Επίσκεψη ΑΝΥΠΕΞ Δ. Δρούτσα σε Βαλτικές (Πριν, 17/01/2010)

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΛΕΤΟΝΙΑ, ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

Την πρωτεύουσα της Λετονίας, Ρίγα, και της Λιθουανίας, Βίλνιους, επισκέφθηκε ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών την Τετάρτη και την Πέμπτη. Η επίσκεψη του Δημήτρη Δρούτσα στις δύο βαλτικές πρωτεύουσες έγινε με απώτερο στόχο τη βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών. Μέχρι στιγμής οι διμερείς σχέσεις (πέραν των όσων προβλέπονται από τη συμμετοχή των χωρών σε διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ) χωρίς να έχουν επηρεαστεί αρνητικά από κάποιο γεγονός είναι σχεδόν ανύπαρκτες, λόγω έλλειψης θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος. Το κενό αυτό πολλές φορές στο παρελθόν καλύφθηκε σε βάρος της ελληνικής διπλωματίας. Έτσι, το υπουργείο Εξωτερικών επέλεξε να επενδύσει στην δημιουργία σχέσεων με αυτές τις χώρες ώστε σε περίπτωση κρίσιμων ψηφοφοριών εντός της ΕΕ όταν θα κρίνονται προτάσεις της ελληνικής διπλωματίας να μπορεί να ελπίζει στη θετική τους ψήφο.

Σε αυτό το πλαίσιο ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών ανέπτυξε τις θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης για την «Ατζέντα 2014» που αφορά την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ κατά την επόμενη πενταετία. Επίσης λόγω του ότι η Λιθουανία θα αναλάβει την προεδρία της ΕΕ ένα εξάμηνο μετά την Ελλάδα (πρώτο και δεύτερο εξάμηνο του 2014) συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες για το νέο σύστημα προεδριών που προβλέπει η Συνθήκη της Λισσαβόνας, όπου θα υπάρχει στενότερη συνεργασία μεταξύ των χωρών που αναλαμβάνουν διαδοχικά την προεδρία.

Πέραν των θεμάτων που αναπτύχθηκαν στις επαφές του έλληνα υπουργού με τους ομολόγους του και άλλους αξιωματούχους, τα δύο θέματα που δεσπόζουν στη Λετονία σχετίζονται κατ’ αρχήν με το ειδεχθές πακέτο μέτρων που επιβλήθηκε κατ’ εντολή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πέρυσι για να αποφευχθεί η χρεοκοπία. Τη νύχτα μάλιστα που η ελληνική αντιπροσωπεία βρισκόταν στη Ρίγα υπήρχαν αυξημένα μέτρα ασφαλείας λόγω της συμπλήρωσης ενός χρόνου από την ημέρα που ξέσπασαν λαϊκές αντιδράσεις απέναντι στα αντιλαϊκά μέτρα οι οποίες οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης. Τα μέτρα ειδικότερα πρόβλεπαν απόλυση του 10% των δημοσίων υπαλλήλων, μείωση των μισθών κατά 20%, κλείσιμο μεγάλων νοσοκομείων, κ.α. Το δεύτερο θέμα που δεσπόζει στην επικαιρότητα αφορά στις έρευνες που γίνονται για να εξακριβωθούν οι λεπτομέρειες της εμπλοκής της χώρας στο πρόγραμμα μυστικών φυλακών της CIA καθώς εκεί μεταφέρονταν ύποπτοι για συμμετοχή σε τρομοκρατία και βασανίζονταν.

Οικονομικός πόλεμος κατά της Ισλανδίας (Πριν, 17 Ιανουαρίου 2010)

Με αμείωτη ένταση συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον της Ισλανδίας μετά την απόφαση του προέδρου της χώρας να προβάλει βέτο στην απόφαση της κυβέρνησης να καταβάλλει στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ολλανδίας τα λεφτά που έχασαν οι πολίτες τους από την κατάρρευση του ισλανδικού τραπεζικού συστήματος.

Στο εσωτερικό της Ισλανδίας εξ ίσου εντατικές είναι κι οι προετοιμασίες όσο πλησιάζει η μέρα του δημοψηφίσματος που θα τεθεί στην κρίση των 317.593  Ισλανδών η επίμαχη απόφαση. Οι πρώτες ενδείξεις, όπως έγιναν γνωστές με το κείμενο υπογραφών που τέθηκε υπ’ όψη του προέδρου και έφερε τα ονόματα 55.160 εκλογέων (23% του εκλογικού σώματος) προδικάζουν σαρωτική νίκη του «όχι». Τα επιχειρήματα άλλωστε που επικαλούνται πολύ δύσκολα ανατρέπονται. Το πρώτο σχετίζεται με το γεγονός ότι η αποζημίωση που κατέβαλλαν στους πολίτες τους η Αγγλία κι η Ισλανδία για τα λεφτά που έχασαν από την κατάρρευση της Icebank έφθαναν ακόμη και το ποσό των 100.000 ευρώ. Στο εσωτερικό ωστόσο της ΕΕ το όριο που είχε τεθεί ως κρατική εγγύηση για τις καταθέσεις έφθανε τα 20.887 ευρώ. Αγγλία και Ισλανδία επομένως εφάρμοσαν ένα μέτρο που δεν θα έθεταν σε ισχύ στην περίπτωση που κατέρρεε εγχώρια τράπεζα. Και το έπραξαν ξέροντας ότι άλλος θα πληρώσει τον λογαριασμό: η κυβέρνηση της Ισλανδίας και μέσω αυτής οι πολίτες της. Το δεύτερο επιχείρημα διατυπώθηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal στις 6 Ιανουαρίου: «Αγγλία και Ολλανδία δεν έπρεπε να πληρώσουν. Αυτοί που είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε ένα εξωχώριο ίδρυμα ήταν όλοι ενήλικες και θα πρέπει να ήταν ενήμεροι των κινδύνων. Φυσικά οι κυβερνήσεις αποζημίωσαν επειδή ήξεραν πως ήταν ευάλωτες στην κατηγορία ότι το δικό τους εποπτικό καθεστώς είχε αποτύχει». Τα δικά τους νώτα έσπευσαν επομένως να φυλάξουν, φεσώνοντας τους Ισλανδούς που ήδη έχουν δει το δημόσιο χρέος τους να φθάνει το 300% του ΑΕΠ!

Πέραν των παραπάνω οι Ισλανδοί αρνούνται να πληρώσουν το 50% του ΑΕΠ τους σε αποζημιώσεις και πνέουν μένεα εναντίον του Λονδίνου λόγω του ότι οι δικοί του χειρισμοί ήταν που έδωσαν τη χαριστική βολή και κατέρρευσε το τραπεζικό τους σύστημα. Ειδικότερα στις 8 Οκτώβρη του 2008, μια μέρα μετά την εθνικοποίηση της τράπεζας Landsbaki, μητρικής της Icesave, το Λονδίνο ενεργοποίησε την δρακόντεια αντιτρομοκρατική νομοθεσία του 2001 και πάγωσε κάθε περιουσιακό στοιχείο που βρισκόταν στην Αγγλία όχι μόνο της εν λόγω τράπεζας και του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος της Ισλανδίας, αλλά ακόμη και της κυβέρνησης. Η ενεργοποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας δεν σήμαινε μόνο τον διεθνή διασυρμό τους και την κατάρρευση και της ελάχιστης αξιοπιστίας που είχε απομείνει αλλά επίσης, σε πιο πρακτικό επίπεδο, την διακοπή κάθε δυνατότητας μεταφοράς χρημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά κι οι τρεις τράπεζες που είχαν βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα κατέρρευσαν, μη έχοντας καμιά δυνατότητα εξεύρεσης και μεταφοράς νέων πόρων που θα έλυναν το πρόβλημα της ρευστότητας.

Πίσω από την αντιπαράθεση επομένως δεν κρύβεται μόνο η φυσιολογική και δικαιολογημένη αντίδραση των Ισλανδών στην προοπτική να βάλουν από την τσέπη τους 3,91 δισ. ευρώ ποσό που ισοδυναμεί με 116.658 ευρώ για κάθε πενταμελή οικογένεια, αλλά κι η συσσωρευμένη οργή τους απέναντι στο Λονδίνο, από τη δεκαετία του ’70 ακόμη όταν οι δύο χώρες κόντεψαν να φθάσουν σε πόλεμο όταν η Ισλανδία απαγόρευσε στον βρετανικό αλιευτικό στόλο να αλιεύει στα χωρικά της ύδατα. Το Λονδίνο τώρα προσπάθησε να πάρει την εκδίκησή του. Μαζί του δε είχε και τη διεθνή των κερδοσκόπων, με τον οίκο αξιολόγησης Fitch για παράδειγμα αυθαίρετα κι εκδικητικά να υποβαθμίζει στο επίπεδο των «σκουπιδιών» τα κρατικά ομόλογα της Ισλανδίας αμέσως μετά το υπερήφανο «δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».

Ισλανδικό θαύμα! (Πριν 10/1/2010)

Μένεα πνέει εναντίον της Ισλανδίας η διεθνής των τοκογλύφων και των κερδοσκόπων μετά την άρνησή της να πληρώσει την Αγγλία και την Ολλανδία!

Η αρχή του δράματος που κορυφώθηκε την προηγούμενη Τρίτη, με ένα πραγματικά απροσδόκητο τρόπο, τοποθετείται τον Οκτώβριο του 2008 όταν έσπασε η φούσκα της Ισλανδίας. Πολλά από τα θύματά της προέρχονταν από την Ολλανδία και την Αγγλία που τοποθέτησαν τις καταθέσεις τους στις ισλανδικές τράπεζες λόγω των πολύ υψηλών επιτοκίων τα οποία χρησιμοποιούσαν ως κράχτες για να προσελκύουν ρευστό. Οι κυβερνήσεις των δύο αυτών χωρών για να αποτρέψουν τη δημιουργία κλίματος πανικού που θα οδηγούσε σε μαζική απόσυρση των καταθέσεων κι από τις εγχώριες τράπεζες αποζημίωσε τους πολίτες της για τα λεφτά που έχασαν στην Ισλανδία, περιμένοντας να εισπράξουν τα χρήματα από το Ρέυκιαβικ, όπως άλλωστε υποσχέθηκε η κυβέρνηση της χώρας.

Οι Ισλανδοί όμως είχαν διαφορετική γνώμη. Δεδομένου ότι στον κάθε έναν από τους 300.000 κατοίκους της χώρας θα αντιστοιχούσε ένα χρέος 20.000 δολαρίων στην περίπτωση που η κυβέρνηση έδινε τελικά στην Ολλανδία και την Αγγλία τα 6 δισ. δολ. δημιουργήθηκε ένα μαζικότατο κίνημα ενάντια στην κεντροαριστερή κυβέρνηση με μοναδικό στόχο να μην πληρώσει τον φόρο υποτέλειας στους διεθνείς κερδοσκόπους, που συνολικά ισοδυναμούσε με το μισό ΑΕΠ της χώρας! Εκπρόσωποι του κινήματος την Κυριακή το πρωί παρέδωσαν στον (δεξιό) πρόεδρο της Δημοκρατίας κείμενο υπογραφών με τα ονόματα του 25% των κατοίκων της χώρας. Ως αποτέλεσμα ο πρόεδρος έβαλε βέτο στην απόφαση της κυβέρνησης και παρέπεμψε το θέμα σε δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί τον Φεβρουάριο για να αποφασίσουν οι ίδιοι οι Ισλανδοί. Το αποτέλεσμα δε θεωρείται από τώρα γνωστό!

Το προεδρικό βέτο προκάλεσε την οργή της διεθνούς των κερδοσκόπων που προσπάθησαν να φορτώσουν στις πλάτες των Ισλανδών τα βάρη για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης, όπως έπραξαν και στον υπόλοιπο κόσμο μεταφέροντας τη χασούρα των τραπεζών στις τσέπες των φορολογουμένων. Η στάση ωστόσο των Ισλανδών (παρά τις απειλές από το ΔΝΤ και την ΕΕ και την τρομοκρατική – εκδικητική υποβάθμιση των κρατικών ομολόγων της από τους αναξιόπιστους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας) έδειξε ότι η συμμόρφωση με τις επιταγές φτώχειας και λιτότητας δεν αποτελεί μονόδρομο!