Αρμαγγεδώνας η λιτότητα στην Ισπανία (Επίκαιρα, 7 Ιουνίου 2012)

Περίπου έξι μήνες τελικά διαρκεί η περίοδος χάριτος. Τόσος χρόνος απαιτήθηκε για να υπογραφεί τον Μάιο του 2010 από την κυβέρνηση Παπανδρέου η ένταξη της Ελλάδας στο σφαγείο του «μηχανισμού διάσωσης», τόσος χρόνος χρειάστηκε και στην Ισπανία για να έρθει η νέα κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι που εξελέγη το Νοέμβριο του 2011 (με το υψηλότερο ποσοστό που έχει κερδίσει ποτέ η ισπανική Δεξιά) αντιμέτωπη με τις μεγάλες αποφάσεις: Κατά πόσο δηλαδή θα οδηγήσει την Ισπανία να ζητήσει στήριξη από τον μηχανισμό διάσωσης, δεδομένου ότι το επιτόκιο δανεισμού του 10ετούς ομολόγου την Τετάρτη 30 Μαΐου ξεπέρασε τα ανεκτά επίπεδα, αγγίζοντας το 6,7%.

Επισήμως η κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι απορρίπτει κάθε τέτοια σκέψη, αλλά κανείς δεν δίνει σημασία σε ανάλογες διαψεύσεις λόγω του ότι μέχρι στιγμής κάθε διάψευση ακολουθήθηκε από την αναίρεσή της στην πράξη. Τον Φεβρουάριο, για παράδειγμα, η κυβέρνηση είχε δηλώσει με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να δοθεί κρατικό χρήμα στις τράπεζες για να ακολουθήσει η μεγαλύτερη επιχείρηση διάσωσης στην οικονομική ιστορία της χώρας, αξίας 19 δις. ευρώ, που αφορούσε την τράπεζα Bankia – BFA. Κι εδώ ακριβώς έγκειται το ένα από τα δύο προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ισπανία. Ειδικότερα, ένας βαθιά ζημιογόνος τραπεζικός τομέας που γιγαντώθηκε μεταξύ 2001 – 2007, την περίοδο του οικοδομικού οργασμού όταν 1 στις 3 νέες κατοικίες που ανεγείρονταν στην ΕΕ ήταν στην Ισπανία και τώρα αυτός ο κλάδος παρασύρεται στη δίνη της ύφεσης που δημιούργησε το σκάσιμο της φούσκας στην αγορά ακινήτων. Η οδός που έχει επιλεγεί αποτελείται από δύο λωρίδες. Κατ’ αρχήν τις συγχωνεύσεις μεταξύ των πολλών δεκάδων μικρών τραπεζών βάζοντας έτσι τέρμα στον πολυκατακερματισμό που ανέκαθεν χαρακτήριζε τον χρηματοπιστωτικό κλάδο της Ισπανίας. Στο πλαίσιο αυτής της επιλογής ανακοινώθηκε στις 29 Μαΐου η συγχώνευση τριών μικρών τραπεζών (Liberbank, Ibercaja και Caja3). Η δημιουργία «λίγων και καλών» τραπεζών (αφήνοντας τα εγκώμια στον ελεύθερο ανταγωνισμό για τα εγχειρίδια του νεφιλελευθερισμού) παρουσιάστηκε ως το εισιτήριο για να αντιμετωπίσουν οι ισπανικές τράπεζες τον αποκλεισμό τους από τις αγορές και την εξάρτησή τους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την κάλυψη των χρηματοδοτικών τους αναγκών. Η δεύτερη λύση αφορούσε την στήριξη των τραπεζών από το κράτος με κάθε τρόπο. «Δεν πρόκειται να αφήσουμε καμμιά τράπεζα να χρεοκοπήσει… αν συμβεί αυτό θα χρεοκοπήσει η ίδια η χώρα», είχε δηλώσει ο ίδιος ο ισπανός πρωθυπουργός πρόσφατα όπως θύμιζαν στο σημείωμα της σύνταξης οι Financial Times την Τετάρτη 30 Μαΐου.

Εκβιάζουν οι τράπεζες

Και οι δύο όμως παραπάνω επιλογές δεν είναι μόνο κοινωνικά απαράδεκτες κι επιζήμιες για το σύνολο (αρκεί ν’ αναφερθεί πως τα χρήματα που θα πάρει η Bankia ισοδυναμούν δύο φορές με τις περικοπές στην παιδεία και την υγεία, ενώ το πρακτορείο Bloomberg εκτιμά πως συνολικά θα απαιτηθούν 120 δις. ευρώ) αλλά και αναποτελεσματικές. Είναι πολύ ενδεικτικό το γεγονός ότι η Bankia, την οποία τώρα θα διασώσει το δημόσιο, δημιουργήθηκε το 2010 από την συγχώνευση επτά μικρών τραπεζών. Το ζητούμενο επομένως των συγωνεύσεων δεν είναι η δημιουργία εύρωστων τραπεζών (και πως θα συνέβαινε εφ’ όσον συγχνωνεύονται προβληματικές επιχειρήσεις;) αλλά να οδηγηθούν σε ένα τέτοιο σημείο από άποψη μεγέθους οι τράπεζες ώστε να χαρακτηριστούν «too big to fail», δηλαδή «υπερβολικά μεγάλες για να χρεοκοπήσουν». Με άλλα λόγια ένας έμμεσος εκβιασμός προς την κυβέρνηση και τους φορολογούμενους, που πρωτοεφαρμόστηκε στις ΗΠΑ, μετά την κατάρρευση της τράπεζας Lehmann Brothers. Καθόλου τυχαίος δεν ήταν ενδεχομένως κι ο διορισμός στην θέση του υπουργού Οικονομικών στην Ισπανία του Γκουίντο Μαντέγκα, πρώην ανώτατου στελέχους της Lehman Brothers. Αντί να βρεθεί στο ειδώλειο του κατηγορουμένου τοποθετήθηκε στον υπουργικό θώκο για να διατάζει λιτότητα προς όφελος  των τραπεζών…

Κι αυτή ακριβώς η οικονομική πολιτική, η λιτότητα, είναι το δεύτερο και μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ισπανία. Η    κατάσταση είναι ήδη δραματική.  Οι λιανικές πωλήσεις τον Απρίλιο μειώθηκαν σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα κατά 10%, όταν τον Μάρτιο πάλι σε ετήσια βάση μειώθηκαν κατά 4%, ενώ και τους 22 προηγούμενους μήνες είχε καταγραφεί μείωση! Την ίδια καθοδική πορεία ακολουθεί κάθε άλλο μέγεθος: από τις πωλήσεις ΙΧ αυτοκινήτων (2%) και τις προσλήψεις (17%) μέχρι το ΑΕΠ που τόσο το τελευταίο τρίμηνο του 2011 όσο και το πρώτο του τρέχοντος έτους μειώθηκε κατά 0,3%, ενώ μείωση, πολύ μάλιστα μεγαλύτερη-της τάξης του 0,8%, αναμένεται και για το δεύτερο τρίμηνο. Η επιτάχυνση της ύφεσης με την μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ σηματοδοτεί μια νέα φάση στην κρίση που μαστίζει την Ισπανία και είναι το αποτέλεσμα των μαζικών περικοπών κοινωνικών δαπανών που επέβαλε η κυβέρνηση του Ραχόι, κατ’ εντολήν της ΕΕ που απαίτησε το δημοσιονομικό έλλειμμα να μειωθεί μέχρι το 2013 στο 3% από 8,5% που ήταν το 2011. «Αυτές οι κοινωνικές δαπάνες ήταν η μοναδική αιτία που προστάτευσε την οικονομία από το σπάσιμο της φούσκας των ακινήτων το 2008 προσφέροντας μια σύντομη, πρόσκαιρη ανάκαμψη που τερματίστηκε το τελευταίο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου» σχολίαζε η αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal στις 30 Μαΐου.

Κλείνουν σχολεία!

Πολύ πιο έντονα απορριπτική θέση απέναντι στις περικοπές υιοθετεί το περιοδικό Time σε ένα συγκλονιστικό και μαζί υποδειγματικό ρεπορτάζ του για την ισπανική πόλη Χέρες, απ’ όπου προέρχεται και το ομώνυνο κρασί. «Οι ενδείξεις μεγαλώνουν ότι η λιτότητα δεν αποδίδει – και μπορεί απλώς να κάνει τα πράγματα χειρότερα» είναι το συμπέρασμά του. Καταλήγει δε σ’ αυτό παρουσιάζοντας την καθημερινή ζωή σε μια «πόλη – φάντασμα» όπου η ανεργία ξεπερνάει το 36%, τα σχολεία έχουν κλείσει λόγω έλλειψης χρημάτων για τον καθαρισμό τους, τα μέσα μαζικής μεταφοράς έχουν σηκώσει εδώ και καιρό χειρόφρενο λόγω έλλειψης χρημάτων για την συντήρησή τους και στις πιο πολλές οικογένειες ένα μέλος συντηρεί δύο, τρία και τέσσερα ακόμη άλλα μέλη. «Η Χέρες είναι στην πρώτη γραμμή της καταστροφής» αναφέρεται στο ρεπορτάζ. Μια καταστροφή που απειλεί όλους μας, καθώς αυτό είναι πιθανότατα το μέλλον όχι μόνο της Ισπανίας, όταν θα αρχίσουν να παραλύουν την οικονομία τα πιο πρόσφατα μέτρα του Μαριάνο Ραχόι (άνοδος συντελεστών ΦΠΑ, αύξηση διδάκτρων σε ΑΕΙ, μεγαλύτερη συμμετοχή των ασφαλισμένων στις επισκέψεις σε ιατρούς, κ.α.) αλλά και όλης της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Τα διακυβεύματα ωστόσο στην Ισπανία για την ευρωζώνη είναι πολύ μεγαλύτερα λόγω των μεγεθών της. Με ένα ΑΕΠ πέντε φορές περίπου μεγαλύτερο του ελληνικού, το δημόσιο χρέος της ακόμη κι αν αντιστοιχεί μόλις στο 68% του ΑΕΠ (είναι δηλαδή σε απολύτως ανεκτά επίπεδα) δεν παύει να είναι διπλάσιο του ελληνικού (735 δις. ευρώ). Ο κίνδυνος επομένως για την συνοχή της ευρωζώνης στην περίπτωση που κριθεί ότι αδυνατεί να δανειστεί από τις διεθνείς αγορές και χρειάζεται διάσωση είναι υπαρκτός και πολύ μεγαλύτερος απ’ αυτό της Ελλάδας. Παρόλα αυτά η σημαντική έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στην ισπανική οικονομία (τράπεζες, κυβέρνηση και ιδιωτικό τομέα) ύψους 672 δις. ευρώ, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, είναι δύσκολο να επιτρέψει να αναπτυχθούν φυγόκεντρες τάσεις. Μόνο οι γερμανικές απαιτήσεις υπερβαίνουν τα 186 δις. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο ήμισυ του συνολικού κεφαλαίου των γερμανικών τραπεζών. Υπάρχουν πολλοί λόγοι επομένως ώστε η Γερμανία να επιβάλει την πεπατημένη: ο λογαριασμός στους πολίτες για χάρη ενός κλάδου που έχει αποδειχθεί μαύρη τρύπα της οικονομίας κι αιτία αλλεπάλληλων δεινών κι ενός νομίσματος που καθημερινά αποδεικνύεται μη βιώσιμο. Κι όσο για τις προφανείς λύσεις όπως η εθνικοποίηση των τραπεζών με πλήρη εγγύηση των καταθέσεων ή η στροφή στον εσωτερικό δανεισμό για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών ούτε καν συζητιούνται…

Η υποβάθμιση τεκμήριο αποτυχίας των μέτρων ΔΝΤ-ΕΕ-ΠΑΣΟΚ (Πριν, 20/6/2010)

Τα χειρότερα για την ελληνική οικονομία προοιωνίζεται η απόφαση της αμερικανικής Μούντι’ς 

Την γνωστή κινηματογραφική ατάκα, «αν είναι τόσο έξυπνος γιατί είναι νεκρός;», θύμισε η άτυπη διαβεβαίωση των ελεγκτών της τρόικας για την καλή πορεία της ελληνικής οικονομίας κατά την επίσκεψή τους την προηγούμενη εβδομάδα, μετά την ανακοίνωση της υποβάθμισης της από τον οίκο αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Μούντι’ς. Η απόφαση του αμερικανικού οίκου να υποβαθμίσει την ελληνική οικονομία κατά τέσσερις ολόκληρες κατηγορίες, που ισοδυναμεί με κατακρήμνιση, δεν έχει πρόσφατο προηγούμενο σε καμιά άλλη χώρα. Κι ούτε φυσικά μπορεί να αποδοθεί στην υστέρηση των στοιχείων με τα οποία έγινε η αξιολόγηση, όπως έσπευσε να δηλώσει το υπουργείο Οικονομικών, υποβαθμίζοντας την σημασία της εξέλιξης. Η πραγματικότητα είναι πως η ανακοίνωση των Μούντι’ς υπογραμμίζει με τον πιο επίσημο και αδιάψευστο τρόπο την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής που επέβαλε το μνημόνιο συνεργασίας της κυβέρνησης με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Αρκεί να θυμηθούμε τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού ότι η υπαγωγή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ θα θωρακίσει την Ελλάδα από τις κερδοσκοπικές επιθέσεις, δημιουργώντας κλίμα σταθερότητας και αισιοδοξίας στις διεθνείς αγορές. Με τέτοιες αερολογίες δεν χρύσωναν το χάπι του ΔΝΤ;

Η ανακοίνωση των Μούντι’ς συμπυκνώνει τις ζοφερές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, με επίκεντρο τη διαφαινόμενη ύφεση, όπως αυτές προωθούνται από το σύνολο των μέτρων που έχουν επιβληθεί. Η έκρηξη του πληθωρισμού, η υστέρηση των δημοσίων εσόδων, η συρρίκνωση του ΑΕΠ και της βιομηχανικής παραγωγής, η αύξηση της ανεργίας και η κάθετη πτώση της καταναλωτικής ζήτησης, όσο κι αν αποτελούν προδιαγεγραμμένα αποτελέσματα μιας θεραπείας – σοκ, δεν παύουν να προμηνύουν τα χειρότερα  για μια οικονομία. Αυτές ακριβώς τις προοπτικές αντανακλά η υποβάθμιση κατά τέσσερις μονάδες. Επίσης, η υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας συμπυκνώνει πολύ πιθανά τις ανησυχίες τραπεζικών κύκλων για τα σενάρια αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, όπως έσπευσε να αποκαλύψει μια μέρα μετά η ιταλική εφημερίδα Κοριέρε ντε λα Σέρα, που έφερε στη δημοσιότητα επαφές του υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, με την εταιρεία Λαζάρ που εξειδικεύεται σε αυτό το αντικείμενο.

Οι ζοφερές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σχετίζονται και με την ευρύτερη ανησυχία που υπάρχει για τις τράπεζες. Σε όλη την ΕΕ τις προηγούμενες εβδομάδες υπήρχε μια βαθιά διχογνωμία σε πολιτικό επίπεδο για το κατά πόσο θα δοθούν στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα των ελέγχων στους οποίους υποβλήθηκαν οι 25 μεγαλύτερες τράπεζες της ΕΕ. Ο λόγος είναι απλός: ακόμη και γι’ αυτούς τους κολοσσούς οι πληροφορίες που υπήρχαν ήταν ότι στηρίζονται σε πήλινα πόδια, μη διαθέτοντας την απαραίτητη κεφαλαιακή επάρκεια που θα τις καταστήσει ικανές να αντεπεξέλθουν σε μια μακρόχρονη περίοδο ύφεσης όπως αυτή που διακρίνεται με σαφήνεια στον ορίζοντα. Αυτή η προοπτική δεν είναι αποτέλεσμα κινδυνολογίας. Η απόφαση του Βερολίνου να ανακοινώσει ένα τεράστιο σε έκταση πρόγραμμα περικοπών της τάξης των 80 δισ. ευρώ, ταυτόχρονα με την επίσημη εγκατάλειψη κατά την προηγούμενη εβδομάδα από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία δειλών έστω επεκτατικών πολιτικών στήριξης της ζήτησης μέσω κρατικών ενισχύσεων και την προώθηση αντίστοιχων προγραμμάτων λιτότητας στην Γαλλία και την Ισπανία, για την οποία πληθαίνουν οι φήμες που την θέλουν να υπάγεται επίσημα στο κρεματόριο του ΔΝΤ, υπογραμμίζουν ότι είμαστε μάρτυρες μιας πολιτικής αλλαγής. Ότι αυτή τη στιγμή σε όλη τη γη υιοθετούνται χωρίς καμία επιφύλαξη ή αναστολή στο ακέραιο εκείνες οι πολιτικές που έριξαν την παγκόσμια οικονομία στην άβυσσο της κρίσης του ’30.

Οι δραματικές προοπτικές περιγράφονται με σαφήνεια από μια σειρά οικονομολόγους που κράτησαν αποστάσεις από τον άγριο νεοφιλελευθερισμό και βλέπουν τώρα να υιοθετείται αργά και σταθερά από την Ευρώπη και τον Ομπάμα. «Η γερμανική λιτότητα θα επιδεινώσει την κρίση στην ευρωζώνη καθιστώντας πολύ πιο δύσκολο για την Ισπανία και τις άλλες προβληματικές οικονομίες να ανακάμψουν» τόνιζε ο Πολ Κρούγκμαν σε αρθρογραφία του την Πέμπτη 17 Ιούνη, υπογραμμίζοντας τον τρόπο που η γερμανική λιτότητα οξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ και πολύ περισσότερο της ευρωζώνης, τορπιλίζοντας τις προοπτικές ανάκαμψης. Τελείωνε δε με τα εξής (που δείχνουν πόσο επιπόλαιες και ρηχές είναι οι πρόσφατες διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου ότι βαδίζουμε σε καλό δρόμο): «Αυτό που ξέρω είναι ότι η οικονομική πολιτική σε όλο τον κόσμο έχει πραγματοποιήσει μια μείζονος σημασίας λάθος στροφή σε όλο τον κόσμο κι οι πιθανότητες μιας παρατεταμένης κρίσης αυξάνονται μέρα με την μέρα». Εν είδει παρενθέσεως αξίζει να τονιστούν τα αυξανόμενα ποσοστά αποδοκιμασίας των ευρωπαίων πολιτών απέναντι στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και την οικονομική πολιτική φυσικά που συμπυκνώνει και προωθεί. Έρευνα έτσι που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Λε Μοντ την Τρίτη 15 Ιούνη αναφέρει πως άνω του 62% των Γάλλων (οι δύο στους τρεις) πιστεύουν ότι το ευρώ επιδεινώνει τις επιπτώσεις της κρίσης.

Για να επανέλθουμε, το ερώτημα επομένως που κλήθηκαν να απαντήσουν οι έλεγχοι ήταν αν οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα αντέξουν το επερχόμενο σοκ. Η απόφαση που έλαβαν τελικά μόλις την Παρασκευή οι πολιτικοί ηγέτες της ΕΕ (κι αναφερόμαστε σε επίπεδο Μέρκελ και Σαρκοζύ!) ήταν να δοθούν τελικά στην δημοσιότητα τα αποτελέσματα. Ακόμη κι αυτός ο έλεγχος όμως δεν θα αφορά τις πολλές εκατοντάδες μικρές τράπεζες της Γερμανίας (κρατιδιακές) και της Ισπανίας (κάχας) που βρίσκονταν επί χρόνια εκτός καθεστώτος ρύθμισης και εποπτείας που επέβαλλαν οι σχετικά αυστηροί παλιοί και νεώτεροι κανόνες της Βασιλείας με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι αυτός ο παράλληλος τραπεζικός τομέας αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του τραπεζικού συστήματος της Ευρώπης λόγω της έκθεσης τους στην καταναλωτική πίστη και τα στεγαστικά δάνεια, αντιστοίχως.

Τεράστια πολιτική σημασία ωστόσο έχει ότι κι αυτή η απόφαση λήφθηκε ταυτόχρονα με την συμφωνία των ευρωπαίων ηγετών να ξεκινήσουν μια δεύτερη επιχείρηση διάσωσης των ιδιωτικών τραπεζών, ακόμη πιο δαπανηρή από την πρώτη που στοίχισε στους έλληνες φορολογούμενους 28 δισ. ευρώ. Για τις 27 δε χώρες της ΕΕ συνολικά ο λογαριασμός από τον Σεπτέμβρη του 2008 για τη διάσωση των τραπεζών ανήλθε στο μυθικό ποσό των 4,13 τρισ. ευρώ. Σαν να μην έφθαναν αυτά τα χρήματα, τώρα ο ευρωπαίος επίτροπος, Χοακίν Αλμούνια, με συνέντευξή του την Πέμπτη 17 Ιούνη στη γερμανική εφημερίδα Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ θεώρησε πιθανό οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ισπανίας να χρειαστεί να χρηματοδοτήσουν νέα σχέδια διάσωσης των ελληνικών τραπεζών! Λεφτά υπάρχουν επομένως ακόμη και τώρα αλλά είναι για τους τραπεζίτες…

Αξίζει εδώ να θαυμάσουμε την υποκρισία, τα διαφορετικά μέτρα και σταθμά που χρησιμοποιούνται για τις τράπεζες και τις κοινωνίες. Στην περίπτωση της Ισπανίας μόνο τον μήνα Μάιο οι τράπεζές της (που κλυδωνίζονται λόγω της έκθεσής τους στην πύρινη μέχρι πριν λίγα χρόνια αγορά ακινήτων) άντλησαν από την ΕΚΤ 85 δισ. ευρώ, τη στιγμή που η Ελλάδα για να εξασφαλίσει την πρώτη δόση του δανείου στις 19 Μαΐου, ύψους 22 δισ. ευρώ, θυσίασε τον 13ο και 14ο μισθό δημόσιων υπαλλήλων και συνταξιούχων, συντάξεις και εργασιακές σχέσεις, επέβαλλε υπέρογκες αυξήσεις σε φόρους, κοκ. Τον ίδιο φαρμακερό λογαριασμό ωστόσο πλήρωσαν κι οι Ισπανοί για να μπορέσουν οι τράπεζές «τους» να γευτούν τις αφειδώλευτες ενέσεις ρευστού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε μια επίδειξη αυταρχισμού, που έχει εξόφθαλμες ομοιότητες με τις πρακτικές της κυβέρνησης Παπανδρέου, ο Θαπατέρο επέβαλλε μέσω βασιλικών διαταγμάτων (το αντίστοιχο των προεδρικών διαταγμάτων στη χώρα του Φράνκο) την μείωση των αποζημιώσεων και τη διευκόλυνση των απολύσεων. Η ολιγαρχική οδός των βασιλικών διαταγμάτων επιλέγηκε επειδή πολύ πρόσφατη προσπάθεια της σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Ισπανίας να περάσει από την Βουλή πακέτο μέτρων λιτότητας οδήγησε σε μια Πύρρεια νίκη, με το νομοσχέδιο να γίνεται νόμος με την διαφορά μόλις μιας ψήφου! Ποιος το διακινδύνευε λοιπόν τώρα; Ειρήσθω εν παρόδω δεν περνούν απαρατήρητες οι ομοιότητες που εμφανίζει η πολιτική ζωή της Ισπανίας ως προς αυτή της Γερμανίας, με την αστάθεια να αποτελεί το τίμημα που πληρώνουν κι οι δύο κυβερνήσεις για την σκληρή ταξική πολιτική που εφαρμόζουν στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Στο Τέταρτο Ράιχ μάλιστα οι τριγμοί δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα στην αστική τάξη για το αύριο καθώς η κυβέρνηση συμμαχίας μεταξύ συντηρητικών και φιλο-επιχειρηματικών Ελεύθερων Δημοκρατών (με τους οποίους συναντήθηκε και η Ντόρα την προηγούμενη εβδομάδα) είναι μόλις οκτώ μηνών και μάλιστα αποτελούσε το βέλτιστο σενάριο για την Μέρκελ ώστε να εφαρμοστούν όλα τα αντιλαϊκά μέτρα χωρίς τους ενδοιασμούς των σοσιαλδημοκρατών. Παρόλα αυτά η αμφισβήτηση κι η λαϊκή αποδοκιμασία είναι το πολιτικό κόστος αυτής της πολιτικής είτε στο μεσογειακό νότο είτε στον ευρωπαϊκό βορρά.

Στην περίπτωση της Ελλάδας οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες είναι εξ ίσου σοβαροί και σχετίζονται στην καλύτερη περίπτωση με τους κλυδωνισμούς που θα προκύψουν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων χρεοκοπιών και χρόνιας ύφεσης. Ήδη πιστωτικές επιστολές που εκδίδουν ακόμη και οι μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες δεν γίνονται δεκτές στην διεθνή αγορά. Τράπεζες και κρατικοί φορείς του εξωτερικού απορρίπτουν ως αναξιόπιστες τις πιστωτικές επιστολές που κομίζουν γιγαντιαίες ελληνικές πολυεθνικές επιχειρήσεις για να διεκδικήσουν τη συμμετοχή τους σε δουλειές. Επομένως ας μην απορούν ούτε να εξανίστανται κυβερνητικοί και κοινοτικοί για την υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από την Μούντι’ς όταν οι μεν την προετοίμασαν με την υιοθέτηση του μνημονίου κι οι δε την ενθαρρύνουν ανακοινώνοντας μια μέρα μετά την αποτίμηση της αξίας των ελληνικών ομολόγων που ενεχυριάζονται στην ΕΚΤ στο 95% της τιμής τους. Ξέρουν άλλωστε κι οι δύο σε ποιους θα μεταβιβαστεί κι αυτός ο λογαριασμός…