Σε τέσσερις μήνες; Τα πάνω κάτω! (Unfollow, Μάρτιος 2015)

imageΤι μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση από τη στιγμή που ευθέως Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Γερμανία και οι υπόλοιποι 18 υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης που απαρτίζουν το Γιούρογκρουπ απείλησαν με επανάληψη του κυπριακού σεναρίου; Στέγνωμα δηλαδή των τραπεζών από ρευστό και bank run; Αυτό είναι το ερώτημα που αντιτείνει η κυβέρνηση μετά τον ατιμωτικό συμβιβασμό της στο συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης στις 20 Φεβρουαρίου, επιχειρώντας να εμφανιστεί ότι βρέθηκε απροετοίμαστη απέναντι σε τέτοιο κυνισμό και, κυρίως, με την πλάτη στον τοίχο.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι πράγματι η κυβέρνηση δεν είχε ακούσει ποτέ τι συνέβη στην Κύπρο του Ν. Αναστασιάδη τον Μάρτιο του 2013, από πού κι ως που επομένως να υποθέσει ότι θα κληθεί να απαντήσει στον ίδιο εκβιασμό, και πράγματι πίστευε ότι το Γιούρογκρουπ αποτελεί μια κοινοβιακή κοινότητα ισότιμων και αλληλέγυων εταίρων όπου με σεβασμό ακούει ο ένας τον άλλον, λαβαίνοντας πάντα υπ’ όψη του τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Και στις 20 Φεβρουαρίου έμαθε πρώτη φορά για τους εκβιασμούς και τις πιέσεις που ασκούνται. Το ερώτημα που χρήζει απάντησης επομένως είναι τι μπορεί να κάνει έστω και τώρα στο πλαίσιο των τεσσάρων μηνών που εξασφάλισε για να διαπραγματευτεί μια νέα μακροχρόνια συμφωνία με τους πιστωτές. Χάρη συζητήσεως μάλιστα ας υποθέσουμε ότι και το μέιλ Βαρουφάκη στις 24 Φεβρουαρίου ήταν μια αναγκαστική υποχώρηση που έκανε για να κερδίσει χρόνο και να οργανώσει την αντεπίθεσή της. Αναγκαστική υποχώρηση ας θεωρήσουμε επίσης και την αναγνώριση του χρέους στην οποία προέβη η νέα κυβέρνηση, ενώ δεν όφειλε, από τη στιγμή που υπέγραψε την απόφαση του Γιούρογκρουπ όπου αναφέρεται ότι «οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την κατηγορηματική τους δέσμευση να τηρήσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές πλήρως και εγκαίρως». Υποθέσεις που είναι δύσκολο να πάρουμε στα σοβαρά μετά το διάγγελμα του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα στις 21 Φεβρουαρίου όπου εμφάνισε την ήττα ως νίκη εξαπατώντας τον κόσμο, αλλά ας υποθέσουμε ότι ακόμη κι αυτή η προσποίηση ήταν μέρος του παιχνιδιού για να κερδηθεί ο αναγκαίος χρόνος και να αποτραπεί η ασφυξία που επιχειρήθηκε με κύρια ευθύνη του Σαμαρά ο οποίος όρισε σε δύο μήνες την παράταση της δανειακής σύμβασης.

Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημα τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση έστω και τώρα είναι εξαιρετικά αισιόδοξη: Τα πάντα! Το τετράμηνο που απομένει, μέχρι το τέλος Ιουνίου, η κυβέρνηση προλαβαίνει να οργανώσει την αντεπίθεσή της, να κάνει δηλαδή ό,τι δεν έκανε τα προηγούμενα χρόνια, ώστε η έναρξη των διαπραγματεύσεων να την βρει σε θέση ισχύος, ικανή να επιβάλλει την θέση της για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους που θα ανοίξει τον δρόμο για την οριστική ανατροπή της λιτότητας.  Έτσι θα αποφευχθεί και το Κούγκι που υποσχέθηκε ο Π. Καμμένος γέρνοντας από το βάρος της πουλάδας και των άλλων διακριτικών στο μπαρουτοκαπνισμένο φλάιν τζάκετ του και ο Αρμαγεδδών που υποσχέθηκε ο πάντα παρορμητικός και ευέξαπτος, έτοιμος να μας οδηγήσει σε εθνικές περιπέτειες, Γ. Βαρουφάκης.

Ακύρωση δανειακών συμβάσεων

Το πρώτο που οφείλει να κάνει η κυβέρνηση είναι να ψηφίσει νόμο με τον οποίο θα ακυρώσει τις δύο δανειακές συμβάσεις (Μάιος 2010 και Φεβρουάριος 2012). Δεδομένου ότι καμία από τις δύο δεν έχει κυρωθεί από την Βουλή, όπως προβλέπει το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος (η πρώτη κατατέθηκε και μετά αποσύρθηκε, ενώ η δεύτερη εγκρίθηκε από τη Βουλή δύο φορές ως σχέδιο, μια ως παράρτημα του ν. 4046/2012 και μια ως Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, ουδέποτε όμως πήγε για κύρωση στη Βουλή μετά την υπογραφή της), δεν απορρέουν επομένως δεσμεύσεις με υπερνομοθετική ισχύ η ακύρωση τους γίνεται εύκολα: με μία απλή ψηφοφορία. Το ίδιο μπορεί να γίνει και με τα Μνημόνια και όλους τους εφαρμοστικούς νόμους: μια απλή ψηφοφορία αρκεί για να ακυρώσει και τους 400 σχετικούς νόμους, ανοίγοντας τον δρόμο για τα ξερίζωμα του μνημονιακού παρακράτους. Αυτό θα είναι το πρώτο πλήγμα στους δανειστές.

Το δεύτερο μέτρο σχετίζεται με αποφάσεις που θα θωρακίσουν την μονομερή παύση πληρωμών: Λογιστικός έλεγχος του χρέους από ανεξάρτητη επιτροπή εμπειρογνωμόνων διεθνούς κύρους (κι όχι από κοινοβουλευτική επιτροπή) που θα αποδείξει τον παράνομο και απεχθή χαρακτήρα του ελληνικού χρέους διευκολύνοντας την διαγραφή του, επίκληση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης (που έγινε δεκτή κι από την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2001) βάσει της οποίας τα κράτη μπορούν να αθετήσουν διεθνείς τους υποχρεώσεις αν αδυνατούν να ανταποκριθούν σε βασικές κοινωνικές τους λειτουργίες, κ.α.

Το τρίτο βήμα σχετίζεται με την προετοιμασία της νέας νομισματικής τάξης καθώς είναι βέβαιο πως η απόφαση στάσης πληρωμών εναντίον των «επίσημων» πιστωτών στους οποίους οφείλουμε πάνω από 257 δισ. ευρώ θα προκαλέσει την αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Εξέλιξη που είναι όχι μόνο θεμιτή, αλλά και αναγκαία καθώς η νομισματική κυριαρχία θα δώσει τη δυνατότητα για ορισμό κυκλοφορίας χρήματος και καθορισμό επιτοκίων και συναλλαγματικής ισοτιμίας μακροπρόθεσμα (γιατί βραχυχρόνια θα είναι συνδεδεμένη με το ευρώ) πλήρως συμβατά με τις ανάγκες της εγχώριας οικονομίας. Σε αυτή την προοπτική είναι αναγκαία η σύνταξη μελέτης για τους όρους που θα γίνει η μετάβαση στο νέο εθνικό νόμισμα.

Εδώ μάλιστα ας μην εκπλαγούμε αν βρεθούμε ενώπιον εκπλήξεων και το πολυπόθητο για μας Grexit ακυρωθεί με ευθύνη αυτών που μας απειλούν: των ίδιων των Γερμανών! Ο λόγος δεν είναι μόνο ότι η έξοδος από την ευρωζώνη θα απελευθερώσει τα πιο ριψοκίνδυνα στοιχήματα στην αγορά συναλλάγματος για την επόμενη χώρα που θα φύγει από την ευρωζώνη, χάνοντας έτσι η Γερμανία ένα πλεονέκτημα που ίδρωσε πολύ για να το επιβάλλει: την απουσία εξόδου από το οικοδόμημα του ευρώ. Επιπλέον, σε μια αποχώρηση της Ελλάδας από την ζώνη του ευρώ σε συνθήκες ρήξης κι όχι συναινετικού διαζυγίου, ο λογαριασμός στο σύστημα διακανονισμών συναλλαγών μεταξύ των κεντρικών τραπεζών του ευρωσυστήματος Target 2 θα έμενε απλήρωτος. Κι αυτή τη στιγμή οι απαιτήσεις της γερμανικής κεντρικής τράπεζας από την ελληνική, εξ αιτίας της μαζικής φυγής κεφαλαίων από τις ελληνικές τράπεζες, ανέρχονται σύμφωνα με δημοσιεύματα σε 65-70 δισ. ευρώ. Τον Δεκέμβριο ήταν 49 δις. Σε περίπτωση που η Μέρκελ υποχρεωνόταν να αναλάβει αυτό το χρέος, θα ξέσπαγε ανταρσία στην γερμανική Δεξιά! Υπάρχουν επομένως πολλοί λόγοι για τους οποίους το Βερολίνο δεν επιθυμεί το Grexit και θα κάνει ό,τι μπορεί για να το αποφύγει κι ισάριθμα επιχειρήματα με τα οποία μια κυβέρνηση μπορεί να εκβιάσει την Γερμανία για να επιβάλει την θέλησή της: από την διαγραφή του χρέους, μέχρι την έξοδο από το ευρώ ώστε να μην συνοδευτεί από αντίμετρα.

Εθνικοποίηση των τραπεζών

Το τέταρτο βήμα σχετίζεται με την εθνικοποίηση των συστημικών τραπεζών και την ποινική δίωξη των διοικήσεων τους για την ζημιά που υπέστησαν από την χρόνια κακοδιαχείριση. Δεδομένης της πλειοψηφίας που διατηρεί ακόμη το ΤΧΣ στο μετοχικό κεφάλαιο των τριών από τις τέσσερις συστημικές (πλην της Γιούρομπανκ που ούτως ή άλλως στηρίζεται σε πήλινα πόδια κι είναι θέμα χρόνου η εξαγορά ή το κλείσιμο της) αρκεί ένας νόμος για την ενοποίηση τους σε μια τράπεζα – εθνικό πρωταθλητή από την οποία στη συνέχεια θα προκύψει κατ’ αρχάς μια καταθετική και μια επενδυτική. Αυτές οι τράπεζες θα διαχειριστούν την μετάβαση στο νέο νόμισμα και την ανασυγκρότηση της οικονομίας.

Αναπόσπαστο τμήμα της εθνικοποίησης των τραπεζών είναι η επιβολή φραγμών στην έξοδο των κεφαλαίων από την χώρα, ακόμη και στις αναλήψεις, όπως συνέβη στην Κύπρο μετά το κούρεμα των καταθέσεων. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση θα εγγυηθεί τις καταθέσεις μέχρι και το τελευταίο ευρώ, κίνδυνος για bail in ή κατασχέσεις δεν θα υφίσταται τουλάχιστον για τους μικρομεσαίους λογαριασμούς. Για τους μεγάλους τραπεζικούς λογαριασμούς η κυβέρνηση μπορεί να επιβάλλει μια ισοτιμία μετατροπής τέτοια που να ισοδυναμεί με αναδιανομή του «παρκαρισμένου» πλούτου.

Τέλος, το σημαντικότερο που πρέπει να γίνει αυτούς τους τέσσερις μήνες είναι η ίδια η κοινωνία να οργανωθεί, να ξαναβγεί στους δρόμους και να πάρει στα χέρια της την υπόθεση της διαγραφής του χρέους και της αποτίναξης του καθεστώτος της χρεοκρατίας. Υπόθεση πολύ σοβαρή για να ανατεθεί σε μια κυβέρνηση.

Όλα τα παραπάνω μπορούν να δρομολογηθούν από σήμερα έτσι ώστε τέλος Ιουνίου η κυβέρνηση να μην βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο για μια ακόμη φορά, υποκύπτοντας στις απαιτήσεις των δανειστών, και να είναι σε θέση να υλοποιήσει την εξαγγελία διαγραφής του χρέους, με τους ελάχιστους δυνατούς κραδασμούς. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και πάει στις διαπραγματεύσεις για να πληρώσει το χρέος κι όχι να το διαγράψει, η πορεία της είναι προδιαγεγραμμένη: θα βρεθεί στο έλεος εξευτελιστικών πιέσεων μέχρι να υπογράψει ένα νέο μνημόνιο και πιθανότατα ένα νέο δάνειο και τότε, αφού θα έχει βγάλει την βρόμικη δουλειά που θα ήταν αδύνατο να βγάλουν Σαμαράς και Βενιζέλος, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα έχει την τύχη της στημένης λεμονόκουπας.

Η δραχμή είναι η μόνη λύση (#7, Unfollow)

Δέκα χρόνια μετά την δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι κάτι θεμελιωδώς σάπιο υπάρχει στο (εφήμερο όπως θα αποδειχθεί) βασίλειο της ευρωζώνης. Προς επίρρωση, η πρόσφατη διεύρυνση του μνημονιακού κλαμπ με μια ακόμη χώρα, την Ισπανία. Έτσι, μετά την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία ο κύκλος των χαμένων περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης επεκτείνεται, πλησιάζοντας απειλητικά την Ιταλία ενώ ταυτόχρονα καταρρίπτεται η μυθολογία που σχεδιασμένα αναπτύχθηκε από το Βερολίνο ενοχοποιώντας κάθε έναν λαό της ευρωζώνης ξεχωριστά.

Ο τρόπος με τον οποίο ξέσπασε η δημοσιονομική οικονομική κρίση σε κάθε μία από τις παραπάνω χώρες αναγκάζοντας την να προσφύγει στον κατ’ ευφημισμό Μηχανισμό Διάσωσης (κατόπιν φυσικά επίμονης απαίτησης της Γερμανίας) παρουσιάζει εμφανείς διαφορές. Ιρλανδία και Ισπανία, για παράδειγμα, αποκλείστηκαν σχεδόν οικειοθελώς από τις αγορές από τη στιγμή που δέχθηκαν να εκτινάξουν στα ύψη το χαμηλό και διαχειρίσιμο έως τότε δημόσιο χρέος τους (65,1% και 68,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) για να σώσουν τις χρεοκοπημένες τους τράπεζες αντί να τις εθνικοποιήσουν όπως όφειλαν, με κριτήριο τόσο οικονομικού ορθολογισμού όσο και κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε Ελλάδα και Πορτογαλία δεν συνέβη κάτι αντίστοιχο. Στα καθ’ ημάς, μπορεί οι τράπεζες να έχουν ευνοηθεί σκανδαλωδώς από τον προϋπολογισμό λαβαίνοντας συνολικά από το Δημόσιο 145 δισ. ευρώ (με το 90% του ποσού να αποτελεί κρατικές εγγυήσεις σε ομολογιακές εκδόσεις) και μόλις πρόσφατα από την κυβέρνηση Παπαδήμου 18 δισ. ως πρώτη δόση της ανακεφαλαιοποίησής τους, (ποσό που ισοδυναμεί σχεδόν με την αξία των μετοχών όλων των εισηγμένων εταιρειών στο χρηματιστήριο που ήταν 20 δισ. στις 8 Ιουνίου) εν τούτοις δεν οδηγηθήκαμε στο Μνημόνιο επειδή το δημόσιο ανέλαβε να σώσει τις τράπεζες. Ελλάδα και Πορτογαλία προσέφυγαν στον Μηχανισμό λόγω του ότι οι όροι δανεισμού τους από τις αγορές γίνονταν σταδιακά απαγορευτικοί.

Οι ομοιότητες ωστόσο των τεσσάρων χωρών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης δημόσιου χρέους είναι πιο κραυγαλέες από τις διαφορές τους. Συνοπτικά κι εν συντομία αφορούν την θέση τους στην ευρωζώνη και τον ίδιο τον χαρακτήρα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, ένα νόμισμα που σχεδιάστηκε για να εξυπηρετήσει τις επεκτατικές φιλοδοξίες της Γερμανίας στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό και πιο συγκεκριμένα να περιορίσει το ρόλο του δολαρίου ως διεθνούς μέσου πληρωμών και αποθεματικού νομίσματος. Αυτός ο ρόλος, που βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με την αυξημένη στρατιωτική παρουσία της Γερμανίας στα θερμά μέτωπα του πλανήτη όπως για παράδειγμα στο Αφγανιστάν, δεν μπορούσε να διεκπεραιωθεί από το μάρκο. Όφειλε να εδράζεται σε μια πολύ ευρύτερη οικονομική βάση, δηλαδή την ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο, η οποία προ πολλού αποτελεί εσωτερική οικονομική αποικία της Γερμανίας. Η νομισματική ενοποίηση έδεσε πιο σφιχτά τις υπόλοιπες 16 χώρες στο οικονομικό άρμα του Βερολίνου. Οι παραδοσιακές ωστόσο αποκλίσεις (στην παραγωγικότητα για παράδειγμα) μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού κέντρου (Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία, κ.α.) και της ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα) οξύνθηκαν απότομα μετά την υιοθέτηση του ευρώ ως αποτέλεσμα τριών παραγόντων: της αυξημένης εισαγωγικής διείσδυσης των χωρών του κέντρου στην περιφέρεια που αποσάθρωνε σιγά – σιγά τις ούτως ή άλλως αδύναμες παραγωγικές υποδομές τους, του ζήλου που επέδειξε η Γερμανία να υιοθετήσει αντεργατικά μέτρα (Ατζέντα 2010 επί καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ ακόμη) μειώνοντας το κόστος παραγωγής και, τέλος, της εθελοντικής παραίτησης των περιφερειακών χωρών από το «όπλο» της ανταγωνιστικής υποτίμησης του εθνικού τους νομίσματος. Διαφορετικά ειπωμένο, η λέξη «κατάρρευση» είναι η προφανής απάντηση στο ερώτημα τι θα συμβεί σε μια οικονομία που επί μισό αιώνα ανταπεξέρχεται στον ανταγωνισμό με τον ισχυρό της γείτονα υποτιμώντας το εθνικό της νόμισμα και την τελευταία δεκαετία το βλέπει να ανατιμάται έναντι του δολαρίου κατά 80%. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, κ.α. Τα υπόλοιπα δε, περί «τεμπέληδων του Νότου» ή «παχυλών συντάξεων» ανεπίσημα μεν, συντεταγμένα δε, ήρθαν να επενδύσουν στο ρατσιστικό «βασικό ένστικτο» διεγείροντάς το παράλληλα. Το ζητούμενο ήταν η συγκάλυψη των βαθύτερων δομικών αιτιών της κρίσης χρέους κι επίσης του καθοριστικού ρόλου που έπαιξε σε αυτή την μετάσταση το ευρώ. Εκ των υστέρων μπορούμε να πούμε πως το εγχείρημα της Γερμανίας πέτυχε. Αρκεί μια ματιά στην απροθυμία της Αριστεράς, πλην ελαχίστων και τιμητικών εξαιρέσεων, να καταδείξει με συνέπεια το ρόλο του ευρώ ως επιταχυντή αν όχι αιτία της κρίσης και της πλειοδοσίας της σε φιλοευρωπαϊκές κορώνες που μόνιμα συνέχεαν την Ευρώπη με την ΕΕ.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, καμία λύση στην κρίση δημόσιου χρέους δεν μπορεί να δοθεί, όσο η Ελλάδα χρησιμοποιεί το ευρώ, το οποίο αποδείχθηκε γεννήτορας δημόσιου χρέους. Επίσης ο καταστρεπτικός ρόλος της ευρωζώνης στην ελληνική κρίση δημόσιου χρέους φάνηκε κατά την πρόσφατη αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους όταν το τελευταίο επί της ουσίας κρατικοποιήθηκε έτσι ώστε να θωρακισθούν τα συμφέροντα της Deutsche Bank, της Societe Generale κ.α. Σε αυτή την ανταλλαγή, αφού επί χρόνια οι ιδιωτικές τράπεζες του κέντρου θησαύρισαν από το ελληνικό δημόσιο χρέος επιβάλλοντας τοκογλυφικά επιτόκια, όταν αυξήθηκαν οι αβεβαιότητες ο κίνδυνος μεταβιβάστηκε στους γερμανούς και άλλους ευρωπαίους φορολογούμενους.

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη και η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την υπέρβαση της κρίσης, υπό μία όμως πολύ αυστηρή προϋπόθεση: να υλοποιηθεί κατόπιν απόφασης του ελληνικού κράτους και απαίτησης του ελληνικού λαού κι όχι της Γερμανίας ή κάποιου δοτού πρωθυπουργού, όπως ο Παπαδήμος, που θα επιβάλει ένα πλαίσιο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της Γερμανίας, ξανά! Μια ενδεχόμενη βίαιη αποπομπή της Ελλάδας από το ευρώ, που είναι πολύ πιθανή και θα αποτελεί απάντηση του Βερολίνου στις αντιφάσεις της ευρωζώνης, αν δεν συνοδεύεται από μια σειρά άλλων μέτρων θα αποδειχθεί εξ ίσου ολέθρια κοινωνικά με την παραμονή στην ευρωζώνη. Το ζητούμενο δεν είναι επομένως η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος με κάθε κόστος. Η δραχμή δεν αποτελεί πανάκεια.

Η έξοδος από το ευρώ μπορεί να σημάνει την βελτίωση των όρων ζωής κι εργασίας για την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, μια μακράς πνοής αντιστροφή της χρόνιας επιδείνωσης του βιοτικού μας επιπέδου, αν ταυτόχρονα συνοδευθεί από τα ακόλουθα μέτρα:

Σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία: Παρότι η σημερινή ισοτιμία του ευρώ εξυπηρετεί τα συμφέροντα του γερμανικού χρηματοπιστωτικού τομέα και της γερμανικής μεταποίησης και είναι πλήρως αναντίστοιχη με τα θεμελιώδη δεδομένα της ελληνικής οικονομίας (ισχυρή παρουσία για παράδειγμα του τουριστικού τομέα, όπου απασχολείται το 15% του εργατικού δυναμικού, κι οποίος απαιτεί «μαλακή» ισοτιμία) η ισοτιμία της νέας δραχμής μπορεί και πρέπει να είναι σταθερή για ένα χρονικό διάστημα σε σχέση 1 προς 1 με το ευρώ έτσι ώστε να αποφευχθούν τα απανωτά σοκ. Αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί αν η νέα δραχμή, με απόφαση της κυβέρνησης, δεν ενταχθεί στις αγορές ξένου συναλλάγματος κι έτσι η ισοτιμία της καθορίζεται με διοικητικές αποφάσεις.

Ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων: Το σημερινό καθεστώς «ελευθερίας», κι επί της ουσίας ασυδοσίας στην κίνηση των κεφαλαίων, παρότι όταν επιβλήθηκε παρουσιάστηκε ως μέσο για την διευκόλυνση των άμεσων ξένων επενδύσεων και την αύξηση της απασχόλησης, στην πράξη ευνόησε την κερδοσκοπία και τις κάθε λογής επενδύσεις χαρτοφυλακίου, οδηγώντας στην αφαίμαξη των εθνικών οικονομιών. Μάρτυρας, η βεβαιωμένη εκροή 75 δισ. ευρώ από τις ελληνικές τράπεζες την τελευταία τριετία και 100 δισ. ευρώ από τις ισπανικές τράπεζες μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του 2012 που επιτάχυναν την προσφυγή στο Μνημόνιο λειτουργώντας σαν λάδι στη φωτιά. Η επαναφορά επομένως των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων θα διορθώσει τις στρεβλώσεις που προκάλεσε η νεοφιλελεύθερης έμπνευσης «απελευθέρωση» των προηγούμενων δεκαετιών η οποία στην ήπειρό μας υπηρετήθηκε από την ΕΕ. Κι ο λόγος εδώ φυσικά δεν γίνεται για μικροποσά, όπως το ταξιδιωτικό συνάλλαγμα, το οποίο θα συνεχίσει να παρέχεται ανεμπόδιστα. Επιπλέον, η απαγόρευση εξόδου δραχμών σε φυσική και λογιστική μορφή θα αποτρέψει τυχόν κερδοσκοπικές επιθέσεις που ως στόχο θα έχουν την υποτίμηση της ισοτιμίας της δραχμής. Πρόκειται για μέτρα που προφανώς αντίκεινται στη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, επιβάλλονται όμως κατά κόρον και μάλιστα επιτυχημένα τα τελευταία χρόνια σε μια σειρά χώρες, όπως η Αργεντινή και η Βραζιλία που θέλουν να διαφυλάξουν τις οικονομίες τους από τις πλημμυρίδες ρευστού τις οποίες προκαλούν τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης στις ΗΠΑ.

Παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους: Το δημόσιο χρέος αποδεδειγμένα δεν μπορεί να πληρωθεί, στο βαθμό που ισοδυναμεί με κοινωνική γενοκτονία, και δεν πρέπει να πληρωθεί. Η δυνατότητα επίκλησης αρχών του διεθνούς δικαίου, όπως για παράδειγμα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, παρέχει τα αναγκαία επιχειρήματα για την ανακήρυξη παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους. Από κει και πέρα το χρέος της ναζιστικής Γερμανίας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ύψους 700 δισ. ευρώ, και η ευκολία με την οποία τα δάνεια της Τρόικας μπορούν να χαρακτηριστούν συλλήβδην παράνομα (ούτε καν ψηφίσθηκε στη Βουλή η πρώτη δανειακή σύμβαση) δίνουν την δυνατότητα στον λογιστικό έλεγχο να διαγράψει, αν όχι όλο τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους.

Εθνικοποίηση των τραπεζών: Η συνέχιση της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υπό τη σημερινή τους ιδιοκτησία, όταν ζουν χάρη στο δημόσιο χρήμα, αποτελεί οικονομικό και πολιτικό σκάνδαλο. Η πρόσφατη ενίσχυσή τους με 18 δισ. στο πλαίσιο της κάλυψης του 100% των ζημιών που υπέστησαν από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους (τη στιγμή που ασφαλιστικά ταμεία και τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ υπέστησαν απώλειες ακόμη και 95% των τοποθετήσεών τους, χωρίς να αποζημιωθούν ούτε στο ελάχιστο) με την κεφαλαιοποίησή τους να υπολείπεται των 4 δισ. ευρώ δείχνει το μέγεθος των ανισορροπιών που δημιουργεί η υπερτροφική ανάπτυξη των τραπεζών. Η εθνικοποίηση και η λειτουργία τους υπό δημόσιο έλεγχο δεν θα δράσει μόνο διορθωτικά, αλλά θα συμβάλλει και στην ανάταξη της οικονομίας.

Παραγωγική ανασυγκρότηση: Η άσκηση σχεδιασμένης βιομηχανικής πολιτικής αποτελεί όρο για την αντιμετώπιση της ανεργίας, δεδομένης της αποδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης και της κρίσης απασχόλησης που προκάλεσε η υιοθέτηση πολιτικών ανοιχτών θυρών απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό. Η επαναφορά μέτρων προστασίας της εγχώριας παραγωγής, συχνά παρόμοιων με αυτά που εφαρμόζουν χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, και δασμολογικών φραγμών θα προκαλέσει ρήξη με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ελλάδας και τριγμούς στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι σε διεθνείς οργανισμούς, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει αναλάβει την επιβολή της φιλελευθεροποίησης στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Στήριξη δημόσιας σφαίρας και εισοδημάτων: Όλα τα παραπάνω μέτρα αποτελούν εργαλεία που θα βελτιώσουν τη θέση της κοινωνίας. Αυτός ο στόχος μπορεί να πάρει υλική μορφή και να πάψει να αποτελεί ευσεβή πόθο αν άμεσα δοθεί προτεραιότητα σε δύο πολιτικές κατευθύνσεις. Πρώτο: στήριξη της δημόσιας σφαίρας, με γενναία χρηματοδότηση της παιδείας, της υγείας, του πολιτισμού, των δημόσιων μέσων μεταφοράς, του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και των υποδομών. Δεύτερο: χορήγηση αυξήσεων σε μισθούς, ημερομίσθια, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας. Η δυνατότητα της κεντρικής τράπεζας να τυπώνει χρήμα, σε συνδυασμό με την δυνατότητα εσωτερικού δανεισμού που θα υποκαταστήσει τον διεθνή δανεισμό, επιτρέπει την άσκηση επεκτατικής πολιτικής, χωρίς την ανάγκη να προσαρμόζεται στα νεοφιλελεύθερα δόγματα της σφιχτής νομισματικής πολιτικής. Από την άλλη, ο χρόνιος υποπληθωρισμός της ελληνικής οικονομίας, λόγω της ακολουθούμενης νομισματικής πολιτικής, αποτρέπει την εμφάνιση των συνηθισμένων παθολογιών, όπως ο πληθωρισμός.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η υιοθέτηση της δραχμής μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια ζωή που δεν θα τσαλαπατιέται από τον οδοστρωτήρα των Μνημονίων και της αιώνιας ευρω-λιτότητας.

EΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ: Αυθαίρετη και αστεία κινδυνολογία (Πριν, 7.1.2012)

Με μια άγαρμπη επιχείρηση καλλιέργειας φόβου έκανε ποδαρικό ο νέος χρόνος. «Είτε θα μείνουμε στο ευρώ μειώνοντας το επίπεδο διαβίωσης όλοι μας, είτε θα αποχωρήσουμε από το ευρώ γυρνώντας δεκαετίες πίσω» είπε ο Β. Ράπανος, πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και της Εθνικής Τράπεζας, κατά την κοπή της πίτας στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Γ. Προβόπουλος, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας στην Καθημερινή που παρομοίασε την επιστροφή στην δραχμή με έναν όρο από την αθλητική δημοσιογραφία: «αληθινή κόλαση»! Αυτό το ενδεχόμενο «θα ισοδυναμούσε στην πρώτη κρίσιμη φάση με επάνοδο στη δεκαετία του 50», ήταν τα λόγια του.

Κατ’ αρχάς, τόσο ο Β. Ράπανος όσο και ο Γ. Προβόπουλος μόνο για να απολογηθούν έπρεπε να διαθέτουν σήμερα δικαίωμα δημόσιου λόγου. Γιατί και οι δύο, από την δεκαετία του ’80 κιόλας, έχουν εργαστεί σε νευραλγικές και πολύ υψηλής ευθύνης θέσεις του τραπεζικού τομέα και του κράτους με αποτέλεσμα να φέρουν ευθύνη για το καθεστώς άτυπης χρεοκοπίας στο οποίο ζούμε τα τελευταία δύο χρόνια. Οι πολιτικές τις οποίες οι ίδιοι σχεδίασαν, υπηρέτησαν και προπαγάνδισαν επί δεκαετίες έφεραν την χρεοκοπία. Έχοντας δε εργαστεί τα περισσότερα χρόνια της ζωής τους σε τράπεζες όφειλαν επιπλέον να απολογηθούν και για το χάλι στο οποίο βρίσκεται ο τραπεζικός τομέας, με αποτέλεσμα να είναι ο μεγάλος ασθενής, στη διάθεση του οποίου έχουν τεθεί μέχρι σήμερα 155 δισ. ευρώ ή το 70% του ελληνικού ΑΕΠ! Κι αυτά την ίδια στιγμή που μειώνονται οι μισθοί και οι συντάξεις και το σύστημα υγείας βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης.

Σε ένα σημείο μόνο έχουν δίκιο οι ισχυρισμοί τους: Ότι «αληθινή κόλαση» θα ακολουθήσει την έξοδο από το ευρώ αν αυτή ανακοινωθεί από την Μέρκελ και το παραπάνω δίδυμο εξακολουθεί να βρίσκεται στη διοίκηση της τράπεζας που είναι ήδη ή κάποιας άλλης. Γιατί, δεν φθάσαμε στα πρόθυρα της εξόδου από την ευρωζώνη επειδή ήμασταν «κακοί μαθητές». Αντίθετα, οδηγηθήκαμε λόγω των ανταγωνισμών που απελευθερώθηκαν στο πλαίσιο της νομισματικής ενοποίησης. Η παραπέρα όξυνσή τους επομένως είναι θέμα χρόνου και θα συμβεί ανεξάρτητα από το αν οι εργαζόμενοι της Ελλάδας θα δεχθούν τα βάρβαρα μέτρα που αποφάσισε το υπουργικό συμβούλιο της Πέμπτης και τα οποία δεν σχετίζονται φυσικά με την επίλυση του δημοσιονομικού προβλήματος. Πρέπει να είναι κρετίνος κάποιος σήμερα για να συνεχίζει να πιστεύει ότι αυτά τα μέτρα σχετίζονται με το δημόσιο χρέος και τα δημοσιονομικά ελλείμματα ή υπηρετούν την ανάγκη παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Κατ’ επιταγή του κεφαλαίου λαμβάνονται! Και όσο για τις απειλές περί δημοσιονομικής κατάρρευσης ή εξόδου από το ευρώ είναι ωμοί εκβιασμοί για να αποτραπούν οι αντιδράσεις που εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα η πλειοψηφία του κόσμου είναι υπέρ του ευρώ.

Η ανάγκη επομένως εξόδου από την ευρωζώνη είναι επιτακτική και άμεση ως πρώτο βήμα για την απόκρουση του αντεργατικού πραξικοπήματος το οποίο είναι σε εξέλιξη τα δύο τελευταία χρόνια με αποτέλεσμα η ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων να έχει ήδη μετατραπεί σε «αληθινή κόλαση». Δεν περιμένει την έξοδο από το ευρώ.

Από κει και πέρα: Η εκτύπωση των νέων χαρτονομισμάτων και κερμάτων που θα αντικαταστήσουν το ευρώ είναι υπόθεση ενός μήνα. Μέχρι τότε οι ανάγκες των καθημερινών συναλλαγών θα καλύπτονται από τα ευρώ που κυκλοφορούν ήδη. Επίσης, από υποσχετικές οι οποίες θα τυπωθούν γι αυτό το σκοπό με καθορισμένη ημερομηνία λήξης που θα είναι η ημερομηνία που εκτιμάται ότι θα έχει ολοκληρωθεί η εκτύπωση. Οι ανάγκες σε καύσιμα μπορούν να καλυφθούν με διακρατικές συμφωνίες με την Ρωσία του Πούτιν ή το Ιράν του Αχμαντινετζάντ, καταγγέλλοντας παράλληλα το σχεδιαζόμενο, δολοφονικό και πολιτικά υποκινούμενο εμπάργκο της ΕΕ εναντίον του Ιράν. Οι βραχυπρόθεσμες ανάγκες σε τρόφιμα μπορούν να καλυφθούν από διακρατικές συμφωνίες ενώ σε λίγους μήνες η στροφή στην εγχώρια παραγωγή τροφίμων θα καλύψει τις βιοποριστικές ανάγκες όπως συνέβαινε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’80. (Εδώ δεν πείνασε η παγωμένη Ισλανδία που προχώρησε σε παύση πληρωμών γιατί να πεινάσει η Ελλάδα;). Όσοι δε εμφανίζουν την Ελλάδα ως Ψωροκώσταινα ας κρατήσουν πως ακόμη και σήμερα το κατά κεφαλήν ετήσιο ΑΕΠ είναι περίπου 22.000 ευρώ! Η νέα, υποτιμημένη ισοτιμία μπορεί κάλλιστα να μη σημάνει απώλειες στον εργατικό μισθό αν συνοδευτεί από αντίστοιχες μισθολογικές αυξήσεις και πάγωμα τιμών σε βασικά είδη. Ο υπαρκτός κίνδυνος μαζικής αγοράς από το εξωτερικό των υποτιμημένων ελληνικών περιουσιακών στοιχείων εξαλείφεται αν επιβληθούν φραγμοί στην εισαγωγή κεφαλαίων. Αντίστοιχοι φραγμοί στην εξαγωγή κεφαλαίων θα αποτρέψουν την μαζική μετανάστευση των καταθέσεων. Σε κάθε περίπτωση όμως τους δύο τελευταίους κινδύνους δεν έχουν δικαίωμα να τους σείουν απειλητικά αυτοί που εμφανίζουν ως αναγκαίο σήμερα το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας για να αποπληρωθεί το δημόσιο χρέος κι όσοι διευκόλυναν την φυγή των καταθέσεων στην Ελβετία και άλλους φορολογικούς παραδείσους τα τελευταία χρόνια. Η κάλυψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων μπορεί να γίνει με την εκτύπωση επιπλέον (πληθωριστικού) χρήματος, την αύξηση της φορολογίας των ΑΕ και εσωτερικό δανεισμό.

Πολιτική βούληση απαιτείται. Τίποτε άλλο!

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ: Σημαντικές παρεμβάσεις, άσφαιρη κριτική (Πριν, 11/7/10)

Νέες σημαντικές παρεμβάσεις προετοιμάζει για το επόμενο διάστημα η Πρωτοβουλία Οικονομολόγων – Πανεπιστημιακών που συγκροτήθηκε με άξονα κείμενο υπογραφών υπό τον τίτλο «Παύση πληρωμών – έξω από το ευρώ». Ειδικότερα έχουν ξεκινήσει οι προεργασίες ώστε στα μέσα του Σεπτέμβρη να πραγματοποιηθεί στην Αθήνα διεθνές συνέδριο ενάντια στο ΔΝΤ και τα αντιλαϊκά προγράμματα λιτότητας. Στόχος της συνάντησης είναι να μεταφερθεί η διεθνής εμπειρία από την πάλη κατά του μισητού οργανισμού για την ανατροπή των κάθε λογής μνημονίων κι επίσης να τεκμηριωθεί η δυνατότητα εξόδου από το ευρώ κι εφαρμογής μιας άλλης φιλολαϊκής οικονομικής πολιτικής. Σε αυτή την κατεύθυνση εξετάζεται ο συντονισμός και με άλλες κινήσεις που έχουν συγκροτηθεί ενάντια στο ΔΝΤ με στόχο την ανατροπή του μνημονίου, όπως είναι εντός της Ελλάδας το Αριστερό Βήμα Διαλόγου, κινήσεις καλλιτεχνών και διανοουμένων, αλλά κι άλλες εκτός της Ελλάδας. Παράλληλα, η Πρωτοβουλία Οικονομολόγων εξετάζει τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής κατά του ελληνικού δημοσίου για να έρθουν στην επιφάνεια τα στοιχεία που αφορούν το δημόσιο χρέος. Επίσης έχουν προγραμματιστεί μια σειρά εκδηλώσεων ώστε ο στόχος «παύσης πληρωμών – εξόδου από το ευρώ» να φτάσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους εργαζόμενους.

Ενώ η παραπάνω δραστηριότητα της Πρωτοβουλίας Οικονομολόγων βρίσκει ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση σε εργαζόμενους και στον κόσμο της Αριστεράς, από την άλλη πληθαίνουν οι πολιτικές επιθέσεις και κριτικές που δέχεται, οι περισσότερες εκ των οποίων κινούνται στη λογική της επαναστατικής πλειοδοσίας. Μόνο το τελευταίο 15ήμερο η Πρωτοβουλία Οικονομολόγων είχε την τιμητική της από τον Ριζοσπάστη που της αφιέρωσε ένα δισέλιδο, την εφημερίδα του ΕΕΚ, Νέα Προοπτική, που κι αυτή αφιέρωσε ένα δισέλιδο, τον Τάκη Φωτόπουλο, που μας τίμησε με ένα νέο άρθρο του από την στήλη του στην Ελευθεροτυπία, από την Αυγή, μέσω άρθρου του Κώστα Καλλωνιάτη που ξεχώριζε ωστόσο για την καλόπιστη και δημιουργική κριτική του και από συλλογικό άρθρο που φιλοξενήθηκε στο Πριν με υπογραφές πέντε αγωνιστών (Βαγγέλης Ζέρβας, κλπ.). Απ’ όλα αυτά λοιπόν, ξεχωρίζουμε:

Πρώτο, ότι η κριτική προτιμά την επιλεκτική ανάγνωση των δύο κειμένων που μέχρι στιγμής έχουν εκδοθεί (δηλαδή του κειμένου υπογραφών και της προκήρυξης που εκδόθηκε στις 17 Ιούνη, τη μέρα της εκδήλωσης στη Σίνα κι είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα http://www.nomoneynodebt.gr) με κριτήριο να βοηθά τα εκ των προτέρων συμπεράσματα. Αν διαβάζονταν τα κείμενα από την αρχή μέχρι το τέλος (κι ειδικότερα οι αντιπροτάσεις για αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου στο 45% ή οι αυξήσεις σε μισθούς – συντάξεις – επιδόματα ανεργίας) τότε κριτικές όπως για παράδειγμα ότι αποτελούν φιλικές συστάσεις προς την κυβέρνηση θα φαινόντουσαν απλώς μικρόψυχες και προσχηματικές.

Δεύτερο, μέρος των κριτικών εξετάζει τις προτάσεις αποσπασματικά για να καταλήξει ότι αποτελούν όχημα για τη διάσωση του καπιταλισμού. Το ισχυρό τους όμως χαρτί είναι η εσωτερική τους συνοχή. Το γεγονός δηλαδή ότι η έξοδος από το ευρώ κι η παραγραφή του χρέους συνοδεύονται αναγκαστικά από το στόχο της εθνικοποίηση των τραπεζών ώστε να μην καταρρεύσουν, από φραγμούς στη κυκλοφορία των κεφαλαίων ώστε να μην φύγουν τα κεφάλαια στο εξωτερικό κι από αυξήσεις σε μισθούς συντάξεις, που θα ξεπερνούν το επίπεδο της υποτίμησης, ώστε η υποτίμηση να μην γυρίσει σε βάρος των εργαζομένων και να διαφυλαχθεί η αγοραστική τους δύναμη.

Τρίτο, μέρος της κριτικής εστιάζεται στο ότι δεν τίθεται θέμα εξόδου από την ΕΕ. Πραγματικά απαιτείται πολύ δογματισμός για να μη γίνονται αντιληπτά τα πλήγματα που θα φέρει στη συνοχή της ΕΕ σήμερα μια έξοδος από το ευρώ, υπό την πίεση του λαϊκού παράγοντα. Οι εχθροί μας πάντως (όχι οι διαπρύσιοι, αυτοί που βρίσκονται δίπλα) το ομολογούν. Με βάση την Μέρκελ «η νομισματική ένωση είναι η κοινή μας ιδέα. Είναι θέμα λίγο πολύ της διαφύλαξης της ίδιας της ευρωπαϊκής ιδέας. Αυτό είναι το ιστορικό μας καθήκον καθώς αν αποτύχει το ευρώ θα αποτύχει η Ευρώπη». (Financial Times, 24 Ιούνη).

Τέταρτο, άλλη κριτική χαρακτηρίζει ειδικά τη θέση για έξοδο από το ευρώ ως εθνικιστική και επαρχιώτικη, στην πιο χυδαία – ευρωλιγούρικη εκδοχή της. Πρόκειται για θέση που δεν έχει αντιληφθεί το παραμικρό από την αντιδραστική μετάλλαξη της ΕΕ το τελευταίο διάστημα κι εξακολουθεί να την αντιμετωπίζει σαν «σπίτι των λαών» κι εγγυητή της δημοκρατίας και της αναδιανομής. Οι φορείς αυτής της άποψης κλείνουν τα μάτια τους μπροστά στην πλήρη ταύτισή της με το ΔΝΤ, τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην επιβολή προγραμμάτων λιτότητας, κ.ο.κ.

Πέμπτο στοιχείο κριτικής, μεταξύ πολλών άλλων, είναι η παραπομπή της ικανοποίησης όλων των αιτημάτων από την παύση πληρωμών μέχρι την αναδιανομή μετά την επανάσταση. Οπότε για σήμερα το μόνο που μένει να διεκδικείται από το χώρο εργασίας μέχρι τις διαδηλώσεις και τα κείμενα υπογραφών ως στόχος πάλης είναι η εργατική ή η λαϊκή εξουσία. Ο,τιδήποτε λιγότερο χαρακτηρίζεται ρεφορμισμός. Κι όσο για ερωτήματα όπως ποιοί θα είναι οι στόχοι που θα κινητοποιήσουν τους εργαζόμενους ή πως θα αποτραπεί άμεσα η λαίλαπα παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες…

Θέμα χρόνου η χρεοκοπία (Πριν, 30 Μαΐου 2010)

Αναπόφευκτο το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»

 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Θέατρο του παραλόγου είναι αυτό που παίζεται στην Ελλάδα με άξονα τις προοπτικές αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. «Πρόκειται να προβείτε σε αναδιάρθρωσή του», ρώτησε τον πρωθυπουργό ο ισπανός δημοσιογράφος της Ελ Παΐς την προηγούμενη Κυριακή, επαναλαμβάνοντας ό,τι ακριβώς συζητιέται καθημερινά σε όλο, μα όλο τον διεθνή Τύπο. «Όχι», απάντησε ορθά κοφτά ο Γιώργος Παπανδρέου για να συμπληρώσει ότι αποτελεί ζήτημα αξιοπιστίας για την Ελλάδα να επιστρέψει τα χρήματα στους δανειστές της! Ο πρωθυπουργός του ΔΝΤ κι όλη μαζί η κυβέρνηση, που προσποιείται ότι δεν υφίσταται θέμα αναδιαπραγμάτευσης του χρέους, ψεύδονται. Κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό όταν υποστηρίζουν πως οι προοπτικές εξυπηρέτησης του είναι ομαλές και προβλέψιμες. Ρίχνουν στάχτη στα μάτια του προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο κι ευχόμενοι να είναι κάποιος άλλος, ο επόμενος, αυτός που θα επαναλάβει τα λόγια του Τρικούπη, «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Ο Παπανδρέου όμως και ο Παπακωνσταντίνου είναι πολύ φυσιολογικό να μη ενδιαφέρονται για τι θα γίνει το 2011 ή το πολύ το 2012, καθώς το πιο πιθανό είναι να έχουν εγκαταλείψει και τη χώρα: ο ένας για τις ΗΠΑ κι ο άλλος για την Ολλανδία ή κάποια άλλη χώρα όπου θα πάει να συνεχίσει να δουλεύει για κάποιον μισητό διεθνή ιμπεριαλιστικό οργανισμό, τον ΟΟΣΑ ή το ΔΝΤ, όπως έκανε πριν έρθει στην Ελλάδα. Το πρόβλημα όμως το έχουμε όλοι εμείς που θα συνεχίσουμε να ζούμε σε αυτή τη χώρα…

Αυτήν την περίοδο η κυβέρνηση εξαπατά τον κόσμο, κάνοντας επίδειξη δημιουργικής λογιστικής και απατών – ό,τι ακριβώς έκαναν κι οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Οι ανακοινώσεις του υπουργείου για αύξηση των δημόσιων εσόδων και μείωση του ελλείμματος δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα καθώς είναι αποτέλεσμα μιας άτυπης στάσης πληρωμών του δημοσίου προς όλους τους προμηθευτές που προετοιμάζει το έδαφος για απολύσεις, χρεοκοπίες και ύφεση της οικονομίας.

Η χρεοκοπία δεν ήταν δεδομένη για την Ελλάδα ούτε μέχρι τις αρχές του χρόνου. Όπως είχε φανεί με τον πιο καθαρό τρόπο την περίοδο της πρωθυπουργίας Σημίτη, μια σοβαρή αύξηση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ (που ομολογουμένως δεν είναι εύκολα επαναλαμβανόμενη όπως μαρτυρά το γεγονός πως καμιά άλλη χώρα της ΕΕ δεν άγγιζε τέτοιους ρυθμούς) εξασφάλιζε την αργή μεν αλλά σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους στην πάροδο του χρόνου. Ο τρόπος ήταν έμμεσος και τεχνητός, μιας και επιτυγχανόταν λόγω της αύξησης του ΑΕΠ – του παρανομαστή δηλαδή του κλάσματος. Παρόλα αυτά το δημόσιο χρέος μπορούσε να εξυπηρετείται ομαλά και η αποπληρωμή του φαινόταν θέμα χρόνου. Εδώ φυσικά εξετάζεται η δυνατότητα και μόνο εξυπηρέτησής του κι όχι η αναγκαιότητα, κατά πόσο δηλαδή είναι σκόπιμο να συνεχίσει να εξυπηρετείται ένα χρέος που δεν κάλυψε κοινωνικές ανάγκες, ενώ η αποπληρωμή του αποκλείει εκ προοιμίου την άσκηση και της πιο απλής αναδιανεμητικής πολιτικής. Θέμα αναδιάρθρωσης λοιπόν δεν υπήρχε μέχρι πρόσφατα, ούτε για την Ελλάδα, ούτε για καμία άλλη χώρα.

Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του έλληνα πρωθυπουργού και το πέπλο σιωπής του ελληνικού Τύπου, η προσφυγή στο μηχανισμό του ΔΝΤ και της ΕΕ κατέστησε το (απίθανο μέχρι πριν λίγους μήνες) ενδεχόμενο χρεοκοπίας του ελληνικού καπιταλισμού κάτι παραπάνω από βέβαιο. Οι όροι ωστόσο της συζητούμενης αναδιάρθρωσης θωρακίζουν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ξένων πιστωτών, αντίθετα με την επαναδιαπραγμάτευση – διαγραφή που ζητούν οι εργαζόμενοι.

 Και ΔΝΤ και χρεοκοπία(!) εξασφάλισε ο… μάγος των διαπραγματεύσεων Παπανδρέου

Το ζήτημα της δυνατότητας αποπληρωμής του ελληνικού χρέους τέθηκε σε εντελώς νέες βάσεις, μετά τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών κι ειδικότερα μετά την προσφυγή στον κατ’ ευφημισμό μηχανισμό σωτηρίας ΔΝΤ – ΕΕ κι όχι μετά την άνοδο των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων. Για να επιβεβαιωθεί εκ νέου ότι ήταν προτιμότερο να πληρώναμε 6%, 7%, 8% ακόμη και μεγαλύτερα επιτόκια αντί της προσφυγής στο ΔΝΤ, να υπενθυμίσουμε ότι όσο διάστημα το ελληνικό δημόσιο πλήρωνε αυτά τα απαράδεκτα και τοκογλυφικά επιτόκια δεν είχε δει το φως της δημοσιότητας κάποια προβολή της επίδρασης του επαυξημένου κόστους στο δημόσιο χρέος που να προοιωνίζεται την σημαντική του άνοδο.

Αντίθετα με σήμερα! Το μνημόνιο συνεργασίας της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα, προβλέπει με κάθε επισημότητα ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας στο τέλος του 2012 θα φθάσει το 149%. Μετά δηλαδή την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, του θεσμού της διαιτησίας, των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και την επίλυση επιτέλους του προβλήματος της γενιάς των 700 ευρώ με τον εντελώς απροσδόκητο τρόπο της μετατροπής τους σε γενιά των 550 ευρώ, το δημόσιο χρέος θα έχει φθάσει σε επίπεδα απλώς μη διαχειρίσιμα. Τότε η δυνατότητα να βγει το ελληνικό δημόσιο και να ζητήσει δανεικά από την αγορά (αυτό δεν ήταν επίσημα το ζητούμενο της δανειοδότησης με τα 110 δισ. και της θεραπείας σοκ που ακολούθησε;) απλώς δεν θα υφίσταται, γιατί αν οι τοκογλύφοι κάνουν πάρτι με το χρέος στο 115% του ΑΕΠ, αν τυχόν και πάει στο 149% τότε θα κάνουν όργια. Μάλιστα, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, το χρέος θα αυξηθεί πολύ παραπάνω από 149%, επειδή η ύφεση θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη (-4% για το τρέχον έτος και -2,5% το 2011 αναφέρεται στο μνημόνιο), επομένως το ΑΕΠ θα μειωθεί δραματικά κι έτσι το χρέος θα εκτοξευθεί. Τότε ο πρωθυπουργός θα έχει καταφέρει για μια ακόμη φορά το απίθανο: από τα δύο κακά (ΔΝΤ ή χρεοκοπία;) να πετύχει και τα δύο!

Σε αυτή την περίπτωση ο ίδιος ο ιμπεριαλισμός θα επιβάλλει την αναδιάρθρωσή του με την ονομαστική του μείωση (το επονομαζόμενο κούρεμα) κι έναν διακανονισμό που θα μεταφέρει σε βάθος χρόνου την ωρίμανσή του με απεχθείς όρους και με μοναδικό στόχο να μην χάσει όλα του τα χρήματα. Κάτι αντίστοιχο έγινε με τις βαριά υπερχρεωμένες φτωχές χώρες (HIPC) πριν δέκα περίπου χρόνια, που είδαν το χρέος τους να μειώνεται σε λογικά επίπεδα μόνο και μόνο για να αποπληρωθεί κι ως αντάλλαγμα αποδέχθηκαν υπερδεκαετή κι εξοντωτικά προγράμματα λιτόητας. Το θέμα επομένως τίθεται από τον ίδιο τον ιμπεριαλισμό ανεξαρτήτως της δικής μας θέλησης κι άμεσα, όχι στο απώτερο μέλλον. Ακόμη κι ο Economist στο προηγούμενο τεύχος του ανέφερε ότι «οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης θα πρέπει από τώρα να αρχίσουν να σχεδιάζουν μια συντεταγμένη αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους που θα περιλαμβάνει και τη ζημία τραπεζών που διατηρούν ελληνικά ομόλογα». Το ίδιο ζήτησε την προηγούμενη εβδομάδα και ο οικονομολόγος Ρόμπερτ Μαντέλ, νεοφιλελεύθερος θεωρητικός των νομισματικών ενοποιήσεων κι ο αμερικάνος θεωρητικός Στιβ Χάνκε, σύμβουλος του Ρέιγκαν κι αρχιτέκτονας της δολαριοποίησης της Αργεντινής τη δεκαετία του ’90. Για τον μεν πρώτο, «ίσως χρειαστεί αναδιάρθρωση χρέους για ένα ή δύο ασθενή δημοσιονομικά μέλη της ευρωζώνης», ενώ για τον δεύτερο, «το θανατηφόρο σπιράλ της Ελλάδας θα καταλήξει ή σε αναδιάρθρωση χρέους ή σε ολοκληρωτική στάση πληρωμών».

Η ουσία ωστόσο βρίσκεται στους όρους, με τους οποίους θα γίνει η αναδιάρθρωση του χρέους. Η «αχίλλειος πτέρνα» του ελληνικού δημόσιου χρέους (κατά την έκφραση της Wall Street Journal στις 29 Απρίλη) το οποίο ανέρχεται περίπου στα 300 δισ. ευρώ είναι ότι το 59% του βρίσκεται στα χέρια ευρωπαϊκών τραπεζών. Θεωρείται σίγουρο ότι αυτή η δομή θα αλλάξει άρδην κατά τους επόμενους μήνες καθώς οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα εκμεταλλευτούν την περίοδο χάριτος που προσφέρει ο μηχανισμός ΔΝΤ – ΕΕ, με τους εγγυημένους όρους δανειοδότησης, για να ξεφορτωθούν τα ελληνικά χαρτιά. Άλλωστε, δεν θέλει και βαθιά γνώση για να αντιληφθεί κανείς ότι αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενο της ενεργοποίησης του μηχανισμού: να κερδίσουν χρόνο οι ξένες τράπεζες που είναι βαριά εκτεθειμένες, έχοντας στο ενεργητικό τους υψηλής αξίας ελληνικά ομόλογα, και να περιορίσουν τις θέσεις τους. Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το απίθανο, με πραγματικούς όρους, ενδεχόμενο χρεοκοπίας της Ελλάδας κατέστη μαθηματικά βέβαιο για να σωθούν οι τραπεζίτες, χώρια του αδιαμφισβήτητου οφέλους της αστικής τάξης από την καταστρατήγηση των κοινωνικών κατακτήσεων.

Ο χάρτης των επενδύσεων στα ελληνικά ομόλογα συμπληρώνεται από ένα ποσοστό της τάξης του 30% που βρίσκεται στα χέρια ελληνικών τραπεζών και εγχώριων ασφαλιστικών ταμείων. Ένα πρώτο, πρόχειρο σχέδιο αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους επομένως, που θα διαμορφωνόταν στα γραφεία του ΔΝΤ ή στο παράρτημά του στην πλατεία Συντάγματος ως βασική του παράμετρο θα είχε την διαγραφή εκείνου του τμήματος το οποίο κατέχουν τα ασφαλιστικά ταμεία και οι εγχώριες τράπεζες. Ενδεχόμενο που θα οδηγούσε τράπεζες και ταμεία στην χρεοκοπία (εξέλιξη εξαιρετικά αρνητικά για το εργατικό κίνημα μια και θα στερούσε όχι μόνο τις συντάξεις αλλά και τη δυνατότητα κρατικοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος) μόνο και μόνο για να διασφαλιστούν οι πιθανότητες να αποπληρώσει το ελληνικό δημόσιο τους ξένους πιστωτές του.

Το σενάριο της αναδιάρθρωσης δεν αποτελεί αποκύημα φαντασίας. Για την υλοποίησή του πιέζει αφόρητα ο ιμπεριαλισμός και εργάζεται εν κρυπτώ το ελληνικό δημόσιο που έχει προσλάβει κι εξειδικευμένο σύμβουλο.

Το σημαντικότερο ερώτημα όμως, από τη σκοπιά των εργατικών κι ευρύτερων λαϊκών συμφερόντων, δεν αφορά τη δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους, αλλά την αναγκαιότητα. Κι εδώ η απάντηση πρέπει να είναι σαφώς αρνητική! Η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους είναι εδώ και καιρό ο ελέφαντας στο στενόχωρο δωμάτιο (ελέω θεσμοθετημένων φοροαπαλλαγών του κεφαλαίου) των ελληνικών δημόσιων οικονομικών. Απομυζά τους δημόσιους πόρους και τα λεφτά των φορολογουμένων απαγορεύοντας την παροχή αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις και τις προσλήψεις δασκάλων, καθηγητών, νοσοκομειακών και γιατρών, που συνιστούν αδήριτη κοινωνική ανάγκη. Προς επίρρωση: Ο φετινός προϋπολογισμός πρόβλεπε να δοθούν για πληρωμές τόκων 12,3 δισ. ευρώ, ενώ για συντάξεις 6,4 δισ. ευρώ. Οι τόκοι δηλαδή απορρόφησαν διπλάσια χρήματα από τις συντάξεις. Ενώ για χρεολύσια δόθηκαν 29 δισ. όταν για δαπάνες προσωπικού προβλέφθηκαν 26,5 δισ. Τα χρεολύσια επομένως ήταν περισσότερα από τους μισθούς των δημοσίων. Η ίδια ακριβώς κατάσταση υπάρχει εδώ και χρόνια. Το 2009 για παράδειγμα τα χρεολύσια ανέρχονταν σε 29 δισ. ευρώ, ενώ το κονδύλι για αποδοχές δημοσίων και συντάξεις 25 δισ.

Η αναγκαιότητα αποπληρωμής του δημόσιου χρέους πρωτίστως αμφισβητείται από τις σκοτεινές διαδρομές που διατρέχουν τα κρατικά ομόλογα, από τη στιγμή που τα εκδίδει οποιοδήποτε κράτος. Η συνεχής υποτίμηση της ονομαστικής τους αξίας κάθε φορά που αλλάζουν χέρι με σκοπό την εξασφάλιση του τόκου έχουν μετατρέψει το δημόσιο χρέος σε έναν πύργο από τραπουλόχαρτα με αποτέλεσμα ακόμη κι από το επονομαζόμενο κούρεμα να μην δημιουργούνται πραγματικές απώλειες εισοδήματος, έστω κι αν υποτεθεί ότι θα μας ενδιέφερε η αξιοπιστία του εκδότη κι η διασφάλιση του εισοδήματος του κατόχου του. Επομένως δεν πρόκειται καν για υποτίμηση. Εν προκειμένω η ονομαστική τιμή θα προσαρμοστεί στο επίπεδο της αγοραίας, που έχει διαμορφωθεί από τον πιο άγριο χορό τοκογλυφίας.

Υπάρχει κι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο το αίτημα παραγραφής του εξωτερικού δημόσιου χρέους ή επαναδιαπραγμάτευσής του με στόχο την διαγραφή μεγάλου μέρους του (κάτι που στην πράξη θα κριθεί από τους ταξικούς συσχετισμούς) είναι νόμιμο. Αρκεί να σκεφτούμε πόσα δάνεια υπέγραψε το ελληνικό δημόσιο φεσώνοντας τον ελληνικό λαό με δισεκατομμύρια για να αγοράσει με αυτά τα λεφτά κορβέτες που στάλθηκαν στον Περσικό Κόλπο υποστηρίζοντας τα αμερικανικά ιμπεριαλιστικά σχέδια ή πόσα εκατομμύρια ξοδεύτηκαν για να αγοραστεί το χαφιεδοσύστημα C4I που όχι μόνο δεν παραλείφθηκε ποτέ αλλά αποτέλεσε και όχημα μίζας προς ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.

Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι δικαιούνται να θέτουν ζήτημα παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους και επαναδιαπραγμάτευσης του, στο πλαίσιο μιας σειράς ακόμη μέτρων, που θα δίνουν διέξοδο προς όφελος των εργαζομένων στην σοβούσα κρίση και ταυτόχρονα θα θέτουν σε αμφισβήτηση την αστική κυριαρχία. Η ίδια τους δε η πάλη θα εξασφαλίσει ότι οι όροι της επαναδιαπραγμάτευσης θα είναι προς όφελός τους κι όχι προς όφελος της Ντόιτσε Μπανκ.

 Αναγκαία η παύση πληρωμών του χρέους

ΝΟΜΙΜΟ ΑΙΤΗΜΑ Η ΕΠΑΝΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Στην βάση των παραπάνω προκαλεί απορία η επιμονή με την οποία η γραμματέας του ΚΚΕ, Αλ. Παπαρήγα και ο Ριζοσπάστης επιτέθηκαν στην «πρωτοβουλία οικονομολόγων και πανεπιστημιακών» με αφορμή το αίτημα για παύση πληρωμών. Η πρωτοβουλία των οικονομολόγων δέχθηκε την προηγούμενη εβδομάδα μια «συμμετρική», «αμφίπλευρη» επίθεση, καθώς πέρα από τον Ριζοσπάστη δέχθηκε την «περιποίηση» και της Αυγής, η οποία σε δύο δημοσιεύματά της τόνισε ότι «πρόσκειται στο Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής» του Αλέκου Αλαβάνου. Κι αυτό παρότι ο ιδρυτής του ΣΥΡΙΖΑ μόλις την Δευτέρα, κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε παρουσίαση βιβλίου, απέρριψε με σαφή τρόπο την λύση εξόδου από το ευρώ. Πρόταση που μαζί με την παύση πληρωμών αποτελούν την προμετωπίδα της πρωτοβουλίας, που έχει συναντήσει μέχρι στιγμής αναπάντεχα θετική υποδοχή σε εργαζόμενους που ζητούν μια ριζοσπαστική, φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση.

Η κριτική του ΚΚΕ απέρριπτε το αίτημα παύσης πληρωμών συγχέοντας την αναδιάρθρωση που θα επιβάλλουν οι τραπεζίτες με την επαναδιαπραγμάτευση που οφείλουν να διεκδικήσουν μαχητικά κι επιθετικά οι εργαζόμενοι για να μην υποστούν τα βάρη της κρίσης. Η πλούσια εμπειρία του κινήματος και της Αριστεράς, από την Οκτωβριανή επανάσταση μέχρι το κίνημα του Φιντέλ Κάστρο στο πλαίσιο των Αδεσμεύτων τη δεκαετία του ’80, δεν έπεισε το ΚΚΕ για το κεκτημένο και κυρίως για τη δυνατότητα που έχει ένα τέτοιο αίτημα να συσπειρώσει ευρύτερα τμήματα των εργαζομένων σε μια – εκ των πραγμάτων – αντικαπιταλιστική κατεύθυνση για μια χώρα καταχρεωμένη, που το ζήτημα του εξωτερικού χρέους ανέκαθεν συμπύκνωνε ταξικές σχέσεις. Κι εδώ το ταξικό περιεχόμενο κι η αποτίμηση κάθε πρότασης προκύπτει όταν τεθεί το ερώτημα ποιος ωφελείται και ποιος βλάπτεται από το συγκεκριμένο αίτημα.

Κι επίσης όταν τεθεί στο συνολικό της πλαίσιο που με ρητό τρόπο, μαζί με την παύση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ, περιλαμβάνει: την χορήγηση γενναίων αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις, αθρόες χρηματοδοτήσεις στην παιδεία και την υγεία, αύξηση των φορολογικών συντελεστών των ανωνύμων εταιρειών στο 45%, φραγμούς στην κυκλοφορία κεφαλαίων, κρατικοποιήσεις τραπεζών και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, άσκηση ενεργής βιομηχανικής πολιτικής με σκοπό την στήριξη της απασχόλησης και της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμων αγαθών και υπηρεσιών, υποτίμηση του νομίσματος κ.α.

Πρόκειται για αιτήματα που είναι συνεκτικά και αλληλοσυμπληρούμενα παρότι ανολοκλήρωτα και στο σύνολό τους συνθέτουν ένα ασφαλές περίγραμμα άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής. Επίσης δεν απευθύνονται στην κυβέρνηση αλλά στους εργαζόμενους και διευκολύνουν το ξεδίπλωμα της εργατικής πάλης και την άνοδο της αυτοπεποίθησης των εργαζομένων.

 ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΕΥΡΩ

Όρος άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής

ΓΕΝΝΗΤΟΡΑΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ

Η έξοδος από το ευρώ αποτελεί αναγκαιότητα στον βαθμό που η υλοποίηση όλων των προηγούμενων στόχων (παύσης πληρωμών, κρατικοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κ.α.) θα σημάνει αναπόφευκτα την ρήξη των δεσμών νομισματικής ενοποίησης με την ιμπεριαλιστική ΕΕ. Η πάλη δε εναντίον της – όρος εκ των ων ουκ άνευ στη διαδικασία ρήξης με τα πολλαπλά επίπεδα αστικής κυριαρχίας – και η αναγκαία αποδέσμευση διευκολύνεται με την έξοδο από το ευρώ και δεν αναιρείται. Η νομισματική ενοποίηση άλλωστε αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο κι «ανώτερο στάδιό» της. Ποτέ δεν θα μπορούσε η Γερμανία να οδηγήσει στα δημοσιονομικά Τάρταρα το Μεσογειακό Κλαμπ, προκαλώντας τον εκτροχιασμό του δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους του, αν πριν δεν είχε αλώσει τα εμπορικά του ισοζύγια, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες που προσέφερε η ΕΕ της κατάργησης των εμπορικών φραγμών και της ενιαίας αγοράς. Τα αντεργατικά πραξικοπήματα στην Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα των τελευταίων εβδομάδων (πέραν των πανίσχυρων ταξικών συμφερόντων που εκπροσωπούν στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας) είναι η «φυσική» συνέπεια του γερμανικού εμπορικού πλεονάσματος των 12,1 δισ. ευρώ με την Ισπανία το 2009 (31 δισ. ευρώ εξαγωγές μείον 18,9 δισ. εισαγωγές), των 11,2 δισ. ευρώ με την Ιταλία (50,6 δισ. εξαγωγές μείον 39,4 δισ.), των 2,6 δισ. ευρώ με την Πορτογαλία (6,1 μείον 3,5) και των 4,7 δισ. με την Ελλάδα (6,5 δισ. ευρώ εξαγωγές μείον 1,8 δισ. ευρώ εισαγωγές) κοκ.

Τούτων δοθέντων, του αδιαμφισβήτητα ταξικού και ιμπεριαλιστικού προσήμου που φέρει εγγενώς η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από τα πιο αθώα της παιδικά βήματα, η υπεράσπισή της δεν διευκολύνει την ανάπτυξη της αντικαπιταλιστικής πάλης. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η συνεχής αντιδραστικοποίησή της ΕΕ, όπως επιτυγχάνεται με την συντηρητική αναθεώρηση από την Γερμανία των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας, δείχνει πιο καθαρά το αντιδραστικό της περιεχόμενο. Το αίτημα εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ δεν ισοδυναμεί επομένως με εθνικισμό, στο βαθμό που η υλοποίησή του θα συντελείται σε ένα πλαίσιο ευρύτερων φιλολαϊκών, αντικαπιταλιστικών στόχων. Οι δυνάμεις άλλωστε που χαρακτηρίζουν αναγκαιότητα την παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ, αποφεύγουν να απαντήσουν πώς θα εφαρμοστούν οι φιλολαϊκές μεταβολές εντός της ΕΕ, όταν η Γερμανία είναι αποφασισμένη να αναιρέσει ακόμη και τις πολιτικές αναδιανομής των προηγούμενων χρόνων, υποδεικνύοντας τις πιο ωμές ταξικές πολιτικές από την μια άκρη ως την άλλη, μέσω της οργανικής της διασύνδεσης με το ΔΝΤ. Υπό αυτή την έννοια αποδεικνύεται προφητική η επιλογή του γερμανικού ιμπεριαλισμού να τοποθετήσει στην προεδρία της Γερμανίας, τον Χερστ Κέλερ, πρώην επικεφαλής του ΔΝΤ. Ο διορισμός δε του Μισέλ Καμντεσύ (επικεφαλής του ΔΝΤ την εποχή της ασιατικής κρίσης και υπευθύνου για τον θάνατο από πείνα χιλιάδων ανθρώπων) από τον γάλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζύ την προηγούμενη εβδομάδα ως υπεύθυνου για την αναμόρφωση των δημόσιων οικονομικών βεβαιώνει ότι η εμμονή με το ΔΝΤ δεν αποτελεί γερμανική ιδιαιτερότητα. Επιπλέον, όσοι θεωρούν αναγκαιότητα την παραμονή στο ευρώ (και τη θωράκιση της νομισματικής πολιτικής από τις λαϊκές πιέσεις) παραβλέπουν ότι το κοινό νόμισμα αποτελεί γεννήτορα αντιθέσεων και μηχανισμό όξυνσης των ανισοτήτων προς όφελος των ιμπεριαλιστικών σχηματισμών. Ακόμη κι από μηδενική βάση, χωρίς ελλείμματα δηλαδή, να ξεκινούσε η Ελλάδα ή η Πορτογαλία τις ανταλλαγές της με την Γερμανία στο πλαίσιο μιας νομισματικής ενοποίησης η πορεία δημοσιονομικής κρίσης θα ήταν προδιαγεγραμμένη.

Το ερώτημα από την άλλη που γεννιέται για την δυνατότητα επιβίωσης και αναπαραγωγής ενός κοινωνικού σχηματισμού αποκομμένου από μορφές ενοποίησης είναι προφανές. Ακόμη κι αν υπήρχε στο παρελθόν, σήμερα δεν υπάρχει. Παρόλα αυτά η ΕΕ δεν αποτελεί μονόδρομο. Αντίθετα το γνώρισμα που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει μια μορφή οικονομικής ενοποίησης, ακόμη και χαλαρής συνεργασίας είναι τα λίγο πολύ συγκρίσιμα επίπεδα παραγωγικότητας της εργασίας (όπως αυτά που υπάρχουν μεταξύ των περισσότερων μεσογειακών χωρών ή των λατινοαμερικάνικων μεταξύ τους) έτσι ώστε να διασφαλίζεται η όσο το δυνατόν λιγότερο άνιση ανταλλαγή.