard & Poor’s και Fitch (παρότι ο ρόλος τους κάθε άλλο παρά με του παθητικού παλμογράφου μπορεί να παρομοιαστεί), η οποία θα δώσει νέα ανοδική ώθηση στα επιτόκια των κρατικών ομολόγων που ήδη «πετούν» στις 970 μονάδες βάσης, καταγράφοντας ρεκόρ!

Που πήγαν αλήθεια οι πρωθυπουργικές διαβεβαιώσεις ότι η προσφυγή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ θα εκτόνωνε τις κερδοσκοπικές πιέσεις και θα λειτουργούσε καθησυχαστικά για τις αγορές; Ξεχάστηκαν και έδωσαν την θέση τους στον ανένδοτο αγώνα που δίνει ο Γιωργάκης, μαζί με τον Σαμαρά και τον Τσίπρα (να και ένας στόχος που όλους μας ενώνει…) για την έκδοση ευρω-ομολόγου και την άσκηση πιέσεων προς τον γερμανικό ιμπεριαλισμό να κατανοήσει επιτέλους τα «πραγματικά» του συμφέροντα που είναι υπέρ της ΕΕ. Έχει «ιερό χρέος» επομένως η Μέρκελ και το Βερολίνο, σύμφωνα ακόμη και με την αριστερή εκδοχή του φιλο-ευρωπαϊσμού, να στηρίξουν το ευρω-ομόλογο και την συνοχή της ΕΕ… Πρόκειται για ένα πλαίσιο που αποκρύπτει (ακόμη και τώρα!) τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των σχέσεων στο εσωτερικό της ΕΕ και το μέγεθος του κινδύνου που εκπροσωπεί το Βερολίνο για τα συμφέροντα των εργαζομένων στις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης και την ίδια την υπόστασή τους.

Μάρτυρας, ο δρόμος προς τον γκρεμό. Ο Γιωργάκης και οι συν αυτώ (όπως ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου που διαβεβαίωνε αρχές της εβδομάδας το ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρόιτερς πως η μόνη συζήτηση για αναδιάρθρωση αφορά το δάνειο της τρόικας των 110 δισ.) αποκρύπτουν ότι με το σχέδιο ελεγχόμενης χρεοκοπίας που προωθεί το Βερολίνο με τη συμμετοχή των ιδιωτών η αναδιάρθρωση του χρέους θα είναι αναπόφευκτη. Τα αντίστοιχα σχέδια θα επιταχυνθούν. Οι σχετικές ρυθμίσεις δε (για το χρόνο αποπληρωμής, τυχόν περίοδο χάριτος, το επιτόκιο κ.α.) θα αφορούν το πώς θα καταστεί εξυπηρετήσιμο όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους. Στην πράξη δηλαδή θα διασφαλίζουν την αποπληρωμή του προς το μέγιστο δυνατό συμφέρον όσων έχουν τοποθετήσει τα κεφάλαιά τους στα ελληνικά ομόλογα. Θα είναι ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των πιστωτών, με πιο πιθανούς χαμένους τα ασφαλιστικά ταμεία.

Στον αντίποδα των αστικών σχεδιασμών, που έχουν ακόμη ανοιχτό το επακριβές περιεχόμενο της λύσης, βρίσκεται το αίτημα για παύση πληρωμών ακόμη και παραγραφή του δημόσιου χρέους, προϋπόθεση για να ασκηθεί οποιαδήποτε αναδιανεμητική πολιτική. Το αίτημα αυτό θα προωθηθεί στο πλαίσιο και ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, σε σύγκρουση με τις επιδιώξεις της ντόπιας και ξένης αστικής τάξης και της ΕΕ που συλλογικά προστατεύουν τα συμφέροντα κερδοσκόπων και αεριτζήδων τοκογλύφων, όπως έδειξε η εμπειρία των τελευταίων μηνών με το Μνημόνιο. Πρόσφορο μέσο, με βάση την πλούσια και αντιφατική διεθνή εμπειρία (που είναι όμως ελάχιστα γνωστή στον Βορρά λόγω του ότι το πρόβλημα του χρέους αποτελούσε «προνόμιο» των αναπτυσσόμενων καπιταλιστικά χωρών μέχρι πρόσφατα) αποτελούν οι Επιτροπές Λογιστικού Ελέγχου που θα φέρουν σε πέρας το δημοκρατικό αίτημα ανοίγματος των βιβλίων του χρέους, που μπορεί να συγκινήσει και να κινητοποιήσει ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Το πόσο μακριά θα φτάσει το έργο αυτής της επιτροπής που θα αποτελέσει πεδίο αντιπαράθεσης θα είναι αποτέλεσμα των ίδιων των λαϊκών αγώνων…