Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Διευκολυντικών …Σεναρίων

Λεωνίδας Βατικιώτης για το NewsCenter

Γεμάτο ευχολόγια και αισιόδοξα σενάρια ευκολίας είναι το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2022-2025 που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Οικονομικών. Διαβάζοντας το Πλαίσιο ξεχνούμε ότι ζούμε στη χώρα που έχει, και δυστυχώς θα συνεχίσει να διατηρεί  για πολύ καιρό ακόμη, δύο από τα πιο θλιβερά ρεκόρ σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση: το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος και την υψηλότερη ανεργία! Προφανώς, τα συγκεκριμένα μεγέθη αποτελούν αδιάφορες λεπτομέρειες για τους σχεδιαστές της οικονομικής πολιτικής…

Βάσει των προβλέψεων του νέου Μεσοπρόθεσμου, οι οικονομικές απώλειες που προκάλεσε η πανδημία αναμένεται να καλυφθούν το 2022. Προβλέπονται ειδικότερα από το 2022 ως το 2025 οι ακόλουθοι ρυθμοί μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας: 6,2%, 4,1%, 4,4% και 3,3%. Η σημαντικότερη ώθηση αναμένεται να προέλθει από τις χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αναμένονται 30,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 17,8 δις. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις και 12,7 δισ. δάνεια. Το σύνολο δε των πόρων που θα κινητοποιηθούν, προσθέτοντας δηλαδή στο παραπάνω ποσό τραπεζικές χρηματοδοτήσεις και ίδιους πόρους, αναμένεται πώς θα είναι διπλάσιο, αγγίζοντας τα 60 δισ. ευρώ! 

Λόγω αυτών των ροών αναμένεται η αύξηση των επενδύσεων με τη συμμετοχή τους από 11,1% του ΑΕΠ το 2020 να φτάνει το 2025 στο 16,7% του ΑΕΠ. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι παρά την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδυτικών πόρων που θα προκαλέσουν οι χρηματοδοτήσεις του Ταμείου, το επενδυτικό κενό μεταξύ Ελλάδας και ευρωζώνης που δημιουργήθηκε το 2010, όπως φαίνεται στο συνημμένο διάγραμμα, θα συνεχίσει να υπάρχει και το 2025. Μικρότερο μεν σε σχέση με την περίοδο 2013-2021, αλλά θα συνεχίσει να υπάρχει, υπογραμμίζοντας την δημιουργία ενός χάσματος το 2010 με το ξέσπασμα της κρίσης που ακόμη και 15 χρόνια μετά δεν λέει να γεφυρωθεί… 

Επενδύσεις στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη και ελληνικό επενδυτικό κενό

(% ονομαστικού ΑΕΠ )

Πηγή: Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, Υπουργείο Οικονομικών

Στο Μεσοπρόθεσμο ομολογείται πάντως ότι η πανδημία θα οξύνει τις αντιθέσεις μεταξύ των κρατών – μελών της ΕΕ: «Εντούτοις, η ανάκαμψη προβλέπεται ασύγχρονη στην ευρωζώνη, αντανακλώντας διαφοροποιήσεις μεταξύ χωρών ως προς τη σοβαρότητα της πανδημίας, την αυστηρότητα και τη διάρκεια των μέτρων ανάσχεσης, την έκθεση στον τουρισμό και τις δραστηριότητες αναψυχής και την έκταση και την έγκαιρη εφαρμογή των αποκρίσεων πολιτικής». Η συγκεκριμένη παραδοχή μπορεί να εκληφθεί κι ως ομολογία σχετικής αποτυχίας του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας να κλείσει τις πληγές της πανδημίας. Η αποτελεσματικότητα του, τουλάχιστον σε επίπεδο ποσοτικό (αφήνοντας ασχολίαστους δηλαδή τους όρους), θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν δεν είχε μεσολαβήσει η απόφαση της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ του Ιουλίου του 2020. Τότε με πρόταση των πλούσιων, βόρειων χωρών τροποποιήθηκαν τα κριτήρια των χρηματοδοτήσεων με αποτέλεσμα οι νότιες χώρες που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία να λάβουν τελικά μικρότερο μέρος από το συνολικό πακέτο. 

Αν οι χρηματοδοτήσεις από το Ταμείο ήταν μεγαλύτερες θα υπήρχαν  βάσιμες ελπίδες να μειωθεί η ανεργία τα επόμενα χρόνια. Έτσι, ώστε να πάψει η Ελλάδα να διατηρεί το αρνητικό ευρωπαϊκό ρεκόρ της υψηλότερης ανεργίας, που το 2020 έφτασε το 16,3% του εργατικού δυναμικού. Μάλιστα, δεδομένου του μικρότερου σε σχέση με το 2019 θετικού ισοζυγίου ροών μισθωτής απασχόλησης όπως καταγράφεται στο σύστημα Εργάνη (κατά 34.641 θέσεις) και της μείωσης των μέσων ωρών εργασίας ανά εργαζόμενο ανά εβδομάδα, ακόμη κι αυτή η μείωση στην ανεργία κατά 1% που καταγράφτηκε από το 2019 στο 2020, στερείται πραγματικού αντικρίσματος.

Το υπουργείο Οικονομικών κατ’ επανάληψη επιδεικνύει ως τρόπαιο επιτυχίας της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής τους όρους δανεισμού… Ωστόσο, τόσο οι επιτυχημένες εκδόσεις ομολόγων κατά τη διάρκεια της κρίσης πανδημίας όσο και τα επιτόκια όσων ελληνικών ομολόγων αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην δευτερογενή αγορά και κυμαίνονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα δεν θα κατέγραφαν τέτοιες επιδόσεις χωρίς το πρόγραμμα αγοράς τίτλων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Pandemic Emergency Purchase Programme. Οι πακτωλοί ρευστότητας που διοχετεύθηκαν στην πιστωτική οικονομία επέτρεψαν την πτώση των επιτοκίων για όλα τα ομόλογα. Μαζί με αυτά ακόμη και της Ελλάδας, που συνεχίζει να καταγράφει θλιβερές επιδόσεις σε όλα τα θεμελιώδη μεγέθη, όπως το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος… 

Το πρωτογενές έλλειμμα για το τρέχον έτος αναμένεται να φτάσει το 7,1% του ΑΕΠ, στο πλαίσιο των αποφάσεων για παράταση της ισχύος της γενικής ρήτρας διαφυγής από το δρακόντειο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης ακόμη και για το 2022 οπότε το έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί στο 0,5% του ΑΕΠ. 

Ελάχιστη θα είναι η μείωση του ονομαστικού ύψους του δημόσιου χρέους κατά την περίοδο αναφοράς του Μεσοπρόθεσμου. Από 350 δισ. ευρώ το 2022 αναμένεται να μειωθεί το 2025 στα 340,4 δισ. ευρώ. Η μείωσή του ωστόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι μεγαλύτερη λόγω των υπερφίαλων στόχων αύξησης του ΑΕΠ που συμπεριλαμβάνονται στο Μεσοπρόθεσμο. Έτσι, από 189,5% του ΑΕΠ το 2022 εκτιμάται ότι θα φτάσει το 156,9% το 2025. Στόχος ανέφικτος, αλλά ως γνωστό ανέκαθεν αυτοί οι στόχοι απέκλιναν από την πραγματικότητα…

Το success story …επανέρχεται!

Το σχέδιο που με ζήλο υπερασπίζονται όπου βρεθούν και σταθούν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θα μπορούσε να ονομαστεί και «η επιστροφή του Αντώνη Σαμαρά» ή η «νεκρανάσταση του success story».

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Για όποιον έχει ξεχάσει, θυμίζουμε πώς ήταν το αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας το 2014: επιτέλους(!) στο βάθος του τούνελ έλαμπε φως, η εποχή των Μνημονίων έφθανε στο τέρμα της και η διαφαινόμενη οικονομική ανάπτυξη θα θεράπευε τις πληγές που άνοιξε η υπαγωγή της Ελλάδας στη μέγγενη των δανειστών το 2010. Οι δρακόντειοι όροι που θα συνόδευαν τη συζητούμενη τότε συμφωνία για ένταξη της Ελλάδας σε μια πιστοληπτική γραμμή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ή τα νέα μέτρα λιτότητας που προέβλεπε το περίφημο πλέον μέιλ Χαρδούβελη προς τους πιστωτές αποτελούσαν ασήμαντες λεπτομέρειες σε σύγκριση με την επιβράδυνση της πτωτικής πορείας ή την αλλαγή κατεύθυνσης που σημείωναν κρίσιμοι οικονομικοί δείκτες.

Το ουσιαστικό ωστόσο ήταν πως οι ποσοτικές αλλαγές δεν προμήνυαν κλείσιμο του κύκλου της κρίσης, δηλαδή επιστροφή στα προ κρίσης δεδομένα. Το σημαντικότερο επίσης ήταν πως οι ορατές – αν και οριακές – αυτές αλλαγές αφορούσαν την οικονομία και μόνο. Στο κοινωνικό επίπεδο οι απώλειες των μισθωτών συνεχίζονταν και παγιώνονταν και η όποια ανάκαμψη συντελούνταν στη βάση των κατακρεουργημένων δικαιωμάτων τους, τα οποία θα συνέχιζαν να είναι σκιά εκείνων του παρελθόντος.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα, που η χιλιοεπαναλαμβανόμενη αύξηση του ΑΕΠ χρησιμοποιείται άλλοτε σαν βάλσαμο κι άλλοτε σαν πέπλο συγκάλυψης της φτώχειας, της υπερφορολόγησης, της αυξανόμενης εκμετάλλευσης και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας.

Αξίζει να δούμε γιατί χαίρονται και χαμογελούν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ την ίδια ώρα που η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί το θλιβερό προνόμιο κάθε αρνητικού ρεκόρ στις ευρωπαϊκές στατιστικές. Το πιο πρόσφατο «τρόπαιο» που ύψωσε θριαμβευτικά στον αέρα η κυβέρνηση αφορούσε τη διαβεβαίωση για την αύξηση του ΑΕΠ [και] από τα χείλη του Ευρωπαίου Επιτρόπου Πιέρ Μοσκοβισί, ο οποίος εξακολουθεί ακούραστα κι ανυποψίαστα να χειροκροτείται στον ρόλο του «καλού». Οι δηλώσεις του έγιναν μετά το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της 20ής Φεβρουαρίου, όταν η κυβέρνηση αποδέχθηκε τελικά να ψηφίσει οικονομικά μέτρα για μετά το 2019, παρότι διαβεβαίωνε για το αντίθετο. Δεν περνάει μάλιστα καθόλου απαρατήρητο πως οι Ευρωπαίοι σπεύδουν κάθε φορά να υπερθεματίσουν, μεγεθύνοντας κάθε υποψία βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων, μήπως και με αυτό τον τρόπο εμφανίσουν ότι η πολιτική τους δεν γεννάει μόνο… πόνο, αλλά και επιτυχίες.

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 2 Φεβρουαρίου, ήταν ο υπερ-Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Νίκος Παπάς, σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Ε, που τα εμφάνιζε όλα ρόδινα. Με βάση τα δικά του λόγια, ΑΕΠ, βιομηχανική παραγωγή, επενδύσεις, εξαγωγές και κατανάλωση διαρκών αγαθών αυξάνονται, ενώ θετικά είναι τα μηνύματα κι από το μέτωπο της απασχόλησης, καθώς τη διετία 2015-2016 δημιουργήθηκαν 232.000 θέσεις εργασίας. Πάντα με τα δικά του λόγια. Ας εξετάσουμε επομένως τι έχει καταγραφεί με βάση τις επίσημες στατιστικές στα συγκεκριμένα αυτά μέτωπα.

Έχει τεράστια σημασία να περιγράψουμε το πλαίσιο. Να υπενθυμίσουμε με άλλα λόγια το πρωτοφανές βάθος και τη διάρκεια, δηλαδή τον ιστορικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης. Τα περιέγραψε πολύ πρόσφατα και παραστατικά το ΔΝΤ, στην έκθεση που δημοσιοποίησε στις 6 Φεβρουαρίου 2017, συγκρίνοντας την ελληνική κρίση με την Ασιατική (που έπληξε την Ινδονησία, την Κορέα και την Ταϋλάνδη), την κρίση της ευρωζώνης και την μεγάλη ύφεση των ΗΠΑ. Οκτώ χρόνια έχουν περάσει από τις υψηλότερες επιδόσεις που είχαν καταγραφεί πριν το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα κι η τεθλασμένη γραμμή σέρνεται ακόμη στον «πάτο», όταν οι ΗΠΑ μετά το 1929 χρειάστηκαν μόλις 7 χρόνια για να επιστρέψουν στα προ της κρίσης επίπεδα.

Πηγή: ΔΝΤ

Προϊόν ασθενές και αβέβαιο

Με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (14.2.2017), το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2016 μειώθηκε 0,4% σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο του 2016, ενώ αυξήθηκε κατά 0,3% σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2015. Φαίνεται επομένως πως δεν έχουμε να κάνουμε με μια ρωμαλέα και αδιαμφισβήτητη μεγέθυνση του προϊόντος, όπως θα περίμενε κανείς μετά από μια τόσο μεγάλη και παρατεταμένη βουτιά, αλλά με μια αύξηση ασθενή και ευάλωτη στη συγκυρία.

Επιπλέον, αν έπρεπε να επαινέσουμε μια κυβέρνηση για την αύξηση που καταγράφηκε στην τριμηνιαία άνοδο του ΑΕΠ, τότε θα έπρεπε να συγχαρούμε την προηγούμενη, γιατί επί των ημερών της καταγράφηκε η πρώτη βελτίωση πριν τον καταποντισμό του 2015, που ήταν μάλιστα κι ανώτερη της τωρινής, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε.

Πηγή: Ελληνική Στατιστική Αρχή

Συγκεκριμένα η «ανωτερότητα» του Σαμαρά έναντι του Τσίπρα, για όποιον θέλει να αναγάγει σε κριτήριο οικονομικής επιτυχίας την εξέλιξη του ΑΕΠ, φαίνεται από την αξία του, καθώς το ΑΕΠ έφθασε στο υψηλότερο σημείο του επί της σημερινής κυβέρνησης το τρίτο τρίμηνο του 2016 (44,371 δις ευρώ). Υπολειπόταν ωστόσο αισθητά της νεοδημοκρατικής επίδοσης κατά το τρίτο τρίμηνο του 2014 (45,013 δις ευρώ). Αν επομένως ο Ν. Παπάς δεν ψάρευε σε θολά νερά, ποντάροντας στην άγνοια των ακροατών του, θα όφειλε να αναγνωρίσει ότι ο Τσίπρας ήρθε δεύτερος∙ προηγήθηκε ο Σαμαράς…

Ωστόσο, πέραν του ποσοτικού υπάρχει και το ποιοτικό στοιχείο: Η αύξηση του μεγέθους της πίτας, δηλαδή του κοινωνικού προϊόντος, δεν συνεπάγεται αυτόματα πως το κάθε κοινωνικό στρώμα κι η κάθε κοινωνική τάξη θα δουν το μερίδιο που τους αναλογεί να αυξάνεται αναλογικά. Κάλλιστα μια κοινωνική μερίδα μπορεί να δει τη θέση της να επιδεινώνεται, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τους συνταξιούχους, που έχουν υποστεί πρωτοφανείς απώλειες στις συντάξεις τους. Γιατί από τη μεριά τους να χειροκροτήσουν μια αύξηση του ΑΕΠ;

Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ το 2017 και στο μέλλον, τη δική του σημασία έχει ένα ακόμη ρεκόρ, το οποίο κατέκτησε η Ελλάδα με την αρωγή των δανειστών της: το χρυσό μετάλλιο στις αρνητικές αναθεωρήσεις! Και πάλι με βάση όσα αποκαλυπτικά αναφέρει η έκθεση του ΔΝΤ: «Οι αρνητικές αναθεωρήσεις της πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ ήταν συχνότερες και μεγαλύτερες στην Ελλάδα απ’ οπουδήποτε αλλού στην ευρωζώνη. Πτωτικές αναθεωρήσεις στην ετήσια αύξηση της παραγωγής γίνονταν σε περισσότερες από 1 στις 3 δημοσιεύσεις στοιχείων, έναντι λιγότερων από 1 στις 4 για την υπόλοιπη ευρωζώνη την περίοδο 2001-2014. Οι αναθεωρήσεις ήταν μεγαλύτερες σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης και με σταθερό τρόπο μεροληπτικά καθοδικές (-0,6% κατά μέσο όρο, έναντι 0,2% για την ευρωζώνη)».

Ας μην θεωρούμε επομένως ως θέσφατο κάθε δήλωση ή πρόβλεψή τους.

Βιομηχανική παραγωγή: ό,τι απέμεινε

Η βιομηχανική παραγωγή τον Δεκέμβριο του 2016 πράγματι κατέγραψε μια ασυνήθιστη αύξηση έναντι όλων των προηγούμενων μηνών του έτους. Ακόμη κι έτσι όμως, ο δείκτης του ετήσιου κύκλου εργασιών στη βιομηχανία ανήλθε στο 86,72% του επιπέδου του 2010, που κι αυτό ήταν έτος κρίσης. Αν συγκρίναμε με το 2007, που η βιομηχανική παραγωγή ήταν στο υψηλότερο επίπεδο της προ κρίσης εποχής (123,08%), οι επιδόσεις του 2016 είναι σχεδόν 40% χαμηλότερες.

Η ελεύθερη πτώση που παρατηρείται στη βιομηχανική παραγωγή της Ελλάδας προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση αν τη συγκρίνουμε με την αυξανόμενη τάση επιστροφής της βιομηχανίας στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και στην ΕΕ.

Κι από επενδύσεις …αποεπένδυση!

Ανησυχία προκαλεί και η πορεία των επενδύσεων, καθώς η μείωση του κεφαλαιακού αποθέματος, όπως καταγράφεται στον πίνακα που ακολουθεί είναι θεαματική. Η αποεπένδυση σημαίνει γήρανση του κεφαλαιακού εξοπλισμού και λιγότερες θέσεις εργασίας για το μέλλον.

Καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα Ελλάδας, σε τιμές 2010

2010 2011 2012 2013 2014 2015 2016 2017
857,2 851,9 839 825,9 812,3 797,6 784,5 774,9

Πηγή: Ameco

Πηγή: Ameco

Σημασία ωστόσο, για το επιχειρηματικό μοντέλο που αναδεικνύεται από τις στάχτες της κρίσης, έχει και το είδος των επενδύσεων που γίνονται. Με βάση μελέτη της Endeavor Greece, που είδε το φως της δημοσιότητας στις αρχές Φεβρουαρίου, το κυρίαρχο υπόδειγμα θέλει έναρξη επαγγέλματος να κάνουν μαζικά καφετέριες, μπαρ και σουβλατζίδικα κι από την άλλη, σε λήξη εργασιών να προχωρούν εργοστάσια. Η έρευνα στηρίχθηκε σε στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου και έδειξε πως το 84% των νέων επιχειρήσεων από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του 2016 δραστηριοποιούνταν σε μαζική εστίαση, διασκέδαση, λιανεμπόριο και λογιστικές συμβουλευτικές υπηρεσίες. Η μεγαλύτερη συρρίκνωση, αντίθετα, παρατηρήθηκε στο λιανεμπόριο, τη μεταποίηση και τις κατασκευές.

Εύκολα επομένως αντιλαμβανόμαστε από τα παραπάνω πως το μέλλον έχει πολύ αέρα…

Εξαγωγές: ζήτω το 2014!

Σε ό,τι αφορά το διεθνές εμπόριο,  με βάση ανακοίνωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (9.1.2017) για τις εμπορικές συναλλαγές της Ελλάδας τον μήνα Νοέμβριο, πράγματι οι επιδόσεις του 2016 υπερβαίνουν τις επιδόσεις του 2015. Ωστόσο και πάλι υπολείπονται εκείνων του 2014. Είτε εξετάσουμε τις εξαγωγές συμπεριλαμβανομένης της αξίας των πλοίων (2,216 δις) ή εξαιρουμένης αυτής (2,203 δις ευρώ), το επίπεδο του 2014 (2,342 και 2,300 αντίστοιχα) δεν έχει επιτευχθεί.

Κατανάλωση: κάθε χρόνο και χειρότερα!

Το τρίτο τρίμηνο του 2016, η πραγματική κατανάλωση αυξήθηκε κατά ένα ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό της τάξης του 5,7%.  Όπως πολύ σωστά όμως παρατήρησε ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο του στις 2 Φεβρουαρίου 2016, «μια προσεκτική ανάλυση των κύριων προσδιοριστικών παραγόντων της ιδιωτικής κατανάλωσης, δείχνει μείωση του καθαρού (μετά από φόρους και εισφορές) διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά 2,1%, όταν τα δύο αυτά μεγέθη, σε όλα τα προηγούμενα τρίμηνα, κινούνται πάντα προς την ίδια κατεύθυνση». Επομένως η αυξημένη κατανάλωση δεν προέρχεται από αυξημένα εισοδήματα, μιας κι αυτά αποδεδειγμένα μειώνονται. Γνωρίζοντας ότι μειώνεται επίσης και η τραπεζική χρηματοδότηση, συμπεραίνεται ότι η αυξημένη κατανάλωση προέρχεται είτε από τραπεζικές αναλήψεις ή από χρήματα που υπάρχουν στα… σεντούκια, αν έχει μείνει τίποτε ακόμη. Και οι δύο αυτές πηγές ωστόσο αντιπροσωπεύουν εισοδήματα που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν. Κατ’ επέκταση, οι λόγοι που αυξάνεται η ιδιωτική κατανάλωση έπρεπε να είναι πηγή ανησυχίας κι όχι να εμφανίζονται ως πηγή αισιοδοξίας, όπως τις εμφανίζει ο Ν. Παπάς. Πολύ περισσότερο, όταν δειγματοληπτικές έρευνες φέρνουν στην επιφάνεια την κατάσταση παρατεταμένης οικονομικής ασφυξίας που ζουν τα νοικοκυριά. Από πολλές απόψεις χρήσιμη (και αποδομητική του ισχυρισμού του Ν. Παπά) είναι η έρευνα καταναλωτών που δημοσιεύεται στην τετραμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ (αρ. τεύχους 86, Ιανουάριος 2016). Από τις απαντήσεις των ερωτηθέντων φαίνεται ότι πλέον ένα μονοψήφιο μόνο ποσοστό αποταμιεύει κι αυτό μάλιστα αποταμιεύει μικροποσά, ενώ πολλοί περισσότεροι είναι όσοι πάνε στον γκισέ και τα ΑΤΜ για αναλήψεις!

Απασχόληση: μερική κι εκ περιτροπής!

Όσον αφορά την ανεργία, πράγματι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σε σχέση με το 2014. Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα που παραθέτουμε, τον Νοέμβριο του 2016 έφθασε το 23% έναντι 24,5% τον Νοέμβριο του 2015.

 

Το σημαντικότερο ωστόσο εδώ δεν είναι η σύγκριση του ποσοστού ανεργίας με το παρελθόν (δεδομένου ότι εξακολουθεί να παραμένει σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερο από το ιστορικό  υψηλό της ανεργίας στην Ελλάδα), αλλά οι σοβαρότατες ποιοτικές μεταβολές που έχουν συντελεστεί στο εργασιακό τοπίο. Βασικό τους γνώρισμα έχουν την έκρηξη της επισφάλειας, που μετατρέπει την ελληνική αγορά εργασίας πιθανώς στην πιο νεοφιλελεύθερη της Ευρώπης κι ας παραμένουν ακόμη σε ισχύ φιλεργατικοί νόμοι που όμως δεν εφαρμόζονται.

Τρία στοιχεία είναι αρκετά για να δείξουν ότι η αξιοπρεπής διαβίωση όλο και λιγότερο θα ταυτίζεται στο εξής με την εργασία. Πρώτο, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των νέων προσλήψεων αφορά ευέλικτες θέσεις εργασίας. Τον Ιούλιο του 2016 για παράδειγμα, με βάση στοιχεία του συστήματος Εργάνη, από τις 201.793 προσλήψεις οι 78.432 (38,87%) αφορούσαν μερική απασχόληση κι οι 30.859 (15,29%) εκ περιτροπής εργασία. Δεύτερο, 125.000 εργαζόμενοι πληρώνονται με μισθό κατώτερο των 100 ευρώ τον μήνα, φέρνοντας στην επιφάνεια τη δημιουργία μιας νέας γενιάς επισφαλώς εργαζομένων που ως βδομαδιάτικο έχουν 25 ευρώ! Ποια ανάγκη να καταφέρουν να καλύψουν με αυτά τα ψιχία; Φαγητό, τσιγάρα, καφέ, εισιτήρια για τα μέσα μεταφοράς; Τρίτο, 400.000 εργαζόμενοι με βάση στοιχεία που αναγράφονται στις φορολογικές τους δηλώσεις δεν αμείβονται καν! Πάνε κι έρχονται στην εργασία τους με την ελπίδα να μην κλείσει, μήπως έτσι καταφέρουν και λάβουν κάποτε τα δεδουλευμένα… Ταυτόχρονα νέες γενιές εργοδοτών εθίζονται στη δωρεάν εργασία, αναβιώνοντας προκαπιταλιστικές μορφές ωμής εκμετάλλευσης…

Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, όπως υλοποιήθηκε με τους μνημονιακούς νόμους και τη σχεδιασμένη αποδυνάμωση και περιθωριοποίηση των Επιθεωρήσεων Εργασίας (ώστε να μην υπάρχουν επιτόπιοι έλεγχοι) προηγείται της επικείμενης ανάκαμψης, βεβαιώνοντας ότι δεν θα συνοδεύεται από κοινωνικό μέρισμα, όπως συνέβαινε εν πολλοίς στο παρελθόν. Στο εξής η μεγέθυνση της πίτας θα τροφοδοτεί μεγαλύτερα κομμάτια αποκλειστικά και μόνο για την ελίτ, που θα δει τη θέση της να βελτιώνεται περαιτέρω. Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη κι αν υλοποιηθεί η πρόβλεψη της κυβέρνησης για μεγέθυνση της τάξης του 2,7% το τρέχον έτος, αυτό δεν θα σημάνει τίποτε το θετικό όσο το καθεστώς απορρύθμισης της εργασίας ισχυροποιείται κι οι μισθοί μειώνονται. Κι έτσι το success story της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, τρία χρόνια μετά το success story της ΝΔ, αποδεικνύεται εξ ίσου κάλπικο…

Μάρτιος 2017

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία, τεύχος 13, Άνοιξη 2017

ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ: Βυθίζουν την οικονομία, γενικεύουν τη φτώχεια

viewΦύκια για μεταξωτές κορδέλες πουλάει η κυβέρνηση προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από τη δραματική επιδείνωση όλων των δεικτών της οικονομίας που σηματοδοτούν τη χειροτέρευση των όρων ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Μάλιστα, των πιο φτωχών, με αποτέλεσμα ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ να αναλαμβάνουν την ευθύνη για την κατρακύλα του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού… Έτσι, με μια μέρα διαφορά ο μεν αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να μην εφαρμοστούν ορισμένα από τα μέτρα λιτότητας που απορρέουν από το ταπεινωτικό Μνημόνιο Τσίπρα και θα ψηφιστούν στη Βουλή (τότε γιατί τα ψηφίζουν;), ενώ ο υπουργός Επικρατείας Ν. Παππάς υποσχόταν «έκρηξη επενδύσεων» με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, σε μια μάταιη προσπάθεια να πείσει ότι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης έχει κάτι θετικό να κομίσει στους εργαζόμενους, πέρα από νέους φόρους και αύξηση της φτώχειας.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Στον αντίποδα των κυβερνητικών μεγαλοστομιών και προσπαθειών καλλωπισμού υπάρχει ήδη μια δραματική κατάσταση στην οικονομία, που θα επιδεινωθεί περαιτέρω από τα μέτρα που θα φέρει το κλείσιμο της αξιολόγησης, όπως πιστοποιείται από τα εξής πολύ συγκεκριμένα δεδομένα:

Πρώτο, την έκρηξη στα λουκέτα. Σύμφωνα με στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου, που παρουσίασε η Καθημερινή της Κυριακής στις 27 Μαρτίου, οι διαγραφές επιχειρήσεων από 1/1 έως 22/3 χτύπησαν …κόκκινο, φτάνοντας τις 9.812, όταν τα προηγούμενα χρόνια ο αριθμός τους ήταν πολύ μικρότερος, μεταξύ 7.000 και 8.000. Το 2016 μάλιστα για πρώτη φορά οι διαγραφές υπερέβησαν τις εγγραφές με αποτέλεσμα το ισοζύγιο σε πανελλαδικό επίπεδο να είναι πλέον αρνητικό! Σίγουρο μάλιστα θεωρείται πως τα πραγματικά λουκέτα είναι περισσότερα από τα καταγεγραμμένα. Η συρρίκνωση του αριθμού των επιχειρήσεων (ζητούμενο των Μνημονίων) επήλθε ως αποτέλεσμα της αυξημένης φορολογίας και της μειωμένης ζήτησης. Αυτό που μένει τώρα να δούμε είναι τις αριστερές ερμηνείες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίζουν τα λουκέτα στις επιχειρήσεις ως ένα ακόμη πλήγμα στο κεφάλαιο, μετά την επιλεκτικότατη ομολογουμένως αποκάλυψη της διαπλοκής, στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή…

Στάση πληρωμών στο εσωτερικό

Δεύτερο, την αύξηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της κυβέρνησης. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ συνέχισαν την πολιτική δημιουργίας συνθηκών ασφυξίας στην αγορά προκειμένου να εμφανίσουν δημοσιονομικό πλεόνασμα, όπως έκαναν για το πρώτο δίμηνο του 2016, ανακοινώνοντας πρωτογενές αποτέλεσμα ύψους 3,038 δισ. ευρώ. Καμάρωναν μάλιστα πως ήταν τριπλάσιο του αρχικού στόχου. Ο άθλος της κυβέρνησης ωστόσο ήταν καραμπινάτη απάτη με τελικό αποδέκτη την Τρόικα, καθώς δε στηρίχθηκε μόνο σε περικοπές δαπανών ύψους 960 εκ. ευρώ που θα ζήλευαν ακόμη κι οι Ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και στη συνεχιζόμενη στάση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου, όπως εκφράζεται στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2015 έφτασαν τα 4,647 δισ. ευρώ κι ήταν αυξημένες τόσο έναντι του 2014 (3,076 δισ.) όσο και έναντι του 2013 (4,251 δισ. ευρώ)! Κι όσο για την εξαγγελία του Γ. Χουλιαράκη κατά την ομιλία του στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής ότι εντός του 2016 θα εξοφληθούν όλες οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου να θυμίσουμε ότι τα ίδια λέγονται κάθε χρόνο. Ακόμη κι οι ΣΥΡΙΖΑίοι μετά την μεγάλη προδοσία του 2015 υπόσχονταν ότι με τα χρήματα που θα εισρεύσουν θα πληρωθούν τα ληξιπρόθεσμα… Όσο πληρώθηκαν πέρυσι θα πληρωθούν και φέτος…

Τρίτο, τη μείωση στις καταθέσεις. Ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης λιτότητας το καθαρό αποτέλεσμα των δοσοληψιών στα τραπεζικά γκισέ όχι μόνο όλο το 2015, αλλά και τους δύο πρώτους μήνες του 2016 είναι εκροή καταθέσεων. Συγκεκριμένα και με βάση στοιχεία της Τράπεζας Ελλάδας το Φεβρουάριο οι εκροές ανήλθαν σε 542 εκ. ευρώ, τον Ιανουάριο σε 1,149 δισ. ευρώ και ολόκληρο το 2015 σε 36,908 δισ. Εκροές σημειώθηκαν και το 2014, ύψους 2,966 δισ. ευρώ, ενώ το 2013 παρατηρήθηκαν εισροές ύψους 1,8 δισ. ευρώ για πρώτη φορά μετά το 2009. Η συρρίκνωση των καταθέσεων πολύ περισσότερο από την έλλειψη εμπιστοσύνης στην αξιοπιστία των τραπεζών δείχνει την αδυναμία των πολιτών να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες υποχρεώσεις τους με το μισθό τους και την καταφυγή στα υπόλοιπα των καταθέσεων, πριν αναγκαστούν να κόψουν βασικά είδη ανάγκης ή να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς στην εφορία.

Τέταρτο, τη συρρίκνωση της τραπεζικής χρηματοδότησης. Προς διάψευση των ολότελα παραπλανητικών διαφημίσεων των τραπεζών που μετά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση υπόσχονται ότι τώρα θα ανοίξουν τα χρηματοκιβώτια τους να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, τα στοιχεία της κεντρικής τράπεζας δείχνουν μείωση της τραπεζικής χρηματοδότησης του εγχώριου ιδιωτικού τομέα. Συγκεκριμένα, το υπόλοιπο της χρηματοδότησης τόσο τον Ιανουάριο του 2016, όσο και τον Δεκέμβριο και το Νοέμβριο του 2015, εμφανίζεται μειωμένο σε ετήσια βάση (σε σχέση δηλαδή με ένα χρόνο πριν) κατά τουλάχιστον 2%. Τον Ιανουάριο του 2016 το υπόλοιπο ήταν 203,540 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 512 εκ. ευρώ σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2015. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στην ευρωζώνη, με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πιθανότατα λόγω των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης, οι χορηγήσεις δανείων εμφανίζονται αυξημένες… Που είναι το κοινό νόμισμα;

Πέμπτο, την πτώση των λιανικών πωλήσεων. Ως αποτέλεσμα των μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις, οι λιανικές πωλήσεις (εκτός καυσίμων) μειώθηκαν το 2015 κατά 0,8%, όταν  το 2014 μειώθηκαν πάλι κατά 0,9%. Συμπεριλαμβανομένων και των καυσίμων, ο κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου το 2015 μειώθηκε κατά 2,8%, έναντι μείωσης 1,1% το 2014. Κατά γενική ομολογία μάλιστα η πτώση το 2015 θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν δε δρούσε εξισορροπητικά η αύξηση της τουριστικής ζήτησης. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έτσι μπορούν να καυχώνται ότι έβαλαν κι αυτοί το δικό τους λιθαράκι στη σωρευτική μείωση των λιανικών πωλήσεων κατά 26,5% (εξαιρουμένων των καυσίμων) μεταξύ 2010 και 2015.

Έλλειψη νέων επενδύσεων

Έκτο, την παρατεταμένη αποεπένδυση. Ολόκληρο το 2015 σημειώθηκε υποχώρηση των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου κατά 2,8%, σε ετήσια βάση, με αποτέλεσμα ως ποσοστό του ΑΕΠ οι επενδύσεις το 2015 να αντιπροσωπεύουν το 11,6% όταν το 2007 αντιπροσώπευαν ένα υπερδιπλάσιο μερίδιο της τάξης του 24,5% του ΑΕΠ. Αποτέλεσμα της έλλειψης επενδύσεων, που προκαλούνται κατά σημαντικό μέρος και από την απροθυμία των τραπεζών να αυξήσουν τις χρηματοδοτήσεις τους, είναι να συρρικνώνεται και να απαρχαιώνεται το κεφαλαιουχικό απόθεμα της χώρας. Την περίοδο 2010-2014 οι αποσβέσεις ξεπέρασαν την επενδυτική δαπάνη σωρευτικά κατά 42,3 δισ. ευρώ. Σοβαρό μερίδιο της αποεπένδυσης οφείλεται στην απότομη πτώση των επενδύσεων σε νέες κατοικίες. Πρόκειται για επενδύσεις που μπορεί να μη φημίζονταν για την προστιθέμενη αξία που δημιουργούσαν ή το πολλαπλασιαστικό τους αποτέλεσμα στην οικονομία, ωστόσο ωθούσαν προς τα πάνω το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού, ενώ αύξαναν και την απασχόληση. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι αυτού του είδους οι επενδύσεις αποτελούν πλέον μόλις το 0,8% του ΑΕΠ, όταν το 2008 αποτελούσαν το 7,6%. Συνολικά το 2015 ο όγκος των οικοδομικών αδειών μειώθηκε κατά 0,2% έναντι μείωσης κατά 5,8% το 2014 και 25,6% το 2013. Σύμφωνα δε με τους εθνικούς λογαριασμούς της ΕΛΣΤΑΤ το προϊόν του κατασκευαστικού τομέα σε σταθερές τιμές μειώθηκε κατά 12% το 2015, έναντι μείωσης κατά 4,3% το 2014! Η πτώση μάλιστα στις επενδύσεις σε κατοικίες δεν ήταν αποτέλεσμα ενός πιο ορθολογικού επιμερισμού των επενδυτικών πόρων, που θα πρόκρινε για παράδειγμα τη διοχέτευσή τους σε άλλους κλάδους, αλλά ήταν αποτέλεσμα της αυξημένης φορολογίας που επιβλήθηκε το 2011 επί Παπανδρέου και παγιώθηκε το 2015 επί ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Το 2015 σε καθοδική φάση εισήλθε και η ζήτηση ιδιωτικών ακινήτων από το εξωτερικό. Ούτε για ένα κομμάτι ψωμί δεν καταδέχονται να μας αγοράσουν, παρά την πιάτσα που κάνουν οι ΣΥΡΙΖΑίοι! Έτσι, η εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό για αγορά ακινήτων υποχώρησε στα 185,8 εκ. ευρώ έναντι 250 εκ. ευρώ το 2014.

Έβδομο, την επιδείνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, τον Ιανουάριο του 2016 διαμορφώθηκε σε 742 εκ. ευρώ έναντι 281 εκ. τον Ιανουάριο του 2015. Στην αύξηση του ελλείμματος συνέβαλε σημαντικά η μείωση των εξαγωγών αγαθών εκτός καυσίμων τον Ιανουάριο του 2016 κατά 6,6% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης κατά 7,9% τον Ιανουάριο του 2015. Η παράταση της απόσυρσης των ΙΧ που ανακοινώθηκε από το υπουργείο Οικονομικών, προς εξυπηρέτηση της γερμανικής και γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας που θα αποδειχθούν οι μεγάλοι κερδισμένοι, θα επιδεινώσει περαιτέρω το εμπορικό ισοζύγιο καθώς θα αυξηθούν οι εισαγωγές αυτοκινήτων.

Πανευρωπαϊκό ρεκόρ ανεργίας

Όγδοο, και σημαντικότερο όλων των παραπάνω, είναι η ραγδαία επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων. Παρότι και το 2015 συνεχίστηκε η αποκλιμάκωση της ανεργίας που ξεκίνησε το 2014 (κατά 5,6% κατ’ έτος) για να φτάσει από το 27,9% τον Ιούλιο του 2013 που ήταν  μεταπολεμικό ρεκόρ, στο 24,5% τον Οκτώβριο του 2015 (χωρίς να χάνεται παρόλα αυτά το πανευρωπαϊκό χρυσό) δεν δικαιολογείται καμιά αισιοδοξία για το μέλλον της απασχόλησης. «Εάν κάνουμε την υπόθεση εργασίας ότι ο ρυθμός αποκλιμάκωσης του ποσοστού ανεργίας παραμείνει σταθερός, τότε θα χρειαστούν 20 χρόνια, δηλαδή ως το 2036, ώστε η ανεργία να επιστρέψει στο ποσοστό 7,3% του Μαΐου του 2008, πριν δηλαδή αρχίσει η οικονομική κρίση», παρατηρεί το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ στην ετήσια έκθεσή του. Επίσης, ξεχωρίζει μια πολύ ανησυχητική παγίωση του αριθμού των μακροχρόνια ανέργων. Το τρίτο τρίμηνο του 2015 το 73,7% του συνόλου των ανέργων ή 855.000 περίπου άνεργοι βρίσκονταν εκτός εργασίας για παραπάνω από 1 χρόνο. Άλλα στοιχεία που δείχνουν ότι η εργαζόμενη Ελλάδα περνάει χειρότερα στην Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ απ’ ότι στην Ελλάδα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι: η αύξηση του αριθμού των ατόμων που συντηρούνται από άλλους από το 2010 ως το 2015 κατά 16% (από 2,248 εκ. σε 2,616), η επέκταση της μερικής απασχόλησης από 5,5% το τρίτο τρίμηνο του 2008 σε 9,1% το τρίτο τρίμηνο του 2015, κ.α.

Αποτέλεσμα της επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος, σε αντίθεση με το ανέμελο δήθεν, χαζοχαρούμενο στην πραγματικότητα ύφος των οικονομικών υπουργών, δηλαδή Σταθάκη και Τσακαλώτου (λόγω της άνεσης που προσφέρει η κοινωνική τους θέση), είναι το ζοφερό μέλλον που διακρίνουν οι πολίτες σε διάφορες έρευνες. Για παράδειγμα ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (ESI) για την Ελλάδα που καταρτίζει το ΙΟΒΕ, το Φεβρουάριο του 2015 επιδεινώθηκε. Ενδεικτικά, το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωνε ότι «μόλις τα βγάζει πέρα» το Φεβρουάριο του 2016 ήταν 69%, όταν τον Δεκέμβριο του 2015 ήταν 57%. Επίσης, χειροτέρευση για το επόμενο 12μηνο προέβλεπαν πολλοί περισσότεροι το Φεβρουάριο του 2016 σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2016, ενώ και τότε επιδείνωση προέβλεπαν περισσότεροι σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2015. Επίσης, σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών και εταιρεία ερευνών με θέμα τις επιπτώσεις της κρίσης στους καταναλωτές προέκυψε ότι το 88% των ερωτηθέντων μείωσε κι άλλο την κατανάλωσή του τον προηγούμενο χρόνο, όταν το 2015 σε αντίστοιχη ερώτηση την ίδια απάντηση είχε δώσει το 85,1%. Μάλιστα, αν κρίνουμε από το εύρημα ότι το υψηλότερο ποσοστό περικοπών αφορούσε αγορές ένδυσης και υπόδησης (κι όχι είδη πολυτελείας ή διακοπές) μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι επρόκειτο για οδυνηρές περικοπές στα βασικά είδη. Εκείνες οι περικοπές που αποφασίζονται και υλοποιούνται με πόνο ψυχής και τα βλέφαρα κατεβασμένα…

Τα νέα μέτρα που συμφώνησε η κυβέρνηση με τους πιστωτές ύψους 5,5 δισ. ευρώ θα βάλουν το μαχαίρι της φτώχειας ακόμη πιο βαθιά στο σώμα του λαού…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Unfollow τεύχος Απριλίου 2016

Ζητούνται επωφελείς δημόσιες επενδύσεις!

pde«Ίσως είναι καιρός να ξανασκεφτούμε την αλλαγή» έγραφε ο Ντάνι Ρόντρικ, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, σε ένα βαρυσήμαντο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στις 13 Ιανουαρίου, και σύντομα έκανε το γύρο του κόσμου, με τίτλο «Η επιστροφή των δημοσίων επενδύσεων». (Εδώ ολόκληρο το άρθρο).

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η αλλαγή αναφερόταν στην απαξίωση των δημοσίων επενδύσεων στην κυρίαρχη οικονομική θεωρία και πολιτική, που έφτασε να χαρακτηρίζει «φονταμενταλισμό του κεφαλαίου» κάθε κρατική δαπάνη για δημόσια κεφαλαιουχικά αγαθά. «Από τη δεκαετία του ’70, οι οικονομολόγοι έχουν συμβουλεύσει τους διαμορφωτές πολιτικής να υποβαθμίζουν τον δημόσιο τομέα, το φυσικό κεφάλαιο και τις υποδομές και να δώσουν προτεραιότητα στις ιδιωτικές αγορές, το ανθρώπινο κεφάλαιο (ειδικότητες και κατάρτιση) και τις μεταρρυθμίσεις στη διακυβέρνηση και τους θεσμούς. Με βάση όλα τα φαινόμενα, ως αποτέλεσμα οι στρατηγικές ανάπτυξης έχουν πλήρως μετασχηματιστεί». Αυτή είναι η αλλαγή την οποία ο διάσημος οικονομολόγος καλεί να ξανασκεφτούμε.

Επιχειρηματολογεί δε, την πρόταση του ως εξής: «Αν κοιτάξει κάποιος τις χώρες που παρά τις αυξανόμενες δυσκολίες στην παγκόσμια οικονομία, εξακολουθούν να μεγεθύνονται πολύ γρήγορα, θα ανακαλύψει ότι την περισσότερη δουλειά την κάνουν οι δημόσιες επενδύσεις». Στη συνέχεια αναφέρει το παράδειγμα τριών χωρών: Της Αιθιοπίας, όπου λόγω της μαζικής αύξησης των δημόσιων επενδύσεων από 5% του ΑΕΠ στις αρχές του 1990, στο 19% το 2011 (το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο) η οικονομία της αυξάνεται σταθερά πάνω από 10% κάθε χρόνο από το 2004. Της Ινδίας, όπου οι μαζικές επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές, αλλά με τις δημόσιες να πρωταγωνιστούν) στο ύψος του ενός τρίτου του ΑΕΠ, έχουν οδηγήσει σε εκτίναξη την παραγωγικότητα, και τέλος της Βολιβίας, όπου ο διπλασιασμός των επενδύσεων μεταξύ 2005 και 2014 από 6% στο 13%, οδήγησε το ΑΕΠ της χώρας το 2015 σε επίπεδα άνω του 4%, όταν σε όλη την υπόλοιπη ήπειρο μειώθηκε.

Ισχυροποίηση προϋπολογισμών

Το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα των δημόσιων επενδύσεων δεν αφορά μόνο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, σύμφωνα με το άρθρο του Ρόντρικ, που δημοσιεύθηκε στο Project syndicate. «Στην πραγματικότητα, σήμερα ίσως είναι οι προηγμένες οικονομίες της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης που έχουν να κερδίσουν τα περισσότερα από μια ραγδαία αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Την επαύριο της μεγάλης ύφεσης, υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους αυτές οι οικονομίες μπορούν να οδηγήσουν σε σωστή κατεύθυνση επιπλέον δημόσιες δαπάνες: να αυξήσουν τη ζήτηση και την απασχόληση, να αποκαταστήσουν υποδομές που καταρρέουν και να δώσουν ώθηση στην έρευνα και ανάπτυξη, ειδικότερα στις πράσινες τεχνολογίες». Σε ό,τι αφορά το αντεπιχείρημα της δημοσιονομικής σταθερότητας που προβάλλεται από τους φονταμενταλιστές των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, για τον Ρόντρικ «όσο το κέρδος αυτών των περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνει το κόστος του κεφαλαίου, οι δημόσιες επενδύσεις στην πραγματικότητα ισχυροποιούν τους κρατικούς προϋπολογισμούς».

Εξ ίσου τεκμηριωμένα επιχειρηματολόγησε υπέρ των δημοσίων επενδύσεων στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 6 Οκτωβρίου 2014 κι ο Λόρενς Σάμερς, καθηγητής στο Χάρβαρντ κι αυτός και υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ από το 1999 ως το 2001. Ο Λ. Σάμερς, μάλιστα επικαλείται και την ετήσια έκδοση του ΔΝΤ, όπου τονίζεται ότι σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, όπως τώρα, και υψηλής ανεργίας όπως συμβαίνει σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα θα είναι μεγαλύτερο αν οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται από δανεισμό παρά από περικοπές δαπανών ή αύξηση φόρων. Σύμφωνα μάλιστα με υπολογισμούς του ΔΝΤ κάθε δολάριο δαπανών σε υποδομές αυξάνει την παραγωγή κατά 3 δολάρια! Ο υπουργός Οικονομικών του Κλίντον μάλιστα τονίζει ότι «αυτός ο υπολογισμός υποτιμά το θετικό αποτέλεσμα στον προϋπολογισμό ενός καλοσχεδιασμένου προγράμματος επενδύσεων, όπως αναγνώρισε το ΔΝΤ. Υποτιμά τα φορολογικά έσοδα που εισρέουν όταν βάζεις ανθρώπους να εργάζονται σε υποδομές κατασκευών, όπως επίσης και τα ενδεχόμενα μακροπρόθεσμα οφέλη από την αντιμετώπιση της ύφεσης. Παραβλέπει επίσης ότι κάθε αναβολή της συντήρησης των υποδομών δημιουργεί ένα βάρος για τις μελλοντικές γενιές, όπως ακριβώς κάνει κι ο δημόσιος δανεισμός».

Νεοφιλελεύθερη εμμονή

Παρότι λοιπόν αυξάνονται οι φωνές που ζητούν μια γενναία στροφή στις δημόσιες επενδύσεις, η κυρίαρχη τάση προκαλεί απογοήτευση. Αναδεικνύει μια επιμονή στο ρόλο των ιδιωτικών επενδύσεων (που είναι η άλλη όψη του νεοφιλελεύθερου «μικρότερου κράτους» στις επενδύσεις) ακόμη και τώρα που έχει φανεί πώς παρά τη βελτίωση των όρων αξιοποίησης του κεφαλαίου, με την μείωση των μισθών και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων μεταξύ άλλων, οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν έπαιξαν το ρόλο της ατμομηχανής που πολλοί προεξοφλούσαν και ήλπιζαν ότι θα γινόταν. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, που αφορούν τα κράτη μέλη του, από το 2010 μέχρι σήμερα οι δημόσιες επενδύσεις μειώνονται κατά μέσο όρο 8% κάθε χρόνο, αντιπροσωπεύοντας το 3% του ΑΕΠ των 34 καπιταλιστικά ανεπτυγμένων χωρών του.

Επιχειρώντας να εξετάσουμε την κατάσταση στην Ελλάδα, αν συγκρίνουμε το ύψος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ, που με βάση τον κρατικό προϋπολογισμό του 2016 θα ανέλθει στα 6,75 δισ. ευρώ ή 3,87% του ΑΕΠ, με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα. Τα φαινόμενα ωστόσο απατούν. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) όλο και λιγότερο διευκολύνει μια πολύπλευρη και γερά εδραιωμένη ανάπτυξη της οικονομίας που θα στόχευε στη μείωση της ανεργίας, την αντιμετώπιση των περιφερειακών ανισοτήτων ή την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των εργαζομένων, έστω και μέσω της κατάρτισης.

Κατ’ αρχήν το ύψος του ΠΔΕ φαίνεται υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ λόγω της καθίζησης που έχει υποστεί το ΑΕΠ. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε το ΠΔΕ του τρέχοντος έτους έχει μειωθεί κατά 30% σε σχέση με το 2009, που έφτανε τα 9,59 δισ. ευρώ. Κι επί του προκειμένου αν κάτι μας ενδιαφέρει δεν είναι τα ποσοστά, αλλά τα ποσά που πέφτουν στην οικονομία, καθώς το μέγεθός τους είναι που θα επηρεάσει την απασχόληση και θα επανεκκινήσει την οικονομία, δημιουργώντας ελπίδες υπέρβασης της κρίσης.

posΜειωμένες προσδοκίες δημιουργεί ωστόσο κι η κατεύθυνση των δημοσίων επενδύσεων. Η σταθερή αύξηση του συγχρηματοδοτούμενου σκέλους στο πέρασμα του χρόνου κι η αντίστοιχη μείωση του εθνικού σκέλους, σημαίνει πως όλο και μεγαλύτερο μέρος του ΠΔΕ σχεδιάζεται και υπηρετεί προτεραιότητες και έναν πανευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας που είναι ξένος κι ενίοτε ανταγωνιστικός με τις ανάγκες που έχει η ελληνική οικονομία. Η χρηματοδότηση για παράδειγμα των υποδομών και του τουρισμού είναι ενταγμένη σε ένα σχέδιο που θέλει την Ελλάδα να «εξειδικεύεται» στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τον τουρισμό, που θα ήταν καλοδεχούμενα αν ταυτόχρονα δεν απέκλειαν τη χρηματοδότηση της ναυπηγικής βιομηχανίας και της πολεμικής βιομηχανίας, μεταξύ πολλών άλλων κλάδων που η Ελλάδα θα μπορούσε να ειδικευθεί, αποκτώντας εκ νέου με το πέρασμα του χρόνου το συγκριτικό πλεονέκτημα. Κάτι τέτοιο απουσιάζει από το σχεδιασμό της ΕΕ και δικαιολογημένα, καθώς κατ’ επανάληψη έχει αποδείξει την προτεραιότητα που αποδίδει στην προώθηση των συμφερόντων των χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα. Αν κάτι προκαλεί απορία είναι η επιμονή με την οποία η ελληνική πλευρά διαχρονικά συνεχίζει να πιστεύει πώς ότι είναι καλό για την ΕΕ είναι και για την Ελλάδα…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα, στις 29 Ιανουαρίου 2016.

Πρωτοβουλια Γιούνκερ: Επενδυτικό σχέδιο 300 δις. ευρώ βοήθεια στο κεφάλαιο (Πριν 21 Σεπτεμβρίου 2014)

junckerΕλπίδες για έξοδο από το σημερινό βάλτο στον οποίο είναι καθηλωμένη η ευρωπαϊκή οικονομία δημιούργησε ο νέος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, με την ομιλία που έκανε κατά την ανάληψη του καθηκόντων στις 15 Ιουλίου. Η εξαγγελία του αφορούσε ένα τριετές σχέδιο επενδύσεων σε όλη την Ευρώπη, ύψους 300 δισ. ευρώ. Το θέμα επανήλθε το Σαββατοκύριακο στο πλαίσιο συνάντησης των υπουργών Οικονομικών των 28 κρατών-μελών, ως ένα από τα μέτρα που πρέπει να λάβουν οι Βρυξέλλες για να αποφύγουν μια μακροχρόνια ύφεση, όπως αυτή που έπληξε την Ιαπωνία. Ο αντιπρόεδρος μάλιστα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Βίτορ Κονστάντζιο, εξηγώντας την αναγκαιότητα ολοκλήρωσης αυτού του επενδυτικού σχεδίου τόνισε ότι στην Ευρώπη σήμερα οι επενδύσεις βρίσκονται 20% χαμηλότερα απ’ το επίπεδο που ήταν το 2007! Με βάση τις ανακοινώσεις που ακολούθησαν, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων κι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα καταθέσουν προτάσεις «κερδοφόρων» επενδύσεων τις επόμενες εβδομάδες, οπότε κι αναμένεται να κορυφωθεί η συζήτηση για το ευρωπαϊκό επενδυτικό σχέδιο.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το μέγεθός του πάντως δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση τις τυμπανοκρουσίες και τις μεγαλοστομίες που ήδη έκαναν την εμφάνισή τους. Τα 300 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στο 2,29% του ΑΕΠ των 28 κρατών μελών της ΕΕ (συνολικής αξίας 13,067 τρισ. ευρώ). Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, στη «Σοβιετική» (κατά τους φιλο-χουντικούς υπουργούς του Σαμαρά) Ελλάδα του 2008, οι συνολικές πληρωμές του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αντιστοιχούσαν στο 3,92% του ΑΕΠ (9,65 δισ. ευρώ σε ένα ΑΕΠ ύψους 245,815 δισ. ευρώ, με βάση την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού του 2009). Η συζήτηση επομένως αφορά στο 60% των κονδυλίων ενός προ κρίσης ελληνικού ΠΔΕ, το οποίο μάλιστα θα κατανεμηθεί και σε τρία χρόνια. Συνεπώς, το συνολικό του ύψος με κανέναν τρόπο δεν θα κάνει την διαφορά, βοηθώντας την ευρωπαϊκή οικονομία να ξεφύγει από την παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα που κυριαρχεί και αποτυπώνεται στα στοιχεία της Γιούροστατ. Χαρακτηριστικά, το ΑΕΠ στην ΕΕ των 28 το δεύτερο τρίμηνο του έτους (Απρίλιο-Ιούνιο) αυξήθηκε μόλις κατά 0,2%, ενώ το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριο-Μάρτιο) κατά 0,3%. Στην ευρωζώνη ακόμη χειρότερα: 0% και 0,2%, αντίστοιχα…

Το «πακέτο διάσωσης» της πραγματικής ευρωπαϊκής οικονομίας αποδεικνύεται φούσκα, αν όχι παγίδα όταν λάβουμε υπ’ όψη μας δύο ακόμη πλευρές του: Πρώτο, ότι οι πόροι για την κάλυψή του θα προέλθουν από τους υπάρχοντες προϋπολογισμούς. Δεν πρόκειται δηλαδή να δημιουργηθεί νέο χρήμα ισόποσης αξίας (300 δισ.) με το οποίο να χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις ή να χαλαρώσουν οι όροι δημοσιονομικής πειθαρχίας, επιτρέποντας για παράδειγμα το έλλειμμα να κυμανθεί πάνω από 2% και με τον νέο δανεισμό να χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις. Το πιθανότερο επομένως είναι κονδύλια που έχουν ήδη κατανεμηθεί σε λογαριασμούς επενδύσεων να τοποθετηθούν σε έναν κοινό λογαριασμό κι η διαχείρισή τους να γίνει κεντρικά από τις Βρυξέλλες. Κι αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο που ξεχωρίζει: Οι επενδύσεις, αφορώντας ενέργεια, μεταφορές, ευρυζωνικά δίκτυα, βιομηχανικά κλάστερς, κ.α., δεν θα είναι στραμμένες στις ανάγκες κάθε κράτους μέλους ούτε θα εξετάζονται υπό το πρίσμα της μείωσης της ανεργίας που πλέον πλήττει 25 εκ. εργαζόμενους. Κριτήριο επιλεξιμότητας πιθανότατα θα αποτελεί η ενδυνάμωση της ενιαίας αγοράς, κατά πόσο δηλαδή βοηθούν στην υπέρβαση του κατακερματισμένου χαρακτήρα των αγορών στην ΕΕ, όπως κι η επίτευξη οικονομιών κλίμακας, που σημαίνει ότι ωφελημένες θα είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις στη βόρεια Ευρώπη κι όχι από την περιφέρεια της ΕΕ, που δίνουν μάχη ζωής τόσο απέναντι στην ύφεση, όσο κι απέναντι στον ανταγωνισμό που αντιμετωπίζουν από τα ευρωπαϊκά μεγαθήρια. Το σχέδιο επένδυσης 300 δισ. ευρώ θα κάνει ακόμη πιο εχθρικό το οικονομικό περιβάλλον γι’ αυτές τις επιχειρήσεις, οξύνοντας τον ανταγωνισμό.

Μέτρα – αντίβαρο στην γενική τάση συρρίκνωσης των κεφαλαιακών δαπανών και μείωσης των επενδύσεων από τις επιχειρήσεις

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι η πρωτοβουλία του Γιουνκέρ έρχεται να λειτουργήσει διορθωτικά σε μια διεθνή, γενική τάση που έχει εμφανιστεί πολύ έντονα τα τελευταία χρόνια, ειδικότερα μετά την κρίση του 2007. «Νέο κανόνα» την χαρακτήρισαν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 2 Ιουλίου κι αφορά από την μια την τάση αποχής από επενδύσεις κεφαλαίου των μεγάλων επιχειρήσεων κι από την άλλη την τάση αποθησαυρισμού. «Διαφύλαξη του ρευστού αντί να επενδυθεί είναι μια θεμελιώδη αλλαγή που ξεκίνησε με την οικονομική κρίση κι είναι μια συμπεριφορά που φαίνεται ότι θα μείνει», δήλωνε ερευνητής της αγοράς στην ίδια εφημερίδα στις 14 Σεπτεμβρίου. Σε αυτό το πλαίσιο η Στάνταρ εντ Πουρ’ς πρόσφατα πρόβλεψε ότι οι παγκόσμιες επενδύσεις κεφαλαίου από μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις το 2014 θα μειωθούν κατά 0,5%, ενώ το 2013 μειώθηκαν κατά 1%. Ταυτόχρονα οι μεγάλες επιχειρήσεις όμως κάθονται επάνω σε βουνά ρευστού! Μόνο οι εισηγμένες στην Ευρώπη, την Μέση Ανατολή και την Αφρική διαθέτουν σε ρευστό 1 τρισ. ευρώ, όταν το 2007 διέθεταν μόνο 700 δισ. ευρώ. Οι θάλασσες ρευστού δεν αντανακλούν μόνο, ενδεχομένως ούτε κυρίως, κέρδη καθώς είναι αποτέλεσμα των πολύ ευνοϊκών συνθηκών δανεισμού εξ αιτίας των μηδενικών επιτοκίων δανεισμού στις ΗΠΑ και πλέον στην ευρωζώνη. Ενδεικτικά, στις 2.000 μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου, με 4,5 τρισ. δολ. ρευστό και χρέος 11,1 τρισ. δολ. η μόχλευση (που ισοδυναμεί με το καθαρό χρέος προς το συνολικό ενεργητικό) ανέρχεται στο 24%, που μπορεί να βρίσκεται χαμηλότερα από το 27% που ήταν το 2009, κυμαίνεται όμως στα επίπεδα (πορτοκαλί συναγερμού) του 2007 κι είναι ανώτερο κάθε προηγούμενου ρεκόρ μεταξύ 2010 και 2012.

Η ίδια τάση αποχής από επενδύσεις παρατηρείται και στην καρδιά της Ευρώπης. Σύμφωνα με το περιοδικό Σπίγκελ που κυκλοφορεί οι γερμανικές εταιρείες έχουν σε καταθέσεις 500 δισ. ευρώ, ενώ το επίπεδο των επενδύσεων στην ιδιωτική οικονομία της Γερμανίας έχει πέσει από 21% το 2000 στο 17% το 2013. «Οι συνέπειες είναι δραματικές», συνεχίζει το γερμανικό περιοδικό. «Λαμβάνοντας υπ’ όψη τον πληθωρισμό, πολλές επιχειρήσεις έχουν στην πραγματικότητα μειώσει τις δαπάνες τους για εξοπλισμό και υπολογιστές τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό ισχύει για την χημική βιομηχανία, οι βιομηχανικές υποδομές ωστόσο καταρρέουν και στον κλάδο του μηχανολογικού εξοπλισμού και των ηλεκτρονικών». Στους τομείς επομένως που αποτελούν την αιχμή του δόρατος της γερμανικής οικονομίας.

Η βασικότερη αιτία πίσω από την αδυναμία του κεφαλαίου να επενδύσει σχετίζεται με την εκτόξευση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, που καθιστά κάθε νέα επένδυση εξαιρετικά «ακριβή» και εξ ίσου ριψοκίνδυνη. Πρόκειται δε για μία τάση που δεν πρόκειται να αντιστραφεί, αντίθετα ολοένα και περισσότερες οικονομίες θα τείνουν, έστω ασυμπτωτικά, σε αυτό το σημείο. Επίσης, θα γεννάει διαρκώς πολύπλευρες κρίσεις και υψηλή ανεργία και παράλληλα θα ωθεί στην χρηματοοικονομική κερδοσκοπία, με πιο πρόσφατη τάση την επαναγορά μετοχών. Σε αυτό το ράλι, σύμφωνα με τον Εκόνομιστ στις 13 Σεπτεμβρίου, η ΙΒΜ δαπάνησε ποσά διπλάσια απ’ όσα αφιέρωσε για έρευνα και ανάπτυξη, ενώ η Έξον δαπάνησε ποσά ύψους 200 δισ. δολ. που αρκούσαν να εξαγοράσει τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή της, την ΒΡ! Περιττό να ειπωθεί ότι η μόδα του τζόγου κάθε εταιρείας επί των μετοχών της οδηγεί εκ νέου στην παραμέληση των επενδύσεων, αναπαράγοντας ένα φαύλο κύκλο συρρίκνωσης των επενδύσεων και απαξίωσης του επενδυμένου κεφαλαίου.

Σε αυτή την γενική τάση αποχής από παραγωγικές επενδύσεις διακρίνεται μια αντίρροπη δυναμική, μικρότερης προφανώς έντασης. Εξετάζοντας την Γερμανία για παράδειγμα διακρίνουμε ότι η αυτοκινητοβιομηχανία ΒΜW μαζί με το «δεν επενδύω, δεν επενδύω» στην Ευρώπη θα ξοδέψει 1 δισ. δολ. για να αναδείξει το εργοστάσιο της στη Ν. Καρολίνα των ΗΠΑ στο μεγαλύτερο παγκοσμίως, ενώ η Ντέμλερ για πρώτη φορά θα συναρμολογεί μια ολόκληρη σειρά, τη C Class, που στρέφεται στην αμερικανική αγορά εξ ολοκλήρου στις ΗΠΑ, στην Αλαμπάμα. Ανάλογες γιγαντιαίες επενδύσεις σχεδιάζονται και σε άλλα μέρη του κόσμου, όπως η Κίνα. Με άλλα λόγια εντείνεται η αναζήτηση χωρών με χαμηλότερο εργατικό κόστος, όπως οι ΗΠΑ, όπου η αφειδώλευτη κρατική χρηματοδότηση της αυτοκινητοβιομηχανίας από τον Μπους αρχικά και τον Ομπάμα στη συνέχεια είχε ως αυστηρό όρο την παραίτηση της εργατικής αριστοκρατίας του Ντιτρόιτ από κάθε κατοχυρωμένο εργατικό δικαίωμα.

Στη βάση των παραπάνω, η πρωτοβουλία του νέου προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ πρώτα και κύρια έρχεται να βοηθήσει το κεφάλαιο, καθώς στρέφει δημόσιο χρήμα σε επενδύσεις που το ίδιο κρίνει μη κερδοφόρες και υψηλού ρίσκου. Η μεγαλύτερη συμβολή των Βρυξελλών ωστόσο θα σχετίζεται με την περαιτέρω, συνεχή μείωση του εργατικού κόστους, με την (μάταιη μακροπρόθεσμα) ελπίδα να γίνουν πρόσφορες οι συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου.