Φορολογικός παράδεισος για το κεφάλαιο (Πριν, 21/11/2009)

Νέο φορολογικό νομοσχέδιο

ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΝΟΜΙΑΣ

Μπορεί το άνοιγμα του ασφαλιστικού να αντιβαίνει στις προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ, αλλά η σχεδιαζόμενη αναμόρφωση της φορολογικής νομοθεσίας, με ένα φιλόοξο μάλιστα σχέδιο «δημόσιας διαβούλευσης» που θα επιχειρήσει να δημιουργήσει ευρεί ακοινωνική συναίνεση γύρω από τις κυβερνητικές προτάσεις, είχε προαναγγελθεί πολύ πριν τις εκλογές. Το σχέδιο της κυβέρνησης είναι μέχρι τον Μάρτιο να έχει ψηφιστεί στη Βουλή και να αποτελεί νόμο του κράτους.

Η βασικότερη αιτιολογία για τον κατεπείγοντα χαρακτήρα που αποκτά η ανάγκη συλλογικής αναμόρφωσης της φορολογικής νομοθεσίας σχετίζεται με τον πολυδαίδαλο, αντιφατικό και γι αυτούς τους λόγους εξαιρετικά δαπανηρό ακόμη κι αναποτελεσματικό στην εφαρμογή του σύνολο νόμων που ρυθμίζουν τις φοροδοτικές υποχρεώσεις των μισθωτών, των μικρομεσαίων στρωμάτων και τη αστικής τάξης. Πρόκειται για διαπίστωση πέρα για πέρα πραγματική που είναι ορατή όχι μόνο ασχολούνται κατ’ επάγγελμα με την φορολογία, αλλά και στον κάθε φορολογούμενο, που συχνά αδυνατεί να συμπληρώσει την ατομική του δήλωση μόνος του, χωρίς δηλαδή να καταφύγει στις επ’ αμοιβή υπηρεσίες επαγγελματιών λογιστών.

Πρόκειται ωστόσο για τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή αφορά τις αιτίες της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος και της επακόλουθης φοροδιαφυγής. Όπως ακριβώς οι σχέσεις διανομής, οι μισθοί δηλαδή προς τα κέρδη, αποκρυσταλώνουν τον ταξικό συσχετισμό δύναμης στην παραγωγή αποτελώντας τον πιο αδιάψευστο μάρτυρα για την θέση των μισθωτών και της εργατικής τάξης γενικότερα έτσι και το φορολογικό σύστημα γενικότερα συμπυκνώνει στο επίπεδο της αναδιανομής τις σχέσεις των τάξεων, με τη διαμεσολάβηση του κράτους. Ρυθμίζοντας το «ποιός πληρώνει και τι» η φορολογία αποτελεί τον σημαντικότερο μηχανισμό κρατικής παρέμβασης στους μηχανισμούς αναπαραγωγής του κεφαλαίου καθώς μια υψηλή φρολογία κεφαλαίου μειώνει το ποσοστό κέρδους, αλλά και στο επίπεδο διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας, για ευνόητους λόγους.

Στην Ελλάδα οι ρίζες της πολυνομίας στη φορολογία εντοπίζονται στην αποροθυμία των κυβερνήσεων να αναθεωρήσουν τον πυρήνα τη στικής νομοθεσίας που έλκει την καταγωγή του από το 1955! Και δω δεν έχουν θέση αφελείς ερμηνείες για αναχρονιστικές εμμονές της κρατικής γραφειοκρατίας. Το ζητούμενο απ’ όλες τις κυβερνήσεις έκτοτε ήταν να διαφυλάξουν τον καταθλιπτικό για τους εργαζόμενους συσχετισμό δύναμης των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων. Σε αυτό το βωμό θυσίαζαν τους αναγκαίους εκσυγχρονισμούς της φορολογικής νομοθεσίας κι έχοντας επιλέξει να αφήσουν άθικτο τον βασικό νόμο κατέφευγαν στην εύκολη οδό των τροπολογιών σε άσχετα νομοσχέδια, των αποσπασματικών ρυθμίσεων και των φοροαπαλλαγών ακόμη, όπως μαρτυρά η ύπαρξη 950 τέτοιων περιπτώσεων τις οποίες υπόσχεται να καταργήσει ο νέος υπουργός Οικονομικών. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι η πολυνομία, οι αλλληοεπικαλυπτόμενες ή αλληλοσυγκρουόμενες διατάξεις κι η φοροδιαφυγή, όποτε η τελευταία δεν αποτελούσε μέσο οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών με τα πολυάριθμα και κρίσιμης εκλογικής σημασίας μεσαία στρώματα.

Στην Ελλάδα φόρους πληρώνουν κατ’ αρχήν οι μισθωτοί κι οι συνταξιούχοι, οι οποίοι με βάση τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, καταβάλουν το 50,9% των συνολικών φορολογικών εσόδων. Οι φόροι κεφαλαίου στην Ελλάδα αντιστοιχούν μόνο στο 15,9% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι 26,9% κι ακόμη και στην Αγγλία, την κοιτίδα του νεοφιλελευθερισμού οι φόροι κεφαλαίου αντιστοιχούν στο 44% του ΑΕΠ.

 

Η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ διατηρεί άθικτους τους αντιλαϊκούς φορολογικούς νόμους της κυβέρνησης Καραμανλή

Παρόλα αυτά η επικέντρωση της συζήτησης στον δαιδαλώδη χαρακτήρα του ελληνικού φορολογκού συστήματος αποπροσανατολίζει την διερεύνηση των βασικών του ταξικών χαρακτηριστικών. Είναι επίσης κι ιδιαίτερα επικίνδυνη καθώς στρώνει το δρόμο για το «απλούστερο» φορολογικό σύστημα του κόσμου, που είναι ο μοναδιαίος φορολογικός συντελεστής. Δηλαδή διαμόρφωση ενός και μοναδικού συντελεστή, στο 15% ή στο 20% για παράδειγμα με το οποίο να φορολογούνται όλα τα εισοδήματα. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη ταξική αδικία απ’ αυτόν τον «απλό» φορολογικό συντελεστή καθώς καταργεί την προοδευτικότητα της φορολόγησης, βάση της οποίας υψηλότερα εισοδήματα φορολογούνται με υψηλότερους συντελεστές και χαμηλότερα εισοδήματα με λίγο ή πολύ χαμηλότερους συντελεστές ακόμη και μηδενικούς. Στην βάση αυτής της πολιτικής απόφασης, που τινάζει στον αέρα κάθε έννοια αναδιανομής και κατ΄επέκταση τη νομιμοποίηση του κράτους στη συνείδηση της κοινωνίας, βρίσκεται η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική παραδοχή πως η προοδευτική φορολόγηση τιμωρεί κι εκδικείται τον πλούτο, υπονομεύοντας την συγκέντρωσή του, που αποτελεί καταστατικό άρθρο οποιασδήποτε προσδοκίας κοινωνικής ευημερίας – κατά τους εκφραστές της πάντα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που αυτή η μορφή φορολόγησης προκρίνεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον ΟΟΣΑ επικαλούμενοι την ευκολία των ελέγχων και το χαμηλό κόστος διατήρησης φοροελεγκτικών μηχανισμών, ενώ απαντάται και στην ανατολική Ευρώπη. Πρόταση δε της Μέρκελ να καθιερωθεί αυτή η μορφή φορολόγησης κι η οποία είχε διατυπωθεί παραμονές των προηγούμενων βουλευτικών εκλογών στην Γερμανία, της είχε στοιχίσει κατά γενική ομολογία την αυτοδυναμία.

Επιστρέφοντας στα καθ΄ημάς απέναντι στο ερώτημα τι είναι το ελληνικό φορολογικό σύστημα, τι είναι δηλαδή αυτό που το διακρίνει μια απάντηση που θα εστιάζει στην πολυπλοκότητά του είναι λάθος. Το ελληνικό φορολογικό σύστημα πριν και πάνω απ’ ότι άλλο είναι ένα άδικο, φιλοεπιχειρηματικό, ταξικό φορολογικό σύστημα που δεν ανατρέπει ούτε διορθώνει τις αντιθέσεις που δημιουργεί η πρωτογενής διανομή, αλλά τις εμβαθύνει και τις διαιωνίζει. Ως αποτέλεσμα οξύνει και δεν επουλώνει το κοινωνικό ζήτημα. Η πολυνομία μάλιστα εγγυάται και εμβαθύνει αυτό το χαρακτήρα και πολλές φορές τον συγκαλύπτει.

Ο ταξικός χαρακτήρας του ελληνικού φορολογικού συστήματος γίνεται αντιληπτός από δύο μεγέθη. Το πρώτο αφορά τη σχέση των άμεσων φόρων με τους έμμεσους και το δεύτερο μέγεθος που αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος αφορά την θεσμοθετημένη ασυλία μικρού και μεγάλου κεφαλαίου όπως φαίνεται από την κατανομή των άμεσων φόρων.

Το πιο απλό ερώτημα για να φανεί η φύση ενός φορολογικού συστήματος είναι το εξής: «ποιός πληρώνει φόρους;». Στην Ελλάδα λοιπόν φόρους πληρώνουν οι μισθωτοί κι οι συνταξιούχοι. Εξετάζοντας την κατανομή των άμεσων φόρων, όπως παρουσιάζεται από τα στοιχεία που έχει επεξεργαστεί η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (και βρίσκονται αναρτημένα στην ιστοσελίδα της) προκύπτει πως από τις 3 μεγάλες κατηγορίες φορολογουμένων πρώτο, μισθωτοί και συνταξιούχοι, δεύτερο, λοιποί φορολογούμενοι και τρίτο, νομικά πρόσωπα όπου συμπεριλαμβάνονται κάθε είδους και μεγέθους επιχειρήσεις, νικητές είναι οι μισθωτοί και συνταξιούχοι. Συγκεκριμένα από τα 13,1 δισ. ευρώ φόρων το 2007 μισθωτοί και συνταξιούχοι πλήρωσαν τα 6,5 δισ. (50,9% του συνόλου), οι λοιποί φορολογούμενοι 1,8 δισ. (13,58% των φορολογικών εσόδων) και τα νομικά πρόσωπα πλήρωσαν 4,8 δισ. ευρώ (το 36,33% του συνόλου)! 

Είναι αστείο, πέρα από προκλητικό, πως την ώρα που το κεφάλαιο πρέπει να περάσει από το ταμείο για να πληρώσει κάτι από τα κέρδη του ξεχνάει τις πομφόλυγγες πως το κεφάλαιο σε κάθε του μορφή – κι όχι η εργασία – είναι ο παραγωγός του πλούτου και τότε κάνει τον ανήξερο φορτώνοντας τον λογαριασμό των δημοσίων δαπανών στους εργαζόμενους!

Οι βιομήχανοι βέβαια εξανίστανται! Με ανακοίνωση που εξέδωσε ο ΣΕΒ στις 4 Νοέμβρη λίγο πολύ υποστηρίζει ότι οι μοναδικοί που πληρώνουν φόρο στην Ελλάδα είναι οι μεγάλες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Το 99,5% των επιχιερήσεων που παρακολοθούνται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, δηλαδή 202.418 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που απασχολούν έως 5 άτομα, πληρώνουν κατά μέσο όρο ετησίως φόρο 6.100 ευρώ, όσο δηλαδή ένας μισθωτός υπάλληλος φορολογητέων αποδοχών 2.000 ευρώ μηνιαίως. Οι 1.500 μεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις μέσης απασχόλησης 350 ατόμων πληρώνουν το 72,2% του συνολικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων καταβάλλοντας έκαστη μέσο ετήσιο φόρο εισοδήματος 2,2 εκ. ευρώ». Η αποτύπωση της εξοργιστικής στο μέγεθός της φορολογικής αποχής των μικρομεσαίων από του βιομήχανους είναι πραγματική. Παραπλανητική είναι όμως η εικόνα που δημιουργείται για τα φορολογικά βάρη των μεγάλω επιχειρήσεων από το συμπέρασμα «2,2 εκ. ευρώ πληρώνει φόρο η κάθε μά από τις 1.500 μεγάλες επιχειρήσεις».

Το ερώτημα που γεννάται είναι τι φόρο πληρώνουν οι επιχειρήσεις στην πραγματικότητα, όταν δηλαδή αφαιρεθούν οι κάθε λογής φοροαπαλλαγές που απολαμβάνουν, όπως για παράδειγμα από τους αναπτυξιακούς νόμους, τις συγχωνεύσεις κ.α. Προνόμιο που φυσικά δεν κατανέμεται σε όλες τις επιχειρήσεις ισοδύναμα, αλλά αξιοποιείται από τις πιο μεγάλες, που έχουν επίσης το προνόμιο να απασχολούν φοροτέχνες αλχημιστές ξεζουμίζοντας κάθε εύνοια του νόμου. Με βάση λοιπόν ανακοίνωση της ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (με ημερομηνία 22 Ιουνίου 2009) ο φόρος κεφαλαίου που πλήρωσαν οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα το 2006 αντιστοιχούσαν στο 15,9% του ΑΕΠ – ποσοστό πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 που φθάνει το 25,7% και της ευρωζώνης των 16 κρατών που ανέρχεται σε 26,9%! Χωρίς να υποστηρίζουμε ότι το φορολογικό σύστημα στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι κοινωνικά δίκαιο αυτό που διακρίνεται είναι πως στην Ελλάδα το φορολογικό σύστημα είναι προκλητικά φιλοεπιχειρηματικό! Είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της αστικής τάξης, σε βαθμό να ομοιάζει περισσότερο με το σύστημα των κρατών της ανατολικής Ευρώπης παρά της Δυτικής. Αξίζει να δούμε πως φορλογούν οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης. Ενώ λοιπόν στην Ελλάδα οι φόροι κεφαλαίου αντιστοιχούσαν στο 15,9% του ΑΕΠ στη Δανία και την Αγγλία αντιστοιχούσαν στο 44%, στην Ισπανία και τη Γαλλία στο 41%, στο Βέλγιο 32%, στην Ιταλία 34%, στην Πορτογαλία 31%, στην Κύπρο 30%, στην Αυστρία και τη Γερμανία 24%, και στην Ιρλανδία 21%. Ακόμη και μια σειρά ανατολικοευωπαϊκές χώρες φορολόγησαν βαρύτερα το κεφάλαιο. Για παράδειγμα η Τσεχία με 26%, η Πολωνία με 22% κι η Σλοβκία με 18%!!! Στην πραγματικότητα λοιπόν και παρά τις περί του αντιθέτου κλάψες των βιομήχανων η Ελλάδα αποτελεί φορολογικό παράδεισο. Η Ελλάδα σε σχέση με τους όρους φορολόγησης του κεφαλαίου ανήκει στην Ανατολή, στις τριτοκοσμικές μπανανίες!

Αξίζει μάλιστα να δούμε με τι ταχύτητα βελτιώνει τη θέση του το κεφάλαιο στο φορολογικό χάρτη, καθώς αν πλήρωνε 15,9% φόρου επί του ΑΕΠ το 2006, το 2000 πλήρωνε, με βάση την ίδια στατιστική, 19,9%. Δύο συμπεράσματα προκύπτουν. Το πρώτο αφορά τα θεαματικά αποτελέσματα που είχε η κίνηση του Καραμανλή το Σεπτέμβριο του 2004, από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης να ανακοινώσει τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης κεφαλαίου από το 35% στο 25% σε ότι αφορά τις ανώνυμες κι από το 25% στο 20% σ΄ότι αφρά ομόρυθμες κι ετερόρυθμες. Φαίνεται επίσης ότι κι επί τη προηγούμενης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, με τον Σημίτη πρωθυπουργό, το κεφάλαιο στην Ελλάδα απολάμβανε πολύ πιο προνομιακή φορλογική μεταχείριση σε σχέση με το τι συνέβαινε στην υπόλοιπη ΕΕ. Η κυβέρνηση Καραμανλή συμπερασματικά συνέχισε κι έκανε πιο επιθετικό για τους εργαζόμενους και απειλητικό για τα δημόσια έσοδα ένα ήδη βαθιά ταξικό φορολογικό πλαίσιο.

Η νέα δε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει επιλέξει εδώ και καιρό να αφήσει άθικτη τη φορολογική ασυλία του κεφαλαίου που θεσμοθέτησε ο Καραμανλής, όπως είχε φανεί από τον Σεπτέμβρη του 2008 όταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε σε ερώτηση του Πριν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης να δεσμευθεί πως θα ακυρώσει το νόμο του Καραμανλή για τη μείωση των φορολογικών συντελεστών – μέτρο που να σημειωθεί στοιχίζει στο δημόσιο υπο τη μορφή διαφυγόντων σόδων 1 δισ. ευρώ. Τόσα από μία άλλη οπτική γωνία κερδίζει ετησίως κι ο ελλληνικός καπιταλισμός από το δώρο του Καραμανλή στο κεφάλαιο. Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ επιβεβαιώθηκε και πρόσφατα όταν ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, δικαιολόγησε την έκτακτη εισφορά των 300 μεγάλων επιχειρήσεων στη βάση των μεγάλων ωφελειώ που είχαν από την μείωση των φορολογικών συντελεστών. Η έκτακτη εισφορά έτσι ήταν το αντίτιμο που πλήρωσαν για να συνεχίσουν να την απολαμβάνουν, εις βάρος τη δημοσιονομικής σταθερότητας και των κοινωνικών δαπανών.

Εν κατακλείδι, σ’ ότι αφορά τους άμεσους φόρους το συμπέρασμα που προκύπτει από την επεξεργασία των δηλώσεων και τις ευρωπαϊκές στατιστικές είναι ότι φόρους πληρώνουν μισθωτοί και συνταξιούχοι, ενώ το κεφάλαιο απολαμβάνει συνθηκών φορλογικού παραδείσου! 

Από τους έμμεσους φόρους η μερίδα του λέοντος

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΓΙΑ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΦΟΡΟ ΠΟΤΩΝ ΚΑΙ ΤΣΙΓΑΡΩΝ ΟΞΥΝΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Το δεύτερο κριτήριο που φανερώνει τον ταξικό χαρακτήρα του ελληνικού φορολογικού συστήματος σχετίζεται με το ύψος των έμμεσων φόρων. Οι έμμεσοι φόροι αποτελούν την επιτομή της άδικης φορολογίας για δύο λόγους: Πρώτο, γιατί επιβάλλονται κατά τον ίδιο τρόπο σε έχοντες και μη έχοντες, στερούνται δηλαδή προοδευτικότητας. Και δεύτερο επειδή βαρύνουν περισσότερο τη λαϊκή κατανάλωση. Ωστόσο, οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα αποτελούν τη βασικότερη μορφή φορολογίας, την μεγαλύτερη πηγή φορολογικών εσόδων, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο: η βασικότερη δηλαδή πηγή φορολογικών εσόδων να είναι από τους άμεσους κι οι έμμεσοι, που όφειλαν να βαρύνουν την πολυτελή διαβίωση και μόνο, να είχαν περιθωριακή συμμετοχή στο σύνολο των εσόδων.

Στον προϋπολογισμό του 2009 που κατατέθηκε πέρυσι τέτοια εποχή από τη ΝΔ, οι έμμεσοι φόροι προβλεπόταν να ανέλθουν στα 34,2 δισ. ευρώ κι οι άμεσοι στα 26,7 δισ., αντιπροσωπεύοντας το 13,1% του ΑΕΠ οι πρώτοι και το 10,3% οι δεύτεροι. Στο σύνολο των φορολογικών εσόδων οι έμμεσοι φόροι που θα εισπράτονταν το 2009 αντιπροσώπευαν το 56,1%, ενώ οι άμεσοι το 43,9%.

Κατά τη διάρκεια της νεοδημοκρατικής πενταετίας τεράστια ώθηση στην άνοδο των έμμεσων φόρων έδωσε η αύξηση του ΦΠΑ κατά μία μονάδα την άνοιξη του 2005 κι οι αλλεπάλληλες αυξήσεις των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα ποτά, τα τσιγάρα και τα καύσιμα. Αυτήν ακριβώς την παράδοση συνέχισε κι ο νέος υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπακωνσταντίνου, αποφασίζοντας την αύξηση του ειδικού φόρου τα ποτά και τα τσιγάρα κατά 10% και διατηρώντας επίσης το μεγαλύτερο μέρος από τις ιλλιγγιώδεις αυξήσεις στα τέλη κυκλοφορίας που είχε προαναγγείλει ο Γ. Σουφλιάς. Μάλιστα από το νέο πλαίσιο φορολόγησης των εισοδημάτων και της περιουσίας και τις αυξήσεις σε ορισμένους ΕΦΚ – τσιγάρα, ποτά ο κρατικός προϋπολογισμός αναμένει να εισπράξει 1,5 δισ. ευρώ. Ποσό κατά 50% υψηλότερο απ’ όσα αναμένονται από την έκτακτη εισφορά «κοινωνικής ευθύνης» όπως χαρακτηρίστηκε που επιβλήθηκε στις πολύ κερδοφόρες επιχειρήσεις και τη μεγάλη ακίνητη περιουσία που αναμένεται να αποδώσει 1 δισ. ευρώ.

Φαίνεται από τα παραπάνω πως και στο ζήτημα των έμμεσων φόρων το ΠΑΣΟΚ παρότι προεκλογικά καταδίκαζε την ανάδειξή τους ως κύριων μέσων συγκέντρωσης φορολογικών εσόδων ακολουθεί τον ίδιο ακριβώς δρόμο με τη ΝΔ επιβαρύνοντας έτσι κατά προνομιακό τρόπο την μεγάλη πλειοψηφία και την λαϊκή κατανάλωση.

 ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΕΣΟΔΩΝ

Η μόνιμη αιτία των ελλειμάτων

ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΣ

Η διαδικασία κατάρτισης του φετινού κρατικού προϋπολογισμού και κυρίως η προτεραιότητα που έδωσε η νέα κυβέρνηση στην αύξηση των φορολογικών εσόδων ώστε να επιτευχθεί η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 9,4% του ΑΕΠ κατά το τέλος του 2010 από 12,7% φέτος έφερε στην επιφάνεια το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί στον μηχανισμό συγκέντρωσης φόρων. Για παράδειγμα, ο νέος υπουργός Οικονομικών στηλίτευε την κατάρρευση των φορολογικών εσόδων που παρατηρήθηκε όλο το προηγούμενο διάστημα, με αποτέλεσμα η διαφορά μεταξύ προβλεπομένων και πραγματοποιούμενων εσόδων από ΦΠΑ να φθάσει τα 3 δισ. ευρώ, η διαφορά των φόρων περιουσίας στα 1,3 δισ. ευρώ, των φόρων φυσικών προσώπων στα 1,1 δισ. και των νομικών προσώπων στο 1 δισ.

Η αιτία αυτής της κατάρρευσης των φορολογικών εσόδων (που παρατηρήθηκε μάλιστα ενώ στην εξουσία βρισκόταν η πιο ανάλγητη κι αντιλαϊκή κυβέρνηση, εν μπορεί να κατηγορηθεί δηλαδή για ολιγωρία) φέρνει στην επιφάνεια την αποτυχία, την εγγενή δηλαδή αδυναμία να εγγυηθεί την αύξηση των δημοσίων εσόδων ένα σύστημα φορολόγησης που εξαιρεί τους έχοντες κι επιβαρύνει τους μη έχοντες. Την αντίφαση την περιγράφει πολύ εύστοχα η τελευταία έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση – ετήσια έκθεση 2009, όπου τονίζει αρχικά πως «τα φορολογικά έσοδα εξαρτώνται από τα εισοδηματικά μερίδια και τους φορολογικούς συντελεστές που τους αντιστοιχούν». Και συνεχίζει: «Η οικονομική πολιτική που ασκήθηκε κατά τα είκοσι περίπου έτη οδήγησε αφενός μεν στην πρωτογενή αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζομένων, αφετέρου δε μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές επί των κερδών και αύξησε τους συντελεστές επί των εισοδημάτων της εργασίας. Εφήρμοσε δηλαδή μειωμένους φορολογικούς συντελεστές στο αυξανόμενο μερίδιο των κερδών και αυξημένους συντελεστές στο μειούμενο μερίδιο της εργασίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα φορολογικά έσοδα να μειωθούν έναντι αυτών που θα υπήρχαν αν οι αυξημένοι φορολογικοί συντελεστές εφαρμόζονταν επί του αυξανόμενου μεριδίου του ΑΕΠ (δηλαδή επί των κερδών, των τόκων και των προσόδων), ή εάν έστω είχαν παραμείνει οι συντελεστές στα παλαιά τους επίπεδα».

Συνεχίζοντας έτσι το ΠΑΣΟΚ να περιμένει πως θα επιλυθεί το δημοσιονομικό πρόβλημα αναζητώντας φορολογικά έσοδα εκεί που δεν υπάρχουν ενώ θα διαιωνίζει την φοροαπαλλαγή εκεί που πραγματικά υπάρχει πλούτος, απλώς κυνηγάει χίμαιρες. Κι ως αποτέλεσμα το έλλειμμα θα συνεχίσει να υφίσταται, ενώ η ικανοποίηση των αυξημένων κοινωνικών αναγκών μέσα από μια γενναία αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου δια της φορολογίας θα παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες.

Στην αντίποδα της εφαρμοζόμενης πολιτικής, που συνεχίζεται με αξιοθαύμαστη θρησκευτική ευλάβεια, έχει ωριμάσει η ανάγκη για τη διεκδίκηση ενός συνόλου αιτημάτων, στο επίπεδο της αναδιανομής και της φορολογίας, που μπορούν να εγγυηθούν την βελτίωση της θέσης των εργαζομένων. Απαιτείται κατ’ αρχήν η γενναία αύξηση της άμεσης φορολογίας στις επιχειρήσεις και πάνω απ’ όλα στα κέρδη κι ακόμη η καθιέρωση προοδευτικής φορολογίας στις επιχειρήσεις. Η βαριά φορολόγηση των βραχυχρόνιων, κερδοσκοπικών τοποθετήσεων στις αγορές κεφαλαίου και τις εξαγωγές κεφαλαίου. Η κατάργηση του ΦΠΑ σε όλα ανεξαιρέτως τα είδη λαϊκής ανάγκης και ιδίως τρόφιμα, ρουχισμό, κ.λπ. Η αύξηση του αφορολόγητου ορίου για τους μισθωτούς από τις 12.000 ευρώ που είναι σήμερα (με αποτέλεσμα να κρίνεται άξιος φορολόγησης ένας μηνιαίος μισθός των 860 ευρώ!!!). Η δημιουργία επιπλέον συντελεστών μεγαλύτερων του 40% που είναι σήμερα ο ανώτατος συντελεστής με τον οποίο φορολογούνται όσα εισοδήματα υπερβαίνουν την κλίμακα των 75.000 ευρώ ετησίως. Και τέλος, μεταξύ πολλών άλλων, η επαναφορά της φορολόγησης της μεγάλης ακίνητης περιουσίας κι η παράλληλη κατάργηση του ΕΤΑΚ, η βαριά φορολόγηση τη εκκλησιαστικής περιουσίας υπό την απειλή τη δήμευσης, κοκ.

Ταξική ληστεία η φορολογία (Πριν, 1/6/2008)

 Φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων

ΧΡΥΣΟΦΟΡΟΣ ΟΡΝΙΘΑ

Με τη συμπλήρωση και αποστολή ως αύριο που λήγει η προθεσμία, για τις έντυπες τουλάχιστον, των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, εκατομμύρια εργαζόμενοι ήρθαν σε άμεση επαφή με την προκλητική ληστεία που διεξάγει κάθε χρόνο το κράτος καλύπτοντας την αυθαιρεσία του πίσω από μια γενική αρχή που στον εγχειριδιακό της ορισμό είναι ισοδύναμη με την κοινωνική δικαιοσύνη. Γιατί η φορολογία, παρέχοντας την πρώτη ύλη για την αναδιανομή του εισοδήματος, έρχεται – θεωρητικά πάντα αναφερόμενοι στην Ελλάδα – να διορθώσει και να μετριάσει τις εισοδηματικές και οικονομικές αντιθέσεις που παράγονται πρωτογενώς στη διανομή του κοινωνικού προϊόντος μεταξύ υπεραξίας και μισθού, εκεί που θεμελιώνεται η ανισότητα μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Στην πράξη βέβαια επιτυγχάνει ακριβώς το αντίθετο. Πριν περιηγηθούμε στις προκλητικά ταξικές διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας των φυσικών προσώπων αξίζει να δούμε το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Με βάση όσα αναφέρονται στον προϋπολογισμό του τρέχοντος έτους οι έμμεσοι φόροι (επιτομή της ταξικής φορολόγησης στο βαθμό που επιβάλλονται «ισότιμα», ανεξαρτήτως του εισοδήματος) θα συνεισφέρουν την μερίδα του λέοντος στα φορολογικά έσοδα, αποτελώντας το 60% του συνόλου τους, ενώ οι άμεσοι φόροι θα αποδώσουν το υπόλοιπο 40% των συνολικών φόρων. Η κοινωνική αδικία διαπιστώνεται ωστόσο και από την εξέλιξη των άμεσων φόρων και δη του φόρου εισοδήματος καθώς τα επιπλέον χρήματα που θα εισρεύσουν από τα φυσικά πρόσωπα (αυξημένα κατά 7,2% σε σχέση με πέρυσι) είναι σχεδόν διπλάσια από αυτά που προβλέπεται να εισρεύσουν από τα νομικά πρόσωπα, τις επιχειρήσεις δηλαδή (που θα πληρώσουν φόρο 4,6% παραπάνω από πέρυσι). Μένοντας στο φόρο εισοδήματος το μέγεθος της κρατικής ληστείας και ο βαθμός τη αντιλαϊκότητας του ελληνικού φορολογικού συστήματος βεβαιώνεται από την παράθεση δύο μόνο αριθμών: Του ποσού που αναμένεται να εισπραχθεί από τη φορολόγηση των φυσικών προσώπων, 10,8 δισ. ευρώ για την ακρίβεια, που είναι υπερδιπλάσιο από το φόρο που πληρώνουν τα νομικά πρόσωπα και ανέρχεται σε 4,9 δισ. Αυτός ο αριθμός δεν προέκυψε τυχαία. Το κεφάλαιο δηλαδή σφυρίζει αδιάφορα όταν φθάνει η ώρα του να περάσει από το γκισέ της εφορίας ως αποτέλεσμα μιας σχεδιασμένης πολιτικής που ορίζεται από τρεις καλά χαραγμένους άξονες: Μείωση φορολογικών συντελεστών, καθιέρωση εκτεταμένων φοροαπαλλαγών και κεκτημένη φοροδιαφυγή είτε στη βάση μικρών και καθημερινών φορολογικών παρανομιών είτε στη βάση πιο εξεζητημένων μεθόδων που προσφέρουν οι νόμιμοι φορολογικοί παράδεισοι.

Σε μέσο διεύρυνσης της φορολόγησης έχουν μετατραπεί οι φοροαπαλλαγές των μισθωτών καθώς αντίθετα με το παρελθόν που αφορούσαν κάθε είδους αγορές, τώρα στοχεύουν σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών που φοροδιαφεύγουν συστηματικά. Οι ελαφρύνσεις προς το κεφάλαιο αντίθετα μειώνουν κάθετα το φόρο που πληρώνει και συμβάλλουν στην αύξηση των κερδών του.

Οι αποδείξεις από τα στριπτιτζάδικα μειώνουν το φορολογητέο εισόδημα, από το γάλα όχι!

Οι εργαζόμενοι, αντίθετα με το κεφάλαιο που φοροδιαφεύγει συστηματικά, δεν έχουν να κρύψουν το παραμικρό. Στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος καταγράφεται με το νι και με το σίγμα και το παραμικρό τους έσοδο ενώ, σε μια νέα περίπτωση πλήρους αντιστροφής της πραγματικότητας, ένα παραδοσιακό μέσο μείωσης των φορολογικών βαρών και ελάφρυνσής τους έχει μετατραπεί σε εργαλείο επέκτασης της φορολογίας. Πρόκειται για τις λεγόμενες φοροαπαλλαγές. Εξ’ αρχής αποτελούσε ένα μέσο άμβλυνσης των φορολογικών βαρών, στο βαθμό που ανελαστικής φύσης έξοδα, όπως για ήταν παράδειγμα τα έξοδα αγοράς ειδών ένδυσης και διατροφής – που δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί να φορολογούνται – απαλλάσσονται από τη φορολόγηση, έτσι ώστε ο φόρος που θα πληρώσει ο εργαζόμενος να είναι κατά τι χαμηλότερος. Ανέκαθεν βέβαια αυτός ο στόχος …συνοδευόταν. Ζητώντας ο έφορος την απόδειξη του εμπορικού καταστήματος, από την εποχή ακόμη που στο υπουργείο Οικονομικών βασίλευε ο Δ. Τσοβόλας, ότι έχανε το δημόσιο από την απαλλαγή του εργαζομένου το κέρδιζε στο ακέραιο ή κατά προσέγγιση, σίγουρα όμως σε μια περισσότερο μόνιμη βάση, από την απόδοση φόρου του καταστηματάρχη. Σε κάθε περίπτωση το μέτρο της φοροαπαλλαγής ήταν πλήρες περιεχομένου. Πλέον όμως οι φοροαπαλλαγές έχουν εξελιχθεί όχι απλά σε καρικατούρα και ανοιχτή κοροϊδία, αλλά στο αντίστροφό τους. Στις φορολογικές δηλώσεις που στείλαμε πρόσφατα η εκτενέστερη γκάμα απαλλαγών αφορούσε τα παρακάτω έξοδα, όπως εξειδικεύτηκαν με τη διευκρινιστική εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών στις 3 Απριλίου 2008: «Η δαπάνη που καταβάλλεται για τη διενέργεια δεξιώσεων γάμων και βαπτίσεων, σε αίθουσες ξενοδοχείων, κοσμικές ταβέρνες, κέντρα διασκέδασης, υπαίθριους χώρους, κτήματα κλπ…. Περιλαμβάνεται και η δαπάνη που καταβάλλεται σε κέντρα διασκέδασης (κοσμικές ταβέρνες, καμπαρέ, νάιτ κλαμπ, χορευτικά κέντρα) και σε εστιατόρια, ταβέρνες, ψαροταβέρνες, με ή χωρίς ζωντανή μουσική, οινομαγειρεία, οινεστιατόρια, πιτσαρίες, ψητοπωλεία, οβελιστήρια (σουβλατζίδικα), μεζεδοπωλεία, ουζερί, τσιπουράδικα, ζυθοπωλεία, σνακ μπαρ… Η δαπάνη που καταβάλλεται σε μεσίτες (για την ενοικίαση ή την αγοραπωλησία ακινήτων) ωδεία, σχολές χορού, ρυθμικής και μπαλέτου, σχολές πολεμικών τεχνών, πάλης και παρόμοιων αθλημάτων (καράτε, τζούντο, τάε-κβο-ντο), γυμανηστήρια, (ενόργανης ή μη γυμναστικής), κολυμβητήρια, ινστιτούτα ή κέντρα αδυνατίσματος και αισθητικής (για αδυνάτισμα, αισθητική προσώπου και σώματος, μακιγιάζ, αποτρίχωση, σάουνα, ατμόλουτρα και λοιπών υπηρεσιών καλλωπισμού), κομμωτήρια, διατολόγους, διατροφολόγους, ομοιοπαθητικούς, λογοθεραπευτές, μασέρ». Και το αποκορύφωμα; Αμέσως μετά αναφέρεται πως «γίνεται δεκτό ότι σ’ αυτή την κατηγορία δαπανών, μεταξύ των λοιπών υπηρεσιών καλλωπισμού, περιλαμβάνεται και η εμφύτευση μαλλιών»!!! Παρερχόμενοι φημών ότι για το τελευταίο μαργαριτάρι ευθύνεται μέλος της επιτροπής που είχε κατά νου τη δική του δήλωση και τα τελευταία του έξοδα, τα σκανδαλώδη και εξοργιστικά παραπάνω σημαίνουν ότι: Η απόδειξη από τα ποτά που θα κεράσει ο θαμώνας ενός στριπτιτζάδικου εκπίπτει από το εισόδημα ενώ η απόδειξη από το γάλα, το τυρί και το ψωμί που αγοράζει στο σούπερ μάρκετ ή το φούρνο, όχι. Η απόδειξη από το εστιατόριο πολυτελείας εκπίπτει, όπως και η απόδειξη από το γυμναστήριο και τη λιποαναρρόφηση ενώ η απόδειξη από το μαγαζί ειδών ρουχισμού όχι! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα στελέχη του Αλογοσκούφη αν κάτι είχαν στο μυαλό τους ήταν να βάλουν στην τσιμπίδα της εφορίας τις συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες και σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποίησαν το πιο πρόσφορο μέσο που διέθεταν, το μηχανισμό των φοροαπαλλαγών. Κατ’ αυτόν όμως τον τρόπο τα οφέλη που θα αποκομίσουν τα πιο χαμηλά λαϊκά εισοδήματα από αυτήν την μεταβολή που επήλθε στις φοροαπαλλαγές ισούνται με το μηδέν. Κυριολεκτικά. Ωφελημένοι θα είναι κατ’ αρχήν οι ΔΟΥ που θα δουν τις κορδέλες από τις ταμειακές μηχανές των παραπάνω μαγαζιών και επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών να γεμίζουν από τη μια μέρα στην άλλη και τα μεσαία στρώματα που χρησιμοποιούν με τη μεγαλύτερη συχνότητα τις υπηρεσίες των παραπάνω επαγγελματιών. Εν κατακλείδι ένα μέσο φορολογικής ελάφρυνσης μετατράπηκε σε μέσο επέκτασης της φορολογίας και διεύρυνσης της φορολογικής βάσης έτσι ώστε αυτή να συμπεριλάβει κι έναν τομέα που μόνιμα φοροδιαφεύγει (της σκιώδους οικονομίας που υπολογίζεται ακόμη στο 30% του ΑΕΠ από διεθνείς οργανισμούς), εξασφαλίζοντας όμως έτσι την επιβίωσή του. Εξ ίσου μεγάλη πρόκληση αποτελούν και οι άλλες «φοροαπαλλαγές». Για παράδειγμα από το ενοίκιο που πληρώνει ένα εργαζόμενος ή το παιδί του που σπουδάζει το ανώτερο ποσό που εκπίπτει από το φόρο είναι 240 ευρώ! Έχοντας καταβάλλει τουλάχιστον 3.000 ευρώ το χρόνο, το ποσό που δέχεται η εφορία να αφαιρεθεί δεν φθάνει ούτε το 10%. Κραυγαλέα αδικία συντελείται και με τα φροντιστήρια. Από τους κουβάδες τα χρήματα που πληρώνουν χιλιάδες γονείς για να περάσουν τα παιδιά τους σε κάποια σχολή, το μοναδικό που αφαιρείται είναι το 20% της δαπάνης και πάλι κατ’ ανώτατο όριο 240 ευρώ! Αντίθετα με τα φροντιστήρια και τα ενοίκια πολύ μεγαλύτερο είναι το ποσό που εκπίπτει αν αφορά αμοιβές γιατρών και εξετάσεων, φθάνοντας τις 6.000. Ο σημαντικότερος λόγος για τη απλοχεριά του νομοθέτη είναι η πρόθεσή του να στηρίξει τον ιδιωτικό τομέα της υγείας και γι αυτό το λόγο το κράτος δέχεται να χάσει μέρος από τα έσοδά του, επιδοτώντας με έμμεσο τρόπο τον κάθε Αποστολόπουλο και υπονομεύοντας έτσι το δημόσιο σύστημα υγείας. Το ίδιο ισχύει και για τα ασφάλιστρα. Συνολικά λοιπόν ελάχιστες είναι εκείνες οι φοροαπαλλαγές (όπως η επέκταση του αφορολόγητου ορίου των 12.000 στις 18.000 ευρώ) που ανακουφίζουν πραγματικά τα εργατικά εισοδήματα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία εισέρχονται στο έντυπο Ε1 εκ του πονηρού για να υπηρετήσουν διαμετρικά αντίθετους στόχους απ’ αυτούς που επικαλούνται. Το κεφάλαιο αντίθετα απολαμβάνει τις πιο γενναίες φοροαπαλλαγές των οποίων οι πραγματικοί στόχοι συμβαδίζουν πλήρως με τους ονομαστικούς κι από κοινού υπηρετούν τον απώτερο στόχο: να αυξηθούν τα κέρδη. Πριν πάμε, ωστόσο, στις φοροαπαλλαγές αξίζει να δούμε το καθεστώς φορολογικού παραδείσου που απολαμβάνει αφότου ανέλαβε η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή, επιλέγοντας ο πρωθυπουργός κατά την πρώτη του επίσκεψη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης να εξαγγείλει ένα γενναίο πρόγραμμα μείωσης των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις, από το οποίο επωφελούνται μέχρι και σήμερα. Τούτο, καθώς τα κέρδη των ανωνύμων εταιρειών του 2007 θα φορολογηθούνε με συντελεστή 25% (από 29% πέρυσι) και των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιρειών με 20% (από 22% πέρυσι). Στην πραγματικότητα οι ωφέλειά τους είναι πολύ μεγαλύτερη καθώς είναι στη διάθεσή τους να επωφεληθούν μιας ατελείωτης σειράς ευνοϊκών ρυθμίσεων που μειώνουν κάθετα το φόρο. Είναι για παράδειγμα οι φοροαπαλλαγές που καθιερώνει ο «αναπτυξιακός» νόμος 3299/2004 όπως τροποποιήθηκε από τον 3522/2006. Στο πλαίσιο του προβλέπονται φοροαπαλλαγές που ξεκινούν από το 50% και φθάνουν μέχρι και το 100% της επενδυτικής δαπάνης. Από το γεγονός μάλιστα ότι στις προτιμώμενες επενδύσεις εντάσσονται γήπεδα γκολφ ή κέντρα διανομής και αποθήκευσης εμπορευμάτων, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η επιλογή τους δεν γίνεται με κριτήριο τη δημιουργία θέσεων μόνιμης απασχόλησης ή την στήριξη κοινωνικά αναγκαίων παραγωγικών δραστηριοτήτων που η ωφέλειά τους μπορεί να διαχέεται στις τοπικές κοινωνίες παράγοντας πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα, αλλά τα φορολογικά κίνητρα δίνονται ως μια έμμεση στήριξη στο κόστος της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου ή χρηματοδοτούν τις πιο σύγχρονες και καταστροφικές για το περιβάλλον επενδυτικές μόδες που δεν είχαν και την ανάγκη του κράτους. Από τον ίδιο νόμο επωφελούνται τα μέγιστα επιχειρήσεις μέσων μαζικής ενημέρωσης όπως και κατασκευαστικές. Υπάρχουν ωστόσο πολλά ακόμη οικονομικά σκάνδαλα του κεφαλαίου, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, που συντελούνται με την κάλυψη των φοροαπαλλαγών. Είναι για παράδειγμα οι απαλλαγές που καθιερώνει ο νόμος για τις συγχωνεύσεις. Εδώ το κράτος απαλλάσσει το κεφάλαιο από την καταβολή φόρων προκειμένου να δώσει ώθηση στις τάσεις συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του. Είναι το προκλητικό καθεστώς φορολόγησης των πλοίων με ελληνική σημαία. Άλλο σκανδαλώδες παράδειγμα είναι η φοροαπαλλαγή του εισοδήματος που προέρχεται από πράξεις με παράγωγα στο Χρηματιστήριο Παραγώγων Αθηνών. Δεν είναι εξοργιστικό; Βρήκαν να διευκολύνουν το πιο κερδοσκοπικό, το πιο παρασιτικό και αντικοινωνικό πεδίο δράσης του κεφαλαίου…

 Η αντιμεταρρύθμιση του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΧΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Το πιο ακραίο παράδειγμα φορολογικής αντιμεταρρύθμισης είναι το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων που καθιερώθηκε με το νόμο 3634/29-1-2008, αντικαθιστώντας, κατά την κυβέρνηση, ένα λαβύρινθο 27 φόρων που βάραιναν μέχρι τότε τα ακίνητα. Στην πραγματικότητα όμως, το νέο που εισήγαγε ο νόμος δεν ήταν η απλοποίηση αλλά η μεταφορά των φορολογικών βαρών από την αστική τάξη σε όλη την υπόλοιπη κοινωνία. Μέχρι πρόσφατα ο μοναδικός φόρος που πληρωνόταν ετησίως για την ακίνητη περιουσία ήταν ο Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας που βάραινε αποκλειστικά και μόνο τα υψηλά εισοδήματα, καθώς περιελάμβανε συντελεστές που κλιμακώνονταν από 0,354% έως 0,949%. Τώρα, το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων, που ανέρχεται στο (αισθητά χαμηλότερο) 0,1% της αξίας της περιουσίας των φυσικών προσώπων, θα πληρώνεται από όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων, με μοναδικές περιπτώσεις απαλλαγής την πρώτη κύρια ιδιοκατοικούμενη κατοικία που δεν μπορεί να ξεπερνάει τα 200 τ.μ. και η αξία της τα 300.000 ευρώ και τα κτίσματα σε χωριά κάτω των 1.000 κατοίκων. Το μοναδικό στοιχείο προοδευτικότητας του νόμου έγκειται στον αυξημένο συντελεστή, της τάξης του 0,6%, με τον οποίο θα φορολογηθεί η περιουσία νομικών προσώπων που δεν ιδιοχρησιμοποιείται. Και πάλι όμως, αυτή η διάταξη δεν αφορά όλα τα ακίνητα των νομικών προσώπων, καθώς αυτά που χρησιμοποιούν εταιρικές και παραγωγικές επιχειρήσεις, εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητα και αμοιβαίων κεφαλαίων ακίνητης περιουσίας, όπως και η εκκλησία θα φορολογηθούν με 0,1% όπως όλη η κοινωνία. Ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα δε του Πανάγιου Τάφου, της Μονής Σινά του Άγιου Όρους και των τριών Πατριαρχείων (Κωνσταντινούπολης, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων) απαλλάσσονται εντελώς. Με την κατάθεση του νομοσχεδίου μάλιστα η κυβέρνηση έκανε και μια λαθροχειρία. Καθορίζοντας ελάχιστο ποσό φόρου 1 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για κάθε κτίσμα αύξησε με σιωπηρό τρόπο τις αντικειμενικές τιμές καθώς με αυτό τον τρόπο είναι σα να δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει αντικειμενικές αξίες κάτω από 1.000 ευρώ ανά τ.μ. Με έμμεσο τρόπο έτσι η κυβέρνηση αύξησε τις αντικειμενικές τιμές. Καθόλου τυχαία έτσι, τα έσοδα που έχει προβλέψει να εισπράξει η κυβέρνηση φέτος από τα ακίνητα υπολογίζονται στα 890 εκ. ευρώ και ανέρχονται στο 0,36% του ΑΕΠ, όταν μέχρι πέρυσι το «πολύπλοκο καθεστώς» των 27 φόρων απέφερε έσοδα που μόλις και έφθαναν το 0,1% του ΑΕΠ. Η καθιέρωση του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων, όπως ήταν αναμενόμενο, συγκέντρωσε τις επευφημίες αντιδραστικών κέντρων, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο σε έκθεσή του για το φορολογικό σύστημα της χώρας, με χρόνο έκδοσης τον Μάιο του 2008, κρίνει πως «είναι ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση, κυρίως επειδή διευρύνει τη φορολογική βάση». Ο ιμπεριαλιστικός οργανισμός προτείνει ωστόσο το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων να γίνει ακόμη πιο ταξικό και αντιλαϊκό. Συστήνει κατά λέξη: «Θα μπορούσε ωστόσο η Ελλάδα να σκεφτεί να κάνει περισσότερα για να ενδυναμώσει το νέο φόρο ακινήτων. Για παράδειγμα θα μπορούσε να μελετήσει: πρώτο, τη διεύρυνση ακόμη περισσότερο της βάσης περιορίζοντας τις εξαιρέσεις (περιλαμβάνοντας τις πρώτες κατοικίες και την ένταξη των αγροτικών κατοικιών στο φόρο), δεύτερο, την εφαρμογή της αποτίμησης στη βάση των αγοραίων τιμών αντί των θεωρητικών αντικειμενικών αξιών, τρίτο, την ενοποίηση των φορολογικών συντελεστών για τις κατοικίες και τα εταιρικά κτίσματα που θα περιορίσει τις ευκαιρίες φοροδιαφυγής και, τέταρτο, την ταχεία συγκρότηση ενός εθνικού συστήματος καταχώρησης κτιρίων και γης για την καλύτερη παρακολούθηση». Πρακτικά λοιπόν το ΔΝΤ, που λόγω της ανεξήγητης ικανότητας του να προβλέπει αποτελεί αλάνθαστο οδηγό για το τι μέλλει γενέσθαι, προτείνει την κατάργηση ακόμη και αυτών των απαλλαγών πρώτης και αγροτικής κατοικίας, την υιοθέτηση των αγοραίων τιμών που θα εκτινάξει τις αξίες και το φόρο και τέλος την ενοποίηση του συντελεστή που αν θα γίνει προς τα πάνω χαμένοι θα είναι τα χαμηλά εισοδήματα, ενώ αν γίνει προς τα κάτω ωφελημένοι θα είναι τα υψηλά εισοδήματα!

ΝΕΑ ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΦΠΑ

Προτάσεις – φωτιά από το ΔΝΤ

ΣΤΟΧΟΣ ΤΑ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ

Ο ιμπεριαλιστικός οργανισμός προτείνει μια σειρά από μέτρα φωτιά και σε ότι αφορά το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Στη γενική τους κατεύθυνση συντείνουν στην σημαντική του άνοδο. Σημείο αφετηρίας και άλλοθι των στελεχών του ΔΝΤ αποτελεί η πολυπλοκότητα των διατάξεων. Παρόλα αυτά όμως δεν προτείνεται η υιοθέτηση ενός ενιαίου συντελεστή ύψους 10% για παράδειγμα, που είναι και στρογγυλός, αλλά μια νέα άνοδος των συντελεστών, που όπως συνέβη και με τις προηγούμενες (όταν ο κεντρικός συντελεστής πήγε από 16% στο 18% το 1998 επί ΠΑΣΟΚ και στο 19% το 2006 επί ΝΔ) θα φορτώσει ακόμη περισσότερα φορολογικά βάρη στις πλάτες των εργαζομένων. Στη βάση της μόδας του ενιαίου φορολογικού συντελεστή που έχει καθιερωθεί παγκοσμίως, έκφραση της αντιδραστικής στροφής στο φορολογικό σύστημα (στο πλαίσιο της οποίας το 53% των συστημάτων ΦΠΑ παγκοσμίως έχουν έναν και μοναδικό συντελεστή και το 23% μόνο δύο) υποστηρίζεται: «Ο ελληνικός ΦΠΑ μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικός αν διορθωθούν οι ακόλουθες αδυναμίες. Πρώτο, οι πολλαπλοί συντελεστές θα πρέπει να μειωθούν σε έναν ενιαίο (ή το πολύ δύο). Δεύτερο, πολλά αγαθά και υπηρεσίες που τώρα φορολογούνται με μειωμένους συντελεστές θα πρέπει να υπαχθούν σε ένα δεδομένο συντελεστή. Τρίτο, οι εξαιρέσεις θα πρέπει να εξαλειφθούν (ή να μειωθούν σημαντικά). Και, τέταρτο, τα επίπεδα του ΦΠΑ θα πρέπει να αυξηθούν. Αν υιοθετηθούν οι προτάσεις του ΔΝΤ (που είναι θέμα χρόνου σ’ ότι αφορά τουλάχιστον τη νέα αύξηση του συντελεστή η οποία τοποθετείται στο 2009) θα καταργηθούν μια σειρά από προνομιακά καθεστώτα έμμεσης φορολόγησης που κάνουν ελαφρώς επαχθέστερη την έμμεση φορολογία. Έτσι, αν αυξηθεί ο ΦΠΑ στα εισιτήρια κινηματογράφου, τα βιβλία και τις εφημερίδες από 4,5% που είναι σήμερα και στα τρόφιμα από 9% που είναι για να πάνε στο 19% ή το 20% οι εργαζόμενοι θα δουν τις τιμές πάλι να εκτοξεύονται και το εισόδημά τους να μειώνεται. Όλα αυτά μάλιστα στο βωμό της μείωσης των ελλειμμάτων και του στόχου ισοσκέλισης του προϋπολογισμού που έχει τεθεί για το 2010. Η αλήθεια όμως είναι ότι όσο κι αν αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνση των εργαζομένων αποκλείεται να μπορέσει να σταματήσει την ακατάσχετη αιμορραγία που προκαλεί στα δημόσια οικονομικά η κλιμακούμενη φοροαπαλλαγή του κεφαλαίου και η αφειδώλευτη χρηματοδότησή του στο πλαίσιο του ακολουθούμενου «κεϋνσιανισμού για τους πλουσίους». Αυτή είναι η αιτία της σύγχρονης δημοσιονομικής κρίσης που δεν αντιμετωπίζεται ούτε με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και την φορολόγηση εισοδημάτων και επαγγελμάτων που συστηματικά φοροδιαφεύγουν ούτε πολύ περισσότερο με την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των εργαζομένων που έχει και αυτή ένα απαραβίαστο όριο, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους μισθούς. Απέναντι στη φορολογική επίθεση του κεφαλαίου, ειδικά σήμερα που η οικονομική κρίση βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, είναι άμεση ανάγκη οι εργαζόμενοι να προβάλλουν ένα πακέτο μέτρων ανακούφισης που θα ανατρέπει την επίθεση, θα βελτιώνει τη θέση τους και θα διευκολύνει την πάλη. Από αυτό το πρόγραμμα δεν θα μπορούσε να λείπει η κατάργηση κάθε φορολογικής επιβάρυνσης στα είδη τροφίμων και ποτών, η έκπτωση από το φόρο κάθε εξόδου που αφορά φροντιστήρια και ενοίκια, η επιβολή έκτακτης φορολογίας στο κεφάλαιο, η μεταφορά του φορολογικού κέντρου βάρους στα είδη πολυτελείας (ΙΧ άνω των 1.600 κυβικών, σκάφη, πισίνες, μεγάλα διαμερίσματα, κλπ.) και τα κέρδη κεφαλαίου, ο διπλασιασμός του αφορολόγητου ορίου για μισθούς και συνταξιούχους, η κατάργηση κάθε φοροαπαλλαγής που διευκολύνει το κεφάλαιο, άμεση επαναφορά των συντελεστών φορολόγησης του κεφαλαίου που κατήργησε ο Κ. Καραμανλής, κλπ.

Αρέσει σε %d bloggers: