Παύσεις πληρωμών και απεχθές χρέος: Κανόνας και όχι εξαίρεση (Ουτοπία, Μάρτης Απρίλης 2011)

Χωρίς πρόσφατο προηγούμενο σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο είναι η κρίση χρέους που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη, όπως εμφανίστηκε με τα ασυνήθιστα υψηλά επιτόκια που έπρεπε να πληρώσουν χώρες όπως η Ελλάδα αρχικά και στη συνέχεια η Ιρλανδία, η Πορτογαλία κ.α. για να αντιμετωπίσουν τις δανειακές τους ανάγκες. Παρά τη σφοδρότητα της ωστόσο η τρέχουσα κρίση δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία.

Οι απαρχές της εντοπίζονται στην κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70 όταν η πτώση του ποσοστού κέρδους σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολεμικής περιόδου ταχύρυθμης ανάπτυξης. Έκτοτε όλες οι προσπάθειες που έγιναν για να ξεπερασθεί η κρίση (νεοφιλελευθερισμός τη δεκαετία του ’80, καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και «Νέα οικονομία» τη δεκαετία ’90 και πιστωτική επέκταση στη συνέχεια) ως αναγκαίο συνοδευτικό μαζί με την αφαίρεση εργατικών δικαιωμάτων και τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους είχαν τον περιορισμό της φορολογίας του κεφαλαίου[1]. Η πιο οφθαλμοφανής αιτία επομένως της τρέχουσας δημοσιονομικής κρίσης έγκειται στην μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους, μέσω της μείωσης των συντελεστών, που με αυτό τον τρόπο υποστηρίζει την καπιταλιστική κερδοφορία. Περαιτέρω, η κρίση χρέους ήρθε ως αποτέλεσμα δύο επιπλέον αιτιών: Πρώτο, της εντεινόμενης ύφεσης που επέφερε μια φυσιολογική μείωση στα κρατικά έσοδα λόγω της συρρίκνωσης του κύκλου εργασιών και του ΑΕΠ. Δεύτερο, της χρόνιας απίσχνασης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού στο πλαίσιο της ΕΟΚ αρχικά και της ευρωζώνης στη συνέχεια, που σε κάθε κλάδο κατέληγε προς όφελος των γερμανικών μονοπωλίων. Προς διάψευση μάλιστα θεωριών του διεθνούς εμπορίου που υποστηρίζουν την ύπαρξη αμοιβαίων ωφελειών. Η ταχύτητα με την οποία μεταδόθηκε η κρίση σε όλες τις χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, δημιουργώντας σε λίγους μήνες μια δεύτερη ταχύτητα αποτελούμενη από την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία και το Βέλγιο, έφερε στην επιφάνεια τις ανταγωνιστικές σχέσεις που εξ αρχής διαπερνούσαν την δημιουργία της, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση ότι η νομισματική ενοποίηση θα λειτουργούσε εις βάρος των κεφαλαίων με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα στον βαθμό που έχαναν το μέσο τη ανταγωνιστικής υποτίμησης που διέθεταν.

Η μορφή που προσέλαβε η τρέχουσα κρίση έθεσε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα του δημόσιου χρέους με έναν τρόπο που ποτέ άλλοτε δεν είχε τεθεί τον τελευταίο μισό αιώνα στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. 

Λερναία ύδρα το δημόσιο χρέος 

Η έκρηξη του δημόσιου χρέους και οι συνακόλουθες αθετήσεις πληρωμών (default) υπερχρεωμένων χωρών τελευταία φορά που εμφανίστηκαν ήταν την δεκαετία του ’80, σε ένα ολότελα διαφορετικό από το σημερινό πλαίσιο όμως καθώς δεν αφορούσαν χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Οι χώρες που επλήγησαν ήταν αυτές της Λατινικής Αμερικής. Ρόλο θρυαλλίδας στην έκρηξη έπαιξε η απόφαση του διοικητή της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, Πολ Βόλκερ, το 1981, στο πλαίσιο της αντιπληθωριστικής πολιτικής της κυβέρνησης Ρόναλντ Ρέιγκαν, να αυξήσει τα αμερικανικά επιτόκια στο επίπεδο του 21%! Ως αποτέλεσμα τα χρέη που είχαν συνάψει με ονομαστικό επιτόκιο οι περισσότερες λατινοαμερικανικές χώρες (απορροφώντας τα πλεονάζοντα κέρδη των πετρελαιοπαραγωγικών χωρών της δεκαετία του ’70) σύντομα έγιναν απλώς …μη εξυπηρετήσιμα. Τα δε κράτη που τα ανέλαβαν  βυθίστηκαν σε μια υπερεικοσαετή δίνη φτώχειας και ερήμωσης, η οποία επιδεινώθηκε από την λύση που επέβαλλαν οι ΗΠΑ προς τις λατινοαμερικανικές χώρες με την έκδοση των «ομολόγων Μπρέιντι», που πήραν το όνομά τους από τον αμερικανό υπουργό Οικονομικών, Νίκολας Μπρέιντι. Το σχέδιο του, που αποδείχθηκε δηλητηριασμένο φρούτο για τις λατινοαμερικανικές χώρες καθώς δεν τις έβγαλε από τη δίνη της υπερχρέωσης, προέβλεπε την μείωση του χρέους κατά ένα ποσοστό της τάξης του 20%.

Τα δάνεια που δίνονταν αφειδώς προς τις αναπτυσσόμενες τότε χώρες επενδύονταν ιδεολογικά από ένα περίβλημα που τόνιζε πως το μόνο που στερούνταν οι εν λόγω χώρες για να υπερβούν οριστικά την υπανάπτυξη ήταν τα χρηματικά κεφάλαια, δοθέντος ότι εργατικά χέρια και πρώτες ύλες ήταν σε αφθονία. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο το εξωτερικό χρέος, από οδό διαφυγής, να μετατραπεί στη συνέχεια σε ένα ασήκωτο βαρίδι για τις αναπτυσσόμενες χώρες και αιτία εδραίωσης της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στο εσωτερικό τους. Υπολογίζεται, ενδεικτικά, πως το χρέος των αναπτυσσομένων χωρών από 70 δισ. δολ. το 1970 αυξήθηκε σε 540 δισ. δολ. το 1980 και το 2006 είχε ανέλθει σε 2,8 τρισ. δολ. έχοντας αυξηθεί 40 φορές σε 35 χρόνια. Εκτιμάται επίσης ότι ο Νότος από το 1980 μέχρι το 2005 για να αποπληρώσει τα κεφάλαια που είχε αρχικά δανειστεί κατέβαλε 5,8 τρισ. δολ ΗΠΑ, ποσό που είναι 60 φορές μεγαλύτερο από το Σχέδιο Μάρσαλ. Έτσι το χρέος μετατράπηκε από αποικιακό σε νεοαποικιακό εργαλείο κυριαρχίας (AAJ, 2006).

«Νομίζει κανείς ότι επαναλαμβάνεται η ιστορία της Λερναίας Ύδρας. Όσο περισσότερο πληρώναμε, τόσο περισσότερο μεγάλωνε το χρέος μας». Η φράση αυτή δεν ανήκει σε κάποιον πολιτικό ηγέτη της Αφρικής ή της Λατινικής Αμερικής αλλά στον Νίκο Μπελογιάννη! Έτσι σχολιάζει την εκθετική αύξηση των υποχρεώσεων της Ελλάδας προς τους ξένους δανειστές της τον 19ο και 20ο αιώνα. «Το καταπληκτικό όμως συμπέρασμα είναι ότι δανειστήκαμε και στις τρεις περιόδους (1821-1893, 1893-1922 και 1922-1932) 1.997 εκατομμύρια χρυσά φράγκα και για την εξόφλησή τους πληρώσαμε σε τοκοχρεολύσια πολύ περισσότερα, δηλαδή 2.204 εκ. χρυσά φράγκα. Με βάση τους αριθμούς τούτους, ένας αμύητος θα νόμιζε ίσως ότι έπρεπε να ‘χουμε περίπου ξοφλήσει τους λογαριασμούς μας με τους ξένους κεφαλαιούχους, ενώ … τους χρωστάμε ακόμη πάνω από 2 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα, δηλαδή, πιο πολλά απ’ όσα μας έδωσαν» (Μπελογιάννης, 2010).

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στη σύγχρονη Ελλάδα, σήμερα. Όσο μεγαλύτερες θυσίες κάνουν οι εργαζόμενοι, αποχαιρετώντας ασφαλιστικά, εργασιακά και μισθολογικά τους δικαιώματα τους δικαιώματα για να εξυπηρετηθεί το δημόσιο χρέος, χωρίς φυσικά να έχουν συναινέσει, τόσο αυτό αυξάνεται με φρενήρεις ρυθμούς. Τα μεγέθη είναι εντυπωσιακά: Από το 1992 μέχρι και το 2010 οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης (δηλαδή, το σύνολο τόκων, χρεολυσίων και παράλληλων δαπανών) ανήλθε σε 462,49 δισ. ευρώ. Συμπεριλαμβανομένων και των εξοφλήσεων βραχυπρόθεσμων τίτλων που από το 2003 έως το 2010 ανήλθαν σε 132,94 δισ. ευρώ οι φορολογούμενοι στην Ελλάδα κατέλαβαν 595,43 δισ. ευρώ (Υπουργείο Οικονομικών, 2010). Τα χρήματα που έχουν δοθεί επομένως αυτή την εικοσαετία είναι σχεδόν 2 φορές η αξία του χρέους και για την ακρίβεια 1,7. 

 «Απεχθές χρέος» 

Δεδομένου του νομικά δεσμευτικού χαρακτήρα που χαρακτηρίζει τις σχέσεις των πιστωτών (τράπεζες, κράτη, κάτοχοι ομολόγων, θεσμικοί επενδυτές, ασφαλιστικά ταμεία, κ.α.) με τις υπερχρεωμένες χώρες – σχέσεις που σε κάθε περίπτωση διασφαλίζουν και αναπαράγουν ιμπεριαλιστικά και ταξικά συμφέροντα – έγκαιρα αναζητήθηκαν μορφές και τρόποι απαλλαγής από το άχθος του εξωτερικού δανεισμού. Η φόρμουλα που έκανε νωρίς την εμφάνισή της στο διεθνές δίκαιο παρέχοντας μέχρι και σήμερα ένα πολύτιμο εργαλείο στην πάλη κατά των πιστωτών περιγράφεται από τη ρήτρα του «απεχθούς χρέους» (odious debt). Ο όρος εισήχθη πρώτη φορά από τον ρωσικής καταγωγής διακεκριμένο νομικό Αλεξάντερ Ναούμ Σακ. Περιγράφεται δε ως εξής: 

«Αν ένα δεσποτικό καθεστώς συνάπτει ένα χρέος όχι για τις ανάγκες ή προς το συμφέρον του κράτους, αλλά για να ενδυναμώσει το δεσποτικό του καθεστώς, να καταπιέσει τον πληθυσμό που μάχεται εναντίον του, κ.α., αυτό το χρέος είναι απεχθές για τον πληθυσμό όλου του κράτους.

Αυτό το χρέος δεν αποτελεί υποχρέωση του έθνους, είναι χρέος του καθεστώτος, ένα προσωπικό χρέος της εξουσίας που το έχει συνάψει, κατά συνέπεια λύνεται με την πτώση αυτής της εξουσίας.

Ο λόγος για τον οποίο αυτά τα «απεχθή» χρέη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαρύνουν την επικράτεια του κράτους, είναι ότι αυτά τα χρέη δεν πληρούν μία από τις συνθήκες που καθορίζουν τη νομιμότητα των χρεών του κράτους, δηλαδή: τα χρέη του κράτους πρέπει να συνάπτονται και τα κεφάλαια απ’ αυτά να χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες και προς το συμφέρον του κράτους.

“Απεχθή” χρέη συνάπτονται και χρησιμοποιούνται για σκοπούς οι οποίοι, εις γνώση των πιστωτών, αντιβαίνουν στα συμφέροντα του έθνους, δεν συμβιβάζονται με το τελευταίο – στην περίπτωση που ένα έθνος πετύχει να απαλλαγεί από μια κυβέρνηση που τα σύναψε – με εξαίρεση το βαθμό που αποκτήθηκαν πραγματικά προτερήματα από αυτά τα χρέη. Οι πιστωτές έχουν διαπράξει μια εχθρική πράξη προς τον πληθυσμό, δεν μπορούν επομένως να περιμένουν πως ένα έθνος απελευθερωμένο από μια δεσποτική εξουσία αναλαμβάνει τα «απεχθή» χρέη, που είναι προσωπικά χρέη αυτής της εξουσίας.

Ακόμη κι όταν μια δεσποτική εξουσία, αντικαθίσταται από κάποια άλλη, όχι λιγότερο δεσποτική ή καθόλου περισσότερο ευαίσθητη απέναντι στη βούληση του λαού, τα «απεχθή» χρέη της εκλιπούσης εξουσίας δεν είναι καθόλου λιγότερο προσωπικά τους χρέη και δεν αποτελούν υποχρέωση της νέας εξουσίας…

Κάποιος θα μπορούσε επίσης να συμπεριλάβει σε αυτή την κατηγορία τα χρέη που συνάφθηκαν από μέλη της κυβέρνησης ή από άτομα ή ομάδες συνδεδεμένα με την κυβέρνηση για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα πρόδηλα προσωπικά – συμφέροντα που είναι άσχετα με τα συμφέροντα του κράτους» (Sack, 1927). 

Πρακτικά λοιπόν τρεις προϋποθέσεις έθεσε ο Αλεξάντερ Σακ για να χαρακτηρισθεί ένα δημόσιο χρέος ως απεχθές και στη συνέχεια να μην πληρωθεί: Πρώτο, έλλειψη συμφέροντος, δηλαδή να μην εξυπηρετεί τις ανάγκες ή τα συμφέροντα του κράτους, δεύτερο, έλλειψη συναίνεσης, δηλαδή να συνάφθηκε από μια εξουσία που δεν έχαιρε λαϊκής νομιμοποίησης και τρίτο, άγνοια των πιστωτών δηλαδή, οι προηγούμενοι όροι να μην ήταν σε γνώση των πιστωτών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει πως στη συνέχεια και άλλοι έγκριτοι θεωρητικοί του δικαίου υποστήριξαν την ιδέα του «απεχθούς χρέους». Σε μια μάλιστα περίπτωση η έννοια του δικτατορικού καθεστώτος διευρύνθηκε συμπεριλαμβάνοντας κι άλλες περιπτώσεις αυταρχικών καθεστώτων που δεν χαίρουν λαϊκής νομιμοποίησης (Feilchenfeld, 1931). Συμβολή ιδιαίτερα χρήσιμη για την Ελλάδα. 

Άρνηση πληρωμής απεχθούς χρέους 

Η συνεισφορά του Σακ στο διεθνές δίκαιο για το απεχθές χρέος και άλλες παρεμφερείς έννοιες (παράνομο, μη νομιμοποιημένο) δεν γεννήθηκε όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Αντίθετα αποτέλεσε την θεωρητική γενίκευση της ετυμηγορίας σημαντικών προγενέστερων διεθνών νομικών αντιδικιών που δοκίμασαν και υπερέβησαν τα ως τότε όρια της ερμηνείας του διεθνούς και πιστωτικού δικαίου. Η θεωρία του Σακ δηλαδή, με έναν θεωρητικά τολμηρό και πρωτότυπο τρόπο, αποτέλεσε τομή για την εποχή της, ενσωματώνοντας στο δίκαιο πρακτικές που επέβαλλε πρώτα ο ανερχόμενος αμερικανικός ιμπεριαλισμός, ανατρέποντας καθιερωμένους θεσμούς και ερμηνείες που εξυπηρετούσαν το προηγούμενο στάτους κβο.

Το πρώτο, με χρονολογική σειρά, περιστατικό σχετίζεται με την 14η Τροποποίηση που ενσωματώθηκε στο αμερικανικό Σύνταγμα, μετά τον εμφύλιο πόλεμο και την ήττα των Νοτίων. Όπως αναφέρεται στην 4η παράγραφο «ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε κάποιο άλλο κράτος θα αναλάβει ή θα πληρώσει οποιοδήποτε χρέος ή υποχρέωση που αναλήφθηκε προς βοήθεια της εξέγερσης ή της επανάστασης εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών … όλα αυτά τα χρέη, οι υποχρεώσεις και οι διεκδικήσεις θα πρέπει να χαρακτηρισθούν παράνομες και άκυρες».

Το δεύτερο περιστατικό συμβαίνει στην αμερικανική ήπειρο, νότια όμως του Ρίο Γκράντε. Αποτελεί δε την πρώτη περίπτωση όπου εφαρμόζεται η ρήτρα του απεχθούς χρέους αφορώντας διεθνή δάνεια. Το 1883 συγκεκριμένα, 16 χρόνια μετά την πτώση του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, η κυβέρνηση του Μεξικού υπό τη ηγεσία του προέδρου Χουάρες ακύρωσε όλα τα χρέη που είχε αναλάβει ο αυτοκράτορας, με το σκεπτικό ότι τα επιτόκια ήταν αδικαιολόγητα υψηλά και επίσης, ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος του λαού. Αξίζει να τονίσουμε ότι ο Σακ το περιγράφει ως απεχθές χρέος, παρότι ο Μαξιμιλιανός είχε τη νόμιμη εξουσία στο Μεξικό.

Στη νότια Αμερική αναφέρεται το τρίτο περιστατικό όπου μια κυβέρνηση κατοχύρωσε το δικαίωμά της να μην πληρώσει διεθνές χρέος προς ξένους πιστωτές. Το 1789 ειδικότερα αφού η Χιλή κατέλαβε την περιοχή Ταραπάκα του Περού δικαιώματα που έχουν κατοχυρώσει στην περιοχή διεθνείς πιστωτές, μεταξύ των οποίων Αμερικάνοι και Βρετανοί, δεν έγιναν σεβαστά και με τη συνθήκη ειρήνης του 1883 η κυβέρνηση της Χιλής αποποιήθηκε κάθε ευθύνης.

Το χαρακτηριστικότερο περιστατικό «απεχθούς χρέους» είχε πρωταγωνιστή και πάλι τις ΗΠΑ. Αυτή τη φορά όμως αφορούσε τους διεθνείς λογαριασμούς της και συγκεκριμένα τα χρέη που είχε αναλάβει η αποικιακή Ισπανική διοίκηση εξ ονόματος της Κούβας. Μετά τον ισπανο-αμερικανικό πόλεμο του 1898 και την κατάληψη της Κούβας η Ουάσινγκτον αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη της ισπανικής αποικιοκρατίας. Γιατί, όπως υποστήριξε η αμερικανική αντιπροσωπεία στο συνέδριο που οργανώθηκε στο Παρίσι όπου υπογράφηκε στις 10 Δεκέμβρη 1898 και η συνθήκη ειρήνης τα χρέη αυτά «επιβλήθηκαν στον λαό της Κούβας χωρίς τη συναίνεση του και με τη δύναμη των όπλων».

Η στάση των ΗΠΑ ενέπνευσε δύο χρόνια αργότερα και την Μεγάλη Βρετανία. Αφορμή στάθηκε η στρατιωτική της νίκη επί της Δημοκρατίας των Μπόερς. Η Μεγάλη Βρετανία αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη τους υποστηρίζοντας ότι με αυτά χρηματοδοτήθηκε ο πόλεμος εναντίον της.

Η αρχή του «απεχθούς χρέους» βρήκε εφαρμογή και στη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, με την οποία τερματίστηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Αυτό έγινε μέσω της άρνησης της Επιτροπής Επανορθώσεων να επιμερίσει στην Πολωνία χρέη που είχαν αναλάβει οι κυβερνήσεις της Πρωσίας και της Γερμανίας με σκοπό πολίτες γερμανικής εθνικότητας να αγοράσουν εκτάσεις γης όπου κατοικούσαν. Στο άρθρο 254 αναφέρεται συγκεκριμένα πως η Πολωνία εξαιρούταν από τον επιμερισμό αυτών των δανείων «τα οποία κατά τη γνώμη της Επιτροπής Επανορθώσεων οφείλονται στα μέτρα που λήφθηκαν από τις γερμανικές και πρωσικές κυβερνήσεις για τον γερμανικό αποικισμό της Πολωνίας».

Ξεχωριστή σημασία έχει και η περίπτωση της Κόστα Ρίκα εναντίον της τράπεζας Royal Bank of Canada. Δάνειο συγκεκριμένα που είχε χορηγήσει  η εν λόγω τράπεζα στον δικτάτορα της κεντροαμερικάνικης χώρας, Φρεντερίκο Τινόκο, έμεινε απλήρωτο έπειτα από απόφαση που εξέδωσε ο ανώτατος εισαγγελέας των ΗΠΑ, δικαστής Ταφτ. Με βάση την απόφασή του «η συναλλαγή έβριθε προβλημάτων». Πραγματοποιήθηκε δε «σε μια περίοδο κατά την οποία η δημοτικότητα της κυβέρνησης του Τινόκο είχε εξαφανισθεί και όταν το πολιτικό και στρατιωτικό κίνημα που στόχευε στην ανατροπή της κέρδιζε έδαφος».

Το παράδειγμα των ΗΠΑ με την Κούβα και της Μεγάλης Βρετανίας με τη Δημοκρατία των Μπόερς, το επικαλέστηκε το 1938 η χιτλερική Γερμανία, με αφορμή την προσάρτηση της υπερχρεωμένης Αυστρίας. Το Βερολίνο αρνήθηκε να αναλάβει τα χρέη της Αυστρίας υποστηρίζοντας ότι ανάληψή τους έγινε ενάντια στα συμφέροντα του κράτους.

Το άρθρο 254 της Συνθήκης των Βερσαλλιών χρησιμοποιήθηκε και στη συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε το 1947 με την Ιταλία. Πρόκειται για τις «νομικές συνέπειες της ειρήνης», για να παραφράσουμε τον τίτλο του εύστοχου και προνοητικού έργου του Τζον Μέιναρντ Κέινς, Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης, που γράφτηκε το 1919 καυτηριάζοντας τις εξοντωτικές ποινές που επιβλήθηκαν στη Γερμανία. Η Γαλλο-ιταλική επιτροπή συμφιλίωσης συμφώνησε πως «χρέη που συνάφθηκαν από το διάδοχο κράτος για πολεμικούς σκοπούς, ή για το σκοπό της επέκτασης σε εδάφη τα οποία πρώτα προσαρτήθηκαν και στη συνέχεια απελευθερώθηκαν δεν μπορούν να δεσμεύουν το διάδοχο κράτος ή αυτό που αποκαθιστά την κυριαρχία του».

Δύο ακόμη πολύ πρόσφατα περιστατικά όπου έγινε χρήση της ρήτρας περί απεχθούς χρέους βεβαιώνουν την δυνατότητα χρησιμοποίησής της ακόμη και σήμερα στο πλαίσιο των περίπλοκων διεθνών οικονομικών ανταλλαγών. Το πρώτο περιστατικό σχετίζεται με την απόφαση δίωξης που εξέδωσε ο ομοσπονδιακός δικαστής της Αργεντινής Τ. Μπαλεστέρος, έπειτα από προσφυγή του δικηγόρου και δημοσιογράφου Αλεχάνδρο Όλμος το 1982, εναντίον των υπευθύνων για την υπερχρέωση του κράτους την περίοδο της δικτατορίας. Η «απόφαση Όλμος» συνιστά τομή γιατί καταλογίζει συγκεκριμένες ευθύνες σε πολυμερείς πιστωτικούς οργανισμούς, όπως το ΔΝΤ και η Διαμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα και ακόμη σε ιδιώτες πιστωτές του Βορρά.

Το δεύτερο περιστατικό αφορά την απόφαση της κυβέρνησης της Νορβηγίας στις 2 Μαρτίου 2007 να ακυρώσει χρέη που είχαν αναλάβει αναπτυσσόμενες χώρες την περίοδο 1976 – 1980 έναντι της σκανδιναβικής χώρας, στο πλαίσιο εξαγωγικών πιστώσεων. Ειδικότερα η Νορβηγία εφαρμόζοντας ένα επιθετικό πρόγραμμα στήριξης της ναυπηγικής της βιομηχανίας στο εξωτερικό επιβάρυνε μια σειρά από κράτη, κυρίως, του Νότου με δάνεια τα οποία αναγνώρισε στη συνέχεια ότι δεν είχαν καμία θετική επίδραση στην οικονομική τους ανάπτυξη. Η παραγραφή αυτών των χρεών παρότι έγινε με την ρητή επισήμανση ότι δεν πρόκειται για «μη νομιμοποιημένα» δάνεια, έτσι ώστε να μην δημιουργηθεί νομικό προηγούμενο που θα δώσει νέα ερείσματα στον αγώνα των λαών για παραγραφή του εξωτερικού τους χρέους, δημιουργεί προηγούμενο καθώς απονομιμοποιείται το χρέος και εξετάζεται το όφελος του δανειολήπτη. Παρά μάλιστα το γεγονός ότι οι συμβάσεις δεν είχαν νομικά τίποτε το μεμπτό.

Και στις ένδεκα παραπάνω περιπτώσεις τα κρατικά χρέη προς διεθνείς πιστωτές αμφισβητήθηκαν ή παραγράφηκαν με επίσημο τρόπο κάτω από την επίκληση της έννοιας του «απεχθούς χρέους» ή χρησιμοποιώντας μόνο το περιεχόμενό της για να μην δημιουργηθεί νομικό προηγούμενο. Όλα αυτά τα χρόνια ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές που η ρήτρα του Σακ επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί σε περιόδους μετάβασης και ανατροπής καθεστώτων, μέχρι που επικράτησαν «ωριμότερες» σκέψεις. Ξεχωρίζουν δύο περιπτώσεις: Στην Αιθιοπία και το Ιράκ.

Στην Αιθιοπία το φιλοαμερικανικό καθεστώς που ανέλαβε την εξουσία μετά την ανατροπή του φιλοσοβιετικού επιδίωξε να μην πληρώσει τα χρέη του προς την Μόσχα υποστηρίζοντας ότι «αυτά ήταν χρήματα που δόθηκαν στο παλιό καθεστώς για να μας σκοτώνει». Το νόμο και την τάξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος ανέλαβε να επιβάλλει το ίδιο το ΔΝΤ απαιτώντας από την Αιθιοπία να ξεπληρώσει τα χρέη της, διαφορετικά απειλήθηκε ότι θα αποκοβόταν, με ευθύνη του ίδιου του ιμπεριαλιστικού οργανισμού, από κάθε μελλοντική δανειοδότηση[2].

Η μεγάλη ανατριχίλα που προκαλεί στο διεθνές πιστωτικό σύστημα η έννοια του «απεχθούς χρέους» δεδομένου ότι ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της παραγραφής χρεών και δημιουργεί νομικά προηγούμενα και παραδείγματα προς μίμηση φάνηκε πεντακάθαρα με την περίπτωση του Ιράκ (Adams, 2004). Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους μετά την στρατιωτική τους επιτυχία με την κατάληψη του Ιράκ την άνοιξη του 20043 θέλησαν να ολοκληρώσουν την επιτυχία τους τιμωρώντας και σε οικονομικό επίπεδο τους ανταγωνιστές τους που στήριζαν επί χρόνια το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Έτσι άρχιζαν να ωριμάζουν σκέψεις να μην πληρωθεί το χρέος του προηγούμενου καθεστώτος, το οποίο στη συντριπτική του πλειοψηφία προερχόταν από διμερή δάνεια που είχε υπογράψει με την Ιαπωνία, τη Ρωσία, τη Γαλλία και την Γερμανία. Όλη η επιχειρηματολογία όμως ρητά ή άρρητα παρέπεμπε στα «απεχθή χρέη». Η συζήτηση κόπηκε απότομα από αυτούς που την ξεκίνησαν για να μην ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και ακολουθήσει ένα ντόμινο ανάλογων διεκδικήσεων. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μαρκ Μέντις αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ στους New York Times σε άρθρο με τίτλο Make Baghdad pay στις 4 Νοέμβρη 2003 για το ενδεχόμενο χαρακτηρισμού μέρους του χρέους του Ιράκ ως απεχθούς ότι «θα ήταν κακό για το Ιράκ και θα δημιουργούσε ένα καταστροφικό προηγούμενο για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Για να ομαλοποιήσει τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές του σχέσεις το Ιράκ θα πρέπει να σεβαστεί μια από τις βασικές αρχές του δικαίου: οι συμφωνίες πρέπει να πληρούνται. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση οι αγορές δεν μπορούν να λειτουργήσουν». Η λύση τελικά που δόθηκε περιελάμβανε τη σοβαρή μείωση του εξωτερικού χρέους του Ιράκ (υπό τον όρο της υλοποίησης μιας σειράς πολιτικών προϋποθέσεων) μέσω όμως των διεθνώς …αποδεκτών διαδικασιών: Της έγκρισης του Κλαμπ του Παρισιού όπου διευθετούνται διαφορές που σχετίζονται με διακρατικά δάνεια και του Κλαμπ του Λονδίνου, που έχει την ευθύνη για την επίλυση των διαφορών σχετικά με εμπορικά δάνεια μεταξύ ιδιωτών.

Αντίθετα με την κατοχική κυβέρνηση του Ιράκ, που ανέθεσε στον ιμπεριαλισμό την παραγραφή μέρους του δημόσιου χρέους της, η κυβέρνηση της Παραγουάης προχώρησε στην αθέτηση πληρωμών μονομερώς και ερχόμενη σε σύγκρουση με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, με προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 26 Αυγούστου 2005 (υπ. αρ. 2695) η κυβέρνηση της Παραγουάης χαρακτήρισε τα χρέη που είχε αναλάβει η δικτατορία του Αλφρέντο Στρέσνερ παράνομα και κοινοποίησε έτσι προς τους διεθνείς πιστωτές και ειδικότερα τους ελβετούς τραπεζίτες την πρόθεσή της να μην τα εξυπηρετήσει. Αυτή μάλιστα την απόφαση την παρουσίασε ο πρόεδρος της Παραγουάης και ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 3 Οκτώβρη 2005. 

Ορισμένες γενικές παρατηρήσεις  

Με βάση τα παραπάνω συγκεκριμένα παραδείγματα φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετά περιστατικά παύσης πληρωμών και μη εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους από την πρόσφατη ιστορία.

Δεν είναι όμως μόνο τα προηγούμενα παραδείγματα. Στην ιστορία του καπιταλισμού, με βάση μια εξαντλητική μελέτη της οικονομικής ιστορίας στην οποία προχώρησαν δύο εξέχοντες οικονομολόγοι (Reinhart, C. & Rogoff, K., 2009) οι οποίοι όχι μόνο εκφράζουν το κυρίαρχο ρεύμα αλλά ο δεύτερος ήταν επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ[3], διαπιστώνεται ότι «η τρέχουσα περίοδος κατά την οποία γίνονται σεβαστές οι δανειακές υποχρεώσεις απέχει πολύ από το να αποτελεί κανόνα»! Οι συγγραφείς, μελετώντας την περίοδο 1800-2009, κατέγραψαν περισσότερα από 250 περιστατικά αθέτησης πληρωμών στο εξωτερικό και 68 στο εσωτερικό των υπό μελέτη χωρών. Στην έρευνά τους υπάρχει ένα ακόμη πιο πολύτιμο συμπέρασμα. Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι κεντρική σημασία έχει «η βούληση και όχι η ικανότητα πληρωμής» μελετώντας την ιστορία. Κατά συνέπεια παύση πληρωμών δεν γίνεται μόνο λόγω ανάγκης, όταν ένα κράτος συνειδητοποιεί ότι αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα χρέη του, αλλά τις περισσότερες φορές συνέβη επειδή απλώς επέλεγε για πολιτικούς ή άλλους λόγους να μην τα εξυπηρετήσει. Ακόμη κι έτσι όμως τονίζουν οι συγγραφείς «και οι πιο φημισμένες περιπτώσεις πλήρους αθέτησης πληρωμών κατέληξαν σε μερική αποπληρωμή, αν και συχνά αντιπροσώπευε ένα μικρό μέρος και πολλές δεκαετίες αργότερα. Η κυβέρνηση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία αρνήθηκε να αποπληρώσει τα τσαρικά δάνεια το 1918 αλλά όταν η Ρωσία τελικά επανήλθε στις αγορές κεφαλαίου 69 χρόνια αργότερα όφειλε να διαπραγματευτεί μια συμβολική τιμή για το χρέος που είχε αθετήσει» (όπ.π).

Οι συγγραφείς μάλιστα ανοίγουν εκ νέου μια παλιά αντιπαράθεση που αφορά τις συνέπειες από την αθέτηση πληρωμών. Μέχρις στιγμής τα παραδείγματα βοούν πως περίπτωση αποκλεισμού από τις αγορές δεν υφίσταται, μετά από μονομερή παύση πληρωμών και επαναδιαπραγμάτευση του χρέους μέσω της έκδοσης νέων ομολόγων σημαντικά υποτιμημένων με τα οποία ανταλλάσσονται τα παλιά (Λαπαβίτσας, 2010). Τόσο το παράδειγμα της Ρωσίας το 1999 όσο και της Αργεντινής το 2001 βεβαιώνουν πως οι αγορές κεφαλαίου έχουν μνήμη χρυσόψαρου, χώρια που δεν αποτελούν μονόδρομο για την άντληση κεφαλαίων εάν και εφ όσον ο δανεισμός είναι αναγκαίος. Μια, και τις περισσότερες φορές τα ποσά που εξοικονομούνται από την παύση της εξυπηρέτησης των πιστωτών αποδεικνύεται ότι αρκούν για να χρηματοδοτηθούν οι πραγματικές ανάγκες της χώρας. Ακόμη όμως και αν δεν αρκούν παραμένει ως εναλλακτική λύση η δυνατότητα των διμερών δανείων με ευνοϊκούς όρους από φιλικά καθεστώτα.

Παρότι ωστόσο η πραγματικότητα βεβαιώνει για το αντίθετο, το επιχείρημα των αρνητικών συνεπειών και του ενδεχόμενου αποκλεισμού από τις αγορές και η σχετική κινδυνολογία έρχεται ξανά και ξανά σε θεωρητικό επίπεδο (Eaton 1981, Μελάς 2010, κ.α.). Η απάντηση που προέρχεται μάλιστα από το ορθόδοξο ρεύμα υποστηρίζει με λίγα λόγια ότι οι εθνικές οικονομίες δεν αποτελούν …πυραμίδες. Μια οικονομία δεν αποπληρώνει τα δάνειά της για να συνάψει νέα (Reinhart, C. & Rogoff, K., 2009). Επιπλέον ξεφεύγοντας από συναισθηματικές αξιολογήσεις και αντιδράσεις (που δεν επιβεβαιώνονται μάλιστα από την πραγματικότητα) τι πιο ορθολογικό από μια ψυχρή ανάλυση της συνάρτησης κόστους – της παύσης πληρωμών – και ωφέλειας – της εξυπηρέτησης του χρέους (Krugman, P. & Obstfeld, M. 1995). Αναφέρουν συγκεκριμένα οι δύο τελευταίοι αμερικάνοι οικονομολόγοι: 

«Το όφελος που προκύπτει από τη διακοπή των πληρωμών συνίσταται στο ότι ο οφειλέτης δεν καταβάλει τους τόκους και τα χρεολύσια για το χρέος του. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσό που οφείλει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο είναι το όφελός του από την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του έναντι των πιστωτών. Εκτός όμως από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που αυξάνουν το όφελος από την άρνηση της εξόφλησης του χρέους. Ο πιο σημαντικός από αυτούς είναι το επίπεδο εισοδήματος της χώρας. Αν το εισόδημα της χώρας είναι υψηλό, τότε μπορεί να εξυπηρετήσει το εξωτερικό της χρέος χωρίς επώδυνες περικοπές στην εγχώρια κατανάλωση και τις επενδύσεις. Όταν, όμως, η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, η συνέχιση της εξυπηρέτησης του χρέους μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στον πληθυσμό και συνεπώς αναταραχές…

Ο οφειλέτης θεωρεί ότι κερδίζει διακόπτοντας την εξυπηρέτηση του χρέους του όταν το όφελος που προκύπτει από αυτή του την ενέργεια υπερβαίνει το κόστος που θεωρεί ότι έχει από την παραβίαση της συμφωνίας του δανείου» (Krugman, P. & Obstfeld, M. 1995). 

Με βάση τα παραπάνω, είναι εμφανές ότι η Ελλάδα έχει κάθε όφελος από την παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αποτελεί και τόσο μακρινό ενδεχόμενο μετά την επίμονη άρνηση του δημοσίου να πληρώσει τους προμηθευτές του, έτσι ώστε να μειώσει στις δαπάνες και να συρρικνώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα. Πριν δούμε τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να υλοποιηθεί η παύση πληρωμών αξίζει να σχολιάσουμε τη δεινή θέση που βρίσκονται τα κυρίαρχα κράτη σε σχέση με τις ιδιωτικές εταιρείες. Ειδικότερα, η δήλωση αδυναμίας πληρωμής των υποχρεώσεων μιας εταιρείας, είναι θέμα απλών υπολογισμών. Αν τα έσοδά της, τωρινά και μελλοντικά, υπολείπονται σημαντικά των υποχρεώσεών της, τότε όλα τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει το πτωχευτικό δίκαιο, το οποίο μάλιστα τα τελευταία χρόνια σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα τείνει να γίνεται όλο και λιγότερο «εκδικητικό» απέναντι στον επιχειρηματία. Η λαμπρή καριέρα δε που έκαναν στη συνέχεια στελέχη χρεοκοπημένων επιχειρήσεων σε άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα[4] δείχνει ότι το κεφάλαιο επ’ ουδενί δεν υιοθετεί ούτε απαγγέλλει ηθικές κατηγορίες σε αντίστοιχες περιπτώσεις για διασυρμό ή αμαύρωση της φήμης… Ένα ακόμη παράδειγμα που δείχνει την καλύτερη θέση στην οποία βρίσκεται ο ιδιωτικός τομέας έναντι των κρατών αφορά την ευκολία με την οποία μια επιχείρηση απαλλάσσεται υποχρεώσεων ή δανείων στην περίπτωση που αυτά αναλήφθηκαν για προσωπικό όφελος του διευθυντή της ή των στελεχών τους (Kremer, 2002). Το χρέος στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούμε να πούμε ότι εμπίπτει στην κατηγορία του «απεχθούς» δεδομένου ότι δεν συνάφθηκε προς το συμφέρον της επιχείρησης. Όρος μάλιστα που θεωρείται επαρκής ασχέτως του γεγονότος ότι μπορεί να μην συντρέχουν οι άλλοι δύο όροι που έθεσε ο Σακ (ελλιπής νομιμοποίηση, γνώση των πιστωτών). 

Λογιστικός έλεγχος του δημόσιου χρέους 

Η διαδικασία που αποδείχθηκε κατά πολλαπλούς τρόπους πολύτιμη όλες τις προηγούμενες δεκαετίες για την σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους και την παύση πληρωμών, ήταν ο σχηματισμός Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, με έργο το άνοιγμα των βιβλίων του δημόσιου χρέους. Είναι μια διαδικασία πλήρως συμβατή με την διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1948  που ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να μετέχει στη διεύθυνση των δημοσίων υποθέσεων της χώρας του, είτε άμεσα, είτε μέσω αντιπροσώπων» (άρθρο 21).

Η τεράστια συμβολή της έγκειται στο γεγονός ότι θέτοντας πρωταρχικά το δημοκρατικό αίτημα της διαφάνειας μπορεί να αποτελέσει πόλο συσπείρωσης και όχημα δραστηριοποίησης πολύ ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων σε σχέση με όσους συνειδητοποιούν την ανάγκη παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους. Ο διττός της επίσης χαρακτήρας, το γεγονός δηλαδή ότι απαρτίζεται από εξουσιοδοτημένους τεχνικούς (που με άνωθεν άδεια και μόνο θα αποκτήσουν πρόσβαση) ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και μέσο δραστηριοποίησης κοινωνικών οργανώσεων δίνει τη δυνατότητα πίεσης του κινήματος στο έργο και τον προσανατολισμό της Επιτροπής η οποία με θεσμικό τρόπο θα έρχεται σε επαφή με το κίνημα, συναρτήσει πάντα της δικής του δυναμικής.

Η ανταγωνιστική σχέση που έχει η διαδικασία του λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους καθώς και όσοι την επικαλούνται απέναντι στον ιμπεριαλισμό, το καρτέλ των πιστωτών και τις ενδοτικές κυβερνήσεις αποτυπώνεται με σαφήνεια στην διακήρυξη που εκδόθηκε με αφορμή την δεύτερη συνέλευσή του Jubilee South στις 28 Σεπτέμβρη 2005 στην Αβάνα. Αναφέρεται εκεί: «Θα συνεχίσουμε επίσης να καταγγέλλουμε σθεναρά τη συμμετοχή των κυβερνήσεων του Νότου στη διαιώνιση του προβλήματος του χρέους, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο και φτάνοντας στο σημείο να ξεπουλάνε τα αγαθά των λαών μας. Δεσμευόμαστε να εργαστούμε με όρεξη για να αλλάξουμε τις πολιτικές των κυβερνήσεων του Νότου που θα έπρεπε να καταγγείλουν όλα τα χρέη που απαιτούνται από τις χώρες μας. Και για αυτό θεωρούμε τη εφαρμογή του λογιστικού ελέγχου στο χρέος σαν ένα αποφασιστικό βήμα» (AAJ, 2006).

Ζητούμενο του λογιστικού ελέγχου είναι να απαντηθούν τρία βασικά ερωτήματα: «πόσα χρωστάμε», «σε ποιόν χρωστάμε» και «γιατί χρωστάμε». Μερικές φορές δε και το ερώτημα «χρωστάμε στ’ αλήθεια;» (όπ.π.) Η τεράστια συμβολή του λογιστικού ελέγχου και του χαρακτηρισμού όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του χρέους ως απεχθούς, παράνομου ή μη νομιμοποιημένου δίνει τα απαραίτητα νομικά ερείσματα σε μια κινηματική διαδικασία.

Το πιο επιτυχημένο παράδειγμα δημιουργίας και επιτυχούς λειτουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (επιτυχούς, υπό την έννοια ότι κατάφερε να μειώσει σημαντικά το δημόσιο χρέος) είναι στον Ισημερινό[5]. Εκεί, η Επιτροπή δημιουργήθηκε από τον πρόεδρο της χώρας Ραφαέλ Κορέα (ο οποίος εκλέχτηκε με βασικό του σύνθημα την παύση πληρωμών του δημοσίου χρέους) με προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 9 Ιουλίου 2007. Έχει σημασία να γίνουν τέσσερις παρατηρήσεις.

Πρώτο, οι διεθνείς  προσωπικότητες που συμμετείχαν στην Επιτροπή δεν αποτελούσαν κάποια δύναμη επιβολής επάνω στα συμφέροντα της χώρας. Επιλέγηκαν μόνο και μόνο χάρη στην εμπειρία που είχαν όλα τα προηγούμενα χρόνια αντιπαλεύοντας το δημόσιο χρέος. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μεταξύ άλλων συμμετείχαν ο αργεντινός Αλεχάνδρο Όλμος, που είχε στραφεί κατά του χρέους της χούντας της Αργεντινής όπως προαναφέραμε, η βραζιλιάνα Μαρία Λουθία Φατορέλι, επικεφαλής της αντίστοιχης επιτροπής στη χώρα της και ο βέλγος καθηγητής Ερίκ Τουσέν, που έχει πρωτοστατήσει στην πάλη για την παραγραφή του χρέους του Τρίτου Κόσμου. Παρόλα αυτά η Επιτροπή υπαγόταν στην αρμοδιότητα του κράτους. Όλες δε οι τελικές αποφάσεις ελήφθησαν από την κυβέρνηση του Ισημερινού.

Δεύτερο, το πόρισμά της δεν αποτελεί ένα τεχνοκρατικό, πολιτικά ουδέτερο κείμενο (Internal auditing commission for public credit of Ecuador). Αντίθετα όλες οι οικονομικές αποφάσεις αξιολογούνται με πολιτικά κριτήρια και υπό την δραματική εμπειρία του κοινωνικού ολοκαυτώματος του ΔΝΤ. Αντιγράφουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα: 

(Μετά από την παράθεση στοιχείων που δείχνουν τον πολλαπλασιασμό του χρέους προς τις τράπεζες) «αποδεικνείεται ότι το ομολογιακό χρέος δεν ήταν μια πηγή χρηματοδότησης της ανάπτυξης της χώρας, αλλά ένας διεστραμμένος μηχανισμός πλιατσικολογήματος των περιορισμένων πόρων της» (σελ. 15).

«Οι ορθόδοξες πολιτικές περιορισμού στα δημοσιονομικά, τον προϋπολογισμό, τη νομισματική πολιτική και την πιστωτική επέκταση και οι συνεχείς αυξήσεις των επιτοκίων όξυναν τα χρηματοδοτικά προβλήματα των κρατών – οφειλετών. Τα μέτρα και οι όροι που επιβλήθηκαν από το ΔΝΤ, τις υπηρεσίες της Παγκόσμιας Τράπεζας, πολυμερείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, το ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα, το Κλαμπ του Παρισιού και άλλους πιστωτές του Εκουαδόρ παραβίασαν βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου όπως την κρατική κυριαρχία, το δικαίωμα στον ελεύθερο αυτο-προσδιορισμό των λαών, την μη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών, το δικαίωμα στην ανάπτυξη και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (Internal auditing commission for public credit of Ecuador, σελ. 24).  

Το τρίτο σημείο, σχετίζεται με την σημασία που έχει το παράδειγμα του Ισημερινού για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης. Το μεγάλο κατόρθωμα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του Ισημερινού ήταν ότι με το πόρισμά της άναψε το πράσινο φως για να σταματήσει η εξυπηρέτηση του 70% του ομολογιακού δημόσιου χρέους και όχι δημόσιου χρέους που είχε αναληφθεί με διμερείς δανειακές συμβάσεις ή κοινοπρακτικά δάνεια. Επομένως οι δυσκολίες που φαίνεται να υπάρχουν από πρώτη ματιά στην διερεύνηση της αγοράς ομολόγων, δεδομένου ότι τέτοιας κατηγορίας είναι το χρέος των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, δεν είναι ανυπέρβλητες. Υφίστανται τεχνικές, συσσωρευμένη γνώση και μέσα που μπορούν να ρίξουν φως στην αγορά ομολόγων, αν υπάρχει η αναγκαία πολιτική βούληση.

Το τέταρτο σημείο αφορά τον ιστορικό χαρακτήρα της μεταρρύθμισης που πραγματοποιήθηκε στον Ισημερινό με αφορμή την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, όπως φάνηκε από το δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008 ενσωματώνοντας στο σύνταγμα δύο νέα άρθρα, τα υπ. αρ. 290 και 291 που καθορίζουν με ακρίβεια τους όρους υπό τους οποίους οι αρχές στο μέλλον μπορούν να προβούν σε δανεισμό (Toussaint, E. & Millet, D., 2010). Με βάση αυτά τα άρθρα του συντάγματος απαγορεύεται η σύναψη νέων δανείων για να ξεπληρωθούν παλιά. Απορρίπτεται την κεφαλαιοποίηση τόκων και άλλες μορφές ανατοκισμού, που αποτελούν μια συνήθη πρακτική του Κλαμπ του Παρισιού. Προειδοποιεί τους δανειστές πως αν χορηγήσουν δάνεια υπό αμφιλεγόμενους όρους θα αμφισβητηθεί η νομιμότητά τους, κ.α.[6] Κατά συνέπεια δεν επρόκειτο για μια μάχη εντυπώσεων. Επίσης ο λογιστικός έλεγχος και η αποπληρωμή μέρους του χρέους δεν σήμανε μια μικρή παρένθεση στην πολυετή ιστορία υποταγής στις τράπεζες, αλλά μια στρατηγική νίκη του λαού του Ισημερινού έναντι των πιστωτών. 

Απεχθές χρέος α λα ελληνικά, 12 παραδείγματα 

Στην Ελλάδα η παροιμιώδης και χρόνια διαφθορά του αστικού πολιτικού συστήματος (που δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση των όσων συμβαίνουν στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο) διευκολύνει τα μέγιστα για να ξεκινήσει η διαδικασία λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους προς δύο κατευθύνσεις. Ζητούμενο θα είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του να κηρυχθεί απεχθές, παράνομο ή μη νομιμοποιημένο.

Η πρώτη κατεύθυνση θα αφορά το ίδιο το δημόσιο χρέος και τα συστατικά του στοιχεία. Μέχρι σήμερα ελάχιστα είναι γνωστά που κι αυτά αφορούν συνολικά, «εξωτερικά» του γνωρίσματα. Για παράδειγμα σε ότι αφορά την σύνθεσή του, στις 31 Οκτώβρη 2010 το 79,1% απαρτιζόταν από ομόλογα, το 8,2% από κοινοπρακτικά δάνεια, το 8% προερχόταν από τον λεγόμενο Μηχανισμό Στήριξης, το 2,8% από έντοκα γραμμάτια και το 1,9% από δάνεια της Τράπεζας Ελλάδας (υπουργείο Οικονομικών, 2010). Σε ό,τι αφορά τη φυσική του διάρκεια το 45% είναι μακροπρόθεσμο (άνω των 5 ετών), το 44,5% μεσοπρόθεσμο (1 έως 5 έτη) και το 10,5% βραχυπρόθεσμο (μέχρι 1 έτος). Από κει και πέρα τίθενται μια σειρά από ερωτήματα:

Πρώτο, υπό ποιους όρους έγινε η έκδοση κάθε ομολογιακού δανείου, ποια ήταν η αμοιβή των τραπεζών που συμμετείχαν, με ποια κριτήρια επιλέγηκαν αυτές και οι αγορές στις οποίες απευθύνθηκαν.

Δεύτερο, κατά πόσο το επιτόκιο διάθεσης ήταν συμβατό με τους όρους της αγοράς και τα επίπεδα της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Κραυγαλέα περίπτωση παρανομίας και όχι απλώς απεχθούς χρέους συνιστά το επιτόκιο με το οποίο δανειστήκαμε από ΔΝΤ – ΕΕ, άνω του 5%, τη στιγμή που η Γερμανία και άλλες χώρες που συμμετέχουν στον μηχανισμό προμηθεύονται χρήμα με 2%!

Τρίτο, η άξια δικαστικής διερεύνησης υπόθεση με τα swaps του 2001 στα οποία συμμετείχε η Goldman Sachs μετατρέποντας δάνεια του ελληνικού δημοσίου από γιεν σε ευρώ έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη – και μάλιστα σε γνώση της ΕΚΤ, όπως αποκαλύφθηκε από την επίμονη άρνησή της να ρίξει φως στην υπόθεση, μετά την μήνυση του πρακτορείου Bloomberg – βεβαιώνει τις σκοτεινές και ύποπτες διαδρομές του χρήματος πίσω από τους γενικούς πίνακες.

Τέταρτο, εγγυημένα δάνεια των ΔΕΚΟ και άλλων φορέων που κατέπεσαν και αναλήφθηκαν από το δημόσιο κατά πόσο εξυπηρετούσαν πραγματικές ανάγκες και συνάφθηκαν με διαφανείς όρους.

Πέμπτο, οι όροι διαπραγμάτευσης και εκκαθάρισης στην δευτερογενή αγορά καθώς προσδιορίζουν αυτόματα τον όγκο αγορών και πωλήσεων, επιδρούν άμεσα στην τιμή των ομολόγων. Έτσι, η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδας, του θεματοφύλακα της πιο σκληρής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, τον Οκτώβρη του 2010 να αυξήσει το χρονικό περιθώριο εκκαθαρίσεων από 3 μέρες σε 10, ανεξαρτήτως των προθέσεων της, διευκόλυνε την υποτιμητική κερδοσκοπία σε βάρος των ομολόγων, οδηγώντας σε παροξυσμό την κρίση χρέους.

Έκτο, πλήθος άλλων τεχνικών λεπτομερειών όπως ο ανατοκισμός και οι όροι που αυτός επιβλήθηκε ή η αναγνώριση παλιών δανείων του ελληνικού δημοσίου μπορούν να αποτελέσουν πεδία διερεύνησης για τον λογιστικό έλεγχο.

Η δεύτερη κατεύθυνση στην οποία θα πρέπει να στραφεί ο λογιστικός έλεγχος θα αφορά τα πεπραγμένα του ελληνικού δημοσίου, κάθε είδους δοσοληψίες του.

Πρώτα, απ’ όλα τις ιδιωτικοποιήσεις. Από τις πιο «ήπιες» της δεκαετίας του ‘90 μέχρι τις πιο βάρβαρες και σκανδαλώδεις των τελευταίων ετών, όλες πρέπει να διερευνηθούν για να τεκμηριωθεί με στοιχεία το έγκλημα που διαπράχθηκε σε βάρος της δημόσιας περιουσίας και των χρημάτων των φορολογουμένων.

Δεύτερο, τις προμήθειες πολεμικού υλικού. Στο επίκεντρο δεν θα βρεθούν μόνο περιπτώσεις όπως του υποβρυχίου Παπανικολής αλλά και η σκοπιμότητα τους. Ενδεικτικά, το ελληνικό δημόσιο δεν πρέπει να επιβαρυνθεί ούτε ένα ευρώ από δαπάνες που έγιναν προς όφελος των ιμπεριαλιστικών, επεκτατικών σχεδίων. Να τα πληρώσουν Αμερικανοί και Γερμανοί.

Τρίτο, τους Ολυμπιακούς Αγώνες και όλο το πλέγμα των δραστηριοτήτων που άνθισε στη σκιά του. Για παράδειγμα δεν είναι μόνο το χαφιεδοσύστημα C4I ή οι γέφυρες του Καλιατράβα που αποτελούν ακραίο παράδειγμα διακομματικής διαφθοράς. Είναι, μεταξύ άλλων, κι οι χορηγίες των ΔΕΚΟ που θέλοντας και μη επιβαρύνθηκαν για να μειωθεί το κόστος εκτέλεσης των αγώνων.

Τέταρτο, να εξετασθούν ξανά οι παραγραφές χρεών της εφορίας, των ασφαλιστικών ταμείων και άλλων δημόσιων υπηρεσιών προς ιδιώτες. Η απροθυμία του υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, να αποκαλύψει στη Βουλή τα ονόματα των φορολογουμένων που θα ευνοούνταν από την παραγραφή των 24 δισ. ευρώ την οποία επιχείρησε να επιβάλλει στις 14 Δεκέμβρη με τροπολογία (ποσό που ισούται με το 50% σχεδόν των φορολογικών εσόδων του 2011), δείχνει τις τεράστιες δυνατότητες της κυβέρνησης να διαγράφει χρέη του κεφαλαίου, ευνοώντας διαπλεκόμενους επιχειρηματίες.

Πέμπτο, να ελεγχθεί κάθε λογής προμήθεια και ανάθεση έργου μεγάλης αξίας από δημόσιες υπηρεσίες. Νοσοκομεία, δήμοι, νομαρχίες και κρίσιμα υπουργεία όπως το πρώην Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και νυν Υποδομών ή το Οικονομίας να ανοίξουν τα βιβλία τους στον δημόσιο έλεγχο αποδεικνύοντας ότι κάθε ευρώ του ελληνικού λαού αξιοποιήθηκε με τρόπο διαφανή[7].

Έκτο, η διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων που σύμφωνα με διασταυρωμένες επιστημονικές μελέτες ξεπερνούν τα 162 δισ. ευρώ. Σκάνδαλο τεραστίου μεγέθους αποτελεί η απροθυμία της γερμανικών κυβερνήσεων να πληρώσουν και η αδιαφορία των ελληνικών να διεκδικήσουν δάνειο της Γερμανίας που ανέρχεται σε 3,5 δισ. δολ. αγοραστικής αξίας του 1938 και σημερινής αξίας άνευ τόκων 54 δισ. δολ. το οποίο το εγγράφει κανονικά κάθε χρόνο η Τράπεζα της Ελλάδας και είναι μάλιστα διεθνώς αναγνωρισμένο.

Συμπερασματικά, το τελευταίο αυτό σκέλος που θα λειτουργεί συμπληρωματικά στην πάλη των εργαζομένων σε κρίσιμα μέτωπα π.χ. ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και για την αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου θα προσδώσει στην διαδικασία του λογιστικού ελέγχου την απαραίτητη κοινωνική διάσταση και αγωνιστικό βάθος. Έτσι, ο λογιστικός έλεγχος θα έχει τη δική του συμβολή στην πάλη για την απόκρουση και την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου που υλοποιείται με το Μνημόνιο ΔΝΤ – ΕΕ και με πρωταγωνιστές την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, την πιο αντιλαϊκή κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα.

Βιβλιογραφία

Λαπαβίτσας Κ. κ.α. (2010), Η ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνη.

Μελάς, Κ. Μπινιάρης Ν. (2010) Δημόσιο χρέος: αθέτηση πληρωμών, αναδιάρθρωση ή τι άλλο; http://www.monthlyreview.gr/antilogos/greek/periodiko/arxeio/article_fullstory_html?obj_path=docrep/docs/arthra/MR69_Melas_MpiniarisFS/gr/html/index

Μπελογιάννης, Ν. (2010) Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, Αθήνα: Άγρα.

Υπουργείο Οικονομικών (2010), Εισηγητική έκθεση προϋπολογισμού οικονομικού έτους 2011, σελ. 165-166.

AAJ, AT  TA, CADTM κ.α. (2006) Let’s launch an enquiry into the debt. A manual on how to organize audits on third world debts.

Adams, P. (2004),Iraq’s odious debt, Cato Institute: Policy Analysis.

Eaton, J. Gersovitz, M. (1981) Debt with potential repudiation: theoretical and empirical analysis, Review of Economic studies.

Feilchenfeld, E. (1931), Public debts and state succession,New York: MacMillan.

Internal auditing commission for public credit ofEcuador, attached to the Ministry of Economy and Finances. (2008) Final report of the integral auditing of the Ecuadorian debt, executive summary. http://www.jubileeusa.org/fileadmin/user_upload/Ecuador/Internal_Auditing_Commission_for_Public_Credit_of_Ecuador_Commission.pdf

Kremer M. & Jayachandran (2002) Odious debt.

Krugman, P. & Obstfeld, M. (1995), Διεθνής οικονομική, θεωρία και πολιτική (τόμος α’ και β’), Αθήνα: Κριτική.

Monbiot, G. (2010),UK’s odious debt,  http://www.monbiot.com/archives/2010/11/22/the-uks-odious-debts/

Reinhart, C. Rogoff, K. (2009), This time is different, eight centuries of financial folly,New Jersey:Princeton university Press.

Sack, N. A. (1927) Les effets de transformations de etats sur leurs dettes publiques et autres obligations financiers.

Toussaint, E. & Millet, D. (2010) Debt, the IMF, and the World Bank, sixty questions, sixty answers,New York: Monthly Review Press.


[1] Η σημασία της μείωσης των φορολογικών συντελεστών στη στρατηγικής του κράτους για τη στήριξη του κεφαλαίου επιβεβαιώθηκε και με αφορμή την υπαγωγή της Ιρλανδίας στον μηχανισμό ΕΕ – ΔΝΤ, όταν επιβλήθηκαν τα πιο αυστηρά μέτρα για την αύξηση των δημοσίων εσόδων, αλλά κανένα πολιτικό κέντρο (ούτε οι Βρυξέλλες, ούτε το Βερολίνο, παρά τις κριτικές που διατυπώθηκαν) δεν τόλμησε να αυξήσει τον συντελεστή φορολόγησης των ΑΕ που βρίσκεται στο 12,5% κι είναι ο χαμηλότερος της ευρωζώνης.

[2] «Είπαμε στους Αιθίοπες ότι πρέπει να διαπραγματευτείτε με τη Ρωσία» δήλωνε στέλεχος του ΔΝΤ σε άρθρο της εφημερίδας Wall Street Journal στις 14 Απρίλη 2003 με τίτλο «U.S. invites coalition partners into Iraq talks».

[3] Ο Κένεθ Ρογκόφ πολύ συχνά τοποθετείται για την κρίση χρέους της ευρωζώνης δηλώνοντας κάθε φορά ότι η αναδιάρθρωση του χρέους για χώρες όπως η Ελλάδα είναι θέμα χρόνου. Ανέφερε για παράδειγμα στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel στις 8 Οκτώβρη: «Μια ελληνική χρεοκοπία είναι αναπόφευκτη. Υπάρχει πιθανότητα 955 να χρεοκοπήσει και η Ισπανία. Η Ουγγαρία είναι στην κόψη του ξυραφιού. Τα πράγματα θα πάνε πολύ χειρότερα στην Ανατολική Ευρώπη».

[4] Ξεχωρίζει μεταξύ των άπειρων περιπτώσεων που ήρθαν στην επιφάνεια την ταραγμένη διετία 2008-2010 η περίπτωση κορυφαίου στελέχους της Λίμαν Μπράδερς που ανέλαβε στη συνέχεια, ως επιβράβευση πιθανά της επιτυχίας του, διευθύνων σύμβουλος στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου. Οδηγώντας μάλιστα το θράσος και την υποκρισία σε νέα ύψη δεν δίσταζε από τη νέα του θέση να εξαπολύει μύδρους κατά των γάλλων εργαζομένων ζητώντας να μειωθούν οι παροχές τους για να περιοριστεί το δημοσιονομικό έλλειμμα!

[5] Λογιστικός έλεγχος του δημόσιου χρέους με πρωτοβουλία του κινήματος έχει ξεκινήσει και σε άλλες χώρες όπως οι Φιλιππίνες, το Περού, η Παραγουάη και η Βραζιλία (όπου η τεκμηρίωση των ευρημάτων είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη) χωρίς ωστόσο η προσπάθεια να έχει ευοδωθεί με την παραγραφή μέρους του χρέους.

[6] Σε ανάλογη συνταγματική αναθεώρηση προχώρησε και ο πρόεδρος Έβο Μοράλες της Βολιβίας τον Δεκέμβριο του 2007 ενσωματώνοντας στον καταστατικό χάρτη τέσσερα άρθρα (322, 324, 325, 330) που ορίζουν με αυστηρότητα τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται να δανείζεται το κράτος.

[7] Ενδεικτικό στοιχείο για τη δυναμική που διαθέτει το αίτημα της διαφάνειας στα δημόσια οικονομικά και χαρακτηρισμού του δημόσιου χρέους ως απεχθούς, ώστε να μην πληρωθεί, είναι και πρόσφατο άρθρο του μαχητικού βρετανού δημοσιογράφου που χαρακτήριζε ως απεχθές χρέος τα χρήματα του βρετανικού προϋπολογισμού που κατευθύνονται σε συγχρηματοδούμενα έργα! (George Monbiot, 2010).

Συνέντευξη Κ. Λαπαβίτσα, Στ. Κουβελάκη (Πριν, 30 Ιανουαρίου 2011)

Κώστας Λαπαβίτσας: Έξοδος από ευρώ, βήμα για το σοσιαλισμό

Ο στόχος της Γερμανίας είναι να σώσει το ευρώ, απαλλάσσοντας τις τράπεζες από το βάρος χωρίς όμως να το επωμιστεί η ίδια, τονίζει ο Κώστας Λαπαβίτσας (καθηγητής Οικονομικών στο Λονδίνο) στη συνέντευξη που μας έδωσε με αφορμή τη συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Ο Στάθης Κουβελάκης (καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Λονδίνο επίσης) τονίζει πως η απροθυμία της Αριστεράς στην Ευρώπη να θέσει θέμα εξόδου από το ευρώ φέρνει στην επιφάνεια τα στρατηγικά της αδιέξοδα.

– Η Γερμανία φέρεται αποφασισμένη να συμβάλει σε μια λύση για την ανακοπή της κρίσης στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Αυτή η γραμμή δε σηματοδοτεί μια στροφή του Βερολίνου σε μια περισσότερο φιλική προς την ΕΕ πολιτική;

– Κ.Λ. Δεν ήταν ποτέ εχθρική προς την ΕΕ η πολιτική του Βερολίνου. Τη στιγμή αυτή οι αστικές τάξεις της περιφέρειας έχουν ανάγκη από ευνοϊκή χρηματοδότηση για να αντιμετωπίσουν το χρέος τους και να αποφύγουν την επίσημη χρεοκοπία. Παρουσιάζουν λοιπόν την ανάγκη τους ως το βαθύτερο νόημα του ευρωπαϊσμού. Είναι η φυσική αντίδραση του αδύνατου.

Τα πράγματα φαίνονται πολύ διαφορετικά από το Βερολίνο. Η αδυναμία της περιφέρειας απειλεί τους δανειστές με πραγματική οικονομική ζημία, που μπορεί να φτάνει τις πολλές εκατοντάδες δις ευρώ. Δεδομένου ότι οι δανειστές είναι κυρίως οι τράπεζες του κέντρου, υπάρχει κίνδυνος ευρωπαϊκής τραπεζικής κατάρρευσης που μπορεί να συμπαρασύρει και το ευρώ. Κάποιος, λοιπόν, πρέπει να αναλάβει τη ζημία, απαλλάσσοντας τις τράπεζες, ώστε να σωθεί το ευρώ. Η ευνοϊκή χρηματοδότηση που ζητάνε οι χώρες της περιφέρειας δεν είναι παρά η ανάληψη της ζημίας από το κέντρο. Ο ευρωπαϊσμός, όπως όλα τα μεγάλα καπιταλιστικά οράματα, έχει στην καρδιά του τάλιρα και δεκάρικα.

Η Γερμανία έχει φυσικά από καιρό αντιληφθεί ότι θα κληθεί να σηκώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζημίας. Τα πλαίσια δράσης της είναι όμως πολύ στενά. Η γερμανική οικονομία δεν είναι τόσο μεγάλη όσο συχνά νομίζεται στην Ελλάδα. Ζημία ύψους εκατοντάδων δις ευρώ θα ήταν εξαιρετικά δυσβάστακτη και για την ίδια. Αν προσθέσουμε το παγωμένο εργατικό εισόδημα και τη γενική απροθυμία της εργατικής τάξης να σώσει το ευρώ, τα περιθώρια γίνονται ασφυκτικά.         

Το πρόβλημα που έχει να λύσει η Γερμανία είναι λοιπόν εξαιρετικά σύνθετο. Πρέπει να διασώσει το ευρώ, απαλλάσσοντας τις τράπεζες από το βάρος του χρέους, αλλά και να αποφύγει να σηκώσει η ίδια τη ζημία στο μέτρο του δυνατού. Δεν της χρειάζονται βεβαίως μαθήματα ευρωπαϊσμού, ιδίως από τους Έλληνες, ή τους Πορτογάλους. Ο ευρωπαϊσμός είναι δικιά της εφεύρεση, το καλύτερο περιτύλιγμα για τα εθνικά της συμφέροντα.  

Η γερμανική πολιτική έχει δύο σκέλη. Πρώτον, η ΕΚΤ παρέχει ρευστότητα στις τράπεζες και δέχεται τα προβληματικά ομόλογα της περιφέρειας ως εγγύηση. Δηλαδή οι τράπεζες σιωπηλά μεταφέρουν το πρόβλημα στην ΕΚΤ, και άρα στο δημόσιο τομέα της Ευρώπης. Δεύτερον, το Ταμείο Σταθερότητας παρέχει έκτακτο δανεισμό, αλλά με αντίτιμο σκληρή λιτότητα. Διασώζει τις τράπεζες, ενώ παράλληλα μεταφέρει τη ζημία στις πλάτες των εργαζομένων της περιφέρειας.

Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική λιτότητας καταστρέφει τις οικονομίες της περιφέρειας και άρα φέρνει τη χρεοκοπία πιό κοντά. Η μεταστροφή που παρατηρείται στη γερμανική πολιτική το τελευταίο διάστημα είναι φυσική απόρροια αυτής της αντίφασης. Όσο θα κινδυνεύουν οι τράπεζες, η γερμανική αστική τάξη θα πρέπει να παρεμβαίνει ώστε να μη χρεοκοπήσουν οι χώρες της περιφέρειας. Εξετάζει λοιπόν την προοπτική να επιτρέψει στο Ταμείο Σταθερότητας να αγοράσει ένα μέρος των προβληματικών ομολόγων της περιφέρειας, αφού πρώτα δανειστεί για το σκοπό αυτό. Μπορεί να συγκατανεύσει στην επιμήκυνση του δανεισμού, ή και σε μείωση επιτοκίων. Δεν πρόκειται να αλλάξει την ουσία του προβλήματος, αλλά θα συμβάλλει στο να απαλλαγούν οι τράπεζες από το χρέος. Όταν θα εκλείψει ο κίνδυνος για τις τράπεζες, η Γερμανία θα επιβάλλει όρους στην περιφέρεια που θα είναι τρομακτικοί. Αυτό είναι το περιεχόμενο της ‘φιλικής’ στροφής της.  

– Τελικά η Γερμανία θέλει και τις 17 χώρες στην ευρωζώνη, ή όχι; Έχει επιλέξει δηλαδή να πετάξει έξω τους δημοσιονομικά «απείθαρχους»;

– Κ.Λ. Κατά τη γνώμη μου η γερμανική άρχουσα τάξη έχει μετανιώσει πικρά που επέτρεψε στις χώρες της περιφέρειας να συμμετάσχουν στην ευρωζώνη. Η αποβολή των προβληματικών χωρών είναι όμως εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία, οικονομικά και πολιτικά. Με κανένα τρόπο δε μπορεί να γίνει όσο θα κινδυνεύουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Όταν θα περάσει ο κίνδυνος, η Γερμανία θα θέσει την περιφέρεια μπροστά σε ακόμη δυσκολότερες επιλογές. Ήδη έχει θεσμοθετήσει μόνιμο μηχανισμό χρεοκοπίας από το 2013. Για να επιτραπεί στην Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, θα πρέπει να αποδεχτεί σκληρή λιτότητα για πολλά χρόνια. Παράλληλα θα δανείζεται με υψηλά επιτόκια, δεδομένου ότι τον κίνδυνο χρεοκοπίας θα τον φέρουν πλέον και ιδιώτες. Με λίγα λόγια, οι δημοσιονομικά ‘απειθαρχοι’ θα παραμείνουν στην ευρωζώνη μόνον αν είναι διατεθειμένοι να υποστούν κοινωνική και εθνική καθίζηση.

– Από την κυβέρνηση Παπανδρέου και την φιλική προς την ΕΕ Αριστερά (ΣΥΝ) προτάθηκε ως λύση η έκδοση ευρωομολόγου. Η ‘κοινοτικοποίηση’ του δανεισμού κάθε κράτους-μέλους θα μειώσει το κόστος δανεισμού. Δεν αποτελεί επομένως έστω μία πρόσκαιρη λύση στην υπάρχουσα κρίση;

– Κ.Λ. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για το τι ακριβώς εννοούν οι διάφοροι υπέρμαχοι του ευρωομόλογου. Αυτό που φαίνεται να θέλει ο ΣΥΝ, δηλαδή ουσιαστικά η χρηματοδότηση επεκτατικής οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη, κάτι σαν ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ, θα μείνει στο χώρο της φαντασίας. Αυτό που προτείνουν οι Τρεμόντι-Γιουνκέρ, από την άλλη, είναι ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο επέκτασης του δανεισμού του Ταμείου Σταθερότητας. Θα απορροφήσει τον κύριο όγκο των προβληματικών ομολόγων της περιφέρειας, αλλά και θα χρηματοδοτήσει το νέο δανεισμό της περιφέρειας. Το σχέδιο πάσχει από δύο μεγάλες αδυναμίες από την πλευρά της Γερμανίας. Πρώτον, δεν ξεκαθαρίζει το ποιός θα σηκώσει την πιθανή ζημία από τα προβληματικά ομόλογα και, δεύτερον, κάνει ακριβότερο το νέο δανεισμό των χωρών του κέντρου. Δεν πρόκειται να το δεχτεί η κ. Μέρκελ με τις παρούσες συνθήκες.

Ο ευρωδανεισμός που είναι πιθανόν να δούμε θα συμβεί μέσα στα υπάρχοντα πλαίσια του Ταμείου Σταθερότητας. Δηλαδή θα δανείζεται το Ταμείο για να δανείζει με τη σειρά του στις χώρες με προβλήματα. Με το νέο δανεισμό θα μπορούν, για παράδειγμα, είτε να αντιμετωπίσουν άμεσες πιέσεις κρίσης, είτε ακόμη και να αγοράσουν μέρος των παλιών τους ομολόγων, όπως λέγεται τώρα για την Ελλάδα. Αποκλείεται να υπάρξει ουσιαστική μείωση του συνολικού όγκου χρέους με τον τρόπο αυτό. Ο δε νέος δανεισμός από το Ταμείο θα γίνεται με σκληρούς όρους λιτότητας. Δεν υπάρχει τίποτε αισιόδοξο για την περιφέρεια στην προοπτική αυτή.

– Η έξοδος από το ευρώ δεν θα οδηγήσει την Ελλάδα στην πολιτική απομόνωση και την οικονομική περιθωριοποίηση.

Κ.Λ. Η ΟΝΕ είναι μία νομισματική ένωση που έχει σκοπό να δημιουργήσει μιά νέα μορφή παγκοσμίου χρήματος. Δεν είναι ούτε η πραγμάτωση της αφηρημένης έννοιας της Ευρώπης, ούτε η εκπλήρωση της μοίρας της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο. Για πολιτικούς λόγους έχει επενδυθεί στη χώρα μας με ένα ιδεολογικό περιεχόμενο που δεν το έχει από τη φύση της. Η συμμετοχή της Ελλάδας αποδείχτηκε αποτυχημένη και αν η χώρα επιμένει να συμμετέχει θα αντιμετωπίσει μαρασμό.

Η έξοδος είναι επιβεβλημένη από τα πράγματα. Το αν θα καταλήξει σε απομόνωση και περιθωριοποίηση εξαρτάται από το πως θα γίνει. Στο μέτρο που θα γίνει με όρους που θα επιβάλλει η εργατική τάξη, δεν υπάρχει λόγος να εμφανιστούν τέτοια φαινόμενα. Θα χρειαστεί δημόσιος έλεγχος και ιδιοκτησία στις τράπεζες και γενικότερα στα μέσα παραγωγής, όπως επίσης και στο διεθνές εμπόριο και την κίνηση κεφαλαίων. Αλλά η Ελλάδα μπορεί να μείνει ανοιχτή στις παγκόσμιες τεχνολογίες, στις γνώσεις και δεξιότητες της παγκόσμιας εργατικής τάξης και στην παγκόσμια κουλτούρα. Μπορεί ακόμη να θέσει τις διεθνείς της πολιτικές σχέσεις σε άλλη βάση, χωρίς αναγκαστικά να περάσει στην απομόνωση. Να θυμίσω ότι η Αργεντινή είναι μέλος του G20 παρότι έκανε στάση πληρωμών το 2001. Στην πράξη, αν η Ελλάδα βγει από την ΟΝΕ με εργατική και λαϊκή πρωτοβουλία, θα δώσει μεγάλο χτύπημα στον παγκόσμιο καπιταλισμό και θα βάλει στο προσκήνιο τον εργατικό διεθνισμό για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Πρόκειται για το αντίθετο της απομόνωσης και περιθωριοποίησης. Θα δώσει νέα πνοή στο όραμα του σοσιαλισμού στην Ευρώπη, αλλά και στον κόσμο.

Στάθης Κουβελάκης: Η αποδοχή της ΕΕ αποδιοργανώνει κάθε διεθνισμό

– Το γεγονός ότι σε καμιά άλλη χώρα της Ευρώπης δεν προβάλλεται από την Αριστερά το αίτημα της εξόδου από το ευρώ, δεν περιορίζει αντικειμενικά την εμβέλεια του στόχου; Επίσης δεν υπονομεύει την αναγκαία διεθνιστική αλληλεγγύη;

– Σ.Κ. Το γεγονός ότι, όπως σωστά επισημαίνεις στην ερώτησή σου, σε καμιά άλλη χώρα της Ευρώπης δεν προβάλλεται από φορείς της Αριστερά το αίτημα της εξόδου από το ευρώ, δείχνει κυρίως την έκταση της πολιτικής ανημπόριας και  της στρατηγικής αμηχανίας στην οποία έχει σήμερα περιέλθει η ευρωπαϊκή Αριστερά. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ευρώ, η στάση απέναντι στο ευρώ αποτελεί δείκτη της γενικότερης στάσης απέναντι στην ΕΕ. Το μεγαλύτερο κομμάτι της ευρωπαϊκής Αριστεράς, όπως φαίνεται από τις θέσεις του ονομαζόμενου Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), στο οποίο συμμετέχουν οι περισσότερες δυνάμεις που κινούνται στα Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας (με κύρια εξαίρεση τα ΚΚ Ελλάδας και Πορτογαλίας), πιστεύει ότι οι λύσεις πρέπει να βρεθούν εντός των πλαισίων της ΕΕ. Δεν εξηγεί βέβαια με ποιόν τρόπο μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο και δεν βλέπει ότι, στον κόσμο της υπαρκτής ΕΕ στον οποίο ζούμε, όσο πιο “ευρωπαϊκή” είναι μια λύση, τόσο πιο αντιδραστική γίνεται. Πολύ απλά γιατί αυτό απορρέει από την ίδια τη δομή και το λόγο ύπαρξης της “ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης”.

Να επισημάνω επίσης και το κυριότερο: αυτές οι δυνάμεις δεν αρνούνται μόνο να θέσουν θέμα ευρώ αλλά και στάσης πληρωμών προτείνοντας στόχους όπως επαναδιαπραγμάτευση. Αποφεύγουν δηλαδή να τοποθετηθούν ευθέως πάνω στο ζήτημα της πολιτικής νομιμοποίησης του χρέους, άρα και του ποιός θα πληρώσει το κόστος της ζημίας σε περίπτωση παραγραφής του μεγαλύτερου μέρους του, και αν κάτι τέτοιο είναι όντως συμβατό με τα πλαίσια της ΕΕ και της ΟΝΕ. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο αν αυτού του τύπου οι προτάσεις ούτε πείθουν την κοινωνία, ούτε δυναμική υπέρ της Αριστεράς δημιουργούν.

Σ’ αυτή τη λογική καλλιεργείται και η ιδέα ότι ο στόχος της εξόδου από το ευρώ, και γενικότερα οι μονομερείς κινήσεις όπως η στάση πληρωμών, πάσχουν από έλλειψη διεθνισμού, και, ότι ως εκ τούτου, αδυνατούν να λειτουργήσουν ως βάση σύγκλισης αριστερών δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο. Πρέπει να αντιστρέψουμε το επιχείρημα: αυτό που αποδιοργανώνει κάθε ουσιαστικό διεθνισμό είναι η αποδοχή των πλαισίων της ΕΕ, για τη διατήρηση των οποίων οι εργαζόμενοι και οι λαοί όλων των χωρών μελών καλούνται να πληρώσουν ένα υπέρογκο τίμημα, με διαφορετικούς και άνισους έστω όρους. Ας μη ξεχνάμε το μακρόχρονο πάγωμα των μισθών και το ροκάνισμα του κοινωνικού κράτους που υφίστανται οι Γερμανοί εργαζόμενοι, προς χάρην της προώθησης των εξαγωγικών δυνατοτήτων της Γερμανίας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας που αποτελούν τα θεμέλια της ΟΝΕ. Γι αυτό και αντί να ευνοεί τη σύγκλιση και τη συνεννόηση των λαών, η ΕΕ στρέφει τους μεν εναντίον των δε, ανασύροντας και διαδίδοντας κάθε είδους ρατσιστικά στερεότυπα (τα “γουρουνάκια”/PIIGS των χωρών της περιφέρειας, οι «τεμπέληδες» Έλληνες, κλπ).

Η Αριστερά έχει ζωτική ανάγκη από σοβαρή διεθνιστική στρατηγική, αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνο στη λογική της ρήξης με την ΕΕ και της πάλης για ένα ριζικά διαφορετικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Ας εμπνευστούμε εδώ από το πως προωθήθηκαν διεθνιστικοί στόχοι στη Λατινική Αμερική από μια σειρά προοδευτικών κυβερνήσεων : ανατρέποντας τα σχέδια των ΗΠΑ για επέκταση της ζώνης ελεύθερου εμπορίου, ανακτώντας κρίσιμα εργαλεία άσκησης εθνικής πολιτικής και δημιουργώντας εναλλακτικούς θεσμούς συνεργασίας μεταξύ κρατών (τράπεζα του Νότου, Μπολιβαριανή Ενωση ALBA, κοινό τηλεοπτικό κανάλι), σε μια κατεύθυνση ολοκλήρωσης σε ηπειρωτική κλίμακα.

– Για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους προκρίνεται η λύση της δημιουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ). Δεν υπάρχει ο κίνδυνος αυτή η πρόταση να καταλήξει σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή – κολυμβήθρα αμαρτιών, μακριά από την συμμετοχή των εργαζομένων;

– Σ.Κ. Ας διευκρινίσουμε κατ’ αρχήν ότι σε καμιά περίπτωση δε μιλάμε για κοινοβουλευτική επιτροπή, δηλαδή για υποχείριο των δύο κομμάτων που κυριαρχούν στο Κοινοβούλιο, αλλά για ανεξάρτητη επιτροπή, στην οποία θα έχουν όμως εκχωρηθεί αρμοδιότητες που θα της επιτρέπουν να προχωρήσει στο έργο της. Δηλαδή να έχει πρόσβαση στις δανειακές συμβάσεις και τους λογαριασμούς, να μπορεί να καλεί μάρτυρες κτλ.

Για να έχει αποτελεσματικότητα στον άμεσο στόχο της, τη διαφάνεια στο θέμα του δημόσιου χρέους, η ΕΛΕ πρέπει να συσπειρώσει δυνάμεις πέραν των γραμμών της Αριστεράς, ειδικούς σε μια σειρά από τομείς, προσωπικότητες ευρύτερης αποδοχής αλλά και εκπροσώπους κοινωνικών φορέων (συνδικάτα, επιστημονικοί σύλλογοι). Για να λειτουργήσει όμως πολιτικά πρέπει να κινηθεί παράλληλα με την παρέμβαση από τα κάτω των κινημάτων, των εργατικών οργανώσεων και της Αριστεράς, που οφείλουν να εκμεταλλευτούν αυτή τη δυνατότητα για ένα πολύ απλό λόγο: εκ των πραγμάτων, η ΕΛΕ θα λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός, θέτοντας υπό αμφισβήτηση συνολικά το χρέος, υποσκάπτοντας την ίδια τη νομιμότητα του. Όπως πολύ σωστά τόνισε η Σοφία Σακοράφα σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Δρόμο της Αριστεράς «η ΕΛΕ, επί της ουσίας, είναι ένα τακτικό βήμα στα όρια των αστικών θεσμών και της διαφάνειας και παράλληλα ένα στρατηγικό βήμα συγκρότησης ενός κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά».

– Όλοι αυτοί οι στόχοι δεν δημιουργούν αυταπάτες ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αποκτήσει ανθρώπινο πρόσωπο; Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα τι ρόλο μπορούν να παίξουν σε αυτή τη διαδικασία;

– Σ.Κ. Πολύ συχνά στην Αριστερά η συζήτηση γύρω από το θέμα της μεταρρύθμισης ή της ρήξης με τον καπιταλισμό τείνει να αποκτήσει έναν μεταφυσικό, μη-ιστορικό, χαρακτήρα, σα να υπάρχει από τη μια πλευρά το στρατόπεδο αυτών που λένε “θέλουμε έναν καλύτερο καπιταλισμό” και από την άλλη το επαναστατικό στρατόπεδο που λέει “εμείς θέλουμε να τον ανατρέψουμε”. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα δεν γίνονται έτσι, οι ταξικές αντιθέσεις θέτουν συγκεκριμένα προβλήματα, γύρω από τα οποία αντιπαρατίθενται επιλογές, που στηρίζονται σε ένα συσχετισμό δύναμης, αλλά και τον τροποποιούν. Θέμα πολιτικής εξουσίας, δηλαδή ρήξης επαναστατικού χαρακτήρα, τίθεται σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης του κυρίαρχου μπλοκ και ανόδου των αγώνων, πάντα γύρω από τα επίδικα ζητήματα της συγκεκριμένης συγκυρίας. Δε βρισκόμαστε σε μια τέτοια κατάσταση σήμερα, κυρίως λόγω της αδύναμης θέσης των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων. Παρά την ιστορική του χρεοκοπία, ο ταξικός αντίπαλος είναι σε θέση επίθεσης και διεξάγει με επιτυχία τον δικό του αγώνα. Αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει.

Για να το πούμε διαφορετικά, ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα με πολύ μεγάλη ικανότητα προσαρμογής. Μπορεί να επιβιώσει, ακόμη και να αναπτυχθεί, κάνοντας παραχωρήσεις στους εργαζόμενους, όταν εξαναγκάζεται βέβαια να το κάνει από ένα συσχετισμό δύναμης. Το απέδειξε εξ’άλλου τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, σε ένα περιορισμένο τμήμα του πλανήτη είναι αλήθεια. Αυτό έχει βέβαια και ένα όριο, και εδώ βρίσκεται το νοήμα των κρίσεων: για να ανασυγκροτηθεί προς όφελος των ισχυρών, το σύστημα πρέπει να πάρει πίσω όλες αυτές τις παραχωρήσεις που έκανε στο παρελθόν. Σε τέτοιες συνθήκες, αιτήματα όπως η ατζέντα που προτάσσουμε για το θέμα του χρέους, που, σε άλλες εποχές μπορεί να μην είχαν τίποτε το ανατρεπτικό, λειτουργούν με έναν εξαιρετικά ριζοσπαστικό τρόπο. Γιατί αναμετριούνται με τα κεντρικά επίδικα της κατάστασης, με την καρδιά της στρατηγικής του αντιπάλου. Αποτελούν μεταβατικούς στόχους, γύρω από τους οποίους μπορούν να δημιουργηθούν συμμαχίες και μέτωπα που είναι αναγκαία για να αλλάξει ο σημερινός συσχετισμός. Είναι μεταβατικοί στόχοι όμως και με την έννοια ότι η υλοποίησή τους ισοδυναμεί με διαδικασία μεγάλων συγκρούσεων, με εγχώρια και διεθνή εμβέλεια, που ανοίγουν με έναν απτό τρόπο την προοπτική μιας γενικότερης κοινωνικής αλλαγής, του σοσιαλισμού.

Μονόδρομος η παύση πληρωμών και η έξοδος από το ευρώ (Hellenic Nexus, Οκτώβρης 2010)

Μήνας του μέλιτος θα φαντάζει για την κυβέρνηση και την τρόικα το πρώτο τρίμηνο από την υιοθέτηση του μνημονίου όσο περνάει ο καιρός και πυκνώνουν τα ανησυχητικά σημάδια στην οικονομία. Το πρώτο διάστημα από την υιοθέτηση των πρωτοφανών σε αγριότητα και κοινωνικά οδυνηρών μέτρων που επιβλήθηκαν με αντάλλαγμα την είσπραξη των 110 δισ. ευρώ από τον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ θα ισοδυναμεί με το αποκορύφωμα της αποδοτικότητάς τους για έναν και απλό λόγο: Επειδή η ύφεση, που θα έλθει ως άμεσο αποτέλεσμα αυτών των οικονομικών μέτρων, θα οδηγήσει στο ναδίρ τα δημόσια έσοδα και σε θεαματική απόκλιση από τους στόχους που ορίζονται στο μνημόνιο.

Οι ανησυχίες κατ’ επέκταση που διατυπώνονται για το πόρισμα των ελεγκτών της τρόικας στο πλαίσιο της τακτικής εξέτασης της πορείας της ελληνικής οικονομίας στα μέσα Οκτώβρη είναι πέρα για πέρα βάσιμες. Τα δε δημοσιεύματα για πιέσεις ώστε να εφαρμοστούν νέα μέτρα εις βάρος των οικονομικά ασθενέστερων κάθε άλλο παρά τυχαία. Κι η δήλωση άλλωστε του πρωθυπουργού από τη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου την Κυριακή 12 Σεπτέμβρη δεν άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας: «όσο πηγαίνουνε καλά δεν χρειάζεται κανένα νέο μέτρο». Και σε αυτή τη δήλωση φυσικά ο τόνος πέφτει στις τρεις πρώτες λέξεις. Το ερώτημα που προκύπτει επομένως είναι αν… πηγαίνουμε καλά. Κι η απάντηση είναι, όχι! Δεν πηγαίνουμε καλά, με ευθύνη φυσικά της κυβέρνησης, του ΔΝΤ και της ΕΕ που επέβαλαν αυτά τα εξοντωτικά μέτρα.

Η πτώση με στοιχεία

Προς επίρρωση της διαπίστωσής μας ότι «δεν πηγαίνουνε καλά», για να χρησιμοποιήσουμε την πρωθυπουργική ορολογία, αρκεί η αναφορά στην απογοητευτική πορεία που καταγράφουν μια σειρά από κρίσιμα μεγέθη η αξιοπιστία των οποίων δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση:

  • Πτώση στις πληρότητες των ξενοδοχειακών μονάδων κατά το δίμηνο Ιουλίου – Αυγούστου ακόμη και της τάξης του 30%.
  • Μείωση του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του έτους κατά 3,7%, όταν το πρώτο είχε πάλι μειωθεί κατά 2,3%.
  • Ελεύθερη πτώση των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου κατά 18,6% το δεύτερο τρίμηνο του έτους, σε ετήσια βάση.
  • Μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας τον Ιούνιο, σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο, από όποια σκοπιά και να την εξετάσει κανείς: Με βάση τις άδειες κατά 13%, την επιφάνεια κατά 32% και τον όγκο κατά 29%.
  • Μείωση της βιομηχανικής παραγωγής τον Ιούνιο κατά 8,6% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους και για το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου κατά 6,3%, όταν και πέρυσι το ίδιο επτάμηνο η μείωση είχε ξεπεράσει το 10%.
  • Επιδημία λουκέτων σε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις που έχει πλήξει το 10% των καταστημάτων στην Αθήνα και το 15% στη Θεσσαλονίκη.
  • Εκτίναξη του πληθωρισμού τον Αύγουστο στο 5,5%, από 0,9% που ήταν πέρυσι, λόγω των πρόσφατων φόρων.
  • Τέλος, το χειρότερο όλων, εκτίναξη της ανεργίας τον Ιούνιο στο 11,6%, που θίγει πλέον 582.000 άτομα, 155.000 περισσότερους από πέρυσι τον ίδιο μήνα.

Τα παραπάνω αντιπροσωπευτικά μεγέθη αποτυπώνουν την ζοφερή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2010. Τι πιο φυσιολογικό επομένως από την συρρίκνωση των δημοσίων εσόδων; Από πού να εισρεύσουν έσοδα στον δημόσιο κορβανά όταν η αγορά βιώνει… πολικές θερμοκρασίες και ακόμη όσοι μπορούν να ξοδέψουν ανησυχούν για τις χειρότερες μέρες, που ξέρουν ότι είναι μπροστά μας και όχι πίσω, αφήνοντας τις αγορές τους για το μέλλον. Φυσιολογική κι αναμενόμενη επομένως η απόκλιση που καταγράφηκε στους στόχους των δημοσίων εσόδων για το πρώτο οκτάμηνο του έτους, όταν το έλλειμμα μειώθηκε κατά 32%, ενώ το μνημόνιο προέβλεπε μείωση κατά 39%. Με βάση τα στοιχεία που έδωσε το ίδιο το υπουργείο Οικονομικών στη δημοσιότητα στις 10 Σεπτέμβρη και αφορούσαν την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού, ήταν η πρώτη φορά που ο στόχος μείωσης του ελλείμματος έμεινε στα χαρτιά. Γεγονός που είναι πολύ πιθανό να σηματοδοτεί την απαρχή μιας αποκλίνουσας πορείας μεταξύ προβλέψεων και υλοποιήσεων, που θα φέρνει το ένα αντιλαϊκό μέτρο μετά το άλλο.

Εικονική – κυβερνητική – πραγματικότητα 

Η κυβέρνηση από τη μεριά της δηλώνει αισιόδοξη, συσκοτίζοντας την πραγματικότητα. Δια στόματος πρωθυπουργού επιδιώκει να δημιουργήσει μια τεχνητή αισιοδοξία προβάλλοντας το γεγονός ότι μειώθηκε το έλλειμμα. Μα αν είναι δυνατόν μετά από τόσα βάρβαρα μέτρα και μια άτυπη στάση πληρωμών που έχει επιβάλει το δημόσιο αρνούμενο να πληρώσει ακόμη και τους προμηθευτές του να μη μειωνόταν το έλλειμμα! Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα μέτρα που ελήφθησαν επ’ αφορμή την εκτίναξη των επιτοκίων δανεισμού πρόκειται να διορθώσουν τις δημοσιονομικές ανισορροπίες. Και η απάντηση είναι ξανά… όχι! Προς επίρρωση η εκτίναξη των σπρεντ, δηλαδή της διαφοράς των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται το ελληνικό δημόσιο σε σύγκριση με τα αντίστοιχα γερμανικά επιτόκια, κατά τα μέσα Σεπτέμβρη στο ύψος που είχαν φθάσει τον Μάη, λίγο πριν ανακοινωθεί η προσφυγή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ και επίσημα. Γιατί ανεπίσημα, με βάση μια αναπάντεχη ομολογία του υφυπουργού Οικονομικών Φιλ. Σαχινίδη η απόφαση στη κυβέρνηση για προσφυγή στο ΔΝΤ είχε ληφθεί αμέσως μετά τις εκλογές. Όλα τα υπόλοιπα που μεσολάβησαν μέχρι τις υποτιθέμενα δραματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού στο Καστελόριζο, από ταξίδια στο εξωτερικό μέχρι την καθημερινή κινδυνολογία από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, δεν αποσκοπούσαν πουθενά αλλού πέρα από την προετοιμασία της κοινής γνώμης. Τον Σεπτέμβρη δηλαδή κι αφού είχαν καρατομηθεί κοινωνικές κατακτήσεις και δικαιώματα αιώνων κι αφού είχε προσημειωθεί το ίδιο το μέλλον της χώρας στους ξένους πιστωτές φθάσαμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: με τα σπρεντ να πλησιάζουν τις 1.000 μονάδες βάσης. Για την ακρίβεια να φθάνουν τις 957 μονάδες όταν στις 7 Μαΐου είχαν φθάσει τις 976. Αυτή τη φορά όμως επικράτησε ένοχη σιγή ιχθύος. Αφού ο στόχος, να οδηγηθεί δηλαδή η Ελλάδα στο χειρουργικό θάλαμο, είχε επιτευχθεί…

Οι ρίζες του δημοσιονομικού χρέους

Η ηχηρή ανεπάρκεια του μνημονίου να επιλύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας, που κανείς δεν αμφιβάλει ότι υφίσταται και προσλαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις, δεν αποδεικνύεται μόνο από τα μέχρι τώρα επιτεύγματα του, αλλά και από μια πρώτη ματιά που μπορούμε να ρίξουμε στις βαθύτερες αιτίες του δημοσιονομικού προβλήματος της Ελλάδας.

Επί της ουσίας, το δημόσιο χρέος προσλαμβάνει τις σημερινές λίγο πολύ διαστάσεις του τη δεκαετία του ’80. Ενδεικτικά από 27% που ήταν το δημόσιο χρέος το 1981, το 1993 έφθασε το 98%. Είναι η χρονική περίοδος που για πρώτη φορά δημιουργείται στην Ελλάδα ένα υποτυπώδες κράτος πρόνοιας και το δημόσιο αρχίζει να καταβάλλει το κόστος μιας σχετικά αξιοπρεπούς υγειονομικής περίθαλψης και ασφάλειας, την οποία οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι απολάμβαναν από τη δεκαετία του ’50 ακόμη. Όσο δηλαδή το κράτος στην Ελλάδα λειτουργούσε υπό συνθήκες πρώιμου βιομηχανικού καπιταλισμού, χωρίς κοινωνικές παροχές, υφίστατο δημοσιονομική ισορροπία. Το πρόβλημα ωστόσο δεν ήταν στις δαπάνες, αλλά στα έσοδα. Δηλαδή, ο αναγκαίος εκσυγχρονισμός της δεκαετίας του ’80, που επέλυσε συσσωρευμένες και αναχρονιστικές αδικίες δεκαετιών, δεν ακολουθήθηκε από μια γενναία αύξηση των φορολογικών εσόδων, όπως συνέβη σε όλη την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη. Οι ρίζες επομένως του ελληνικού δημοσιονομικού προβλήματος βρίσκονται σε μια ανακολουθία μεταξύ των προοδευτικών φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων της δεκαετίας του ’80 και της διατήρησης ενός φορολογικού πλαισίου εντελώς ξεπερασμένου και δομικά ανεπαρκούς να ανταποκριθεί στις νέες ανώτερες χρηματοδοτικές ανάγκες. Η υστέρηση των φορολογικών εσόδων, ως αποτέλεσμα κατά κύριο λόγο της χαμηλής φορολογίας των νομικών προσώπων (και δευτερευόντως των μεσαίων εισοδημάτων και των ελεύθερων επαγγελματιών) αποτελεί τη βασική αιτία του διόγκωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και δημόσιου χρέους. Διακρίνεται δε πεντακάθαρα ακόμη και τώρα αν δούμε τους προκλητικά χαμηλούς συντελεστές φορολόγησης κερδών που υπάρχουν στην Ελλάδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ[1]. Έτσι ενώ στην Ελλάδα ο συντελεστής φορολογίας κερδών ήταν το 2009 στο 25% σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης ήταν υψηλότερος. Ειδικότερα, Ολλανδία: 25,5%, Φινλανδία: 26%, Σουηδία: 26,3%, Πορτογαλία: 26,5%, Ιταλία: 27,5%, Αγγλία: 28%, Ισπανία: 30%, Γερμανία: 30,2%, Βέλγιο: 34% και Γαλλία 34,4%.

Το καθεστώς φορολογικής ασυλίας για τα νομικά πρόσωπα γίνεται πιο προκλητικό αν λάβουμε υπ’ όψη μας μια σειρά ακόμη παράγοντες: Πρώτο, ότι ο παραπάνω είναι ο φορολογικός συντελεστής που υπάρχει στα χαρτιά. Στην πράξη οι ανώνυμες πληρώνουν πολύ λιγότερους φόρους καθώς στη συνέχεια υπολογίζονται μια σειρά από φοροαπαλλαγές (όπως για παράδειγμα από τους αναπτυξιακούς νόμους) οι οποίες μειώνουν σημαντικά το φόρο που αποδίδεται. Δεύτερο, τράπεζες, πλοιοκτησία και εκκλησία (που αποτελούν τις τρεις μεγαλύτερες… βιομηχανίες στην Ελλάδα) δεν πληρώνουν ούτε καν αυτή τη φορολογία. Το φορολογικό δίκαιο χαρακτηριστικά των ναυτιλιακών εταιρειών αποτελείται από 60 σχεδόν φοροαπαλλαγές. Αυτό μάλιστα ισχύει όχι μόνο για την υπερπόντια ναυτιλία, για την οποία υπάρχει το επιχείρημα ότι μια υψηλή φορολογία μπορεί να την οδηγήσει στην αναζήτηση σημαίας ευκαιρίας, αλλά και στην ακτοπλοΐα. Τρίτο, ακόμη κι αυτός ο ονομαστικός φορολογικός συντελεστής του 25% μειώθηκε παραπέρα με βάση τις πρωθυπουργικές ανακοινώσεις στη Θεσσαλονίκη, πέφτοντας στο 20%. Το επιχείρημα της κυβέρνησης ήταν πως αυτή η «διευκόλυνση» αφορά τα μη διανεμόμενα κέρδη που επανεπενδύονται στην επιχείρηση. Έχει δηλαδή αναπτυξιακό περιεχόμενο. Όταν όμως όλοι ξέρουν πώς συντάσσονται οι ισολογισμοί και οι λογιστικές καταστάσεις, με χίλια δύο δηλαδή κατά συνθήκη ψεύδη, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν είναι ένα μέσο ακόμη ευνοϊκότερης φορολόγησης των επιχειρήσεων και αύξησης των κερδών; Το τέταρτο και τελευταίο στοιχείο που δείχνει την κοινωνική αδικία της φορολογίας στην Ελλάδα σχετίζεται με τους πολύ υψηλούς έμμεσους φόρους, τις συνεχείς αυξήσεις του ΦΠΑ όλη αυτή τη χρονιά και των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης στον καπνό, τα καύσιμα και τα τσιγάρα που αποτελείωσαν το ήδη κουτσουρεμένο λαϊκό εισόδημα, αυξάνοντας ταυτόχρονα τα κίνητρα της φοροδιαφυγής τόσο για του καταναλωτές όσο και για τους εμπόρους. Αναγνωρίζοντας λοιπόν ως το φορολογικό, την κατ’ εξοχήν αιτία του δημοσιονομικού προβλήματος στην Ελλάδα, το μνημόνιο δεν έκανε το παραμικρό και το ΔΝΤ επιβεβαίωσε τη φήμη του ως… πυρομανής πυροσβέστης καθώς με την μείωση των φόρων για τις ΑΕ όξυνε και δεν επέλυσε το πρόβλημα. Όσο για το φοροκυνηγητό που έχει εξαπολύσει το ΣΔΟΕ, ας μην κοροϊδευόμαστε. Τα δισ. που λείπουν δεν πρόκειται να έρθουν από τα πρόστιμα όσο οι φορολογικοί συντελεστές είναι στο ναδίρ και το εισόδημα συρρικνώνεται.

Παραγωγικός ακρωτηριασμός μέσω ευρωζώνης

Η δεκαετία του ’80 ωστόσο δεν σημαδεύτηκε μόνο από την δημιουργία ενός υποτυπώδους και ελλειμματικού, σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, κράτους πρόνοιας. Εξ ίσου έντονα σημαδεύτηκε και από την οργανική ενσωμάτωση της Ελλάδας στην παγκόσμια αγορά, μέσω της ένταξης στην ΕΟΚ. Οι αλήστου μνήμης διαφημίσεις με γενικό μότο «ο επιμένων ελληνικά» δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την άλωση του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας και την συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής σε βαθμό εξαφανίσεως. Όλη τη δεκαετία του ’80 κι όσο καταργούνταν σταδιακά οι εμπορικοί φραγμοί χάθηκαν περισσότερες από 100.000 θέσεις εργασίας από την μεταποίηση. Η κορύφωση έρχεται το 2001 με την εισαγωγή του ευρώ, όταν η Ελλάδα μαζί με σειρά άλλες χώρες χάνουν τη δυνατότητα ανταγωνιστικής υποτίμησης του εθνικού τους νομίσματος που μέχρι τότε μπορούσε να καθιστά με τεχνητό τρόπο ακριβά τα εισαγόμενα προϊόντα στα ελληνικά ράφια και σχετικά φθηνά τα ελληνικά εξαγόμενα προϊόντα στις διεθνείς αγορές. Τα δεινά για την εγχώρια παραγωγή γίνονται ακόμη μεγαλύτερα εξ αιτίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας που επιβλήθηκε από το Βερολίνο και έγινε δεκτή χωρίς την παραμικρή αντίδραση από την Αθήνα. Μια ισοτιμία που δεν είχε καμία σχέση με την ισοτιμία της δραχμής όπως ήταν διαμορφωμένη εκείνη την περίοδο. Επιβλήθηκε δε με μοναδικό κριτήριο την διευκόλυνση των γερμανικών εξαγωγών. Αξίζει, χάρη της ιστορίας, να αναφέρουμε ότι η ιταλική κυβέρνηση την ίδια περίοδο αντίθετα με την κυβέρνηση του Κ. Σημίτη έδωσε σκληρή μάχη με τους Γερμανούς για να επιβληθεί μια ισοτιμία ένταξης της ιταλικής λιρέτας στο κοινό νόμισμα που δε θα σηματοδοτούσε το τέλος της ιταλικής παραγωγής.

Η γερμανική οικονομική μηχανή μετατράπηκε σε πάντσερ που ισοπέδωσε ξανά όλη την Ευρώπη επί Σρέντερ, όταν εισάγεται η Ατζέντα 2010, βάση της οποίας το αξιοζήλευτο κράτος πρόνοιας της Γερμανίας, σημείο αναφοράς για όλο τον κόσμο, αποσαρθρώνεται. Τότε ξεκινάει ένας αγώνας δρόμου προς τα κάτω, με τη συμπίεση του εργατικού κόστους των Γερμανών να μετατρέπεται σε πολιορκητικό κριό που ισοπεδώνει τα εμπορικά ισοζύγια, όλων των νοτιοευρωπαϊκών χωρών[2]. Τα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για την εξέλιξη του εργατικού κόστους επιβεβαιώνουν ότι ο κρυφός άσσος της γερμανικής υπεροχής βρίσκεται στην σταδιακή υποβάθμιση των υψηλών παροχών που χαρακτήριζαν την γερμανική αγορά εργασίας. Ενδεικτικά και με βάση δημοσίευμα της εφημερίδας The Wall Street Journal Europe[3] από το 2000 μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2010 το εργατικό κόστος στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 18,9% όταν σε όλες τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ κατέγραψε πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις. Συγκεκριμένα στην Πορτογαλία αυξήθηκε κατά 29,7%, στη Γαλλία κατά 33,1%, στην Ολλανδία κατά 37,3%, στην Αγγλία κατά 47,4% και στην Ισπανία κατά 50,5%. Στη δε ευρωζώνη κατά μέσο όρο αυξήθηκε κατά 30,3%.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι ανισότητες που παράγει η ευρωζώνη δεν αναγνωρίζονται μόνο από εναλλακτικές ερμηνείες, αλλά και από τις πλέον ορθόδοξες, όπως για παράδειγμα από τον κορυφαίο αναλυτή των Financial Times, τον Μάρτιν Γουλφ. Ιδού πως παρουσίαζε την ευρωζώνη σε μια εξαιρετικού βάθους ανάλυσή του στις 8 Σεπτέμβρη[4]: «Από το 2000 έως το 2008 στην εξωτερική ζήτηση οφείλονται τα δύο τρίτα της αύξησης της συνολικής ζήτησης της γερμανικής παραγωγής. Η Γερμανία χρειάζεται σίγουρες αγορές και μια ανταγωνιστική συναλλαγματική ισοτιμία. Η ευρωζώνη της τα έφερε και τα δύο σε ασυνήθιστο βαθμό: η κρίση στην περιφέρεια οδήγησε προς τα κάτω την ισοτιμία του ευρώ και πολλοί από τους εταίρους της Γερμανίας στην ευρωζώνη (που απορροφούν τα δύο πέμπτα των εξαγωγών της, εννιά φορές όσα η Κίνα) είναι μη ανταγωνιστικοί, ύστερα από μια δεκαετία ανερχόμενου σχετικού κόστους. Ακόμη πιο σημαντικό είναι να φανταστούμε τι θα είχε συμβεί αν δεν υπήρχε το ευρώ. Η συναλλαγματική ισοτιμία του γερμανικού μάρκου θα είχε εκτιναχθεί καθώς οι νομισματικές κρίσεις θα έπλητταν την ευρωπαϊκή οικονομία, όπως συνέβη τη δεκαετία του ’90. Στην περιφέρεια της Ευρώπης οι υποτιμήσεις των νομισμάτων θα ήταν τόσο μεγάλες όσο της βρετανικής στερλίνας, αν όχι μεγαλύτερες. Η απουσία τέτοιων αναταραχών έχει ενισχύσει σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές της γερμανικής ανάκαμψης. Η δημιουργία της ευρωζώνης δεν ήταν, μόνο γι’ αυτόν το λόγο, χάρη της Γερμανίας στους εταίρους της, αλλά το αντίθετο. Ήταν ένα μεγάλο οικονομικό (για να μην αναφέρουμε και πολιτικό) κέρδος για την Γερμανία. Οι γερμανοί βιομήχανοι είναι ξεκάθαροι επ’ αυτού, όπως και η κυβέρνηση».

Κατά συνέπεια η δεύτερη αιτία πίσω από την εκτίναξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και την κρίση χρέους που ξέσπασε στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου βρίσκεται στην συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη. Το κοινό νόμισμα για την Ελλάδα αποδείχθηκε η χαριστική βολή σε μια ούτως ή άλλως δομικά προβληματική παραγωγική υποδομή. Για πολλά χρόνια μάλιστα, όσο δηλαδή διαρκούσαν οι γενναιόδωρες κοινοτικές χρηματοδοτήσεις στη γεωργία, την εκπαίδευση και τις υποδομές, η ΕΕ μπορούσε να κρύβει το εχθρικό της περιεχόμενο και τις μη αντιστρεπτού χαρακτήρα ζημιές που προκαλούσε στην παραγωγική υποδομή. Οι επιδοτήσεις, με την παροιμιώδη μάλιστα διαφθορά που συνοδεύονταν, αποτέλεσαν το αναισθητικό που επέτρεψε και έκανε ανεκτό τον παραγωγικό ακρωτηριασμό της Ελλάδας. Ελλείψει όμως και των επιδοτήσεων ο αποκρουστικός της χαρακτήρας δεν κρύβεται. Σε αυτό το πλαίσιο, και ενώ είναι θέμα χρόνου η υιοθέτηση από τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης μιας σειράς ποινών για όποιες χώρες παραβιάζουν τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, δεν είναι καθόλου τυχαία η αποδοκιμασία των ευρωπαίων πολιτών απέναντι στην ΕΕ όπως καταγράφηκε από το εαρινό ευρωβαρόμετρο τα ευρήματα του οποίου είδαν το φως της δημοσιότητας στο τέλος του Αυγούστου. Βάση των μετρήσεών του για πρώτη φορά αυτοί που δεν εμπιστεύονται την ΕΕ είναι περισσότεροι απ’ όσους την εμπιστεύονται. Συγκεκριμένα το 47% των Ευρωπαίων και το 56% των Ελλήνων δηλώνουν πως δεν την εμπιστεύονται και μόνο το 42% των Ευρωπαίων και των Ελλήνων δηλώνουν πως την εμπιστεύονται. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως καθοριστικό ρόλο σε αυτή την μεταστροφή της γνώμης τους έπαιξε η στάση που τήρησε η ΕΕ απέναντι στην κρίση.

Φαύλος κύκλος

Πέρα από την ανεπαρκή φορολογία και τη συμμετοχή στην ευρωζώνη μια τρίτη σημαντικότατη αιτία που ερμηνεύει το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας σχετίζεται με το ίδιο το χρέος. Δηλαδή τα τεράστια ποσά που δίνονται κάθε χρόνο επί σειρά ετών για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους αποτελούν την μεγαλύτερη αιμορραγία για τα δημόσια οικονομικά, επαρκή λόγο για να γονατίσει και ο πιο ρωμαλέος προϋπολογισμός, όχι αυτός της Ελλάδας. Αρκούν ορισμένες συγκρίσεις που δείχνουν ότι η Ελλάδα απλώς… αδυνατεί να συνεχίσει να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος.

Δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους κεντρικής κυβέρνησης, σε εκ. ευρώ
  Έτος  Χρεολύσια   Τόκοι   Παράλληλες δαπάνες  Σύνολο
1991 2.703 4.203 46 6.952
1992 6.406 4.123 71 10.600
1993 4.707 6.228 135 11.070
1994 7.162 8.990 190 16.342
1995 7.907 9.098 307 17.312
1996 10.263 9.641 339 20.243
1997 10.145 8.809 308 19.262
1998 9.682 9.018 170 18.870
1999 9.251 9.290 101 18.642
2000 13.131 9.499 58 22.688
2001 11.618 9.289 39 20.946
2002 20.280 8.535 59 28.874
2003 20.763 9.208 70 30.041
2004 18.444 9.283 72 27.799
2005 20.379 9.616 71 30.066
2006 16.589 9.441 56 26.086
2007 22.195 9.657 71 31.923
2008 26.246 11.134 72 37.452
2009 29.000 12.195 145 41.340
2010 19.510 12.950 0 32.460
ΣΥΝΟΛΟ 286.381 180.207 2380 468.968
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών, Κρατικός προϋπολογισμός 2010, Εισηγητική έκθεση
 

Από τον πίνακα που παραθέτουμε φαίνεται ότι τα χρήματα που έχουμε πληρώσει στους δανειστές τα τελευταία 20 χρόνια (469 δισ. ευρώ) αντιστοιχούν σχεδόν στο 150% του δημόσιου χρέους όπως διαμορφώθηκε στο δεύτερο τρίμηνο του 2010 (317 δισ. ευρώ)! Με βάση την ίδια πηγή, τον κρατικό προϋπολογισμό, οι δαπάνες για τόκους που ανέρχονται σε 12,95 δισ. ευρώ απορροφούν σχεδόν το 50% των άμεσων φόρων (23,8 δισ.), είναι διπλάσιες των χρημάτων που θα δίνονταν για συντάξεις (6,4 δισ.) και αγγίζουν το 5,3% του ΑΕΠ. Το μερίδιό τους μάλιστα στο ΑΕΠ χρόνο με το χρόνο  αυξάνει. Από 4,3% που ήταν το 2007, έφθασαν 4,7% το 2008 και το 5,1% το 2009.

Φαίνεται επομένως πως η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα φαύλο κύκλο όπου η εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων όχι απλώς απαγορεύει την άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής, την αύξηση δηλαδή των συντάξεων, αλλά ακόμη χειρότερα δυναμιτίζει τα ίδια τα θεμέλια της οικονομίας. Το μνημόνιο που υπογράφτηκε οξύνει αυτή την αντίθεση καθώς ως άμεσο στόχο του έχει την διάσωση των ξένων τραπεζών που έχουν επενδύσει σε ελληνικά ομόλογα. Το ζητούμενο από την εφαρμογή του είναι να δοθεί χρόνος και ρευστό έτσι ώστε οι μεγάλες τράπεζες της δυτικής Ευρώπης που αγόραζαν μανιωδώς ελληνικά ομόλογα λόγω των πολύ υψηλών αποδόσεών τους ακόμη και την άνοιξη του 2010, αφού δηλαδή ο υπουργός Οικονομικών είχε κατά ανεπίτρεπτο τρόπο παρομοιάσει την Ελλάδα με Τιτανικό, να μπορέσουν να τα ξεφορτωθούν. Και από κει και πέρα γαία πυρί μειχθήτω…

Οι αλλαγές ωστόσο που θα έχουν συντελεστεί θα στρέψουν το ρολόι του χρόνου πολλές δεκαετίες πίσω. Για παράδειγμα, η σχεδιαζόμενη πώληση της Αγροτικής Τράπεζας θα προκαλέσει τεράστιο κοινωνικό ζήτημα στην ελληνική επαρχία. Η παρακμή της γεωργίας τις δύο τελευταίες δεκαετίες, λόγω της ΚΑΠ, έχει οδηγήσει να καταπέσουν πολλές εγγυήσεις από δάνεια που έχει χορηγήσει σε αγρότες η ΑΤΕ με αποτέλεσμα οποιαδήποτε στιγμή να μπορεί να θέσει υπό την κυριότητά της χιλιάδες στρέμματα γης. Σήμερα παρότι έχει τυπικά αυτό το δικαίωμα δεν το ασκεί για προφανείς, κοινωνικούς στο περιεχόμενό της λόγους. Αν όμως η Αγροτική Τράπεζα εξαγορασθεί από μια γερμανική είτε άμεσα είτε σταδιακά (αφού πρώτα δηλαδή εξαγορασθεί από μια ελληνική η οποία στη συνέχεια θα περάσει στον έλεγχο της γερμανικής) τα δικαιώματα αυτά θα εφαρμοστούν στο ακέραιο. Τότε η ελληνική γη θα περάσει με μαζικό τρόπο στα χέρια μιας τράπεζας, η οποία αν συνδέεται με μια εταιρεία παραγωγικής γενετικά τροποποιημένων τροφίμων όπως είναι για παράδειγμα η BΑSF θα μετατρέψει την ελληνική ύπαιθρο σε ένα απέραντο γενετικό και χημικό εργαστήρι. Ο κίνδυνος δεν είναι τόσο μακρινός όσο φαίνεται, από πρώτη ματιά.

Η εκτίμηση ότι οι τράπεζες είναι οι μεγάλοι ωφελημένοι των 110 δισ. ευρώ που διατέθηκαν στην Ελλάδα διατυπώθηκε με τον πιο ωμό τρόπο στις 12 Αυγούστου από τους γερμανικούς Financial Times που χαρακτήριζαν τον έλληνα πρωθυπουργό ως «τον άνθρωπό τους στην Αθήνα»! Η ίδια εφημερίδα μάλιστα υποστήριζε ότι «σε σύγκριση με την τωρινή θεραπεία λιτότητας, η κρατική αθέτηση πληρωμών θα ήταν ο πιο άνετος δρόμος για τους Έλληνες. Σχεδόν το 80% των δανείων έρχονται από το εξωτερικό. Έτσι, σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του χρέους, οι ίδιοι Έλληνες θα τη γλίτωναν συγκριτικά ανενόχλητοι»!

Λύση η επαναδιαπραγμάτευση;

Οι γερμανικοί Financial Times δεν ήταν οι πρώτοι που έθεσαν το θέμα της επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους. Μια σειρά οικονομολόγοι που φημίζονται για τον πραγματισμό τους όπως ο Πολ Κρούγκμαν ή ο Νουριέλ Ρουμπινί[5] έθεσαν έγκαιρα το θέμα, ξεκινώντας από τη δυσμενέστατη πορεία της ελληνικής οικονομίας. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Αν με ένα χρέος της τάξης του 115%, όπως ήταν στο τέλος του 2009, οι αγορές – πάντα κατά την ορολογία της κυβέρνησης – μας οδήγησαν στο ΔΝΤ, όταν το δημόσιο χρέος φθάσει το 149% του ΑΕΠ, όπως προβλέπεται στο μνημόνιο για το 2014, πού θα μας οδηγήσουν; Στον Καιάδα, φυσικά! Όποιος δεν το βλέπει εθελοτυφλεί! Επιχειρήματα δε όπως ότι τότε θα είμαστε αξιόπιστοι γιατί θα έχουμε υποστεί την «χημειοθεραπεία» κατά τους Financial Times του ΔΝΤ δεν στέκουν στην κριτική. Δανείζει κανείς έναν υπερχρεωμένο με το σκεπτικό ότι είναι συνεπής; Αρκεί επίσης να σκεφτούμε ότι η Αργεντινή (με πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και ένα ζωικό κεφάλαιο που ταΐζει πολλές χώρες του κόσμου) κήρυξε παύση πληρωμών στις 24 Δεκέμβρη 2001 αδυνατώντας να εξυπηρετήσει ένα χρέος της τάξης των 144 δις. δολ.! Σχεδόν το ένα τρίτο του ελληνικού ήταν το χρέος της και παρόλα αυτά η Αργεντινή γονάτισε! Η Ελλάδα πώς θα αντέξει;

Η κυβέρνηση παρόλα αυτά με κάθε αφορμή απορρίπτει κάθε σχετικό ενδεχόμενο. Η στάση πληρωμών «θα ήταν καταστροφική για την οικονομία μας, για την αξιοπιστία μας, για το μέλλον μας», δήλωσε από τη Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός όταν ρωτήθηκε σχετικά.

Πέραν του γεγονότος ότι εκ των πραγμάτων οδεύουμε σε αυτή την κατεύθυνση, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Με βάση την διεθνή εμπειρία υπάρχουν δύο είδη αναδιαπραγμάτευσης του χρέους και αθέτησης πληρωμών[6]. Το πρώτο επιβάλλεται από τους πιστωτές με τους όρους να διαμορφώνονται στη βάση των συμφερόντων των ίδιων των τραπεζών. Τότε πράγματι οι όροι είναι απεχθείς και ισοδυναμούν με μια νέα περίοδο λιτότητας. Από μια σκοπιά ήδη είναι σε εξέλιξη μια σιωπηρή αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και μάλιστα με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η απόφασή της στις 28 Ιούλη να διευρύνει το «κούρεμα» των ομολόγων που παρακρατά για να δανείσει τις εμπορικές τράπεζες από 17% σε 39% σε ότι αφορά το επίπεδο αξιολόγησης των ελληνικών ομολόγων[7] προετοιμάζει την αγορά για αυτό που όλοι κατά τ’ άλλα απεύχονται… Το δεύτερο είδος αθέτησης πληρωμών είναι αυτό που επιβάλλεται με πρωτοβουλία των ίδιων των κρατών που έχουν πιαστεί στα δόκανα του χρέους. Το παράδειγμα της Αργεντινής και της Ρωσίας που κήρυξαν αθέτηση πληρωμών δείχνει ότι όχι μόνο πολύ γρήγορα ξεπέρασαν το εμπάργκο των αγορών αποκτώντας ξανά πρόσβαση σε δανειακά κεφάλαια, αλλά επίσης και η ορμή που απέκτησαν στη συνέχεια οι ρυθμοί μεγέθυνσής τους δεν είχαν προηγούμενο. Θετικότατα ήταν δηλαδή και όχι καταστρεπτικά τα αποτελέσματα από αυτή την πρωτοβουλία.

Σε ό,τι αφορά επίσης τη νομική θεμελίωση της δυνατότητας παραγραφής μέρους ή όλου του χρέους στο διεθνές δίκαιο έχει κατοχυρωθεί η έννοια του «απεχθούς χρέους» που επιτρέπει την αμφισβήτησή του. Απεχθές χρέος χαρακτηρίζεται το χρέος που συνάφθηκε από ένα καθεστώς το οποίο στερούταν δημοκρατικής νομιμοποίησης, όταν τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν σε δραστηριότητες αντίθετες με τα συμφέροντα του πληθυσμού και ο δανειστής γνώριζε ότι τα χρήματα θα δαπανούνταν με αυτό τον τρόπο. Παράλληλα υπάρχει διεθνής προσπάθεια ώστε να θεμελιωθεί η δυνατότητα παραγραφής όταν ο πληθυσμός μιας χώρας στερείται των θεμελιωδών του δικαιωμάτων για να εξυπηρετηθεί το χρέος. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στην Ελλάδα που η πρόσβαση στην υγεία και την παιδεία θυσιάζονται στο βωμό του μνημονίου.

Στη βάση όλων των παραπάνω η Πρωτοβουλία Οικονομολόγων και Πανεπιστημιακών (www.nomoneynodebt.gr) που συγκροτήθηκε τον Μάιο του 2010 ενάντια στο ΔΝΤ έθεσε στην προμετωπίδα της το στόχο «παύσης πληρωμής του δημόσιου χρέους και εξόδου από το ευρώ». Παράλληλα ανέδειξε μια σειρά ακόμη από στόχους που συμπληρώνουν και υποστηρίζουν την παύση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν τις… ανεπιθύμητες παρενέργειες. Κατ’ αρχήν κρατικοποίηση των τραπεζών με μοχλό τα μυθικά ποσά που έχει ήδη δώσει το ελληνικό δημόσιο, δηλαδή οι έλληνες φορολογούμενοι, για να τις σώσουν και φθάνουν τα 78 δισ. Κανένας μάλιστα, από την κυβέρνηση ή τον τραπεζικό χώρο, δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι αυτά τα χρήματα είναι αρκετά για να συντηρηθούν στη ζωή οι τράπεζες. Κανείς δεν εγγυάται δηλαδή ότι σε δύο ή τρεις μήνες το δημόσιο δεν θα ξαναβάλει το χέρι στην τσέπη για να τις ενισχύσει και να αποτρέψει τη χρεοκοπία τους. Το αίτημα επομένως της κρατικοποίησης των τραπεζών δεν είναι αυθαίρετο, ούτε προϊόν ιδεολογικής κατασκευής. Πηγάζει από τον βαθιά προβληματικό χαρακτήρα τους. Είναι δε νόμιμο στον βαθμό που με βάση αξιόπιστους υπολογισμούς όταν η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή απελευθέρωνε το πρώτο πακέτο ενίσχυσης, των 28 δισ. ευρώ, εκείνη τη συγκυρία το ποσό αυτό αρκούσε, με βάση την πολύ χαμηλή κεφαλαιοποίησή τους λόγω πτώσης των τιμών των μετοχών, να τις εξαγοράσει. Ας γίνει επομένως τώρα. Value for money, ας αναφωνήσουμε και εμείς ζητώντας να γίνουν σεβαστά τα χρήματα και οι θυσίες των φορολογουμένων!!!

Δεδομένου ότι η κρατικοποίηση των τραπεζών θα δημιουργήσει ένα κύμα φυγής κεφαλαίων από τις τράπεζες ενώ ταυτόχρονα η υιοθέτηση νέου νομίσματος θα ανοίξει τις ορέξεις κερδοσκοπικών κεφαλαίων να ποντάρουν στην θνησιγένεια του φιλόδοξου αυτού νομισματικού πειράματος κρίνεται επιβεβλημένη η θέσπιση φραγμών στις βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές κινήσεις κεφαλαίων. Πρόκειται για μέτρο (που συχνά περιγράφεται και ως φόρος Τόμπιν από το όνομα του βραβευμένου με Νόμπελ αμερικάνου οικονομολόγου που πρώτος τον πρότεινε) το οποίο θωρακίζει την πραγματική οικονομία και επιτρέπει στην Πολιτική να λειτουργήσει σχεδιασμένα και μακροχρόνια χωρίς την πίεση των λεγόμενων αγορών.

Ένα επιπλέον μέτρο είναι η εκπόνηση και εφαρμογή μιας σύγχρονης βιομηχανικής πολιτικής που θα επιδιώκει τις διεθνείς συνέργειες (θα είναι εξ ορισμού αντίθετη δηλάδή με κάθε έννοια εθνικής αυτάρκειας) και ως γνώμονα θα έχει την ικανοποίηση των σύγχρονων ανθρώπινων και κοινωνικών αναγκών και την στήριξη της απασχόλησης.

Αναγκαία επίσης είναι η επιβολή διατίμησης στα είδη πρώτης ανάγκης (τρόφιμα, ενοίκια, δίδακτρα, τροφεία, καύσιμα, καθημερινός ρουχισμός, κ.α.) ώστε να αποτραπεί μια πληθωριστική έκρηξη, καθώς η μετάβαση στο νέο νόμισμα θα δώσει την ευκαιρία για ανατιμήσεις. Κάτι ανάλογο με το κύμα αυξήσεων που γνωρίσαμε κατά την μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ (το οποίο όμως ουδέποτε αποπτυπώθηκε στις επίσημες στατιστικές) και μόλις πρόσφατα με αφορμή τις αυξήσεις στους έμμεσους φόρους. Αποτέλεσμα και των δύο αυτών κυμάτων ανατίμησης ήταν να συρρικνωθεί δραματικά το πραγματικό λαϊκό εισόδημα, προς όφελος των εμπορικών και βιομηχανικών κερδών.

Τέλος, είναι αναγκαία η χορήγηση γενναίων αυξήσεων σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας και επίσης κρατικών χρηματοδοτήσεων σε παιδεία και υγεία. Αυτές οι αυξήσεις και οι χρηματοδοτήσεις, που θα εγγυηθούν την κοινωνική συνοχή και θα καταστήσουν παρελθόν – όσο ακόμη προλαβαίνουμε – φαινόμενα κοινωνικής περιθωριοποίησης και γκετοποίησης στην Αθήνα, θα λειτουργήσουν σαν ατμομηχανές της οικονομικής ανάπτυξης.

Εν κατακλείδι είναι ένα στοιχειώδες πρόγραμμα που εγγυάται την ακύρωση της παράδοσης της Ελλάδας στους δανειστές της, όπως προωθεί το μνημόνιο της ντροπής και μπορεί να σημάνει την έξοδο από το χρόνιο οικονομικό μαρασμό. Η υλοποίησή του δε στερείται εμποδίων και δυσκολιών. Είναι όμως λιγότερο οδυνηρά από αυτά που επιχειρούν να μας επιβάλουν οι γερμανοί τραπεζίτες!


[1] Τα μεγέθη αναφέρονται σε πίνακα που συνοδεύει άρθρο του Βασίλη Ράπανου με τίτλο «Παγκοσμιοποίηση και φορολογικός ανταγωνισμός», Βήμα Ιδεών, τεύχος 31, Νοέμβριος 2009.

[2] Ο διχασμός που επέρχεται στην ευρωζώνη λόγω του ανταγωνισμού που πυροδοτεί η Γερμανία περιγράφεται με κάθε θεωρητική επάρκεια στην εργασία «2010 κρίση ευρωζώνης, φτώχεια του δυνατού πτώχευση του αδυνάτου», την οποία συνέταξε ομάδα βρετανών οικονομολόγων με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα (εκδ. Νόβολι, 2010).

[3] «German workers push for higher pay», Wall Street Journal Europe, 9 Σεπτέμβρη 2010.

[4] «Germans are wrong: the eurozone is good for them», Financial Times, 8 Σεπτέμβρη 2010.

[5] Roubini, N. «Greece’s best option is an orderly default», Financial Times, 28 Ιούνη 2010.

[6] Research on Money and Finance, «The eurozone between austerity and default», Σεπτέμβρης 2010.

[7] «ECB sets “haircuts” on bonds from banks», The Wall Street Journal Europe, 29 Ιούλη 2010.

Λιτότητα ή αθέτηση πληρωμών (Επίκαιρα, 16-22/9/10)

Άπλετο φως στην οικονομική κρίση που ταλανίζει την ευρωζώνη και τις προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπη η οικονομική της πολιτική ρίχνει η νέα έκθεση του ερευνητικού κέντρου Research on Money and Finance, με έδρα το Λονδίνο, που παρουσιάστηκε χθες, Τετάρτη 15 Σεπτέμβρη, στην Αθήνα. Η έκθεση, με τίτλο «Η ευρωζώνη μεταξύ λιτότητας και αθέτησης πληρωμών», συντάχθηκε από πολυπληθή ομάδα οικονομολόγων με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα.

Σημείο αφετηρίας της μελέτης αποτελούν οι ανταγωνιστικές σχέσεις στο εσωτερικό της ευρωζώνης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Πρόκειται για μια ιδέα που είχε τεκμηριωθεί αναλυτικότατα στην προηγούμενη μελέτη του RMF που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Απρίλη. Σε αδρές γραμμές και με επαρκές αποδεικτικό υλικό υποστήριζε ότι τα ελλείμματα της περιφέρειας είναι η άλλη όψη των πλεονασμάτων του κέντρου. Με άλλα λόγια ότι πίσω από την κρίση χρέους που ταλανίζει την Ελλάδα κατά πρώτο λόγο, αλλά και άλλες χώρες της ΕΕ, βρίσκεται το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Γερμανίας, όπως οικοδομήθηκε στη βάση του παγώματος των μισθών και των ημερομισθίων από την εποχή ακόμη του Σρέντερ. Η συμπίεση του εργατικού κόστους είναι η βασική αιτία επομένως του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας και του εμπορικού ελλείμματος των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου που με τη σειρά τους αυτά τα ελλείμματα ώθησαν στα δημοσιονομικά ελλείμματα και την κρίση χρέους.

Στην τελευταία έκθεση γίνεται αρχικά αναφορά στο ύψος του συνολικού χρέους. Παύει δηλαδή να είναι στο επίκεντρο μόνο το δημόσιο χρέος και τονίζεται το ύψος του ιδιωτικού, που σε όλες τις χώρες του νότου είναι κατά πολύ ανώτερο του δημοσίου. Ειδικότερα στην Ελλάδα ο λόγος του ιδιωτικού προς το δημόσιο είναι 58:42, στην Πορτογαλία 85:15 και στην Ισπανία 87:13! Η αιτία αυτής της εκτίναξης του ιδιωτικού χρέους βρίσκεται, και πάλι, στην αδυναμία του ιδιωτικού τομέα της περιφέρειας να ανταγωνιστεί τον ιδιωτικό τομέα του κέντρου. Το κενό ανταγωνιστικότητας έτσι καλύφθηκε από την υπερεπέκταση των τραπεζών που με την αλόγιστη προσφορά δανείων στήριξαν την κατανάλωση, παράγοντας ορισμένες φορές τόσο μεγάλες φούσκες στην αγορά κατοικίας, όπως συνέβη για παράδειγμα στην Ισπανία, που μπορούν να συγκριθούν με εκείνη των ΗΠΑ.

Η ειρωνεία της τύχης όμως είναι ότι οι πρώτοι που κινδύνεψαν να πέσουν σε αυτό το πρόχειρα καλυμμένο κενό ήταν οι τράπεζες του ευρωπαϊκού κέντρου. Με βάση στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, με έδρα την Βασιλεία, έως τον Δεκέμβρη του 2009 τα ανοίγματα των τραπεζών της ευρωζώνης στην Ισπανία ανέρχονταν σε 727 δισ. δολ, στην Πορτογαλία σε 244 δισ. στην Ελλάδα σε 206 και στην Ιρλανδία σε 402 δις. Το συνολικό μέγεθος του ανοίγματός τους και στις τέσσερις χώρες έφθανε τα 1,579 τρις δολ. εκ των οποίων κυβερνητικό χρέος ήταν μόνο 254 δις. ή το 16% του συνόλου. Επομένως δεν είναι ο δημόσιος τομέας ο μεγάλος ασθενής…

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Μάιο του 2010, να διαθέσει 750 δις. ευρώ, προς αποτροπή της κρίσης, άμεσα στόχευε στην διάσωση των εν λόγω τραπεζών του ευρωπαϊκού κέντρου που κινδύνευαν από τις επενδυτικές τοποθετήσεις τους στις χώρες του Νότου. «Είναι εμφανές ότι αυτές οι ασυνήθιστες για την ΕΚΤ παρεμβάσεις αποσκοπούσαν να κερδηθεί χρόνος για τις τράπεζες. Αγοράζοντας ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος από την δευτερογενή αγορά, η ΕΚΤ λειτούργησε σαν διαμορφωτής αγοράς εσχάτης ανάγκης, παρότι δεν της επιτράπηκε να αγοράσει κρατικά ομόλογα απ’ ευθείας από την πρωτογενή αγορά», επισημαίνεται στην μελέτη του RMF.

Το ασυνήθιστα μεγάλης αξίας αυτό πακέτο όμως δεν προσφέρθηκε χωρίς αντάλλαγμα. Για να δοθούν τα 750 δις. ευρώ επιβλήθηκε από την μια άκρη της ευρωζώνης έως την άλλη ένα πρωτοφανές κύμα λιτότητας, που μπορεί να μην έφθασε σε αγριότητα τα μέτρα που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, παρόλα αυτά συνιστούσε μια πρωτοφανούς προκλητικότητας αναδιανομή: Για να σωθούν οι τράπεζες, οι λαοί της Ευρώπης, και όχι μόνο της περιφέρειας, θυσίασαν τα ασφαλιστικά και εργασιακά τους δικαιώματα και είδαν τους μισθούς τους να καρατομούνται.

Οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης ωστόσο παίζουν με τη φωτιά, καθώς η επιλογή της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος στο όριο του 3% που θέτει το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (κατ’ ευφημισμό το τελευταίο), με κάθε μάλιστα κόστος, απειλεί να οδηγήσει την Ευρώπη σε μια βαθιά ύφεση. Χώρια τούτου είναι και άνευ αντικειμένου. «Ακόμη κι αν οι περιφερειακές χώρες πετύχουν να παγώσουν το ονομαστικό κόστος, που θα σήμανε μια πτώση του πραγματικού εισοδήματος των εργαζομένων, η προοπτική για την Γερμανία είναι να μειώσει κι αυτή το δικό της ονομαστικό κόστος εργασίας. Σε αυτή τη βάση, η Γερμανία για μια ακόμη φορά θα κερδίσει τον αγώνα προς τα κάτω τον οποίο έθεσε σε κίνηση η ΟΝΕ. Το αποτέλεσμα θα είναι περαιτέρω ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών για την περιφέρεια και πλεονάσματα για την Γερμανία». Εν ολίγοις, …λιτότητας αγώνας άγονος.

Η συρρίκνωση του ΑΕΠ, ειδικά για την Ελλάδα, που θα επέλθει λόγω της ύφεσης θα θέσει επί τάπητος το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους, καθώς όπως μετριέται σαν ποσοστό του ΑΕΠ, αναμένεται να εκτιναχθεί. Αντίθετα δηλαδή απ’ αυτά που διακηρύσσει η κυβέρνηση και οι άνθρωποι του ΔΝΤ, στο τέλος της εφαρμογής του μνημονίου δεν βρίσκεται η λύση των δημοσιονομικών προβλημάτων της Ελλάδας αλλά η κορύφωσή τους, η επανάληψη του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη ή του χρεοστασίου του Βενιζέλου. Το τι ακριβώς θα γίνει θα εξαρτηθεί από το αν η αναδιάρθρωση (που αποτελεί μονόδρομο) επιβληθεί με όρους των πιστωτών, δηλαδή των τραπεζιτών, ή με όρους των οφειλετών, των χωρών δηλαδή που είναι υπερχρεωμένες, όπως η Ελλάδα.

Η πρώτη επιλογή, της αναδιάρθρωσης του χρέους υπό την καθοδήγηση των τραπεζιτών είναι αυτή στην οποία μας οδηγεί η τρόικα και η κυβέρνηση. Και αυτό λόγω του ότι θέτοντας το ΔΝΤ και η ΕΕ ως προτεραιότητα την διάσωση των γερμανικών τραπεζών, η λιτότητα που επέρχεται τότε οδηγεί στην ύφεση, στη συνέχεια στην μείωση του ΑΕΠ, έπειτα στην εκτίναξη του λόγου χρέος ως προς ΑΕΠ και τέλος φέρνει το μαχαίρι των αγορών στο λαιμό των ελληνικών κυβερνήσεων, που θα απαιτήσουν αναδιάρθρωση του χρέους, για να μην τα χάσουν όλα. «Θα σήμαινε στην καλύτερη περίπτωση, ένα ήπιο “κούρεμα” για τους δανειστές, συνοδευόμενο από μια επιμήκυνση της περιόδου ωρίμανσης των ομολόγων και πιθανά χαμηλότερα επιτόκια. Τότε οι τράπεζες που θα οργάνωναν αυτή την αναδιάρθρωση θα περίμεναν να κερδίσουν σημαντικά έσοδα». Χαμένες οπότε δεν πρόκειται να βγούν ούτε και τότε οι τράπεζες, αντίθετα φυσικά με τους εργαζόμενους που θα υποστούν νέους γύρους θυσιών.

Η άλλη επιλογή είναι η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, με πρωτοβουλία των οφειλετών και εις βάρος των τραπεζών που ως πρώτο βήμα έχει την μονομερή διακοπή των πληρωμών. Πρωτοβουλία που κατ’ αρχήν έχει τεράστια πλεονεκτήματα για τους εργαζόμενους της χώρας και την ίδια την οικονομία της, παρότι δεν στερείται προβλημάτων. Τα προβλήματα όμως που συνοδεύουν την μονομερή παύση πληρωμών, όπως ο αποκλεισμός από τις διεθνείς αγορές, είναι πολύ μικρότερα από αυτά που συνήθως παρουσιάζονται. «Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η περίοδος αποκλεισμού από τις αγορές κεφαλαίου δεν διαρκεί πολύ, ενώ υπάρχουν πάντα εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης. Κανονικά, οι χώρες επανακτούν αξιοπιστία σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα και οι αγορές κεφαλαίου επιδεικνύουν πολύ βραχεία μνήμη», τονίζεται στην μελέτη του RMF.

Αυτή η επιλογή στη συνέχεια καθιστά επιτακτική ανάγκη την κρατικοποίηση των τραπεζών και οδηγεί στην έξοδο από το ευρώ. Η κρατικοποίηση των τραπεζών δεν είναι προϊόν ιδεολογικών μανιφέστων. Νομιμοποιείται από τη στιγμή που μέχρι σήμερα το ελληνικό δημόσιο (επί κυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) έχει καταβάλλει 78 δις. ευρώ στις τράπεζες είτε με την μορφή μετρητών είτε με την μορφή εγγυήσεων. Γιατί επομένως να μην πάρει και τον έλεγχό τους, πολύ δε περισσότερο καθώς ούτε και τώρα είναι εξασφαλισμένη η βιωσιμότητά τους. Δεν αποκλείεται δηλαδή αργά ή γρήγορα νέα ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό να διατεθούν στις μαύρες τρύπες των τραπεζών.

Η έξοδος από το ευρώ από την άλλη δεν είναι και τόσο ανεπιθύμητο αποτέλεσμα. Αρκεί να σκεφτούμε ότι έτσι θα τεθεί τέρμα στην αποβιομηχάνιση της Ελλάδας που αποτελεί την βαθύτερη, δομική αιτία για τις δημοσιονομικές ανισορροπίες και την κρίση χρέους, που ακόμη δεν έχουμε δει τα χειρότερα της.

Συμπερασματικά, η μελέτη του RMF δεν αρκείται στην αναπαραγωγή στερεοτύπων. Προσεγγίζει με πραγματικούς όρους το «ελληνικό πρόβλημα» χωρίς να διστάζει να υιοθετήσει ριζοσπαστικές λύσεις και τοποθετείται με κριτήριο τα συμφέροντα των εργαζομένων και τα γενικότερα συμφέροντα της Ελλάδας, κι όχι τα συμφέροντα των τραπεζών. Οπτική γωνία που δεν τη συναντάμε τόσο συχνά στον πανεπιστημιακό χώρο.

Ρεσιτάλ υποκρισίας από τον πρωθυπουργό στα εγκαίνια της ΔΕΘ (Πριν, 12 Σεπτέμβρη 2010)

Αντιλαϊκές εξαγγελίες και πομπώδεις κενολογίες

Νομοσχέδιο σκούπα για ξένες επενδύσεις μετατρέπει την Ελλάδα σε μπανανία

Καταφέραμε να κρατήσουμε την Ελλάδα όρθια στις πιο δύσκολες συνθήκες των τελευταίων δεκαετιών», είπε σε μια αποστροφή του λόγου του ο Γ. Παπανδρέου μιλώντας στο νέο υπουργικό συμβούλιο που έκανε την παρθενική του συνεδρίαση την Παρασκευή στη Θεσσαλονίκη. Και μόνο αυτά τα λόγια είναι αρκετά για να δείξουν το μέγεθος της υποκρισίας της κυβέρνησης.

Θαυμάστε πώς κρατιέται η Ελλάδα όρθια: Η βιομηχανική παραγωγή τον Ιούλιο μειώθηκε κατά 8,6% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Το επτάμηνο δε Ιανουαρίου – Ιουλίου ο δείκτης μειώθηκε κατά 6,3% όταν το αντίστοιχο περυσινό διάστημα μειώθηκε πάλι κατά 10,3%. Τον ίδιο μήνα, τον Ιούλιο, οι εισαγωγές (που μας ενδιαφέρουν μόνο και μόνο γιατί δείχνουν την πτώση της καταναλωτικής ζήτησης) μειώθηκαν κατά 31% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Το 15% στην Αθήνα και το 10% στη Θεσσαλονίκη των εμπορικών καταστημάτων έχουν βάλει λουκέτο, ενώ το ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο μειώθηκε κατά 3,7%, με τις ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου να σέρνουν το χορό της ύφεσης έχοντας μειωθεί κατά 18,6% σε σχέση με πέρυσι. Μια μείωση που προοιωνίζεται τις χειρότερες εξελίξεις για την απασχόληση.

Η Ελλάδα επομένως δεν είναι όρθια, με πιθανή εξαίρεση την Ελλάδα των τραπεζιτών που αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του ΠΑΣΟΚ. Μάρτυρας η  ανακοίνωση από την Εθνική Τράπεζα μιας αύξησης μετοχικού κεφαλαίου – μαμούθ ύψους 2,8 δισ., από την οποία ας ελπίσουμε να βρει τα λεφτά για να επιστρέψει στο δημόσιο και τα 350 εκ. ευρώ που ακόμη χρωστάει. Η άλλη Ελλάδα όμως εδώ και μήνες είναι στην εντατική, με τους εργαζόμενους, τους άνεργους και τα λαϊκά στρώματα να πληρώνουν το πιο βαρύ τίμημα, ως αποτέλεσμα της πολιτικής κυβέρνησης – ΔΝΤ – ΕΕ. Μια πολιτική που ο Παπανδρέου την υπερασπίστηκε μέχρι τέλους. «Αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν να συμβληθούν μαζί μας, εμείς τους καλέσουμε να συμβληθούν μαζί μας, για να ξεπεράσουμε αυτή τη δύσκολη φάση όπου είχαμε μια σκληρή κερδοσκοπική επίθεση απέναντι στην Ελλάδα», ήταν τα λόγια του μιλώντας στους λεγόμενους παραγωγικούς φορείς της Θεσσαλονίκης την Πέμπτη. «Δεν θα είχαμε να πληρώσουμε ούτε μισθούς ούτε συντάξεις», συμπλήρωσε. Πίσω από αυτή την κινδυνολογία ο πρωθυπουργός επιχείρησε να αποκρύψει τον πολιτικό χαρακτήρα της απόφασής του να οδηγήσει τους έλληνες εργαζόμενους στο σφαγείο του ΔΝΤ. Γιατί η προσφυγή δεν αποτελούσε μονόδρομο, ούτε – το χειρότερο – αποτρέπει την χρεοκοπία. Η εκτίναξη του δημόσιου χρέους στο 149% του ΑΕΠ, όπως προβλέπεται στο μνημόνιο, καθιστά βεβαιότητα την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, αφήνοντας ανοικτό μόνο το θέμα των όρων: αν θα γίνει με όρους που θα επιβάλουν οι γερμανοί τραπεζίτες ή με όρους λαϊκού κινήματος και εις βάρος των γερμανών τραπεζιτών, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής λύσης, που στην προμετωπίδα της θα έχει την σημαντική βελτίωση των όρων ζωής και εργασίας της κοινωνικής πλειοψηφίας. Αυτή είναι η διαχωριστική γραμμή σήμερα.

Από την άλλη μεριά, οι «αντιεξουσιαστές» του Γ. Παπανδρέου κάθε μέρα που περνά στρέφουν τα πυρά τους σε ολοένα και καινούργιους τομείς. Μαζί με τον ΟΣΕ σειρά φαίνεται να παίρνει η παιδεία και δη η τριτοβάθμια, με αφορμή το νέο νόμο πλαίσιο που εξήγγειλε η υπουργός Παιδείας, Ά. Διαμαντοπούλου. «Θα ρίξουμε όλο και πιο πολύ το βάρος της προσπάθειάς μας στο ανθρώπινο δυναμικό και στην παιδεία. Είναι χρονιά μεγάλων αλλαγών στην παιδεία» τόνισε μιλώντας στο υπουργό συμβούλιο, ενώ μια μέρα πριν μιλώντας στους επαγγελματοβιοτέχνες επέκρινε τα ΤΕΙ και τα πανεπιστήμια «που δεν έχουν σχέση με τον επιχειρηματικό κόσμο της περιοχής». Σαφές το υπονοούμενο: εξάλειψη και των τελευταίων ιχνών αυτοτέλειας των ΑΕΙ και ΤΕΙ στο βωμό υποστήριξης της ιδιωτικής κερδοφορίας.

Τα εγκώμια στις επιχειρήσεις και τις επενδύσεις κατέλαβαν άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας του. Έσπευσε μάλιστα να διευκρινίσει σε ένα κρεσέντο κοροϊδίας ότι «εμείς ως σοσιαλιστές δεν πρέπει να φοβόμαστε την έννοια του επιχειρείν, της επιχειρηματικότητας»! Το κόμμα που σε τρεις μήνες κατάργησε δικαιώματα και κατακτήσεις ενός αιώνα, ο πιο καλός μαθητής του ΔΝΤ, νιώθει την ανάγκη να ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι εχθρικό προς τις επιχειρήσεις…

Πέρα από τα εγκώμια υπήρξαν ωστόσο και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, όπως αυτές που αφορούν τις μεγάλες επενδύσεις. Νομοσχέδιο – σκούπα, που θεωρητικά θα έρθει να αντιμετωπίσει τη  γραφειοκρατία, την πολυνομία και τη διαφθορά, στην πράξη όμως θα σαρώνει κάθε είδος δημόσιου ελέγχου και προστατευτικού πλαισίου για να διευκολυνθούν οι ξένες επενδύσεις. Μεταμοντέρνα αποικία θα γίνει η Ελλάδα, την ίδια μάλιστα ώρα που επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονταν στην αιχμή του δόρατος του ελληνικού καπιταλισμού για δεκαετίες πνέουν τα λοίσθια ή ψάχνουν τον χάρτη για να βρουν πού θα μεταφέρουν την έδρα τους.

Οι αναστατώσεις που δημιουργεί η λιτότητα (η αντιμετώπιση «του τέρατος του ελλείμματος», με τα λόγια του Γιωργάκη) σε όλη την έκταση της κοινωνίας και στον επιχειρηματικό χάρτη οξύνουν την πάλη για την πολιτική ηγεμονία στο πλαίσιο του πολύμορφου ρεύματος που αντιμάχεται το μνημόνιο. Σε αυτό το πλαίσιο τα εργατικά, λαϊκά συμφέροντα μπορούν να διεκδικήσουν την ηγεμονία στην πάλη ενάντια στην επικείμενη πτώχευση, έχοντας όμως στην προμετωπίδα τους το στόχο της ουσιαστικής βελτίωσης της θέσης τους. Διαφορετικά η απαλλαγή από μνημόνιο και την τρόικα, θα σημάνει την επιστροφή στα προηγούμενα χρόνια λιτότητας και περικοπών, στα χρόνια του «μνημονίου με ανθρώπινο πρόσωπο».