Λεωνίδας Βατικιώτης: «Τα μνημόνια ήταν επιλογή του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα»

Οι συζητήσεις όπως αυτή που κάναμε με τον οικονομολόγο και αρθρογράφο Λεωνίδα Βατικιώτη είναι από εκείνες τις συζητήσεις, το τέλος των οποίων σε βρίσκει «περικυκλωμένο» από σκέψεις και στοιχεία που αναντίρρητα- παρά τις όποιες πολιτικές ενστάσεις που μπορεί να έχεις- σε βοηθούν να ενώσεις τα κομμάτια του σύγχρονου πολιτικού και κοινωνικού πάζλ.

Συνέντευξη του ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ στον ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΛΑΛΗ

Συνέντευξη του ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ στον ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΛΑΛΗ

Οι συζητήσεις όπως αυτή που κάναμε με τον οικονομολόγο και αρθρογράφο Λεωνίδα Βατικιώτη είναι από εκείνες τις συζητήσεις, το τέλος των οποίων σε βρίσκει «περικυκλωμένο» από σκέψεις και στοιχεία που αναντίρρητα- παρά τις όποιες πολιτικές ενστάσεις που μπορεί να έχεις- σε βοηθούν να ενώσεις τα κομμάτια του σύγχρονου πολιτικού και κοινωνικού πάζλ.

Πώς οι Έλληνες φορτώθηκαν τα βάρη της διάσωσης γαλλογερμανικών τραπεζών; Πότε άλλαξε καπετάνιο το οικονομικό πηδάλιο της Ελλάδας; Η «κοινωνική Ευρώπη» που πνίγηκε στα κανάλια του Μάαστριχτ, τα «Κίτρινα Γιλέκα», η άνοδος της άκρας Δεξιάς, η ρήξη «από τα κάτω» και το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης πολεμικής σύρραξης είναι μερικά μόνο απ’ όσα λέχθηκαν στην κουβέντα που έγινε μ’ αφορμή το βιβλίο «Έξοδος- Αδιέξοδος», το οποίο επιμελήθηκε ο ίδιος.

Πηγή: Νόστιμον ήμαρ

Ξεκινώντας, ας δώσουμε περιληπτικά το περιεχόμενο του βιβλίου «Έξοδος- Αδιέξοδος», το οποίο επιμεληθήκατε.

Το βιβλίο Έξοδος – Αδιέξοδος ξεκίνησε να σχεδιάζεται και να γράφεται το 2017, πριν καν την απόφαση του Γιούρογκρουπ τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς. Έκτοτε μεσολάβησε επίσης κι η απόφαση του Γιούρογκρουπ του Ιουνίου του 2018, που καθόρισε εξ ίσου ασφυκτικά το σχήμα και τη μορφή της επόμενης μέρας των Μνημονίων. Παρόλα αυτά τόσο οι προθέσεις όσο και οι αποφάσεις των πιστωτών ήταν σαφείς: να επιβάλλουν ένα πάγιο, ανελαστικό κι αναπόδραστο καθεστώς παρατεταμένης λιτότητας, πολύ πιο επώδυνο μάλιστα σε σχέση με άλλες χώρες στις οποίες επιβλήθηκαν μνημόνια (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος). Το περιεχόμενο του βιβλίου εξετάζει στις ποικίλες του διαστάσεις (πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές, κ.α.) αυτό το καθεστώς, που έχει σχεδιαστεί για να διαρκέσει πολλές δεκαετίες. Σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά πλεονάσματα λόγου χάρη μέχρι το 2060.

Στόχος μας ήταν να διαρρήξουμε το πέπλο σιωπής με το οποίο πολλοί περιέβαλαν αυτό το καθεστώς: Η κυβέρνηση για να μπορεί να εμφανίζεται ως νικητής και να μιλά για έξοδο από τα Μνημόνια χωρίς να καταβάλλει το πολιτικό κόστος που της αναλογεί. Οι πιστωτές και δη η ΕΕ για να μπορεί να επαίρεται για την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη συσκοτίζοντας έτσι τις κτηνώδεις πολιτικές που επέβαλε, ζηλεύοντας δόξα τοκογλύφου για να σώσει τις γερμανο-γαλλικές τράπεζες από τη χρεοκοπία, κοκ. 

Τον περασμένο Αύγουστο, η Ελλάδα εξήλθε τυπικά από το τρίτο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής . Από την πλευρά της, η κυβέρνηση έκανε λόγο για «οριστική έξοδο από τα μνημόνια». Στον αντίποδα, εσείς προβλέπετε ακόμη πιο «ζοφερές προοπτικές» για τη χώρα με την οικονομία της «επιρρεπή σε εκτροχιασμούς». Ποια εκείνα τα οικονομικά (κι όχι μόνο) στοιχεία που σας οδηγούν σ’ αυτό το συμπέρασμα;

Η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι φτερό στον άνεμο της οικονομικής συγκυρίας γιατί εφαρμόζοντας ένα ακραίο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα στερήθηκε δια παντός εργαλείων και πολιτικών που θα επέτρεπαν όχι μόνο αναδιανομή προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων αλλά ακόμη και τη δυνατότητα να χαράσσει μια ας πούμε βιομηχανική πολιτική. Οι συζητήσεις για την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και την εφαρμογή/διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης περιλαμβάνουν ως στοιχείο εκ των ων ουκ  άνευ την κρατική παρέμβαση, δοθείσης της εγγενούς αδυναμίας του ιδιωτικού τομέα να δράσει με μακροχρόνια στρατηγική.

Δείτε για παράδειγμα όσα προβλέπει ο κρατικός προϋπολογισμός για το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων το 2019: μόλις 6,75 δισ. όταν το 2009 ήταν 9,6 δισ. ευρώ κι αυτά μάλιστα εντός ενός πλαισίου, με όρους δηλαδή που υπόσχονται ελάχιστα ουσιαστικά αποτελέσματα. Δείτε επίσης τα «επιτεύγματα» της κυβέρνησης στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων: έσοδα 4,32 δις. από το 2015 ως το 2018, όταν την προηγούμενη 4ετία (2011-2014) οι πιο αντιλαϊκές μνημονιακές κυβερνήσεις κατάφεραν να συγκεντρώσουν μόνο τα μισά σχεδόν έσοδα: 2,63 δις. ευρώ. Για να μην αναφερθούμε σε συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως το ξεπούλημα των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στη Φράπορτ, που συντελέστηκε με  νεοαποικιακούς όρους και, σε τελική ανάλυση, την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Αγγίζει τα όρια του γελοίου: Οι πολύφερνοι γερμανοί επενδυτές έβαλαν μπροστά το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος για να τους εγγυηθεί τα ούτως ή άλλως εγγυημένα έσοδα, καθώς από τα 39 περίπου περιφερειακά αεροδρόμια της Ελλάδας οι Γερμανοί «ψώνισαν» μόνο τα 14 κερδοφόρα.

Αρκετοί ισχυρίζονται ότι τα δανειακά προγράμματα αποτελέσαν τον εκτελεστικό- πολιτικό βραχίονα της εγχώριας οικονομικής εξουσίας για την παγίωση συγκεκριμένων οικονομικών μέτρων. Έχει βάση μια τέτοια άποψη; Δικαιούμαστε δηλαδή, να πούμε πως τα μνημόνια ήταν το καταληκτικό στάδιο μιας προϋπάρχουσας πορείας; Αν ναι, ποιος ο ρόλος διεθνών οργανισμών όπως το ΔΝΤ και η ΕΚΤ στην κυρίαρχη εν Ελλάδι οικονομική πολιτική;

Δε συμφωνώ με την άποψη που διατυπώσατε αρχικά. Προφανώς η εγχώρια οικονομική ελίτ ωφελήθηκε πολλαπλά από τα μνημόνια. Η κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η μείωση των μισθών κι άλλα μέτρα λειτούργησαν σαν βατήρας για το νέο κύκλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού που ξεκίνησε το 2015. Ταυτόχρονα, η ελληνική αστική τάξη επλήγη από το καθεστώς χρεοκρατίας. Έχασε τις τράπεζες κι επενδύσεις στα Βαλκάνια. Η θέση της στη διεθνή κατάταξη υποβαθμίστηκε ραγδαία, κινδύνεψε ακόμη κι η παραμονή της στο ευρώ. Δεν μπορούμε συνεπώς να υποβαθμίζουμε τις αντιθέσεις μεταξύ ελληνικής αστικής τάξης και ευρωπαϊκής, προάγοντας μια απλοϊκή ανάλυση «τάξης ενάντια σε τάξη». Μια τέτοια ανάλυση θα έχανε από την οπτική τα αντικρουόμενα συμφέροντα και τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις που γύρω στο 2011 οδηγήθηκαν σε παροξυσμό.

Τα μνημόνια δεν ήταν η νέμεση των ελλειμμάτων της διακυβέρνησης Καραμανλή, ούτε η μοναδική διέξοδος της κυκλικής κρίσης που ξέσπασε το 2008. Ήταν επιλογή κυρίως του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα που το 2010 διέκρινε τον κίνδυνο να εγγράψει ζημιές. Αυτή την επιλογή σε δεύτερο χρόνο κι ενίοτε εξ ανάγκης ακολούθησαν και υπηρέτησαν πιστά τα αστικά πολιτικά κόμματα της Ελλάδας.

Οι διεθνείς οργανισμοί που αναφέρετε, ΔΝΤ και ΕΚΤ, πήραν το πηδάλιο από τα χέρια της ελληνικής αστικής τάξης κυρίως το 2010-2011, κι άσκησαν άμεσα κι αδιαμεσολάβητα πολιτική με τα ανδρείκελα της κυβέρνησης Παπαδήμου, προκειμένου να εφαρμοστεί για παράδειγμα η ανταλλαγή των ομολόγων με το PSI τον «βαρύ» χειμώνα του 2012. Όχι ότι και τότε δεν έκαναν τραγικά λάθη, ας μην αντιμετωπίζουμε με δέος τις ικανότητές τους. Παρόλα αυτά έφεραν σε πέρας μια σύνθετη και δύσκολη αποστολή.

Στο βιβλίο μιλάτε για «χρησιμοποίηση της Ελλάδας ως πειραματόζωο». Δώστε μας παρακαλώ, τα δεδομένα εκείνα που νομιμοποιούν αυτόν τον ισχυρισμό.

Η διαχείριση της ελληνικής κρίσης, εκ μέρους του κεφαλαίου, είχε να ξεπεράσει πολλές δυσκολίες. Απαριθμώ: Να σώσει την Ντόιτσε Μπανκ και τη Σοσιετέ Ζενεράλ ρίχνοντας την ευθύνη στον ελληνικό λαό, να εντάξει το ΔΝΤ στη «διάσωση» ξεπερνώντας το πρόβλημα που δημιουργούσε η μικρή συμμετοχή της Ελλάδας στο κεφάλαιό του, να πετύχει την προσαρμογή χωρίς την εύκολη λύση της υποτίμησης της διεθνούς ισοτιμίας του νομίσματος, να κουρέψει οριζόντια τα ομόλογα χωρίς όμως να θίξει όσα διακρατούσε η ΕΚΤ, και πολλά άλλα. Ξεπερνώντας αυτά τα προβλήματα κυνικά και αδίστακτα άνοιξαν νέα κεφάλαια στη διαχείριση των κρίσεων επί ευρωπαϊκού εδάφους. Για παράδειγμα οι στρατηγικές εσωτερικής υποτίμησης όπως αποκαλέστηκαν τα μέτρα μείωσης της αξίας της εργατικής δύναμης κι ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων ή το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο που θα αποτελέσει το διάδοχο σχήμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Πρόκειται για νέες ποιότητες.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε στην Ευρώπη κι αλλού ως παράδειγμα προς αποφυγή με στερεότυπα και κοινοτοπίες που επαναλάμβαναν ότι οι αθρώες παροχές οδηγούν σε χρεοκοπία. Έτσι, στο απόγειο της ελληνικής κρίσης η Γερμανία επέβαλλε ριζικές μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία της ΕΕ, που συμπυκνώνονται στο περίφημο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, κι από κοινού παγιοποιούν τη λιτότητα και τις περικοπές επί ευρωπαϊκού εδάφους.

Πριν δύο χρόνια, το πρώην μέλος του γνωμοδοτικού συμβουλίου του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών Γιοργκ Ρόχολ, δήλωσε ότι «τα ελλείμματα της Ελλάδας ήταν τα πλεονάσματα της Γερμανίας». Πώς μεταφράζεται αυτή η κυνική δήλωση σε οικονομικά- πραγματικά στοιχεία;

Το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα αποτέλεσε ιστορικής σημασίας επίτευγμα για το γερμανικό ιμπεριαλισμό επειδή κατάφερε να μετατρέψει όλη την ευρωζώνη σε μια ενιαία εσωτερική αγορά. Να εξάγει επομένως αυτοκίνητα και ηλεκτρικές συσκευές στην Ανδαλουσία, την Εμίλια Ρομάνα και τις Κυκλάδες με το ίδιο συναλλακτικό κόστος και κίνδυνο, δηλαδή ίσο με μηδέν, που εξάγει στην Έσση. Αυτή η επέκταση και οι συνακόλουθες οικονομίες κλίμακας προκάλεσαν πλήθος αλυσιδωτών αντιδράσεων. Ξεχωρίζουμε την συντριβή των κλάδων των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων που ανταγωνίζονταν τα γερμανικά οδηγώντας σε πολλαπλά ελλείμματα: παραγωγικά, εμπορικά, δημοσιονομικά, κ.λπ. Ωστόσο έχουμε να κάνουμε με τάση, που προκαλεί κι αντίρροπες δυνάμεις. Μεσούσης πχ της ελληνικής κρίσης οι μόνιμες ανισορροπίες στο ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο διορθώθηκαν, επειδή κατέρρευσε η εγχώρια ζήτηση. Με τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς τα δημοσιονομικά ελλείμματα τείνουν προς εξαφάνιση με τις κοινωνικές δαπάνες να μετατρέπονται σε μηχανισμό απορρόφησης των κραδασμών που προκαλούν οι ερπύστριες της γερμανικής επέκτασης, κοκ. Από δω ας κρατήσουμε ότι όπως τα ελλείμματα, έτσι κι η λιτότητα θα εκτείνεται στο διηνεκές διαρκώς διογκούμενη θυμίζοντας φτωχό τοξικοεξαρτημένο που αναζητά διαρκώς μεγαλύτερη δόση… Επιπλέον ότι χάριν αυτών των μηχανισμών τα ελλείμματα μπορεί να μη κάνουν τόσο εμφανή την παρουσία τους όπως παλιά, αλλά θα εκδηλώνονται υπό την μορφή μιας συνεχούς φτωχοποίησης όλης της κοινωνίας.

Από την άλλη μεριά, το πλεόνασμα της Γερμανίας θα στέκει στο ύψος του αγέρωχο, είτε το δημοσιονομικό (1,75% επί του ΑΕΠ το 2018 από 1,1% το 2017), είτε το εμπορικό (301 δισ. ευρώ το 2017).

Στο σημείωμα σας στο βιβλίο, αναφέρεστε στον Κανονισμό 472/13 της ΕΕ, ο οποίος προβλέπει τη διατήρηση ενός κράτους- μέλους της ΕΕ σε κατάσταση εποπτείας μέχρι την εξόφληση τουλάχιστον του 75% της χρηματοδότησης που έχει λάβει. Ως εκ τούτου, θεωρείτε ότι μπορεί  να υπάρξει διέξοδος για τον τόπο εντός του ευρωενωσιακού πλαισίου ή θα πρέπει να αναζητηθεί σ’ άλλες πολιτικές κατευθύνσεις;

Η αυξημένη εποπτεία για την Ελλάδα, με βάση όσα προβλέπει ο κανονισμός που αναφέρετε, θα φτάσει μέχρι το 2050. Σε αυτό το πλαίσιο η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει εργαλεία παρέμβασης κι εκβιασμού όπως για παράδειγμα τη δυνατότητα να μην εγκρίνει τις δόσεις της επιστροφής των κερδών από τα ομόλογα που διατηρούν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες του ευρωσυστήματος και η ΕΚΤ. Η αυξημένη εποπτεία επομένως είναι κάτι παραπάνω από μια συζυγική κρεβατομουρμούρα σε διακρατικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο, συνιστά κακοποίηση, κατ’ εξακολούθηση μάλιστα που δικαιολογεί το διαζύγιο.

Αυτή η ρήξη ωστόσο πρέπει να συντελεστεί από τα αριστερά και με όρους κινήματος, τουλάχιστον με την ύπαρξη ενός τμήματος της κοινωνίας στους δρόμους που θα διεκδικεί συγκροτώντας ένα αντίπαλο δέος. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή η σύγκρουση με την ΕΕ συντελεστεί από τα δεξιά είναι ορατός ο κίνδυνος να έχουμε επιτάχυνση της στροφής προς τα δεξιά. Τα παραδείγματα της Ιταλίας και της Ουγγαρίας είναι πολύ χαρακτηριστικά με τον Σαλβίνι και τον Όρμπαν να επιτίθενται στην ΕΕ κατηγορώντάς την ότι τα τείχη του φρουρίου Ευρώπη που έχει οικονομήσει δεν είναι αρκούντως υψηλά.

Όσο δεδομένη κι αναντίρρητη κι αν είναι ωστόσο η βλαπτική σχέση με την ΕΕ δεν μπορούμε να προσπεράσουμε τις δυσκολίες που συναντά η κριτική κι η δημιουργία ενός κινήματος εναντίον της. Πέραν των αντικειμενικών αιτιών (πχ ΕΣΠοποίηση ακόμη και της κοινωνικής πολιτικής) αυτό σημαίνει ότι τα αιτήματα της ρήξης και ο στόχος της εξόδου δεν μπορούν να λειτουργούν διχαστικά στο κίνημα. Πρέπει να ενώνουν κι όχι να διασπούν.

Ο έγκριτος κοινωνιολόγος- οικονομολόγος Βόλφγκανγκ Στρεκ όταν τον ρώτησα πριν λίγο καιρό για το ενδεχόμενο μιας νέας, μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης  είχε απαντήσει καταφατικά. Την ίδια άποψη συμμερίζονται και οι πάλαι ποτέ κραταιοί εκπρόσωποι του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, Άλαν Γκρίνσπαν και  Λάρι Σάμερς. Συμφωνείτε μ’ αυτή την εκτίμηση; Πώς μπορεί να αποκρυσταλλωθεί αυτή η «πρόβλεψη» στις (ευρω)κάλπες του ερχόμενου Μαΐου;

Πράγματι εδώ και 2-3 χρόνια συνωστίζονται οι θρυαλλίδες που θα οδηγήσουν στη νέα κρίση: Από το δημόσιο χρέος της Κίνας και τα φοιτητικά δάνεια στις ΗΠΑ, μέχρι τις τιμές των μετοχών που είναι στη στρατόσφαιρα. Η προσπάθεια των ΗΠΑ είναι να μεταφέρει τις πιέσεις της κρίσης εκτός των συνόρων της, στους ανταγωνιστές της στους οποίους συμπεριλαμβάνονται κι οι Ευρωπαίοι. Οι αλλαγές που έχουν ήδη δρομολογηθεί στην ΕΕ κι όσες θα ανακοινωθούν μετά τις ευρωεκλογές (δημιουργία ΕΕ πολλών ταχυτήτων) αποτελούν την καθυστερημένη απάντηση του ευρωπαϊκού κατεστημένου. Οι ευρωεκλογές του Ιουνίου ρητά ή άρρητα θα επηρεασθούν από αυτή την πολιτική ατζέντα και θα την διαμορφώσουν στη συνέχεια.

Τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο δεδομένης της απροθυμίας της κυρίαρχης Αριστεράς να αποκαλύψει το ρόλο της ΕΕ και να θέσει καθαρά το θέμα της ρήξης και της εξόδου, έστω ως μακροπρόθεσμη αναγκαιότητα κι όχι ως άμεσο στόχο πάλης. Σε αυτό το πλαίσιο αναπολεί μια κοινωνική Ευρώπη που πνίγηκε στα κανάλια του Μάαστριχτ προ 30ετίας σχεδόν, περιορίζοντας ασφυκτικά τους στόχους πάλης πολύ κάτω του αναγκαίου για να πεισθεί ο σημερινός εργαζόμενος, πολύ εντός του εφικτού ωστόσο – αλλά ποιος νοιάζεται; Η αποχή των ευρωπαίων πολιτών που θα καταγράψει νέο ρεκόρ φέρνει στην επιφάνεια όχι μόνο τη βεβαιότητα των Ευρωπαίων πώς δεν μπορούν να αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων στην ΕΕ, αλλά και τα αδιέξοδα μιας γραμμής στην Αριστερά που πίσω από τη «φιλοευρωπαϊκή» ταμπέλα έκρυψε την υποταγή της στην ΕΕ.

Έχουμε τρία, κομβικά για την πορεία της Ευρώπης ζητήματα αυτή τη στιγμή: Την πορεία της Μ. Βρετανίας προς το ΒREXIT, τη συνέχιση των κινητοποιήσεων των «Κίτρινων Γιλέκων» στη Γαλλία και τη δυναμική επανεμφάνιση της άκρας Δεξιάς στο πολιτικό προσκήνιο. Θα ήθελα το σχόλιό σας πάνω σ’ αυτά.

Τα κίτρινα γιλέκα είναι ένα γνήσιο λαϊκό κίνημα κι έχουν προκαλέσει μια αμηχανία στην Αριστερά για πολλούς λόγους. Επειδή πρωταγωνιστούν κοινωνικά στρώματα που είναι σε απόσταση από την παραδοσιακή κοινωνική, ηλικιακή και ιδεολογική της βάση. Επειδή δεν αναπτύχθηκαν κατ’ εντολή της κι αυτό πάντα προκαλεί μια καχυποψία και τέλος, επειδή αρνούνται να ενταχθούν στον συνήθη κύκλο των κινητοποιήσεων με την κορύφωση, τις διαπραγματεύσεις, τις ψευτο-παροχές και την υποχώρηση, που επιτρέπουν και την πολιτική τους ενσωμάτωση, κοκ. Δεν εξιδανικεύω ούτε και σνομπάρω. Είναι ένα πραγματικό κίνημα καταπιεσμένων και απελπισμένων ανθρώπων που χρειάζεται κατεπειγόντως την ανυστερόβουλη κι αμέριστη αλληλεγγύη μας. Αργότερα θα κάνουμε και τις αναλύσεις μας. Ας θυμηθούμε την ώθηση που μας έδιναν επί ελληνικών πλατειών τα μηνύματα αλληλεγγύης από τον άλλο κόσμο.

Η άνοδος της άκρας Δεξιάς είναι η απάντηση του κεφαλαίου στην οικονομική κρίση και την πρωτοφανή ανυποληψία στην οποία έχουν περιπέσει τα αστικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένων και των αριστερών. Δεν πρόκειται για γραφικούς νοσταλγούς. Για παράδειγμα, η Εναλλακτική για την Γερμανία απαιτεί αλλαγές στην ΕΕ, αλλιώς θα θέσει θέμα εξόδου της Γερμανίας. Κι οι αλλαγές που ζητά είναι ό,τι διεκδικούσε ο Σόιμπλε κι οι άλλοι το 2015 κι είχαν απορριφθεί ως ακραία. 

Σε ό,τι αφορά το Brexit ας διδαχθεί η Αριστερά από την αδιαλλαξία των Τόρηδων που δεν κάνουν βήμα πίσω από το δημοψήφισμα του 2016, ζητώντας σκληρό Brexit και τίποτε λιγότερο, μη διστάζοντας ακόμη και να ταπεινώνουν τη δική τους πρωθυπουργό…

Ο πόλεμος στη Συρία φαίνεται να τελειώνει. Παρόλα αυτά, όλες οι πλευρές βρίσκονται με το χέρι στη σκανδάλη. Ακόμη, οι πολεμικές δαπάνες αυξήθηκαν από το 2002 κατά 44%, ενώ οι ανταγωνισμοί μεταξύ των ισχυρών γεωοικονομικά παικτών οξύνονται συνεχώς. Βρισκόμαστε πιστεύετε μπροστά στο ενδεχόμενο μιας γενικευμένης σύρραξης; Ποιος ο ρόλος της χώρας μας μέσα σε αυτή την διελκυστίνδα;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (κι ΑΝΕΛ ως πρόσφατα) έχουν επιλέξει τον αυτόματο πιλότο της συμπόρευσης με τον ιμπεριαλισμό, ακολουθώντας απαρέγκλιτα τα χνάρια όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων μετά το 2009, καλλιεργώντας την αυταπάτη ότι έτσι θα αποφύγουν διλήμματα και συγκρούσεις. Δε διδάχθηκαν τίποτε από την κρίση της Ουκρανίας όταν οι ΗΠΑ ώθησαν τα δικά τους υπάκουα και πιστά παιδιά στον εμφύλιο, κι όχι ένα εχθρικό καθεστώς, προκειμένου να πλήξουν τη Ρωσία. Κι ο Άσαντ επίσης φιλικό καθεστώς ήταν για τις ΗΠΑ. Μετά την 11η Σεπτέμβρη παρέδωσε πολλούς ύποπτους στις ΗΠΑ. Παρόλα αυτά δεν απέτρεψε το σχέδιο να γίνει η Συρία με σπουδαία και λαμπρή ιστορία μια «έρημη χώρα», έστω κι αν χάρη στη Ρωσία οι ΗΠΑ υπέστησαν στα συριακά εδάφη την πρώτη τους στρατιωτική ήττα. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επομένως είναι μέρος του προβλήματος και με τις πράξεις της, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι, αποτελεί απειλή για την ειρήνη και τη σταθερότητα. Ας κρατήσουμε ότι για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες επί ΣΥΡΙΖΑ οι ΗΠΑ απέκτησαν στην Ελλάδα τρεις νέες στρατιωτικές βάσεις: σε Αλεξανδρούπολη, Λάρισα και Κάρπαθο!

Η υποχώρηση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή τις οδηγεί ακόμη πιο πιεστικά σε μια κατεύθυνση συνολικής αναμέτρησης με τους ανταγωνιστές τους. Επομένως, το ενδεχόμενο ενός γενικευμένου πολέμου είναι πιο κοντά από ποτέ τα τελευταία πενήντα χρόνια, θέτοντας σε όλους εμάς το καθήκον να προασπίσουμε την ειρήνη.

Ελλείψει Χαλάρωσης ας κουρέψουμε τα ομόλογα της ΕΚΤ

Με ψυχρολουσία ισοδυναμούσε η συνέντευξη Τύπου του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καθώς επιβεβαιώθηκε ακόμη πιο έντονα ο κίνδυνος να μην ενταχθεί ποτέ η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (ή QE στην καθομιλουμένη, εκ του Quantitative Easing) της ΕΚΤ.

Tου Λεωνίδα Βατικιώτη

Να θυμίσουμε ότι τουλάχιστον εδώ κι ένα χρόνο ο ίδιος ο πρωθυπουργός χρύσωνε το χάπι των μέτρων  της δεύτερης αξιολόγησης  υποσχόμενος Ποσοτική Χαλάρωση, την αγορά δηλαδή εκ μέρους της Φρανκφούρτης ελληνικών κρατικών ομολόγων που κρατούν οι τράπεζες. Ένα μέτρο που υποτίθεται ότι θα έδειχνε την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων στην ελληνική οικονομία.

Οι Ευρωπαίοι ωστόσο άλλα διαμήνυαν, και μάλιστα κατηγορηματικά. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου στις 6 Φεβρουαρίου 2017 είχε δηλώσει ότι υπάρχουν δύο προϋποθέσεις για την ένταξη της Ελλάδας στο Πρόγραμμα: Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η βιωσιμότητα του χρέους!

Παρότι ο Ντράγκι δεν άφηνε κανένα περιθώριο συζήτησης ή χαλαρότερης ερμηνείας, ο πρωθυπουργός και οι κορυφαίοι υπουργοί του όπως ο Ευ. Τσακαλώτος διατυμπάνιζαν την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα. Εξαπατούσαν έτσι την κοινωνία με διπλό τρόπο. Γιατί όχι μόνο ακόμη και η πιθανή ένταξη δε θα σηματοδοτούσε καμιά θετική εξέλιξη για τους εργαζόμενους, αλλά για κάτι ακόμη πιο απλό: Γιατί η Ελλάδα με ένα χρέος στο ύψος του 180% του ΑΕΠ και χωρίς να υπάρχει κανένα σαφές σχέδιο έστω και απομείωσης του στο ορατό μέλλον, απλώς, δεν πληροί τους όρους ένταξης! Πίστευαν με λίγα λόγια οι ΣΥΡΙΖΑίοι πώς θα μπορούσαν να μεταφέρουν τις λογικές ακροβασίες και τη θολούρα με την οποία συσκοτίζουν τη συζήτηση για το χρέος βαφτίζοντας το κρέας ψάρι και στην ΕΚΤ. Για την ΕΚΤ ωστόσο το χρέος είναι μη βιώσιμο, τελεία και παύλα…

Η συνέντευξη Τύπου του Ντράγκι την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου ήταν ένα επιπλέον καρφί στο φέρετρο των μάταιων προσδοκιών των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο επικεφαλής της ΕΚΤ ανακοίνωσε κατ’ αρχήν ότι αφήνει ανέγγιχτα τα επιτόκια στο σημερινό τους ύψος, ή καλύτερα βάθος, καθώς το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης παρέμεινε στο 0%, το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 0,25% και το επιτόκιο καταθέσεων στο -0,4%. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε τα επιτόκια ξεκίνησαν να μειώνονται στο τέλος του 2008, με το ξέσπασμα της κρίσης, ενώ στο σημερινό τους …βάθος βρίσκονται σχεδόν 1,5 χρόνο. Τα έκτακτα μέτρα διήρκεσαν σχεδόν μια δεκαετία που αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ευρώ.

Καιρός επομένως για επιστροφή στην κανονικότητα δεδομένου μάλιστα ότι, με βάση όσα είπε ο Μ. Ντράγκι, οι στόχοι επετεύχθησαν. Ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού που θα «ιαπωνοποιούσε» την ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίστηκε και φέτος ο πληθωρισμός αναμένεται να φτάσει το 1,5%, το 2018 το 1,2% και το 2019 το 1,5%. Επιπλέον, η ανάπτυξη …ήρθε! Όχι τίποτε σπουδαία πράγματα και πολύ περισσότερο ούτε συμμετρικά κατανεμημένα. Παρόλα αυτά, 2,2% για φέτος, 1,8% για το 2018 και 1,7% για το 2019 δεν είναι κι αδιάφορα… Και σε τελική ανάλυση, όπως το έλεγαν κι οι παλιότεροι οικονομολόγοι, το χρέος της ΕΚΤ σταμάτησε όταν οδήγησε το άλογο στο ποτάμι. Αν δεν ήπιε νερό δεν είναι δική της δουλειά…

Πέραν της αύξησης του πληθωρισμού και του ΑΕΠ, η ΕΚΤ ετοιμάζεται να μαζέψει τα εργαλεία έκτακτης ανάγκης που ξεδίπλωσε εξ αιτίας της αφόρητης πίεσης που ασκεί η Γερμανία η οποία επικρίνει την ΕΚΤ ότι υποσκάπτει τις προσπάθειές της για εφαρμογή αντιλαϊκών μέτρων. Το Βερολίνο συγκεκριμένα διακηρύσσει ότι πρώτο, η χαλαρή νομισματική πολιτική αναβάλλει την ψήφιση μέτρων για μείωση του εργατικού κόστους και του κράτους πρόνοιας, καθώς μόνο μέσω αυτών των οδών έρχεται η ανάπτυξη, και δεύτερο, τα 2 τρισ. ευρώ που έχει ρίξει η ΕΚΤ στην αγορά ή τα 60 δισ. ανά μήνα έχουν γεμίσει τον κόσμο φούσκες. Από τις τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια και τα κρυπτονομίσματα μέχρι τις τιμές των ειδών πολυτελείας (κοσμήματα, έργα τέχνης, κ.α.) όλα έχουν οδηγηθεί στη στρατόσφαιρα. Κι όσο γι’ αυτό έχουν δίκιο…

Έτσι, στη συνέντευξη Τύπου ο Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε ότι στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου θα ξεκινήσει πιθανότατα η συζήτηση για τον τερματισμό της Ποσοτικής Χαλάρωσης, με τον ρυθμό της μείωσης να παραμένει ζητούμενος ώστε να αποφευχθούν τα σοκ. Πιθανότερος χρόνος που θα ξεκινήσει να κλείνει η στρόφιγγα της Ποσοτικής Χαλάρωσης είναι ο Ιανουάριος του 2018. Δηλαδή, σε τρεις μήνες. Πού καιρός επομένως για ένταξη της Ελλάδας στην Ποσοτική Χαλάρωση…

Πρέπει να ομολογήσουμε ωστόσο ότι το …ευγενές ιδανικό της ένταξης στην Ποσοτική Χαλάρωση δεν ενέπνευσε μόνο τους …οραματιστές του ΣΥΡΙΖΑ.

«Μεγάλη μας ελπίδα» αποκαλεί την ένταξη ο Βαγγέλης Βενιζέλος στο βιβλίο του Μύθοι και αλήθειες για το δημόσιο χρέος 2012-2017 (εκδ. Επίκεντρο, 2017). Γράφει κι άλλα ενδιαφέροντα και κυρίως …χρήσιμα πράγματα για την ΕΚΤ ο αντιπρόεδρος του Σαμαρά. Αναφέρει κατά λέξη στη σελ. 50: «Μήπως θα μπορούσαμε να κουρέψουμε τα ομόλογα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας; Εάν κουρεύαμε τα ομόλογα ελληνικού δημοσίου που είχε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δεν θα μπαίναμε ποτέ ξανά στα προγράμματα τύπου QE, που είναι η μεγάλη μας ελπίδα τώρα. Διότι» συνεχίζει ο Βαγγέλης Βενιζέλος με το πομπώδες ύφος και το υπέρμετρο εγώ που υπερβαίνουν ακόμη και το δικό του εκτόπισμα «αυτά τα ομόλογα τα είχε πάρει η ΕΚΤ μέσω προγραμμάτων, που είναι ο προκάτοχός του QE… Άρα έπρεπε οπωσδήποτε να εξαιρεθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωσύστημα», καταλήγει ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, πάντα βαθιά πεπεισμένος για την αλήθεια των λεγομένων του.

Από τη στιγμή όμως που την Ποσοτική Χαλάρωση θα τη διαβάζουμε μόνο στις ειδήσεις, μήπως εκλείπει και ο λόγος που δεν κουρεύαμε τα ομόλογα της ΕΚΤ, σύμφωνα πάντα με τον Βαγγέλη Βενιζέλο;

Πηγή: Kommon

Η ΕΚΤ χρηματοδοτεί εταιρείες, όχι όμως κράτη

Μια έκπληξη περίμενε όσους διάβασαν τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 8 Ιουνίου (εδώ η σχετική ανακοίνωση) με αφορμή την συμπλήρωση του πρώτου χρόνου από την εφαρμογή του προγράμματος αγοράς εταιρικών ομολόγων (CSPP).

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ                

Το πρόγραμμα κατά την υιοθέτησή του χαρακτηρίστηκε επέκταση του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού (ΑΡΡ), που αφορούσε αποκλειστικά και μόνο κρατικά ομόλογα. Το σκεπτικό δε της Φρανκφούρτης εστιάστηκε στη διευκόλυνση των χρηματοδοτικών συνθηκών της πραγματικής οικονομίας. Με άλλα λόγια, να ευνοηθεί στο μέτρο του δυνατού από τη γενναιοδωρία της ΕΚΤ κι ο ιδιωτικός τομέας, όχι μόνο τα κράτη. Τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά!

Στις 7 Ιουνίου η αξία των ομολόγων που κρατούσε στα χέρια της η ΕΚΤ ανερχόταν στα 92 δισ. ευρώ. Κατά μήνα οι αγορές κυμάνθηκαν από 4 δισ. σε 10 δισ. ευρώ. Ακολουθώντας σε αδρές γραμμές τα κριτήρια επιλεξιμότητας που ισχύουν για την αγορά κρατικών ομολόγων οι περισσότερο κερδισμένες εταιρείες είχαν την έδρα τους στην Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Ολλανδία. Εντύπωση ωστόσο προκαλεί το γεγονός ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των αγορών υλοποιούταν στο πλαίσιο της δευτερογενούς αγοράς ομολόγων, με τις αγορές από την πρωτογενή να κυμαίνονται από 4% το ελάχιστο (Ιούνιος 2016) μέχρι 23% το μέγιστο (Μάιο 2017).

Το αόρατο χέρι της ΕΚΤ που δαπάνησε δισεκατομμύρια, για την αγορά 950 τίτλων από 300 ομίλους, λειτούργησε σαν από μηχανής θεός στοχεύοντας σε δύο κατευθύνσεις: Να καλύψει το κενό στις χρηματοδοτήσεις που δημιούργησε η υποχώρηση του τραπεζικού δανεισμού μετά την κρίση του 2008-2009 και να τονώσει δίνοντας βάθος στην ομολογιακή αγορά ώστε να αποτελέσει μια αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στις τράπεζες, που συνεχίζουν να περιφέρονται σαν ζωντανοί νεκροί. Σε κάθε περίπτωση είναι μια μορφή ενίσχυσης στις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, που εξασφαλίζουν συνθήκες χρηματοδότησης τις οποίες θα ζήλευαν πολλά κράτη, όπως για παράδειγμα η Ελλάδα!

Δοθέντων των παραπάνω, η απροθυμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (με έναν ισολογισμό που πλέον ξεπερνά τα 4 τρισ. ευρώ όταν την πρώτη 5ετία της ίδρυσης της κινούταν σταθερά κάτω του 1 τρισ. ευρώ, όπως φαίνεται στο διάγραμμα) να εγκρίνει την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης, που θα επέτρεπε την αγορά ελληνικών ομολόγων εκτιμώμενου ύψους περί τα 3 δισ. ευρώ, γίνεται ακόμη πιο προκλητική. Φέρνει στην επιφάνεια ειδικότερα την μεροληψία του θεματοφύλακα του ευρώ προς τα μεγάλα κράτη και τις επιχειρήσεις τους και την βλαπτική του συμπεριφορά απέναντι σε χώρες όπως η Ελλάδα, που φτάνει να θίγει ακόμη και μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες δανείζονται με πολύ πιο δυσβάσταχτους όρους σε σχέση με άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την έδρα τους στο κέντρο της ευρωζώνης. Ποιος ελεύθερος ανταγωνισμός;

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πριν

Ξανά το χέρι στις τσέπες για τις χρεοκοπημένες τράπεζες

PrintΠανευρωπαϊκό σήμα κινδύνου έπρεπε να εκπέμψει η δήθεν τυχαία πρόταση του αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Βίτορ Κονστάντσιο, για την ανάγκη δημιουργίας μιας «προβληματικής τράπεζας» (bad bank), στην οποία να συγκεντρωθούν όλα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ευρωπαϊκών τραπεζών. Ο λόγος γίνεται για ένα ποσό που υπερβαίνει το 1 τρις. ευρώ (αντιστοιχώντας στο 9% του ΑΕΠ της ευρωζώνης) και κατά την κυρίαρχη ερμηνεία αποτελεί βαρίδι στα πόδια των τραπεζών καθώς πιέζει τα κέρδη των τραπεζών ενώ επίσης ευθύνεται για τον φαύλο κύκλο χαμηλών κερδών – μειωμένου δανεισμού – χαμηλής οικονομικής μεγέθυνσης. Εντελώς …τυχαία την ίδια επισήμανση έκανε με διαφορά λίγων ημερών και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, Ανδρέα Ένρια, για να συναντήσει την αποδοχή του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Κλάους Ρέγκλινγκ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τυχόν υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα σηματοδοτήσει το πέρασμα στις τσέπες των φορολογουμένων αν όχι ολόκληρου αυτού του ποσού, τουλάχιστον ενός σημαντικού του μέρους, καθώς ακόμη και το τελικό πέρασμα των κόκκινων δανείων σε εξειδικευμένες εταιρείες θα γίνει σε τιμές πολύ χαμηλότερες των ονομαστικών. Αυτήν ακριβώς τη διαφορά θα κληθεί να καλύψει το δημόσιο, ώστε  οι τράπεζες να μην εγγράψουν ζημιές, και μέσω αυτού οι φορολογούμενοι, όπως ακριβώς έγινε στην Ελλάδα όταν το ζημιογόνο τμήμα της Αγροτικής Τράπεζας για παράδειγμα έμεινε στο δημόσιο, ώστε η Πειραιώς να πάρει μόνο το κερδοφόρο κομμάτι. Στην Ελλάδα παρότι αξιοποιήθηκαν κατά κόρον και σιωπηρά αυτές οι πρακτικές χωρίς να δημιουργηθεί επίσημα και με νόμο προβληματική τράπεζα, δεν αποκλείεται να προκριθεί αυτό το σχέδιο ώστε να δώσει μία ριζική λύση στο πρόβλημα των κόκκινων δανείων, που ξεπερνούν τα 110 δισ. ευρώ. Προβληματική τράπεζα – χωματερή μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει ήδη δημιουργηθεί σε Ιρλανδία και Ισπανία, το 2009 και 2012 αντίστοιχα, ενώ στην Ιταλία προκρίθηκε μια άλλη ενδιάμεση λύση: να επιτραπεί στις ιταλικές τράπεζες να πωλούν «κόκκινα δάνεια» με κρατική εγγύηση.

Η βιασύνη που έχει καταλάβει τους Ευρωπαίους να ξεμπερδεύουν με ό,τι απέμεινε από την κρίση του 2008, εξηγείται κατά ένα μέρος από τη βιασύνη του Τραμπ να καταργήσει το νόμο Ντοντ – Φρανκ που ψηφίστηκε το 2010 βάσει του οποίου μπήκε ένα φρένο στον σκιώδη τραπεζικό τομέα των ΗΠΑ ώστε να μην επαναληφθεί η κρίση της αγοράς υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων, που εξανέμισε αξίες στην αγορά ακινήτων ύψους 11 τρισ. δολ. κι άφησε 8 εκατ. άνεργους. Χωρίς τους περιορισμούς αυτού του νόμου, τα τραπεζικά μεγαθήρια θα εξαπολύσουν το σύνολο της δύναμης πυρός που διαθέτουν, φέρνοντας σε μει0νεκτική θέση τις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Η ανασύνταξη δυνάμεων στην από δω μεριά του Ατλαντικού με το πέρασμα του λογαριασμού των «κόκκινων δανείων» στους φορολογούμενους δείχνει πώς ο Τραμπ αντιδραστικοποιεί την πολιτική σε όλο τον κόσμο, κι όχι μόνο στις ΗΠΑ.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 5 Φεβρουαρίου 2017

Για ποιόν δουλεύει το «κοινό» νόμισμα…

sel-24-basiΔεν περίμεναν τις γιορτές για να ανοίξουν σαμπάνιες στη Φρανκφούρτη. Τα χαρμόσυνα νέα ήρθαν στις 20 Δεκεμβρίου, με αφορμή την ανακοίνωση (εδώ το πλήρες κείμενο) για το νέο ύψος ρεκόρ που έφθασε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τον Οκτώβριο, αγγίζοντας τα 28,4 δισ. ευρώ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τη μεγαλύτερη ώθηση σε αυτή την αύξηση έδωσαν οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου που συνεχίζουν να ξεπερνούν σημαντικά (όπως φαίνεται και στο διάγραμμα) τις άμεσες επενδύσεις. Η εικόνα ωστόσο της «πλεονασματικής ευρωζώνης» πιο πολλά αποκρύπτει παρά αποκαλύπτει, καθώς στο εσωτερικό της οι διαφορές δεν είναι μόνο σημαντικότατες, με τις χώρες της περιφέρειας να καταγράφουν σταθερά έλλειμμα κι αυτές του κέντρου πλεόνασμα, αλλά και εντεινόμενες. Δηλαδή, ελλείμματα και πλεονάσματα σταθερά δεν ακολουθούν μια συγκλίνουσα πορεία αλλά μόνιμα αυξάνονται! Κι αυτό κάθε άλλο παρά τυχαία συμβαίνει.

Το «θαύμα» της ευρωζώνης, σε διεθνές επίπεδο, δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε το νέας κοπής «γερμανικό θαύμα», εντός και εκτός ευρωζώνης, όπως αποτυπώνεται στη πορεία του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών του Τέταρτου Ράιχ που από ελλειμματικός στα τέλη του 1990, όταν δηλαδή δημιουργούταν το ευρώ, μετατράπηκε ταχύτατα σε πλεονασματικός για να φτάσει φέτος, το 2016, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Ifo να ξεπεράσει αυτόν της Κίνας, αγγίζοντας το ιλιγγιώδες ποσό των 278 δισ. ευρώ και να γίνει ο μεγαλύτερος του κόσμου. Τη σημαντικότερη συμβολή στην ξέφρενη κούρσα του γερμανικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είχε το εμπόριο αγαθών, με τις εξαγωγές το πρώτο εξάμηνο του 2016 να υπερβαίνουν τις εισαγωγές κατά 159 δισ. δολ. Από μια άλλη οπτική γωνία, οι γερμανικές εξαγωγές από 30% του ΑΕΠ της χώρας το 2000 έφτασαν το 47% το 2015. Σε ένα δε ακόμη πιο αναλυτικό επίπεδο, τη σημαντικότερη συμβολή σε αυτή την αύξηση είχαν οι εξαγωγές στις ευρωπαϊκές χώρες, με τη διαμορφούμενη δυναμική να αυξάνει διαρκώς τα ελλείμματα των άλλων χωρών της ευρωζώνης, προς όφελος των γερμανικών εξαγωγών.

Το τεράστιο αυτό (πρωτίστως) οικονομικό όφελος της Γερμανίας ουδέποτε θα είχε καταγραφεί αν δεν υπήρχε το ευρώ που όχι μόνο κατήργησε τη νομισματική προστασία περιφερειακών χωρών με ασθενέστερες παραγωγικές δομές, αλλά προσέφερε στη Γερμανία κι ακόμη μία ώθηση: Το πλεονέκτημα μιας συναλλαγματικής ισοτιμίας, που σύμφωνα με έκθεση του ΔΝΤ το Σεπτέμβριο του 2016, είναι 15-20% υποτιμημένη. Εύκολα λοιπόν γίνεται αντιληπτό ότι σε περίπτωση που η Γερμανία διέθετε δικό της εθνικό νόμισμα, ουδέποτε θα γευόταν την ώθηση που δίνουν στην παραγωγική της μηχανή οι (οφειλόμενες στο φθηνό για τη Γερμανία ευρώ) υψηλές εξαγωγές.

Μόνο που αναγκαία προϋπόθεση για τη γερμανική επιτυχία είναι η συντριβή της παραγωγικής μηχανής της ευρωπαϊκής περιφέρειας…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 24 Δεκεμβρίου 2016