Επόμενη ανάφλεξη: Θάλασσα της Νότιας Κίνας

Στην αρχή ήταν η εκτόνωση του μετώπου με τη Βόρεια Κορέα. Η ιστορικής σημασίας επίσκεψη του Τραμπ στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη που χωρίζει τη Νότια από τη Βόρεια Κορέα σηματοδότησε το τέλος μιας περιόδου εκατέρωθεν προκλήσεων και την προσωρινή ρύθμιση των σχέσεων των δύο χωρών. Μετά ήρθε η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συρία, που αν δε συνοδευόταν από την παράδοση των Κούρδων στις ορδές του τουρκικού στρατού, θα ήταν ένα θετικό γεγονός για τη σταθερότητα στην περιοχή. Παραδοχή της ήττας τους και ακύρωση των σχεδίων διαμελισμού της Συρίας που δείχνει επίσης ότι σενάρια περαιτέρω καταστροφής στη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και τη Βόρεια Αφρική δεν υπάρχουν στο τραπέζι. Αρκετά με το Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Συρία, την Υεμένη, τη Λιβύη, κ.λπ. Το ίδιο βεβαιώνουν και οι προσπάθειες της Ουάσινγκτον να υπογράψει συμφωνία ειρήνης με τους Ταλιμπάν ώστε να αποχωρήσει αξιοπρεπώς από το Αφγανιστάν. Τα παραπάνω γεγονότα, θετικά από μόνα τους, δεν μπορούν ωστόσο να αξιολογηθούν στην πληρότητά τους αν δεν ενταχθούν στην ευρύτερη στρατηγική των ΗΠΑ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το κέντρο βάρους της νέας στρατηγικής των ΗΠΑ, επίσημα, διατυπώθηκε στη Στρατηγική Εθνικής Άμυνας όπου ως πεδίο αντιπαράθεσης έπαψε να θεωρείται η περίφημη τρομοκρατία (σηματοδοτώντας το συμβατικό τέλος μιας περιόδου που ξεκίνησε το 2001) κι αναγορεύτηκε ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων και η Κίνα χαρακτηρίστηκε στρατηγικός ανταγωνιστής των ΗΠΑ. Ανεπίσημα, περιγράφηκε από τον Στιβ Μπανόν, που διετέλεσε υπεύθυνος στρατηγικής του Τραμπ από τον Ιανουάριο ως τον Αύγουστο του 2017 κι εξακολουθεί να είναι το άλτερ έγκο του πλανητάρχη, σε ένα άρθρο του στην Washington Post στις 7 Μαΐου 2019, με τον ακόλουθο καθόλου υπαινικτικό τίτλο «Είμαστε σε οικονομικό πόλεμο με την Κίνα, είναι μάταιο να συμβιβαστούμε». Στο άρθρο του περιγράφει τη συζητούμενη εμπορική συμφωνία μεταξύ Πεκίνου και Ουάσιγκτον ως «προσωρινή ανακωχή σε ένα χρόνιο οικονομικό και στρατηγικό πόλεμο με την Κίνα». Τελειώνει δε με τα εξής: «Με τη χώρα μας σε σταυροδρόμι, είναι πιο σημαντικό από ποτέ ο Τραμπ να ακολουθήσει τα ένστικτά του και να μην μαλακώσει τη στάση του απέναντι στην μεγαλύτερη υπαρξιακή απειλή που αντιμετώπισαν ποτέ οι ΗΠΑ»!

Επομένως, το κλείσιμο των παραδοσιακών μετώπων, των «πολέμων των Δημοκρατικών» όπως τους χαρακτηρίζει το άλτερ έγκο, δεν είναι παρά το πρώτο βήμα, η αναγκαία προϋπόθεση ώστε όλοι οι οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι της υπερδύναμης να αφοσιωθούν στην μητέρα των μαχών, που θα διεξαχθεί με την Κίνα. Ως προς το παρών δύο είναι τα ανοιχτά μέτωπα με την ασιατική υπερδύναμη: Η Ταϊβάν και η θάλασσα της Νότιας Κίνας, στον Ειρηνικό, μέχρι τώρα, Ωκεανό.

Μέχρι στιγμής οι αξιώσεις του Πεκίνου στη θάλασσα της Νότιας Κίνας, που βρίσκεται ανατολικά του Βιετνάμ, ανατολικά και βόρεια της Μαλαισίας, βόρεια του Μπρουνέι, δυτικά των Φιλιππίνων και νότια της Ταϊβάν, έχουν περιγραφεί με τις περίφημες «εννέα παύλες» που ορίζουν μια θαλάσσια περιοχή εντός της οποίας η Κίνα ισχυρίζεται ότι έχει το δικαίωμα να ελέγχει ακόμη και τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Εδραιώνει δε τα δικαιώματά της με ποικίλους τρόπους. Χτίζοντας για παράδειγμα εκ του μηδενός νησιά, τα οποία είτε μετατρέπει σε στρατιωτικές βάσεις είτε τα αξιοποιεί για να θεμελιώνει κυριαρχικά δικαιώματα. Νοικιάζει, επίσης, ολόκληρα νησιά στον Ειρηνικό όπως αποκάλυψαν οι New York Times με άρθρο τους στις 16 Οκτωβρίου. Ένα νησί μάλιστα, ονόματι Τουλάγκι, που χρησιμοποιήθηκε ως κέντρο της Διοίκησης του Νότιου Ειρηνικού από τους Βρετανούς και τους Ιάπωνες, ενώ το μεγάλο βάθος του λιμανιού του το μετατρέπει κατά την αμερικανική εφημερίδα σε ένα «στρατιωτικό κόσμημα». Το συμφωνητικό με την επαρχιακή κυβέρνηση των Νησιών του Σολομώντα διάρκειας 75 ετών με δυνατότητα επέκτασης δεν έχει δει το φως της δημοσιότητας, προκάλεσε εν τούτοις σοκ στην Ουάσιγκτον και υπογράφτηκε με έναν  κινέζικο όμιλο που κατά κοινή ομολογία από πίσω του έχει την κυβέρνηση. Την ανησυχία ενέτεινε η επιδείνωση των διπλωματικών σχέσεων των Νησιών του Σολομώντα με την Ταϊβάν, μόλις τρεις μέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Ας μην ξεχνούμε επίσης ότι ο Τραμπ λίγες μέρες μετά την εκλογή του αμφισβήτησε την πολιτική της «μίας Κίνας» που ισοδυναμεί με μη αναγνώριση της Ταιβάν.

Οι ΗΠΑ διατηρούν στην περιοχή 85.000 στρατιώτες, ενώ η παρουσία του αεροπλανοφόρου Ρόναλντ Ρέιγκαν και οι πτήσεις των μαχητικών αεροσκαφών που μεταφέρει στον εναέριο χώρο της διαφιλονικούμενης θαλάσσιας περιοχής υπενθυμίζουν ότι η Κίνα δεν παίζει μόνη της. Από την άλλη, οι ΗΠΑ έχουν μαζί τους μια σειρά από κράτη της περιοχής: Φιλιππίνες, Ταϋλάνδη, Μαλαισία, Ινδονησία, Μπρουνέι, με τα οποία από τώρα προετοιμάζουν μεγάλης έκτασης στρατιωτική άσκηση για το Σεπτέμβριο του 2020 στο πλαίσιο της οποίας θα αναπτυχθούν επιπλέον 12.000 αμερικάνοι στρατιώτες!

Η μεταφορά των θερμών μετώπων από την Μέση Ανατολή στον Ειρηνικό, χώρια του γεγονότος ότι δεν πρόκειται τα μέτωπα στην περιοχή μας να κλείσουν όπως κλείνει το φως με το πάτημα του διακόπτη, δεν σημαίνει απλώς και μόνο ότι μια άλλη, σχετικά σταθερή περιοχή θα μετατραπεί σύντομα σε κρανίου τόπο. Οι ΗΠΑ στον Ειρηνικό δεν έχουν να πολεμήσουν με μικρο-ιμπεριαλισμούς και ψευδεπίγραφα και βραχύβια τριτοκοσμικά σοσιαλιστικά πειράματα. Έχουν ήδη απέναντί τους μια ακμαία οικονομική δύναμη που διεκδικεί τα παγκόσμια πρωτεία και σε ό,τι αφορά την γειτονιά της δεν κρύβει πώς επιδιώκει να διώξει Αμερικάνους και Βρετανούς από τη Νότια Θάλασσα! Η σύγκρουση θα είναι σφοδρή και θα επηρεάσει όλον τον πλανήτη!

Πηγή : Νέα Σελίδα

Επίδειξη διεθνούς στρατιωτικής ισχύος (περ. Διπλωματία 1ος/2010)

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΟΜΠΑΜΑ

ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΨΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΠΙΔΩΝ 

Στο δρόμο που χάραξε ο Τζορτζ Μπους φαίνεται αποφασισμένος να βαδίσει ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, ένα χρόνο μετά την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του, εγκαταλείποντας οριστικά και δια παντός το φιλειρηνικό προσωπείο που ενδύθηκε κατά την προεκλογική εκστρατεία.

«Η εξωτερική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, προσφέρεται να αξιολογηθεί σε δύο μέρη: Κατά πρώτο, με βάση τους στόχους και το σύστημα λήψης αποφάσεων και κατά δεύτερο τις πολιτικές του και την εφαρμογή τους», υποστήριζε ο Ζμπίγκνιεβ Μπρζεζίνσκι, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ από το 1977 μέχρι το 1981 κι από τους στενότερους συμβούλους των δημοκρατικών προέδρων για θέματα εξωτερικής πολιτικής, στο τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Foreign Affairs. Και συνέχιζε, σχολιάζοντας την εξωτερική πολιτική του πρώτου αφροαμερικάνου προέδρου στην ιστορία των ΗΠΑ: «Αν για το πρώτο μπορεί κάποιος να μιλήσει με κάποια σιγουριά, το δεύτερο αποτελεί ακόμη ένα ανοιχτό πεδίο».

Η παραπάνω διαπίστωση θα μπορούσε να ισχύει μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, πριν δηλαδή οι ΗΠΑ λάβουν τρεις αποφάσεις ξεχωριστής σημασίας, καθώς στη σύνθεσή τους συνιστούν ένα διαφορετικό, πολύ πιο επιθετικό και μονομερές – βασισμένο στην προβολή ισχύος – πρότυπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, την πώληση όπλων στην Ταϊβάν, την προμήθεια σύγχρονων πυραυλικών συστημάτων στις χώρες του Κόλπου και τέλος στην εγκατάσταση ανάλογων συστημάτων στη Ρουμανία.

Η απόφαση των ΗΠΑ να εγκαταστήσουν συστοιχίες πυραύλων στη Ρουμανία από το 2015 συνέλαβε εξ απήνης την Μόσχα που πίστευε ότι οι παραχωρήσεις στης στο θέμα του Ιράν και του Αφγανιστάν προς την Ουάσιγκτον είχαν εξασφαλίσει ένα πλαίσιο συμβίωσης των δύο πάλαι ποτέ υπερδυνάμεων χωρίς τους ανταγωνισμούς και τους κινδύνους της εποχής Μπους, που είχαν βρει την πιο ακραία τους εκδοχή στην αντιπυραυλική ασπίδα. Το υψηλό σημείο στη λίστα των απειλών που τοποθετεί το Κρεμλίνο την αμερικανική αντιπυραυλική ασπίδα φάνηκε από το νέο της στρατιωτικό δόγμα, που εγκρίθηκε την Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου από τον πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεβ. Εκεί αναφέρεται σαφώς ότι η αντιπυραυλική ασπίδα αποτελεί μείζονα απειλή για τη ρωσική ασφάλεια καθώς «υπονομεύει την παγκόσμια σταθερότητα και παραβιάζει την υφιστάμενη ισορροπία πυρηνικών δυνάμεων». Κατά συνέπεια η πρόσφατη απόφαση του Ομπάμα μετατρέπει σε παρένθεση την πρόσφατη βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών που εγκαινιάστηκε με την επίσκεψη του Ομπάμα στην Μόσχα και σηματοδοτήθηκε από τον όρο «επανεκκίνηση», τον οποίο χρησιμοποίησε ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος από τη ρωσική πρωτεύουσα.

Εμπρηστική επίσης ήταν κι η απόφαση των Αμερικανών να προμηθεύσουν με σύγχρονα αντιπυραυλικά συστήματα τις χώρες του Περσικού Κόλπου που βρίσκονται κοντά στο Ιράν, όπως το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κατά την Ουάσιγκτον, η προμήθεια των χωρών του Κόλπου με συστοιχίες αντιβαλλιστικών πυραύλων Πάτριοτ θωρακίζει την άμυνά τους έναντι ενδεχόμενης επίθεσης από το Ιράν. Κατά μία άλλη ερμηνεία όμως, περισσότερο ρεαλιστική, οι ΗΠΑ κι οι σύμμαχοί τους στην περιοχή θωρακίζονται περισσότερο αποτελεσματικά από τυχόν αντίποινα του Ιράν στην περίπτωση που το Ισραήλ επιτεθεί εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με επιλεκτικούς, χειρουργικούς βομβαρδισμούς στις πυρηνικές της εγκαταστάσεις, ανάλογους των βομβαρδισμών που πραγματοποίησε στη Συρία τον Σεπτέμβριο του 2007 και παλιότερα, το 1981, στο Ιράκ. Η κίνηση επομένως των ΗΠΑ, πέρα από το να φέρνει νέους πελάτες στην αμερικανική πολεμική βιομηχανία, δεν οδηγεί στην αποκλιμάκωση της έντασης στον Περσικό αλλά αντίθετα λειτουργεί υποστηρικτικά στα πιο τυχοδιωκτικά κι επικίνδυνα σενάρια για όλη την περιοχή του Περσικού και της Ανατολικής Μεσογείου που εξυφαίνει το Ισραήλ – η μοναδική χώρα που αποδεδειγμένα διαθέτει πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή.

Το τρίτο περιστατικό που δείχνει ότι οι ΗΠΑ υιοθετούν μια πολιτική έντασης στο εξής αφορά στην πώληση εξελιγμένων οπλικών συστημάτων στην Ταϊβάν, περιλαμβανομένων πυραύλων Πάτριοτ, ελικοπτέρων Μπλακ Χόουκ και ναρκαλιευτικών σαφών, συνολικού ύψους 6 δισ. δολ. Η κίνηση των ΗΠΑ εξόργισε το Πεκίνο όχι μόνο για τους γενικά γνωστούς λόγους που σχετίζονται με την ιστορική αντιπαλότητα των δύο χωρών (αποτέλεσμα της οποίας είναι η Ταϊβάν να μην αποτελεί ανεξάρτητο κράτος κατά τον ΟΗΕ) αλλά επίσης γιατί αυτήν ακριβώς την περίοδο λόγω της νέας πολιτικής ηγεσίας που έχει αναλάβει στην Ταϊβάν οι προοπτικές επανένωσης των δύο χωρών προβάλλονται πιο βάσιμα από ποτέ άλλοτε, όπως φαίνεται από τις συνομιλίες που είναι σε εξέλιξη. Η πώληση όπλων επομένως από τον Ομπάμα δυναμιτίζει αυτή την διαδικασία, αντί να την ενθαρρύνει. Ευθεία πρόκληση θεώρησε επίσης το Πεκίνο και την απόφαση του Μπαράκ Ομπάμα να συναντηθεί με τον Δαλάι Λάμα, στον οποίο η κινέζικη ηγεσία καταλογίζει ότι εργάζεται για την ανεξαρτητοποίηση του Θιβέτ και τον διαμελισμό επομένως της Κίνας.

Αν στα παραπάνω συμπεριλάβουμε και την απόφαση των ΗΠΑ να εντάξουν στο στρατιωτικό τους σχεδιασμό τις στρατιωτικές βάσεις της Κολομβίας όπως και την αποστολή χιλιάδων πεζοναυτών στην Αϊτή, με αφορμή τον καταστρεπτικό σεισμό – κινήσεις που προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις σε όλη τη Λατινική Αμερική, τότε είναι εμφανές ότι κάτι αλλάζει. Ότι η απόφαση της Νορβηγικής Ακαδημίας να δώσει το Νομπέλ Ειρήνης στον Ομπάμα μόνο καγχασμούς και ειρωνικά σχόλια θα προκαλεί πολύ σύντομα.

Όλα τα παραπάνω αυτό που βεβαιώνουν είναι ότι οι ΗΠΑ αντιμέτωπες με την αναπόδραστη συρρίκνωση της πολιτικής και οικονομικής τους επιρροής καταφεύγουν στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος – που είναι το μοναδικό πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού όπου η υπεροχή τους είναι αδιαμφισβήτητη – για να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους από τον Ειρηνικό και τον Περσικό μέχρι τα Βαλκάνια. Μόνο που έτσι η αλλαγή την οποία υποσχόταν ο Ομπάμα αποδεικνύεται πουκάμισο αδειανό…