Κράτος εναντίον κράτους (Unfollow τ. 13, Ιανουάριος 2013)

evelp Πολύ πριν εφαρμοστεί το πρώτο Μνημόνιο τον Μάιο του 2010, στο στόχαστρο των αλλεπάλληλων προγραμμάτων λιτότητας που ανακοινώνονταν από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου τέθηκε το ιστορικά αναιμικό κράτος πρόνοιας και οι κοινωνικές υπηρεσίες. Παιδεία, υγεία, πρόνοια, πολιτισμός, μαζικές μεταφορές και σύστημα κοινωνικής ασφάλισης δέχθηκαν ένα πρωτοφανές πλήγμα κατά πολλούς τρόπους: με μειώσεις των διαθέσιμων κονδυλίων, περικοπή προσωπικού μέσω της μη ανανέωσης συμβάσεων εργασίας περιορισμένου χρόνου, μείωση μισθών, κ.α. Τα θύματα ωστόσο του Μνημονίου δεν περιορίστηκαν στις κοινωνικές υπηρεσίες. Δειλά και πειραματικά στην αρχή, αλλά με εντατικούς ρυθμούς στη συνέχεια στην ουρά για την πριονοκορδέλα των περικοπών στάθηκαν με τη σειρά τους ακόμη και τομείς της δημόσιας διοίκησης που αποτελούσαν ανέκαθεν τον στενό πυρήνα του κράτους, όπως οι δικαστές, οι στρατιωτικοί και οι διπλωμάτες. Χαϊδεμένα παιδιά του κράτους σε όλη την μεταπολεμική περίοδο και περισσότερο μετά την μεταπολίτευση όταν τα συγκεκριμένα σώματα γιγαντώθηκαν αναλαμβάνοντας συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο στην εφαρμογή ακόμη και της πιο αντιλαϊκής πολιτικής, ο κτηνώδης νεοφιλελευθερισμός του Μνημονίου κατάφερε το ακατόρθωτο: να προκαλέσει ρήγμα στις σχέσεις εμπιστοσύνης και στην συναισθηματική πρόσδεση των λειτουργών τους, δικαστών, στρατιωτικών και διπλωματών με το κράτος, που όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε εργοδότη. Πιθανά ελάχιστοι από τους παραπάνω λειτουργούς να σκεφτούν «it is not personal, it is strictly business» όταν προσέρχονται στο χώρο εργασίας τους όπως σκέφτονται ολοένα και περισσότεροι μισθωτοί, η παλιά καλή εποχή όμως των αυτονόητων πέρασε ανεπιστρεπτί…

Στα κάγκελα η …έδρα

Ο επαγγελματικός κλάδος που έκανε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο δημόσια αισθητή την διαφωνία του με την πολιτική των περικοπών το τελευταίο χρονικό διάστημα ήταν οι δικαστές. Ακρογωνιαίος λίθος του συστήματος εξουσίας με τις αποφάσεις του ή την ανοχή που επέδειξε ουκ ολίγες φορές γκρέμιζε ότι άφηνε όρθιο η εργοδοτική αυθαιρεσία ή η κρατική καταστολή. Χωρίς να ανατρέπεται αυτή η πραγματικότητα το τελευταίο διάστημα η στάση του δικαστικού σώματος άρχισε να αλλάζει είτε συλλογικά είτε μέσα από μεμονωμένες περιπτώσεις δικαστικών, που χωρίς να μπορεί να ειπωθεί ότι ακολουθούν τα χνάρια του Σαρτζετάκη, μετά βεβαιότητας με τις επιλογές τους ενοχλούν αφάνταστα την εκτελεστική εξουσία. Τελευταίο και πιο χαρακτηριστικό δείγμα ήταν η κόντρα των εισαγγελέων με τον υπουργό Οικονομικών και εκλεκτό της Τρόικας, Γιάννη Στουρνάρα και μέσω αυτού φυσικά με όλη την κυβέρνηση. Η διελκυστίνδα ξεκίνησε με μια απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών (υπ. αρ. 1101/12), η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου τινάζοντας όλο το σύστημα είσπραξης των χαρατσιών στον αέρα. Συγκεκριμένα αποφάσισε ότι το χαράτσι επί των ακινήτων είναι αντισυνταγματικό καθώς αποτελεί φόρο και όχι τέλος, ότι διασαλεύει την συνταγματική αρχή για την φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, ότι η ΔΕΗ δεν μπορεί να το εισπράττει αφού δεν έχει αρμοδιότητα είσπραξης φόρων, ενώ δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να διακόπτει το ρεύμα λόγω της μη πληρωμής του χαρατσιού. Ο Άρειος Πάγος στη συνέχεια απέρριψε το αίτημα του υπουργού και της ΔΕΗ να εισπράττεται το χαράτσι μέσα από τους λογαριασμούς της επιχείρησης. Τότε ο Γ. Στουρνάρας γράφοντας στα παλιά του τα παπούτσια τις δικαστικές αποφάσεις με όλη την αλαζονεία που έχει αποκτήσει ως το αγαπημένο παιδί της Τρόικας κάλεσε την ΔΕΗ να συνεχίσει να κάνει ό,τι έκανε. Ο πρώτος τη τάξει δηλαδή υπουργός της κυβέρνησης ζήτησε από τα στελέχη της ΔΕΗ να φτύσουν στα μούτρα την δικαστική εξουσία και να συνεχίσουν να «γδύνουν» τον κόσμο εισπράττοντας το χαράτσι που είχε ανακοινώσει ο Β. Βενιζέλος τον Σεπτέμβριο του 2011 από την Θεσσαλονίκη. Η πρόκληση του Γ. Στουρνάρα δεν έμεινε αναπάντητη από τους δικαστές. Σε ανακοίνωσή της η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδας στρέφεται κατά του υπερ-υπουργού γράφοντας «ο υπουργός Οικονομικών φέρεται να καλεί την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού να συνεχίσει να εισπράττει το τέλος ηλεκτροδότησης μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης χωρίς να λάβει υπ’ όψη της όσα αντίθετα έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ. αρ. 1101/2012 απόφασή του, που εκδόθηκε επί συλλογικής αγωγής και η οποία παράγει δεσμευτικότητα έναντι πάντων». Η ανακοίνωση ξεχωρίζει για το αυστηρό της ύφος και το γεγονός ότι χωρίς περιστροφές καταφέρεται εναντίον πρωτοκλασάτου υπουργού, κάτι που δεν έχει προηγούμενο! Συνεχίζει λοιπόν χαρακτηρίζοντας «απαράδεκτο το γεγονός μέλος της κυβέρνησης να εμφανίζεται ότι ενεργεί παρά το Σύνταγμα και να εντέλλεται ή να παροτρύνει τη διοίκηση ή τρίτους φορείς να μην συμμορφωθούν με εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις, παρά το νόμο και το άρθρο 95 παράγραφος 5 του συντάγματος, πράγμα που δεν είναι δυνατό να συμβαίνει σε συντεταγμένη, ευνομούμενη πολιτεία». Τέλος θεωρεί «αυτονόητη και αναμενόμενη την αναζήτηση ποινικών ευθυνών»! Πριν το μέτωπο που άνοιξαν οι δικαστές με τον Γ. Στουρνάρα είχε προηγηθεί, μεταξύ πολλών άλλων,  η πολύμηνη αποχή δικαστών και εισαγγελέων που προκάλεσε έμφραγμα στην εκδίκαση υποθέσεων με αποτέλεσμα να υπολογίζονται σε πάνω από ένα εκατομμύριο οι δίκες που πάγωσαν και σε πολλά εκατομμύρια τα διαφυγόντα έσοδα του δημοσίου από την μη εκδίκαση φορολογικών υποθέσεων και την μη καταβολή προστίμων. «Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κάποιος με τον ρόλο της δικαιοσύνης σήμερα δεν μπορεί παρά να δεχθεί ότι η άσκηση των καθηκόντων της έδρας απαιτεί ένα κόστος εμφάνισης και τρόπου ζωής που να συμβάλλει στο κύρος του δικαστικού λειτουργού, τουλάχιστον, και να μην προκαλεί οίκτο. Το σημαντικότερο άλλωστε είναι να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία μας. Οι υψηλές αποδοχές που διασφαλίζουν μια αξιοπρεπή διαβίωση για εμάς και τις οικογένειες μας είναι η πιο αποτελεσματική θωράκιση ώστε προσπάθειες επηρεασμού να πέφτουν στο κενό», συνεχίζει ο συνομιλητής μας. «Αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει ο κόσμος και δείχνει να υποτιμάει η Πολιτεία είναι ότι εμείς οι δικαστές, ανεξαρτήτου μάλιστα βαθμίδας, δεν έχουμε την δυνατότητα να συμπληρώσουμε το εισόδημά μας, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους δημόσιους υπάλληλους, όπως όσους δουλεύουν στην παιδεία, του δήμους ή την υγεία», συνεχίζει περιγράφοντας μας στη συνέχεια καθόλου τιμητικές εικόνες από λειτουργούς του δικαστικού κλάδου που υπηρετούν αποσπασμένοι εκτός της μόνιμης κατοικίας τους κι αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα μετά τις μειώσεις ύψους 22% κατά μέσο όρο που επέβαλε το τρίτο Μνημόνιο με αναδρομική μάλιστα ισχύ, από τον Αύγουστο του 2012. Οι ίδιοι εκτιμούν ότι με τις τελευταίες μειώσεις, οι περικοπές που έχουν δεχτεί υπερβαίνουν το 50% του επιπέδου που ήταν οι μισθοί τους πριν επιβληθούν τα Μνημόνια, με αποτέλεσμα πολλοί νέοι συνάδελφοι να αμείβονται ακόμη και με λιγότερα από 2.000 ευρώ το μήνα. Αίτημά τους ωστόσο δεν είναι να ανατραπούν συλλήβδην οι μειώσεις μισθών που επιβάλει το Μνημόνιο αλλά η εξαίρεση των ίδιων… Οι μειώσεις των αποδοχών των δικαστικών δεν είναι το μοναδικό επίτευγμα του Τρίτου Μνημονίου. Στην παράγραφο ΙΓ’ με τίτλο «Ρυθμίσεις θεμάτων υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» κι ειδικότερα στην υποπαράγραφο ΙΓ1 με «τίτλο τροποποιήσεις του ποινικού κώδικα» επέρχονται μια σειρά από αντιδραστικές αλλαγές όπως η αύξηση του ανώτατου ποσού μετατροπής της ποινής κράτησης σε χρήμα από τα 30 ευρώ στα 100 για κάθε μέρα κράτησης (παρότι μάλιστα μόλις το 2010 είχε αυξηθεί στα 30 ευρώ από τα 15) κι επίσης ο διπλασιασμός του τέλους δικαστικού ενσήμου σε ποσοστό 8 τις χιλίοις επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Πρόκειται για αλλαγές που εκ πρώτης όψεως επιδιώκουν να διώξουν τον κόσμο από τα δικαστήρια. Αυτό ωστόσο που καταφέρνουν είναι να καταστήσουν την δικαστική προστασία είδος πολυτελείας, πολύ πιο απρόσιτο στα φτωχά στρώματα κι έτσι προνόμιο των υψηλών εισοδημάτων. Ταξική πολυτέλεια η δικαιοσύνη… Στην Ελλάδα μπορεί ο αποκλεισμός από το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της δικαστικής προστασίας για τα λαϊκά στρώματα (αυτούς δηλαδή που έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη θωράκισης από την αυθαιρεσία) να μην βρήκε την θέση που έπρεπε στα αιτήματα των δικαστών, δεν συνέβη όμως το ίδιο στην Ισπανία όπου κι εκεί εξέχουσα θέση στα μέτρα λιτότητας είχαν διατάξεις που περιόριζαν την πρόσβαση των πιο αδύναμων. Νομοσχέδιο ειδικότερα που κατατέθηκε στις 21 Νοεμβρίου αύξανε τα δικαστικά έξοδα για την εκκίνηση μιας δικαστικής διαδικασίας από 50 έως 750 ευρώ, με στόχο την εξοικονόμηση την επόμενη τριετία 150 δισ. ευρώ. Εναντίον του συντηρητικού πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι όμως ξεσηκώθηκαν δικαστές και δικηγόροι που κατήγγειλαν «την δημιουργία μιας δικαιοσύνης για τους πλούσιους και μίας άλλης για τους φτωχούς».

Διπλωματία των ζάπλουτων

Δεν είναι ωστόσο μόνο η δικαιοσύνη που διχάζεται. Είναι κι η διπλωματία. Το πρώτο θύμα των περικοπών στο υπουργείο Εξωτερικών ήταν το προσωπικό των πρεσβειών που προερχόταν συνήθως από την ελληνική κοινότητα της κάθε χώρας, πρόσφυγας δεύτερης γενιάς συχνά κι αναλάμβανε καθήκοντα μεταφραστή ή γραμματέα. Μετά από ταλαιπωρία πολλών μηνών με καθυστερήσεις στις πληρωμές και περικοπές μισθών σχεδόν όλοι έχουν απολυθεί, με αρνητικές συνέπειες για την σχέση της πρεσβείας με την ελληνική κοινότητα και τεράστια προβλήματα στην καθημερινή λειτουργία των ελληνικών διπλωματικών αποστολών μιας και η συγκεκριμένη θέση ήταν πολλές φορές ο κρίκος που εξασφάλιζε την «γείωση» κάθε πρεσβείας με την χώρα. Αυτή χάθηκε οριστικά. Το ίδιο συνέβη και με σημαντικά κονδύλια που διοχετεύονταν για δημόσιες σχέσεις, την φιλοξενία ξένων αποστολών και δημοσιογράφων στην Ελλάδα, επίσης Ελλήνων δημοσιογράφων που εργάζονταν σε διεθνή ΜΜΕ, γιορτές κι εκδηλώσεις της ομογένειας, συνέδρια στο εξωτερικό, ανταλλαγές δημοσιογραφικών αποστολών κ.α. Η σημαντική μείωση αν όχι εκμηδένισή τους είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν δοκιμασμένοι δίαυλοι επηρεασμού της κοινής γνώμης (ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι συχνά αποδεικνύονταν ιδανικά εργαλεία για χρηματισμό και εξαγορά δημοσιογράφων εντός κι εκτός Ελλάδας). Συντριπτικό πλήγμα στη ελληνική διπλωματία προκάλεσε το κλείσιμο πολλών πρεσβειών στο εξωτερικό κι η φορολόγηση, το 2011, επιδομάτων που χορηγούνταν πέραν των μισθών. Η χαριστική βολή ήρθε με το Τρίτο Μνημόνιο. Στο άρθρο 28 ο βασικός μισθός του ακόλουθου πρεσβείας ορίζεται στα 1.061 ευρώ ενώ ο μισθός του πρέσβη πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 1,79 φθάνοντας τα 1.899 ευρώ. Παρότι αυτός δεν είναι ο τελικός μισθός ακόμη κι η προσαύξηση με «πάγια αποζημίωση λόγω ειδικών συνθηκών προσφοράς διπλωματικών ή επιστημονικών υπηρεσιών και της απασχόλησής τους πέραν του κανονικού ωραρίου εργασίας» δεν ξεπερνάει για τον πρέσβη τα 550 ευρώ. «Για να εκτιμήσετε το κόστος ζωής μας πρέπει να έχετε υπ’ όψη σας κατ’ αρχάς τις ανάγκες που συνοδεύουν τη θέση μας. Ένας διπλωμάτης δεν μπορεί να περιφέρεται σαν φτωχός συγγενής. Έπειτα είναι το κόστος των σχολείων για όσους έχουμε παιδιά», συνεχίζει ο συνομιλητής μας που έχει χρόνια προϋπηρεσία στο υπουργείο Εξωτερικών. «Δεδομένου ότι η παιδεία τους πρέπει να έχει μια συνέχεια είτε υπηρετούμε στην Ευρώπη είτε μετατεθούμε στην Αφρική και την Ασία το ακριβό αγγλικό σχολείο είναι μονόδρομος. Κρατείστε επίσης ότι ο μισθός μας πρέπει να είναι τέτοιος που να αναπληρώνει και το εισόδημα του έτερου …ήμισυ που δεν μπορεί να εργάζεται». Το αποτέλεσμα που είτε προσχεδιασμένα είτε εκ των πραγμάτων επέρχεται είναι να καταρρέει η ελληνική διπλωματία. Αυτή που τουλάχιστον γνωρίζαμε, η οποία μπορεί να ασκούταν κατά βάση από γόνους αστικών οικογενειών, «κληρονομικώ δικαίω» πολύ συχνά, στο πλαίσιο της όμως υπήρχε μια επετηρίδα, δέσποζε μια πειθαρχία κι ακολουθούταν ένα πρωτόκολλο που δεν επέτρεπε αυτοσχεδιασμούς και προσωπικές στρατηγικές ή φιλοδοξίες. Σε αυτό το πλαίσιο η εξωτερική πολιτική μπορούσε να χαρακτηρίζεται δημόσιο αγαθό και να θεωρείται κυριαρχικό δικαίωμα. Οι άγριες περικοπές όμως αλλάζουν άρδην αυτή την κατάσταση προς το χειρότερο με κυρίαρχη τάση να θέλει την ανάθεση της διπλωματικής εκπροσώπησης της Ελλάδας σε προσωπικότητες, που είναι περιττό να πούμε ότι θα λειτουργούν ανεξέλεγκτα, χωρίς να υπόκεινται σε κανενός είδους λογοδοσία. Το βασίλειο της αναξιοκρατίας. Σε αυτό το σημείο η Ελλάδα ενώ από την μια υποβαθμίζεται σε κράτος δεύτερης κατηγορίας με υποτυπώδη διπλωματία, αναθέτοντας επί της ουσίας στις ΗΠΑ και την ΕΕ δηλαδή την Γερμανία την άσκηση εξωτερικής πολιτικής για λογαριασμό της, από την άλλη πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ακολουθεί πιστά την τελευταία λέξη της μόδας, όπως ανθεί στην άλλη όχθη του Ατλαντικού και θέλει την διπλωματία να ανατίθεται σε κορυφαίους χρηματοδότες κάθε προέδρου. Ακόμη κι ο Μπαράκ Ομπάμα, με βάση άρθρο γνώμης που δημοσιεύτηκε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς το Σαββατοκύριακο 8-9 Δεκεμβρίου 2012 με τίτλο «Πρεσβευτές που καταθέτουν τα διαπιστευτήρια τους σε μετρητά», οι δύο από τους τρεις πρεσβευτές που έχει διορίσει προέρχονται από τους χρηματοδότες του…

Στρατός, σε κλίμα …σπαρτιατικό

Στον στρατό η κατάσταση είναι πολύ πιο δραματική, λόγω του ότι οι στρατιωτικοί στην πλειοψηφία τους προέρχονται από λαϊκά ή μεσαία στρώματα. Αντίθετα δηλαδή με ό,τι συμβαίνει στους διπλωμάτες και τους δικαστικούς, όπου η προσωπική και οικογενειακή περιουσία μπορεί να μετριάσει πρόσκαιρα τις συνέπειες της λιτότητας. Γι’ αυτό τον λόγο κι οι αντιδράσεις των στρατιωτικών ενάντια στο Μνημόνιο πήραν πολύ πιο νωρίς, πολύ πιο ακραία μορφή, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να αποτρέψουν τη νέα επιδείνωση της θέσης τους που ήρθε με το Τρίτο Μνημόνιο και περιγράφεται από μισθό αναφοράς στο βαθμό του ανθυπολοχαγού (που αντιστοιχεί στο 1) και ισούται με 875 ευρώ για να φτάσει στο ένα άκρο (πολλαπλασιαζόμενος με συντελεστή 2,14) τα 1.872 για τον αρχηγό Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας και στο άλλο άκρο (πολλαπλασιαζόμενος με 0,32) τα 280 ευρώ για μόνιμο στρατιώτη που δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. «Στόχος είναι το φρόνημα και το ηθικό», τονίζει ανώτατος αξιωματικός της αεροπορίας που μας περιγράφει τραγικές σκηνές από την καθημερινή ζωή ανώτερων και κατώτερων αξιωματικών που αναγκάζονται να ζουν σε στρατιωτικά καταλύματα ή σε σπίτια που νοικιάζουν 3 και 4 μαζί γιατί ο μισθός τους δεν επαρκεί για το νοίκι. «Τι κοινωνική ζωή μπορούν να έχουν, ειδικά αυτοί που υπηρετούν στα νησιά όπου το κόστος ζωής βρίσκεται στα ύψη; Πως μπορούν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή στις οικογένειές τους όταν μοναδικό τους εισόδημα είναι ο στρατός; Αναρίθμητοι είναι επίσης κι όσοι είχαν πάρει δάνεια και πλέον μετά τις μειώσεις μισθών αδυνατούν να τα εξυπηρετήσουν». Για τον ίδιο «οι περικοπές τόσο στους μισθούς μας όσο και στα κονδύλια έχουν αδυνατίσει σημαντικά την αμυντική θωράκιση της χώρας με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να μην θεωρείται δεδομένο ένα τακτικό πλεονέκτημα που ανέκαθεν διέθετε η ελληνική πολεμική αεροπορία έναντι της τούρκικης: η πολύ καλή εκπαίδευση των πιλότων». Οι προοπτικές που διαγράφονται είναι ακόμη χειρότερες για την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας αν αποδειχθούν αληθινές φήμες που κυκλοφορούν για διετή διακοπή των εγγραφών στη Σχολή Ικάρων λόγω του ότι δεν υπάρχουν χρήματα για καύσιμα με αποτέλεσμα να μην γίνονται καν οι αναγκαίες εκπαιδευτικές πτήσεις. «Η κατάσταση είναι χάλια και στη συντήρηση των πολεμικών αεροσκαφών λόγω του ότι για να ρίξουμε το κόστος των συμβάσεων που υπογράφουμε με τους κατασκευαστές, τη Λόκχιντ ή τη Ντασό, δεν προβλέπεται έγκαιρη παράδοση με αποτέλεσμα τα ελληνικά εξαρτήματα που στέλνουμε για συντήρηση να μπαίνουν στην γραμμή παραγωγής τελευταία εάν κι εφόσον δεν υπάρχουν άλλα. Έτσι αφού τα στείλουμε για έλεγχο ή επισκευή κανείς ποτέ δεν ξέρει πότε θα τα παραλάβουμε. Τι προγραμματισμό μπορείς να κάνεις σε ένα τέτοιο περιβάλλον;» Ταυτόχρονα το αίτημα της Τρόικας για κατάργηση της υποχρεωτικής θητείας (που αποτελεί δημοκρατική κατάκτηση κι επίτευγμα της Γαλλικής επανάστασης) οδηγεί στην δημιουργία ενός πολύ πιο ολιγάριθμου μισθοφορικού στρατού ικανού μεν να αναλαμβάνει απαιτητικές επιθετικές αποστολές στο εξωτερικό, βοηθώντας τους Αμερικάνους ή στο πλαίσιο του ευρωστρατού της ΕΕ, ανήμπορου ωστόσο να εγγυηθεί την φύλαξη των ελληνικών συνόρων. Κοινή συνισταμένη των παραπάνω εξελίξεων είναι ότι το Μνημόνιο κι η πολιτική των περικοπών αποδεικνύονται καταλύτης αντιδραστικών, οπισθοδρομικών αλλαγών στη δικαιοσύνη, την διπλωματία και τον στρατό. Η μαζική μορφή που ξέραμε και μπορούσε να υποσχεθεί την αξιοκρατία (κι ας μην την εξασφάλιζε πάντα) περνάει πια στην ιστορία. Ταυτόχρονα αλλάζει και το περιεχόμενο της λειτουργίας τους ως θεσμών που γίνεται εξόφθαλμος υπηρέτης της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, με ελάχιστη ή και καθόλου δημοκρατική νομιμοποίηση. Καταλαβαίνει έτσι κανείς πως η ανάγκη επίτευξης δημοσιονομικής πειθαρχίας αποδείχθηκε μια πρώτης τάξης ευκαιρία για μια εκ βάθρων αλλαγή του χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλισμού. Όπως στην οικονομία το μέγιστο κατόρθωμα ήταν η μείωση των μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων έτσι και στην δικαιοσύνη, την διπλωματία και το στρατό το κατόρθωμα τους ήταν να αλλάξει ο χαρακτήρας τους. Κι αυτό επιτεύχθηκε αντίθετα με το δημόσιο χρέος που κινείται σε ανεξέλεγκτα επίπεδα (173,5% του ΑΕΠ για το 2014 από 129% το 2009) παρά μάλιστα τις δύο αναδιαρθρώσεις εντός του 2012. Το δημόσιο χρέος κι ο περίφημος δημοσιονομικός εκτροχιασμός ήταν η μόνο αφορμή…

Οι συσχετισμοί σε Βαλκάνια – Μεσόγειο (2-3/1/2010, περ. Μετροπόλιταν)

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
  • Δεν είναι πανάκεια η ένταξη στην ΕΕ

Η «Ατζέντα 2014» είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια τους τελευταίους τρεις μήνες. Εν συντομία πρόκειται για τον στόχο ένταξης όλων των χωρών της Δυτικής Βαλκανικής στην ΕΕ μέχρι το 2014, όταν θα συμπληρώνονται 100 χρόνια από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Η υψηλή θέση που καταλαμβάνει στην ατζέντα της ελληνικής διπλωματίας η «Ατζέντα 2014» έγινε σαφής όταν ο Γιώργος Παπανδρέου, επέλεξε να κάνει την πρώτη του επίσκεψη ως πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών στην Τουρκία για να την παρουσιάσει στους υπουργούς Εξωτερικών της Βαλκανικής κι επίσης με το πιο πρόσφατο ταξίδι (18-21 Νοέμβρη) του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, Δ. Δρούτσα, σε τέσσερις βαλκανικές χώρες: τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη και την Αλβανία.

Η «Ατζέντα 2014» έρχεται κατ’ αρχήν στα μάτια των υπόλοιπων κρατών μελών της ΕΕ να διαλύσει πιθανές εντυπώσεις που ενδέχεται να δημιουργηθούν από το βέτο στο αίτημα ένταξης της ΠΓΔΜ, όσο δεν λύνεται το πρόβλημα της ονομασίας. Με την «Ατζέντα 2014» επέρχεται μια ισορροπία καθώς η Αθήνα δεν εμφανίζεται να αποτελεί ένα συνεχές εμπόδιο στα σχέδια διεύρυνσης της ΕΕ, αλλά δείχνει ότι πάνω απ’ όλα είναι παράγοντας προώθησης αυτού του στόχου. Έτσι το μπλοκάρισμα των Σκοπίων παύει να λειτουργεί επιβαρυντικά για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Παράλληλα ωστόσο η ελληνική διπλωματία επιχειρεί να αναβαθμίσει και τη διπλωματική της θέση στη χερσόνησο του Αίμου, μέσω αυτού του στόχου, στρεφόμενη προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτα και κύρια στις βαλκανικές πρωτεύουσες καθώς επιχειρεί να τις πείσει ότι οι στόχοι της ένταξης στην ΕΕ κι της αναβάθμισης της διεθνούς τους θέσης έχουν ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα. Κατά δεύτερο προς τις Βρυξέλλες στο βαθμό που η Αθήνα αξιοποιεί την γειτνίασή της με αυτές τις χώρες, μετατρέποντας το αδύνατο σημείο της σε ισχυρό, και επιδιώκει να αυξήσει τη διαπραγματευτική της ικανότητα. Κάθε ένας από αυτούς τους στόχους ωστόσο συνοδεύεται κι από έναν ισχυρότατο αντίλογο: Γιατί οι Βαλκανικές χώρες να επιλέξουν την Ελλάδα ως «όχημα» διεθνοποίησής τους κι όχι κάποια άλλη ισχυρή χώρα της ΕΕ, όπως είναι η Γερμανία; Δεδομένου δε, ότι η γειτνίαση δεν αποτελεί επαρκή λόγο. Το ίδιο ισχύει και για τις Βρυξέλλες: γιατί να δώσουν στην Αθήνα το ρόλο του τοποτηρητή της ΕΕ στην περιοχή;

Η σημαντικότερη ωστόσο αμφισβήτηση της «Ατζέντας 2014» πηγάζει από τις εσωτερικές της αντιφάσεις κι όχι από τις έξωθεν σκοπιμότητες. Ειδικότερα, η «Ατζέντα 2014» υποδηλώνει ρητά ή άρρητα πως η ένταξη στην ΕΕ θα αποτελέσει πανάκεια για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιοχή. Στα Βαλκάνια όμως κανείς δεν ξεχνάει τον εμπρηστικό ρόλο που διαδραμάτισε η ΕΕ – τουλάχιστον οι ατμομηχανές της, όπως για παράδειγμα η Γερμανία – στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τα ποτάμια αίματος που έτρεχαν επί χρόνια. Τελευταίο παράδειγμα η αναγνώριση του Κοσόβου από 22 κράτη μέλη της ΕΕ κι η στρατιωτική της παρουσία εκεί που αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο και τα όσα προβλέπει για το Κόσοβο, δηλαδή την απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας που το ορίζει ως επαρχία της Σερβίας. Κατά συνέπεια η ΕΕ δεν αποτελεί τον επί της γης παράδεισο. Το βεβαιώνει και το παράδειγμα της Κύπρου, όπου η ένταξή της δεν έλυσε το πρόβλημα της παράνομης, τουρκικής κατοχής όπως πολλοί πίστευαν ότι θα γινόταν αυτόματα σχεδόν. Και για να έρθουμε στα πιο πρόσφατα, ο αρνητικός ρόλος της ΕΕ φάνηκε κι από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, όπου και τα 27 κράτη μέλη θεώρησαν φυσιολογικό να συνεχίσουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα παρότι εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Με τα έργα της κατά συνέπεια η ΕΕ υποσκάπτει το κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γιατί στα εύθραυστα Βαλκάνια να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας κι ενίσχυσης της διεθνούς νομιμότητας; Ο αρνητικός ρόλος της ΕΕ φάνηκε κι από τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε η σουηδική προεδρία στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης πιέζοντας τη Σερβική Δημοκρατία να διαλυθεί, για το καλό… της χώρας.

Ανατολικότερα τέλος, η πρόσφατη αλλαγή κυβερνητικής σκυτάλης στη Βουλγαρία οδηγεί κατά πάσα πιθανότητα σε ναυάγιο την ενεργειακή συμφωνία που είχε συνάψει η προηγούμενη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση με την Μόσχα. Πρόκειται για αλλαγή που αν ολοκληρωθεί θα έχει τεράστιες συνέπειες και για την Ελλάδα καθώς θα επανεξετασθεί η κατασκευή του ρωσικού αγωγού South Stream όπως και του Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη. Μέχρι στιγμής οι πιέσεις που ασκούν οι ΗΠΑ με την επιτόπια παρουσία στη Σόφια του ειδικού απεσταλμένου τους για θέματα ενέργειας στην Ευρασία, Ρίτσαρντ Μόρνινγκσταρ, δεν επιτρέπουν να ελπίζουμε για τα καλύτερα…

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ
  • Ολέθριες σχέσεις

Η απόφαση της Ελλάδας να απέχει από την πολύ κρίσιμη ψηφοφορία που έγινε στον ΟΗΕ στα μέσα Νοεμβρίου για την έκθεση Γκολντστόουν, στην οποία το Ισραήλ κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου, αποτελεί τροχιοδεικτική βολή για την πορεία που θα ακολουθήσουν οι σχέσεις των δύο χωρών. Εξ ίσου δηλωτικό – κραυγαλέα δηλωτικό, θα λέγαμε – γεγονός για την αναθέρμανση των σχέσεων των δύο χωρών μετά την ψυχρότητα της δεκαετίας του ‘80, αποτέλεσε η κοινή ελληνο-ισραηλινή στρατιωτική άσκηση «Ένδοξος Σπαρτιάτης» που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2008 και θεωρήθηκε προσομοίωση επίθεσης στο Ιράν. Επίσης, η αποκάλυψη πέρυσι τέτοιες σχεδόν ημέρες, πως η τροφοδοσία του ισραηλινού στρατού με πυρομαχικά κι ενδεχομένως βόμβες φωσφόρου που έριχνε αφειδώς στους Παλαιστίνιους της Γάζας, θα γινόταν από το λιμάνι του Αστακού. (Εύκολο είναι μετά να ψηφίσεις στον ΟΗΕ εναντίον του Ισραήλ;)

Όλα τα παραπάνω διαβεβαιώνουν ότι η ελληνική διπλωματία έχει επιλέξει ποιος θα είναι ο στρατηγικός της σύμμαχος στη ευαίσθητη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Το γεγονός μάλιστα ότι η πολιτική αναθέρμανσης των διμερών σχέσεων υπηρετήθηκε πιστά και χωρίς αποκλείσεις τόσο από την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή όσο κι από τη σημερινή κυβέρνηση υπογραμμίζει πως αποτελεί στρατηγική επιλογή και των δύο κομμάτων εξουσίας. Δεν είναι ωστόσο μια πολιτική που μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς κλυδωνισμούς και μεγάλο κόστος.

Το Ισραήλ στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία δίνει μια μάχη πολιτικής και διπλωματικής επιβίωσης, καθώς κινδυνεύει – αν δεν το έχει ήδη πάθει – να δεχτεί ένα μη αντιστρεπτό πλήγμα στη δημόσια εικόνα του, λόγω των όσων έχει πράξει. Η έκθεση του νοτιοαφρικανού δικαστή Γκολντστόουν που – επιτέλους! – για πρώτη φορά στοιχειοθετεί τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου από τον ισραηλινό στρατό στη Γάζα κατά τη διάρκεια του πολέμου των 22 ημερών πέρυσι, ήταν μια τεράστια επιτυχία για όσους μάχονταν ώστε το Ισραήλ να λογοδοτήσει για τα εγκλήματά του κι οι υπεύθυνοι να καθίσουν στο σκαμνί. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η εξαφάνιση από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες κατά την επίθεση στη Γάζα οποιωνδήποτε προσωπικών στοιχείων των ανώτερων αξιωματικών του ισραηλινού στρατού, έτσι ώστε να μην υποστούν νομικές συνέπειες για τις βαρβαρότητές τους. Την ίδια τύχη δεν είχε όμως η υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ εκείνη την εποχή, κι επικεφαλής του κόμματος Καντίμα, Τζίπι Λίβνι, για την οποία μόλις πριν μία εβδομάδα οι βρετανικές εισαγγελικές αρχές εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης! Για να μην υποστεί την ταπείνωση που δέχθηκε ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, ο οποίος είχε καταλήξει στη φυλακή όταν επισκέφθηκε το Λονδίνο πολλά χρόνια μετά την παράδοση της εξουσίας, η Λίβνι ακύρωσε την επίσκεψή της στο Λονδίνο. Οι μύδροι που εξαπέλυσε το εβραϊκό κράτος εναντίον της Αγγλίας υπογραμμίζουν τον κίνδυνο που διατρέχει να έχει την τύχη της Νότιας Αφρικής τη δεκαετία του ’80. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έπαιξε κι η κυβερνητική αλλαγή που έγινε πέρυσι στο Ισραήλ, με αποτέλεσμα να κερδίσουν τις εκλογές οι πιο αδιάλλακτες, εθνικιστικές κι ακροδεξιές δυνάμεις. Ο διορισμός δε του ακραίου σιωνιστή Άβιγκτορ Λίμπερμαν στη θέση του υπουργού Εξωτερικών επιβεβαίωσε ότι η διεθνής κοινότητα είναι στην πραγματικότητα αντιμέτωπη με ένα κράτος που δεν επιθυμεί την ειρήνη και τη συμφιλίωση με την Παλαιστίνη, ούτε την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.

Σε αυτό το πλαίσιο τα σχέδια αναθέρμανσης των σχέσεων Ισραήλ και Ελλάδας, όταν πλέουν κρατούν αποστάσεις από το εβραϊκό κράτος ακόμη κι οι ΗΠΑ, υπονομεύουν την αξιοπιστία της χώρας και το κύρος της στην περιοχή.

  • ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΡΑΒΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
  • Το τέλος μίας σχέσης;

Η επίσκεψη του προέδρου της Δημοκρατίας, Κάρολου Παπούλια, τον Ιούνιο στη Συρία, παρότι έγινε δεκτή με θετικότατο τρόπο κι από τους δύο λαούς και με ευμενή σχόλια από τον Τύπο δεν βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με την γραμμή της ελληνικής διπλωματίας. Να θυμίσουμε κατ’ αρχήν ότι η προηγούμενη υπουργός Εξωτερικών, Ντόρα Μπακογιάννη, όταν είχε επισκεφθεί την Μέση Ανατολή αμέσως μετά την επίθεση του Ισραήλ στον Λίβανο το καλοκαίρι του 2006, επιδεικτικά είχε αρνηθεί να συμπεριλάβει και τη Δαμασκό στις πρωτεύουσες που επισκέφθηκε. Η επιλογή της δεν ήταν δύσκολο να ερμηνευθεί. Η φιλολογία για τον Άξονα του Κακού στον οποίο η Συρία κατείχε εξέχουσα θέση μεσουρανούσε, ενώ μόλις λίγα χρόνια πριν το ερώτημα ήταν πότε κι όχι αν οι ΗΠΑ θα εισβάλλουν στη Συρία – μέχρι που η απάντηση δόθηκε από την ιρακινή αντίσταση. Η ελληνική διπλωματία λοιπόν ακολουθώντας κατά γράμμα την γραμμή του Μπους που θεώρησε την Μέση Ανατολή κοιτίδα της τρομοκρατίας, αποστασιοποιήθηκε συνειδητά χάνοντας σπουδαία ερείσματα που οικοδομήθηκαν επί χρόνια κι επέτρεψαν στην Ελλάδα (για πρώτη φορά στην πραγματικότητα κι όχι στο φαντασιακό της πολιτικής ηγεσίας) να διαδραματίσει περιφερειακό ρόλο.

Ο αναπροσανατολισμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είχε ξεκινήσει με την άνοδο του Κ. Σημίτη στην εξουσία όταν τεκμήριο προοδευτικότητας έγινε η ευρωδουλικότητα κι η Ελλάδα με ύφος που θα ζήλευαν οι πιο σνομπ αποικιοκράτες απέστρεφε μετά βδελυγμίας το βλέμμα της από το Νότο και την Ανατολή κι είχε μάτια μόνο για τη Δύση και το Βορρά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως πρωθυπουργός της Ελλάδας ο Κ. Σημίτης δεν επισκέφθηκε ούτε μία φορά κάποια αραβική χώρα. Κι ο Κ. Καραμανλής στα χνάρια του βάδισε, επί της ουσίας. Η επίσκεψή του μετά της συζύγου του κάποια Χριστούγεννα στο Κάιρο κι η μετέπειτα ολιγόωρη επίσκεψή του στο Κατάρ για να ξεπουλήσει την Ολυμπιακή δεν αναιρούν το γεγονός ότι κι επί δικής του πρωθυπουργίας το κενό μεταξύ αραβικών κρατών κι Ελλάδας μεγάλωσε απότομα. Κυρίως όμως ανησυχητικά, μια και κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει τη στήριξη των αραβικών χωρών στα διεθνή της μέτωπα. Όσο μάλιστα η Τουρκία χάνει τα κοσμικά της χαρακτηριστικά με την εδραίωση των Ισλαμιστών στην εξουσία κι επιδιώκει να γίνει εκφραστής όλων των μουσουλμάνων και των Αράβων, τόσο λιγότερο προφανής θα είναι η θετική στάση των χωρών της Μέσης Ανατολής απέναντι στην Ελλάδα. Ας αναλογιστούμε τι δραματικές συνέπειες μπορεί να έχει για το Κυπριακό αν οι αραβικές χώρες ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, επιλέξουν την δεύτερη επιβραβεύοντας τις θαρραλέες πολιτικές κινήσεις του Ερντογάν: από την καταδίκη της σφαγής στη Γάζα πέρυσι κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Νταβός μέχρι την πρόσφατη αναγνώριση από την Τεχεράνη του αυτονόητου δικαιώματος του Ιράν, όπως και κάθε κράτους, να αναπτύξει δικό του πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας!

Η νέα πολιτική ηγεσία που προέκυψε μετά τις πρόσφατες εκλογές υπόσχεται βελτίωση των σχέσεων με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Γι αυτόν μάλιστα το σκοπό αναμένεται να επισκεφθεί τις αραβικές πρωτεύουσες ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Δημ. Δρούτσας, τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου. Ακόμη και τούτη η επίσκεψη όμως, που είναι ένα αναγκαίο πρώτο βήμα, δεν είναι αρκετή. Η μοναδική δυνατότητα για να κερδηθεί ο χαμένος χρόνος (15 σχεδόν ετών!) είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, Γ. Παπανδρέου, να επισκεφθεί τις χώρες της Μέσης Ανατολής κι επίσης να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ξεβάλτωμα των συσσωρευμένων αδιεξόδων που όσο μένουν άλυτα δεν πρόκειται να γνωρίσει ειρήνη η Μ. Ανατολή κι ούτε φυσικά οι γύρω χώρες. Κορυφαίο όλων (και αδιάψευστο μέτρο για την αποτίμηση του φιλειρηνικού χαρακτήρα κάθε πολιτικής) είναι η επίλυση του Παλαιστινιακού με βάση τα διεθνή ψηφίσματα: με την προώθηση του στόχου δημιουργίας ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων. Ιδού η Ρόδος!