Αριστερή στροφή στην Ιρλανδία

Ως μια νέα εποχή χαρακτηρίζουν την περίοδο μετά τις εκλογές της 7ης Φεβρουαρίου στην Ιρλανδία αναλυτές απ’ όλη την Ευρώπη. Το εκλογικό αποτέλεσμα του Sinn Fein ανατρέπει ισορροπίες και σταθερές που διήρκεσαν έναν σχεδόν αιώνα!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το κόμμα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ακόμη και σήμερα από τους ορκισμένους εχθρούς του ως ο πολιτικό βραχίονας του ΙΡΑ κατάφερε να διπλασιάσει την επιρροή του συγκεντρώνοντας το 24,5% των ψήφων. Τα δύο κεντροδεξιά κόμματα που ανέκαθεν μονοπωλούσαν την εξουσία, Fine Gael του μέχρι πρότινος πρωθυπουργού Λεό Βαραντκάρ και Fiana Fail συγκέντρωσαν το 20,9% και 22,2% αντίστοιχα των ψήφων. Έκπληξη προκάλεσαν επίσης και οι επιδόσεις του Πράσινου Κόμματος που τριπλασίασε τις ψήφους του συγκεντρώνοντας 7,4%.

Το Sinn Fein και το Πράσινο Κόμμα είχαν ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό: Την προτίμηση των νέων ψηφοφόρων. Με βάση δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν έξω από τα εκλογικά κέντρα την ημέρα των εκλογών, το 32% των νέων από 18 ως 34 ετών ψήφισε το αριστερό κόμμα, ενώ στους άνω των 65 ετών η επιρροή του έπεσε κάτω από 20%. Παράλληλα, η ηλικιακή ομάδα μεταξύ 18 και 24 ετών ψήφισε κατά 14,4% το Πράσινο Κόμμα.

Οι εκλογές της 7ης Φεβρουαρίου στην Ιρλανδία συνοδεύονται από δύο παράδοξα. Το πρώτο είναι ίδιον των ιρλανδικών εκλογών και θέλει τους ψηφοφόρους να ψηφίζουν περισσότερες από μία φορές σταυρώνοντας βουλευτές πρώτης, δεύτερης και τρίτης επιλογής. Το ποσοστό του Sinn Fein επομένως δεν πρόκειται να μεταφραστεί αυτούσιο σε βουλευτικές έδρες. Η απόκλιση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη για έναν ακόμη λόγο: επειδή το κόμμα δεν περίμενε να τα πάει τόσο καλά δεν κατέβασε υποψηφίους σε όλες τις περιφέρειες. Περιορίστηκε σε μόλις 42 υποψηφίους για 160 έδρες, που σημαίνει ότι οι έδρες που τελικά θε κερδίσει θα είναι γύρω στις 37. Τα κεντροδεξιά κόμματα Fine Gael και Fianna Fail αναμένεται πώς θα εκλέξουν αντίστοιχα 29 και 27 βουλευτές.

Το Sinn Fein διατήρησε ψηλά στην ατζέντα του το αίτημα της ένωσης με την Βόρεια Ιρλανδία που εξακολουθεί να τελεί υπό βρετανική κατοχή. Ζήτησε μάλιστα μέχρι το 2025 να διεξαχθεί δημοψήφισμα για να αποφασίσουν οι Ιρλανδοί αν θέλουν το νησί ενωμένο. Αν ήταν αδιαμφισβήτητο το δικαίωμα των Άγγλων να αποφασίσουν με δημοψήφισμα για την συμμετοχή της χώρας τους στην ΕΕ, γιατί να μην είναι και των Ιρλανδών να αποφασίσουν κάτι ακόμη πιο πρωταρχικό; Οι ηγέτες των δύο κυρίαρχων κεντροδεξιών κομμάτων δεν αρνούνται την προοπτική της ένωσης, χωρίς ωστόσο να δεσμεύονται σε ένα τόσο αυστηρό χρονοδιάγραμμα…

Δεν ήταν όμως το άλυτο εθνικό ζήτημα που χάρισε τη νίκη στο Sinn Fein, που από το 2018 έχει στην ηγεσία του την 50χρονη Μέρι Λου ΜακΝτόναλντ η οποία κατά γενική ομολογία έχει ανανεώσει το πολιτικό προφίλ του κόμματος χωρίς να το στρέψει δεξιά. Την επιτυχία του το Sinn Fein την οφείλει στη σημασία που έδωσε στο οξυμένα κοινωνικά ζητήματα, όπως είναι το συνταξιοδοτικό, η κρίση του συστήματος υγείας και το στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ιρλανδία. Στην προμετωπίδα του Sinn Fein ήταν η μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 66 στα 65 έτη και η ακύρωση των προβλεπόμενων αυξήσεων από τα 66 έτη στα 67 το 2021 και στα 68 το 2028.

Το στεγαστικό πρόβλημα, που αξίζει ξεχωριστής αναφοράς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κληρονομιά των χρόνων των Μνημονίων και απόδειξη ότι η μνημονιακή περίοδος, όπως και στην Ελλάδα, μπορεί να έκλεισε τυπικά αλλά εξακολουθεί να κατατρώγει τα εισοδήματα των Ιρλανδών και να καθηλώνει το βιοτικό τους επίπεδο. Η Ιρλανδία αντίθετα με άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπως η Αγγλία, η Γερμανία ή η Γαλλία, είχε ανέκαθεν υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης. Σε τέτοιο βαθμό ώστε το ιδιόκτητο σπίτι να θεωρείται δομικό στοιχείο του άρρητου κοινωνικού συμβολαίου της Ιρλανδίας. Τα τελευταία λίγα χρόνια όμως έχουν συμβεί μια σειρά αλλαγές που ανέτρεψαν πλήρως αυτή την εικόνα. Στη βάση τους είχαν την πώληση των στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες σε ξένα funds, που πυροδότησε μια άγρια κερδοσκοπία στα ακίνητα. Ως αποτέλεσμα το Δουβλίνο έγινε μαζί με το Τόκιο, το Σύδνεϋ και τη Σιγκαπούρη, μια από τις 10 πόλεις με τα ακριβότερα ενοίκια. Χαρακτηριστικά, την προηγούμενη διετία τα ενοίκια σε εθνικό επίπεδο αυξήθηκαν κατά 14%, ενώ όλες οι προβλέψεις συντείνουν ότι την επόμενη τριετία θα αυξηθούν παραπέρα φτάνοντας το 17%. Οι ενοικιαστές έγιναν πιο ευάλωτοι στις πιέσεις των ιδιοκτητών εξ αιτίας και μιας σειράς μέτρων, πίσω από τα οποία βρίσκονται οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις. Για παράδειγμα δόθηκε η δυνατότητα στους ιδιοκτήτες να επιβάλλου έξωση επικαλούμενοι πώληση, ανακαίνιση ή την μεταβίβαση σε κάποιο μέλος της οικογένειας τους. Κοινή συνισταμένη των παραπάνω ήταν ο τετραπλασιασμός των αστέγων την προηγούμενη πενταετία που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, έφτασαν τους 10.523 στους οποίους συμπεριλαμβάνονται 1.700 οικογένειες με 3.749 παιδιά…

Οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις προσπερνούσαν τα αιτήματα μαζικής ανέγερσης νέων κατοικιών (ακόμη και 35.000 νέων διαμερισμάτων ετησίως, που με βάση εκτιμήσεις απαιτούνται για να αντιμετωπιστεί η κρίση) υποστηρίζοντας ότι έτσι θα δημιουργηθεί ξανά μια νέα φούσκα, ανάλογη του 2008. Και το πλήρωσαν…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Η Ισπανία σε αρένα πολιτικής κρίσης

Σε χαριστική βολή για την κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ εξελίχθηκε η συζήτηση στην ισπανική βουλή για το νέο κρατικό προϋπολογισμό την Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο εύθραυστος κυβερνητικός συνασπισμός διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη και ο νέος προϋπολογισμός καταψηφίστηκε με 191 ψήφους, έναντι 158 και 1 αποχής. Η αδυναμία  του ισπανού πρωθυπουργού να περάσει ένα τόσο σημαντικό νομοσχέδιο επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις στη μεγαλύτερη χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου, με την κήρυξη πρόωρων εκλογών στις 28 Απριλίου.

Οι πρόωρες εκλογές στην Ισπανία, τερματίζουν το βίο μίας από τις ελάχιστες εναπομείνασες κεντροαριστερές κυβερνήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επ’ ουδενί ωστόσο δεν πρόκειται να τερματίσουν την πολιτική κρίση που μαίνεται στην Ισπανία μετά την οικονομική κρίση του 2010 – 2011. Η πολιτική κρίση έφτασε στο απόγειό της με τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 και 2016, όταν τα αποτελέσματα (με τη δύναμη των άλλοτε κραταιών κομμάτων της Δεξιάς και των σοσιαλιστών να έχουν μειωθεί σχεδόν στο μισό) αδυνατούσαν να οδηγήσουν σε μια κυβέρνηση πλειοψηφίας. Η κυβέρνηση που κατάφερε να σχηματίσει ο Πέδρο Σάντσεθ στηρίχτηκε στις ψήφους βουλευτών από την Καταλονία και τη Χώρα των Βάσκων, έναντι υποσχέσεων φυσικά. Η απώλεια αυτών των ψήφων στην κοινοβουλευτική συνεδρίαση της Τετάρτης είναι που άφησε μετέωρη την κυβέρνηση.

Η ίδια η συζήτηση στη Βουλή ελάχιστα ασχολήθηκε με τον προϋπολογισμό. Πρόκειται άλλωστε για μια διαδικασία  που έχει χάσει κάθε πραγματικό περιεχόμενο από τη στιγμή που για τα πιο σημαντικά μεγέθη αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κι όχι τα εθνικά κοινοβούλια, στο πλαίσιο των διαδικασιών του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Το θέμα ωστόσο που κυριάρχησε στην ισπανική Βουλή αφορούσε στην ανεξαρτησία της Καταλονίας και στη σχέση των αυτόνομων περιοχών με τη Μαδρίτη.

Αναλαμβάνοντας ο Σάντσεθ τα καθήκοντά του είχε υποσχεθεί τερματισμό της κρίσης με την επανέναρξη πολιτικού διαλόγου ανάμεσα σε Μαδρίτη και Βαρκελώνη. Αξιοποιώντας μάλιστα το γεγονός ότι την ίδια περίοδο ανέλαβε τα καθήκοντα του κι ο νέος πρόεδρος της Καταλονίας, Κιμ Τόρα, αφού ο προηγούμενος ο Κάρλες  Πουιγκντεμόντ, αναγκάστηκε να διαφύγει στο εξωτερικό για να γλιτώσει τη σύλληψη, η συνάντηση των δύο ηγετών συνοδεύτηκε από μια πλειοδοσία υποσχέσεων για μια νέα αρχή, στον αντίποδα της επίδειξης αδιαλλαξίας του προηγούμενου πρωθυπουργού της Ισπανίας, του ηγέτη του δεξιού Λαϊκού Κόμματος Μαριάνο Ραχόι που χρεώθηκε ένα ρεσιτάλ βίας εναντίον των Καταλανών.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτών των διαδικασιών και προσδοκιών, το αίτημα της Βαρκελώνης ήταν να διεξαχθεί ένα νέο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας με την έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης. Με άλλα λόγια, να μην επαναληφθεί ότι συνέβη το 2017, όταν το δημοψήφισμα που προκήρυξε η Καταλανική Βουλή  χαρακτηρίστηκε αντισυνταγματικό και παρότι το 92% μιας περιορισμένης είναι η αλήθεια συμμετοχής που δεν ξεπέρασε το 43% (2,3 εκ. σε ένα σύνολο 5,3 εκ.) ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας, το μοναδικό αποτέλεσμα που είχε ήταν η Μαδρίτη να κάνει ακόμη πιο ασφυκτικό τον κλοιό της γύρω από την Βαρκελώνη. Η απάντηση του ισπανού πρωθυπουργού ήταν η αναμενόμενη, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ότι όλα αυτά τα χρόνια απλώς κέρδιζε χρόνο, διατηρώντας εν ζωή μια ετερόκλητη κυβέρνηση με απειροελάχιστη ημερομηνία λήξης: όχι!  Ο Σάντσεθ από την άλλη χαρακτήρισε πολιτικό εκβιασμό το αίτημα των Καταλανών και άλλων βουλευτών, που αντίκειται στο Σύνταγμα. Αυτή ήταν και η αιτία της καταψήφισης του κρατικού προϋπολογισμού.

Ακροδεξιά στροφή της ισπανικής Δεξιάς

Ο Σάντσεθ μπορεί, σε τελική ανάλυση, να συνεχίζει την πολιτική του Ραχόι απαγορεύοντας στον λαό της Καταλονίας να αποφασίζει για την τύχη του – αν θέλει ή όχι να ανήκει στο ισπανικό κράτος -, δεν παύει ωστόσο να δέχεται την επίθεση της Δεξιάς. Μιας Δεξιάς μάλιστα που αν και ουδέποτε χαρακτηριζόταν για την μετριοπάθειά της (όπως για παράδειγμα η γειτονική Γαλλική Δεξιά) σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στράφηκε απότομα στην άκρα Δεξιά. Το κέντρο βάρους της μετακινήθηκε τάχιστα προς τα άκρα, ακολουθώντας την ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση στο πλαίσιο της οποίας από την Ουγγαρία και την Ιταλία μέχρι την Αυστρία η άκρα Δεξιά παντού αναδεικνύεται σε πρώτο κόμμα.

Στην Ισπανία ρόλο καταλύτη στην ακροδεξιά στροφή διαδραμάτισε το αντι-μεταναστευτικό κόμμα Vox, που στις εκλογές της Ανδαλουσίας τον Δεκέμβρη το 2018 κατάφερε για πρώτη φορά μετά την πτώση της χούντας του στρατηγού Φράνκο να αναδείξει φασίστες πολιτικούς σε τοπικό κοινοβούλιο.

Το Vox όσο γερά εδραιώνει το λόγο του στο παρελθόν, υμνώντας για παράδειγμα την ισπανική μοναρχία και τον ρωμαιοκαθολικισμό και υπερασπίζοντας τις ταυρομαχίες, άλλο τόσο γερά πατάει στις σημερινές αντιθέσεις και τις εκμεταλλεύεται αυξάνοντας την πολιτική και εκλογική του επιρροή. Για παράδειγμα ζητά από την Ισπανία να επανακτήσει τον έλεγχο του Γιβραλτάρ που βρίσκεται στο νότιο άκρο της Ισπανίας και από το 1773 βρίσκεται υπό βρετανική κυριαρχία. Απαιτεί την ανέγερση τοίχων γύρω από τους ισπανικούς θύλακες στη Βόρεια Αφρική της Θέουτα και τη Μελίλια ώστε να τερματιστούν οι εικόνες ντροπής που συνεχώς μεταδίδονται με απελπισμένους αφρικανούς μετανάστες να σκαρφαλώνουν στα πανύψηλα σύρματα επιχειρώντας να περάσουν στην Ισπανία και από κει στην Ευρώπη.

Ο βαθμός που αυτή η εικόνα στοιχειώνει τη συνείδηση των Ισπανών, αποτελώντας ντροπή, φάνηκε κι από την επιλογή του Στίβεν Λάνγκριτζ βρετανού σκηνοθέτη της Κάρμεν, που την απολαύσαμε πιο πρόσφατα το καλοκαίρι του 2018 στο Ηρώδειο, να τοποθετήσει την ηρωίδα – σύμβολο ελευθερίας μπροστά από αυτά τα πανύψηλα σύρματα που επάνω τους ανεβαίνουν σαν αράχνες μετανάστες επιχειρώντας να δραπετεύσουν από την κόλαση της Αφρικής…

Για τον 42χρονο ηγέτη του Vox ωστόσο, τον Σαντάγκο Αμπασκάλ, που ίδρυσε το κόμμα του μετά την αποχώρησή του από το Λαϊκό Κόμμα επικρίνοντάς το για διαφθορά με αφορμή τα σκάνδαλα  χρηματισμού που είχαν δει το φως της δημοσιότητας, οι μετανάστες δεν είναι τίποτε άλλο απειλή. Κι ας μην υπάρχει καμία άλλη περιφέρεια από τις 17 συνολικά της Ισπανίας, που να στηρίζει την οικονομία της σε τέτοιο βαθμό στην  αδήλωτη συνήθως εργασία των μεταναστών. Τα σημαντικότερα πολιτικά κέρδη ωστόσο το ακροδεξιό ισπανικό κόμμα τα ενέγραψε πλειοδοτώντας σε επιθέσεις εναντίον των Καταλανών. Εν μέρει προβλέψιμα και δικαιολογημένα. Περιφέρειες του νότου όπως η Ανδαλουσία, το μόνο που προσφέρουν στην Ισπανία είναι το φολκλόρ και η γραφικότητα. Κατά τ’ άλλα είναι καθαροί λήπτες των δημοσίων ταμείων, σε ένα μοντέλο περιφερειακών εισροών – εκροών, που το βλέπουμε να επαναλαμβάνεται αυτούσιο και στην Ιταλία,  και θέλει τον εύπορο βορρά να χρηματοδοτεί τον χειμαζόμενο νότο. Οι φασίστες του νότου επομένως επιτίθενται στην Καταλονία για πολύ υλικούς λόγους, πέραν φυσικά του ένδοξου ισπανικού παρελθόντος, για το οποίο κανείς δεν αμφιβάλει…

Ο Αμπασκάλ ωστόσο δημιουργεί το προφίλ του, αντλώντας κυρίως υλικό από την πλούσια φασιστική παράδοση της χώρας του.

Το αποτύπωμα της σκληρής ισπανικής Δεξιάς έγινε ορατό δια γυμνού οφθαλμού στη μαζική συγκέντρωση της προηγούμενης Κυριακής στη Μαδρίτη που ως κεντρικό σύνθημα είχαν «Για μια ενωμένη Ισπανία εκλογές τώρα». Αφορμή για τη συγκέντρωση στάθηκε η πρόταση της κυβέρνησης να οριστεί εισηγητής για συνομιλίες μεταξύ των κομμάτων σχετικά με το θέμα της Καταλονίας, που αν και παρελκυστική ώστε να εξασφαλίσει την ψήφο στον προϋπολογισμό των Καταλανών αποτέλεσε για την Δεξιά …κόκκινο πανί. Χαρακτηρίστηκε ακόμη και προδοσία!  Στη συγκέντρωση της Μαδρίτης όχι μόνο ο Πάμπλο Κασάδο, ο νέος ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος, αλλά τόσο ο φασίστας Σαντιάγκο Αμπασκάλ, όσο και ο ηγέτης του κόμματος Πολίτες (Ciudadanos) Αλμπέρτο Ριβέρα συμφώνησαν στην ανάγκη κατάργησης των βαθμών αυτονομίας που κατέκτησαν οι περιφέρειες της Ισπανίας μετά την πτώση του δικτάτορα Φράνκο και στην αλλαγή του χαρακτήρα του κράτους σε πιο συγκεντρωτική κατεύθυνση. Είναι επομένως εμφανές ότι μια άνοδος της Δεξιάς θα ρίξει λάδι στη φωτιά των εθνικισμών που ήδη διχάζουν και απειλούν την Ισπανία.

Πολιτικές δίκες με Καταλανούς στο εδώλιο

Λάδι στη φωτιά των αποσχιστικών κινημάτων και πιο άμεσα του καταλανικού ρίχνει ήδη η δίκη που ξεκίνησε την Τρίτη με κατηγορούμενους 12 πολιτικούς από την Καταλονία, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος του τότε κοινοβουλίου. Οι κατηγορίες που τους αποδίδονται είναι βαρύτατες και ξεκινούν από στάση, περιλαμβάνουν οικειοποίηση δημοσίων κονδυλίων και φτάνουν σε απείθεια κατά των αρχών. Ήδη 9 εξ αυτών έχουν μείνει στη φυλακή για πάνω από 1 χρόνο, ενώ η καταδίκη τους επισείει ποινή φυλάκισης από 10 έως και 25 χρόνια. Το γεγονός δε ότι καθήκοντα πολιτικής αγωγής έχει αιτηθεί και θα ασκήσει και το ακροδεξιό κόμμα Vox εγγυάται ότι η δίκη, που επί της ουσίας αφορά το δημοψήφισμα που διεξήχθη την 1η Οκτωβρίου 2017, θα οδηγήσει τις εντάσεις στο …κόκκινο.

Αφήνοντας κατά μέρους τις σκηνές αδιανόητης βίας που είδαμε να εκτυλίσσονται στους δρόμους της Βαρκελώνης από την ισπανική αστυνομία όταν την ημέρα του δημοψηφίσματος λειτουργούσε σαν στρατός επέμβασης και κατοχής, όπως οι Αμερικανοί στο Ιράκ, η ίδια η δίκη έχοντας αμιγώς πολιτικές, φρονηματικές αιτίες εκθέτει ανεπανόρθωτα την Ισπανία στη διεθνή κοινή γνώμη. Η αντίδραση της Μαδρίτης από τότε μέχρι σήμερα είναι εντελώς δυσανάλογη του «ερεθίσματος» που ήταν αμιγώς ειρηνικό και δημοκρατικό, χωρίς να συμπεριλαμβάνει καμιά χρήση ή απειλή χρήσης βίας. Όπως πολύ εύστοχα υπενθύμισε ο πρώην καταλανός πρόεδρος και διωκόμενος σήμερα Κάρλες Ποιγκντεμόντ σε άρθρο γνώμης στη βρετανική εφημερίδα Γκάρντιαν στις 12 Φεβρουαρίου, την ημέρα που ξεκίναγε η δίκη της ντροπής, ανάλογα δημοψηφίσματα διενήργησε η Σκωτία, το Κεμπέκ και η Νέα Καληδονία. Εξ ίσου πειστικά, κι αυτό μάλιστα ανεξάρτητα από την άποψη που μπορεί να έχει κάθε πολίτης για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, ο πρώην πρόεδρος της Καταλονίας γράφει: «Η δίκη είναι ένα τεράστιο λάθος που κάνει ακόμη πιο δύσκολο ένα πολιτικό αποτέλεσμα. Η αντικατάσταση των πολιτικών λύσεων από τον ποινικό κώδικα και η προτεραιότητα στους δικαστές και τους πολιτικούς αντί στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια ήταν ένα από τα κολοσσιαία σφάλματα που διέπραξε η Ισπανία».

Πηγή: Εφημερίδα Νέα Σελίδα

Τέλος των αυταπατών φέρνουν οι κάλπες στην Ιρλανδία

sel 24 basiΚανέναν ηρωικό συνειρμό που να παραπέμπει στην ιρλανδική επανάσταση που ξεκίνησε ακριβώς πριν εκατό χρόνια σηματοδοτώντας το τέλος της βρετανικής κυριαρχίας για το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της χώρας, δεν πρόκειται να γεννήσουν οι εκλογικές κάλπες στην Ιρλανδία, που παραμένουν κλειστές την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Το ερώτημα ωστόσο που συνόδευσε την ψηφοφορία την Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου είναι κατά πόσο τα κόμματα που ως τώρα κυβερνούσαν (συνασπισμός Φίανα Γκάελ και Εργατικών) θα υποστούν την ήττα που τους αξίζει λόγω των πολιτικών λιτότητας που εφάρμοσαν από το 2011 που εκλέχτηκαν και, από την άλλη, πόσο υψηλά θα είναι τα αποτελέσματα που θα καταγράψουν τα κόμματα που τάσσονται κατά της λιτότητας (Σιν Φέιν, Συμμαχία κατά της λιτότητας και Οι άνθρωποι πριν τα κέρδη). Τα πρώτα έξιτ πολς μας φέρνουν της εφημερίδας Irish Times φέρνουν το Φίανα Γκάελ και τους Εργατικούς από 36,1% και 19,5% το 2011 να κερδίζουν 26,1% και 8% αντίστοιχα, ενώ το Σιν Φέιν από 10% φαίνεται να κερδίζει 14% και η Συμμαχία 3,6%.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η προσπάθεια της προηγούμενης κυβέρνησης να δείξει πως η λήξη του προγράμματος διάσωσης (ύψους 67,5 δισ. ευρώ) τον Δεκέμβριο του 2013 κι οι υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ (ύψους 7% για το πρώτο εννιάμηνο του 2015) είναι νίκη των Ιρλανδών ελάχιστους πείθει. Αυτό που αντίθετα βαραίνει στη συνείδηση των Ιρλανδών είναι πως η ανεργία παρότι μειώθηκε από το ρεκόρ της κρίσης (15%) ουδέποτε επέστρεψε στα προηγούμενα επίπεδα, όπως φαίνεται στο διάγραμμα, η αύξηση των αστέγων τον Ιανουάριο του 2016 σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2015 κατά 101%, η ιδιωτικοποίηση του νερού που προκάλεσε επιπλέον επιβαρύνσεις κοκ.

Παρότι έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον τα αποτελέσματα που θα καταγράψει κάθε κόμμα, πιο μεγάλη σημασία έχει πως οι κάλπες της Ιρλανδίας διαλύουν τις αυταπάτες που μαζικά διαδίδονταν με σημείο αναφοράς τις εκλογικές αναμετρήσεις στην περιφέρεια της ευρωζώνης. Το κεντροαριστερό αφήγημα, πριν ένα χρόνο, ήθελε τις εκλογές στην Ιρλανδία να παίρνουν τη σκυτάλη από την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία, ανατρέποντας τις πολιτικές της λιτότητας και δημιουργώντας ένα πολιτικό ρήγμα στην ευρωζώνη με πρωταγωνιστή τις χώρες που υπέστησαν το μαρτύριο των Μνημονίων. Όλα αυτά μάλιστα χωρίς να υπάρξει σύγκρουση με την Γερμανία, χωρίς να διεκδικηθεί η έξοδος από ευρωζώνη κι ΕΕ, χωρίς εργατικό κίνημα. Η πραγματικότητα εξελίχθηκε εντελώς διαφορετικά για τις τρεις πρώτες χώρες. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραδόθηκε πλήρως στις πολιτικές της λιτότητας υπογράφοντας νέο δάνειο και Μνημόνιο, ο πορτογάλος σοσιαλιστής πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα με τον αναμορφωμένο από την Κομισιόν προϋπολογισμό ανά χείρας δηλώνει περιχαρής ότι «μεταξύ του αρχικού προϋπολογισμού και της εξόδου από το ευρώ ή με το νέο προϋπολογισμό κι εντός του ευρώ προτιμάει το δεύτερο» κι ας είναι προϋπολογισμός συνέχειας και λιτότητας, ενώ η επικοινωνιακή φούσκα των Ποδέμος παρακαλάει ατυχώς να μπει στην κυβέρνηση, χωρίς να θέτει κανένα όρο. Τι διαφορετικό μπορεί να βγάλουν οι ιρλανδικές κάλπες υπό τις παρούσες συνθήκες;

Το άρθρο δημοσιεύεται στο Πριν, στις 28 Φεβρουαρίου 2016

Το βαθύ κράτος των αγορών (Unfollow, Ιανουάριος 2015)

DΔεν χρειαζόταν να ακούσουμε τι ακριβώς θα ψήφιζαν οι λεγόμενοι ανεξάρτητοι βουλευτές το μεσημέρι της Δευτέρας 29 Δεκεμβρίου για να μάθουμε αν θα καταφέρει ο αθλιότερος πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης, ο Αντώνης Σαμαράς, να βρει τους 180 βουλευτές που θα του επέτρεπαν να εκλέξει πρόεδρο της Δημοκρατίας της αρεσκείας του, παρατείνοντας έτσι τη ζωή της κυβέρνησης του. Η κάθετη πτώση των τιμών των μετοχών στο ελληνικό χρηματιστήριο από νωρίς το πρωί εκείνης της ημέρας είχε προεξοφλήσει το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στη Βουλή. Και δεν ήταν η πρώτη φορά.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Μένοντας μόνο στα σημαντικότερα πολιτικά γεγονότα της χρονιάς που πέρασε, του 2014, το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί τόσο με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Σκοτία για την ανεξαρτητοποίησή της από την Αγγλία, στις 18 Σεπτεμβρίου, όσο και με τις ευρωεκλογές στην Ελλάδα την Κυριακή 25 Μαΐου. Η βεβαιότητα του Σίτι ότι θα μπορεί εξ ίσου άνετα και στο μέλλον να εδράζει τον διεθνή του ρόλο σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο κι όχι στα δύο τρίτα του είχε φανεί από την ανοδική πορεία των δεικτών των βρετανικών χρηματιστηρίων την ίδια κιόλας ημέρα. Στην Ελλάδα, ο υπερφίαλος χαρακτήρας του συνθήματος «στις 25 ψηφίζουμε στις 26 φεύγουν» (για τον Μάιο του 2014 κι όχι για τον Ιανουάριο του 2015) είχε αποδειχθεί από το πρωί της Παρασκευής 23 Μαΐου, όταν η πορεία των μετοχών κι όγκος των συναλλαγών το προεξοφλούσαν μια διαχείρισιμη ήττα από την μεριά της συγκυβέρνησης κι ότι στις 26, τελικά, Τρόικα και ΝΔ-ΠΑΣΟΚ «μένουν», δεν φεύγουν.

Τα παραπάνω και πλήθος άλλα παρόμοια περιστατικά που για τους λάτρεις των αγορών αποδεικνύουν την ικανότητα πρόβλεψης των αγορών, αν κάτι βεβαιώνουν είναι τα αδιόρατα νήματα που συνδέουν την πολιτική και την οικονομία. Πιο συγκεκριμένα, τους δεσμούς που έχουν αναπτύξει τράπεζες, κερδοσκόποι και μεγάλες επιχειρήσεις με την πολιτική, τον Τύπο, τις δημοσκοπικές εταιρείες και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης ώστε έγκαιρα και με ασφάλεια να γνωρίζουν τα αποτελέσματα της κάλπης και να τοποθετούνται αποφεύγοντας αχρείαστες απώλειες από περιττές μετακινήσεις.

Κάπου εδώ όμως τελειώνει κι η αθωότητα των αγορών ή ο παθητικός τους ρόλος στο δυναμικό κι ασταθές δίπολο οικονομίας – πολιτικής. Γιατί, αν κάτι χαρακτηρίζει τη σχέση τους δεν είναι η εκ των υστέρων προσαρμογή της οικονομίας ή των αγορών στην κίνηση της πολιτικής, αλλά η προτεραιότητα της οικονομίας, με τις αγορές να διαμορφώνουν τους όρους και να διατυπώνουν τις απαιτήσεις και, στη συνέχεια, την πολιτική να ακολουθεί. Σε ένα εγγενώς μεροληπτικό παιχνίδι οι αγορές παίζουν πάντα με τα λευκά πιόνια, εξασφαλίζοντας σε κάθε παρτίδα την πρώτη κίνηση κι η πολιτική έπεται, με τους πολιτικούς να πλειοδοτούν σε παραχωρήσεις επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν την εύνοια των αγορών, που ενώπιον των πολιτικών παύουν να είναι απρόσωπες, έχουν πάντα …όνομα και τηλέφωνο. Ειδικά σε προεκλογικές περιόδους όταν ο κάθε βουλευτής (που στη διάρκεια της θητείας του καταριέται το πολιτικό κόστος προκειμένου να προωθήσει τις αναγκαίες αντεργατικές μεταρρυθμίσεις) παρακαλάει γονυπετής τραπεζίτες κι επιχειρηματίες για μια επιταγή 20 ή 30.00 ευρώ που θα του καλύψει μέρος των εξόδων της προεκλογικής του εκστρατείας. Τότε είναι που το «βαθύ κράτος» των αγορών στρατολογεί και διαμορφώνει την δική του κοινοβουλευτική ομάδα, με επιχειρήσεις και κλάδους να έχουν καταφέρει στο πρόσφατο παρελθόν να σιτίζουν δικομματική κοινοβουλευτική ομάδα που τα μέλη της υπερέβαιναν αριθμητικά τους κυβερνητικούς βουλευτές. Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται κι η υποκρισία που κρύβεται πίσω από τις νεοφιλελεύθερες καταγγελίες περί κοινοβουλευτικών ομοιοεπαγγελματικών συντεχνιών (μηχανικών, δικηγόρων, κ.α.) την ίδια στιγμή που αποσιωπάται η μισθοδοσία τους από γερμανικές πολυεθνικές, ελληνικές τράπεζες και μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους, καθώς αυτή ακριβώς η εξάρτηση των βουλευτών αποδεικνύεται πολύ πιο καταστροφική για το συμφέρον της κοινωνίας.

Οι συνδιαλλαγές των πολιτικών με τις επιχειρήσεις που έφτασαν στο αποκορύφωμα επί Σημιτικού εκσυγχρονισμού άλλαξαν άρδην στα χρόνια του Μνημονίου, από το 2010 και μετά εξ αιτίας της βίαιης αναδιάρθρωσης που επήλθε στον χάρτη της ελληνικής οικονομίας. Δεν είναι μάλιστα ότι οι κατασκευαστές κι οι τραπεζίτες έπαψαν να χρειάζονται την Πολιτική για να συνεχίσουν να επιβιώνουν. Μάρτυρας η κολοσσιαία επιχειρηματική τους αποτυχία κι η νεκρανάστασή τους χάρη στο δημόσιο χρήμα. Είναι κυρίως ότι στην Μέκκα των αγορών, το ελληνικό χρηματιστήριο, εισήλθαν νέοι παίχτες. Σημείο τομής σε αυτή την διαδικασία αποδείχθηκε το ταξίδι του Σαμαρά στις ΗΠΑ το καλοκαίρι του 2013. Οι επαφές που πραγματοποίησε ο τότε έλληνας πρωθυπουργός με εκπροσώπους αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων δεν αύξησαν σημαντικά την διεθνοποίηση του ελληνικού χρηματιστηρίου όπως μαρτυρούν και τα πιο πρόσφατα στοιχεία βάσει των οποίων η συμμετοχή των ξένων στο τέλος του 2014 ανήλθε στο 62%. Κυρίως διαμόρφωσαν μια νέα ισορροπία μεταξύ ακραίων κερδοσκόπων και σχετικά συντηρητικών επενδυτών, αυξάνοντας για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό την συμμετοχή των πρώτων. Πρόκειται συγκεκριμένα για κεφάλαια που δραστηριοποιούνται κι αγοράζουν μετοχές συστηματικά σε χώρες κατεστραμμένες οικονομικά όπως είναι η Ελλάδα, προσδοκώντας γρήγορα κέρδη τα οποία προφανώς δεν έρχονται από την ανάπτυξη της οικονομίας. Το δεύτερο χαρακτηριστικό των κερδοσκοπικών κεφαλαίων που μάζεψε ο Σαμαράς από την Αμερική είναι οι στενοί δεσμοί που διατηρούν με το πολιτικό κατεστημένο των ΗΠΑ. Η βίαιη αντίδραση των αγορών, δηλαδή η πτώση των τιμών των μετοχών (ακόμη και σε διψήφια επίπεδα) που παρατηρήθηκε στο ελληνικό χρηματιστήριο κι η άνοδος των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων πάνω από 10%, όταν το καλοκαίρι ήταν στο 3,5%, μόλις εκδηλώθηκε η πρόθεση της κυβέρνησης να διακόψει με το ΔΝΤ εξέφρασε αυτές ακριβώς τις σχέσεις του δυναμικότερου κομματιού της ελληνικής κεφαλαιαγοράς με τον ξένο παράγοντα και το ίδιο το ΔΝΤ.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκαλύπτεται η πολιτική απάτη της κυβέρνησης που είχε χαρακτηρίσει την είσοδο επενδυτικών κεφαλαίων στην ελληνική αγορά ως δείγμα εμπιστοσύνης στις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας. Οι αγορές εν προκειμένω λειτούργησαν σαν παραμορφωτικός καθρέπτης της οικονομίας. Τα κερδοσκοπικά επενδυτικά κεφάλαια δεν εμπιστεύονταν την ελληνική οικονομία, αλλά την Τρόικα και κυρίως το ΔΝΤ. Παρέμεναν στις ελληνικές επιχειρήσεις (από τράπεζες μέχρι και ΜΜΕ) όσο η ελληνική οικονομία ήταν διασωληνωμένη και τον έλεγχό της τον είχαν οι πιστωτές. Έτσι, με το που κυκλοφόρησαν τα πρώτα σενάρια απεμπλοκής του ΔΝΤ από την Ελλάδα ξεκίνησαν τις ρευστοποιήσεις, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την παράλληλη λειτουργία τους ως μοχλών εκβιασμού και πίεσης. Κι αυτή η λειτουργία των αγορών ως μηχανισμός πειθάρχησης και επιβολής επί της πολιτικής είναι ο πιο επικίνδυνος και αποσταθεροποιητικός, άμεσα και μακροπρόθεσμα, στον βαθμό που μια ενορχηστρωμένη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό ή μια εξ ίσου ενορχηστρωμένη (πλήρως ή μερικώς) πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας ενός νομίσματος χρησιμοποιείται για να τιμωρήσει απείθαρχες κυβερνήσεις. Ή, να προσγειώσει απότομα φιλόδοξα πολιτικά σχέδια όπως έδειξε η σπουδή στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ (π.χ. Γ. Σταθάκης) να λάβουν υπ’ όψη τους τα μηνύματα των αγορών το φθινόπωρο, παραπέμποντας στο απώτερο μέλλον τις εξαγγελίες για «σκίσιμο των Μνημονίων», αντί να επιλέξουν να ριζοσπαστικοποιήσουν περαιτέρω το πολιτικό τους πρόγραμμα, απαντώντας έτσι επιθετικά στη επίδειξη δύναμης των απατεώνων. Γιατί, οι εκβιασμοί ανθούν στο έδαφος που έχει ήδη προετοιμαστεί. Όταν για παράδειγμα θεωρείται δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη η συμμετοχή στον σημερινό διεθνή καταμερισμό, η παραμονή στην ευρωζώνη και την ΕΕ τότε οι σχετικές πιέσεις αποδεικνύονται πράγματι αποτελεσματικές. Αν όμως αντίθετα προκρινόταν ένα σχέδιο ρήξης με τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως το ΔΝΤ κι η ΕΕ, κατ’ εφαρμογή της συνεδριακής δέσμευσης του ΣΥΡΙΖΑ για διαγραφή του χρέους τότε θα εξέλιπε κι η βάση επί της οποίας ασκούνται οι εκβιασμοί των αγορών, επιδιώκοντας να ακρωτηριάσουν τις πιο ριζοσπαστικές πλευρές του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ και να ενθαρρύνουν την δεξιά πτέρυγα που επιδιώκει έναν έντιμο συμβιβασμό με τους πιστωτές.

Αξίζει μάλιστα να δούμε πώς από τώρα υπάρχουν τάσεις στους κύκλους των αγορών που βλέπουν θετικά την προοπτική ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ. Όσο πλησιάζουμε στις εκλογές τόσο συχνότερα δημοσιεύονται εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς που πίσω από το αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου βλέπουν την συνέχεια κι όχι την ρήξη. Ενδεικτικό είναι δημοσίευμα των Financial Times στις 30 Δεκεμβρίου με τίτλο «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τρομοκρατεί πλέον ορισμένους επενδυτές». Αναφέρει το ρεπορτάζ: «Ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, έχει εγκαταλείψει τη δέσμευσή του να “σκίσει” την δανειακή σύμβαση με τους διεθνείς πιστωτές, δίνοντας έμφαση σε πιο συντηρητικά βήματα για την διαχείριση του χρέους όπως επίσης και στην ουσιαστική του δέσμευση στο ευρώ». Στη συνέχεια η βρετανική εφημερίδα μεταφέρει δηλώσεις στελέχους επενδυτικού ταμείου που δεν φαίνεται να ανησυχεί κι ιδιαίτερα από τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ: «Οι επενδυτές θα αντιμετωπίσουν μια περίοδο τεσσάρων εβδομάδων κλιμακούμενης αβεβαιότητας. Πιστεύουμε ωστόσο ότι ο Τσίπρας θα αποδειχθεί πιο πραγματιστής απ’ όσο δείχνει η προηγούμενη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ. Έχει ήδη ανοίξει δίαυλους επικοινωνίας με Βερολίνο, Παρίσι και Φρανκφούρτη κι έχει κάθε κίνητρο να επιχειρήσει να διαπραγματευτεί σχετικά επιφανειακές αλλαγές στο πρόγραμμα της Ελλάδας και να οικειοποιηθεί την πρόωρη ανάκαμψη της Ελλάδας, παρά να την εκτροχιάσει».

Προφανώς, είναι ένα ακόμη παράδειγμα των αδιόρατων νημάτων που συνδέουν την πολιτική με την οικονομία, επιτρέποντας τόσο νωρίς, τόσο σίγουρες προβλέψεις…

ΑΝΤΑΡΣΥΑ – Μετωπική Αριστερή Συμπόρευση, ανάχωμα στη νέα αντιλαϊκή καταιγίδα (εφημερίδα Το χωνί)

AnTARSYA-MARSΗ εκλογική αναμέτρηση της 25ης Ιανουαρίου, έστω κι αν σηματοδοτεί το πιο ήπιο τέλος που μπορεί να είχαν φανταστεί οι αρχιτέκτονες των Μνημονίων και την διάψευση όσων ελπίζαμε ότι οι μνημονιακοί πρωθυπουργοί θα φύγουν με ελικόπτερο μαζί φυσικά με τα μνημόνια, δεν παύει να έχει ιστορικές διαστάσεις. Ποτέ άλλοτε στην μεταπολίτευση δεν έφτασε τόσο κοντά στην εξουσία ένα κόμμα της Αριστεράς, όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Η σημασία της επικείμενης μεταβολής υπογραμμίζεται αν επίσης την αξιολογήσουμε σε διεθνές επίπεδο∙ κανένα άλλο αριστερό κόμμα της Ευρώπης δεν φιλοδοξεί να γίνει κυβέρνηση. Χώρια δε, πως και τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς, είναι απίστευτα δεξιά, σε πλήρη αρμονία με το βαθιά συντηρητικό κλίμα που δεσπόζει. Ο ιστορικός χαρακτήρας των επικείμενων εκλογών υπογραμμίζεται επίσης από την συντριβή των κομμάτων που στήριξαν τα μνημόνια και τις πολιτικές του ΔΝΤ, της ΕΕ και του ΣΕΒ. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κλείνουν τον κύκλο τους, προς μεγάλη ικανοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, κάτω από το βάρος της ταξικής και υποτελούς πολιτικής που ακολούθησαν παραμερίζοντας τις διαφορές τους.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ωστόσο, τις υψηλές προσδοκίες για το βάθος της ρήξης την επομένη της 25ης Ιανουαρίου έχει φροντίσει να τις μετριάσει η ίδια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Η διαβεβαίωση πως η Ελλάδα ανήκει στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, δια στόματος Α. Τσίπρα, η υποβάθμιση του αιτήματος διαγραφής του δημόσιου χρέους κι οι διαβεβαιώσεις ότι δεν θα υπάρξουν μονομερείς ενέργειες, δεν πρόκειται δηλαδή να ασκηθούν οι δυνατότητες που διαθέτει κάθε κυρίαρχο κράτος, οι πρόσφατες αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής εναντίον της εθνικοποίησης των τραπεζών και πολύ περισσότερο η εναγώνια προσπάθεια που καταβάλλει η ηγεσία του κόμματος να πείσει ότι αποτελεί δύναμη συνέχειας κι όχι ρήξης προοιωνίζονται μια απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα.

Το έδαφος γι’ αυτή την προσγείωση το έχουν ήδη διαμορφώσει οι πιστωτές με τα αιτήματα που έθεσαν στο τραπέζι στο πλαίσιο της αξιολόγησης, που ξεκίνησε από το τέλος του καλοκαιριού. Μια αξιολόγηση που παραμένει ανοιχτή κι η κατάληξή της αβέβαιη. Με άλλα λόγια, ένα μέσο εκβιασμού και πειθάρχησης της επόμενης κυβέρνησης. Ακρογωνιαίοι λίθοι της είναι το αίτημα για κατάργηση του μειωμένου ΦΠΑ, απαγόρευση στην πράξη των απεργιών, εργοδοτικό λοκ άουτ, απολύσεις στο δημόσιο και νέο αντι-ασφαλιστικό νομοσχέδιο, που θα μειώσει περαιτέρω τις συντάξεις και θα αυξήσει τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης. Αυτές είναι οι κόκκινες γραμμές των πιστωτών, όπως διαπίστωσαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.

Ενώπιον μας, εν συντομία, βρίσκεται μια νέα αντιλαϊκή καταιγίδα. Όποιος πιστεύει ότι μπορεί μια κυβέρνηση από μόνη της να ανατρέψει τις καταιγιστικές πιέσεις που θα δεχθεί, απλώς …κοροϊδεύει. Την επομένη των εκλογών απαιτείται ένα μαζικό, μαχητικό κίνημα, με αιχμή του δόρατος ένα νέο εργατικό κίνημα που θα έχει πάρει διαζύγιο από την όζουσα συνδικαλιστική γραφειοκρατία, για να διεκδικήσει την ανατροπή του καθεστώτος της υποτέλειας που έχουν επιβάλλει οι πιστωτές, από κοινού φυσικά με την ντόπια οικονομική ελίτ.

Προϋπόθεση για την αναγκαία ανασύνταξη και επανεξόρμηση του κινήματος που θα αξιοποιεί τις καλύτερες παρακαταθήκες που μας άφησε το κίνημα του 2010-2012 κι οι «πλατείες» είναι κινηματικές πρωτοβουλίες και κόμματα να συντονίσουν από τώρα τον βηματισμό τους για τις μάχες που έρχονται, πχ για το χρέος. Σε αυτή την κατεύθυνση η ψήφος στην «ΑΝΤΑΡΣΥΑ – Μετωπική Αριστερή Συμπόρευση» θα συμβάλλει στη οργάνωση των αγώνων για την ανατροπή από τα κάτω του νέου μνημονιακού πακέτου που έρχεται. Ένα καλό εκλογικό αποτέλεσμα για τις δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς θα συμβάλλει ώστε η μετεκλογική περίοδος να μην εξελιχθεί σε μια νέα εποχή κοινοβουλευτικών αυταπατών, αναμονής και κινηματικής νηνεμίας. Ταυτόχρονα ζητάμε την ψήφο του κόσμου του αγώνα γιατί είναι δυνατό στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου να κάνουμε την έκπληξη κι ο ενωτικός συνδυασμός «ΑΝΤΑΡΣΥΑ – Μετωπική Αριστερή Συμπόρευση», που απαντάει στην αγωνία των αριστερών για ενότητα, να ξεπεράσει το αντιδημοκρατικό φράγμα του 3% και να εισέλθει στη Βουλή.