Η επική αποτυχία ιδιωτικοποίησης των νερών στην Αγγλία

Οι μετοχές των ιδιωτικών εταιρειών ύδρευσης να αγοραστούν από το κράτος σε τιμές κτήσης ή τρέχουσες τιμές αγοράς; Αυτό είναι το ερώτημα που απασχολεί ένα όλο και μεγαλύτερο κύκλο ενδιαφερομένων στην Μεγάλη Βρετανία μετά την απόφαση των Εργατικών να επανεθνικοποιήσουν την ύδρευση και την αποχέτευση, όταν θα εκλεγούν στην κυβέρνηση. Η οργή των Βρετανών εναντίον των ιδιωτικών εταιρειών ύδρευσης και αποχέτευσης έφτασε πρόσφατα στα ύψη με αφορμή την δημοσιοποίηση των σχεδίων τους για την περίοδο 2020 – 2025. Απ’ όποια οπτική γωνία και να τα δει κανείς, τιμές καταναλωτή, επενδύσεις στις υποδομές, διαρροές του δικτύου, υπερχείλιση φρεατίων και μόλυνση ποταμιών, αβίαστα προκύπτει ότι η ιδιωτικοποίηση του νερού που επέβαλε η Θάτσερ το 1989 έχει εξελιχθεί σε μια παταγώδη, επική αποτυχία. Σε τέτοιο βαθμό ώστε η συζήτηση για την κρατικοποίηση των εταιρειών ύδρευσης και αποχέτευσης δεν σχετίζεται με το αν, αλλά το πώς: υπό ποιους όρους, πότε, με ποια τιμή, κοκ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μοναδική εξαίρεση σε αυτή την γενικευμένης εικόνα παρακμής και κατάπτωσης είναι ό,τι σχετίζεται με τη χρηματική οικονομία: μετοχές και χρέη! Εδώ πράγματι οι 15 ιδιωτικές εταιρείες ύδρευσης (3 εκ των οποίων είναι εισηγμένες) εκπλήσσουν όλους με την επινοητικότητά τους καθώς έχουν αποδειχθεί ένα τεράστιο πλυντήριο. Το κατόρθωμά τους συμπυκνώνεται σε δύο αριθμούς: Στα 56 δισ. βρετανικές λίρες που έχουν διανείμει ως μερίσματα στους μετόχους από το 1989 και στα 51 δισ. λίρες χρέους που έχουν φορτώσει τους ισολογισμούς τους! Να ληφθεί δε υπ’ όψη ότι η Θάτσερ παρέδωσε στους ιδιώτες τις εταιρείες ύδρευσης – αποχέτευσης χωρίς να έχουν ούτε μία πένα χρέους. Τι έκαναν έκτοτε οι ιδιώτες; Για να είναι ελκυστική η μετοχή στην αγορά και το χρηματιστήριο διένειμαν κάθε χρόνο υψηλά μερίσματα τα οποία προέκυπταν από νέο δανεισμό. Στην πραγματικότητα η χρηματοοικονομική θέση των εταιρειών επιδεινώνεται όλα αυτά τα χρόνια, καθώς φορτώνονται με μελλοντικές υποχρεώσεις. Η επιβάρυνση δεν είναι ορατή αυτή τη στιγμή λόγω των χαμηλών επιτοκίων. Μέχρι πότε όμως τα επιτόκια θα είναι αρνητικά ή στη ζώνη του μηδενός; Εν συντομία, το κατόρθωμα των ιδιωτών είναι ότι χρησιμοποίησαν τις εταιρείες ύδρευσης ως κέλυφος των δραστηριοτήτων τους για να δανείζονται χρήμα από την αγορά και να το διανέμουν ως μέρισμα στους μετόχους, ενώ οι υπηρεσίες που είναι υποχρεωμένοι να παραδίδουν πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο.

Η πηγή των μερισμάτων δεν είναι μόνο το αυξανόμενο εταιρικό χρέος. Είναι και τα τιμολόγια. Στην Αγγλία και την Ουαλία, που είναι οι μοναδικές περιοχές του κόσμου όπου ύδρευση και αποχέτευση είναι πλήρως ιδιωτικοποιημένες, με τα κρατικά μονοπώλια να έχουν δώσει τη θέση τους σε ιδιωτικά μονοπώλια, οι λογαριασμοί του νερού έχουν αυξηθεί αυτή την περίοδο κατά 40%, με αποτέλεσμα 11,5 εκ. καταναλωτές να πασχίζουν να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς τους. Με βάση έρευνα του πανεπιστημίου του Γκρίνουιτς αν ύδρευση και αποχέτευση είχαν μείνει στο δημόσιο οι καταναλωτές θα ωφελούνταν 2,3 δισ. λίρες ετησίως, που σημαίνει ότι το κόστος της ιδιωτικοποίησης για κάθε νοικοκυριό ανέρχεται σε 100 λίρες ετησίως. Η αποτυχία του ιδιωτικού τομέα να εξασφαλίσει φθηνό και ποιοτικό νερό δεν αποτελεί βρετανική ιδιαιτερότητα. Με βάση έρευνα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης στη Γαλλία, όπου τα δύο τρίτα των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης προσφέρονται από τον ιδιωτικό τομέα στη βάση συμβάσεων παραχώρησης, η τιμή του νερού που παρέχεται από τους ιδιώτες είναι κατά μέσο όρο 16,6% υψηλότερη σε σχέση με την τιμή που παρέχουν οι δήμοι!

Οι ιδιωτικές εταιρείες ύδρευσης ευθύνονται επίσης για την μεγαλύτερη ρύπανση που έχουν ποτέ υποστεί οι βρετανικοί ποταμοί, μετά τη βιομηχανική επανάσταση. Μόνο η Thames Water τον Μάρτιο δέχθηκε πρόστιμο ύψους 20 εκ. λιρών επειδή έριξε στον ποταμό Τάμεση περισσότερα από 4,2 δισ. λίτρα ακαθαρσιών. Και δεν ήταν εξαίρεση. Με βάση δήλωση του τότε Συντηρητικού υπουργού Περιβάλλοντος Μάικλ Γκόουβ μόνο το 16% των ποταμών, λιμνών, εκβολών και βρίσκεται σε «πολύ καλή ή καλή κατάσταση» κι αυτό συμβαίνει εξ αιτίας των εταιρειών ύδρευσης και αποχέτευσης. Στη Σκοτία, αντίθετα, όπου ύδρευση και αποχέτευση παραμένουν στο δημόσιο η ποιότητα των υδάτων είναι πολύ υψηλότερη, σε σχέση με Αγγλία και Ουαλία, και συγκρίνεται με την ποιότητα των υδάτων της Σκανδιναβίας. Προς διάψευση μάλιστα κι όσων λέγονται για την ικανότητα του ιδιωτικού τομέα να αποφεύγει σπατάλες, τουλάχιστον το 20% του νερού χάνεται καθημερινά σε διαρροές λόγω της απαρχαίωσης και κακής συντήρησης του δικτύου, με βάση τους Financial Times στις 19 Ιουλίου 2019.

Η αποτυχία του ιδιωτικού τομέα να διαχειριστεί την ύδρευση και αποχέτευση σε όλη την Ευρώπη προκάλεσε ένα κύμα επανεθνικοποίησης των ιδιωτικών εταιρειών ύδρευσης, με κορυφαία παραδείγματα το Παρίσι και το Βερολίνο.

Δοθέντων των παραπάνω η αναφορά του βουλευτή της ΝΔ, Μπ. Παπαδημητρίου, στη χαμηλή τιμή του νερού που πίνουμε, μόνο ως άνοιγμα της συζήτησης για την ιδιωτικοποίηση των εταιρειών ύδρευσης μπορεί να αντιμετωπισθεί. Σαν λαγός λειτούργησε ο πρώην δημοσιογράφος του Σκάι. Υπ’ αυτή την έννοια η αναφορά του ήταν διαφωτιστική γιατί έδειξε ότι ιδιωτικοποίηση και άνοδος της τιμής του νερού πάνε χέρι – χέρι. Οι μεγαλύτεροι άλλωστε θα θυμούνται ότι ανάλογη συζήτηση, για τη χαμηλή τιμή του ρεύματος, είχε προηγηθεί της έναρξης της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ και του ηλεκτρικού ρεύματος. Για να φτάσομε σήμερα το 50% των νοικοκυριών να είναι ενεργειακά φτωχοί…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Η ενεργειακή φτώχεια ήρθε για να μείνει

Από μόνα τους τα ευρήματα που έδωσε στη δημοσιότητα η ΕΚΠΟΙΖΩ για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ήταν εντυπωσιακά. Το σημαντικότερο στοιχείο που περιλάμβανε η ποσοτική έρευνα με χρήση δομημένου ερωτηματολογίου η οποία διεξήχθη το 2018 ήταν η έκταση της ενεργειακής φτώχειας: 51% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία που εν προκειμένω ορίζεται ως εκείνο το ποσοστό των νοικοκυριών που δαπανούν πάνω από το 10% του ετήσιου οικογενειακού τους επιδόματος για τις ενεργειακές τους ανάγκες[1]. Είναι ένας απλός ορισμός της ενεργειακής φτώχειας που εισάχθηκε πρώτη φορά το 1991[2] ενώ σε ορισμένες χώρες (Αγγλία, Ιρλανδία) έχει θεσμοθετηθεί και νομοθετικά. Αν δε, κάνουμε και τη σχετική αναγωγή απαλείφοντας το 16% των ερωτηθέντων που απάντησαν «δεν ξέρω/δεν απαντώ», τότε το ποσοστό των ενεργειακών φτωχών υπερβαίνει το 60%. Πρόκειται για μέγεθος που προκαλεί δέος! Πολύ περισσότερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας δύο επιπλέον παραμέτρους. Αρχικά, ότι υπερβαίνει σημαντικά κάθε άλλο ορισμό της φτώχειας. Για παράδειγμα το 2017 (τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ) ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ήταν 35% και τα άτομα με υλικές στερήσεις 36%. Κατά συνέπεια, η ενεργειακή φτώχεια υπερβαίνει σημαντικά την συμβατικά οριζόμενη φτώχεια, που σημαίνει ότι ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που δεν ανήκει στα φτωχά της τμήματα, συμπεριλαμβάνεται στους ενεργειακά φτωχούς! Κατά δεύτερο, ότι η ενεργειακή φτώχεια βρίσκεται σε τέτοιο θεαματικό ύψος σε μια περίοδο που η κορύφωση της κρίσης και των συμπαρομαρτούντων της (ανεργία, μείωση μισθών, κ.λπ) αποτελεί ένα όλο και πιο απόμακρο παρελθόν• όχι όμως η ενεργειακή φτώχεια, που όλα δείχνουν ότι ήρθε για να …μείνει.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ξεκινώντας είναι σκόπιμο να σταθούμε, χάριν ακριβείας, στον ορισμό της ενεργειακής φτώχειας. Με βάση το Συνήγορο του Πολίτη είναι «η κατάσταση ενός νοικοκυριού που αδυνατεί να έχει πρόσβαση στις πλέον βασικές υπηρεσίες ενέργειας για επαρκή θέρμανση, μαγείρεμα, φωτισμό και χρήση οικιακών συσκευών». Το φαινόμενο αποκτά ευκρινές κοινωνικό πρόσημο αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι στη βιβλιογραφία θεωρείται το σημείο συνάντησης τριών διαφορετικών αιτιών: της ανόδου των τιμών της ενέργειας, της πτώσης των εισοδημάτων και της χαμηλής ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων[3]. Ως αποτέλεσμα εκτιμάται ότι οι ενεργειακά φτωχοί στην ΕΕ ανέρχονται από 50 ως 160 εκ. άτομα, αναλόγως του πόσο αυστηρός είναι ο ορισμός. Στον υπόλοιπο κόσμο, που όλο και περισσότερο συγκλίνει με την ΕΕ, 1,06 δισ. άτομα δεν έχουν καμία πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα[4].

Για καθόλου τυχαίους λόγους τα περισσότερα μέτρα πολιτικής που συστήνονται εστιάζουν στην τρίτη αιτία, της ενεργειακής αποδοτικότητας. Από μια άποψη δικαιολογημένα μιας και στις χώρες μέλη της ΕΕ το 75% του κτιριακού αποθέματος χαρακτηρίζεται μη αποδοτικό ενεργειακά, με το συνολικό μάλιστα κτιριακό απόθεμα να ευθύνεται για το 36% των αερίων θερμοκηπίου[5]. Μετά μάλιστα και το άδοξο τέλος που είχε το 2008 ο τραπεζικά χρηματοδοτούμενος οικοδομικός οργασμός εύκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι στο εξής το κτιριακό απόθεμα θα γερνάει πολύ ταχύτερα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Εξετάζοντας γενικότερα την αποδοτικότητα παρόλα αυτά, συμπεριλαμβάνοντας για παράδειγμα οικιακές συσκευές, ΙΧ, κ.α. είναι δεδομένο ότι η χαμηλή αποδοτικότητα δε σημαίνει κατ’ ανάγκη χαμηλή κατανάλωση ενέργειας. Ενδεικτικά, μια υπερπολυτελής μεζονέτα 300 τ.μ. μπορεί να είναι πιο ενεργειακά αποδοτική από μια γκαρσονιέρα με ξύλινες μπαλκονόπορτες και ρολά της δεκαετίας του ’60, μετά βεβαιότητας ωστόσο απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για να παραμείνει ζεστή το χειμώνα και δροσερή το καλοκαίρι. Η εστίαση ωστόσο του ενδιαφέροντος στην αποδοτικότητα, παρότι συχνά είναι χρήσιμη κι αναγκαία, διευκολύνει τις νέες πωλήσεις συσκευών και οχημάτων ανώτερων ενεργειακών κλάσεων, τις αλλαγές κουφωμάτων κι ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων, βοηθάει έτσι το χρήμα να κυλάει. Επίσης, το σημαντικότερο, απομακρύνει το ενδιαφέρον και τη δημόσια συζήτηση από τις δύο άλλες αιτίες, τη φτώχεια και την άνοδο της τιμής του ρεύματος, που είναι οι σημαντικότεροι λόγοι πίσω από την έκρηξη της ενεργειακής φτώχειας και τα θλιβερά ρεκόρ που κατέχει η Ελλάδα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο μάλιστα.

Τα κατορθώματα της Ελλάδας αποτυπώνονται και στις πιο επίσημες μετρήσεις που διεξάγονται σε πανευρωπαϊκό μάλιστα επίπεδο με ευθύνη της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία από το 2015 κιόλας συνέστησε Παρατηρητήριο για την Ενεργειακή Φτώχεια, με το ίδιο πιθανότατα ιερό συναίσθημα ευθύνης που κάθε ευρωπαϊκή χώρα – σοβαρός εξαγωγέας όπλων και πολεμικού υλικού χρηματοδοτεί ΜΚΟ και συνέδρια για την παγκόσμια …ειρήνη[6]. Για να γίνουν εμφανείς οι δραματικές διαστάσεις που έχει προσλάβει η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα αξίζει να μεταφέρουμε από τη συγκεκριμένη πηγή ορισμένους πιο αξιόπιστους μεν δείκτες σε σχέση με την έρευνα της ΕΚΠΟΙΖΩ που καταλήγουν ωστόσο στα ίδια συμπεράσματα[7]. Για παράδειγμα, στο ερώτημα «μπορεί το νοικοκυριό σας να διατηρήσει το σπίτι σας κατάλληλα ζεστό;» η Ελλάδα είχε το 2016 το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό αρνητικών απαντήσεων, 29,1%(!), μετά τη Βουλγαρία (39,2%), κι ενώ ο μέσος ευρωπαϊκός όρος ήταν μόλις 8,7%. Αξίζει μάλιστα να δούμε ότι μόλις το 2010 το ποσοστό των αρνητικών απαντήσεων στην Ελλάδα ήταν το μισό: μόλις 15,4%, που κι αυτό μάλιστα ήταν υψηλότερο από το μέσο ευρωπαϊκό (9,5%)! Εκεί που ωστόσο η Ελλάδα κρατάει τα πρωτεία είναι στο κριτήριο των απλήρωτων λογαριασμών. Στην Ελλάδα το 42,2% των ερωτηθέντων το τελευταίο 12μηνο είχε απλήρωτο λογαριασμό ηλεκτρικού στην κύρια κατοικία του! Ο μέσος ευρωπαϊκός όρος ήταν μόλις 8,1%, στην επόμενη μετά την Ελλάδα χώρα, τη Βουλγαρία, απλήρωτους λογαριασμούς είχε το 31,7% των νοικοκυριών. Δεν κινδυνεύει επομένως εύκολα η πρωτιά μας! Πρέπει να τονίσουμε ότι και το 2010 η ελληνική επίδοση στους απλήρωτους λογαριασμούς λόγω οικονομικών δυσκολιών ήταν υπερδιπλάσια της μέσης ευρωπαϊκής: 18,8% έναντι 9,1%! Τέλος, υπάρχει ένα ακόμη κριτήριο που μαρτυρά την έκταση που έχει προσλάβει η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα• είναι τα σπίτια που δε δροσίζονται επαρκώς το καλοκαίρι: 34% του συνόλου το 2012 όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος ήταν 19,2%. Δεν περνάει μάλιστα απαρατήρητο ότι ενώ από το 2007 ως το 2012 τα σπίτια χωρίς air condition στην Ευρώπη μειώθηκαν (19,2% του συνόλου από 25,8%) στην Ελλάδα αυξήθηκαν: 34% από 29,4%! Όλη η κοινωνική οπισθοδρόμηση που συνέβη στην Ελλάδα ελέω μνημονίων, και σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε τέσσερα ποσοστά…  

Οι επιδόσεις της Ελλάδας στην ενεργειακή φτώχεια που δεν αφορούν μόνο το παρελθόν και το παρόν, με δεκάδες χιλιάδες παιδιά για παράδειγμα ανήμπορα να διαβάσουν ελλείψει ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά και το μέλλον καθώς θα προκαλέσουν σοβαρότατα προβλήματα υγείας, αναδεικνύουν τη σημασία που είχε στην έκρηξη της ενεργειακής φτώχειας η μείωση των εισοδημάτων και η άνοδος των τιμών του ρεύματος.

Σε ό,τι αφορά τα εισοδήματα το μνημονιακό αποτύπωμα παραμένει ανεξίτηλο ακόμη και τώρα που τα προγράμματα δανεισμού αποτελούν παρελθόν. Με μια μέση μείωση μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων κατά 40% και την ανεργία ακόμη και τώρα να είναι στα διπλάσια επίπεδα από την εποχή πριν την κρίση, ενώ επίδομα ανεργίας παίρνουν λιγότεροι από το 20% των ανέργων, είναι εμφανές ότι ο λογαριασμός του ρεύματος ήταν ο τελευταίος που θα πληρωνόταν. Προείχε και προέχει το σούπερ μάρκετ, τα φροντιστήρια των παιδιών, τα έξοδα μετακίνησης, κ.ο.κ. Δεν είναι μάλιστα ελληνικό φαινόμενο. Ευρείας έκτασης έρευνες δείχνουν την αρνητική σχέση που διατηρεί το εισόδημα του νοικοκυριού με την ενεργειακή φτώχεια[8]: Όσο αυξάνεται το εισόδημα τόσο μειώνεται η ενεργειακή φτώχεια και το αντίστροφο. Πιο ευάλωτες δε, αποδεικνύονται οι γυναίκες.

Κι αν από την μια ήταν η συμπίεση των εισοδημάτων, από την άλλη είναι η άνοδος των τιμών του ρεύματος, άμεσο αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης της αγοράς ενέργειας όπως προωθείται κι εν μέρει συγκαλύπτεται κι εξωραΐζεται από την εγκατάλειψη της λιγνιτικής παραγωγής και την όλο και ταχύτερη εισαγωγή στο ενεργειακό μίγμα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Με άλλα λόγια, ο ενεργειακός πλούτος της κοινωνίας κι η ενεργειακή επάρκεια κι αξιοπρέπεια πολιτών και νοικοκυριών συνετρίβη στις Συμπληγάδες της φτωχοποίησης της κοινωνίας και της ιδιωτικοποίησης της ενέργειας.

Στην Ελλάδα τα τελευταία 15 χρόνια η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος τριπλασιάστηκε, με κύριο κι όχι αποκλειστικό ελκυστήρα ανόδου των τιμών στους λογαριασμούς το Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που είναι το χρηματοδοτικό εργαλείο επιδότησης των ανανεώσιμων πηγών από τους καταναλωτές σε μια εποχή μάλιστα που κάθε είδους επιδότηση στην παραγωγή αποτελεί αντικείμενο διαπόμπευσης ως απομεινάρι της …Σοβιετίας. Εξαίρεση αποτελούν οι τράπεζες κι οι ΑΠΕ, με τις τελευταίες δε να εισπράττουν επιδότηση όχι μόνο για την παραγωγή αλλά και την εγκατάστασή τους. Η τιμή του ΕΤΜΕΑΡ αυξήθηκε από 0,3 ευρώ /MWH στα 30 ευρώ ή 9.500%. Σε αυτό το πλαίσιο η πτώση της τιμής των φωτοβολταϊκών από το 2009 ως το 2017 κατά 75% ή η άνοδος της απόδοσής τους είναι προφανές ότι δε παράγει κανένα μετρήσιμο αποτέλεσμα. Εξ ίσου θεαματική ήταν κι η αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο από 21 ευρώ το χιλιόλιτρο το 2009 στα 280 ευρώ (1.344%) με στόχο, υποτίθεται, την πάταξη της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου, τα οποία ωστόσο παραμένουν στο ύψος τους, όπως και οι φόροι… Παραπέρα, η άνοδος της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος για τους καταναλωτές προωθείται από τις δημοπρασίες (ΝΟΜΕ) που στέλνουν εκτός Ελλάδας ως εξαγωγές το φθηνό λιγνιτικό ρεύμα και την υπό εξέλιξη ιδιωτικοποίηση της λιγνιτικής παραγωγής, που θα δώσει στους ιδιώτες τα λιγνιτικά εργοστάσια[9].

Δεν είναι μόνο στη χώρα μας που η μετάβαση στην λεγόμενη μετα-λιγνιτική εποχή τίναξε τα τιμολόγια στα ύψη.  Στη Γερμανία,  οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας από το 2006 ως το 2016 κατά τη διάρκεια της συνεχούς προώθησης της ηλιακής και αιολικής ενέργειας αυξήθηκαν κατά 51%, στη Δανία από το 1995, όταν ξεκίνησε να αναπτύσσει αιολικά πάρκα οι τιμές αυξήθηκαν πάνω από 100%, κοκ[10]. Ενδιαφέρον έχει πώς η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αρκετά έγκαιρα αναγνώρισε ως άμεσο αν και ανεπιθύμητο αποτέλεσμα της ενεργειακής μετάβασης και των πολιτικών ιδιωτικοποίησης την ενεργειακή φτώχεια. Από το 2009 κιόλας, πριν καν υπάρξει ένας ενιαίος ορισμός της ενεργειακής φτώχειας, στο πλαίσιο της προώθησης του λεγόμενου Τρίτου Ενεργειακού Πακέτου καλούνται τα κράτη μέλη να προστατεύσουν τους ευάλωτους πολίτες, προβλέποντας το τσουνάμι που θα ερχόταν. Το ίδιο και στην Ελλάδα: ο όρος εισάγεται πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το Ν. 4001/2011, «για τη λειτουργία των Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου»[11] που ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο οδηγία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου του Τρίτου Ενεργειακού Πακέτου. Μετά βεβαιότητας περισσότερο μηχανικά και λιγότερο συνειδητά κι εδώ εν τούτοις οι ενεργειακές αγορές ήρθαν χέρι – χέρι με την «ενεργειακή πενία» όπως είναι όρος που επιλέγεται…  Κι η αλήθεια είναι ότι από το 2015 και μετά έχει εφαρμοσθεί ένα ατελείωτο μωσαϊκό μέτρων για την διευκόλυνση εκείνων των νοικοκυριών που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της ενεργειακής φτώχειας, με κομμένες τις συνδέσεις και τις φιάλες υγραερίου να μετατρέπονται σε από μηχανής Θεό: επιδόματα πετρελαίου θέρμανσης, κοινωνικά τιμολόγια (που επιβαρύνουν όμως τους καταναλωτές), επανασυνδέσεις, ευνοϊκοί διακανονισμοί και άλλα πολλά μέτρα που λειτουργούν ωστόσο σαν σταγόνα στον ωκεανό, έστω κι αν πρόσκαιρα ευνοούν χιλιάδες φτωχούς. Σε μια εποχή που οι μεγαλοστομίες για μετατροπή της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο περισσεύουν και τα γεωτρύπανα σε Δυτική Ελλάδα και Κρητικό υπόσχονται ένα μέλλον πλούσιο από μαύρο χρυσό, η πτώση των εισοδημάτων και η ιδιωτικοποίηση/απολιγνιτοποίηση της παραγωγής ενέργειας αποδεικνύονται μόνιμη πηγή ενεργειακής φτώχειας και κοινωνικής οπισθοδρόμησης.


[1] ΕΚΠΟΙΖΩ, Δελτίο Τύπου: Αποτελέσματα έρευνας: «Γνωρίζεις τι ξοδεύεις για το  ηλεκτρικό ρεύμα;», 5 Δεκεμβρίου 2018, https://www.ekpizo.gr [τελευταία πρόσβαση: 24/2/2019].

[2] Boardman B. (1991), Fuel Poverty: From Cold Homes to Affordable Warmth, London: Belhaven Press.

[3] Energy Poverty, Study for the ITRE Committee (2017), Directorate – General for Internal Policies, European Parliament.

[4] International Bank for Reconstruction and Development (IBRD), International Energy Agency (IEA) (2017), Sustainable Energy for All Global Tracking Framework Progress towards Sustainable Energy 2017. Washington (DC): The World Bank.

[5] Droppa G. & Vajnai A. (2018) Solving Energy Poverty could be one of the biggest achievements of the 21st century, Transform! Europe, ePaper, www.transform-network.net

[6] Ιορδανίδου Σ. (2018), Σε διαρκή πόλεμο η δημοσιογραφία, περ. Δημοσιογραφία τ. 16, χειμώνας 2018, σελ. 21.

[7] Thomson H. & Bouzarowski (2018) Addressing Energy Poverty in the European Union: State of Play and Action, EU Energy Poverty Observatory, European Commission.

[8] Bollino C. A. & Botti F. (2017) Energy poverty in Europe: A multidimensional approach, PSL Quarterly Review, vol. 70 n. 283, 473-507.

[9] Βατικιώτης Λ. (2018) Η λιγνιτική παραγωγή στους ιδιώτες, τα τιμολόγια στα ύψη, περ. Δημοσιογραφία τ. 17 άνοιξη – καλοκαίρι 2018, σελ. 18-23.

[10] Βλάχος, Θ. Ρούμπος, Χρ. Αντζουλάτος Β. (2019) Η αναγκαιότητα διατήρησης του λιγνίτη στο μείγμα καυσίμων της χώρας, Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, newsletter – ηλεκτρονική ενημέρωση [τελευταία πρόσβαση: 24/2/2019]

[11] Βαταβάλη Φ. & Χατζηκωνσταντίνου Ε. (2018), Γεωγραφίες της ενεργειακής φτώχειας στην Αθήνα της κρίσης, Εκδ. angelus novis.

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία

Η ενεργειακή φτώχεια θερίζει χειμώνα – καλοκαίρι

Χωρίς βλάβες εξήλθε η ΔΕΗ από το κρας τεστ του καύσωνα που έπληξε τη χώρα το τετραήμερο 29-30 Ιουνίου και 1-2 Ιουλίου 2017.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το γεγονός ωστόσο ότι ο σημαντικότερος πάροχος ενέργειας ανταποκρίθηκε, χωρίς να εμφανιστούν ατυχήματα, στην αυξημένη ζήτηση ενδέχεται να μην οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην προσφορά. Πολύ πιθανά δηλαδή οι διακοπές να αποφεύχθηκαν όχι επειδή η ΔΕΗ μπόρεσε να ικανοποιήσει την αυξημένη λόγω air condition ζήτηση, αλλά επειδή η ζήτηση παρέμεινε σχετικά χαμηλή, προσαρμοσμένη στα επί χρόνια άδεια πορτοφόλια των περισσότερων οικογενειών.

Μια επαρκή ένδειξη για την αδυναμία πολλών σπιτιών να ανταποκριθούν στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας παρέχουν οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί, που σύμφωνα με δημοσιεύματα αγγίζουν το μισό εκατομμύριο! Συγκεκριμένα, 250.000 περίπου (σχεδόν οι μισοί) εκτιμώνται οι πελάτες με υπόλοιπο από 500 ως 1.000 ευρώ, σε 150.000 οι πελάτες με απλήρωτους λογαριασμούς από 1.000 ως 3.000 ευρώ και 65.000 καταναλωτές έχουν απλήρωτους λογαριασμούς άνω των 3.000 ευρώ. Και μόνο η δομή των ανεξόφλητων λογαριασμών, με τη συντριπτική πλειοψηφία να αφορά μικρά υπόλοιπα ενώ όσο αυτά μεγαλώνουν ο αριθμός των απλήρωτων μικραίνει δημιουργώντας μια πυραμίδα, δείχνει ότι το πρόβλημα των ανεξόφλητων λογαριασμών είναι άμεση συνέπεια της φτώχειας. Η άτυπη και σιωπηρή στάση πληρωμών στους πάροχους ηλεκτρικής ενέργειας είναι η άλλη όψη της ανεργίας και της πείνας που δοκιμάζει εκατοντάδες χιλιάδες λαϊκά νοικοκυριά.

Το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας δεν αποτελεί ακόμη μία ελληνική ιδιαιτερότητα, καθώς όλο και συχνότερα συζητιέται σε όλη την Ευρώπη. Κατά κοινή ομολογία η ενεργειακή φτώχεια είναι συνάρτηση τριών παραγόντων: των χαμηλών εισοδημάτων, του υψηλού ενεργειακού κόστους και της ανεπαρκούς θερμικής αποδοτικότητας των κατοικιών. Σε ποσοτικούς όρους με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία ένα νοικοκυριό εντάσσεται στην κατηγορία της ενεργειακής φτώχειας αν πρέπει να δαπανήσει ένα ποσοστό άνω του 10% του εισοδήματός του για να εξασφαλίσει επαρκείς συνθήκες θέρμανσης. Σε εκείνη δε την περίπτωση που πρέπει να ξοδέψει άνω του 20% του εισοδήματός του, τότε γίνεται λόγος για ακραία ενεργειακή φτώχεια!

Προσπερνώντας την αναγκαία ενίοτε σχολαστικότητα των ορισμών είναι εμφανές ότι η ενεργειακή φτώχεια εμφανίζεται ταυτόχρονα με την μετατροπή της ενέργειας σε εμπόρευμα, όταν παύει δηλαδή να αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα η διαβίωση σε ένα σπίτι με επαρκείς συνθήκες θέρμανσης το χειμώνα και δροσιάς το καλοκαίρι. Από τη στιγμή που η ενέργεια γίνεται ένα ακόμη πεδίο κερδοφορίας, κι αυτό τυπικά συμβαίνει με την ιδιωτικοποίηση των ενεργειακών εταιρειών, παύει να αποτελεί κοινωνικό και δημόσιο αγαθό κι αρχίζουν να εμφανίζονται οι αποκλεισμοί που έχουν φυσικά ταξικό πρόσημο, καθώς αφορούν τους πιο φτωχούς. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι μεταξύ των ενοικιαστών, όσων δηλαδή δε διαθέτουν ιδιόκτητο σπίτι, τα ποσοστά ενεργειακής φτώχειας είναι διπλάσια του μέσου, σύμφωνα με έρευνα που περιλαμβάνεται στην έκδοση Energy Poverty Handbook κι η οποία εκδόθηκε από την ομάδα των Οικολόγων του ευρωκοινοβουλίου, το 2016 (εδώ). Το βασικό της συμπέρασμα κι αυτό με το οποίο ξεκινάει η εισαγωγή της μελέτης είναι ένα: ότι η ενεργειακή φτώχεια αυξάνεται! Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι τόσο αυτονόητο, καθώς μέχρι την εμφάνιση της κρίσης η ενεργειακή φτώχεια γενικά μειωνόταν. Στη συνέχεια όμως αυξήθηκε φτάνοντας το 2012 στο υψηλότερο σημείο της, πριν αρχίσει και πάλι να μειώνεται με πολύ αργούς ρυθμούς ωστόσο.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις της Επιθεώρησης Εισοδήματος και Συνθηκών Ζωής (EU Survey of Income and Living Conditions), υπολογίζεται ότι το 10% του πληθυσμού αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι που μένει επαρκώς ζεστό, το 16% ζει σε σπίτια με υγρασία, διαβρώσεις και διαρροές, ενώ το 9% δεν έχει ξοφλήσει το λογαριασμό του. Σε επίπεδο αριθμών και με βάση στοιχεία της Eurostat 52 εκ. κάτοικοι της ΕΕ αδυνατούν να διατηρήσουν ζεστά τα σπίτια τους, 161 εκ. έρχονται αντιμέτωπα με δυσανάλογα υψηλές δαπάνες, 87 εκ. διαβιούν σε κακής ποιότητας κατοικίες και 41 εκ. καθυστερούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς. Σε άλλες δε μελέτες εκτιμάται ότι από 50 ως 125 εκ. άτομα βρίσκονται σε κίνδυνο ενεργειακής φτώχειας.

Η ενεργειακή φτώχεια διπλάσια της εισοδηματικής!

Ξεχωριστή σημασία έχει μια θεμελιώδης παραδοχή μεταξύ των ερευνητών που ασχολούνται με την ενεργειακή φτώχεια: Ότι δεν συμπίπτει με την εισοδηματική φτώχεια. Επομένως, η διερεύνησή των όρων εμφάνισής της δεν είναι μια περιττή πολυτέλεια, που επικαλύπτεται από τη διερεύνηση και τη χαρτογράφηση της στενά ορισμένης, εισοδηματικής φτώχειας. Έρευνα στη Σκοτία έδειξε ότι οι ενεργειακά φτωχοί (περίπου 940.000) είναι υπερ-διπλάσιοι από τους εισοδηματικά φτωχούς (οι οποίο ανέρχονται σε 443.000).

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο μία από τις αιτίες της εξάπλωσης της ενεργειακής φτώχειας είναι η άνοδος των τιμών του ηλεκτρικού. Σύμφωνα με το γερμανικό ομοσπονδιακό γραφείο Στατιστικής από το 2000 έχουν σχεδόν διπλασιαστεί, αποδεικνύοντας ότι το περιβάλλον φιλελευθεροποίησης δεν έφερε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, δηλαδή πτώση των τιμών ελέω του ανταγωνισμού, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα υπόσχονταν οι υπερασπιστές της φιλελευθεροποίησης. Μια ανάλογη τάση παρατηρείται και στην Ελλάδα. Με βάση στοιχεία της Eurostat από το 2013 ως το 2015 οι τιμές του ηλεκτρικού για τα νοικοκυριά αυξήθηκαν, ενώ στη βιομηχανία μειώθηκαν!

Η στενή σχέση μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και ενεργειακής φτώχειας φαίνεται κι από τα πρωτεία που διατηρούν στα παγωμένα σπίτια το χειμώνα οι χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης. Τα κράτη με τα περισσότερα κρύα σπίτια είναι σε Βουλγαρία, Ελλάδα, Λετονία, Λιθουανία και Πορτογαλία, στις χώρες δηλαδή που πέρασαν τα μνημόνια και οι θεραπείες σοκ του ΔΝΤ. Σε αυτό το πλαίσιο ερευνητές υπογραμμίζουν την ανάδυση μιας νέας διαχωριστικής γραμμής που διασπά τα κράτη μέλη της ΕΕ, από τη μια σε ένα σύνολο κρατών που βρίσκονται στη βόρεια και τη δυτική Ευρώπη κι αποτελούν τον πυρήνα κι από την άλλη σε μια δεύτερη ταχύτητα κρατών στο νότο και ανατολικά που αποτελεί την περιφέρεια της ΕΕ, η οποία το χειμώνα παγώνει και το καλοκαίρι ψήνεται, λόγω ενεργειακής φτώχειας. Συνηχήσεις με ανάλογους διαχωρισμούς στο πλαίσιο της ευρωζώνης, μόνο τυχαίες δεν είναι, προφανώς…

Η ενεργειακή φτώχεια προβάλλει όλο και πιο απειλητικά εξ αιτίας της συχνότατης εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινομένων όπως εμφανίζονται είτε με καύσωνες το καλοκαίρι ή με παγετούς το χειμώνα, λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Τούτου δοθέντος η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να εναποτίθεται στις δυνάμεις της αγοράς ή σε όσους καταφέρνουν ακόμη να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους, όπως γίνεται σήμερα με τα κόστη του κοινωνικού οικιακού τιμολογίου κι επιδοτούμενα τιμολόγια όπως αυτά που αφορούν τους πολύτεκνους να βαραίνουν τους λογαριασμούς όλων των καταναλωτών…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 7 Ιουλίου 2017