Στο μέλλον η υπέρβαση της κρίσης (Πριν, 19/9/2009)

Έκρηξη της ανεργίας προβλέπει ο ΟΟΣΑ

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ

Ένας χρόνος συμπληρώθηκε πριν λίγες μέρες από την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς που για πρώτη φορά κατά την μεταπολεμική περίοδο κατέστησε ορατό το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης και συστημικής κατάρρευσης των σημαντικότερων κέντρων ισχύος της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Έκτοτε, περισσότερο στις ΗΠΑ και λιγότερο στην Ευρώπη, η κατάσταση εμφανίζει σαφείς αν και οριακές βελτιώσεις με το ΑΕΠ, τη βιομηχανική παραγωγή και τις παραγγελίες να κινούνται σε ανοδική τροχιά σε σημείο τέτοιο ώστε να είναι ορατό, στο τέλος του 2010, το κλείσιμο της κρίσης που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2007 με την μορφή της πιστωτικής ασφυξίας. Και μετά τι; είναι το ερώτημα που απαιτεί άμεσα απάντηση μια και τα προφανή, όπως για παράδειγμα, ένας κύκλος ρωμαλέας μεγέθυνσης του ΑΕΠ μετά την κρίση, έχουν πάψει εδώ και καιρό να θεωρούνται δεδομένα.

Ο ΟΟΣΑ την προηγούμενη εβδομάδα με ανακοίνωση του προειδοποίησε πως η πιστωτική κρίση μετουσιώνεται σε κρίση απασχόλησης προδικάζοντας για φέτος και το 2010 έκρηξη της ανεργίας, που ενδέχεται να φθάσει και το 10% στα 30 κράτη μέλη του, πλήττοντας 57 εκ. εργαζόμενους. Να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο η ανεργία κινούταν στο 8,5% κι όσο για το 2010 πίσω από τον μέσο όρο του 10% κρύβονται σημαντικότατες αποκλίσεις. Στη Γερμανία και Γαλλία για παράδειγμα η ανεργία προβλέπεται να φθάσει το 11,8% και 11,3%. Στη δε Ελλάδα πολύ υψηλότερα μια και η ανεργία ξεκινούσε από πολύ υψηλότερο σημείο αφετηρίας κι έτσι ας μην εκπλαγούμε αν τη δούμε να σκαρφαλώνει στα ισπανικά επίπεδα του 18%. Πίσω από τον μηχανισμό της χρονοκαθυστέρησης που πυροδοτεί την εκτίναξη της ανεργίας κατά το ξεφούσκωμα της κρίσης κρύβονται δύο διαφορετικές διαδικασίες. Κατ’ αρχήν η καταστροφή κεφαλαίου που έστω και σιωπηρά συντελείται με πολύ πιο γοργούς ρυθμούς στις μέρες μας απ’ ότι συντελείται στις περισσότερο ομαλές και γραμμικές περιόδους συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η καταστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου, με τη μορφή κλεισίματος επιχειρήσεων και εξαγορών – συγχωνεύσεων, μειώνει τις θέσεις εργασίας και προκαλεί ανεργία. Η δεύτερη αιτία που είναι σε διαλεκτική αλληλεξάρτηση με την πρώτη σχετίζεται με τις καινοτομίες που εισάγονται στην παραγωγική διαδικασία, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, από τα τμήματα εκείνα του κεφαλαίου που έχουν τους πόρους ώστε να αντιμετωπίζουν την κρίση ως ευκαιρία κι όχι ως καταστροφή. Οι καινοτομίες αυτές όμως έχουν ως ακρογωνιαίο λίθο τους την εξοικονόμηση θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα ακόμη κι αυτό το νέο «αναπτυξιακό τοπίο» που θα προκύψει τελικά μετά την έξοδο από την κρίση να χρειάζεται λιγότερα εργατικά χέρια. Κάτι που έχει συμβεί κατ’ εξακολούθηση απ’ όταν ξέσπασε η κρίση του 1970.

Από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα, σε όλες τις περιόδους ανόδου και καθόδου της οικονομίας, το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό προϊόν μειωνόταν σταθερά, αντανακλώντας έτσι την εδραίωση της θέσης του κεφαλαίου και την υποχώρηση των δυνάμεων της εργασίας στον ταξικό συσχετισμό δύναμης.

 

Η δημοσιονομική κρίση αποτέλεσμα και μέσο ξεπεράσματος της γενικότερης κρίσης

 

Η ανεργία που προβλέπει ο ΟΟΣΑ δεν είναι το μοναδικό μελανό σημάδι που θα αφήσει πίσω της η οικονομική κρίση. Το σημαντικότερο είναι ότι το τέλος της κρίσης επ’ ουδενί δεν πρόκειται να σημάνει την επιστροφή ακόμη και σε εκείνους τους αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ οι οποίοι παρατηρούνταν μέχρι το 2007. Στην πραγματικότητα η τρέχουσα κρίση των υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων λήγει όπως ακριβώς και η κρίση των μετοχών του ίντερνετ το 2000: χωρίς να ακολουθήσει μια περίοδο βίαιης και μαζικής εκκαθάρισης ανεπαρκών αξιοποιούμενων κεφαλαίων, που χαρακτηρίζονται από χαμηλή αποδοτικότητα, με αποτέλεσμα να μην δοθεί ποτέ μια ισχυρή ώθηση στα πιο σύγχρονα και κερδοφόρα τμήματα του κεφαλαίου που θα έβαζε σε κίνηση ένα νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής. Για μια σειρά λόγους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται κι ο κίνδυνος εργατικών εξεγέρσεων, οι αστικές τάξεις όλου του κόσμου έκλεισαν όπως – όπως το κενό που δημιουργήθηκε, δημιουργώντας όμως τους όρους για μια νέα κρίση. Η πλημμυρίδα ρευστού άλλωστε δεν αποτέλεσε σανίδα σωτηρίας μόνο το 2009 και το 2000, αλλά κατά τη διάρκεια όλης της περιόδου που άνοιξε από το 1970 όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά η οικονομική κρίση, καθηλώνοντας έκτοτε τους ρυθμούς μεγέθυνσης και κάνοντας την εμφάνιση των κρίσεων στην χρηματοπιστωτική σφαίρα ένα γεγονός που επαναλαμβάνεται μονότονα σχεδόν, κάθε δεκαετία. Κατά συνέπεια η τρέχουσα κρίση άμεσο αποτέλεσμα της κρίσης του 2000 αλλά κυρίως του ’70, σε λίγα χρόνια θα ξαναγεννηθεί υπό τη μορφή μιας νέας κρίσης. Άστοχη λοιπόν οποιαδήποτε συζήτηση για υπέρβασή της.

Η επόμενη μέρα καθίσταται περισσότερο αβέβαιη στον βαθμό που τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν αυτή τη διετία περιορίζουν ασφυκτικά τα μέσα δράσης του αστικού κράτους προς όφελος του κεφαλαίου. Η εκτίναξη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και του δημόσιου χρέους σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, με πιο ακραία παραδείγματα το χρέος της Ιαπωνίας που έχει αγγίξει το 180% και το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ που έχει φθάσει το 12%, είναι το τίμημα που πληρώνει το κράτος για τις προσπάθειες που κατέβαλλε όλο αυτό το διάστημα ώστε να διασωθεί ο καπιταλισμός (βλέπε τα 780 δισ. δολ. που δόθηκαν στις ΗΠΑ από την κυβέρνηση του Ομπάμα και τα 28 δισ. ευρώ στην Ελλάδα). Η δημοσιονομική κρίση κατά συνέπεια, δεν είναι αποτέλεσμα σπατάλης ή κακοδιαχείρισης όπως αφελώς λέγεται, αλλά πλευρά και αποτέλεσμα της γενικότερης καπιταλιστικής κρίσης και ταυτόχρονα μέσο υπέρβασής της. Προοπτική επομένως ξεπεράσματος της δημοσιονομικής κρίσης όσο διαρκεί η βαθύτερη καπιταλιστική κρίση δε διαφαίνεται.

Στην Ελλάδα ειδικότερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση συνέπεσε με την καθοδική πορεία του κύκλου του ελληνικού καπιταλισμού, επιταχύνοντας την ύφεση. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ την τελευταία εικοσαετία. Είχαμε συγκεκριμένα: 1991: 3,1%, 1992: 0,7%, 1993: -1,6%, 1994: 2%, 1995: 2,1%, 1996: 2,4%, 1997: 3,6%, 1998: 3,4%, 1999: 3,4%, 2000: 4,5%, 2001: 4,2%, 2002: 3,4%, 2003: 5,6%, 2004: 4,9%, 2005: 2,9%, 2006: 4,5%, 2007: 4%, 2008: 2,9%, κι όσο για το τρέχον και το επόμενο έτος οι προβλέψεις δίνουν -1% και 0,1% αντίστοιχα. Ο τελευταίος λοιπόν ανοδικός κύκλος που ξεκίνησε το 1994 φαίνεται πεντακάθαρα ότι κορυφώνεται μια χρονιά πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες ενώ το 2004 για πρώτη φορά και το 2006 οριστικά ξεκινά η καθοδική πορεία που ολοκληρώνεται φέτος με τη μετατροπή των ρυθμών μεγέθυνσης σε αρνητικούς. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Τράπεζα της Ελλάδας την εβδομάδα που πέρασε για την μείωση των εισπράξεων από τον τουρισμό κατά 15% και των εξαγωγών κατά 20% το πρώτο οκτάμηνο του έτους, βεβαιώνουν του λόγου το αληθές, όπως επίσης κι η έκρηξη των ακάλυπτων επιταγών και των απλήρωτων συναλλαγματικών.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια όλης της προαναφερθείσας περιόδου και για ακόμη περισσότερο χρόνο, ενσωματώνοντας δηλαδή τις δεκαετίες ’70 και ’80 όταν οι ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ ακολουθούν γενικά μια κυκλική διαδρομή, με την άνοδο και την κάθοδο να εναλλάσσονται, το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ ακολουθεί μια σταθερά καθοδική τροχιά. Σε αδρές γραμμές από το 1978 έως το 1983 το μερίδιο της εργασίας κινούταν μεταξύ 70% και 75%. Από το 1984 μέχρι το 1990 μειώθηκε στο 65% – 70% κι από το 1994 μέχρι σήμερα το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 62%, προς όφελος φυσικά του μεριδίου των κερδών που καλύπτει κάθε φορά το κενό που αφήνουν πίσω τους οι εργατικοί μισθοί. Το αποτέλεσμα επομένως κάθε κρίσης είναι οι δυνάμεις της εργασίας να δέχονται ένα περαιτέρω πλήγμα καθώς ο ταξικός συσχετισμός δύναμης, όπως με σαφήνεια μετριέται από τη σχέση μισθών – κερδών, στρέφεται υπέρ του κεφαλαίου. Δεν περνάει απαρατήρητο επίσης το γεγονός ότι αυτή η γενική τάση αύξησης της εκμετάλλευσης δεν ανατράπηκε από την εναλλαγή στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Με τις πράξεις κυρίως και τις παραλείψεις τους κι οι δύο πόλοι του δικομματισμού υπηρέτησαν πιστά τη ρεβάνς που πήρε το κεφάλαιο βαθαίνοντας τη στρατηγική ήττα των δυνάμεων της εργασίας βοηθώντας στην εδραίωση της ηγεμονίας του.

Η θέση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων είναι στην πραγματικότητα ακόμη χειρότερη, απ’ αυτή που φαίνεται στη διανομή. Γιατί, συνυπολογίζοντας και την αναδιανομή εισέρχονται στην εξέταση δύο επιπλέον μεταβολές. Η πρώτη αφορά την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού, που έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημά τους και η δεύτερη μεταβολή που διαχρονικά σηματοδοτεί την επιδείνωση της θέσης τους σχετίζεται με την υποβάθμιση του κοινωνικού μισθού, στο βαθμό που μια σειρά δημόσιες κατ’ όνομα υπηρεσίες, υγειονομικής περίθαλψης για παράδειγμα, παύουν να παρέχονται δωρεάν.

Άμεσο αποτέλεσμα της πόλωσης που καταγράφεται στην πρωταρχική διανομή του εισοδήματος και του ελάχιστα ευεργετικού ρόλου της αναδιανομής είναι τα πρωτεία που κατέχει η Ελλάδα στην εισοδηματική ανισότητα με το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων Ελλήνων να είναι 6 φορές μεγαλύτερο του εισοδήματος του 20% των λιγότερο εύπορων. Μεγαλύτερη πόλωση και αδικία στην ΕΕ των 25 παρατηρείται μόνο στην Πορτογαλία, τη Ρουμανία και τη Λετονία!

Το παζλ των δημόσιων οικονομικών συμπληρώνεται από δύο ακόμη πλευρές που πρέπει να προστεθούν στη συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών και την αύξηση των φορολογικών βαρών για τους εργαζόμενους. Πρόκειται για την μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο και την γενναία, εκρηκτική αύξηση των χρηματοδοτήσεων πάλι προς το κεφάλαιο. Αυτές οι τέσσερις πλευρές ορίζουν επακριβώς το σύγχρονο δημοσιονομικό πρόβλημα στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς αν κι όχι με την ίδια ένταση. Υποδηλώνουν ταυτόχρονα ότι ο εκρηκτικός του χαρακτήρας είναι ευθεία συνάρτηση του βάθους της κρίσης και του ενεργού ρόλου που αναλαμβάνει το κράτος για την υπέρβασή της προς όφελος του κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαία η χρονική σύμπτωση της φορολογικής αφαίμαξης των εργαζομένων με τα αλλεπάλληλα φορολογικά μέτρα του τελευταίου χρόνου, με την εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 6% όπως παραδέχθηκε κι ο υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπαθανασίου, την εβδομάδα που πέρασε και τη χορήγηση των 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες. Από τα παραπάνω φαίνεται επίσης ότι καμιά φορολογική αφαίμαξη, όσο βάρβαρη κι αν είναι, δεν μπορεί να κλείσει τα αβυσσαλέα κενά που αφήνουν πίσω τους οι χορηγίες προς το κεφάλαιο κι η επίσημη φοροαπαλλαγή του.

Αύξηση των μισθών, μείωση των κερδών

ΟΙ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΕ ΥΦΕΣΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο της βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης κι επίσης του σοκ που προκάλεσαν οι πρωθυπουργικές δηλώσεις για πάγωμα των μισθών, οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη την προηγούμενη εβδομάδα για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό συγκέντρωσαν την κριτική της κυβέρνησης. Βασικό επιχείρημα της «οικονομικής ορθοδοξίας» ήταν πως η οικονομία δεν αντέχει αυξήσεις κι ακόμη κι αυτές οι οριακές αυξήσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα την ύφεση μια και θα μειώσουν τα κέρδη, αποτρέποντας την πραγματοποίηση νέων παραγωγικών επενδύσεων.

Η πραγματικότητα είναι πως οι αυξήσεις στους μισθούς δεν σημαίνουν μείωση των επενδύσεων.

Κατ’ αρχήν αυξήσεις μισθών πάνω από τον πληθωρισμό ενδέχεται να μη σημαίνουν ούτε καν αύξηση της τάξης των 25 λεπτών του ευρώ ημερησίως. Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα το 2009, όπως αναφέρονται στο Οικονομικό Δελτίο της Άλφα Μπανκ του μηνός Ιουλίου, είναι ότι θα κινηθεί στο 1,2%. Ο εναρμονισμένος δε πανευρωπαϊκός, λόγω του ότι πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν εμφανίσει αποπληθωρισμό, αρνητική δηλαδή εξέλιξη του δείκτη τιμών, θα είναι ακόμη μικρότερος για το έτος, μεταξύ 0,1% και 0,7%, σύμφωνα με προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που διατυπώθηκαν τον Μάρτη. Κατά συνέπεια οι «αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό» ενδέχεται να σημαίνουν κι αυξήσεις της τάξης του 0,9%! Δηλαδή, ψίχουλα!

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι υπάρχει δυνατότητα αύξησης των πάγιων επενδύσεων, όπως φαίνεται από τη σημαντική μείωσή τους τα τελευταία χρόνια, παρότι το μερίδιο των κερδών στο εισόδημα, όπως προείπαμε, αυξάνεται σταθερά. Ειδικότερα, με βάση στοιχεία που δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ και προέρχονται από την ΕΕ, οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου από 23% του ΑΕΠ που ήταν το 2003, για φέτος και το 2010 προβλέπεται να μειωθούν στο 15%! Ο όγκος δε των ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου μειώθηκε για πρώτη φορά το 2008 – κατά το ξέσπασμα δηλαδή της κρίσης, αφήνοντας ανοιχτό έτσι το ενδεχόμενο η μείωσή τους να συντέλεσε στην εμβάθυνση της κρίσης – ενώ η μείωση που αναμένεται να καταγράψουν την τριετία 2008-2010 θα είναι μεγαλύτερη της τριετίας 1992-1994, όταν και πάλι είχε παρατηρηθεί μείωση των επενδύσεων. Οι καθαρές δε επενδύσεις, από 14% που ήταν το 2002, το 2010 αναμένεται να φθάσουν το 7,5%! Ο κίνδυνος λοιπόν τον οποίο επικαλείται η ΝΔ έχει ήδη συντελεστεί, όχι όμως ως αποτέλεσμα της αύξησης των εργατικών μισθών, αλλά της βούλησης της αστικής τάξης να αποθησαυρίσει τα κέρδη. Επομένως ακόμη και μια γενναία αύξηση των μισθών κι όχι αυτή που εξήγγειλε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, που θα διασφαλίζει τον εργατικό μισθό από τον πραγματικό πληθωρισμό που ειδικά για τους εργαζόμενους είναι πολλαπλάσιος του επίσημου, η οποία όμως θα μειώνει τα κέρδη αντιστρέφοντας έτσι την χρόνια τάση μείωσης του μεριδίου των μισθών μπορεί να αφήσει άθικτες τις επενδύσεις, να μην δυναμιτίσει δηλαδή τη μελλοντική δυνατότητα επέκτασης του προϊόντος. Μόνο που για να γίνει αυτό, αν κάτι απαιτείται είναι ένα αγωνιστικό πρόγραμμα ταξικών διεκδικήσεων που σε βάθος χρόνου θα ανατρέψει την επίσημη πολιτική μισθών. Όχι μόνο αυτή που υπόσχεται ο Καραμανλής ο Δεύτερος αλλά κι αυτή που προσφέρει ως το μικρότερο κακό ο Παπανδρέου ο Τρίτος.

ΕΞΑΓΓΕΛΙΕΣ ΠΑΣΟΚ

Αντιφάσεις και κενά

ΑΘΙΚΤΟΙ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΝΔ

Οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό και έκτακτο επίδομα αλληλεγγύης μπορεί να ακούστηκαν ως φιλολαϊκές συγκρινόμενες με την οικονομική χούντα που εξήγγειλε ο Καραμανλής, επ ουδενί ωστόσο δεν συνιστούν ανατροπή της γενικότερης, διαχρονικής τάσης μείωσης του μεριδίου των μισθών στο σύνολο των προϊόντος. Χώρια, που σε μια σειρά σημεία προαναγγέλλουν τη συνέχιση και θωράκιση της σημερινής πολιτικής. Κάτι που γίνεται πιο εμφανές στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, όπου δεν προαναγγέλλεται καμιά επιστροφή ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης (ΟΤΕ, Ολυμπιακή, Λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης, κ.α.) στο δημόσιο. Ειδικότερα:

Η εξαγγελία του Γ. Παπανδρέου για μείωση του φορολογικού συντελεστή στα μη διαμενόμενα κέρδη των επιχειρήσεων, ως μέτρο ενθάρρυνσης των παραγωγικών επενδύσεων, ανεξαρτήτως των κινήτρων της δεν παύει να μειώνει ακόμη παραπέρα τη φορολογία των επιχειρήσεων, διευκολύνοντας τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου, εις βάρος των δημοσίων εσόδων. Δεδομένου μάλιστα ότι άλλα φιλοεπιχειρηματικά φορολογικά μέτρα, όπως η μείωση των συντελεστών φορολόγησης που είχε εξαγγείλει ο Κ. Καραμανλής από τη ΔΕΘ το 2004 δεν πρόκειται να καταργηθούν, γίνεται αντιληπτό ότι το ΠΑΣΟΚ, με μοναδική εξαίρεση τους φόρους ακίνητης περιουσίας δεν πρόκειται να θίξει το ισχύον πλαίσιο.

Δεύτερο, επαναφέροντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ την πρόταση που είχε κάνει από το Λαύριο το 2004, για «γενναίο πρόγραμμα επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών των νέων για 4 χρόνια», ασχέτως του γεγονότος ότι από τότε μεσολάβησε μια εξέγερση στη Γαλλία εναντίον αυτού ακριβώς του μέτρου, ετοιμάζεται να δημιουργήσει νέες αδικίες και αντιθέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα κι ευρύτερα την αγορά εργασίας. Μεγάλος ωφελημένος σε κάθε περίπτωση θα είναι η εργοδοσία που θα δει τις ασφαλιστικές της υποχρεώσεις να μειώνονται δραματικά. Το μέτρο αυτό πιθανά θα περιληφθεί στο νέο ασφαλιστικό που υποσχέθηκε να φέρει το ΠΑΣΟΚ, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνεται επίσης κι η βασική σύνταξη. Μέτρο, που αποτελεί προϋπόθεση για την τριχοτόμηση του ασφαλιστικού συστήματος, κατά τις υποδείξεις διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Τη δική της σημασία έχει επίσης η υπαναχώρηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ σ’ ότι αφορά την εξαγγελία του πέρυσι, κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων για το αντιασφαλιστικό, ότι θα αποσύρει το νόμο της… επάρατης. Από τη Θεσσαλονίκη τίποτε σχετικό δεν επανέλαβε, παρότι εξήγγειλε την ακύρωση άλλων νόμων, όπως για το χωροταξικό.

Τρίτο, εξαγγέλλοντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, έστω και «μετά από κοινωνικό διάλογο», στην πράξη ολοκληρώνει ότι αφήνει στη μέση η ΝΔ, δημιουργώντας νέα πεδία δράσης για το κεφάλαιο σε κλάδους και υπηρεσίες που προστατεύονταν μέχρι πρόσφατα από παρωχημένες συντεχνιακές ρυθμίσεις.

Κατά τέταρτο πολλά μέτρα έχουν εν πολλοίς δημαγωγικό χαρακτήρα. Πως για παράδειγμα «θα παγώσουν οι δανειακές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που πλήττονται από την κρίση» όταν για κάτι τέτοιο απαιτείται να εισέλθει στα άδυτα των αδύτων του ιδιωτικού τομέα; Πως θα τις υποχρεώσει; Πως επίσης θα «αυστηροποιήσει» το πλαίσιο δράσης των εξωχώριων εταιρειών, όταν ο έλεγχός τους έχει αποδειχθεί ανέφικτος ακόμη και για ισχυρά κράτη, όπως το γερμανικό;

Με βάση τα παραπάνω, η μοναδική δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων, είναι η ανάπτυξη ανεξάρτητων, ταξικών, εργατικών αγώνων. Η ισχυροποίηση δε του μετωπικού σχήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις προσεχείς εκλογές θα συμβάλλει τα μέγιστα σε αυτή την κατεύθυνση στο βαθμό που θα αναβαθμίσει σε πολιτικό επίπεδο τις ανατρεπτικές, επαναστατικές τάσεις.

Άγρια λιτότητα υπό την επίκληση του ΔΝΤ (Πριν, 25/1/2009)

Χρονιά βαθιάς κρίσης το 2008

ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΤΟ 2009

Ούτε και οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί κατά την έναρξη του 2008 δεν μπόρεσαν να περιγράψουν το βάθος και την έκταση που προσέλαβε η οικονομική κρίση τη χρονιά που πέρασε. Πέρα για πέρα αντιπροσωπευτική του ευρύτερου κλίματος ήταν η κατακρήμνιση των χρηματιστηριακών δεικτών. Από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Τόκιο, την Ευρώπη και τους αναδυόμενους γίγαντες της Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας και Κίνας οι απώλειες που κατέγραψαν οι χρηματιστηριακοί δείκτες ξεπέρασαν το 40%. Η δε χρηματιστηριακή αξία, η κεφαλαιοποίηση των αγορών κατέγραψε ελεύθερη πτώση. Μόνο στη Νέα Υόρκη κατά το χρόνο που πέρασε παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη «εξαΰλωση» κεφαλαιακής αξίας από την εποχή της Μεγάλης Κρίσης του 1929, ύψους 6,9 τρισ. δολ. Στο σύνολο των διεθνών χρηματιστηρίων οι ζημιές που καταγράφηκαν ξεπερνούν τα 30 δισ. δολ., ποσό διπλάσιο από το ΑΕΠ των ΗΠΑ! Το συμπέρασμα πως η τρέχουσα κρίση είναι δομική και ιστορικού χαρακτήρα, κατά πολύ βαθύτερη από αυτή της δεκαετίας του ’70 επιβεβαιώνεται και από μια σειρά άλλα μεγέθη που εκφράζουν περισσότερο ευθύγραμμα τις τάσεις στο παραγωγικό κεφάλαιο και την ευρύτερη, πραγματική λεγόμενη οικονομία. Έτσι, αρνητικοί ρυθμοί μεγέθυνσης – συρρίκνωση δηλαδή του παραγόμενου προϊόντος, τεράστιες ζημιές ακόμη και χρεοκοπίες κολοσσών πολύ πέραν των τραπεζών, κάθετη πτώση της καταναλωτικής ζήτησης, απολύσεις, μειώσεις μισθών και απότομη όξυνση του κοινωνικού ζητήματος μαζί με αλλεπάλληλες χρεοκοπίες τύποις πλέον κυρίαρχων κρατών συνθέτουν το πιο ζοφερό παζλ το οποίο δυστυχώς θα μας συντροφεύει και το νέο χρόνο. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι το 2009 θα κάνει την εμφάνισή του ένα νέο, μαζικό κύμα χρεοκοπιών, πολύ μαζικότερο σε σχέση με το 2008 όταν έγιναν για πρώτη φορά ορατά τα αποτελέσματα της κρίσης, καθώς η παρατεταμένη χαμηλή καταναλωτική ζήτηση και τα συνεχή προβλήματα ρευστότητας θα έχουν εξαντλήσει και τα τελευταία αποθέματα αντοχής των επιχειρήσεων. Το σαρωτικό κύμα χρεοκοπιών θα παρασύρει και τις τράπεζες καθώς τα προβληματικά δάνεια θα προσθέσουν ένα επιπλέον βαρίδι πλάι στις ζημιές που καταγράφουν εδώ και ένα χρόνο από τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις τους σε επενδυτικά προϊόντα υψηλού κινδύνου. Εντελώς δικαιολογημένα λοιπόν η ελπίδα για ανάκαμψη μετατίθεται για μετά το 2011.

 Με το φόβητρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επιδιώκουν να κάμψουν τις αντιστάσεις και να γίνει δεκτό από τους εργαζόμενους ένα πρόγραμμα αντιδραστικών μέτρων βάρβαρης λιτότητας από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τον μανδύα της κοινοτικής επιτήρησης και αφορμή την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος πάνω από το 3%.

Παραμύθι η «θωρακισμένη» κι η «ισχυρή Ελλάδα»

 Η οικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα είναι πολύ χειρότερη απ’ αυτήν που παρατηρείται διεθνώς στο βαθμό που τα αποτελέσματα της σφοδρότατης οικονομικής κρίσης διαπλέκονται με τα μόνιμα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού παράγοντας ένα μίγμα πραγματικά εκρηκτικό. Η πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου το 2008 ισοδυναμούσε με την απόλυτη καταστροφή. (Η αξία της αναφοράς πηγάζει από την σημασία που είχε το ΧΑΑ στη χρηματοδότηση της αφρόκρεμας του ελληνικού κεφαλαίου, η οποία μάλιστα σε περιόδους έλλειψης κεφαλαίων και τραπεζικής στενότητας, όπως η σημερινή, καθίσταται πιο έντονη). Καμία άλλη χρονιά δεν χάθηκαν τόσα κεφάλαια, ενώ αυτή η εικόνα είναι πολύ χειρότερη απ’ ότι παρατηρήθηκε κατά μέσο όρο διεθνώς. Από τις 5.207 μονάδες που βρισκόταν ο γενικός δείκτης στις 2 Ιανουαρίου του 2008 την τελευταία μέρα του χρόνου έφθασε τις 1.711, καταγράφοντας απώλειες πολύ πάνω του 60%. Από τα 197 δισ. ευρώ που ήταν η κεφαλαιοποίηση την τελευταία μέρα του 2007 συρρικνώθηκε στα 66 δισ., ενώ οι ρευστοποιήσεις μετοχών όλη τη χρονιά ξεπέρασαν τα 3,5 δισ. ευρώ ως αποτέλεσμα δύο συνισταμένων: Κατ’ αρχήν της αναζήτησης ασφαλέστερων τοποθετήσεων από επενδυτικά χαρτοφυλάκια σε κρατικά ομόλογα και δευτερευόντως των χαμηλών προσδοκιών κέρδους των μετοχών. Ρόλο ελκυστήρα στην ελεύθερη πτώση του χρηματιστηρίου έπαιξαν οι τραπεζικές μετοχές που κατέγραψαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Κι εδώ οι προβλέψεις για το άμεσο μέλλον είναι πραγματικά καταστροφικές με κορυφαία τραπεζικά ιδρύματα, όπως η Alpha, να συστήνουν στους επενδυτές «να αποφύγουν τις μετοχές των τραπεζών για το πρώτο εξάμηνο του 2009», κι άλλα όπως, της Eurobank, να διαπιστώνουν ότι «δεν αποκλείεται νέα κορύφωση της κρίσης»! Το ποδαρικό για το νέο έτος συμπληρώνει η σημαντική πτώση, ισοδύναμη του σοκ, των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε λιγότερο από 1% από 3% που ήταν φέτος, η πτώση της κατανάλωσης και η αύξηση της ανεργίας. Σε αυτό ακριβώς το έδαφος εμφανίστηκε η δημοσιονομική κρίση που είναι άμεσο αποτέλεσμα δύο διαδικασιών που δημιούργησε η οικονομική κρίση. Αρχικά της υστέρησης των δημόσιων εσόδων, λόγω της υποχώρησης της φοροδοτικής ικανότητας. Όταν τα μαγαζιά κυνηγούν τους πελάτες με το ντουφέκι, τι ΦΠΑ να αποδώσουν στο τέλος του μήνα; Κατά δεύτερο, των μέτρων δημοσιονομικής επέκτασης που υλοποιεί το κράτος για να στηρίξει τις τράπεζες άμεσα (βλ. 28 δισ.) και το κεφάλαιο ευρύτερα μέσω μιας μεγάλης γκάμας παροχών. Ακόμη κι έτσι λοιπόν φαίνεται ότι η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει δεν είναι «εισαγόμενη», όπως ισχυρίζεται σύσσωμη η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή για να αποφύγει να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες που της αναλογούν, αλλά άμεσο αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής της, που δεν είναι δυνατό να μην είχε προβλεφθεί… Άλλωστε, δεν είναι και η πρώτη φορά που τους συμβαίνει. Παρά τις κουραστικά επαναλαμβανόμενους όρκους αφοσίωσης στη δημοσιονομική πειθαρχία, από το 2004 μέχρι και το 2007, επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια δηλαδή, μία μόνο χρονιά έπεσε το έλλειμμα κάτω από το όριο ασφαλείας του 3%, όπως έχει οριστεί από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Όλες τις υπόλοιπες χρονιές, περιλαμβανομένης κι αυτής που αποχαιρετήσαμε την Τετάρτη, το έλλειμμα ξεπερνούσε το 3%. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι η απογείωση του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, όπως μετράται ως η διαφορά του επιτοκίου του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό (spread). Μια διαφορά που έχει φθάσει το 2,25% (όταν η αντίστοιχη διαφορά του ιταλικού επιτοκίου που κι αυτό έχει πάρει την άγουσα είναι 1,36%), υπογραμμίζοντας τις αποκλίνουσες τροχιές που αναπτύσσονται στο έδαφος της κρίσης και την όξυνση του ενδοκρατικού ανταγωνισμού. Τώρα ωστόσο η κοινοτική επιτήρηση θέτει σε κίνηση μια πολύ διαφορετική ποιοτικά διαδικασία που ισοδυναμεί με την υποβάθμιση της θέσης της Ελλάδας και την όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης – εξ ου και η συζήτηση περί ΔΝΤ. Συγκεκριμένα, οι ανακοινώσεις που θα γίνουν στις 19 Ιανουαρίου από τις Βρυξέλλες για την οικονομία των χωρών μελών της ΕΕ θα δώσει μεγαλύτερο βάθος στο πρόβλημα δανεισμού που αντιμετωπίζει το ελληνικό δημόσιο καθώς θα πρέπει να καταβάλλει διαρκώς μεγαλύτερο τίμημα για να συγκεντρώσει τα 60 δισ. που χρειάζεται το ελληνικό δημόσιο συνολικά (σύμφωνα με το ΙΟΒΕ) για το τρέχον έτος. Η αρνητική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει πόσο κούφιες ήταν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις περί «θωρακισμένης Ελλάδας» που διατυπώνονταν τόσο από τον αρμόδιο υπουργό όσο και από τον πρωθυπουργό μέχρι πριν λίγους μήνες. Το ίδιο ισχύει και για το ιδεολόγημα του αυτόκλητου σωτήρα, του Κ. Σημίτη, περί «ισχυρής Ελλάδας». Η τρέχουσα κρίση έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο τα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και το σαθρό χαρακτήρα των ιδεολογημάτων που επιστράτευσαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για να νομιμοποιήσουν τις αντιλαϊκές οικονομικές πολιτικές τους. Απαιτούνται ωστόσο εδώ ορισμένες διευκρινίσεις που δείχνουν ότι η διαδικασία την οποία εμφανίζουν λίγο – πολύ ως φυσική και αναπότρεπτη, δεν είναι καθόλου τέτοια. Αυτό που με επιμέλεια κρύβουν όσοι επικαλούνται την δήθεν αυστηρότητα των αγορών δίνοντας τους το δικαίωμα να αξιολογούν το αξιόχρεο κάθε χώρας ή κάθε επιχείρησης είναι ότι αυτό το έργο έχει εναποτεθεί σε μια σφηκοφωλιά η οποία κατ’ επανάληψη έχει αποδείξει ότι είναι είτε ανίκανη, είτε «παπαγαλάκι» συμφερόντων, κραγμένο μάλιστα. Σε κάθε περίπτωση εντελώς αναρμόδια. Οι τρεις εταιρείες αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (Fitch, S&P και Moody’s), αμερικανικές όλες, που εν είδει αδέκαστου κριτή αποφασίζουν πόσα αστεράκια θα συνοδεύουν τα ελληνικά ομόλογα και κατ’ επέκταση πόσα λεφτά θα πληρώσει ο κάθε εργαζόμενος στους νταβατζήδες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι αυτές ακριβώς που όλα τα προηγούμενα χρόνια χαρακτήριζαν ως …διαμάντια τα τιτλοποιημένα δάνεια της αμερικανικής κτηματικής αγοράς. Από πρόεδροι κρατών (Σαρκοζύ, Μέρκελ, κ.α.) μέχρι καθηγητές αλλά και παράγοντες της αγοράς τούς έριχναν επί μήνες την πέτρα του αναθέματος αποδίδοντάς τους την ευθύνη για την φούσκα επειδή στα τοξικά ομόλογα χάριζαν την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία οδηγώντας και τα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια να τα εντάξουν στις τοποθετήσεις τους ή να τα αποδεχτούν ως εγγύηση για να εγκρίνουν δάνεια. Αυτές λοιπόν οι εταιρείες, που δεν είδαν καμιά απάτη στην αμερικανική αγορά υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων και κανονικά θα έπρεπε να είχαν κλείσει πληρώνοντας μάλιστα και πρόστιμα για τη ζημιά που προκάλεσαν, αποφαίνονται τώρα ότι το ελληνικό δημόσιο επειδή μπορεί να κηρύξει χρεοστάσιο θα πρέπει να πληρώνει κάτι τις περισσότερα για να δανείζεται! Αυτό που ωστόσο αποκαλύπτεται είναι δόλος και εξαπάτηση, καθώς ένας αποδεδειγμένα ανίκανος επισείει θεούς και δαίμονες έτσι ώστε οι αποδεδειγμένα απατεώνες να απαιτούν ληστρικά επιτόκια. Συνεργό σε αυτή τη διαδικασία έχουν και την ΕΕ. Γιατί, αν επιβληθεί το καθεστώς επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας οι εταιρείες αξιολόγησης όχι απλά θα επιβεβαιώσουν τις «ανησυχίες» τους, αλλά θα αποκτήσουν κι άλλες – είναι εξαιρετικά επικερδής διαδικασία άλλωστε. Η διαδικασία της επιτήρησης επομένως, πέραν των όσων επικαλείται, θα οξύνει το δημοσιονομικό πρόβλημα, καθώς θα κάνει επαχθέστερους τους όρους δανεισμού του ελληνικού δημοσίου και το δρόμο επιστροφής στην δημοσιονομική ομαλότητα ακόμη πιο μακρύ και ακανθώδη. Να σημειωθεί επιπλέον ότι η διαδικασία της Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης στην Ευρώπη συνέβαλε καθοριστικά στην παράδοση του δημοσίου στις αρπακτικές διαθέσεις των αγορών χρήματος, καθώς με την εκκίνησή της, όπως αποφασίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, απαγορεύτηκε στις κεντρικές τράπεζες να εκτυπώνουν χρήμα για να καλύπτουν τις αυξανόμενες ανάγκες του δημοσίου και ορίστηκε ως μονόδρομος η προσφυγή στις αγορές δανείων για την κάλυψη των αναγκών. Προς όφελος φυσικά του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που είδε τις δουλειές του ν’ απογειώνονται με χορηγό τους δημόσιους προϋπολογισμούς, δηλαδή τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων. Η αυξανόμενη συζήτηση ωστόσο για τον κίνδυνο προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (έτσι ώστε να παρακαμφθούν τα ληστρικά επιτόκια της αγοράς και να βρεθούν δάνεια με χαμηλό επιτόκιο) και την κοινοτική επιτήρηση (που εμφανίζεται μάλιστα κι ως σωτήρια επειδή έτσι θα γλιτώσουμε από το ΔΝΤ) έρχεται να εξοικειώσει τους εργαζόμενους με το αντίτιμο που θα πληρώσουν: Ένα πρόγραμμα λιτότητας, που χωρίς καμία υπερβολή θα είναι πρωτοφανούς αγριότητας, χωρίς κανένα προηγούμενο στην πρόσφατη οικονομική ιστορία της Ελλάδας. Ως συστατικά του στοιχεία θα περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες μέτρων. Το πρώτο θα αφορά τους μισθούς. Όπως πολύ πιθανά έγινε και στη Λετονία, όπου το πρώτο μέτρο που επέβαλε το ΔΝΤ ήταν η γενική μείωση των μισθών κατά 15%, η κοινοτική επιτήρηση θα σημάνει μειώσεις πραγματικών μισθών ή μηδενικές αυξήσεις και πάγωμα συντάξεων κι επιδομάτων ανεργίας, σε ένα περιβάλλον φυσικά συνεχών ανατιμήσεων. Η δεύτερη κατηγορία μέτρων θα αφορά το ασφαλιστικό, στην κατεύθυνση μείωσης των συντάξεων, αύξησης των ηλικιακών ορίων και επιδείνωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και αύξησης των εισφορών. Η τελευταία θα αφορά νομοθετικές παρεμβάσεις με στόχο την απορύθμιση της αγοράς εργασίας και τη διευκόλυνση της εισόδου πολυεθνικών επιχειρήσεων (βλ. μέτρα απελευθέρωσης κλειστών επαγγελμάτων).

 Σχεδιάζουν νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα»

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΘΑ ΕΠΙΒΑΛΕΙ Η ΣΥΖΗΤΟΥΜΕΝΗ «ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΩΝ»

Η κυβέρνηση ήδη στρώνει μεθοδικά το έδαφος για ένα νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» βαθιάς λιτότητας, ανάλογο αυτού που προσπάθησε να επιβάλλει ο Κ. Σημίτης ως υπουργός Οικονομίας στην κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου τη διετία 1985 – 1987. Εκείνη η αποστροφή του λόγου του Γ. Αλογοσκούφη για παράδειγμα στο Βήμα της προηγούμενης Κυριακής «για την πολιτική της ήπιας δημοσιονομικής προσαρμογής που εφαρμόσαμε τα τελευταία χρόνια» πολύ φοβόμαστε ότι δεν αποσκοπεί μόνο να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις για την άγρια πολιτική λιτότητας, αλλά προετοιμάζει τους όρους για δραματικά διαγγέλματα που λίγο – πολύ θα λένε «καλά φάγατε, καλά ήπιατε τόσα χρόνια τώρα περάστε απ’ το ταμείο». Όπως το έθεσε ο αρχιαποστάτης παραμονές Πρωτοχρονιάς: «Δεκαετίες ζήσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας, δανειζόμενοι και καταδικάζοντας τις επόμενες γενιές, ενώ ταυτόχρονα με πείσμα αρνηθήκαμε τις μεταρρυθμίσεις τις οποίες η σημερινή ευρωπαϊκή και παγκόσμια πραγματικότητα απαιτεί και τις οποίες εφάρμοσαν όλες οι άλλες χώρες της Ευρώπης. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι φυσικό η βαριά διεθνής οικονομική κρίση που ξέσπασε φέτος να μας προσγειώσει και να μας υποχρεώσει να αντιμετωπίσουμε τη σκληρή πραγματικότητα»! Η επιβολή αυτών ακριβώς των βαθιά αντιλαϊκών μέτρων είναι το πραγματικό ζητούμενο πίσω από την κινδυνολογία του εφιάλτη Κ. Μητσοτάκη για τη «βοήθεια ξένων διεθνών οργανισμών», πίσω από την πρόταση των Χρ. Βερελή και Θ. Πάγκαλου για ανάθεση των οικονομικών σε ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής, πίσω την «ιδέα» του νεοφιλελεύθερου Αλ. Παπαδόπουλου να ζητήσει η Ελλάδα αυτοβούλως έξωθεν επιτήρηση της οικονομίας της λόγω εγγενούς αδυναμίας να χειριστεί τα του οίκου της και πίσω από το πλασάρισμα του πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας και νυν αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Λουκά Παπαδήμα, για να αναλάβει χρέη «τσάρου της Οικονομίας». Μια κυβέρνηση τεχνοκρατών δηλαδή, οικονομική χούντα στην πραγματικότητα, που θα αναλάβει να επιβάλλει τη λιτότητα χωρίς να πρέπει η ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ να πληρώσουν το τεράστιο πολιτικό κόστος που θα έχει ένα τέτοιο έκτακτο καθεστώς. Ειδικότερα όμως σ’ ότι αφορά τα παραπάνω στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που έχουν εχθρικές σχέσεις με την ηγετική ομάδα του Γ. Παπανδρέου ή είναι παραγκωνισμένα, στόχος των προτάσεών τους ήταν να στερήσουν από το ΠΑΣΟΚ την διαφαινόμενη νίκη, που δεν θα επιτευχθεί φυσικά τόσο εύκολα όσο δείχνουν τα γκάλοπ. Με τη στήριξη διαπλεκομένων δηλαδή που προσχηματικά επικαλούνται την οικονομική κρίση για να ξαναμοιράσουν την πολιτική τράπουλα, η πρότασή τους δεν βάλει κατά της ΝΔ αλλά του «δικού τους» κόμματος. Για αυτό και μόνο τον λόγο τα πυρά της Χαρ. Τρικούπη ήταν πολύ σφοδρότερα από τα πυρά που δέχτηκαν από την κυβέρνηση.

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

 Σε κρίση το μοντέλο ανάπτυξης

ΣΙΩΠΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΤΙΕΣ

Όσο σίγουρο είναι ότι πίσω από κραυγές αγωνίας της αστικής τάξης κρύβεται ένα πρόγραμμα άγριας κι εξοντωτικής λιτότητας, άλλο τόσο σίγουρο είναι πως τα προβλήματα τα οποία επικαλείται, οι λεγόμενες μακροοικονομικές ανισορροπίες, είναι υπαρκτά και μάλιστα η όξυνσή τους λόγω της κρίσης λειτουργεί απειλητικά για τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Πρόκειται συγκεκριμένα για την αλματώδη αύξηση του ελλείμματος ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που έχει φθάσει στο τριτοκοσμικό 14% του ΑΕΠ και την άνοδο του δημόσιου χρέους που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εδώ και 15 χρόνια όλο λένε πως το μειώνουν, αλλά αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται στο 105% του ΑΕΠ. Οι αιτίες που επικαλούνται γι αυτή την κατάσταση είναι τόσο φαιδρές όσο και οι λύσεις που προτείνουν, αποκαλύπτοντας μια απίστευτη ένδεια. Ο Κ. Σημίτης για παράδειγμα στο πολυσυζητημένο άρθρό του στην Καθημερινή στις 21 Δεκεμβρίου 2008 έγραφε για το δημόσιο χρέος ότι «οι αιτίες της αύξησης είναι συναρτημένες με την πελατειακή νοοτροπία της κυβέρνησης και τη σταθερή επιδίωξη ενίσχυσης της εξουσίας της. Οι προσλήψεις την περίοδο 2004 – 2008 για παράδειγμα έφθασαν τις 60.000 περίπου με συνέπεια την αύξηση των μισθών που κατέβαλε η κυβέρνηση κατά 40%». Ο ιδρυτής της «ισχυρής Ελλάδας» δεν επικρίνει την κυβέρνηση για τα ρουσφέτια, αλλά επειδή κάνει προσλήψεις, παραβλέποντας τις τεράστιες ανάγκες ανθρώπινου δυναμικού που έχει ο δημόσιος τομέας αλλά και το γεγονός ότι το εν λόγω κονδύλι που το θεωρεί υπαίτιο της κρίσης στο σύνολο των δημόσιων δαπανών είναι αμελητέο! Οι προτάσεις του δε περιλαμβάνουν αυτά που έχει προγραμματίσει η ΝΔ, απλώς πιο γρήγορα. «Χρειάζεται ένα επεξεργασμένο σχέδιο συστηματικής και στοχευμένης ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένες κατευθύνσεις. Η επιτάχυνση της κατασκευής των ήδη προγραμματισμένων έργων. Η προώθηση χωρίς καθυστέρηση των προγραμμάτων του Δ’ ΚΠΣ…». Στην πραγματικότητα αυτό που διέρχεται δομική κρίση είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και ενσωμάτωσης του στον διεθνή καταμερισμό που υιοθετήθηκε από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τις μέρες μας. Στην πιο πρόσφατη εκδοχή του, από τη δεκαετία του ’80 εμβρυακά και τη δεκαετία του ’90 ολοκληρωμένα και συνειδητά, περιελάμβανε την χωρίς όρους και στρατηγικές ανάδειξης «εθνικών πρωταθλητών» ενσωμάτωση του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση. Η διαδικασία αυτή όμως σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή αποδεικνύει τον ανταγωνιστικό της χαρακτήρα, την εγγενή τάση που έχει να οξύνει τις ανισομετρίες, διαλύοντας τις αυταπάτες που συνόδευαν τα πρώτα της βήματα για μια άμβλυνση των διακρατικών ακόμη και περιφερειακών αντιθέσεων. Η ΕΕ και κατ’ επέκταση η ΟΝΕ δεν αποτελούν επομένως ασπίδα προστασίας της ελληνικής οικονομίας όπως προβάλλονται αναδεικνύοντας μόνο την νομισματική – συναλλαγματική πλευρά των διμερών οικονομικών σχέσεων, αλλά παράγοντα διαιώνισης και όξυνσης των διαρθρωτικών προβλημάτων της. Αυτά ωστόσο μένουν ασχολίαστα. Όπως και η κρίση που διέρχεται πλέον, σε βαθμό να έχει κλείσει τον κύκλο του ως ατμομηχανή ανάπτυξης, το μοντέλο αλματώδους αύξησης του ιδιωτικού δανεισμού που χρηματοδοτούσε τον τομέα των κατασκευών, αντιπροσωπεύοντας ο τελευταίος τη σημαντικότερη πηγή αύξησης του ΑΕΠ. Με το συνολικό ιδιωτικό χρέος να φθάνει το 2008 τα 248 δισ. (εκ των οποίων μόνο τα 132 δισ. να είναι επιχειρηματικό) ξεπερνώντας (όπως και το δημόσιο) το ΑΕΠ της χώρας που φθάνει τα 246 δισ. και μετά από τις φούσκες που έχουν σκάσει, τυχόν σχέδια και προσδοκίες διαιώνισής του ισοδυναμούν με οικονομική αυτοκτονία. Η τραγική ειρωνεία όμως είναι ότι η αστική τάξη δεν έχει να αντιπαραβάλλει κανένα εναλλακτικό σχέδιο απέναντι σ’ αυτό το κοινωνικά καταστρεπτικό και βαθιά ανορθολογικό μοντέλο. Έχει την αυταπάτη ότι θα καλύψει τις αντιφάσεις του με ένα πρόγραμμα λιτότητας διαρκείας που θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και θα μειώσει τις κοινωνικές παροχές, ενώ στην καλύτερη περίπτωση θα τις κουκουλώσει όπως – όπως και για λίγα χρόνια. Στη χειρότερη γι αυτούς, θα μείνει στα χαρτιά, όπως έμεινε και του Σημίτη το 1986, λόγω της εργατικής πάλης.

Πάρτι στο χρηματιστήριο με χορηγό την εφορία (περ. Ουτοπία, 6ος 2007)

Μέρες του ’99 αρχίζει να θυμίσει τους τελευταίους μήνες η Σοφοκλέους. Με τον γενικό δείκτη να έχει φθάσει τις 5.000 μονάδες, για πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια – και συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του 2000 – και με όλες τις μηχανές να είναι αναμμένες (αδικαιολόγητη άνοδο των φθηνών μετοχών τη περιφέρειας, εκκολαπτόμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, προετοιμασία νέων εισαγωγών, δημόσιες εγγραφές στα σκαριά, κύματα ιδιωτικών τοποθετήσεων και κυρίως ατελείωτες φήμες και παπαγαλάκια) το κλίμα καχεξίας και μειωμένων προσδοκιών των τελευταίων χρόνων φαίνεται να ανήκει στο παρελθόν. Το φαινόμενο δεν είναι αυστηρά ελληνικό καθώς και στη Μέκκα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, ο δείκτης των 500 αμερικανικών κολοσσών για πρώτη φορά στα τέλη Μαΐου έφθασε τα επίπεδα που είχε πριν επτά χρόνια. Η άνοδος του ελληνικού χρηματιστηρίου είναι συνεπώς αποτέλεσμα της αυξημένης κινητικότητας που υπάρχει στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Σε ότι αφορά τις εσωτερικές αιτίες μια μικρή ώθηση σε αυτή την κατεύθυνση (και τίποτε περισσότερο) έδωσαν οι ανακοινώσεις για τα επίσημα κέρδη που κατέγραψαν το πρώτο τρίμηνο του 2007 οι 301 εισηγμένες εταιρείες που δημοσίευσαν λογιστικές καταστάσεις, όπου φαίνεται ότι το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου αύξησαν τα κέρδη τους κατά 11,6% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου. Αύξηση τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερη των αυξήσεων που είδαν οι εργαζόμενοι στους μισθούς και τα ημερομίσθιά τους για το αντίστοιχο διάστημα…

Εξετάζοντας πιο προσεκτικά όμως τον πίνακα με τα κέρδη της κορυφής της πυραμίδας του ελληνικού κεφαλαίου αποκαλύπτονται δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι η άνιση κατανομή των 2,8 δισ. κερδών, καθώς το μεγαλύτερο μέρος τους προήλθε από τα λεγόμενα βαριά χαρτιά του χρηματιστηρίου που συνέβαλαν στο 80% αυτού του αποτελέσματος. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι πως τα κέρδη δεν προέρχονται μόνο από μια μειοψηφία, αλλά και από έναν συγκεκριμένο τομέα της καπιταλιστικής παραγωγής: τις τράπεζες! Ειδικότερα οι 14 εισηγμένες τράπεζες συνέβαλαν κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 50% στο παραπάνω αποτέλεσμα ενώ μόνο τα κέρδη της Εθνικής Τράπεζας αποτελούν το 13,6% των συνολικών κερδών. Ανισομετρία λοιπόν και συνεχής αύξηση του ειδικού βάρους του κλάδου των υπηρεσιών και δη των τραπεζών είναι οι δύο ιδιαίτερες συνιστώσες που καθορίζουν την θεαματική πορεία κερδοφορίας του ελληνικού καπιταλισμού. Η ετεροβαρής σχέση μεταξύ του κλάδου της μεταποίησης και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ήρθε πρόσφατα στην επιφάνεια και από την κοινή έρευνα που οργάνωσε ο ΣΕΒ με την ICAP τα αποτελέσματα της οποίας δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 14 Μαΐου 2007. Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η (δειγματοληπτική – και ως εκ τούτου ενδιαφέρουσα μόνο σε ότι αφορά τις τάσεις που καταγράφει) έρευνα υπογραμμίζουν την αποκλίνουσα πορεία μεταξύ της μεταποίησης που βλέπει τα κέρδη της να συρρικνώνονται για δεύτερη συνεχή χρονιά και των υπηρεσιών (εμπόριο, τράπεζες, κ.α.) που βλέπουν τα κέρδη τους να αυξάνουν.

Στην κούρσα ανόδου των κερδών που κατέγραψαν οι εισηγμένες εταιρείες δύο αιτίες φαίνεται να διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο: Κατά πρώτο, η συνεχής άνοδος των επιτοκίων που αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οδηγώντας και τις εγχώριες τράπεζες να αναπροσαρμόζουν τα δικά τους επιτόκια προς τα πάνω προκαλώντας έτσι απόγνωση στους εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες και επίσης η τελευταία δόση μείωσης των φορολογικών συντελεστών, ύψους τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων, που αποφάσισε η κυβέρνηση. Η απόφαση αυτή της κυβέρνησης της ΝΔ (που βρήκε σύμφωνο και το ΠΑΣΟΚ) έκανε το φορολογικό σύστημα ακόμη πιο ταξικό και αντιλαϊκό ωθώντας στην αναδιαμόρφωσή του σε μία κατεύθυνση που για το κεφάλαιο και τους αστούς επιφυλάσσει σχεδόν πλήρη φορολογική απαλλαγή (υπό το θατσερικής έμπνευσης πρόσχημα της τόνωσης των κινήτρων δημιουργίας πλούτου που στη συνέχεια θα ενισχύσει την μεγέθυνση…) ενώ για τους εργαζόμενους πρωτοφανή βάρη.

Σε ότι αφορά το κεφάλαιο η πέρα για πέρα νόμιμη απαλλαγή του από την καταβολή φόρων ήλθε ως αποτέλεσμα της πανευρωπαϊκής τάσης μείωσης των φόρων κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτής της δυναμικής (χαρακτηριστικό πλέον γνώρισμα του νέου αναμορφωμένου κράτους που αναδύθηκε στα ερείπια του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας) η Γερμανία έχει δεσμευθεί στο κεφάλαιο να μειώσει τους φόρους που πληρώνει από 26% στο 15%, η Γαλλία από 33% σε 28%, η Ισπανία από 35% σε 30%, κ.ο.κ. Ακόμη όμως και αυτοί οι νέοι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές έχουν μάλλον εικονική σημασία καθώς το κεφάλαιο εξασφαλίζει την πλήρη απαλλαγή του από την καταβολή φόρων μέσω των (offshore) φορολογικών παραδείσων. Χάρη σε αυτούς τους παραδείσους, σύμφωνα με έρευνα των Τάιμς του Λονδίνου, οι 54 δισεκατομμυριούχοι της Αγγλίας έχοντας περιουσία που υπερβαίνει τα 126 δισ. λίρες πλήρωσαν φόρους ύψους 15 εκ. λιρών! Αν κάνουμε μια απλή διαίρεση βγαίνει ότι οι Κροίσοι της Αγγλίας φορολογήθηκαν με συντελεστή ύψους 0,01%! Το αποτέλεσμα δηλαδή της θεσμοθετημένης ασυδοσίας των φορολογικών παραδείσων είναι η αστική τάξη να έχει εξασφαλίσει πλήρη φορολογική απαλλαγή! Καθόλου τυχαία (όπως αναφερόταν σε άρθρο του βρετανικού Γκάρντιαν στις 30 Μαΐου με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Ειδικοί περιγράφουν την Αγγλία ως τον πρώτο παγκόσμιο onshore φορολογικό παράδεισο») το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τον Απρίλιο χαρακτήρισε το Σίτι του Λονδίνου ως το νευραλγικό κέντρο του παγκόσμιου πολυπλόκαμου δικτύου των φορολογικών παραδείσων. Φαίνεται έτσι πως με το πέρασμα του χρόνου οι offshore φορολογικοί παράδεισοι εισβάλλουν στα κέντρα του υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού και τα όρια μεταξύ τους γίνονται όλο και πιο συγκεχυμένα, όλο και πιο δυσδιάκριτα.

Η θεσμοθετημένη φοροαπαλλαγή και φορο-αποφυγή του κεφαλαίου, στην άλλη άκρη του εισοδηματικού και ταξικού φάσματος συμπληρώνεται με την αύξηση των φορολογικών βαρών. Οι εργαζόμενοι δεν καλούνται να πληρώσουν μόνο τους νέους έμμεσους φόρους που προήλθαν από την αύξηση του ΦΠΑ κατά μία μονάδα, αλλά μετά τις εκλογές ενδέχεται να επωμιστούν μια απότομη άνοδο και των άμεσων φόρων! Ο λόγος είναι ότι στα κλιμάκια του υπουργείου Οικονομικών επανέρχεται η ιδέα του ενιαίου φορολογικού συντελεστή. Δεν υπάρχει πιο αντιδραστικό και ταξικό φορολογικό μέτρο, καθώς θα καταργηθούν οι υψηλότεροι συντελεστές βάση των οποίων οι πλούσιοι πλήρωναν περισσότερους φόρους όπως κι οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές βάση των οποίων τα χαμηλότερα εισοδήματα πλήρωναν μικρότερο φόρο και όλοι μαζί θα προσέρχονται στην αρμόδια ΔΟΥ να φορολογήσει τα εισοδήματά τους με τον ίδιο συντελεστή. Το επιχείρημα που επικαλούνται μάλιστα είναι η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, αποκρύπτοντας πως η μεγαλύτερη γάγγραινα του δεν είναι η πολυνομία, οι επικαλύψεις και οι συνεχείς αλλαγές, αλλά η αντιλαϊκότητα του. Μια ενδεχόμενη κατάργηση της προοδευτικότητας του θα επιτείνει την ταξικότητά του στο έπακρο, διαιωνίζοντας την πολιτική της λιτότητας! Επίσης θα αντιστρέψει πλήρως την θεμελιώδη σύλληψη πίσω από τη λειτουργία του φορολογικού συστήματος καθώς όλο και σαφέστερα παύει να λειτουργεί ως ένας αναδιανεμητικός μηχανισμός που αμβλύνει τις εισοδηματικές και ταξικές αντιθέσεις (όπως εγχειριδιακά ορίζεται η αρχή λειτουργίας του) και πλέον μετατρέπεται σε μηχανισμό που οξύνει τις αντιθέσεις τις οποίες γεννάει η πρωταρχική διανομή του εισοδήματος, όπως επιτελείται στο επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής. Μάρτυρας τα κέρδη των εισηγμένων…