ΣΑΛΑΧ ΣΑΛΑΧ*: «Στόχος των ΗΠΑ η διευκόλυνση του Ισραήλ» (Πριν, 25/10/2009)

 (*Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης)

ΣΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΟΧΘΗΣ

Δεν πρόκειται να διακόψουν την επέκταση των εβραϊκών εποικισμών

Πιστεύετε ότι η κινητικότητα που υπάρχει από τη μεριά του ειδικού απεσταλμένου του αμερικανού προέδρου στην περιοχή, Τζ. Μίτσελς, θα οδηγήσει σε ένα σχέδιο επίλυσης του Παλαιστινιακού;

Κατηγορηματικά όχι. Το ζητούμενο αυτής της κινητικότητας δεν είναι ούτε η δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, ούτε καν η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Παλαιστινίων – Ισραηλινών. Το ζητούμενο είναι η κανονικοποίηση των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και ορισμένων αραβικών κρατών. Τίποτε περισσότερο. Σ’ αυτό το βωμό είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν την επέκταση των οικισμών για 6 ή 12 μήνες Ισραήλ και Αμερικάνοι. Και μάλιστα αυτό που θα κάνουν θα είναι να παγώσουν την ανέγερση νέων εποικισμών, ενώ την ίδια ώρα θα συνεχίσουν να επεκτείνουν τους υπάρχοντες οικισμούς, επικαλούμενοι τις νέες ανάγκες των εποίκων.

Σε τελική ανάλυση το πρόβλημα στην Παλαιστίνη δεν είναι οι εβραϊκοί εποικισμοί ή η χρονική διάρκεια ενός ενδεχόμενου παγώματός τους. Το πρόβλημα είναι η κατοχή!

Κι αυτό επομένως που προετοιμάζεται τώρα είναι ένα νέο δώρο των Αμερικανών στο Ισραήλ: η σύναψη διπλωματικών σχέσεων των αραβικών χωρών με το Ισραήλ.

Ο ισραηλινός πρωθυπουργός δήλωσε πρόσφατα ότι με το πάγωμα των εποικισμών στη Δυτική Όχθη και την Ιερουσαλήμ επιλύεται το πρόβλημα, οπότε ανοίγει ο δρόμος για την επανεκκίνηση των συνομιλιών. Ποια είναι η γνώμη σας;

Νομίζω ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κι η ισραηλινή ηγεσία παίζουν ένα παιχνίδι τακτικής απευθυνόμενοι στην κοινή γνώμη, καθώς στην πράξη δεν κάνουν το παραμικρό. Από το 1967 το Ισραήλ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επεκτείνει τους εποικισμούς παραβιάζοντας την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας 425 που του επιβάλλει να αποσυρθεί. Κατά την προσωπική μου άποψη ακόμη κι αν το Ισραήλ δεσμευτεί ότι θα παγώσει την ανέγερση νέων εποικισμών για 3, 6 μήνες ή ένα χρόνο είμαι απόλυτα βέβαιος ότι η διακοπή θα είναι προσωρινή.

Από πού πηγάζει αυτή σας η βεβαιότητα;

Επειδή οι Ισραηλινοί πιστεύουν ότι τα κατεχόμενα εδάφη στη Δυτική Όχθη είναι ισραηλινή γη, ότι τους ανήκουν, ότι αποτελούν οργανικό μέρος του Ισραήλ. Γι αυτό το λόγο παραβιάζουν τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ κι αρνούνται να εφαρμόσουν ακόμη και τι σχετικές προβλέψεις της Συμφωνίας του Όσλο του 1993, ακυρώνοντας για πάντα τη δυνατότητα δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής που προκρίνει την ενσωμάτωση των κατεχομένων εδαφών στο Ισραήλ θεωρώ ότι από τη μεριά του Ισραήλ είναι αδιαπραγμάτευτη η επέκταση των εποικισμών.

Στην άρση της απομόνωσης του Ισραήλ και τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με ορισμένες αραβικές χώρες

αποσκοπεί η πρόσφατη κινητικότητα δηλώνει στο Πριν από τη Βηρυτό ο Σαλάχ Σαλάχ, πρώην

μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Λαϊκού Μετώπου και πρόεδρος της Επιτροπής για τους πρόσφυγες

του Παλαιστινιακού Κοινοβουλίου.

Η έλλειψη ενότητας της παλαιστινιακής Αριστεράς περιορίζει την απήχησή της

 Στη βάση των τετελεσμένων που έχουν δημιουργηθεί από τη Συμφωνία του Όσλο μέχρι σήμερα η επίλυση του παλαιστινιακού δε φαντάζει δυσκολότερη;

Ναι επειδή οι Ισραηλινοί δεν επιθυμούν να δοθεί λύση. Το κύριο πρόβλημα τους υποστηρίζουν πως είναι ο μεγάλος αριθμός Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Ειδικότερα ο Σαρόν είχε εφαρμόσει εξαιρετικά βάρβαρες πολιτικές για να διώξει τους Παλαιστίνιους από τη γη τους, διέπραξε σφαγές. Οι Παλαιστίνιοι όμως έχοντας πάρει το μάθημα του 1948 και του 1967 αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους και να διευκολύνουν τους Ισραηλινούς να εφαρμόσουν το σχέδιό τους παρότι μάλιστα οι οικονομικές συνθήκες, με την ανεργία στα ύψη και τη μεγάλη φτώχεια, είναι πολύ αντίξοες. Το πρώτο μέρος του σχεδίου τους είναι η εκδίωξη των Παλαιστινίων. Το δεύτερο μέρος του σχεδίου προκρίνει την παρεμπόδιση των μετακινήσεων από την μια πόλη της Δυτικής Όχθης στην άλλη. Τα δεκάδες σημεία ελέγχου καθιστούν αδύνατη την μετακίνηση από τη Τζενίν στη Ναμπλούς ή από την Ραμάλα στη Χεβρώνα, ενώ ταυτόχρονα δίνουν τη δυνατότητα στο Ισραήλ να συλλάβει και να φυλακίσει τους πάντες. Το τρίτο μέρος του σχεδίου περιλαμβάνει την επέκταση των εποικισμών έτσι ώστε κάθε παλαιστινιακή πόλη να περιτριγυρίζεται από εποικισμούς και να είναι αδύνατο να πας από την μια πόλη στην άλλη χωρίς να περάσεις από εποικισμούς. Το τέταρτο μέρος του σχεδίου περιλαμβάνει την ανέγερση του τείχους που διαιρεί τη Δυτική Όχθη. Το πέμπτο αφορά στην απομόνωση της Ιερουσαλήμ από την Δυτική Όχθη και την ενσωμάτωσή της στο Ισραήλ.  

Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο που μπορεί να δημιουργηθεί παλαιστινιακό κράτος; Δεν υπάρχει πλέον αντικειμενική δυνατότητα. Με βάση τα τελευταία στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου το 40% της Δυτικής Όχθης ελέγχεται από το Ισραήλ!

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για μια δίκαιη και μόνιμη λύση στο Παλαιστινιακό ζήτημα;  

Οι παλαιστινιακές οργανώσεις λένε ότι μάχονται για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης επειδή η Παλαιστίνη είναι δική μας, κι είναι αραβική. Οι Εβραίοι ή οι Ισραηλινοί λένε ότι η Παλαιστίνη ή το Ισραήλ ανήκει στους Εβραίους και δεν υπάρχει χώρος για τους Παλαιστίνιους. Οι ισλαμικές δυνάμεις λένε ότι η Παλαιστίνη είναι ισλαμική, όχι εβραϊκή. Με αυτές τις ανά δύο αποκλειόμενες θέσεις δεν είναι δυνατό να φθάσουμε σε μια δίκαιη λύση.

Τι προτείνει λοιπόν το Λαϊκό Μέτωπο;

Κατά τη δική μου άποψη, η στρατηγική για μια δίκη λύση είναι η δημιουργία ενός δημοκρατικού κράτους όπου θα μπορούν να ζουν ειρηνικά όλοι, χωρίς διακρίσεις: Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Παλαιστίνιοι, Άραβες, όλοι, με μια ιθαγένεια. Αν συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι ανήκει σε έναν μόνο από τους παραπάνω είναι σαν να δεχόμαστε ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε να πολεμάμε. Εγώ δεν συμφωνώ. Για πόσο καιρό μπορούμε να συνεχίσουμε να πολεμάμε ο ένας τον άλλον;

Το Λαϊκό Μέτωπο συνεχίζει όμως να παλεύει για παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του ’67, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και με τους πρόσφυγες στην πατρογονική τους γη…

Δεν μιλάω ως Λαϊκό Μέτωπο. Μιλάω ως Σαλάχ Σαλάχ.

Πριν λίγους μήνες η Φατάχ διοργάνωσε το έκτο συνέδριό της κι ήταν μάλιστα το πρώτο που διεξήχθη στα κατεχόμενα. Ποια ήταν η συμβολή του στην υπόθεσή σας;

Ο κυριότερος λόγος για τη σύγκλιση ενός συνεδρίου οποιασδήποτε οργάνωσης είναι η συζήτηση της πολιτικής γραμμής αυτής της οργάνωσης, η κριτική και η εξέταση της πορείας εφαρμογής της. Η Φατάχ, συγκεκριμένα, αυτό που έπρεπε πρώτα να κάνει ήταν να συζητήσει για το πρόγραμμά της. Συνεχίζει δηλαδή να δεσμεύεται από το παλιό της πρόγραμμα; Εξακολουθεί να το υπηρετεί; Αν όχι, γιατί δεν το άλλαξε; Το δεύτερο θέμα που έπρεπε να συζητήσουν αφορούσε στη διαδικασία ειρήνης, πολύ περισσότερο στο βαθμό που η Φατάχ έχει την αρμοδιότητα να υπογράφει τις συμφωνίες ειρήνης. Όφειλαν να κάνουν έναν απολογισμό από την υπογραφή της Συμφωνίας του Όσλο μέχρι τώρα. Τι πήγε άσχημα και τι πήγε καλά; Κατά τρίτο, θα έπρεπε να συζητήσουν τη σύγκρουση μεταξύ της Φατάχ και της Χαμάς στη Γάζα. Θα έπρεπε επίσης να κουβεντιάσουν για την διαφθορά που υπάρχει στη Φατάχ. Τίποτε απ’ όλα αυτά ωστόσο δε συζητήθηκε. Το μόνο αντίθετα που τους απασχόλησε ήταν η διαφύλαξη της ενότητας κι η εκλογή νέας ηγεσίας στην Φατάχ.

Ποια είναι η κατάσταση της παλαιστινιακής Αριστεράς;

Τρεις είναι οι μεγαλύτεροι οργανώσεις: Το Λαϊκό Μέτωπο, το Λαϊκό Κόμμα (πρώην κομμουνιστικό) και το Δημοκρατικό Μέτωπο, απ’ όπου προέρχεται και ένα μικρότερο κόμμα το Φίντα. Το πρόβλημα με αυτές τις οργανώσεις είναι ότι δεν έχουν μάθει να συνεργάζονται, να συζητούν, να κατακτούν την κοινή δράση. Το αποτέλεσμα είναι στους Παλαιστίνιους σήμερα να ανοίγονται δύο επιλογές: Είτε να ακολουθήσουν τη διεφθαρμένη Φατάχ είτε θρησκευτικές οργανώσεις όπως η Χαμάς, που ακολουθούν την ίδια πολιτική με τη Φατάχ. Εγώ δεν εμπιστεύομαι καμία από τις δύο. Πρέπει να υπάρξει μια τρίτη αριστερή επιλογή για τους Παλαιστίνιους, η οποία σήμερα δεν υφίσταται λόγω της έλλειψης ενότητας.

Πως είναι οι σχέσεις της Αριστεράς με τη Χαμάς;

Προβληματικές. Η Χαμάς στη Γάζα έχει προχωρήσει σε συλλήψεις μελών του Λαϊκού Μετώπου κι υπάρχουν σημάδια ότι έχει σταματήσει ακόμη και την αντίσταση κατά του Ισραήλ. Δεν διαφέρει από την Φατάχ. Ταυτόχρονα, τους τελευταίους μήνες έχει κλείσει ραδιοφωνικούς σταθμούς, έχει επιβάλλει τον διαχωρισμό των σχολείων σε αρένων και θηλέων, απαγόρευσε στις γυναίκες δικηγόρους να παρίστανται χωρίς μαντίλα, κοκ.

Συνολικότερα, όμως πιστεύω πως το πρόβλημα βρίσκεται στην κατάσταση της Αριστεράς…

Οι συσχετισμοί σε Βαλκάνια – Μεσόγειο (2-3/1/2010, περ. Μετροπόλιταν)

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
  • Δεν είναι πανάκεια η ένταξη στην ΕΕ

Η «Ατζέντα 2014» είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια τους τελευταίους τρεις μήνες. Εν συντομία πρόκειται για τον στόχο ένταξης όλων των χωρών της Δυτικής Βαλκανικής στην ΕΕ μέχρι το 2014, όταν θα συμπληρώνονται 100 χρόνια από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Η υψηλή θέση που καταλαμβάνει στην ατζέντα της ελληνικής διπλωματίας η «Ατζέντα 2014» έγινε σαφής όταν ο Γιώργος Παπανδρέου, επέλεξε να κάνει την πρώτη του επίσκεψη ως πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών στην Τουρκία για να την παρουσιάσει στους υπουργούς Εξωτερικών της Βαλκανικής κι επίσης με το πιο πρόσφατο ταξίδι (18-21 Νοέμβρη) του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, Δ. Δρούτσα, σε τέσσερις βαλκανικές χώρες: τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη και την Αλβανία.

Η «Ατζέντα 2014» έρχεται κατ’ αρχήν στα μάτια των υπόλοιπων κρατών μελών της ΕΕ να διαλύσει πιθανές εντυπώσεις που ενδέχεται να δημιουργηθούν από το βέτο στο αίτημα ένταξης της ΠΓΔΜ, όσο δεν λύνεται το πρόβλημα της ονομασίας. Με την «Ατζέντα 2014» επέρχεται μια ισορροπία καθώς η Αθήνα δεν εμφανίζεται να αποτελεί ένα συνεχές εμπόδιο στα σχέδια διεύρυνσης της ΕΕ, αλλά δείχνει ότι πάνω απ’ όλα είναι παράγοντας προώθησης αυτού του στόχου. Έτσι το μπλοκάρισμα των Σκοπίων παύει να λειτουργεί επιβαρυντικά για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Παράλληλα ωστόσο η ελληνική διπλωματία επιχειρεί να αναβαθμίσει και τη διπλωματική της θέση στη χερσόνησο του Αίμου, μέσω αυτού του στόχου, στρεφόμενη προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτα και κύρια στις βαλκανικές πρωτεύουσες καθώς επιχειρεί να τις πείσει ότι οι στόχοι της ένταξης στην ΕΕ κι της αναβάθμισης της διεθνούς τους θέσης έχουν ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα. Κατά δεύτερο προς τις Βρυξέλλες στο βαθμό που η Αθήνα αξιοποιεί την γειτνίασή της με αυτές τις χώρες, μετατρέποντας το αδύνατο σημείο της σε ισχυρό, και επιδιώκει να αυξήσει τη διαπραγματευτική της ικανότητα. Κάθε ένας από αυτούς τους στόχους ωστόσο συνοδεύεται κι από έναν ισχυρότατο αντίλογο: Γιατί οι Βαλκανικές χώρες να επιλέξουν την Ελλάδα ως «όχημα» διεθνοποίησής τους κι όχι κάποια άλλη ισχυρή χώρα της ΕΕ, όπως είναι η Γερμανία; Δεδομένου δε, ότι η γειτνίαση δεν αποτελεί επαρκή λόγο. Το ίδιο ισχύει και για τις Βρυξέλλες: γιατί να δώσουν στην Αθήνα το ρόλο του τοποτηρητή της ΕΕ στην περιοχή;

Η σημαντικότερη ωστόσο αμφισβήτηση της «Ατζέντας 2014» πηγάζει από τις εσωτερικές της αντιφάσεις κι όχι από τις έξωθεν σκοπιμότητες. Ειδικότερα, η «Ατζέντα 2014» υποδηλώνει ρητά ή άρρητα πως η ένταξη στην ΕΕ θα αποτελέσει πανάκεια για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιοχή. Στα Βαλκάνια όμως κανείς δεν ξεχνάει τον εμπρηστικό ρόλο που διαδραμάτισε η ΕΕ – τουλάχιστον οι ατμομηχανές της, όπως για παράδειγμα η Γερμανία – στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τα ποτάμια αίματος που έτρεχαν επί χρόνια. Τελευταίο παράδειγμα η αναγνώριση του Κοσόβου από 22 κράτη μέλη της ΕΕ κι η στρατιωτική της παρουσία εκεί που αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο και τα όσα προβλέπει για το Κόσοβο, δηλαδή την απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας που το ορίζει ως επαρχία της Σερβίας. Κατά συνέπεια η ΕΕ δεν αποτελεί τον επί της γης παράδεισο. Το βεβαιώνει και το παράδειγμα της Κύπρου, όπου η ένταξή της δεν έλυσε το πρόβλημα της παράνομης, τουρκικής κατοχής όπως πολλοί πίστευαν ότι θα γινόταν αυτόματα σχεδόν. Και για να έρθουμε στα πιο πρόσφατα, ο αρνητικός ρόλος της ΕΕ φάνηκε κι από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, όπου και τα 27 κράτη μέλη θεώρησαν φυσιολογικό να συνεχίσουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα παρότι εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Με τα έργα της κατά συνέπεια η ΕΕ υποσκάπτει το κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γιατί στα εύθραυστα Βαλκάνια να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας κι ενίσχυσης της διεθνούς νομιμότητας; Ο αρνητικός ρόλος της ΕΕ φάνηκε κι από τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε η σουηδική προεδρία στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης πιέζοντας τη Σερβική Δημοκρατία να διαλυθεί, για το καλό… της χώρας.

Ανατολικότερα τέλος, η πρόσφατη αλλαγή κυβερνητικής σκυτάλης στη Βουλγαρία οδηγεί κατά πάσα πιθανότητα σε ναυάγιο την ενεργειακή συμφωνία που είχε συνάψει η προηγούμενη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση με την Μόσχα. Πρόκειται για αλλαγή που αν ολοκληρωθεί θα έχει τεράστιες συνέπειες και για την Ελλάδα καθώς θα επανεξετασθεί η κατασκευή του ρωσικού αγωγού South Stream όπως και του Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη. Μέχρι στιγμής οι πιέσεις που ασκούν οι ΗΠΑ με την επιτόπια παρουσία στη Σόφια του ειδικού απεσταλμένου τους για θέματα ενέργειας στην Ευρασία, Ρίτσαρντ Μόρνινγκσταρ, δεν επιτρέπουν να ελπίζουμε για τα καλύτερα…

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ
  • Ολέθριες σχέσεις

Η απόφαση της Ελλάδας να απέχει από την πολύ κρίσιμη ψηφοφορία που έγινε στον ΟΗΕ στα μέσα Νοεμβρίου για την έκθεση Γκολντστόουν, στην οποία το Ισραήλ κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου, αποτελεί τροχιοδεικτική βολή για την πορεία που θα ακολουθήσουν οι σχέσεις των δύο χωρών. Εξ ίσου δηλωτικό – κραυγαλέα δηλωτικό, θα λέγαμε – γεγονός για την αναθέρμανση των σχέσεων των δύο χωρών μετά την ψυχρότητα της δεκαετίας του ‘80, αποτέλεσε η κοινή ελληνο-ισραηλινή στρατιωτική άσκηση «Ένδοξος Σπαρτιάτης» που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2008 και θεωρήθηκε προσομοίωση επίθεσης στο Ιράν. Επίσης, η αποκάλυψη πέρυσι τέτοιες σχεδόν ημέρες, πως η τροφοδοσία του ισραηλινού στρατού με πυρομαχικά κι ενδεχομένως βόμβες φωσφόρου που έριχνε αφειδώς στους Παλαιστίνιους της Γάζας, θα γινόταν από το λιμάνι του Αστακού. (Εύκολο είναι μετά να ψηφίσεις στον ΟΗΕ εναντίον του Ισραήλ;)

Όλα τα παραπάνω διαβεβαιώνουν ότι η ελληνική διπλωματία έχει επιλέξει ποιος θα είναι ο στρατηγικός της σύμμαχος στη ευαίσθητη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Το γεγονός μάλιστα ότι η πολιτική αναθέρμανσης των διμερών σχέσεων υπηρετήθηκε πιστά και χωρίς αποκλείσεις τόσο από την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή όσο κι από τη σημερινή κυβέρνηση υπογραμμίζει πως αποτελεί στρατηγική επιλογή και των δύο κομμάτων εξουσίας. Δεν είναι ωστόσο μια πολιτική που μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς κλυδωνισμούς και μεγάλο κόστος.

Το Ισραήλ στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία δίνει μια μάχη πολιτικής και διπλωματικής επιβίωσης, καθώς κινδυνεύει – αν δεν το έχει ήδη πάθει – να δεχτεί ένα μη αντιστρεπτό πλήγμα στη δημόσια εικόνα του, λόγω των όσων έχει πράξει. Η έκθεση του νοτιοαφρικανού δικαστή Γκολντστόουν που – επιτέλους! – για πρώτη φορά στοιχειοθετεί τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου από τον ισραηλινό στρατό στη Γάζα κατά τη διάρκεια του πολέμου των 22 ημερών πέρυσι, ήταν μια τεράστια επιτυχία για όσους μάχονταν ώστε το Ισραήλ να λογοδοτήσει για τα εγκλήματά του κι οι υπεύθυνοι να καθίσουν στο σκαμνί. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η εξαφάνιση από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες κατά την επίθεση στη Γάζα οποιωνδήποτε προσωπικών στοιχείων των ανώτερων αξιωματικών του ισραηλινού στρατού, έτσι ώστε να μην υποστούν νομικές συνέπειες για τις βαρβαρότητές τους. Την ίδια τύχη δεν είχε όμως η υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ εκείνη την εποχή, κι επικεφαλής του κόμματος Καντίμα, Τζίπι Λίβνι, για την οποία μόλις πριν μία εβδομάδα οι βρετανικές εισαγγελικές αρχές εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης! Για να μην υποστεί την ταπείνωση που δέχθηκε ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, ο οποίος είχε καταλήξει στη φυλακή όταν επισκέφθηκε το Λονδίνο πολλά χρόνια μετά την παράδοση της εξουσίας, η Λίβνι ακύρωσε την επίσκεψή της στο Λονδίνο. Οι μύδροι που εξαπέλυσε το εβραϊκό κράτος εναντίον της Αγγλίας υπογραμμίζουν τον κίνδυνο που διατρέχει να έχει την τύχη της Νότιας Αφρικής τη δεκαετία του ’80. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έπαιξε κι η κυβερνητική αλλαγή που έγινε πέρυσι στο Ισραήλ, με αποτέλεσμα να κερδίσουν τις εκλογές οι πιο αδιάλλακτες, εθνικιστικές κι ακροδεξιές δυνάμεις. Ο διορισμός δε του ακραίου σιωνιστή Άβιγκτορ Λίμπερμαν στη θέση του υπουργού Εξωτερικών επιβεβαίωσε ότι η διεθνής κοινότητα είναι στην πραγματικότητα αντιμέτωπη με ένα κράτος που δεν επιθυμεί την ειρήνη και τη συμφιλίωση με την Παλαιστίνη, ούτε την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.

Σε αυτό το πλαίσιο τα σχέδια αναθέρμανσης των σχέσεων Ισραήλ και Ελλάδας, όταν πλέουν κρατούν αποστάσεις από το εβραϊκό κράτος ακόμη κι οι ΗΠΑ, υπονομεύουν την αξιοπιστία της χώρας και το κύρος της στην περιοχή.

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
  • Το τέλος μίας σχέσης;

Η επίσκεψη του προέδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια, τον Ιούνιο στη Συρία, παρότι έγινε δεκτή με θετικότατο τρόπο κι από τους δύο λαούς και με ευμενή σχόλια από τον Τύπο δεν βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με την γραμμή της ελληνικής διπλωματίας. Να θυμίσουμε κατ’ αρχήν ότι η προηγούμενη υπουργός Εξωτερικών, Ντόρα Μπακογιάννη, όταν είχε επισκεφθεί την Μέση Ανατολή αμέσως μετά την επίθεση του Ισραήλ στον Λίβανο το καλοκαίρι του 2006, επιδεικτικά είχε αρνηθεί να συμπεριλάβει και τη Δαμασκό στις πρωτεύουσες που επισκέφθηκε. Η επιλογή της δεν ήταν δύσκολο να ερμηνευθεί. Η φιλολογία για τον Άξονα του Κακού στον οποίο η Συρία κατείχε εξέχουσα θέση μεσουρανούσε, ενώ μόλις λίγα χρόνια πριν το ερώτημα ήταν πότε κι όχι αν οι ΗΠΑ θα εισβάλλουν στη Συρία – μέχρι που η απάντηση δόθηκε από την ιρακινή αντίσταση. Η ελληνική διπλωματία λοιπόν ακολουθώντας κατά γράμμα την γραμμή του Μπους που θεώρησε την Μέση Ανατολή κοιτίδα της τρομοκρατίας, αποστασιοποιήθηκε συνειδητά χάνοντας σπουδαία ερείσματα που οικοδομήθηκαν επί χρόνια κι επέτρεψαν στην Ελλάδα (για πρώτη φορά στην πραγματικότητα κι όχι στο φαντασιακό της πολιτικής ηγεσίας) να διαδραματίσει περιφερειακό ρόλο.

Ο αναπροσανατολισμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είχε ξεκινήσει με την άνοδο του Κ. Σημίτη στην εξουσία όταν τεκμήριο προοδευτικότητας έγινε η ευρωδουλικότητα κι η Ελλάδα με ύφος που θα ζήλευαν οι πιο σνομπ αποικιοκράτες απέστρεφε μετά βδελυγμίας το βλέμμα της από το Νότο και την Ανατολή κι είχε μάτια μόνο για τη Δύση και το Βορρά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως πρωθυπουργός της Ελλάδας ο Κ. Σημίτης δεν επισκέφθηκε ούτε μία φορά κάποια αραβική χώρα. Κι ο Κ. Καραμανλής στα χνάρια του βάδισε, επί της ουσίας. Η επίσκεψή του μετά της συζύγου του κάποια Χριστούγεννα στο Κάιρο κι η μετέπειτα ολιγόωρη επίσκεψή του στο Κατάρ για να ξεπουλήσει την Ολυμπιακή δεν αναιρούν το γεγονός ότι κι επί δικής του πρωθυπουργίας το κενό μεταξύ αραβικών κρατών κι Ελλάδας μεγάλωσε απότομα. Κυρίως όμως ανησυχητικά, μια και κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει τη στήριξη των αραβικών χωρών στα διεθνή της μέτωπα. Όσο μάλιστα η Τουρκία χάνει τα κοσμικά της χαρακτηριστικά με την εδραίωση των Ισλαμιστών στην εξουσία κι επιδιώκει να γίνει εκφραστής όλων των μουσουλμάνων και των Αράβων, τόσο λιγότερο προφανής θα είναι η θετική στάση των χωρών της Μέσης Ανατολής απέναντι στην Ελλάδα. Ας αναλογιστούμε τι δραματικές συνέπειες μπορεί να έχει για το Κυπριακό αν οι αραβικές χώρες ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, επιλέξουν την δεύτερη επιβραβεύοντας τις θαρραλέες πολιτικές κινήσεις του Ερντογάν: από την καταδίκη της σφαγής στη Γάζα πέρυσι κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Νταβός μέχρι την πρόσφατη αναγνώριση από την Τεχεράνη του αυτονόητου δικαιώματος του Ιράν, όπως και κάθε κράτους, να αναπτύξει δικό του πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας!

Η νέα πολιτική ηγεσία που προέκυψε μετά τις πρόσφατες εκλογές υπόσχεται βελτίωση των σχέσεων με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Γι αυτόν μάλιστα το σκοπό αναμένεται να επισκεφθεί τις αραβικές πρωτεύουσες ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Δημ. Δρούτσας, τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου. Ακόμη και τούτη η επίσκεψη όμως, που είναι ένα αναγκαίο πρώτο βήμα, δεν είναι αρκετή. Η μοναδική δυνατότητα για να κερδηθεί ο χαμένος χρόνος (15 σχεδόν ετών!) είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, Γ. Παπανδρέου, να επισκεφθεί τις χώρες της Μέσης Ανατολής κι επίσης να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ξεβάλτωμα των συσσωρευμένων αδιεξόδων που όσο μένουν άλυτα δεν πρόκειται να γνωρίσει ειρήνη η Μ. Ανατολή κι ούτε φυσικά οι γύρω χώρες. Κορυφαίο όλων (και αδιάψευστο μέτρο για την αποτίμηση του φιλειρηνικού χαρακτήρα κάθε πολιτικής) είναι η επίλυση του Παλαιστινιακού με βάση τα διεθνή ψηφίσματα: με την προώθηση του στόχου δημιουργίας ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων. Ιδού η Ρόδος!

Επίσκεψη ΑΝΥΠΕΞ Δ. Δρούτσα σε Βαλτικές (Πριν, 17/01/2010)

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΛΕΤΟΝΙΑ, ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

Την πρωτεύουσα της Λετονίας, Ρίγα, και της Λιθουανίας, Βίλνιους, επισκέφθηκε ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών την Τετάρτη και την Πέμπτη. Η επίσκεψη του Δημήτρη Δρούτσα στις δύο βαλτικές πρωτεύουσες έγινε με απώτερο στόχο τη βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών. Μέχρι στιγμής οι διμερείς σχέσεις (πέραν των όσων προβλέπονται από τη συμμετοχή των χωρών σε διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ) χωρίς να έχουν επηρεαστεί αρνητικά από κάποιο γεγονός είναι σχεδόν ανύπαρκτες, λόγω έλλειψης θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος. Το κενό αυτό πολλές φορές στο παρελθόν καλύφθηκε σε βάρος της ελληνικής διπλωματίας. Έτσι, το υπουργείο Εξωτερικών επέλεξε να επενδύσει στην δημιουργία σχέσεων με αυτές τις χώρες ώστε σε περίπτωση κρίσιμων ψηφοφοριών εντός της ΕΕ όταν θα κρίνονται προτάσεις της ελληνικής διπλωματίας να μπορεί να ελπίζει στη θετική τους ψήφο.

Σε αυτό το πλαίσιο ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών ανέπτυξε τις θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης για την «Ατζέντα 2014» που αφορά την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ κατά την επόμενη πενταετία. Επίσης λόγω του ότι η Λιθουανία θα αναλάβει την προεδρία της ΕΕ ένα εξάμηνο μετά την Ελλάδα (πρώτο και δεύτερο εξάμηνο του 2014) συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες για το νέο σύστημα προεδριών που προβλέπει η Συνθήκη της Λισσαβόνας, όπου θα υπάρχει στενότερη συνεργασία μεταξύ των χωρών που αναλαμβάνουν διαδοχικά την προεδρία.

Πέραν των θεμάτων που αναπτύχθηκαν στις επαφές του έλληνα υπουργού με τους ομολόγους του και άλλους αξιωματούχους, τα δύο θέματα που δεσπόζουν στη Λετονία σχετίζονται κατ’ αρχήν με το ειδεχθές πακέτο μέτρων που επιβλήθηκε κατ’ εντολή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πέρυσι για να αποφευχθεί η χρεοκοπία. Τη νύχτα μάλιστα που η ελληνική αντιπροσωπεία βρισκόταν στη Ρίγα υπήρχαν αυξημένα μέτρα ασφαλείας λόγω της συμπλήρωσης ενός χρόνου από την ημέρα που ξέσπασαν λαϊκές αντιδράσεις απέναντι στα αντιλαϊκά μέτρα οι οποίες οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης. Τα μέτρα ειδικότερα πρόβλεπαν απόλυση του 10% των δημοσίων υπαλλήλων, μείωση των μισθών κατά 20%, κλείσιμο μεγάλων νοσοκομείων, κ.α. Το δεύτερο θέμα που δεσπόζει στην επικαιρότητα αφορά στις έρευνες που γίνονται για να εξακριβωθούν οι λεπτομέρειες της εμπλοκής της χώρας στο πρόγραμμα μυστικών φυλακών της CIA καθώς εκεί μεταφέρονταν ύποπτοι για συμμετοχή σε τρομοκρατία και βασανίζονταν.

Οικονομικός πόλεμος κατά της Ισλανδίας (Πριν, 17 Ιανουαρίου 2010)

Με αμείωτη ένταση συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον της Ισλανδίας μετά την απόφαση του προέδρου της χώρας να προβάλει βέτο στην απόφαση της κυβέρνησης να καταβάλλει στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ολλανδίας τα λεφτά που έχασαν οι πολίτες τους από την κατάρρευση του ισλανδικού τραπεζικού συστήματος.

Στο εσωτερικό της Ισλανδίας εξ ίσου εντατικές είναι κι οι προετοιμασίες όσο πλησιάζει η μέρα του δημοψηφίσματος που θα τεθεί στην κρίση των 317.593  Ισλανδών η επίμαχη απόφαση. Οι πρώτες ενδείξεις, όπως έγιναν γνωστές με το κείμενο υπογραφών που τέθηκε υπ’ όψη του προέδρου και έφερε τα ονόματα 55.160 εκλογέων (23% του εκλογικού σώματος) προδικάζουν σαρωτική νίκη του «όχι». Τα επιχειρήματα άλλωστε που επικαλούνται πολύ δύσκολα ανατρέπονται. Το πρώτο σχετίζεται με το γεγονός ότι η αποζημίωση που κατέβαλλαν στους πολίτες τους η Αγγλία κι η Ισλανδία για τα λεφτά που έχασαν από την κατάρρευση της Icebank έφθαναν ακόμη και το ποσό των 100.000 ευρώ. Στο εσωτερικό ωστόσο της ΕΕ το όριο που είχε τεθεί ως κρατική εγγύηση για τις καταθέσεις έφθανε τα 20.887 ευρώ. Αγγλία και Ισλανδία επομένως εφάρμοσαν ένα μέτρο που δεν θα έθεταν σε ισχύ στην περίπτωση που κατέρρεε εγχώρια τράπεζα. Και το έπραξαν ξέροντας ότι άλλος θα πληρώσει τον λογαριασμό: η κυβέρνηση της Ισλανδίας και μέσω αυτής οι πολίτες της. Το δεύτερο επιχείρημα διατυπώθηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal στις 6 Ιανουαρίου: «Αγγλία και Ολλανδία δεν έπρεπε να πληρώσουν. Αυτοί που είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε ένα εξωχώριο ίδρυμα ήταν όλοι ενήλικες και θα πρέπει να ήταν ενήμεροι των κινδύνων. Φυσικά οι κυβερνήσεις αποζημίωσαν επειδή ήξεραν πως ήταν ευάλωτες στην κατηγορία ότι το δικό τους εποπτικό καθεστώς είχε αποτύχει». Τα δικά τους νώτα έσπευσαν επομένως να φυλάξουν, φεσώνοντας τους Ισλανδούς που ήδη έχουν δει το δημόσιο χρέος τους να φθάνει το 300% του ΑΕΠ!

Πέραν των παραπάνω οι Ισλανδοί αρνούνται να πληρώσουν το 50% του ΑΕΠ τους σε αποζημιώσεις και πνέουν μένεα εναντίον του Λονδίνου λόγω του ότι οι δικοί του χειρισμοί ήταν που έδωσαν τη χαριστική βολή και κατέρρευσε το τραπεζικό τους σύστημα. Ειδικότερα στις 8 Οκτώβρη του 2008, μια μέρα μετά την εθνικοποίηση της τράπεζας Landsbaki, μητρικής της Icesave, το Λονδίνο ενεργοποίησε την δρακόντεια αντιτρομοκρατική νομοθεσία του 2001 και πάγωσε κάθε περιουσιακό στοιχείο που βρισκόταν στην Αγγλία όχι μόνο της εν λόγω τράπεζας και του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος της Ισλανδίας, αλλά ακόμη και της κυβέρνησης. Η ενεργοποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας δεν σήμαινε μόνο τον διεθνή διασυρμό τους και την κατάρρευση και της ελάχιστης αξιοπιστίας που είχε απομείνει αλλά επίσης, σε πιο πρακτικό επίπεδο, την διακοπή κάθε δυνατότητας μεταφοράς χρημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά κι οι τρεις τράπεζες που είχαν βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα κατέρρευσαν, μη έχοντας καμιά δυνατότητα εξεύρεσης και μεταφοράς νέων πόρων που θα έλυναν το πρόβλημα της ρευστότητας.

Πίσω από την αντιπαράθεση επομένως δεν κρύβεται μόνο η φυσιολογική και δικαιολογημένη αντίδραση των Ισλανδών στην προοπτική να βάλουν από την τσέπη τους 3,91 δισ. ευρώ ποσό που ισοδυναμεί με 116.658 ευρώ για κάθε πενταμελή οικογένεια, αλλά κι η συσσωρευμένη οργή τους απέναντι στο Λονδίνο, από τη δεκαετία του ’70 ακόμη όταν οι δύο χώρες κόντεψαν να φθάσουν σε πόλεμο όταν η Ισλανδία απαγόρευσε στον βρετανικό αλιευτικό στόλο να αλιεύει στα χωρικά της ύδατα. Το Λονδίνο τώρα προσπάθησε να πάρει την εκδίκησή του. Μαζί του δε είχε και τη διεθνή των κερδοσκόπων, με τον οίκο αξιολόγησης Fitch για παράδειγμα αυθαίρετα κι εκδικητικά να υποβαθμίζει στο επίπεδο των «σκουπιδιών» τα κρατικά ομόλογα της Ισλανδίας αμέσως μετά το υπερήφανο «δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».

Ισλανδικό θαύμα! (Πριν 10/1/2010)

Μένεα πνέει εναντίον της Ισλανδίας η διεθνής των τοκογλύφων και των κερδοσκόπων μετά την άρνησή της να πληρώσει την Αγγλία και την Ολλανδία!

Η αρχή του δράματος που κορυφώθηκε την προηγούμενη Τρίτη, με ένα πραγματικά απροσδόκητο τρόπο, τοποθετείται τον Οκτώβριο του 2008 όταν έσπασε η φούσκα της Ισλανδίας. Πολλά από τα θύματά της προέρχονταν από την Ολλανδία και την Αγγλία που τοποθέτησαν τις καταθέσεις τους στις ισλανδικές τράπεζες λόγω των πολύ υψηλών επιτοκίων τα οποία χρησιμοποιούσαν ως κράχτες για να προσελκύουν ρευστό. Οι κυβερνήσεις των δύο αυτών χωρών για να αποτρέψουν τη δημιουργία κλίματος πανικού που θα οδηγούσε σε μαζική απόσυρση των καταθέσεων κι από τις εγχώριες τράπεζες αποζημίωσε τους πολίτες της για τα λεφτά που έχασαν στην Ισλανδία, περιμένοντας να εισπράξουν τα χρήματα από το Ρέυκιαβικ, όπως άλλωστε υποσχέθηκε η κυβέρνηση της χώρας.

Οι Ισλανδοί όμως είχαν διαφορετική γνώμη. Δεδομένου ότι στον κάθε έναν από τους 300.000 κατοίκους της χώρας θα αντιστοιχούσε ένα χρέος 20.000 δολαρίων στην περίπτωση που η κυβέρνηση έδινε τελικά στην Ολλανδία και την Αγγλία τα 6 δισ. δολ. δημιουργήθηκε ένα μαζικότατο κίνημα ενάντια στην κεντροαριστερή κυβέρνηση με μοναδικό στόχο να μην πληρώσει τον φόρο υποτέλειας στους διεθνείς κερδοσκόπους, που συνολικά ισοδυναμούσε με το μισό ΑΕΠ της χώρας! Εκπρόσωποι του κινήματος την Κυριακή το πρωί παρέδωσαν στον (δεξιό) πρόεδρο της Δημοκρατίας κείμενο υπογραφών με τα ονόματα του 25% των κατοίκων της χώρας. Ως αποτέλεσμα ο πρόεδρος έβαλε βέτο στην απόφαση της κυβέρνησης και παρέπεμψε το θέμα σε δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί τον Φεβρουάριο για να αποφασίσουν οι ίδιοι οι Ισλανδοί. Το αποτέλεσμα δε θεωρείται από τώρα γνωστό!

Το προεδρικό βέτο προκάλεσε την οργή της διεθνούς των κερδοσκόπων που προσπάθησαν να φορτώσουν στις πλάτες των Ισλανδών τα βάρη για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης, όπως έπραξαν και στον υπόλοιπο κόσμο μεταφέροντας τη χασούρα των τραπεζών στις τσέπες των φορολογουμένων. Η στάση ωστόσο των Ισλανδών (παρά τις απειλές από το ΔΝΤ και την ΕΕ και την τρομοκρατική – εκδικητική υποβάθμιση των κρατικών ομολόγων της από τους αναξιόπιστους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας) έδειξε ότι η συμμόρφωση με τις επιταγές φτώχειας και λιτότητας δεν αποτελεί μονόδρομο!