Βυθίζουν την Ευρώπη στη λιτότητα και τη φτώχεια (Επίκαιρα, 3 Νοέμβρη 2011)

Το ερώτημα είναι πότε και με ποια αφορμή ακριβώς θα συνέλθει ξανά η Σύνοδος Κορυφής της ευρωζώνης για να λάβει έκτακτα μέτρα. Γιατί, κατά τ’ άλλα, είναι από τώρα γνωστό πως σε λίγους μήνες (3 ή 4) μια νέα συνεδρίαση, δραματική κι αυτή, θα κληθεί εκ των υστέρων να διαχειριστεί μια αναζωπύρωση της κρίσης που θα αφορά κάποια περιφερειακή χώρα της ευρωζώνης (Ιταλία, Ισπανία ή Γαλλία). Αυτό είναι το συμπέρασμα που προέκυψε από την τελευταία, περιπετειώδη Σύνοδο Κορυφής των 17 ηγετών της ευρωζώνης στις 26 Οκτωβρίου.

Οι αποφάσεις αφορούν την απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους που κατέχουν οι ιδιώτες κατά 50% (καθόλου άσχημο ντιλ δεδομένου ότι οι τιμές αγοράς κυμαίνονται στο 40%), την αναπλήρωση κεφαλαίου των τραπεζών της ευρωζώνης μέχρι το τέλος Ιουνίου, το ορισμό του 9% ως δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας για τις τράπεζες, την προικοδότηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με επιπλέον κεφάλαια ώστε από 440 δισ. ευρώ που είναι σήμερα το βεληνεκές του (θεωρητικά) να φθάσει το 1 δισ. ευρώ και επιπλέον μέτρα λιτότητας που θα οξύνουν τη σημερινή κρίση. Υπάρχει συγκεκριμένα στο κείμενο των πρώτων αποτελεσμάτων σαφής παρότρυνση προς τα κράτη μέλη της ευρωζώνης να ενσωματώσουν στα συντάγματά τους δέσμευση για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, όπως πριν απ’ όλους έκανε η Γερμανία. Το ίδιο μέτρο ψήφισε πρόσφατα και η κυβέρνηση του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο στην Ισπανία, προκαταλαμβάνοντας το αποτέλεσμα των επικείμενων εκλογών: Τι νόημα έχουν οι προεκλογικές εξαγγελίες, η διαπάλη των κομμάτων επί διαφορετικών πολιτικών προγραμμάτων, ακόμη και η ψήφος των Ισπανών αν από τώρα έχουν απαγορευτεί τα ελλείμματα στον προϋπολογισμό και εκ των πραγμάτων η άσκηση επεκτατικής οικονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης;

Η δημοκρατία δεν είναι όμως (δυστυχώς) το μόνο θύμα των αποφάσεων που έλαβαν οι 17. Είναι επίσης το βιοτικό επίπεδο εκατομμυρίων Ευρωπαίων και ακόμη η ευστάθεια της ίδιας της οικονομίας. Με άλλα λόγια, οι αποφάσεις δεν επιλύουν την κρίση, αλλά μακροπρόθεσμα την οξύνουν.

Η επέκταση του βεληνεκούς του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στο 1 τρισ. ευρώ είναι πολύ μικρότερη απ’ αυτή που θεωρούταν αναγκαία και υπολογιζόταν στα 2 τρισ. ευρώ. Ο ορισμός αυτού του στόχου φαίνεται απόλυτα δικαιολογημένος αν δούμε ότι μόνο το δημόσιο χρέος της Ιταλίας ανέρχεται σε 1,9 τρισ. ευρώ, ενώ η Ιταλία είναι μία μόνο από τις χώρες που είναι πιθανό να χρειαστούν διάσωση το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Αν το ίδιο απαιτηθεί για την Ισπανία και την Γαλλία που θα βρεθούν τα χρήματα;

Το ίδιο ερώτημα ισχύει όμως και για το 1 τρισ. ευρώ. Η απάντηση που έδωσαν οι ευρωπαίοι ηγέτες ήταν πως αυτά τα χρήματα θα βρεθούν από την Κίνα, την Βραζιλία, τη Ρωσία και την Ινδία. Ομολογουμένως πρόκειται για δελεαστική σκέψη: αφού δεν μπορούμε και δεν θέλουμε εμείς, λόγω του υψηλού ρίσκου που συνοδεύει αυτή την απόφαση, να το κάνει κάποιος άλλος στη θέση μας. Γιατί όμως αυτός να δεχθεί να προχωρήσει σε μια επένδυση όταν ο άμεσα ενδιαφερόμενος, ξέροντας πιθανά τους σκελετούς που κρύβονται στις ντουλάπες, δείχνει απρόθυμος να το πράξει; Κι αν θα το πράξει, τι όρους θα απαιτήσει για να αντισταθμίσει τον κίνδυνο που αναλαμβάνει; Ας μη γελιόμαστε οι όροι που θα επιβάλει το Πεκίνο θα είναι δρακόντειοι και δεν θα αφορούν μόνο δεσμεύσεις των Βρυξελλών να χαμηλώσουν τους τόνους της κριτικής σχετικά με την υποτίμηση του κινέζικου εθνικού νομίσματος… Θα είναι πολύ πιο υλικοί όπως για παράδειγμα άρση και των τελευταίων υφιστάμενων φραγμών στις κινέζικες εισαγωγές.

Το χειρότερο όμως είναι οι ασάφειες που συνοδεύουν την απόφαση των 17. Για παράδειγμα, δεν έχει αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο θα ενισχυθεί το ΕΤΧΣ. Ο ένας τρόπος (το Ταμείο λειτουργεί ως εγγυητής ενός μέρους ενδεχόμενων απωλειών) απέχει έτη φωτός από τον άλλο (δημιουργία «οχημάτων ειδικού σκοπού», ή special purpose vehicles επί το …ελληνικότερο) ενώ και τα δύο μαζί ενδέχεται να αποδειχθεί πως βρίσκονται ακόμη πιο μακριά από την λύση άμεσης ανάγκης που θα απαιτηθεί σε περίπτωση υποτροπής της κρίσης. Ενδεχόμενο που δεν είναι και τόσο μακρινό αν δούμε ότι τα επιτόκια με τα οποία δανείζεται το ιταλικό δημόσιο έχουν σκαρφαλώσει ξανά στο 6%, εκεί δηλαδή που έφθασαν πριν ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αγοράζει ιταλικά ομόλογα από την δευτερογενή αγορά, εκτονώνοντας έτσι τις πιέσεις. Προσωρινά όμως, όπως αποδείχθηκε…

Με λίγα λόγια, η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου δεν έκανε τίποτε παραπάνω από το να ανακυκλώνει τον φαύλο κύκλο στον οποίο βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία εδώ και δύο χρόνια, χωρίς να ξεχνούμε μάλιστα πως το σημείο κορύφωσής του ήταν αποτέλεσμα …προβοκάτσιας: της (αχρείαστης με οικονομικούς όρους) όξυνσης της ελληνικής κρίσης έτσι ώστε να επιβληθεί χωρίς κοινωνικές αντιστάσεις η «θεραπεία σοκ».

Το ερώτημα είναι τι άλλο θα μπορούσε να γίνει στην παρούσα συγκυρία. Δύο είναι αποφάσεις που θα μπορούσαν να ληφθούν βάζοντας ένα τέλος, τουλάχιστον για ένα ή δύο χρόνια, στην τρέχουσα κρίση, πέραν φυσικά της προφανούς που είναι να τερματιστούν οι εξοντωτικές και εκδικητικές πολιτικές περικοπών κοινωνικών δαπανών και μείωσης μισθών: Η πρώτη απόφαση αφορά την υπέρβαση των εγγενών αντιφάσεων που έχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καθώς είναι μεν θεματοφύλακας του ευρώ, δεν έχει όμως τις αρμοδιότητες όλων των κεντρικών τραπεζών που μπορούν και παρεμβαίνουν άμεσα στις αγορές ομολόγων. Η κατάσταση έχει πια φτάσει στα όρια της που αναγνωρίζονται από όλους, με μοναδική εξαίρεση τους 17 ηγέτες, δηλαδή το …Βερολίνο. Γράφει χαρακτηριστικά ο Economist στο τρέχον τεύχος του: «Η Γερμανία και η ΕΚΤ έχουν αποκλείσει την μοναδική πηγή απεριόριστης υποστήριξης: την ίδια την κεντρική τράπεζα…  Μια δέσμευση της ΕΚΤ για απεριόριστη υποστήριξη των αξιόχρεων κυβερνήσεων είχε πολλές περισσότερες πιθανότητες να επιλύσει την κρίση πριν μερικούς μήνες και παραμένει ακόμη και σήμερα η καλύτερη επιλογή». Το ίδιο υποστήριζαν και οι New York Times στην έκδοση του Σαββατοκύριακου: «Καμιά από αυτές τις περιστροφές δεν θα ήταν αναγκαία αν η ΕΚΤ είχε την εξουσιοδότηση να δράσει ως δανειστής έσχατης ανάγκης. Χωρείς αυτό και μία στροφή από την λιτότητα στην μεγέθυνση, η κρίση στην Ευρώπη θα συνεχίσει ξανά και ξανά να απειλεί την παγκόσμια ανάκαμψη. Πρέπει να υπάρχει και καλύτερος τρόπος». Την ίδια προοπτική προτείνουν ακόμη και γερμανικά Μέσα. Έγραφε χαρακτηριστικά η κεντρο-αριστερή εφημερίδα Die Tageszeitung την Παρασκευή: «Η κρίση του ευρώ θα ξεπεραστεί μόνο όταν το ευρώ γίνει ένα κανονικό νόμισμα, όπως το γεν, το δολάριο ή η λίρα. Αυτό περιλαμβάνει και μια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ικανή να αγοράζει κυβερνητικά ομόλογα όπως συχνά κάνει η Τράπεζα της Αγγλίας».

Η δεύτερη άμεση λύση στο ευρωπαϊκό πρόβλημα περιλαμβάνει ένα τέλος στις ατελέσφορες και δαπανηρές προσπάθειες διάσωσης των τραπεζών. Αφού είναι κοινό μυστικό: όσα δισ. και να δοθούν σε λίγους μήνες θα ζητήσουν κι άλλα. Σε μια χώρα που δοκιμάστηκε η συνταγή της χρεωκοπίας των τραπεζών στην Ισλανδία, τα αποτελέσματα τη δικαίωσαν. «Ενώ οπουδήποτε αλλού διασώθηκαν οι τραπεζίτες και ο λογαριασμός μεταφέρθηκε στον κόσμο, η Ισλανδία άφησε τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν και στην πράξη επέκτεινε το δίκτυ κοινωνικής ασφάλειας. Ενώ οπουδήποτε αλλού έκαναν τα πάντα επιχειρώντας να καθησυχάσουν τους διεθνείς επενδυτές, η Ισλανδία επέβαλε προσωρινούς ελέγχους στις κινήσεις κεφαλαίων προκειμένου να αποκτήσει δυνατότητα χειρισμών. Τι συνέβη λοιπόν; Η Ισλανδία δεν απέφυγε την μεγάλη οικονομική ζημιά ούτε μια σοβαρή πτώση στο επίπεδο διαβίωσης. Κατάφερε όμως να περιορίσει τόσο την άνοδο της ανεργίας όσο και τα δεινά στις πιο ευπαθείς ομάδες. Το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας έμεινε αλώβητο, όπως κι η ευπρέπεια της κοινωνίας». Τάδε έφη Πολ Κρούγκμαν σε ενυπόγραφο άρθρο του στους New York Times.

Κι αν το έπραξε τόσο εύκολα η μικροσκοπική Ισλανδία γιατί το απορρίπτει η ΕΕ;

Αν η Ελλάδα ήταν τράπεζα θα την είχαν σώσει (Πριν, 28 Μαρτίου 2010)

Προσπάθεια εξωραϊσμού των αποφάσεων από Γ. Παπανδρέου

«Υπάρχει η βούληση να πάρουμε όλα τα αναγκαία μέτρα» δήλωσε ο πρωθυπουργός προαναγγέλλοντας νέο κύμα λιτότητας

Την συγκάλυψη του τρομερού κοινωνικού κόστους που έχουν οι αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής και της ίδιας της κυβέρνησης επιχείρησε ο πρωθυπουργός, Γ. Παπανδρέου, προχθές με τη συνέντευξη Τύπου που έδωσε από τις Βρυξέλλες στο τέλος των εργασιών της διήμερης συνόδου. Με θριαμβολογίες και μεγαλοστομίες όπως «πρόκειται για μεγάλη επιτυχία της Ελλάδας, του ελληνικού λαού και όλης της Ευρώπης», «εμπλουτίστηκε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητά του» και «καθιερώσαμε μια πάρα πολύ ικανοποιητική συμφωνία» ο πρωθυπουργός προσπάθησε να διασκεδάσει την ανησυχία των εργαζομένων για την πρωτοφανή κατά τα μεταπολεμικά χρόνια κοινωνική οπισθοδρόμηση που θα επέλθει αν τυχόν κι εφαρμοστούν αυτά τα μέτρα.

Ο ίδια άλλωστε άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιβληθούν κι άλλα αντιλαϊκά μέτρα, τα οποία θα απαιτηθούν στο άμεσο μέλλον όπως υπονοείται από την απόφαση των ευρωπαίων ηγετών στο σημείο που αναφέρει: «καλωσορίζουμε τα πρόσθετα μέτρα που ανακοινώθηκαν στις 3 Μάρτη τα οποία επαρκούν… για το 2010». Και το 2011 ή το 2012; Τι θα γίνει τότε όταν η ύφεση και η φτώχεια θα έχουν οδηγήσει τα αναμενόμενα φορολογικά έσοδα στο ναδίρ; Προφανώς θα ανακοινωθούν νέα, ακόμη πιο αντιλαϊκά μέτρα!  Δεύτερο και τρίτο αντι-ασφαλιστικό νομοσχέδιο, μεγαλύτερο ψαλίδι στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, τις συντάξεις και τις κοινωνικές παροχές που έχουν ήδη οδηγήσει τα δημόσια νοσοκομεία σε τριτοκοσμική κατάσταση. Θα δικαιολογηθούν δε στο όνομα της απόκλισης από τους στόχους του Προγράμματος Σταθερότητας. Αυτό εννοούσε ο πρωθυπουργός όταν είπε από τις Βρυξέλλες πως «υπάρχει η βούληση να πάρουμε όλα τα αναγκαία μέτρα», εμφανίζοντας ως δείγμα πολιτικής τόλμης και αποφασιστικότητας την έλλειψη δισταγμών για να αφαιρέσει επιπλέον κοινωνικές κατακτήσεις ωθώντας το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων και της νεολαίας στα επίπεδα της πρώτης μεταπολεμικής εποχής.

Ιδιαίτερη σημασία από τη συνέντευξη Τύπου του Γ. Παπανδρέου είχε ακόμη η απροθυμία του να δεσμευτεί για τη διασφάλιση της μονιμότητας στον δημόσιο τομέα. Με την απάντηση που έδωσε σε σχετική ερώτηση ουσιαστικά συνάρτησε την άρση της μονιμότητας με τις προωθούμενες αλλαγές στον δημόσιο τομέα: «Κάτι τέτοιο θα είχε νόημα αν είχε εμπεδωθεί η έννοια της αξιοκρατίας κι όχι εκείνης της πελατειακής διαχείρισης. Μόνο όταν φθάσουμε στο σημείο να εμπεδωθεί βαθιά μέσα μας η αξιοκρατία μπορεί κάτι τέτοιο να γίνει»(!) ήταν η απάντηση του πρωθυπουργού, ο οποίος με αυτό τον τρόπο προανήγγειλε την κατάργηση της μονιμότητας. Δεν ήταν επομένως τυχαίες οι πρόσφατες δηλώσεις του Θ. Πάγκαλου και του υπουργού Εσωτερικών Γ. Ραγκούση, που αμφισβήτησαν το καθεστώς μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. (Ειρήσθω εν παρόδω: Ποιος θυμάται άραγε τις οργισμένες διαμαρτυρίες από τους ψεύτες και τα λαμόγια του ΠΑΣΟΚ το καλοκαίρι του 2005 όταν ο Γ. Αλογοσκούφης, με μια τροπολογία, κατήργησε τη μονιμότητα στις ΔΕΚΟ, για να ανοίξει ο δρόμος για την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ;)

Η επιχείρηση αντιστροφής της πραγματικότητας από τον Γ. Παπανδρέου και τον φιλικό του Τύπο δεν στοχεύει μόνο στους εργαζόμενους, οι οποίοι από κει που μαύρισαν τον Καραμανλή τιμωρώντας τον για τη λιτότητα που έταζε προεκλογικά βρέθηκαν να χάνουν τον 14ο μισθό, να πληρώνουν την βενζίνη 50% ακριβότερα μέσα σε ένα χρόνο και το ΦΠΑ δύο μονάδες υψηλότερα. Απευθύνονται και σε τμήματα της αστικής τάξης που ναι μεν γεύονται τα οφέλη από την εκθεμελίωση των κοινωνικών κατακτήσεων, αλλά δεν συγχωρούν και στον Γιωργάκη τ’ ότι μέσα σ’ έξι μήνες, παίζοντας κι αυτός με την απογραφή όπως είχε κάνει η ΝΔ το 2004, έφερε την Ελλάδα στα πρόθυρα της απόλυτης ταπείνωσης που σηματοδοτεί η προσφυγή στο ΔΝΤ.

Το ταξικό περιεχόμενο της απόφασης των ευρωπαίων ηγετών γίνεται περισσότερο εμφανές αν αντιπαραβάλλουμε τους δρακόντειους όρους που τέθηκαν για τη χρηματοδοτική διευκόλυνση της Ελλάδας απέναντι στην ευκολία με την οποία ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ανακοίνωσε στο Ευρωκοινοβούλιο λίγες ώρες πριν ξεκινήσει η Σύνοδος Κορυφής την παράταση και χαλάρωση των κριτηρίων δανεισμού προς τις εμπορικές τράπεζες. Ο Ζαν Κλοντ Τρισέ (που δεν δίστασε να δυσφορήσει δημόσια για την προσφυγή στο ΔΝΤ) ανακοίνωσε ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει να δέχεται και μετά το τέλος του 2010 από τις εμπορικές τράπεζες ως ενέχυρο για να εξασφαλίσουν φθηνό δανεισμό με επιτόκιο ακόμη και 1%, κρατικά ομόλογα χαμηλής αξιολόγησης από τους διεθνείς οίκους. Με αυτό τον τρόπο φαίνεται πόσο διαφορετικά μέτρα και σταθμά εφαρμόζονται για τις εμπορικές τράπεζες από τη μια και τα κράτη από την άλλη, με τα κράτη να είναι στην μειονεκτική θέση, καθώς η απόφαση της ΕΚΤ σημαίνει ότι οι τράπεζες θα συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε φθηνό χρήμα το οποίο στη συνέχεια θα δανείζουν στο δημόσιο με πολλαπλάσιο επιτόκιο της τάξης του 5%, 6%, πολλές φορές και μεγαλύτερο, που φθάνει το 7%. Έτσι, ναι μεν το δημόσιο θα μπορεί να δανείζεται, αλλά ο δανεισμός του θα μεταφράζεται σε μυθικά κέρδη για τις ιδιωτικές τράπεζες (που ανακάλυψαν τον πιο ανέξοδο τρόπο δημιουργίας κερδών) και θηλιά στον λαιμό των φορολογουμένων που θα επωμίζονται τα βάρη του δανεισμού. Φαίνεται επίσης ότι η ΕΕ κι ιδιαίτερα η ΕΚΤ διέθετε (σε τεχνικό επίπεδο) τα μέσα για να σώσει την Ελλάδα και να της εξασφαλίσει ρευστότητα χωρίς να λάβει τα εξοντωτικά μέτρα του Προγράμματος Σταθερότητας και χωρίς την προσφυγή στο μισητό ΔΝΤ. Για να εφαρμοστούν όμως έπρεπε η Ελλάδα να ήταν… τράπεζα. Αν ήταν τράπεζα θα την είχαν σώσει!

Αρέσει σε %d bloggers: