Δίκοπο μαχαίρι το βασικό εισόδημα

Τα φώτα της δημοσιότητας συγκέντρωσε η απόφαση της 50ης, και πιο πρόσφατα αποκτημένης Πολιτείας των ΗΠΑ, της Χαβάης να δρομολογήσει τις διαδικασίες για την καθιέρωση βασικού εισοδήματος, σε όλους του πολίτες της. Η απόφαση, που ψηφίστηκε ομόφωνα και στα δύο νομοθετικά σώματα, αιτιολογήθηκε στη βάση του υπερβολικά ακριβού κόστους διαβίωσης, που είναι το υψηλότερο σε όλες τις ΗΠΑ, από τη μια και από την άλλη της σαρωτικής έκτασης που έχουν προσλάβει οι χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας του τομέα υπηρεσιών.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Δεν ήταν ωστόσο η πρώτη φορά που το βασικό εισόδημα ήλθε στη δημόσια συζήτηση.

Μόλις πρόσφατα, στις 25 Μαΐου 2017, μιλώντας ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος του Facebook στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ απ’ όπου αποφοίτησε πρότεινε κι αυτός την καθιέρωση ενός βασικού εισοδήματος. Το σκεπτικό μάλιστα του ιδρυτή του δημοφιλέστερου μέσου κοινωνικής δικτύωσης δε σχετιζόταν με την αντιμετώπιση των συνεπειών της τριτογενοποίησης της οικονομίας, που συνδέεται πάντα με την πτώση των αμοιβών, αλλά με την ενθάρρυνση των επιχειρηματικών καινοτομιών. Συγκεκριμένα είπε πως «η μεγαλύτερη επιτυχία έρχεται όταν έχεις την ελευθερία να αποτύχεις», ενώ με ένα πρωτότυπο και αναπάντεχο τρόπο χαρακτήρισε το βασικό εισόδημα ως το κοινωνικό συμβόλαιο της γενιάς του.

Στην από δω μεριά του Ατλαντικού, στο πλαίσιο των προκριματικών εκλογών εντός των γάλλων σοσιαλιστών, ο Μπενουά Αμόν που είχε διατελέσει υπουργός Παιδείας το 2014 έθεσε το αίτημα του βασικού εισοδήματος, στο ύψος μάλιστα των 750 ευρώ, στην κορυφή της προεκλογικής του ατζέντας. Η υποχρέωση του κράτους για παροχή ενός βασικού καθολικού εισοδήματος, που θα ξεκινούσε το 2022, σύμφωνα με το πρόγραμμα του σοσιαλιστή υποψηφίου θα λειτουργούσε αντισταθμιστικά απέναντι στην έκρηξη της ανεργίας που είναι βέβαιο πως θα προκαλέσει η είσοδος των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή. Ο αριστερός, ριζοσπαστικός χαρακτήρας του αιτήματος για καθιέρωση βασικού εισοδήματος υπογραμμιζόταν επίσης από μια δύο ακόμη εξαγγελίες: Η μία αφορούσε την περαιτέρω μείωση των ωρών εργασίας από τις 35 στις 32 ανά εβδομάδα και η άλλη τη φορολόγηση των ρομπότ που εισέρχονται στην παραγωγή. Μια πρόταση ρηξικέλευθη που ως στόχο είχε να βάλει ένα φρένο στην υποκατάσταση ζωντανής εργασίας από νεκρή. Τίποτε απ’ όλα αυτά ωστόσο δεν μπόρεσε να αντιρροπήσει την  βαριά αρνητική κληρονομιά της θητείας του Ολάντ…

Όχι ψήφισαν οι Ελβετοί

Μένοντας μόνο στα γεγονότα του τελευταίου έτους, και για να μη μείνει η εντύπωση ότι η κοινωνική γενναιοδωρία ευδοκιμεί αποκλειστικά και μόνο στο θερμό κλίμα της Γαλλίας, για το βασικό εισόδημα κλήθηκαν να ψηφίσουν και οι κάτοικοι της Ελβετίας σε δημοψήφισμα που διοργανώθηκε σε όλη τη χώρα στις 5 Ιουνίου 2016. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελβετών, σχεδόν το 77%, απέρριψε την ιδέα του επιχειρηματία που εισήγαγε την πρόταση, χωρίς μάλιστα να βρεθεί ούτε 1 από τα 26 καντόνια να αποδεχθεί με πλειοψηφία την ιδέα να αμείβεται κάθε ενήλικας πολίτης με 2.500 ελβετικά φράγκα κάθε μήνα. Τα επιχειρήματα που πρόβαλλε η αντίθετη πλευρά ήταν το κόστος του μέτρου, το οποίο ανερχόταν στα 25 δισ. ετησίως, που θα οδηγούσε σε αύξηση των φόρων ή δημοσιονομικό έλλειμμα.

Και μόνο τα προαναφερθέντα γεγονότα δείχνουν ότι το αίτημα του βασικού μισθού, υπό την πιο ευρέως διαδεδομένη έννοια του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, δεν ορίζεται αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο της διεύρυνσης της κοινωνικής πολιτικής. Με λίγα λόγια, από αριστερή πλευρά.

Εξ ίσου πειστικά τίθεται κι από την άλλη πλευρά. Αρκεί μια ματιά σε ένα από τα θεμελιώδη έργα του νεοφιλελευθερισμού, στο βιβλίο Καπιταλισμός και Ελευθερία του Μίλτον Φρίντμαν, όπου προτείνεται η υιοθέτηση του βασικού μισθού, υπό τη μορφή ενός αρνητικού φόρου εισοδήματος. Στην περίπτωση δηλαδή που το εισόδημα ενός φορολογούμενου υπολείπεται του αφορολόγητου ορίου τότε θα λαβαίνει από το κράτος ένα επίδομα, όταν όλη η υπόλοιπη κοινωνία θα πληρώνει φόρους. «Τα πλεονεκτήματα αυτής της ρύθμισης είναι προφανή», αναφέρει ο νομπελίστας οικονομολόγος. «Αντιμετωπίζει συγκεκριμένα το πρόβλημα της φτώχειας. Παρέχει βοήθεια υπό τη χρησιμότερη μορφή για το άτομο – ρευστό. Είναι γενική και μπορεί να αντικαταστήσει όλη τη γκάμα των ειδικών μέτρων που ισχύουν σήμερα. Καθιστά σαφές το κόστος που αναλαμβάνει η κοινωνία». Στη συνέχεια ο υμνητής της χούντας του χιλιανού δικτάτορα Πινοτσέτ, παραθέτει το κόστος της κοινωνικής πολιτικής όπως διαμορφώνεται  από «επιδοτήσεις στην τρίτη ηλικία, πληρωμές επιδομάτων κοινωνικής ασφάλισης, αρωγή σε ανήλικα τέκνα, γενικά επιδόματα, προγράμματα στήριξης τιμών παραγωγού, δημόσια στέγη, κοκ», για να καταλήξει στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Προφανώς, όλα αυτά τα προγράμματα παραείναι ακραία για να μπορούν να δικαιολογηθούν από την “ανακούφιση της φτώχειας” όσο γενναιόδωρα κι αν ερμηνεύσουμε αυτόν το όρο. Ένα πρόγραμμα που θα συμπλήρωνε τα εισοδήματα του 20% των καταναλωτικών μονάδων με τα χαμηλότερα εισοδήματα ώστε να τα ανεβάσει στο ύψος του κατώτατου εισοδήματος των υπολοίπων θα κόστιζε λιγότερο από τα μισά που ξοδεύαμε τώρα», έγραφε το 1962 ο ιδρυτής της μονεταριστικής σχολής του Πανεπιστημίου του Σικάγου.

Νεοφιλελεύθερη έγκριση

Πρόκειται για ένα σκεπτικό που με μια πιο προσεκτική ανάγνωση ιεραρχεί την μείωση του κόστους της κοινωνικής πολιτικής, έναντι της ανακούφισης της φτώχειας. Αν ζητούμενο εκ μέρους του ιδρυτή του facebook είναι η ώθηση στο επιχειρείν, αφετηριακό σημείο μιας δημοφιλούς και αφελούς ιδέας που αναζητά τη δημιουργία του πλούτου στην καινοτομία και όχι στην εργασία, το ζητούμενο εκ μέρους του θεμελιωτή του νεοσυντηρητισμού είναι η μείωση του κόστους που προκαλεί στον κρατικό προϋπολογισμό η αντιμετώπιση της φτώχειας. Ας αναλογισθούμε την κοινωνική δυστυχία σε έναν κόσμο όπου οι ευθύνες του κράτους απέναντι στους πολίτες θα τελείωναν με έναν μισθό στους αναξιοπαθούντες κι όλα τα υπόλοιπα θα παρέχονταν αποκλειστικά σε ανταποδοτική βάση: από τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία μέχρι τη διέλευση των δρόμων. Τότε, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα θα ήταν η βασιλική οδός για τον κοινωνικό Καιάδα.

Ωστόσο, αναφερόμενοι στην ίδια ταραγμένη και ξεχειλίζουσα από αισιοδοξία περίοδο, τη δεκαετία του ’60, υπέρ του βασικού μισθού τάχθηκαν κι οι σπουδαιότεροι προοδευτικοί οικονομολόγοι των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1968, οι Τζον Κένεθ Γκαλμπρέηθ, Χάρολντ Γουότς, Τζέιμς Τόμπιν, Πολ Σάμουελσον και Ρόμπερτ Λάμπμαν, έγραψαν σε επιστολή που δημοσίευσαν οι New York Times στην πρώτη τους σελίδα, την οποία υπέγραψαν 1.200 επιπλέον οικονομολόγοι, ότι «η χώρα δε θα έχει ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της μέχρι να εξασφαλισθεί στον καθένα στο έθνος ένα εισόδημα που δε θα είναι μικρότερο από τον επίσημα αναγνωρισμένο ορισμό της φτώχειας».

Στη βάση της παραπάνω διελκυστίνδας, που το βασικό εισόδημα είχε τη συναίνεση όλων των ιδεολογικών σχολών με διαφορετικό τελικό ζητούμενο ωστόσο για την κάθε μία, εξηγείται η νομοθετική πρωτοβουλία του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον το 1969 να δοθούν σε κάθε τετραμελή οικογένεια 1.600 δολάρια ετησίως. Ένα ποσό που σε σημερινούς όρους αντιστοιχεί σε 10.000 δολάρια. Πρωτοβουλία που ποτέ ωστόσο δε συγκέντρωσε την έγκριση και των δύο νομοθετικών σωμάτων με τα ιδεολογικά πυρά να προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από τη Δεξιά. Το πρόγραμμα FAP (Family Action Plan – Σχέδιο Δράσης για την Οικογένεια) απορρίφθηκε λόγω του κόστους του και των κινδύνων που δημιουργούσε για τη δημοσιονομική ισορροπία. Εξέλιξη που δείχνει την αρνητική στάση της κοινωνικής και πολιτικής συντήρησης ακόμη και στην προοπτική (που ακολουθεί το τέλος της βεβαιότητας για μια κοινωνία πλήρους απασχόλησης) να δημιουργηθεί ένα κοινωνικό δίχτυ για όλους που θα αποτρέπει την ακραία φτώχεια.

Κοινή συνισταμένη των παραπάνω είναι πως η καθιέρωση του βασικού εισοδήματος όσο αναγκαία κι αν είναι δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην βήμα προς τα μπρος. Το κοινωνικό και πολιτικό πρόσημο του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος κρίνεται κάθε φορά από το ύψος των δαπανών. Η ποσότητα καθορίζει την ποιότητα. Ο προοδευτικός του προσανατολισμός εξαρτάται επομένως από τον αν διαψεύδει τη «συνθήκη του Φρίντμαν»: αν υπολείπεται ή υπερβαίνει το κόστος της κοινωνικής πολιτικής που έρχεται να αντικαταστήσει…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα

Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα: Η άλλη όψη της λιτότητας (Επίκαιρα, 2-8 Οκτωβρίου 2014)

19Δάφνες φιλολαϊκής πολιτικής θα επιχειρήσει να δρέψει η κυβέρνηση με την καθιέρωση του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος που ξεκίνησε να εφαρμόζεται πιλοτικά τον Σεπτέμβριο σε 13 δήμους και εντός του 2015 σχεδιάζεται να εφαρμοστεί σε όλη την χώρα. Το ύψος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος ξεκινάει από 200 ευρώ το άτομο και αυξάνεται ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου. Έτσι, οι έγγαμοι θα λαβαίνουν 100 ευρώ για κάθε ενήλικο μέλος της οικογένειας και 50 ευρώ για κάθε παιδί. Χαρακτηριστικά, ένα ζευγάρι με δύο ανήλικα παιδιά θα λάβει 400 ευρώ.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Παρότι η κυβέρνηση θα χρησιμοποιήσει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα στην προεκλογική περίοδο, που έχει ήδη ξεκινήσει επιχειρώντας, να κλείσει το χάσμα που έχει ανοίξει με τα λαϊκά στρώματα, η αλήθεια είναι πως η εφαρμογή του δεν πρόκειται να επιφέρει μια ουσιαστική βελτίωση των όρων ζωής σε εκατομμύρια πολίτες που επλήγησαν από την κρίση.

Πήραν το καρβέλι, επιστρέφουν ψίχουλα

Το ίδιο το ύψος της δαπάνης είναι αστείο καθώς προβλέπεται ότι στην πλήρη εφαρμογή του όταν θα καλύπτει το 7% του πληθυσμού που βρίσκεται σε ανάγκη θα στοιχίσει στον κρατικό προϋπολογισμό 1 δισ. ευρώ. Ωστόσο μια ματιά στον κρατικό προϋπολογισμό αρκεί για να φανεί ότι τα «πέτρινα χρόνια» των Μνημονίων από την κοινωνική πολιτική έχουν αφαιρεθεί πολλές δεκάδες δις. ευρώ. Για παράδειγμα οι επιχορηγήσεις στα ασφαλιστικά ταμεία το 2012 ανέρχονταν στα 13,44 δισ. ευρώ, ενώ για φέτος έχουν προβλεφθεί 9,85 δισ. ευρώ. Σε τρία χρόνια δηλαδή αφαιρέθηκαν από τα ταμεία 4 δις. ευρώ! Επομένως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μας επιστρέφει ένα μικρό, πολύ μικρό μέρος όσων χρημάτων μας στέρησαν οι πολιτικές λιτότητας από το 2010 και μετά.

Το ότι το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα θα συναγωνίζεται την αποτελεσματικότητα της ασπιρίνης στον καρκίνο φαίνεται καθαρά αν το αντιπαραβάλλουμε στην έκταση που έχει προσλάβει μέχρι σήμερα το κοινωνικό ζήτημα. Για παράδειγμα, ενώ κυβέρνηση και Τρόικα (ΕΕ, ΔΝΤ) διατυμπανίζουν το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, την ίδια ώρα σφυρίζουν αδιάφορα απέναντι στο δράμα των ανέργων καθώς μόνο ένα πολύ μικρό κλάσμα παίρνει επίδομα ανεργίας. Το ίδιο το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής παρατηρεί ότι «το πρώτο τρίμηνο του 2013, το επίδομα ανεργίας έλαβαν 233.000 άνεργοι όταν ο συνολικός αριθμός ανέργων ανερχόταν σε 1.355.000 άτομα, δηλαδή στο 17% του συνόλου. Το δεύτερο τρίμηνο του 2013 το ποσοστό δικαιούχων μειώθηκε περαιτέρω στο 12%». Αν ήθελαν επομένως να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη δυστυχία το πρώτο που θα έπρεπε να κάνουν θα ήταν να επεκτείνουν την χορήγηση του επιδόματος ανεργίας (360 ευρώ για 12 μήνες πλέον 30 ευρώ για κάθε παιδί) σε όλους του ανέργους! Δεδομένου ότι το κόστος αυτού του μέτρου ξεπερνάει τα 5 δισ. ετησίως, είναι προφανές ότι όσο δίνεται προτεραιότητα στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς δεν υπάρχει πιθανότητα υλοποίησής του. Τεράστια είναι επίσης η απόκλιση μεταξύ των δικαιούχων του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και των φτωχών. Στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού αναφέρεται ότι 2,5 εκ. άτομα βρίσκονται κάτω από το χρηματικό όριο της σχετικής φτώχειας και 3,8 εκ. βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας λόγω υλικών στερήσεων και ανεργίας. Δηλαδή 6,3 εκ. πολίτες βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας ή σε κίνδυνο φτώχειας την ίδια ώρα που Σαμαράς και Βενιζέλος μιλούν για success story και υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια για να αποφύγουν την σίγουρη εκλογική εξαφάνιση!

Αστείο είναι και το ύψος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Τον Οκτώβριο του 2012 έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθήνας είχε υπολογίσει σε 360 ευρώ το ύψος της εισοδηματικής ενίσχυσης που έπρεπε να λαβαίνει κάθε άτομο για να ξεφύγει από την ακραία φτώχεια, ενώ τετραμελής οικογένεια με δύο παιδιά έπρεπε να λαμβάνει 972 ευρώ. Προσοχή: όχι να ξεφύγουν από την φτώχεια, ούτε πολύ περισσότερο να ενσωματωθούν στην κοινωνία! Μόνο για να ξεφύγει από την ακραία φτώχεια ένα άτομο χρειάζεται 360 ευρώ τον μήνα. Και το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα δίνει περίπου τα μισά χρήματα, σε ένα μονοψήφιο κλάσμα όσων το έχουν ανάγκη…

Η κυβέρνηση βέβαια κι οι συν αυτώ, όπως το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής εμφανίζουν το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ως ένα βήμα εξορθολογισμού της κοινωνικής πολιτικής. Σε αυτή την κατεύθυνση πλειοδοτούν σε επιθέσεις για την κατάσταση που ίσχυε μέχρι τώρα, στοχοποιώντας συχνά την πληθώρα επιδομάτων που προστίθονταν στους μισθούς. Παραλείπουν ωστόσο να αναφέρουν ότι για πολλά χρόνια στο ελληνικό δημόσιο η εισοδηματική πολιτική είχε αντικατασταθεί από την …επιδοματική. Με κοινή συμφωνία του κράτους και συνδικάτων, αντί να προσαυξηθούν με αυξήσεις οι μισθοί προσαυξάνονταν με επιδόματα.

Αρνητική εμπειρία από Γερμανία, Γαλλία

Αντίθετα με την Ελλάδα που είναι το μοναδικό κράτος μέλος της ΕΕ το οποίο δεν έχει υλοποιήσει το μέτρο του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, απ’ όλες τις υπόλοιπες χώρες υφίσταται χρόνια και αξιόλογη εμπειρία. Κοινή συνισταμένη όλων των σχετικών παραδειγμάτων είναι ότι η νέας κοπής κοινωνική πολιτική, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, συμπληρώνει και δεν αναιρεί την τάση διάλυσης του κοινωνικού κράτους που ήκμασε τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Είναι ενδεικτικό για παράδειγμα ό,τι συμβαίνει στην Γερμανία με τα επιδόματα Χαρτζ 4 που καθιερώθηκαν ταυτόχρονα με τα μέτρα ελαστικοποίησης της εργασίας τα οποία επιβλήθηκαν επί καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Πρώτο, όπως και στην Ελλάδα είναι μικρό μόνο μέρος όσων στο παρελθόν έδινε το γερμανικό κράτος στους πολίτες του. Οπότε η τάση μείωσης των κοινωνικών δαπανών δεν αναιρείται. Το σημαντικότερο είναι ότι στον βαθμό που σημαντικό μέρος των επιδομάτων παρέχεται σε εργαζόμενους που δουλεύουν στις λεγόμενες «μικροδουλειές», που είναι κακοπληρωμένες και πλήρως ελαστικές θέσεις εργασίας, δεν πρόκειται για πολιτική επανένταξης, αλλά για μια πολιτική χρηματοδότησης, με λεφτά μάλιστα των φορολογουμένων, του κατακερματισμού της αγοράς εργασίας και της πτώσης των μισθών. Έτσι το κράτος στηρίζει και η κοινωνία χρηματοδοτεί τους μισθούς πείνας σε μια εποχή όπου πλέον η δουλειά έχει πάψει να ισοδυναμεί με την αξιοπρεπή διαβίωση του εργαζομένου όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Τέλος, αυστηρή προϋπόθεση για κάθε είδους ενίσχυση είναι η κατάργηση κάθε έννοιας ιδιωτικότητας και προσωπικού χώρου. Ελεγκτές των κοινωνικών υπηρεσιών στη Γερμανία, τη Γαλλία και άλλες χώρες εισβάλλουν απροειδοποίητα στα σπίτια των δικαιούχων ελέγχοντας ακόμη και το ψυγείο για να κρίνουν κατά πόσο η κατανάλωση συμβαδίζει με το δηλωθέν εισόδημα! Άπειρα παραδείγματα ανεπίτρεπτων πριν λίγα χρόνια προσβολών, που βοηθούν επιπλέον στον στιγματισμό των δικαιούχων ώστε να μειώνονται κι οι σειρές στις αιτήσεις, αποδεικνύουν ότι εργαλεία όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα όχι μόνο συνάδουν με την λιτότητα, αλλά ανοίγουν την πόρτα και  στον Μεγάλο Αδελφό.

Η εμπειρία που υπάρχει από το εξωτερικό είναι παραπάνω από σοκαριστική για το καθεστώς προσωπικής επιτήρησης των δικαιούχων ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Αναφέρει για παράδειγμα ο συγγραφέας Maurizio Lazzarato στο βιβλίο του Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου (εκδ. Αλεξάνδρεια), για την Γαλλία: «Μια φορά τον μήνα οι δικαιούχοι είναι υποχρεωμένοι να μιλούν για τον εαυτό τους (ή να τον  σκηνοθετούν) και να δικαιολογούν ό,τι κάνουν με την ζωή και τον χρόνο τους… Η κατασκοπία όσον αφορά την ιδιωτική ζωή του αιτούντα επιδόματα είναι αυτό που κάνουν όλο και περισσότερο οι υπάλληλοι της πρόνοιας, καθώς προϋπόθεση της δράσης τους είναι η ‘δυσπιστία’ απέναντι στους φτωχούς, τους άνεργους, τος επισφαλείς – όλοι τους εν δυνάμει ‘απατεώνες’ και ‘λουφαδόροι’. Τα ιδρύματα δεν αρκούνται να εισέρχονται στα μύχια της προσωπικότητας, να επιτηρούν τις συμπεριφορές των δικαιούχων, εισέρχονται κυριολεκτικά στην ιδιωτική ζωή των ατόμων. Οι άνθρωποί τους επισκέπτονται αυτόκλητοι τις κατοικίες των δικαιούχων για να ερευνήσουν και να εξετάσουν το στιλ ζωής τους: ένας υπάλληλος εμφανίζεται στην πόρτα, μπαίνει στο διαμέρισμα ή το σπίτι, επιθεωρεί τα δωμάτια, το μπάνιο, για να διαπιστώσει πόσες οδοντόβουρτσες υπάρχουν, ζητάει να δει τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού και του τηλεφώνου και τις αποδείξεις του ενοικίου, ρωτάει για τον τρόπο ζωής και προπάντων εξακριβώνει αν ο δικαιούχος ζει μόνος. Πράγματι, αν υπάρχει σύντροφος, θεωρείται ότι ο δικαιούχος είναι σε θέση να καλύπτει τις ανάγκες του, κι έτσι τα επιδόματα αναστέλλονται».

Αυτή είναι η σκοτεινή, εξευτελεστική για τους ανθρώπους, πλευρά της κοινωνικής πρόνοιας την εποχή της κρίσης…

Αρέσει σε %d bloggers: