Η απέραντη ένδεια των ευρωλαγνικών επιχειρημάτων (Unfollow 43, Ιούλιος 2015)

008Η αλήθεια είναι πώς ανέκαθεν οι οπαδοί του ευρώ δεν τα πήγαιναν καλά στην προσπάθειά τους να δώσουν σχήμα και μορφή με έναν πειστικό τρόπο στο όραμά τους. Ακόμη και στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν τίποτε ορατό δεν σκίαζε τον κοινό ευρωπαϊκό ουρανό, το περίβλημα με το οποίο έντυναν το κοινό νόμισμα ήταν η σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη, που υποτίθεται ότι αυτομάτως θα ερχόταν και αυτομάτως θα βελτίωνε τα εισοδήματά μας, και τα χαμηλά επιτόκια, που πράγματι ήρθαν διευκολύνοντας όμως την υπερχρέωση των ιδιωτικών νοικοκυριών και αδυνατώντας να αποτρέψουν την δημοσιονομική κρίση των περιφερειακών κρατών της ευρωζώνης.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η δυσκολία τους σήμερα να πείσουν θετικά για τα πλεονεκτήματα της παραμονής στο ευρώ ή ακόμη και για τις ζημιές που θα υποστούμε αν ανακτήσουμε την νομισματική μας κυριαρχία έχει κορυφωθεί. Αναμενόμενο, προφανώς, από την στιγμή που όλα εκείνα που υποτίθεται ότι θα παθαίναμε αν βγαίναμε από το μαντρί (πχ όρια στις τραπεζικές αναλήψεις) συνέβησαν εξ αιτίας της παραμονής μας. Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις οι εκκλήσεις «μένουμε Ευρώπη» των ευρωλιγούρηδων συνοδεύονται από κενολογίες για την «ευρωπαϊκή πορεία που έχτισε ο ελληνικός λαός επί 40 χρόνια με θυσίες και συντριπτική πολιτική βούληση» (υιός Ψυχάρη, Βήμα 28 Ιουνίου 2015). Εδώ η κουτοπονηριά είναι εμφανής: ο,τιδήποτε κατάφερε ο εργαζόμενος άνθρωπος, με την εργασία του, να αποδοθεί στην «Ευρώπη των λαών» και το κοινό νόμισμα.

Κι η καταστροφή που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια, η οποία αποδεδειγμένα (λόγω του συγχρονισμού της σε όλη της ευρω-περιφέρεια) δεν θα είχε προσλάβει αυτή την μορφή αν δεν υπήρχε το κοινό νόμισμα, πως μπορεί να δικαιολογηθεί; Η καταστροφή, που είναι το κόστος της παραμονής στην ευρωζώνη φαίνεται παραστατικά σε δύο δείκτες. Πρώτο, από την καθίζηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) μεταξύ 2009 και 2014. Μετά δηλαδή από 5 έτη εφαρμογής των μνημονίων, όπως πολύ εύστοχα έδειξε ο Μανόλης Δρεττάκης στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 24 Ιουνίου (εδώ το σχετικό άρθρο), το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκε κατά 24,1% στη χώρα μας, η οποία κατρακύλησε στην 22η θέση από την 15η που κατείχε. Στην άλλη άκρη της κλίμακας το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Γερμανίας αυξήθηκε κατά 8,1%. Η απόσταση επομένως μεγάλωσε όχι μόνο λόγω των ζημιών της Ελλάδας αλλά και των κερδών της Γερμανία. Που είναι λοιπόν η πολυαναμενόμενη «σύγκλιση με την Ευρώπη»;

Η ζημιά που υπέστη το παραγωγικό κεφάλαιο στην Ελλάδα, κι αυτός είναι ο δεύτερος δείκτης των υπαρκτών ζημιών της παραμονής στην ευρωζώνη, όλα αυτά τα χρόνια προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία γιατί προεξοφλεί συρρίκνωση του προϊόντος και σταθεροποίηση της ανεργίας σε μεσοπρόθεσμο χρόνο. Ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι ακαθάριστες επενδύσεις στη βιομηχανία μεταξύ 2008-2012 έχουν μειωθεί κατά 41%, το καθαρό απόθεμα κεφαλαίου στην Ελλάδα το 2014 (σε τιμές του 2010 κι όπως παρουσιάζεται στη βάση στατιστικών δεδομένων της Γιουροστάτ, Ameco) είχε κατρακυλήσει σχεδόν στα επίπεδα του 2007. Μέσα σε μια οκταετία έμεινε δηλαδή στάσιμο. Την ίδια ακριβώς περίοδο το απόθεμα κεφαλαίου στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 8% και στην Γερμανία κατά 10,5%! Η συμμετοχή στην ευρωζώνη επομένως δεν βοήθησε ούτε καν την συσσώρευση του κεφαλαίου που, λόγω της τάσης της ανισόμετρης ανάπτυξης, σε κάθε χώρα της ΕΕ ακολούθησε διαφορετική και αποκλίνουσα κατεύθυνση.

Οι καταστροφικές επιπτώσεις της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ αποτυπώνονται επίσης και στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, όπου το έλλειμμα μπορεί να μειώθηκε θεαματικά από 43 δισ. ευρώ το 2008 σε 20 δισ. το 2014, αυτό ωστόσο συνέβη κυρίως λόγω της μείωσης των εισαγωγών (κατά 17 δισ. ευρώ) και δευτερευόντως λόγω της αύξησης των εξαγωγών (κατά 6 δισ. ευρώ). Οι δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας δηλαδή παρέμειναν, παρά την εσωτερική υποτίμηση, όπως αποκαλείται η μείωση των μισθών, που τροφοδότησε τα κέρδη των εξαγωγέων χωρίς να αυξήσει σημαντικά τις ίδιες τις εξαγωγές. Η δομική υστέρηση εκφράζεται στα δεκάδες δισ. ευρώ που έχουν όλα αυτά τα χρόνια ξοδευτεί για εισαγωγές χοιρινού και βόειου κρέατος και γάλακτος κυρίως από την Γερμανία και την Ολλανδία ακόμη και ζάχαρης από την Γαλλία! Η ολοκλήρωση επομένως της αγοράς στο πλαίσιο της ευρωζώνης δεν παρήγαγε συμμετρικά, ισόρροπα αποτελέσματα, είχε χαμένους και κερδισμένους, καταδικάζοντας χώρες όπως η Ελλάδα να γίνουν καθαροί εισαγωγείς ακόμη και σε διατροφικά προϊόντα που ανέκαθεν ήταν καθαροί εξαγωγείς, εισφέροντας μέσω αυτών των εξαγωγών στο παρελθόν τεράστια συναλλαγματικά οφέλη στην οικονομία. Στον «παράδεισο του ευρώ» όμως οι εισαγωγές ζάχαρης από τη Γαλλία μόνο το 2014 στοίχησαν 142 εκ. ευρώ (με βάση πρόσφατη έκθεση του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων) και χιλιάδες θέσεις εργασίας στην μεταποίηση και την γεωργία χαμένες λόγω του κλεισίματος των εργοστασίων της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης. (Εδώ σχετικό ρεπορτάζ)

Ο ίδιος «αιματηρός» απολογισμός μπορεί να γίνει σε πολλούς ακόμη κλάδους, πολύ πιο στρατηγικής σημασίας, όπως για παράδειγμα η ναυπηγική βιομηχανία, που κάλλιστα μπορούσε να λύσει όχι μόνο το πρόβλημα της ακτοπλοϊκής σύνδεσης των δεκάδων ελληνικών νησιών, αλλά και της επέκτασης της σιδηροδρομικής κάλυψης στην ηπειρωτική Ελλάδα. Στόχος με πολλαπλά οφέλη που δεν περιορίζονται μόνο στην διευκόλυνση της καθημερινότητας των πολιτών. Επεκτείνονται και στην ίδια την οικονομία, καθώς θα διευκολυνόταν το εμπόριο, εντός κι εκτός Ελλάδας.

Τούτων δοθέντων οι πιο επιστημονικοφανείς αναλύσεις για τα οφέλη από την παραμονή στο ευρώ ξεκινούν και τελειώνουν υπενθυμίζοντας την ανάγκη των διαρθρωτικών αλλαγών: μια εύσχημη μετονομασία της μείωσης των μισθών, της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων και της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Ένα επιχείρημα, που μπορεί να φάνταζε δύσκολο να ανασκευαστεί πριν πέντε χρόνια, όταν ο ΣΕΒ ζητούσε επιμόνως τη φιλελευθεροποίηση των αγορών, υποσχόμενος μείωση της ανεργίας και ευημερία. Πλέον όμως όταν οι διαρθρωτικές αλλαγές που έγιναν στην Ελλάδα έχουν χτυπήσει κόκκινο, ξεπερνώντας κάθε ρεκόρ, ποιος μπορεί πειστικά να υποστηρίξει ότι ακόμη κι η μείωση των μισθών στα «βαλκανικά επίπεδα» των 300 ευρώ, όπως κατ’ επανάληψη έχει ζητήσει η τρόικα, μπορεί να οδηγήσει σε επανεκκίνηση την παραγωγή και στο ξεπέρασμα των δομικών αδυναμιών, που έχουν οξυνθεί εξ αιτίας του ανταγωνισμού στην ευρωζώνη;

Ελλείψει επομένως οποιουδήποτε σοβαρού επιχειρήματος ανθούν οι άναρθρες κραυγές περί Αρμαγεδδώνα, σεισμών, λοιμών και καταποντισμών που θα ακολουθήσουν αν η Ελλάδα βγει από το ευρώ και εισαγάγει το δικό της, εθνικό νόμισμα. Ανθούν ακόμη και ανοησίες, όπως το συμπέρασμα που κατέληγε το Βήμα στις 14 Ιουνίου (σε άρθρο με τίτλο Πώς θα ήταν η Ελλάδα με εθνικό νόμισμα) βάσει του οποίου σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ «το σουβλάκι θα γίνει είδος πολυτελείας». Ο συντάκτης του άρθρου ξεχνάει ωστόσο πως επί δραχμών το σουβλάκι έκανε 100 ή 150 δραχμές και σήμερα φτάνει ακόμη και τα 2 ευρώ, έχει αυξηθεί δηλαδή η τιμή του ακόμη και 7 φορές! Αυτός ήταν ο παράδεισος του ευρώ…

Ρήξη: Επιστροφή στην «εποχή των σπηλαίων» ή νέος «χρυσός αιώνας»; (Πριν, 30/5/2015)

article-2294971-1344B500000005DC-125_634x365Όταν τα ήπια επιχειρήματα, για το «σπίτι των λαών», τη δυνατότητα της ΕΕ να μεταρρυθμιστεί και την πειθώ των λογικών επιχειρημάτων, καταρρέουν τότε επιστρατεύεται το τελευταίο επιχείρημα των Μνημονιακών και νεοφιλελεύθερων: Η ρήξη εμφανίζεται σαν ισοδύναμο της επιστροφής στην «εποχή των σπηλαίων».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Αξίζει έτσι να επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε το περίγραμμα της επόμενης μέρας της ρήξης, δηλαδή της αθέτησης πληρωμών και της μονομερούς διαγραφής του δημόσιου χρέους και της εξόδου από την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αναγκαίο δε να τονισθεί το τεράστιο μεθοδολογικό πρόβλημα που εγείρεται καθώς με τα δεδομένα του σήμερα επιχειρείται να λυθεί μια εξίσωση του αύριο, όταν όλες οι παράμετροι του προβλήματος θα έχουν αλλάξει άρδην. Πρόκειται μάλιστα για περιορισμό που δεν επιδρά μόνο ούτε καν κυρίως αρνητικά, δεδομένου ότι η σύγκρουση με το κεφάλαιο θα στερήσει την κοινωνία από πολύτιμους και υπαρκτούς πόρους (πχ τα 6 δισ. καθαρών εισροών από τις δοσοληψίες με την ΕΕ το 2015), αλλά κατά βάση θετικά, δεδομένης της ασύλληπτης καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, που τείνει να λάβει ενδημικό χαρακτήρα: από την ανεργία που έχει σταθεροποιηθεί στο 26%, μέχρι το αργούν παραγωγικό δυναμικό που στη βιομηχανία αγγίζει το 34%.

Επτά είναι οι τομείς που θα επηρεαστούν άμεσα την επόμενη μέρα της ρήξης κι έχουν επίσης σημασία τόσο για τα λαϊκά εισοδήματα όσο και για την οικονομία: Νόμισμα, χρηματοδότηση εισαγωγών και ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού, τράπεζες, διατροφή, ενέργεια και φάρμακα.

Η ισοτιμία του νέου νομίσματος το πρώτο χρονικό διάστημα θα είναι συνδεδεμένη και σε σχέση ένα προς ένα με το ευρώ, παρότι η ισοτιμία που αντιστοιχεί στη δομή της ελληνικής οικονομίας είναι χαμηλότερη ακόμη κι απ’ αυτήν που έχει σήμερα το ευρώ: Μια ισοτιμία ιδανικά «μαλακή» (λόγω της παρουσίας των νοτίων χωρών στην ευρωζώνη) για να μπορεί να εξάγει η Γερμανία, καταστροφικά «σκληρή» ωστόσο για την περιφέρεια. Η πρόσδεση στο ευρώ θα είναι πολιτική απόφαση για να αποτραπούν τιμωρητικού χαρακτήρα κερδοσκοπικές επιθέσεις στη νέα δραχμή και τα απανωτά σοκ στις καθημερινές συναλλακτικές συνήθειες. Ανάλογες πρακτικές «σύνδεσης» δεν ακολουθούνται μόνο από «κλειστές οικονομίες», αλλά και από υπερ-διεθνοποιημένες όπως του Χονγκ Κονγκ. Οι επιπτώσεις της υποτίμησης στα λαϊκά εισοδήματα μπορούν να εξουδετερωθούν με ανάλογες μισθολογικές αυξήσεις, ενώ στο επίπεδο τιμών, όπως έχει δείξει ο Θ. Μαριόλης, θα είναι ελεγχόμενες. Δεν θα προκύψει δηλαδή ανεξέλεγκτος πληθωρισμός. Κίνδυνος που είναι αστείο να προβάλλεται σε μια οικονομία η οποία πάσχει από αποπληθωρισμό και, σε επίπεδο ευρωζώνης, για την αντιμετώπισή του ξοδεύονται μηνιαίως 60 δισ. ευρώ, μέσω του προγράμματος Ποσοτικής Χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Δάνεια που έχουν συναφθεί σε ευρώ, με νόμο θα μετατραπούν στο νέο νόμισμα.

Βελτίωση κι όχι υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου

θα ακολουθήσει τη διαγραφή του χρέους και την έξοδο από ευρώ – ΕΕ

Το αναγκαίο συνάλλαγμα για την κάλυψη του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου που (χωρίς καύσιμα και πλοία) ανήλθε το 2014 σε 8,13 δισ. ευρώ (από 16,04 δισ. το 2010) μπορεί να καλυφθεί από το πλεονασματικό ισοζύγιο ταξιδιωτικών υπηρεσιών που το 2014 ανήλθε σε 11,32 δισ. ευρώ (13,39 δις. εισπράξεις μείον 2,07 πληρωμές). Η μικρή παρουσία καθετοποιημένων τουριστικών δραστηριοτήτων, που ελέγχονται από πολυεθνικές-παρά την αυξανόμενη τους διείσδυση στον κλάδο τα τελευταία χρόνια, επιτρέπει σε μια κυβέρνηση να παρέχει τα κατάλληλα κίνητρα για να συγκεντρώσει αυτούς τους πόρους. Επιπλέον το κλίαρινγκ (μη εγχρήματες μορφές ανταλλακτικού εμπορίου) μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη συναλλάγματος, ενώ έξυπνα μέτρα προώθησης των εισαγωγών, όπως αυτά που εφαρμόζει πετυχημένα η Αργεντινή με την υποχρέωση που αναλαμβάνει κάθε εισαγωγέας να εξάγει ένα συγκεκριμένο ποσοστό της αξίας των εισαγωγών του, περιορίζουν την ανάγκη σε συνάλλαγμα και τονώνουν τις εξαγωγές.

Ανάγκη για κάλυψη των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού δεν υπάρχει τουλάχιστον για παλιούς και νεοφώτιστους λάτρεις των Μνημονίων που υποστηρίζουν ότι παρέδωσαν πλεονάσματα. Για όλους τους υπόλοιπους που οι αυξημένες ανάγκες επανασύστασης των εσχάτως παρηκμασμένων και μόνιμα ελλιπών κοινωνικών δομών αποτελούν προτεραιότητα υπάρχει η δυνατότητα κοπής νέου χρήματος, που φυσικά κινείται σε περιορισμένα όρια. Πέρα απ’ αυτά υπάρχει η βασιλική οδός του εσωτερικού δανεισμού, που κάλλιστα μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο αναδιανομής κι ενίσχυσης των χαμηλών εισοδημάτων, δείχνοντας πως δεν είναι μεμπτές όλες οι μορφές χρέους. Έτσι άλλωστε ήταν σε έναν βαθμό όσο το ελληνικό δημόσιο κάλυπτε τις χρηματοδοτικές του ανάγκες μέσω της έκδοσης εντόκων γραμματίων που απευθύνονταν στο αποταμιευτικό κοινό, ακόμη και τη δεκαετία του ‘90. Ενδεικτικά, το 1998 το 80% του δανεισμού ήταν εσωτερικός, με το 70% αυτού του δανεισμού να είναι βραχυχρόνιος, μικρού δηλαδή κινδύνου. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ κατήργησε αυτή την δυνατότητα προς όφελος των τραπεζών γενικά (που εξαφάνισαν έτσι τον ανταγωνισμό τον οποίο δέχονταν) και των χρηματοπιστωτικών κολοσσών ειδικότερα που ανέλαβαν τον δανεισμό των κρατών. Η ασφάλεια που παρέχει ο εσωτερικός δανεισμός φαίνεται πεντακάθαρα στην περίπτωση της Ιαπωνίας που τα επίπεδα ρεκόρ του δημόσιου χρέους της (246,1% για το 2015), ακριβώς επειδή είναι εσωτερικός κι επιδεχόμενος επομένως άπειρων αθόρυβων αναδιαρθρώσεων, δεν έχουν οδηγήσει σε υποβάθμιση το αξιόχρεό της από τους οίκους αξιολόγησης. Ο κίνδυνος που αποτελεί για την διεθνή κερδοσκοπία ο εσωτερικός δανεισμός φάνηκε κι από την τιμωρητική συμπεριφορά που επιδείχθηκε με αφορμή το PSI τον Φεβρουάριο του 2012 όταν για τους ομολογιούχους δεν προβλέφθηκε καμιά πρόνοια. ΔΝΤ και χρηματοπιστωτικοί οίκοι ήθελαν να εξαλείψουν για πάντα αυτή την δυνατότητα. Αντίθετα, μια κυβέρνηση που θέλει να επανασυστήσει την εσωτερική αγορά δανεισμού οφείλει να αποζημιώσει στο ακέραιο τους ομολογιούχους που καταστράφηκαν το 2012, ορίζοντας ενδεχομένως κι ένα πλαφόν, πχ. 100.000 ευρώ, για να αποκλειστούν τα πολύ υψηλά εισοδήματα.

Η άμεση εθνικοποίηση των τραπεζών θα απαλλάξει την κοινωνία από την αγωνία του παρατεταμένου επιθανάτιου ρόγχου τους. Οι τράπεζες σήμερα, παρά τα 211 δισ. που έχουν πάρει από το 2008 υπό την μορφή ρευστού και εγγυήσεων, είναι σε πολύ χειρότερη μοίρα όπως δείχνει η σχέση δανείων και καταθέσεων: από μια σχέση θαυμαστής ισορροπίας το 2000 (δάνεια 108,23 δισ. ευρώ προς καταθέσεις 109,23 δισ. ευρώ ή 99%) σε μια ασυμμετρία που προκαλούσε ζάλη το 2009 (300,32 δισ. δάνεια προς 237,53 δισ. καταθέσεις ή 126%) η οποία έχει επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο (214 δισ. δάνεια τον Ιανουάριο του 2015 προς 147 δισ. καταθέσεις ή 146%, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να ανέρχονται σε 78 δισ. ευρώ) κι η οποία έχει ήδη επιδεινωθεί και θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο, λόγω της φυγής των καταθέσεων που προκαλεί η πολιτική ασφυξίας της ΕΚΤ.

Στα είδη διατροφής, με βάση μελέτη τη ΠΑΣΕΓΕΣ (εδώ μπορείτε να την διαβάσετε) που εξετάζει 41 βασικά αγροτικά – διατροφικά προϊόντα φυτικής και ζωικής παραγωγής για το έτος 2011 (Αύγουστος 2012) παρατηρείται αυτάρκεια (όπως ορίζεται η παραγωγή προς την κατανάλωση, με την κατανάλωση να ορίζεται ως παραγωγή συν εισαγωγές μείον τις εξαγωγές) στο ελπιδοφόρο επίπεδο του 91,5%. Με μια δεύτερη ωστόσο ματιά φαίνεται ότι η υψηλότερη αυτάρκεια παρατηρείται σε μη αναγκαία προϊόντα (ελιές βρώσιμες 996%, σταφίδα 275%, αλιεύματα 221%, πορτοκάλια 191% και ακτινίδια 180%), ενώ η χαμηλότερη στα σχεδόν απαραίτητα (ζάχαρη 14%, κρέας βόειο 29%, φακές 33%, σιτάρι μαλακό 33% και χοιρινό 36%). Η περίπτωση της ζάχαρης ωστόσο είναι χαρακτηριστική για να φανεί η καταστροφή που επήλθε στην αγροτική παραγωγή λόγω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και των οδηγιών της ΕΕ που οδήγησαν σε κλείσιμο τα εργοστάσια της ΕΒΖ, προς όφελος των γερμανών εξαγωγέων κι έτσι η Ελλάδα από καθαρός εξαγωγέας έγινε καθαρός εισαγωγέας. Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν και στην κτηνοτροφία. Η δυνατότητα να καλύψει μια χώρα το κενό, στο πλαίσιο μιας στροφής της πολιτικής της, αποδείχθηκε το 2010 όταν η Ρωσία προέβη σε μαζικές αγορές νεαρών αγελάδων γαλακτοπαραγωγής από τη Δ. Ευρώπη καταφέρνοντας να γίνει αυτάρκης σε 2 χρόνια μέσα.

Σε ό,τι αφορά τα στερεά καύσιμα η αγορά χαρακτηρίζεται από υπερπροσφορά με εγκατεστημένη ισχύ 17.500 MW και τη ζήτηση να ανέρχεται στο ανώτατο σημείο της στις 7.000 MW. Όπως συμβαίνει και στην παραγωγή των τροφίμων, έτσι και στην ενέργεια αν δεν υπήρχαν οι οδηγίες της ΕΕ στο πλαίσιο της λεγόμενης απελευθέρωσης, θα μπορούσε να παράγεται πολύ φθηνότερο ρεύμα, σταματώντας για παράδειγμα την σκανδαλώδη χρηματοδότηση των ιδιωτών που ελέγχουν τις ΑΠΕ, επιτρέποντας την επέκταση της ΔΕΗ, κλπ. Σε ό,τι αφορά τα υγρά καύσιμα η στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με τη Ρωσία κι η επιλογή του Ιράν ως προμηθευτή, στη θέση των αμερικάνικων προτεκτοράτων, μπορεί να εξασφαλίσει πολύ πιο φθηνά καύσιμα.

Τέλος, στα φάρμακα μπορεί σήμερα η εγχώρια παραγωγή (από 27 φαρμακοβιομηχανίες) να καλύπτει το 18% μόνο της ζήτησης με το υπόλοιπο 82% να καλύπτεται από πολυεθνικές, οι ίδιοι ωστόσο οι βιομήχανοι που καταγγέλλουν την σκανδαλώδη πριμοδότηση των πολυεθνικών στα χρόνια του Μνημονίου κι οποίοι εξάγουν σε 80 χώρες, έχουν δηλώσει ότι μπορούν να καλύψουν με ποιοτικά φάρμακα σε χαμηλό κόστος το 70% της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και το 50% της νοσοκομειακής. Αρκεί να δοθούν οι κατάλληλες οδηγίες στη συνταγογράφηση…

Εν κατακλείδι στα τρόφιμα, την ενέργεια, τα φάρμακα αλλά και γενικότερα, η επαναστατική ρήξη, γιατί καμιά αστική κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει τα παραπάνω μέτρα, θα απελευθερώσει ασύλληπτες προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις, που σήμερα ακρωτηριάζονται, επιτρέποντας στην κοινωνία να εισέλθει σε ένα νέο «χρυσό αιώνα»…

Σοφία Αντωνοπούλου*: Διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους (Πριν, 15/2/2015)

Antonopoulou Sofia«Η σύνδεση της αποπληρωµής των οµολόγων µε ρήτρα ανάπτυξης, αν δεν συνδυαστεί µε διαγραφή του µεγαλύτερου µέρους του χρέους, τότε θα αφήσει το χρέος εκεί στραγγαλίζοντας επ’ αόριστον την ελληνική κοινωνία» τονίζει στο Πριν η οικονοµολόγος και καθηγήτρια στο ΕΜΠ Σ. Αντωνοπούλου

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

– Τα τελευταία χρόνια το δηµόσιο χρέος και τα ελλείµµατα κυριαρχούν στην ατζέντα της οικονοµικής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη, µε πρωτοβουλία της ΕΕ. Ποιο κατά βάθος είναι το ζητούµενο πίσω από αυτή την επιλογή;

Είναι κυρίως η επιβολή της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. To δηµόσιο χρέος των υπερχρεωµένων χωρών και ιδιαίτερα της Ελλάδας, η οποία έχει επιλεχθεί ως το κατεξοχήν πειραµατόζωο της ΕΕ, γίνεται ο βασικός µοχλός επιβολής ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών (απελευθέρωση αγορών, µεταξύ των οποίων και της αγοράς εργασίας, αποδόµηση κράτους πρόνοιας, ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών τοµέων της οικονοµίας κ.λπ.). Θα πρέπει να σηµειώσουµε ότι νεοφιλελεύθερες πολιτικές εφαρµόζονται και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, αλλά σε ηπιότερο βαθµό απ’ ό,τι στις υπερχρεωµένες χώρες. Όσον αφορά τα δηµοσιονοµικά ελλείµµατα, ο µηδενισµός τους ή η µετατροπή τους σε πλεονάσµατα είναι βασικός πυλώνας της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας (Συνθήκη του Μάαστριχτ).

– Το ελληνικό δηµόσιο χρέος πρέπει να αποπληρωθεί ή όχι;

– Ακόµη κι αν υποθέταµε ότι πρέπει να αποπληρωθεί, απλούστατα δεν είναι δυνατό να αποπληρωθεί – κι ας θυσιαζόντουσαν πέραν της σηµερινής και µελλοντικές γενιές Ελλήνων προς όφελος των διεθνών τοκογλύφων.

– Ευθύνεται ο ελληνικός λαός για τηνδηµιουργία του;

Ασφαλώς όχι. Είναι στην πραγµατικότητα αποτέλεσµα της κερδοσκοπίας επί των ελληνικών κρατικών οµολόγων από τις ευρωπαϊκές επενδυτικές τράπεζες, οι οποίες διασώθηκαν µε τη µεταφορά του αβάσταχτου βάρους στον ελληνικό λαό. Ας σηµειώσουµε ότι οι επενδυτικές τράπεζες κολοσσοί (στην πραγµατικότητα κερδοσκοπικές τράπεζες), τόσο οι ευρωπαϊκές όσο και οι αµερικανικές, µε την αχαλίνωτη και ανεύθυνη κερδοσκοπία τους ευθύνονται για την παγκόσµια χρηµατοπιστωτική κρίση του 2007-2009.

Οι τράπεζες αυτές διασώθηκαν µε τη διοχέτευση τρισεκατοµµυρίων για τη στήριξή τους. Τα θηριώδη αυτά ποσά µετατράπηκαν σε δηµόσια χρέη, τα οποία αποπληρώνονται τώρα από τους ευρωπαϊκούς και τον αµερικανικό λαό (η περίπτωση του ελληνικού τραπεζικού συστήµατος δεν υπάγεται ακριβώς στο σχήµα αυτό, καθώς οι ελληνικές τράπεζες δεν ήταν ιδιαίτερα εκτεθειµένες στα λεγόµενα «τοξικά» χρηµατοοικονοµικά προϊόντα). Η παράνοια του καπιταλιστικού συστήµατος και των πολιτικών εκπροσώπων του είναι ότι οι τράπεζες αυτές δεν επαναρρυθµίστηκαν, ώστε να αποτραπεί µια µελλοντική παγκόσµια χρηµατοπιστωτική κρίση. Να επισηµάνουµε πως το διεθνές χρηµατοπιστωτικό σύστηµα άρχισε να απελευθερώνεται (απορρύθµιση) σταδιακά από τα µέσα της δεκαετίας του 1970. Η απελευθέρωση του διεθνούς χρηµατοπιστωτικού συστήµατος είναι θεµελιώδης πλευρά της νεοφιλελεύθερης παγκοσµιοποίησης.

– Μπορεί η πρόταση για έκδοση οµολόγων χωρίς ηµεροµηνία λήξης, την οποία πρότεινε ο Γ. Βαρουφάκης, να αποτελεί λύση για το χρέος;

– Ασφαλώς όχι. Η πρόταση αυτή είναι ένα πυροτέχνηµα του Γ. Βαρουφάκη. Τα οµόλογα αυτά (perpetual bonds) έχουν προ πολλού πάψει να εκδίδονται από κράτη, καθώς θεωρούνται και είναι στην πραγµατικότητα ακριβός τρόπος χρηµατοδότησης. Για µια υπερχρεωµένη χώρα όπως η Ελλάδα το επιτόκιο, λόγω του ενεχόµενου ρίσκου, µπορεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό.
Αλλά και η σύνδεση της αποπληρωµής των οµολόγων µε ρήτρα ανάπτυξης (το άλλο σκέλος της πρότασης Βαρουφάκη), αν δεν συνδυαστεί µε διαγραφή του µεγαλύτερου µέρους του χρέους, δεν σηµαίνει τίποτε άλλο παρά την αποπληρωµή µικρότερων ή µεγαλύτερων ποσών τοκοχρεολυσίων ανάλογα µε το ρυθµό ανάπτυξης. Το χρέος όµως θα παραµένει εκεί, στραγγαλίζοντας επ’ αόριστον την ελληνική οικονοµία και κοινωνία.

– Τι πρέπει να γίνει για το δηµόσιο χρέος;

– Αν δεν διαγραφεί το µεγαλύτερο µέρος του, δεν είναι δυνατό να απελευθερωθούν πόροι για την οικονοµική ανάπτυξη, την απορρόφηση της πρωτοφανούς ανεργίας, την αντιµετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και της φτωχοποίησης του ελληνικού λαού.

– Μια ριζοσπαστική λύση σαν κι αυτήν θα είναι πρόθυµοι να την αποδεχθούν οι πιστωτές;

Η Ευρώπη σήµερα βρίσκεται κάτω από την µπότα της Γερµανίας, η οποία είναι το κύριο κέντρο απ’ όπου εκπορεύονται οι ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, δηλαδή οι ακραίες πολιτικές λιτότητας. Στην πραγµατικότητα η Γερµανία διεξάγει σήµερα ένα νέο πόλεµο για να καθυποτάξει την Ευρώπη, αυτή τη φορά µε οικονοµικά µέσα. Η πολιτική αυτή είναι παρανοϊκή (όπως και οι προηγούµενες απόπειρες της Γερµανίας), διότι είναι εντελώς αδιέξοδη, όπως αποδεικνύεται περίτρανα στην περίπτωση της Ελλάδας, ενώ παράλληλα προκαλεί ανείπωτη για τα µεταπολεµικά δεδοµένα οδύνη στους ευρωπαϊκούς λαούς, πράγµα το οποίο θα οδηγήσει αργά ή γρήγορα σε κοινωνικές εκρήξεις, καθώς οι ευρωπαϊκοί λαοί είναι διαπαιδαγωγηµένοι από την ιστορία τους στους κοινωνικούς αγώνες.

Η Γερµανία αισθάνεται ακόµη, τουλάχιστον φαινοµενικά, παντοδύναµη. Αρνείται την οποιαδήποτε συζήτηση για αποµείωση του χρέους, παρόλο που το ελληνικό αίτηµα βρίσκει πολλές φωνές συµπαράστασης κυρίως στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού (βλ. δηµοσιεύµατα Μπλούµπεργκ, Ουάσινγκτον Ποστ, κ.λπ.). Εντούτοις και η Γαλλία και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά αρνούνται την αποµείωση του ελληνικού χρέους. Αλλά οι ασκούµενες, γερµανικής κοπής πολιτικές πλήττουν κυρίως τον ευρωπαϊκό Νότο. Αυτό δηµιουργεί ρήγµα στην ευρωζώνη, το οποίο δοκιµάζει καίρια τις αντοχές της. Τόσο περισσότερο που η ευρωζώνη βρίσκεται σε ιδιαίτερα εύθραυστη ισορροπία. Αυτό είναι και το κυριότερο όπλο που η Ελλάδα διαθέτει.

Επιστροφή σε εθνικό νόµισµα για άσκηση εθνικής κυριαρχίας

Δηλαδή η σύγκρουση µε τους πιστωτές της κι ένα αδιέξοδο στις διαπραγµατεύσεις που θα οδηγούσε σε στάση πληρωµών θα έπληττε καίρια την ευρωζώνη και θα οδηγούσε µε µαθηµατική ακρίβεια στην κατάρρευσή της, καθώς θα δηµιουργούσε φαινόµενα ντόµινο. Η κατάρρευση της ευρωζώνης θα προκαλούσε µία νέα παγκόσµια χρηµατοπιστωτική κρίση, χειρότερη από αυτήν του 2007-2009. Αυτό είναι που φοβούνται και οι Αµερικανοί και ακριβώς γι’ αυτό ο πρόεδρος Μπ. Οµπάµα είπε ότι η επίλυση της ελληνικής κρίσης είναι προς το συµφέρον και της αµερικανικής οικονοµίας. Αυτό εννοούσε και ο βρετανός υπουργός οικονοµικών Τζ. Όσµπορν όταν είπε, µετά τη συνάντησή του µε τον Βαρουφάκη, ότι η διαµάχη Ελλάδας και ΕΕ αντιπροσωπεύει σήµερα τον µεγαλύτερο κίνδυνο για την παγκόσµια οικονοµία. Αυτό δεν έχει ίχνος υπερβολής. Η αµερικανική και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν µπορούν να αντιµετωπίσουν µια νέα παγκόσµια χρηµατοπιστωτική κρίση, καθώς έχουν εξαντλήσει τα οπλοστάσιά τους για την αντιµετώπιση της προηγούµενης, η οποία µετασχηµατίστηκε από χρηµατοπιστωτική κρίση σε κρίση κρατικών χρεών. Δεν είναι υπερβολή να πούµε ότι σ’ αυτές τις συνθήκες ο Γολιάθ (Γερµανία) είναι σε µειονεκτική θέση σε σχέση µε τον Δαβίδ (Ελλάδα), αρκεί ο τελευταίος να συνειδητοποιήσει τη δύναµή του.

– Ποια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά µιας αριστερής πολιτικής στην οικονοµία σήµερα;

– Εξαρτάται από το πώς εννοεί κανείς την αριστερή πολιτική. Αν ως αριστερή πολιτική εννοούµε την έξοδο από την ύφεση, την αντιµετώπιση της ανεργίας, την επαναδόµηση του κοινωνικού κράτους, την αντιµετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης κ.λπ., τότε είναι απαραίτητη η εφαρµογή κεϋνσιανών πολιτικών (αύξηση δηµοσίων δαπανών και µείωση φόρων, δηλαδή κατ’ ανάγκη ελλειµµατικοί προϋπολογισµοί, κ.λπ.).

Παράλληλα χρειάζεται επανεκκίνηση της οικονοµίας και µέσω των εξαγωγών. Αυτό µπορεί να επιτευχθεί γρήγορα και αποτελεσµατικά µέσω υποτίµησης του νοµίσµατος. Αυτόν όµως τον νοµισµατικό µοχλό δεν τον διαθέτουµε όσο δεν έχουµε δικό µας νόµισµα (το εθνικό νόµισµα είναι γενικότερα απαραίτητο για την άσκηση οικονοµικής κυριαρχίας, χωρίς την οποία είναι κανείς αναγκασµένος να ακολουθεί οικονοµικές πολιτικές που ευνοούν τους ισχυρότερους). Επιπλέον, όπως είναι φανερό από τα παραπάνω, είναι απολύτως αναγκαία η διαγραφή του µεγαλύτερου µέρους του χρέους, ώστε να απελευθερωθούν πόροι για την ανάπτυξη και την άσκηση κοινωνικής πολιτικής .

Αν, τώρα, ως αριστερή πολιτική εννοούµε πέραν των ανωτέρω µια αντικαπιταλιστική ρήξη αυτό, όπως είναι ευνόητο, προϋποθέτει την αποφασιστική κινητοποίηση του λαού και τη σταδιακή δηµιουργία επαναστατικών συνθηκών. Κάτι τέτοιο όµως δεν βρίσκεται προς το παρόν στην ηµερήσια διάταξη της ιστορικής συγκυρίας. Αλλά η Ιστορία είναι απρόβλεπτη.

*Η Σοφία Αντωνοπούλου είναι καθηγήτρια στο ΕΜΠ με γνωστικό αντικείμενο την «Ελληνική και Διεθνή Οικονομία και Ανάπτυξη»

 

Ελληνικό αδιέξοδο εντός ευρώ (Επίκαιρα, 14-20.3.2013)

draxmi2Σε ένα κρίσιμο, ιστορικής σημασίας, σημείο καμπής έχει οδηγηθεί η ελληνική οικονομία κλείνοντας τρία χρόνια από την υιοθέτηση του πρώτου Μνημονίου καθώς όλες μα όλες οι προβλέψεις έχουν ανατραπεί επί τα χείρω χωρίς από την άλλη να διαφαίνεται καμία προοπτική ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας και τερματισμού αυτού του εφιάλτη. Τα νούμερα μιλούν από μόνα τους: Η ανεργία με βάση εκτιμήσεις του ΚΕΠΕ θα συνεχίσει την ανοδική της πορεία, ξεπερνώντας το 30% κι αν περάσει η απαίτηση της Τρόικας για 25.000 απολύσεις στο δημόσιο φέτος, η ανεργία θα προσλάβει εφιαλτικές διαστάσεις, καθώς το ένα κύμα απολύσεων στο δημόσιο θα διαδέχεται το άλλο. Το διαθέσιμο εισόδημα ως αποτέλεσμα της μείωσης των μισθών και της αύξησης των φόρων έχει μειωθεί κατά 50% και θα υποστεί ακόμη μεγαλύτερη μείωση με την εφαρμογή των μέτρων του τρίτου Μνημονίου. Τα έσοδα στα δημόσια και ασφαλιστικά ταμεία υπολείπονται σταθερά των στόχων, κι οι αποκλίσεις θα αυξάνονται ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φτώχειας και της ανεργίας, όσες ρυθμίσεις κι αν ανακοινώσουν. Στον επιχειρηματικό χάρτη όσες επιχειρήσεις δεν κλείσουν τους επόμενους μήνες λόγω ανεπαρκούς ζήτησης θα διερευνούν τις οδούς ασφαλούς μεταφοράς είτε της έδρας τους είτε της παραγωγής τους στο εξωτερικό (όπως έκαναν κι οι σημαντικότερες από τις εναπομείνασες κερδοφόρες πρόσφατα όπως η ΦΑΓΕ, η 3Ε, κ.α.) με δραματικά αποτελέσματα τόσο για τα δημόσια έσοδα όσο και για την απασχόληση, εντείνοντας την οικονομική ερημοποίηση της Ελλάδας.

Η δραματική αυτή κατάσταση που βιώνουμε είναι το αποτέλεσμα ενός αριστοτεχνικού (στην ακρίβεια του σχεδιασμού και της εφαρμογής του) σχεδίου διάσωσης των πιστωτών μας. Τράπεζες και κερδοσκόποι που επί δεκαετίες απομυζούσαν τον ελληνικό προϋπολογισμό επιβάλλοντας εξωφρενικά επιτόκια (πολλαπλάσια πχ των γερμανικών), μόλις είδαν τα πρώτα σύννεφα ξεφόρτωσαν τα ομόλογά τους κι εξαφανίστηκαν επιβάλλοντας ωστόσο, εν είδει τιμωρίας, το πιο βάρβαρο πρόγραμμα λιτότητας που έχει εφαρμοστεί στη Δυτική Ευρώπη.

Το ερώτημα ωστόσο είναι τι κάνουμε τώρα! Οι καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι «πιάσαμε τον πάτο», άρα αρχίζει η ανοδική πορεία, δεν πείθουν γιατί ακόμη και να ισχύει, είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν είμαστε αντιμέτωποι με έναν κλασσικό κύκλο (τύπου U ή ακόμη και V ), αλλά με μια παρατεταμένη ύφεση (τύπου L). Το ζητούμενο δηλαδή ήταν εξ αρχής η ελληνική οικονομία να αλλάξει και ειδικότερα να κατέβει κατηγορία.

Ακατάλληλη για την Ελλάδα η νομισματική πολιτική του ευρώ

Μοναδική δυνατότητα που έχει η Ελλάδα να θέσει ξανά σε λειτουργία την οικονομική της μηχανή, που αποτελεί και όρο εκ των ων ουκ άνευ για την στήριξη των εισοδημάτων, είναι να αποκτήσει την δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής. Να πάψει δηλαδή η ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, τα επιτόκια και η συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός μας να καθορίζονται στην Φρανκφούρτη, με κριτήρια που είναι άσχετα με την ελληνική πραγματικότητα και με βάση την πικρή εμπειρία των προηγούμενων χρόνων εξυπηρετούν την γερμανική οικονομία και κανέναν άλλον. Μόνο τότε μπορεί να κυκλοφορήσει ξανά χρήμα στην αγορά και να ενισχυθεί η εσωτερική ζήτηση που θα αυξήσει τους τζίρους και θα τονώσει εκ νέου την απασχόληση. Σήμερα – δημόσια ή ιδιωτικά – ομολογείται από παντού τόσο από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης (αυτούς τουλάχιστον που δεν πίνουν στην υγεία της εσωτερικής υποτίμησης επάνω στα πτώματα όσων αυτοκτόνησαν) όσο κι από παράγοντες της αγοράς ότι η νομισματική πολιτική που συνοδεύει το ευρώ είναι καταστροφική ή, πιο ήπια, ακατάλληλη για την Ελλάδα. Αναγνωρίζεται δηλαδή η αρνητική επίδραση του ευρώ στην ελληνική οικονομία. Από κει και πέρα οι μεν πρώτοι περιμένουν μια αλλαγή των ευρωπαϊκών συσχετισμών, στο ακαθόριστο μέλλον, για να γίνει η νομισματική πολιτική του ευρώ πιο «φιλική προς τους νότιους χρήστες» ενώ οι άνθρωποι της αγοράς προσδοκούν στην βελτίωση άλλων μεγεθών (πχ ανταγωνιστικότητα) ώστε να ξεπερασθεί η αρνητική επίδραση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ακόμη όμως κι αν θεωρήσουμε λογικό να περιμένουμε τις εκλογές στην Ολλανδία για να βελτιωθεί η νομισματική πολιτική που εφαρμόζεται στη χώρα μας, ή να οδηγούμε στην πείνα τους όλο και λιγότερους εργαζόμενους για να αντισταθμιστεί η αρνητική επίδραση του ακριβού ευρώ, το ουσιώδες είναι πως ακόμη κι αυτοί οι στόχοι αποδεικνύονται σαν τον ορίζοντα: Όσο πλησιάζουμε να τους πιάσουμε τόσο απομακρύνονται! Και ταυτόχρονα ο εφιάλτης συνεχίζεται με νέες (υγιείς μέχρι πρότινος!) επιχειρήσεις να κατεβάζουν ρολά κι επιπλέον ανθρώπους να οδηγούνται στην αυτοκτονία, τσακισμένοι από τα χρέη ή από μια προοπτική επιβίωσης χωρίς αξιοπρέπεια.

Η τόνωση της εσωτερικής ζήτησης ωστόσο – που αποτελεί μόνο αιτία δεινών για τον άγριο νεοφιλελευθερισμό που κυριαρχεί σήμερα στην Ευρώπη – αποτέλεσε το μέσο που έβγαλε από την κρίση όλες εκείνες τις χώρες που επέλεξαν να απαλλαγούν με δική τους πρωτοβουλία από τον θανάσιμο εναγκαλισμό πιστωτών και ξενοκρατίας. Η Αργεντινή και η Βενεζουέλα αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Αντίθετα με τις αυθαίρετες κυρίαρχες ερμηνείες που θέλουν την επιστροφή τους στην ανάπτυξη να στηρίχθηκε στην άνοδο των διεθνών τιμών των βασικών εμπορευμάτων (πετρέλαιο, μεταλλεύματα, δημητριακά, ρύζι, κ.α.), δηλαδή σε εξωγενείς και, εν τέλει, τυχαίους παράγοντες η επανεκκίνηση της οικονομίας τους προήλθε από αυξήσεις που έδωσαν σε χαμηλόμισθους και συνταξιούχους κι επίσης από την άσκηση βιομηχανικής πολιτικής, μιας στοχευμένης δηλαδή πολιτικής υποστήριξης κρίσιμων κλάδων της μεταποίησης. Μόνο που για να εφαρμοστεί αυτή η πολιτική πρέπει το νομισματοκοπείο να κόβει εθνικό χρήμα κι οι νομισματικές αρχές της χώρας να αποφασίζουν για όλες τις λεπτομέρειες. Η τεράστια θετική επίδραση της ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή μιας χώρας επιβεβαιώνεται επίσης αν στρέψουμε το βλέμμα μας και στις σκανδιναβικές χώρες, που με βάση πρόσφατο (2 Φεβρουαρίου) αφιέρωμα του βρετανικού περιοδικού Εκόνομιστ αποτελούν «το επόμενο σούπερ-μοντέλο», όπως έγραφε από την πρώτη του κιόλας σελίδα. Σουηδία, Νορβηγία και Δανία όμως αν μπόρεσαν να περάσουν σχεδόν ανεπηρέαστες την κρίση του 2008 και να μην δεχτούν τους τριγμούς που υπέστησαν οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και περισσότερο οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης, αυτό οφείλεται στο ότι διέθεταν ανεξάρτητη νομισματική πολιτική. Μπορούσαν δηλαδή να ασκούν συσταλτική ή επεκτατική νομισματική πολιτική με βάση την πορεία του δικού τους οικονομικού κύκλου κι όχι της αυτοκινητοβιομηχανίας Άουντι ή της Ντόιτσε Μπανκ… Το παράδειγμα των συγκεκριμένων σκανδιναβικών κρατών υπογραμμίζει δηλαδή ότι ακόμη και στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ακόμη μάλιστα και ανεπτυγμένες οικονομίες μπορούν μια χαρά να επιβιώσουν χωρίς να έχουν εκχωρήσει τη νομισματική τους ανεξαρτησία στην ανεξέλεγκτη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Ντεμοντέ ο «ευρωπαϊσμός»

Υπάρχουν ωστόσο δύο επιπλέον λόγοι που καθιστούν απαραίτητη για την Ελλάδα την έξοδο από το ευρώ με όρους κυρίαρχου κράτους. Με δική μας δηλαδή πρωτοβουλία. Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με το ανανεωμένο διεθνές ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της βιομηχανίας  που απαιτεί αυξημένο ρόλο του κράτους και πιστώσεις. Η Ελλάδα συμμετέχοντας στη νεοφιλελεύθερη πλειοδοσία για λιγότερο κράτος κινδυνεύει να μείνει έξω από έναν καταμερισμό εργασίας που μόλις τώρα μορφοποιείται, προς όφελος φυσικά των ισχυρών κρατών. Εντός της ευρωζώνης ο ρόλος που της επιφυλάσσεται είναι εντελώς ασήμαντος και περιθωριακός! Ο δεύτερος λόγος βάσει του οποίου προκρίνεται η απόκτηση εθνικού νομίσματος σχετίζεται με τις πολύ σημαντικές αλλαγές που κυοφορούνται στην ευρωζώνη μετά το σαρωτικό αποτέλεσμα των ιταλικών εκλογών όπου η πλειοψηφία των ψηφοφόρων απέρριψε τις επιλογές της Γερμανίας και φάνηκε να υιοθετεί (στην καλύτερη περίπτωση) κριτική στάση απέναντι στο ευρώ και τη λιτότητα. Πλέον δηλαδή δεν είναι και πολύ της μόδας το να δηλώνεις φανατικός υπέρμαχος του «ευρωπαϊκού κανόνα», όπως κάνουν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Ο ευρωπαϊσμός, ταυτισμένος με την λιτότητα και την φτώχεια, έγινε ξαφνικά ντεμοντέ. Σε αυτό το πλαίσιο αμφισβήτησης και κρίσης νομιμοποίησης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος καθόλου δεν αποκλείεται για παράδειγμα η Ελλάδα να χαρακτηριστεί αποδιοπομπαίος τράγος και να προκριθεί η απομάκρυνσή μας από τη ζώνη του ευρώ, λόγω της οικονομικής παρακμής κι ενδεχομένως ταυτόχρονα με το νέο κούρεμα του δημόσιου χρέους. Στο βαθμό όμως που θα γίνει με όρους της Γερμανίας και των τραπεζιτών τίποτε θετικό δεν θα σημάνει για την Ελλάδα. Η απόφαση της επιστροφής στη δραχμή επομένως πρέπει να παρθεί στο εσωτερικό της χώρας και – το σημαντικότερο ίσως – όχι από την οικονομική ελίτ των τραπεζιτών και των εφοπλιστών (όπως συμβαίνει σήμερα) που αδιαφορούν παντελώς για την ευρωστία της εσωτερικής αγοράς, την κοινωνική συνοχή (καθώς τα δική τους κέρδη προέρχονται από εξωχώριες πηγές) και την ευημερία της κοινωνικής πλειοψηφίας. Τα διδάγματα και οι δραματικές εμπειρίες των τελευταίων ετών ας ελπίσουμε να συνέβαλαν ώστε τα μέσα και οι στόχοι της οικονομικής πολιτικής να επανεξεταστούν χωρίς δογματισμούς και αγκυλώσεις. Η άλλη επιλογή είναι φτωχοποίηση, κατοχή και παρακμή.

Η δραχμή είναι η μόνη λύση (#7, Unfollow)

Δέκα χρόνια μετά την δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι κάτι θεμελιωδώς σάπιο υπάρχει στο (εφήμερο όπως θα αποδειχθεί) βασίλειο της ευρωζώνης. Προς επίρρωση, η πρόσφατη διεύρυνση του μνημονιακού κλαμπ με μια ακόμη χώρα, την Ισπανία. Έτσι, μετά την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία ο κύκλος των χαμένων περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης επεκτείνεται, πλησιάζοντας απειλητικά την Ιταλία ενώ ταυτόχρονα καταρρίπτεται η μυθολογία που σχεδιασμένα αναπτύχθηκε από το Βερολίνο ενοχοποιώντας κάθε έναν λαό της ευρωζώνης ξεχωριστά.

Ο τρόπος με τον οποίο ξέσπασε η δημοσιονομική οικονομική κρίση σε κάθε μία από τις παραπάνω χώρες αναγκάζοντας την να προσφύγει στον κατ’ ευφημισμό Μηχανισμό Διάσωσης (κατόπιν φυσικά επίμονης απαίτησης της Γερμανίας) παρουσιάζει εμφανείς διαφορές. Ιρλανδία και Ισπανία, για παράδειγμα, αποκλείστηκαν σχεδόν οικειοθελώς από τις αγορές από τη στιγμή που δέχθηκαν να εκτινάξουν στα ύψη το χαμηλό και διαχειρίσιμο έως τότε δημόσιο χρέος τους (65,1% και 68,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) για να σώσουν τις χρεοκοπημένες τους τράπεζες αντί να τις εθνικοποιήσουν όπως όφειλαν, με κριτήριο τόσο οικονομικού ορθολογισμού όσο και κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε Ελλάδα και Πορτογαλία δεν συνέβη κάτι αντίστοιχο. Στα καθ’ ημάς, μπορεί οι τράπεζες να έχουν ευνοηθεί σκανδαλωδώς από τον προϋπολογισμό λαβαίνοντας συνολικά από το Δημόσιο 145 δισ. ευρώ (με το 90% του ποσού να αποτελεί κρατικές εγγυήσεις σε ομολογιακές εκδόσεις) και μόλις πρόσφατα από την κυβέρνηση Παπαδήμου 18 δισ. ως πρώτη δόση της ανακεφαλαιοποίησής τους, (ποσό που ισοδυναμεί σχεδόν με την αξία των μετοχών όλων των εισηγμένων εταιρειών στο χρηματιστήριο που ήταν 20 δισ. στις 8 Ιουνίου) εν τούτοις δεν οδηγηθήκαμε στο Μνημόνιο επειδή το δημόσιο ανέλαβε να σώσει τις τράπεζες. Ελλάδα και Πορτογαλία προσέφυγαν στον Μηχανισμό λόγω του ότι οι όροι δανεισμού τους από τις αγορές γίνονταν σταδιακά απαγορευτικοί.

Οι ομοιότητες ωστόσο των τεσσάρων χωρών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης δημόσιου χρέους είναι πιο κραυγαλέες από τις διαφορές τους. Συνοπτικά κι εν συντομία αφορούν την θέση τους στην ευρωζώνη και τον ίδιο τον χαρακτήρα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, ένα νόμισμα που σχεδιάστηκε για να εξυπηρετήσει τις επεκτατικές φιλοδοξίες της Γερμανίας στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό και πιο συγκεκριμένα να περιορίσει το ρόλο του δολαρίου ως διεθνούς μέσου πληρωμών και αποθεματικού νομίσματος. Αυτός ο ρόλος, που βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με την αυξημένη στρατιωτική παρουσία της Γερμανίας στα θερμά μέτωπα του πλανήτη όπως για παράδειγμα στο Αφγανιστάν, δεν μπορούσε να διεκπεραιωθεί από το μάρκο. Όφειλε να εδράζεται σε μια πολύ ευρύτερη οικονομική βάση, δηλαδή την ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο, η οποία προ πολλού αποτελεί εσωτερική οικονομική αποικία της Γερμανίας. Η νομισματική ενοποίηση έδεσε πιο σφιχτά τις υπόλοιπες 16 χώρες στο οικονομικό άρμα του Βερολίνου. Οι παραδοσιακές ωστόσο αποκλίσεις (στην παραγωγικότητα για παράδειγμα) μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού κέντρου (Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία, κ.α.) και της ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα) οξύνθηκαν απότομα μετά την υιοθέτηση του ευρώ ως αποτέλεσμα τριών παραγόντων: της αυξημένης εισαγωγικής διείσδυσης των χωρών του κέντρου στην περιφέρεια που αποσάθρωνε σιγά – σιγά τις ούτως ή άλλως αδύναμες παραγωγικές υποδομές τους, του ζήλου που επέδειξε η Γερμανία να υιοθετήσει αντεργατικά μέτρα (Ατζέντα 2010 επί καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ ακόμη) μειώνοντας το κόστος παραγωγής και, τέλος, της εθελοντικής παραίτησης των περιφερειακών χωρών από το «όπλο» της ανταγωνιστικής υποτίμησης του εθνικού τους νομίσματος. Διαφορετικά ειπωμένο, η λέξη «κατάρρευση» είναι η προφανής απάντηση στο ερώτημα τι θα συμβεί σε μια οικονομία που επί μισό αιώνα ανταπεξέρχεται στον ανταγωνισμό με τον ισχυρό της γείτονα υποτιμώντας το εθνικό της νόμισμα και την τελευταία δεκαετία το βλέπει να ανατιμάται έναντι του δολαρίου κατά 80%. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, κ.α. Τα υπόλοιπα δε, περί «τεμπέληδων του Νότου» ή «παχυλών συντάξεων» ανεπίσημα μεν, συντεταγμένα δε, ήρθαν να επενδύσουν στο ρατσιστικό «βασικό ένστικτο» διεγείροντάς το παράλληλα. Το ζητούμενο ήταν η συγκάλυψη των βαθύτερων δομικών αιτιών της κρίσης χρέους κι επίσης του καθοριστικού ρόλου που έπαιξε σε αυτή την μετάσταση το ευρώ. Εκ των υστέρων μπορούμε να πούμε πως το εγχείρημα της Γερμανίας πέτυχε. Αρκεί μια ματιά στην απροθυμία της Αριστεράς, πλην ελαχίστων και τιμητικών εξαιρέσεων, να καταδείξει με συνέπεια το ρόλο του ευρώ ως επιταχυντή αν όχι αιτία της κρίσης και της πλειοδοσίας της σε φιλοευρωπαϊκές κορώνες που μόνιμα συνέχεαν την Ευρώπη με την ΕΕ.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, καμία λύση στην κρίση δημόσιου χρέους δεν μπορεί να δοθεί, όσο η Ελλάδα χρησιμοποιεί το ευρώ, το οποίο αποδείχθηκε γεννήτορας δημόσιου χρέους. Επίσης ο καταστρεπτικός ρόλος της ευρωζώνης στην ελληνική κρίση δημόσιου χρέους φάνηκε κατά την πρόσφατη αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους όταν το τελευταίο επί της ουσίας κρατικοποιήθηκε έτσι ώστε να θωρακισθούν τα συμφέροντα της Deutsche Bank, της Societe Generale κ.α. Σε αυτή την ανταλλαγή, αφού επί χρόνια οι ιδιωτικές τράπεζες του κέντρου θησαύρισαν από το ελληνικό δημόσιο χρέος επιβάλλοντας τοκογλυφικά επιτόκια, όταν αυξήθηκαν οι αβεβαιότητες ο κίνδυνος μεταβιβάστηκε στους γερμανούς και άλλους ευρωπαίους φορολογούμενους.

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη και η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την υπέρβαση της κρίσης, υπό μία όμως πολύ αυστηρή προϋπόθεση: να υλοποιηθεί κατόπιν απόφασης του ελληνικού κράτους και απαίτησης του ελληνικού λαού κι όχι της Γερμανίας ή κάποιου δοτού πρωθυπουργού, όπως ο Παπαδήμος, που θα επιβάλει ένα πλαίσιο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της Γερμανίας, ξανά! Μια ενδεχόμενη βίαιη αποπομπή της Ελλάδας από το ευρώ, που είναι πολύ πιθανή και θα αποτελεί απάντηση του Βερολίνου στις αντιφάσεις της ευρωζώνης, αν δεν συνοδεύεται από μια σειρά άλλων μέτρων θα αποδειχθεί εξ ίσου ολέθρια κοινωνικά με την παραμονή στην ευρωζώνη. Το ζητούμενο δεν είναι επομένως η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος με κάθε κόστος. Η δραχμή δεν αποτελεί πανάκεια.

Η έξοδος από το ευρώ μπορεί να σημάνει την βελτίωση των όρων ζωής κι εργασίας για την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, μια μακράς πνοής αντιστροφή της χρόνιας επιδείνωσης του βιοτικού μας επιπέδου, αν ταυτόχρονα συνοδευθεί από τα ακόλουθα μέτρα:

Σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία: Παρότι η σημερινή ισοτιμία του ευρώ εξυπηρετεί τα συμφέροντα του γερμανικού χρηματοπιστωτικού τομέα και της γερμανικής μεταποίησης και είναι πλήρως αναντίστοιχη με τα θεμελιώδη δεδομένα της ελληνικής οικονομίας (ισχυρή παρουσία για παράδειγμα του τουριστικού τομέα, όπου απασχολείται το 15% του εργατικού δυναμικού, κι οποίος απαιτεί «μαλακή» ισοτιμία) η ισοτιμία της νέας δραχμής μπορεί και πρέπει να είναι σταθερή για ένα χρονικό διάστημα σε σχέση 1 προς 1 με το ευρώ έτσι ώστε να αποφευχθούν τα απανωτά σοκ. Αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί αν η νέα δραχμή, με απόφαση της κυβέρνησης, δεν ενταχθεί στις αγορές ξένου συναλλάγματος κι έτσι η ισοτιμία της καθορίζεται με διοικητικές αποφάσεις.

Ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων: Το σημερινό καθεστώς «ελευθερίας», κι επί της ουσίας ασυδοσίας στην κίνηση των κεφαλαίων, παρότι όταν επιβλήθηκε παρουσιάστηκε ως μέσο για την διευκόλυνση των άμεσων ξένων επενδύσεων και την αύξηση της απασχόλησης, στην πράξη ευνόησε την κερδοσκοπία και τις κάθε λογής επενδύσεις χαρτοφυλακίου, οδηγώντας στην αφαίμαξη των εθνικών οικονομιών. Μάρτυρας, η βεβαιωμένη εκροή 75 δισ. ευρώ από τις ελληνικές τράπεζες την τελευταία τριετία και 100 δισ. ευρώ από τις ισπανικές τράπεζες μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του 2012 που επιτάχυναν την προσφυγή στο Μνημόνιο λειτουργώντας σαν λάδι στη φωτιά. Η επαναφορά επομένως των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων θα διορθώσει τις στρεβλώσεις που προκάλεσε η νεοφιλελεύθερης έμπνευσης «απελευθέρωση» των προηγούμενων δεκαετιών η οποία στην ήπειρό μας υπηρετήθηκε από την ΕΕ. Κι ο λόγος εδώ φυσικά δεν γίνεται για μικροποσά, όπως το ταξιδιωτικό συνάλλαγμα, το οποίο θα συνεχίσει να παρέχεται ανεμπόδιστα. Επιπλέον, η απαγόρευση εξόδου δραχμών σε φυσική και λογιστική μορφή θα αποτρέψει τυχόν κερδοσκοπικές επιθέσεις που ως στόχο θα έχουν την υποτίμηση της ισοτιμίας της δραχμής. Πρόκειται για μέτρα που προφανώς αντίκεινται στη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, επιβάλλονται όμως κατά κόρον και μάλιστα επιτυχημένα τα τελευταία χρόνια σε μια σειρά χώρες, όπως η Αργεντινή και η Βραζιλία που θέλουν να διαφυλάξουν τις οικονομίες τους από τις πλημμυρίδες ρευστού τις οποίες προκαλούν τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης στις ΗΠΑ.

Παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους: Το δημόσιο χρέος αποδεδειγμένα δεν μπορεί να πληρωθεί, στο βαθμό που ισοδυναμεί με κοινωνική γενοκτονία, και δεν πρέπει να πληρωθεί. Η δυνατότητα επίκλησης αρχών του διεθνούς δικαίου, όπως για παράδειγμα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, παρέχει τα αναγκαία επιχειρήματα για την ανακήρυξη παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους. Από κει και πέρα το χρέος της ναζιστικής Γερμανίας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ύψους 700 δισ. ευρώ, και η ευκολία με την οποία τα δάνεια της Τρόικας μπορούν να χαρακτηριστούν συλλήβδην παράνομα (ούτε καν ψηφίσθηκε στη Βουλή η πρώτη δανειακή σύμβαση) δίνουν την δυνατότητα στον λογιστικό έλεγχο να διαγράψει, αν όχι όλο τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους.

Εθνικοποίηση των τραπεζών: Η συνέχιση της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υπό τη σημερινή τους ιδιοκτησία, όταν ζουν χάρη στο δημόσιο χρήμα, αποτελεί οικονομικό και πολιτικό σκάνδαλο. Η πρόσφατη ενίσχυσή τους με 18 δισ. στο πλαίσιο της κάλυψης του 100% των ζημιών που υπέστησαν από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους (τη στιγμή που ασφαλιστικά ταμεία και τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ υπέστησαν απώλειες ακόμη και 95% των τοποθετήσεών τους, χωρίς να αποζημιωθούν ούτε στο ελάχιστο) με την κεφαλαιοποίησή τους να υπολείπεται των 4 δισ. ευρώ δείχνει το μέγεθος των ανισορροπιών που δημιουργεί η υπερτροφική ανάπτυξη των τραπεζών. Η εθνικοποίηση και η λειτουργία τους υπό δημόσιο έλεγχο δεν θα δράσει μόνο διορθωτικά, αλλά θα συμβάλλει και στην ανάταξη της οικονομίας.

Παραγωγική ανασυγκρότηση: Η άσκηση σχεδιασμένης βιομηχανικής πολιτικής αποτελεί όρο για την αντιμετώπιση της ανεργίας, δεδομένης της αποδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης και της κρίσης απασχόλησης που προκάλεσε η υιοθέτηση πολιτικών ανοιχτών θυρών απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό. Η επαναφορά μέτρων προστασίας της εγχώριας παραγωγής, συχνά παρόμοιων με αυτά που εφαρμόζουν χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, και δασμολογικών φραγμών θα προκαλέσει ρήξη με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ελλάδας και τριγμούς στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι σε διεθνείς οργανισμούς, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει αναλάβει την επιβολή της φιλελευθεροποίησης στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Στήριξη δημόσιας σφαίρας και εισοδημάτων: Όλα τα παραπάνω μέτρα αποτελούν εργαλεία που θα βελτιώσουν τη θέση της κοινωνίας. Αυτός ο στόχος μπορεί να πάρει υλική μορφή και να πάψει να αποτελεί ευσεβή πόθο αν άμεσα δοθεί προτεραιότητα σε δύο πολιτικές κατευθύνσεις. Πρώτο: στήριξη της δημόσιας σφαίρας, με γενναία χρηματοδότηση της παιδείας, της υγείας, του πολιτισμού, των δημόσιων μέσων μεταφοράς, του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και των υποδομών. Δεύτερο: χορήγηση αυξήσεων σε μισθούς, ημερομίσθια, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας. Η δυνατότητα της κεντρικής τράπεζας να τυπώνει χρήμα, σε συνδυασμό με την δυνατότητα εσωτερικού δανεισμού που θα υποκαταστήσει τον διεθνή δανεισμό, επιτρέπει την άσκηση επεκτατικής πολιτικής, χωρίς την ανάγκη να προσαρμόζεται στα νεοφιλελεύθερα δόγματα της σφιχτής νομισματικής πολιτικής. Από την άλλη, ο χρόνιος υποπληθωρισμός της ελληνικής οικονομίας, λόγω της ακολουθούμενης νομισματικής πολιτικής, αποτρέπει την εμφάνιση των συνηθισμένων παθολογιών, όπως ο πληθωρισμός.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η υιοθέτηση της δραχμής μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια ζωή που δεν θα τσαλαπατιέται από τον οδοστρωτήρα των Μνημονίων και της αιώνιας ευρω-λιτότητας.

Αρέσει σε %d bloggers: