Το success story …επανέρχεται!

Το σχέδιο που με ζήλο υπερασπίζονται όπου βρεθούν και σταθούν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θα μπορούσε να ονομαστεί και «η επιστροφή του Αντώνη Σαμαρά» ή η «νεκρανάσταση του success story».

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Για όποιον έχει ξεχάσει, θυμίζουμε πώς ήταν το αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας το 2014: επιτέλους(!) στο βάθος του τούνελ έλαμπε φως, η εποχή των Μνημονίων έφθανε στο τέρμα της και η διαφαινόμενη οικονομική ανάπτυξη θα θεράπευε τις πληγές που άνοιξε η υπαγωγή της Ελλάδας στη μέγγενη των δανειστών το 2010. Οι δρακόντειοι όροι που θα συνόδευαν τη συζητούμενη τότε συμφωνία για ένταξη της Ελλάδας σε μια πιστοληπτική γραμμή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ή τα νέα μέτρα λιτότητας που προέβλεπε το περίφημο πλέον μέιλ Χαρδούβελη προς τους πιστωτές αποτελούσαν ασήμαντες λεπτομέρειες σε σύγκριση με την επιβράδυνση της πτωτικής πορείας ή την αλλαγή κατεύθυνσης που σημείωναν κρίσιμοι οικονομικοί δείκτες.

Το ουσιαστικό ωστόσο ήταν πως οι ποσοτικές αλλαγές δεν προμήνυαν κλείσιμο του κύκλου της κρίσης, δηλαδή επιστροφή στα προ κρίσης δεδομένα. Το σημαντικότερο επίσης ήταν πως οι ορατές – αν και οριακές – αυτές αλλαγές αφορούσαν την οικονομία και μόνο. Στο κοινωνικό επίπεδο οι απώλειες των μισθωτών συνεχίζονταν και παγιώνονταν και η όποια ανάκαμψη συντελούνταν στη βάση των κατακρεουργημένων δικαιωμάτων τους, τα οποία θα συνέχιζαν να είναι σκιά εκείνων του παρελθόντος.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα, που η χιλιοεπαναλαμβανόμενη αύξηση του ΑΕΠ χρησιμοποιείται άλλοτε σαν βάλσαμο κι άλλοτε σαν πέπλο συγκάλυψης της φτώχειας, της υπερφορολόγησης, της αυξανόμενης εκμετάλλευσης και του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας.

Αξίζει να δούμε γιατί χαίρονται και χαμογελούν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ την ίδια ώρα που η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί το θλιβερό προνόμιο κάθε αρνητικού ρεκόρ στις ευρωπαϊκές στατιστικές. Το πιο πρόσφατο «τρόπαιο» που ύψωσε θριαμβευτικά στον αέρα η κυβέρνηση αφορούσε τη διαβεβαίωση για την αύξηση του ΑΕΠ [και] από τα χείλη του Ευρωπαίου Επιτρόπου Πιέρ Μοσκοβισί, ο οποίος εξακολουθεί ακούραστα κι ανυποψίαστα να χειροκροτείται στον ρόλο του «καλού». Οι δηλώσεις του έγιναν μετά το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της 20ής Φεβρουαρίου, όταν η κυβέρνηση αποδέχθηκε τελικά να ψηφίσει οικονομικά μέτρα για μετά το 2019, παρότι διαβεβαίωνε για το αντίθετο. Δεν περνάει μάλιστα καθόλου απαρατήρητο πως οι Ευρωπαίοι σπεύδουν κάθε φορά να υπερθεματίσουν, μεγεθύνοντας κάθε υποψία βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων, μήπως και με αυτό τον τρόπο εμφανίσουν ότι η πολιτική τους δεν γεννάει μόνο… πόνο, αλλά και επιτυχίες.

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 2 Φεβρουαρίου, ήταν ο υπερ-Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Νίκος Παπάς, σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Ε, που τα εμφάνιζε όλα ρόδινα. Με βάση τα δικά του λόγια, ΑΕΠ, βιομηχανική παραγωγή, επενδύσεις, εξαγωγές και κατανάλωση διαρκών αγαθών αυξάνονται, ενώ θετικά είναι τα μηνύματα κι από το μέτωπο της απασχόλησης, καθώς τη διετία 2015-2016 δημιουργήθηκαν 232.000 θέσεις εργασίας. Πάντα με τα δικά του λόγια. Ας εξετάσουμε επομένως τι έχει καταγραφεί με βάση τις επίσημες στατιστικές στα συγκεκριμένα αυτά μέτωπα.

Έχει τεράστια σημασία να περιγράψουμε το πλαίσιο. Να υπενθυμίσουμε με άλλα λόγια το πρωτοφανές βάθος και τη διάρκεια, δηλαδή τον ιστορικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης. Τα περιέγραψε πολύ πρόσφατα και παραστατικά το ΔΝΤ, στην έκθεση που δημοσιοποίησε στις 6 Φεβρουαρίου 2017, συγκρίνοντας την ελληνική κρίση με την Ασιατική (που έπληξε την Ινδονησία, την Κορέα και την Ταϋλάνδη), την κρίση της ευρωζώνης και την μεγάλη ύφεση των ΗΠΑ. Οκτώ χρόνια έχουν περάσει από τις υψηλότερες επιδόσεις που είχαν καταγραφεί πριν το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα κι η τεθλασμένη γραμμή σέρνεται ακόμη στον «πάτο», όταν οι ΗΠΑ μετά το 1929 χρειάστηκαν μόλις 7 χρόνια για να επιστρέψουν στα προ της κρίσης επίπεδα.

Πηγή: ΔΝΤ

Προϊόν ασθενές και αβέβαιο

Με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (14.2.2017), το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2016 μειώθηκε 0,4% σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο του 2016, ενώ αυξήθηκε κατά 0,3% σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2015. Φαίνεται επομένως πως δεν έχουμε να κάνουμε με μια ρωμαλέα και αδιαμφισβήτητη μεγέθυνση του προϊόντος, όπως θα περίμενε κανείς μετά από μια τόσο μεγάλη και παρατεταμένη βουτιά, αλλά με μια αύξηση ασθενή και ευάλωτη στη συγκυρία.

Επιπλέον, αν έπρεπε να επαινέσουμε μια κυβέρνηση για την αύξηση που καταγράφηκε στην τριμηνιαία άνοδο του ΑΕΠ, τότε θα έπρεπε να συγχαρούμε την προηγούμενη, γιατί επί των ημερών της καταγράφηκε η πρώτη βελτίωση πριν τον καταποντισμό του 2015, που ήταν μάλιστα κι ανώτερη της τωρινής, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε.

Πηγή: Ελληνική Στατιστική Αρχή

Συγκεκριμένα η «ανωτερότητα» του Σαμαρά έναντι του Τσίπρα, για όποιον θέλει να αναγάγει σε κριτήριο οικονομικής επιτυχίας την εξέλιξη του ΑΕΠ, φαίνεται από την αξία του, καθώς το ΑΕΠ έφθασε στο υψηλότερο σημείο του επί της σημερινής κυβέρνησης το τρίτο τρίμηνο του 2016 (44,371 δις ευρώ). Υπολειπόταν ωστόσο αισθητά της νεοδημοκρατικής επίδοσης κατά το τρίτο τρίμηνο του 2014 (45,013 δις ευρώ). Αν επομένως ο Ν. Παπάς δεν ψάρευε σε θολά νερά, ποντάροντας στην άγνοια των ακροατών του, θα όφειλε να αναγνωρίσει ότι ο Τσίπρας ήρθε δεύτερος∙ προηγήθηκε ο Σαμαράς…

Ωστόσο, πέραν του ποσοτικού υπάρχει και το ποιοτικό στοιχείο: Η αύξηση του μεγέθους της πίτας, δηλαδή του κοινωνικού προϊόντος, δεν συνεπάγεται αυτόματα πως το κάθε κοινωνικό στρώμα κι η κάθε κοινωνική τάξη θα δουν το μερίδιο που τους αναλογεί να αυξάνεται αναλογικά. Κάλλιστα μια κοινωνική μερίδα μπορεί να δει τη θέση της να επιδεινώνεται, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τους συνταξιούχους, που έχουν υποστεί πρωτοφανείς απώλειες στις συντάξεις τους. Γιατί από τη μεριά τους να χειροκροτήσουν μια αύξηση του ΑΕΠ;

Σε ό,τι αφορά τις προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ το 2017 και στο μέλλον, τη δική του σημασία έχει ένα ακόμη ρεκόρ, το οποίο κατέκτησε η Ελλάδα με την αρωγή των δανειστών της: το χρυσό μετάλλιο στις αρνητικές αναθεωρήσεις! Και πάλι με βάση όσα αποκαλυπτικά αναφέρει η έκθεση του ΔΝΤ: «Οι αρνητικές αναθεωρήσεις της πραγματικής αύξησης του ΑΕΠ ήταν συχνότερες και μεγαλύτερες στην Ελλάδα απ’ οπουδήποτε αλλού στην ευρωζώνη. Πτωτικές αναθεωρήσεις στην ετήσια αύξηση της παραγωγής γίνονταν σε περισσότερες από 1 στις 3 δημοσιεύσεις στοιχείων, έναντι λιγότερων από 1 στις 4 για την υπόλοιπη ευρωζώνη την περίοδο 2001-2014. Οι αναθεωρήσεις ήταν μεγαλύτερες σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης και με σταθερό τρόπο μεροληπτικά καθοδικές (-0,6% κατά μέσο όρο, έναντι 0,2% για την ευρωζώνη)».

Ας μην θεωρούμε επομένως ως θέσφατο κάθε δήλωση ή πρόβλεψή τους.

Βιομηχανική παραγωγή: ό,τι απέμεινε

Η βιομηχανική παραγωγή τον Δεκέμβριο του 2016 πράγματι κατέγραψε μια ασυνήθιστη αύξηση έναντι όλων των προηγούμενων μηνών του έτους. Ακόμη κι έτσι όμως, ο δείκτης του ετήσιου κύκλου εργασιών στη βιομηχανία ανήλθε στο 86,72% του επιπέδου του 2010, που κι αυτό ήταν έτος κρίσης. Αν συγκρίναμε με το 2007, που η βιομηχανική παραγωγή ήταν στο υψηλότερο επίπεδο της προ κρίσης εποχής (123,08%), οι επιδόσεις του 2016 είναι σχεδόν 40% χαμηλότερες.

Η ελεύθερη πτώση που παρατηρείται στη βιομηχανική παραγωγή της Ελλάδας προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση αν τη συγκρίνουμε με την αυξανόμενη τάση επιστροφής της βιομηχανίας στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και στην ΕΕ.

Κι από επενδύσεις …αποεπένδυση!

Ανησυχία προκαλεί και η πορεία των επενδύσεων, καθώς η μείωση του κεφαλαιακού αποθέματος, όπως καταγράφεται στον πίνακα που ακολουθεί είναι θεαματική. Η αποεπένδυση σημαίνει γήρανση του κεφαλαιακού εξοπλισμού και λιγότερες θέσεις εργασίας για το μέλλον.

Καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα Ελλάδας, σε τιμές 2010

2010 2011 2012 2013 2014 2015 2016 2017
857,2 851,9 839 825,9 812,3 797,6 784,5 774,9

Πηγή: Ameco

Πηγή: Ameco

Σημασία ωστόσο, για το επιχειρηματικό μοντέλο που αναδεικνύεται από τις στάχτες της κρίσης, έχει και το είδος των επενδύσεων που γίνονται. Με βάση μελέτη της Endeavor Greece, που είδε το φως της δημοσιότητας στις αρχές Φεβρουαρίου, το κυρίαρχο υπόδειγμα θέλει έναρξη επαγγέλματος να κάνουν μαζικά καφετέριες, μπαρ και σουβλατζίδικα κι από την άλλη, σε λήξη εργασιών να προχωρούν εργοστάσια. Η έρευνα στηρίχθηκε σε στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου και έδειξε πως το 84% των νέων επιχειρήσεων από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του 2016 δραστηριοποιούνταν σε μαζική εστίαση, διασκέδαση, λιανεμπόριο και λογιστικές συμβουλευτικές υπηρεσίες. Η μεγαλύτερη συρρίκνωση, αντίθετα, παρατηρήθηκε στο λιανεμπόριο, τη μεταποίηση και τις κατασκευές.

Εύκολα επομένως αντιλαμβανόμαστε από τα παραπάνω πως το μέλλον έχει πολύ αέρα…

Εξαγωγές: ζήτω το 2014!

Σε ό,τι αφορά το διεθνές εμπόριο,  με βάση ανακοίνωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (9.1.2017) για τις εμπορικές συναλλαγές της Ελλάδας τον μήνα Νοέμβριο, πράγματι οι επιδόσεις του 2016 υπερβαίνουν τις επιδόσεις του 2015. Ωστόσο και πάλι υπολείπονται εκείνων του 2014. Είτε εξετάσουμε τις εξαγωγές συμπεριλαμβανομένης της αξίας των πλοίων (2,216 δις) ή εξαιρουμένης αυτής (2,203 δις ευρώ), το επίπεδο του 2014 (2,342 και 2,300 αντίστοιχα) δεν έχει επιτευχθεί.

Κατανάλωση: κάθε χρόνο και χειρότερα!

Το τρίτο τρίμηνο του 2016, η πραγματική κατανάλωση αυξήθηκε κατά ένα ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό της τάξης του 5,7%.  Όπως πολύ σωστά όμως παρατήρησε ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο του στις 2 Φεβρουαρίου 2016, «μια προσεκτική ανάλυση των κύριων προσδιοριστικών παραγόντων της ιδιωτικής κατανάλωσης, δείχνει μείωση του καθαρού (μετά από φόρους και εισφορές) διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά 2,1%, όταν τα δύο αυτά μεγέθη, σε όλα τα προηγούμενα τρίμηνα, κινούνται πάντα προς την ίδια κατεύθυνση». Επομένως η αυξημένη κατανάλωση δεν προέρχεται από αυξημένα εισοδήματα, μιας κι αυτά αποδεδειγμένα μειώνονται. Γνωρίζοντας ότι μειώνεται επίσης και η τραπεζική χρηματοδότηση, συμπεραίνεται ότι η αυξημένη κατανάλωση προέρχεται είτε από τραπεζικές αναλήψεις ή από χρήματα που υπάρχουν στα… σεντούκια, αν έχει μείνει τίποτε ακόμη. Και οι δύο αυτές πηγές ωστόσο αντιπροσωπεύουν εισοδήματα που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν. Κατ’ επέκταση, οι λόγοι που αυξάνεται η ιδιωτική κατανάλωση έπρεπε να είναι πηγή ανησυχίας κι όχι να εμφανίζονται ως πηγή αισιοδοξίας, όπως τις εμφανίζει ο Ν. Παπάς. Πολύ περισσότερο, όταν δειγματοληπτικές έρευνες φέρνουν στην επιφάνεια την κατάσταση παρατεταμένης οικονομικής ασφυξίας που ζουν τα νοικοκυριά. Από πολλές απόψεις χρήσιμη (και αποδομητική του ισχυρισμού του Ν. Παπά) είναι η έρευνα καταναλωτών που δημοσιεύεται στην τετραμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ (αρ. τεύχους 86, Ιανουάριος 2016). Από τις απαντήσεις των ερωτηθέντων φαίνεται ότι πλέον ένα μονοψήφιο μόνο ποσοστό αποταμιεύει κι αυτό μάλιστα αποταμιεύει μικροποσά, ενώ πολλοί περισσότεροι είναι όσοι πάνε στον γκισέ και τα ΑΤΜ για αναλήψεις!

Απασχόληση: μερική κι εκ περιτροπής!

Όσον αφορά την ανεργία, πράγματι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σε σχέση με το 2014. Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα που παραθέτουμε, τον Νοέμβριο του 2016 έφθασε το 23% έναντι 24,5% τον Νοέμβριο του 2015.

 

Το σημαντικότερο ωστόσο εδώ δεν είναι η σύγκριση του ποσοστού ανεργίας με το παρελθόν (δεδομένου ότι εξακολουθεί να παραμένει σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερο από το ιστορικό  υψηλό της ανεργίας στην Ελλάδα), αλλά οι σοβαρότατες ποιοτικές μεταβολές που έχουν συντελεστεί στο εργασιακό τοπίο. Βασικό τους γνώρισμα έχουν την έκρηξη της επισφάλειας, που μετατρέπει την ελληνική αγορά εργασίας πιθανώς στην πιο νεοφιλελεύθερη της Ευρώπης κι ας παραμένουν ακόμη σε ισχύ φιλεργατικοί νόμοι που όμως δεν εφαρμόζονται.

Τρία στοιχεία είναι αρκετά για να δείξουν ότι η αξιοπρεπής διαβίωση όλο και λιγότερο θα ταυτίζεται στο εξής με την εργασία. Πρώτο, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των νέων προσλήψεων αφορά ευέλικτες θέσεις εργασίας. Τον Ιούλιο του 2016 για παράδειγμα, με βάση στοιχεία του συστήματος Εργάνη, από τις 201.793 προσλήψεις οι 78.432 (38,87%) αφορούσαν μερική απασχόληση κι οι 30.859 (15,29%) εκ περιτροπής εργασία. Δεύτερο, 125.000 εργαζόμενοι πληρώνονται με μισθό κατώτερο των 100 ευρώ τον μήνα, φέρνοντας στην επιφάνεια τη δημιουργία μιας νέας γενιάς επισφαλώς εργαζομένων που ως βδομαδιάτικο έχουν 25 ευρώ! Ποια ανάγκη να καταφέρουν να καλύψουν με αυτά τα ψιχία; Φαγητό, τσιγάρα, καφέ, εισιτήρια για τα μέσα μεταφοράς; Τρίτο, 400.000 εργαζόμενοι με βάση στοιχεία που αναγράφονται στις φορολογικές τους δηλώσεις δεν αμείβονται καν! Πάνε κι έρχονται στην εργασία τους με την ελπίδα να μην κλείσει, μήπως έτσι καταφέρουν και λάβουν κάποτε τα δεδουλευμένα… Ταυτόχρονα νέες γενιές εργοδοτών εθίζονται στη δωρεάν εργασία, αναβιώνοντας προκαπιταλιστικές μορφές ωμής εκμετάλλευσης…

Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, όπως υλοποιήθηκε με τους μνημονιακούς νόμους και τη σχεδιασμένη αποδυνάμωση και περιθωριοποίηση των Επιθεωρήσεων Εργασίας (ώστε να μην υπάρχουν επιτόπιοι έλεγχοι) προηγείται της επικείμενης ανάκαμψης, βεβαιώνοντας ότι δεν θα συνοδεύεται από κοινωνικό μέρισμα, όπως συνέβαινε εν πολλοίς στο παρελθόν. Στο εξής η μεγέθυνση της πίτας θα τροφοδοτεί μεγαλύτερα κομμάτια αποκλειστικά και μόνο για την ελίτ, που θα δει τη θέση της να βελτιώνεται περαιτέρω. Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη κι αν υλοποιηθεί η πρόβλεψη της κυβέρνησης για μεγέθυνση της τάξης του 2,7% το τρέχον έτος, αυτό δεν θα σημάνει τίποτε το θετικό όσο το καθεστώς απορρύθμισης της εργασίας ισχυροποιείται κι οι μισθοί μειώνονται. Κι έτσι το success story της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, τρία χρόνια μετά το success story της ΝΔ, αποδεικνύεται εξ ίσου κάλπικο…

Μάρτιος 2017

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία, τεύχος 13, Άνοιξη 2017

Ανάπτυξη ευχολογίων και λιτότητας

8Στη συστηματική καλλιέργεια προσδοκιών για την ανάπτυξη της οικονομίας επιδίδονται εν χορώ τα σημαντικότερα στελέχη της κυβέρνησης. Ο αντιπρόεδρος Γ. Δραγασάκης κατά τη συνάντηση του με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, Βασ. Κορκίδη, δήλωσε πώς για πρώτη φορά συντρέχουν οι προϋποθέσεις πραγματικής ανάκαμψης, ενώ ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας χαρακτήρισε τους επόμενους πέντε μήνες κρίσιμους γιατί θα σηματοδοτήσουν τη στροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Πρόκειται για ευχολόγια που έρχονται να χρυσώσουν το χάπι της υπερφορολόγησης και των νέων μειώσεων στις επικουρικές συντάξεις που για 150.000 συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα θα φτάσουν ακόμη και το 40%. «Ξεχάστε τα 30 δις. φόρων που έχετε να πληρώσετε το δεύτερο εξάμηνο του 2016, έρχεται η ανάπτυξη…», λέει η κυβέρνηση. Λες και η αύξηση του ΑΕΠ πρόκειται να επαναφέρει μισθούς, συντάξεις και ανεργία στα επίπεδα του 2008.

Ύφεση δίνει η ΕΛΣΤΑΤ

Αξίζει όμως να δούμε που βρισκόμαστε τώρα. Με βάση πρόσφατες ανακοινώσεις της ελληνικής στατιστικής αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ο ετήσιος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης το δεύτερο τρίμηνο του 2016 διαμορφώθηκε στο -0,39% (από -0,93% το πρώτο τρίμηνο του 2016). Καλύτερα λοιπόν για την κυβέρνηση αντί να υπόσχεται ανέξοδα για το μέλλον, θα ήταν να απολογηθεί για το παρόν, δηλαδή τη συνέχιση της ύφεσης, που είναι αποτέλεσμα της δικής της πολιτικής. Οι βασικότερες αιτίες της καταγεγραμμένης ύφεσης ήταν η συρρίκνωση των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η θετική μεταβολή των επενδύσεων προήλθε κατά κύριο λόγο από την αύξηση των αποθεμάτων (που δεν υποδηλώνει αύξηση του παραγωγικού δυναμικού) κι όχι του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου.

Αν λοιπόν «συνέτρεχαν για πρώτη φορά προϋποθέσεις πραγματικής ανάκαμψης» όπως δήλωσε απόλυτα βέβαιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αυτές θα όφειλαν πχ να αντιστρέψουν στο άμεσο μέλλον την καθοδική πορεία των δύο παραπάνω μεγεθών: εξαγωγών και ιδιωτικής κατανάλωσης. Ωστόσο, αν κάτι προμηνύονται οι δρομολογημένες εξελίξεις είναι το αντίθετο: περαιτέρω πτώση των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Άνοδο των εξαγωγών θα είχαμε αν προβλεπόταν άνοδος του ρυθμού μεγέθυνσης στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας, όπου κατά πλειοψηφία κατευθύνονται οι ελληνικές εξαγωγές και μπορούμε να υποθέσουμε, παραμένοντας όλα τα άλλα κριτήρια σταθερά και παραβλέποντας πλήθος άλλων ουσιαστικών όρων, ότι μια γενική άνοδος του ΑΕΠ θα συμπαρέσυρε  τη ζήτηση και τις εισαγωγές κι έτσι θα ευνοούνταν οι έλληνες εξαγωγείς. Οι σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας σχηματίζουν 3 ομόκεντρους κύκλους. Στο κέντρο είναι η ευρωζώνη που απορρόφησε το πρώτο τετράμηνο του 2016 το 41,7% των εξαγωγών (από 38% το 2015), μετά είναι ο ΟΟΣΑ που απορρόφησε το 57,7% (από 56,3%) και τέλος η ΕΕ των (πάλαι ποτέ) 28 που απορρόφησε το 58,6% (από 53,7%) των ελληνικών εξαγωγών.

Οι προοπτικές και για τα τρία αυτά οικονομικά κέντρα είναι απογοητευτικές. Στην ευρωζώνη ο ρυθμός μεγέθυνσης προβλεπόταν να αυξηθεί από 1,6% το 2015 σε 1,7% το 2016 και 1,9% το 2017. Στην ΕΕ των 28 ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ το 2015 και 2016 θα παραμείνει σταθερός στο 1,9% και το 2017 θα αυξηθεί (σχήμα λόγου το τελευταίο) στο 2%. Εξ ίσου αναιμική προβλέπεται η ανάκαμψη και στις 34 χώρες μέλη του ΟΟΣΑ με τις προβλέψεις (που πάντα αναθεωρούνται επί το δυσμενέστερο) να δίνουν 1,8% για το 2016 και 2,1% για το 2017. Μάλιστα, παρουσιάζοντας ο ΟΟΣΑ τα στοιχεία για την παγκόσμια ανάπτυξη την 1η Ιουνίου τόνισε ότι η διεθνής οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια «παγίδα χαμηλής ανάπτυξης» (από την οποία προφανώς εξαιρείται η ελληνική υπερδύναμη, με βάση ις δηλώσεις των ΣΥΡΙΖΑίων…) ενώ παρότρυνε τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες. Πίσω από την έκκλησή του στο δημόσιο τομέα εύκολα ανιχνεύεται η απογοήτευση από την αλληλοτροφοδοτούμενη αποχή του ιδιωτικού τομέα από επενδύσεις και των καταναλωτών από ζήτηση…

Έξω …δεν πάμε καλά

Επομένως μια γενική άνοδος της ζήτησης στους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας που θα ωθούσε και τις ελληνικές εξαγωγές σε υψηλότερα επίπεδα, όπως συμβαίνει με μια παλίρροια που ανεβάζει κάθε μεγέθους σκάφος που πλέει, δεν αναμένεται!

Ας δούμε όμως τι προβλέπεται και με την ιδιωτική κατανάλωση που εξελίσσεται σε αχίλλεια πτέρνα. Κι εδώ δεν απαιτούνται μαγικές ικανότητες. Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω της αυξημένης άμεσης και έμμεσης φορολογίας, καθώς και των ασφαλιστικών κρατήσεων, μειώνει σταθερά την καταναλωτική ζήτηση. Με άλλα λόγια η «αριστερή» λιτότητα που επέβαλε το Μνημόνιο Τσίπρα τον Αύγουστο του 2015 αποκλείει εξ ορισμού το ενδεχόμενο να λειτουργήσει η ιδιωτική κατανάλωση ως ατμομηχανή της μεγέθυνσης. Θα συμβεί το αντίθετο: οι φόροι που ψηφίστηκαν και θα υιοθετηθούν με χρονοκαθυστέρηση υπόσχονται διαιώνιση των αιτιών της ύφεσης.

Το χειρότερο τουλάχιστον για τα μακροοικονομικά μεγέθη είναι πώς πλέον έχουν απενεργοποιηθεί κι οι μηχανισμοί που υποκατέστησαν επάξια την προηγούμενη 20ετία ακόμη κι αυτή την υποτυπώδη πολιτική αναδιανομής. Δηλαδή ο πιστωτικός κεϋνσιανισμός.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας για τα έργα και τις ημέρες των τραπεζών ισοδυναμούν με ηλεκτροσόκ, καθώς, από την μια, η χρηματοδότηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα μειώνεται σταθερά! Τον Ιούλιο του 2016 το υπόλοιπο της χρηματοδότησης ανήλθε σε 200,55 δισ. ευρώ μειωμένο κατά 1,6% σε ετήσια βάση. Ανάλογη μείωση (ύψους 2%) παρατηρήθηκε και τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Από την άλλη κι αυτή η χρηματοδότηση που απελευθερώνεται, δίνεται με όρους τοκογλυφικούς, αποθαρρύνοντας την πρόσβαση στα γκισέ των τραπεζών. Συγκεκριμένα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των νέων δανείων από 4,41% τον Μάιο του 2016 αυξήθηκε σε 4,59% τον Ιούλιο του 2016 (με τα καταναλωτικά να φθάνουν το 14,47%), την ίδια ώρα που το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των νέων καταθέσεων ανήλθε σε 0,42% τον Ιούλιο (μειωμένο οριακά από τον Μάιο που ήταν στο 0,43%).

Τροχοπέδη οι τράπεζες

Η διαφορά του επιτοκίου είναι ένα πρώτης τάξεως μέτρο για την αδηφαγία των τραπεζών. Ναι, των τραπεζών που κεφαλαιοποιήθηκαν ξανά και ξανά και ξανά, από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ και τώρα, προς ηχηρή διάψευση των υπερφίαλων υποσχέσεων για αθρόα χρηματοδότηση της οικονομίας εάν κι εφόσον χρηματοδοτούνταν από τον δημόσιο κορβανά, τώρα, μετατρέπονται σε θηλιά στο λαιμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών που σιγά – σιγά σφίγγει απειλώντας με πνιγμό ακόμη κι όσους γλίτωσαν τα χρόνια της κρίσης. Οι ζημιές τους μάλιστα παραμένουν σε τόσο υψηλά επίπεδα (σε 8,97 δισ. ζημιές το 2015, από 3,46 δισ. ευρώ ζημιές αναφέρεται η έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδας 2015-2016, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να φτάνουν το 2015 τα 7,28 δισ. ευρώ!) ώστε είναι σίγουρο πώς όσο θα υπάρχουν οι τράπεζες με τη σημερινή τους μορφή θα λειτουργούν σαν βδέλλες στο σώμα της οικονομίας.

Συμπερασματικά, η πολιτική του Μνημονίου που εφαρμόζουν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει επιφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα σε νευραλγικά κέντρα της οικονομίας όπως η ιδιωτική κατανάλωση (που συνθλίβεται από τη λιτότητα και τη φορολογία) και το χρηματοπιστωτικό σύστημα (από τη στιγμή που επιλέγηκε να παραμείνει στους αποτυχημένους ιδιώτες), χωρίς να εξετάζουμε τις δημόσιες δαπάνες που έχουν πεταχτεί στο πυρ το εξώτερον ως αιτία του κακού. Τούτων δοθέντων, ακόμη κι αν έρθει η μεγέθυνση το 2017, πράγμα καθόλου δύσκολο μετά την πρωτοφανή ύφεση διάρκειας 8 ετών, δεν θα έρθει από …καλούς λόγους. Θα έρθει επειδή απλώς δεν πάει παρακάτω κι επίσης λόγω των χαμηλών μισθών και ημερομισθίων που θα προσελκύσουν διεθνείς επενδύσεις. Για ποιο λόγο τότε να χαρούν οι εργαζόμενοι κι οι άνεργοι;

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα kommon.gr στις 2 Σεπτεμβρίου 2016

Εξακολουθεί να βυθίζεται η ιδιωτική οικονομία (Πριν, 27 Ιουλίου 2014)

euroΩς νούμερο ένα χώρα υποψήφια για χρεοκοπία χαρακτήρισε η Blackrock την Ελλάδα

Ηχηρό ράπισμα στο πρόσωπο της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν η τριμηνιαία έκθεση της Blackrock που αποτιμά τον κίνδυνο χρεοκοπίας που διατρέχουν 50 χώρες το κόσμου. Η τοποθέτηση της Ελλάδας στη τελευταία θέση, την 50η, δηλαδή πιο χαμηλά ακόμη κι από την Αργεντινή, την Ουκρανία, την Αίγυπτο και την Βενεζουέλα, ήταν πλήγμα για την κυβέρνηση δεδομένων των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση και αφορούν: 40% στην δημοσιονομική κατάσταση (από το ύψος του δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ που με βάση στοιχεία της Eurostat το πρώτο τρίμηνο του 2014 έφτανε το 174,1%, αυξημένο κατά 13,3% σε σχέση με ένα χρόνο πριν, μέχρι την δομή του χρέους και τα φορολογικά έσοδα), 30% στην πρόθεση πληρωμών (που παραμένει προφανώς αναμφισβήτητη), 20% στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας (που εξετάζει την κατάσταση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, όπου παρατηρείται επιδείνωση με το εμπορικό έλλειμμα να αυξάνει κατά 3,4% το πρώτο τρίμηνο του 2014) και κατά 10% στην υγεία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Κι εδώ, η Blackrock ξέρει για την κατάσταση των τραπεζών τόσα πολλά πράγματα, καθώς στελέχη της έκαναν την αξιολόγηση των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με βάση την οποία εξέδωσαν το πόρισμα για τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, όσο κανένας άλλος. Η διείσδυσή της μάλιστα στην ελληνική οικονομία είναι σκανδαλώδης καθώς, με τις παράλληλες επενδύσεις της, θέτει θέμα σύγκρουσης συμφέροντος. Η τοποθέτηση επομένως της Ελλάδας στην 50η θέση μεταξύ 50 κρατών όλου του κόσμου (ευτυχώς για τον Σαμαρά που η λίστα δεν περιελάμβανε 100 ή περισσότερα κράτη) διαψεύδει το κλίμα αισιοδοξίας που επιχειρεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση για να δείξει ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο, ενώ η έξοδος από την ύφεση είναι θέμα χρόνου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η αλήθεια είναι ότι ακόμη κι αν αποδειχθούν σωστές οι προβλέψεις για μη αρνητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης φέτος, η άνοδος θα έχει προέλθει από επιχειρηματικές δραστηριότητες μηδενικής προστιθέμενης αξίας: από καφέ, σουβλατζίδικα και αρπαχτές στον τουρισμό που είναι το πραγματικό success story του αχαλίνωτου καπιταλισμού.

Προς επίρρωση οι απογοητευτικές επιδόσεις των εξαγωγών που αποτελούν για τους ίδιους κριτήριο αξιολόγησης του δυναμισμού μιας οικονομίας, ανεξαρτήτως για παράδειγμα της απασχόλησης που επιτυγχάνεται (μήπως έτσι μειωθεί η ανεργία από το 27%) ή του βαθμού κάλυψης των εσωτερικών καταναλωτικών αναγκών, που θα έπρεπε να είναι το μέτρο για την αποτίμηση των επιδόσεων μιας οικονομίας. Παρά λοιπόν τις θετικές προβλέψεις που διατυπώνονται για την άνοδο του παγκόσμιου ΑΕΠ και του εμπορίου φέτος (3,7% προβλέπει το ΔΝΤ) η πορεία που ακολουθούν οι εξαγωγές από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι και τον Μάριο του 2014 είναι έντονα καθοδική, συμβάλλοντας μαζί με την αύξηση των εισαγωγών στην προαναφερθείσα διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος.

Σε πτώση οι εξαγωγές, σε άνοδο το εμπορικό έλλειμμα

Η σημαντικότερη αιτία πίσω από την κόπωση που παρατηρείται στις εξαγωγικές επιδόσεις βρίσκεται, σύμφωνα με τους εξαγωγείς της Βόρειας Ελλάδας, στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Δηλαδή, στην απροθυμία του τραπεζικού τομέα να χρηματοδοτήσει ακόμη κι αυτές τις επιχειρήσεις που είναι συνήθως οι πρωταθλητές του κάθε κλάδου, δηλαδή οι πιο επιτυχημένες, με το ρίσκο να βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο. Η επενδυτική αποχή των τραπεζών αποτυπώνεται με τον πιο παραστατικό τρόπο στα στοιχεία που εξέδωσε η Τράπεζα της Ελλάδας για την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Με βάση αυτά, τον Ιούνιο του 2014 συνεχίστηκε η μείωση της χρηματοδότησης στον ιδιωτικό τομέα κατά 3,5% (σε ετήσια βάση) που διαμορφώθηκε σε 214,81 δισ. ευρώ. Η μεγαλύτερη δε μείωση καταγράφτηκε στην χρηματοδότηση επιχειρήσεων (-4,7%), αντίθετα πχ απ’ ό,τι συνέβη με την χρηματοδότηση ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών και ατομικών επιχειρήσεων (+1,5% δωδεκάμηνη μεταβολή).

Η απόφαση των τραπεζιτών να συνεχίσουν να διατηρούν τα θησαυροφυλάκιά τους ερμητικά κλειστά αποτελεί πρόκληση αν λάβουμε επιπλέον υπ’ όψη μας την σταθερή άνοδο που παρατηρείται στις τραπεζικές καταθέσεις. Επομένως δεν δικαιολογείται. Ο Ιούνιος ήταν ο τέταρτος συνεχόμενος μήνας που καταγράφηκε αύξηση, συγκεκριμένα αξίας 1,1 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα οι καταθέσεις να φτάσουν τα 163,2 δισ. ευρώ (εξακολουθούν επομένως να απέχουν έτη φωτός από το ιστορικό υψηλό των 237 δισ. ευρώ που είχε καταγραφεί στα τέλη του 2009). Η αύξηση μάλιστα όπως ήταν αναμενόμενο προήλθε από τις καταθέσεις των επιχειρήσεων. Οι ιδιώτες μόνο αναλήψεις κάνουν για να πληρώνουν δάνεια και οφειλές στην εφορία που μέχρι το τέλος του έτους (οπότε θα πρέπει να καταβληθούν 11 δισ. ευρώ σε φόρο εισοδήματος, τέλος επιτηδεύματος, εισφορά αλληλεγγύης, ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων, τέλη κυκλοφορίας, κ.α.) θα φτάσουν σε νέα ύψη.

Οι τράπεζες επομένως μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, αλλά δεν θέλουν. Επιλέγουν να διατηρούν τα ρευστά διαθέσιμα στα ταμεία τους ξέροντας ό,τι γνωρίζει καλά και η Blackrock: την τεράστια δυσκολία που θα αντιμετωπίσουν οι τέσσερις ελληνικές τράπεζες τον Οκτώβριο με αφορμή τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που θα έχει ως αποτέλεσμα να απαιτηθούν όχι μόνο τα 11,5 δισ. ευρώ που έχουν απομείνει στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (και σκανδαλώδους αδιαφάνειας) αλλά πολύ περισσότερα ακόμη κεφάλαια.

Το έγκλημα επομένως της «διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας δεν περιορίζεται μόνο στο 2010 όταν, όπως είπε κι ο ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι την προηγούμενη εβδομάδα, «η Ελλάδα σώθηκε προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες ήταν εκτεθειμένες». Το έγκλημα συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να απορροφούν και τον τελευταίο εναπομείναντα πόρο της χειμαζόμενης ελληνικής οικονομίας για να εξασφαλίσουν την δική τους επιβίωση.

ΕΚΘΕΣΗ ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Πρωτοφανές επενδυτικό τέλμα παρά τη μείωση των μισθών (Πριν, 8.9.2013)

between_bldsΑνατομία ενός εγκλήματος θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί η ετήσια έκθεση για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση που έδωσε στη δημοσιότητα το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Στις σελίδες της παρουσιάζονται με αποκαλυπτικές λεπτομέρειες όλες οι πλευρές του προσχεδιασμένου εγκλήματος που συντελέστηκε στην Ελλάδα, την τελευταία τριετία, με ένα και μοναδικό σκοπό: να συντριβούν εργατικά δικαιώματα και κοινωνικές κατακτήσεις ενός αιώνα! Όλα τα υπόλοιπα που υποτίθεται ότι θα κατάφερνε το μνημόνιο μέσα από τις επώδυνες μεταρρυθμίσεις αποδεικνύονται χάνδρες και καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Σημείο αφετηρίας (και αναφοράς) δεν μπορεί παρά να είναι το άνευ προηγουμένου πλήγμα που δέχτηκε ο κόσμος της εργασίας στις αμοιβές και το επίπεδο ζωής του, με αφορμή τα Μνημόνια. Με βάση τις εκτιμήσεις του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ την τετραετία 2010-2013, οι μέσες ονομαστικές αποδοχές ανά απασχολούμενο μειώθηκαν κατά 16,3% έναντι του 2009. Ως αποτέλεσμα οι μέσες ετήσιες αποδοχές ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 22.325 (κι ήταν μικρότερες ακόμη κι από της Σλοβενίας) ενώ μεγάλωσε σημαντικά η ψαλίδα ως προς τις ετήσιες αποδοχές εργαζομένων άλλων χωρών όπως η Ισπανία (34.000), η Γερμανία (38.000), η Ιρλανδία (45.000) και η Γαλλία (49.000). Συντριπτικό πλήγμα στο επίπεδο των μισθών επέφερε το δεύτερο μνημόνιο τον Φεβρουάριο του 2012 με αφορμή την μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22%. Ως αποτέλεσμα ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης κατρακύλησε στην ευρωπαϊκή κατάταξη πιο χαμηλά κι από τον αντίστοιχο μισθό της Μάλτας και της Ισπανίας πλησιάζοντας απειλητικά τους κατώτατους μισθούς της Πολωνίας και της Ουγγαρίας. Η καθίζηση σημειώθηκε λόγω του ότι η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα στην ΕΕ στην οποία επιβλήθηκε μείωση των κατώτατων ονομαστικών μισθών. Η υποβάθμιση της θέσης της εργασίας στην Ελλάδα προήλθε επίσης και λόγω της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων. Την περίοδο 2009–2013 η ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία παρουσίασε αύξηση, ξεπερνώντας το 36%, ενώ πολλαπλασιάστηκαν οι επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας (από 238 το 2010 σε 976 το 2012) με τη συντριπτική τους πλειοψηφία (72,6%) να υπογράφεται με ενώσεις προσώπων κι ελάχιστες απ’ αυτές (17,4%) να υπογράφονται από επιχειρησιακά σωματεία. Κοινή συνισταμένη των παραπάνω ήταν η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας έναντι των 36 κυριότερων ανταγωνιστριών χωρών να ανέλθει σε 19,2% έναντι του 2009.

Η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, με βάση διεθνείς συγκρίσεις, κατά ένα πέμπτο σχεδόν, θα έπρεπε να κάνει τους νεοφιλελεύθερους όλου του πολιτικού φάσματος να αναφωνήσουν από χαρά. Αρκεί να θυμηθούμε ότι στο υψηλό εργατικό κόστος έριχναν επί χρόνια την πέτρα του αναθέματος για τις χαμηλές εξαγωγικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας ακόμη και για την κρίση, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλοί μισθοί αποτρέπουν τους επιχειρηματίες από την αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού. Χαμηλότεροι μισθοί κατά την άποψή τους έπρεπε να πυροδοτήσουν εξαγωγές, επενδύσεις και αύξηση του βαθμού χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού. Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει οικτρά αυτές τις προβλέψεις.

Για να μειωθεί η ανεργία από το εφιαλτικό 31,5% που θα φτάσει το 2014 είναι μονόδρομος η παύση πληρωμών, η έξοδος από ευρώ – ΕΕ κι η μείωση των ωρών εργασίας

Η συμβολή των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ την περίοδο 2010-2013 δεν υπερέχει καθόλου της αντίστοιχης συμβολής των ετών 1995-2008, παρατηρεί η έκθεση. Τονίζει επίσης ότι στη διάρκεια εφαρμογής των μνημονίων οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών όχι μόνο δεν κατέστησαν κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης αλλά παρουσίασαν κι επιδείνωση ως προς τη συμβολή τους στο ΑΕΠ. Τζίφος οι εξαγωγές λοιπόν.

Το ίδιο συνέβη και με τις επενδύσεις. Στο τέλος του 2013, οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου (που ως ποσοστό θα ανέρχονται στο 13% του ΑΕΠ) σε σταθερές τιμές θα έχουν επιστρέψει στο επίπεδο του 1994! Παίρνοντας δε υπ’ όψη μας και τις αποσβέσεις, που ανέρχονται στο 21% του ΑΕΠ, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε διαδικασία αποεπένδυσης που φέτος θα φτάσει το 8%. Χάνει σταθερά το απόθεμα πάγιου κεφαλαίου, κάτι που παρατηρείται για πρώτη φορά από το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Έτσι όμως αποκλείεται οποιαδήποτε σύντομη επιστροφή σε θετικούς αι μακροχρόνια διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι για παράδειγμα προϋπόθεση για μακροχρόνιους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ της τάξης του 3%, είναι συνολικές παραγωγικές επενδύσεις (εξαιρουμένων των κατοικιών) ύψους 15% του ΑΕΠ. Τζίφος επομένως και οι επενδύσεις που θα έρχονταν αν μειώνονταν οι μισθοί κι έτσι θα βελτιώνονταν οι όροι αξιοποίησης του κεφαλαίου, σύμφωνα με το γνωστό τροπάριο.

Και τι μένει τελικά από την συντριβή μισθών και ημερομισθίων; Πέρα από την πρωτοφανή υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας ή, καλύτερα, μέσω αυτής η αλματώδης διεύρυνση του περιθωρίου κέρδους για το κεφάλαιο! Συνυπολογίζοντας και την κάθετη μείωση του ΑΕΠ από το 2008 αποδεικνύεται ότι η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης δεν συνέβαλε στην αναβάθμιση της θέσης της ελληνικής οικονομίας, αλλά στην υποβάθμιση της θέσης της εργασίας. Με άλλα λόγια, η αστική τάξη της Ελλάδας δεν δίστασε να καταδικάσει σε ακρωτηριασμό την παραγωγική μηχανή της χώρας και τις δυνατότητες της, προκειμένου να βελτιώσει τη θέση της έναντι της εργατικής τάξης.

Το δικό του ρόλο στη καταβαράθρωση της θέσης της εργατικής τάξης είχε και το κράτος, καθώς το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων δεν κατέγραψε ελεύθερη πτώση μόνο λόγω των μισθολογικών μειώσεων. Σημαντικά συνέβαλε και η φορολογία, καθώς μισθωτοί και συνταξιούχοι ανέλαβαν όλο το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Συγκεκριμένα, ενώ το μέσο δηλωθέν εισόδημα μισθωτών και συνταξιούχων μειώθηκε το 2011 κατά 18% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η μέση φορολογική τους επιβάρυνση αυξήθηκε κατά 25%. Κι αυτή η φορολογική λεηλασία μάλιστα συνέβη ταυτόχρονα με την μείωση των κοινωνικών δαπανών (συντάξεις, δαπάνες υγείας και προνοιακές μεταβιβάσεις) από 23,9% του ΑΕΠ το 2009 (55,2 δισ. ευρώ) σε 22% του ΑΕΠ το 2013 (40,3 δισ.). Έτσι η Ελλάδα αποτέλεσε την μοναδική χώρα μεταξύ των κρατών μελών του ΟΟΣΑ που μείωσε τις κοινωνικές δαπάνες.

Στην έκθεση του ΙΝΕ διατυπώνονται οι πιο ζοφερές προβλέψεις για την ανεργία, που μόλις το 2009 έπληττε «μόνο» το 7,7% του εργατικού δυναμικού για να φτάσουμε την τελευταία πενταετία να χαθούν οι θέσεις εργασίας (930.000) που δημιουργήθηκαν μέσα σε 17 χρόνια (1992-2008). Η ανεργία σύμφωνα με το ΙΝΕ από 27% φέτος θα αυξηθεί το 2014 στο 31,5%! Διατυπώνεται μάλιστα πολύ εύστοχα η θέση πως «μόνο ένα επενδυτικό σοκ μπορεί να θέσει σε κίνηση ξανά την ελληνική οικονομία». Το ερώτημα ωστόσο που προκύπτει σχετίζεται με τους όρους που θα επιτρέψουν να συμβεί το επενδυτικό σοκ που απαιτείται για να εξέλθει η ελληνική οικονομία από τον φαύλο κύκλο λιτότητας – ύφεσης – παραγωγικής υποβάθμισης – μείωσης μισθών. Η έκθεση αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς ελληνικό, τονίζοντας πρώτο, ότι συλλήβδην ο ευρωπαϊκός Νότος μετεξελίχθηκε μέσω του δανεισμού σε οικονομικό σχηματισμό ζήτησης, για να φτάσει στην Ελλάδα το 2008 το 74% του ΑΕΠ να προέρχεται από τη ζήτηση και την καταναλωτική δαπάνη και να παράγεται εδώ μόνο το 27% των προϊόντων που καταναλώνονται. Δεύτερο, ότι η σταδιακή τεχνολογική, καινοτομική, οργανωτική και ποιοτική απαξίωση της παραγωγικής υποδομής στην μεταποίηση και την γεωργία του Νότου επήλθε στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας, που έφερε την άνιση ανάπτυξη Βορρά – Νότου.

Κατά συνέπεια είναι αυταπάτη να αναμένεται οποιαδήποτε ανάταξη των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ και των επενδύσεων (που μεταξύ 2008 και 2013 μειώθηκαν κατά 65%) – όρος εκ των ων ουκ άνευ για την μείωση της ανεργίας – όσο παραμένουν οι ερμητικά κλειστοί οι δύο μοναδικοί δρόμοι από τους οποίους θα μπορούσαν να προέλθουν οι αναγκαίοι πόροι.

Ο πρώτος είναι από το εξωτερικό. Από τη στιγμή που η Ελλάδα παραμένει στην ευρωζώνη και την ΕΕ, θέλοντας και μη, ανεξάρτητα δηλαδή από την πρόθεση του κάθε Στουρνάρα, συμμετέχει σε ένα καταμερισμό εργασίας που δεν της επιτρέπει να έχει ναυπηγεία, αμυντική βιομηχανία και δευτερογενή παραγωγή. Αυτές οι δραστηριότητες προορίζονται για τις βόρειες χώρες, όπως αποδεικνύει η δραματική εμπειρία των τελευταίων ετών. Δυνατότητα συνεργασίας με άλλες χώρες δεν υφίσταται, από τη στιγμή που η όποια βιομηχανική πολιτική σχεδιάζεται στις Βρυξέλλες, με γνώμονα τα γερμανικά συμφέροντα και σε αυτό τον σχεδιασμό δεν προβλέπονται για την Ελλάδα δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενες αξίας. Κατά συνέπεια η συμμετοχή της Ελλάδας στη διεθνή αγορά αποτελεί βαρίδι, με τους όρους που συντελείται.

Η δεύτερη δυνατότητα για οποιαδήποτε οικονομική μεγέθυνση είναι – θεωρητικά πάντα – ενδογενής και δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια έστω και μικρή ώθηση από το κράτος, όπως συμβαίνει ακόμη και στις ΗΠΑ. Η δυνατότητα αυτή ωστόσο θα παραμένει θεωρητική όσο λείπουν τα μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής, δηλαδή το ζεστό χρήμα που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία. Επίσης, όσο τα δημόσια έσοδα εξυπηρετούν κατά προτεραιότητα το δημόσιο χρέος, με αποτέλεσμα μόνο για φέτος να δοθούν για τόκους και χρεολύσια συνολικά 22 δισ. ευρώ. Πως να περισσέψουν πόροι όχι για άσκηση κοινωνικής πολιτικής (που αναντίρρητα αποτελεί προτεραιότητα) αλλά ακόμη κα για την πυροδότηση της επανεκκίνησης της συσσώρευσης κεφαλαίου που αυτή τη στιγμή μοιάζει να είναι σε απόλυτη απορρύθμιση, υπό το βάρος του άτυπου καθεστώτος χρεοκοπίας;

Τέλος, προϋπόθεση για να μειωθεί η ανεργία είναι η σημαντική μείωση των ωρών εργασίας, χωρίς μείωση των αποδοχών, κι ο τερματισμός του εργοδοτικού αυταρχισμού έτσι ώστε όταν λέμε 4ωρο ή 6ωρο να εννοούμε 4ωρο ή 6ωρο κι όχι 12ωρο…

Εν κατακλείδει, όσο η Ελλάδα παραμένει στην ευρωζώνη και στην ΕΕ, όσο συνεχίζει να εξυπηρετείται το δημόσιο χρέος κι όσο δεν μπαίνει ένας φραγμός στην υπερεκμετάλλευση των όλο και λιγότερων εργαζομένων, μέσω της μείωσης του χρόνου εργασίας, ο κίνδυνος που επεσήμανε το ΙΝΕ, να χρειαστούν 20 χρόνια για να μειωθεί η ανεργία στο επίπεδο του 2008, θα μετατραπεί σε πραγματικότητα. Κι αυτό μπορεί να συμβεί ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις…