Διαγραφή μέρους του δημόσιου χρέους της πέτυχε η Αργεντινή!

argentinaΤου Λεωνίδα Βατικιώτη

«Νέο κεφάλαιο στις διαπραγματεύσεις για το δημόσιο χρέος» άνοιξε η Αργεντινή! Με αυτό τους το σχόλιο οι Financial Times απέδωσαν με τον πιο εύστοχο και συμπυκνωμένο τρόπο το επίτευγμα της νέας κυβέρνησης της λατινοαμερικανικής χώρας. Η διαγραφή του 45% περίπου σε ένα χρέος ύψους 65 δισ. δολαρίων (με συνολικό χρέος που φτάνει τα 340 δισ. ή 90% του ΑΕΠ) δείχνει τις μεγάλες δυνατότητες διαγραφής του δημόσιου χρέους που μπορούν να εφαρμόσουν οι κυβερνήσεις σε βάρος των διεθνών πιστωτών, δημιουργώντας τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο.

Το παράδειγμα της Αργεντινής αξίζει να μελετηθεί γιατί δείχνει τι πρέπει και μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση, ακόμη κι εντός του καπιταλισμού, ακόμη και μια κυβέρνηση που δεν είναι επαναστατική, αν θέλει να διαγράψει μέρος έστω του δημόσιου χρέους της, δημιουργώντας έτσι τους αναγκαίους (αλλά προφανώς μη επαρκείς όρους) για να ασκηθεί μια φιλολαϊκή πολιτική. Η κυβέρνηση του προέδρου Φερνάντες πολύ πριν τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2019, όταν ηττήθηκε ο νεοφιλελεύθερος Μαουρίτσιο Μάκρι, είχε κάνει σαφές ότι μπροστά στο δίλημμα αν θα δοθούν χρήματα στο λαό ή τους διεθνείς πιστωτές θα προτιμήσει να στηρίξει τον λαό της Αργεντινής.

Οι υποψίες μήπως πρόκειται για μια ακόμη προεκλογική υπόσχεση που έμελλε να συντριβεί στις μυλόπετρες των πάντα …απρόβλεπτων συγκυριών διαλύθηκαν αμέσως μετά την εκλογή της κυβέρνησης. Διαλύθηκαν όχι μόνο με συνεχείς δηλώσεις αξιωματούχων κατά των διεθνών πιστωτών που ωθούσαν τις τιμές των ομολόγων στα Τάρταρα, αλλά και με έργα. Πριν ακόμη σχηματιστεί η νέα κυβέρνηση και αναλάβουν οι νέοι υπουργοί, οι πρωταγωνιστές των τωρινών εξελίξεων μελέτησαν σοβαρά την πρόσφατη εμπειρία χωρών που βρέθηκαν αντιμέτωποι με διεθνείς πιστωτές, ρώτησαν κι έμαθαν, παρότι η εμπειρία της Αργεντινής με εννέα παύσεις πληρωμών – χρεοκοπίες στην ιστορία της είναι ανυπολόγιστης σημασίας. Για όποιον φυσικά δεν θεωρεί ως δικά του τα συμφέροντα της Blackrock, που στην Αργεντινή έκατσε στην άλλη μεριά του τραπεζιού και λειτούργησε ως επίσημος διαπραγματευτής απέναντι στην κυβέρνηση εκφράζοντας τους μεγάλους κατόχους ομολόγων.

Με την ίδια αποφασιστικότητα που η νέα κυβέρνηση της Αργεντινής δήλωνε αποφασισμένη να βάλει σε προτεραιότητα τα λαϊκά συμφέροντα έναντι των συμφερόντων των πιστωτών, οικοδομούσε ένα διεθνές μέτωπο υποστήριξης και αλληλεγγύης που θωράκιζε το Μπουένος Άιρες. Κορυφαία του πράξη και μορφή έκφρασης το άρθρο που υπογράψαμε 138 οικονομολόγοι απ’ όλο τον κόσμο, με το οποίο ζητούταν η ελάφρυνση του δημόσιου χρέους της Αργεντινής. Την έκκληση υπέγραφαν από Μαρξιστές, Νεοσουμπετεριανούς και άλλους ετερόδοξους οικονομολόγους μέχρι νομπελίστες και άλλους που στέκονται στο κέντρο της οικονομικής ορθοδοξίας (Ανουάρ Σαΐχ, Μαρκ Ουάισμπροτ, Τζέιμς Γκαλμπρέιθ, Τζέφρεϋ Σακς, Ντάνι Ρόντρικ, Τομά Πικετί, Μαριάνα Ματζουκάτο, κ.α.).

Κι ενώ η μια προθεσμία που έδινε στους πιστωτές για συμφωνία η κυβέρνηση της Αργεντινής μετά την άλλη αποδεικνυόταν άκαρπη, φτάνοντας στις έξι συνολικά, οι τιμές των ομολόγων κατέρρεαν φτάνοντας να διαπραγματευτούν ακόμη και κάτω από το 30% της τιμής τους, όπως φαίνεται στο συνημμένο διάγραμμα του Bloomberg. Έτσι, μετά από οκτώ μήνες διαπραγματεύσεων  και μια συνέντευξη του υπουργού Οικονομικών Μαρτίν Γκουζμάν στην κυριακάτικη εφημερίδα Pagina 12 την  προηγούμενη Κυριακή 2 Αυγούστου, όπου έστειλε το τελευταίο και οριστικό τελεσίγραφο στους πιστωτές και ανήγγειλε ότι «η ατμομηχανή της ανάπτυξης θα είναι στο εξής η εσωτερική αγορά», δηλώνοντας με αυτό τον τρόπο την προθυμία τους να αναλάβουν ξανά το κόστος αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές (ως άμεσο αποτέλεσμα του ναυαγίου των διαπραγματεύσεων και της μονομερούς στάσης πληρωμών) οι πιστωτές αναγκάστηκαν να συμφωνήσουν. Τα νέα ομόλογα θα εκδοθούν στο 55% της αρχικής αξίας των παλιών! Το σημαντικότερο είναι πως αυτή η αναδιάρθρωση δεν συνοδεύτηκε από κανένα νέο όρο για την μακροοικονομική πολιτική της Αργεντινής ή την κοινωνική πολιτική και την πολιτική μισθών, όπως συνέβη για παράδειγμα στην Ελλάδα το 2012.

 

Γ620x-1ια τον πρόεδρο Φερνάντες, που έχει στο εξής να διαχειριστεί δύο καυτά μέτωπα, τα δύσκολά είναι μπροστά του. Τόσο ο νέος γύρος διαπραγματεύσεων με το ΔΝΤ για τους όρους αποπληρωμής του δανείου που έλαβε ο πρώην πρόεδρος Μαουρίτσιο Μάκρι όσο και η κοινωνική πολιτική του θα κρίνουν κατά πόσο θα αποδειχθούν αληθινές οι προσδοκίες που δημιούργησε. Και το χειρότερο ωστόσο σενάριο να εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε τίποτε δεν μειώνει την επιτυχία που κατήγαγε η Αργεντινή εναντίον των ξένων πιστωτών.

Αξίζει ωστόσο να αναφερθεί ότι το Μπουένος Άιρες εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο τη συγκυρία της πανδημίας, θέτοντας ως επιτακτική προτεραιότητα την ανάγκη άσκησης επεκτατικής οικονομικής πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο διαπραγματεύθηκε και πέτυχε ελάφρυνση του χρέους του Ισημερινού ακόμη και ο δεξιός πρόεδρός του (και καταδότης Τζουλιάν Ασάντζ) Λένιν Μορένο, με πολύ χειρότερους όρους.

Ενώ η Αργεντινή πέτυχε έναν θρίαμβο που θα έπρεπε να αποτελεί πολύτιμο οδηγό για τις κυβερνήσεις και τους λαούς όλου του κόσμου η επιτυχία της έγινε δεκτή με ένα τείχος σιωπής από τα Μέσα Ενημέρωσης. Λες και όλες οι εφημερίδες και οι τηλεοράσεις υπάγονται ιδιοκτησιακά στο χαρτοφυλάκιο της μαφίας των επενδυτικών κεφαλαίων. Το σημερινό πέπλο σιωπής είναι περιττό να ειπωθεί ότι αντιβαίνει πλήρως με αργεντινολογία του 2014 – 2015. Στην Ελλάδα ιδιαίτερα οι περιπέτειες της Αργεντινής το 2014, όταν το κεφάλαιο Elliott Management του κερδοσκόπου Πολ Σίνγκερ προχώρησε ακόμη και σε κατασχέσεις δημόσιας περιουσίας της, προβάλλονταν εν είδει μαθήματος και απειλής για το τι μπορεί να συμβεί αν μια κυβέρνηση συγκρουστεί με τους πιστωτές. Εκ των υστέρων κρίνοντας δεν πήγαν χαμένες οι απειλές τους.

Και τώρα, που αυτή η σύγκρουση απέβη επιτυχής στην Αργεντινή και οι πιστωτές υποχώρησαν …άκρα του τάφου σιωπή.

Πρώτη δημοσίευση: Kommon, 10 Αυγούστου 2020

Δεν μπορεί, δεν πληρώνει η Αργεντινή!

Ιστορική σημασίας είναι η μάχη που δίνει η Αργεντινή να διαγράψει μέρος του δημοσίου χρέους της. Η σύγκρουση κορυφώθηκε την Παρασκευή 22 Μαΐου, όταν έληγαν υποχρεώσεις της Αργεντινής ύψους 500 εκ. δολ. κι η κυβέρνηση της χώρας αρνήθηκε να τις εξυπηρετήσει, όπως είχε προαναγγείλει ότι θα πράξει. Η αντίδραση των αγορών συμπυκνώθηκε στην ανακοίνωση των οίκων αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Fitch και Standard and Poor’s την Τρίτη 26 Μαΐου που υποβάθμισαν το χρέος της Αργεντινής σε D (Default) που ισοδυναμεί με χρεοκοπία και RD (Restricted Default) που ισοδυναμεί με επιλεκτική χρεοκοπία, αντίστοιχα. Στο ίδιο καθεστώς της επιλεκτικής χρεοκοπίας είχε τοποθετηθεί κι η Ελλάδα προ δεκαετίας όταν (σε συμφωνία με τους πιστωτές) προχώρησε στην μη πληρωμή ορισμένων ομολόγων.

Η σύγκρουση ωστόσο που διεξάγεται στην Αργεντινή είναι τελείως διαφορετική γιατί η μερική αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους της (συγκεκριμένα 65 δισ. δολ. σε ένα σύνολο 324 δισ. δολ. που αντιστοιχεί στο 90% του ΑΕΠ της) εξελίσσεται σε σύγκρουση με τους διεθνείς πιστωτές της. Η πρόταση της Αργεντινής αφορούσε μεταξύ άλλων 3ετή περίοδο χάριτος στην αποπληρωμή, μετάθεση των αποπληρωμών μετά το 2030, 5,5% μείωση στο κεφάλαιο και 62% μείωση στα επιτόκια (από 7% στο 2,3%). Η συγκεκριμένη πρόταση έγινε δεκτή από ένα ασυνήθιστα ευρύ φάσμα προσωπικοτήτων που ξεκινούσε από τον Πάπα Φραγκίσκο και την υποψήφια για το χρίσμα των Δημοκρατικών αμερικανίδα Ελίζαμπεθ Γουόρεν κι έφτανε σε δεκάδες οικονομολόγους απ’ όλον τον κόσμο (εδώ η ανοιχτή επιστολή τους) όπου συμπεριλαμβάνονταν Νομπελίστες, κορυφαίοι μαρξιστές, κ.α. Η συσπείρωση που πέτυχε η Αργεντινή δείχνει πόσο ώριμο είναι σήμερα το αίτημα της διαγραφής μέρους του χρέους, ακόμη και σε αστικούς κύκλους.

Το αιτιολογικό εκ μέρους της (περονιστικής πολιτικής παράδοσης) κυβέρνησης της Αργεντινής ήταν απίστευτα προφανές: Προτεραιότητα έχουν οι κοινωνικές ανάγκες των 45 εκ. Αργεντίνων (το 35% εκ των οποίων ζει στη φτώχεια, που μεταξύ των παιδιών ξεπερνάει το 52%) κι όχι οι διεθνείς πιστωτές! Σε άρθρο γνώμης που έγραψε ο υπουργός Οικονομικών, Μάρτιν Γκούζμαν, στους Financial Times τόνισε ότι «στο νέο κόσμο του covid-19 δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να δαπανούμε το 20% των δημοσίων δαπανών μας ή και περισσότερα για πληρωμές χρέους – όπως ορισμένοι πιστωτές έχουν στην πράξη ζητήσει. Είναι απλώς αδύνατο». Η κυβέρνηση του Αλμπέρτο Φερνάντες μάλιστα για να δείξει πώς εννοεί ότι λέει και να χτίσει τις αναγκαίες κοινωνικές συμμαχίες εντός, ανακοίνωσε αυξήσεις στις συντάξεις κατά 6,12% από την 1η Ιουνίου. Πρόκειται για αύξηση που θα ωφελήσει 16 εκ. συνταξιούχους ή το 80% του συνόλου ενώ ξεπερνά κατά πολύ τον πληθωρισμό! Κινείται μάλιστα στον αντίποδα της νέας παγκόσμιας οικονομικής ορθοδοξίας, που υποτίθεται ελέω covid-19, προτάσσει παντού μειώσεις μισθών και συντάξεων και επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Η Αργεντινή για μια ακόμη φορά κάνει τη διαφορά…

Τι ακριβώς θα γίνει στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που είναι σε εξέλιξη και αναμένεται να τερματιστούν στις 2 Ιουνίου παραμένει ακόμη άγνωστο. Ενδιαφέρον έχει ωστόσο ότι η Αργεντινή επικαλείται εναντίον των διεθνών πιστωτών ακόμη και το ΔΝΤ. Ειδικότερα ο διεθνής οργανισμός, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο μπροστά από το βήμα που έκανε με αφορμή το ελληνικό χρέος όταν μετά από πολλά αποδέχτηκε την ανάγκη ελάφρυνσής του (υπό τον όρο να μην θιγεί ούτε ένα δολάριο από το δικό του μέρος), σε ανακοίνωση που εξέδωσε τον Φεβρουάριο του 2020 αναγνώριζε ότι το χρέος της Αργεντινής δεν είναι πλέον βιώσιμο. Συγκεκριμένα, επειδή το πέσο έχει υποτιμηθεί κατά 40%, τα σπρεντ έχουν αυξηθεί κατά 1.100 μονάδες βάσης, τα διεθνή συναλλαγματικά αποθέματα έχουν μειωθεί κατά 20 δις. δολ., το πραγματικό ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί περισσότερο απ’ όσο εκτιμούταν και το δημόσιο χρέος έχει φτάσει στο 90% του ΑΕΠ (13% πάνω από τις προβλέψεις) προέκρινε μια επέμβαση στο χρέος, επιμένοντας φυσικά ότι θα πρέπει να γίνει από κοινού με τους πιστωτές. Παρότρυνση που η κάθε πλευρά στη πορεία ερμήνευσε με το δικό της τρόπο.

Η στάση του ΔΝΤ δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από τις τεράστιες ευθύνες που φέρει για την υπερχρέωση της Αργεντινής, μετά την δανειοδότηση του προηγούμενου νεοφιλελεύθερου προέδρου της χώρας Μαουρίτσιο Μάκρι με δύο δάνεια ύψους 57 δισ. δολ. το 2018. Μέρος δε εξ αυτών χρησιμοποιήθηκαν για την προεκλογική εκστρατεία του πρώην προέδρου, όπως μου έδειξαν με αδιάσειστα στοιχεία Αργεντίνοι κατά την επίσκεψή μου στη χώρα το Νοέμβριο (εδώ το σχετικό ρεπορτάζ)! Πώς μετά να μην δώσει το ΔΝΤ το πράσινο φως έστω και με κρύα καρδιά για την αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους…

Η έκβαση των διαπραγματεύσεων του υπουργού Οικονομικών Μαρτίν Γκούζμαν με τους ιδιώτες πιστωτές θα έχει ιστορική σημασία επειδή δεν αφορά μόνο την Αργεντινή. Εδώ και ένα τουλάχιστον χρόνο είναι σε εξέλιξη μια αργή πορεία δημοσιονομικού εκτροχιασμού όλων των αναδυομένων αγορών, εξ αιτίας της φυγής κεφαλαίων από την περιφέρεια του καπιταλισμού προς τις μητροπόλεις. Το χρέος τους που αυξάνεται απειλητικά κάθε μήνα ανέρχεται πλέον σε 2,5 τρισ. δολ. Οι διεθνείς πιστωτές, που στην περίπτωση της Αργεντινής έχουν διασπαστεί, αν αποδεχτούν τα αιτήματα των Περονιστών ξέρουν ότι σύντομα θα ακολουθήσουν δεκάδες άλλες χώρες κυρίως της Αφρικής και της Ασίας. Γι’ αυτό και προχώρησαν στην κήρυξη της Αργεντινής σε χρεοκοπία παρότι το κόστος από την αναδιάρθρωση απέχει ελάχιστα από την αποτίμηση της αγοράς ενώ κι η ίδια η χρεοκοπία επισείει για τους πιστωτές επιπλέον κόστη. Μεταξύ άλλων το δεδικασμένο μιας κατά πάντων κήρυξης στάσης πληρωμών που θα λειτουργούσε παραλυτικά για τις αγορές…

Η στάση της Αργεντινής δείχνει ότι το αίτημα της διαγραφής μέρους έστω του δημόσιου χρέους επανέρχεται! Η έκρηξη του δημόσιου χρέους λόγω της μεγάλης ύφεσης και των έκτακτων δαπανών για την αντιμετώπιση της πανδημίας επιβάλει νέες πρωτοβουλίες ενάντια στους πιστωτές, με στόχο να βρεθούν πόροι για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής και τη χορήγηση αυξήσεων. Κι αν αυτό είναι εμφανές και αυταπόδεικτο στην Αργεντινή όπου το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 90% του ΑΕΠ και η ύφεση στο 5,7%, τι είναι στην Ελλάδα όπου το δημόσιο χρέος θα φτάσει το 200% του ΑΕΠ και η ύφεση το 10%;

Κρίσιμη η αναδιάρθρωση του χρέους της Αργεντινής προς τους ιδιώτες

Πηγή: Project Syndicate, 6 Μαΐου 2020

Μετάφραση: Λ.Β.

Joseph E. Stiglitz, Edmund S. Phelps, Carmen M. Reinhart

Ζητείται από τους πιστωτές της Αργεντινής να δεχθούν μια πρόταση που θα μειώσει τη ροή των εσόδων τους αλλά θα τις κάνει βιώσιμες. Μια υπεύθυνη απόφαση θα δημιουργήσει ένα θετικό προηγούμενο, όχι μόνο για την Αργεντινή, αλλά και για το διεθνές οικονομικό σύστημα ως όλον.

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ – Η πανδημία του Covid-19 έχει ωθήσει την ανθρωπότητα προς τη χειρότερη παγκόσμια ύφεση της σύγχρονης εποχής. Η πίεση στα δημόσια οικονομικά έχει γίνει τεράστια, ειδικότερα προς τις αναπτυσσόμενες χώρες που ήταν ήδη ιδιαίτερα υπερχρεωμένες.

Η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ξεκινήσει διάφορες πρωτοβουλίες για να ελαφρύνουν την επιβάρυνση του δημόσιου χρέους σε αυτή την εξαιρετική κατάσταση. Ως πρώτο βήμα, οι χώρες του G20 συμφώνησαν να προσφέρουν ένα μορατόριουμ για το επίσημο διμερές χρέος των 76 φτωχότερων οικονομιών του κόσμου.

Αυτή η στιγμή θέτει το ύστατο τεστ για τη διεθνή οικονομική αρχιτεκτονική. Η «βιωσιμότητα» είναι ένας όρος συνεχώς παρών στα παγκόσμια χρηματοοικονομικά και τις επενδύσεις, κι αυτό για καλό λόγο. Η αρχή που ενσωματώνει – όπως στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ – αναφέρεται στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Κι αυτές οι αρχές ταιριάζουν απόλυτα όταν ερχόμαστε στο δημόσιο χρέος των αγωνιζόμενων αναπτυσσόμενων χωρών.

Στον αντίποδα αυτού του σκηνικού παγκόσμιας έκτακτης ανάγκης, η Αργεντινή βρίσκεται στην πιο κρίσιμη στιγμή της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους της με έναν δημιουργικό τρόπο, με καλή πίστη και με την υποστήριξη όλων των εγχώριων πολιτικών ομάδων. Από το 2016, όταν η χώρα απέκτησε ξανά πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, οι πιστωτές του εξωτερικού έπαιξαν ένα στοίχημα συγκεντρώνοντας χρέος με μεγάλα κουπόνια, συμβατό όμως μόνο με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά μεγέθυνσης που δεν επιτεύχθηκαν. Τον Φεβρουάριο, πριν η κρίση του COVID-19 οξυνθεί, το ΔΝΤ κατέληξε ότι το δημόσιο χρέος της Αργεντινής είναι «μη βιώσιμο». Υπάρχει συναίνεση ότι το χρέος είναι αβάσταχτο, με τις πληρωμές τόκων να έχουν διπλασιαστεί ως μερίδιο των δημοσίων εσόδων. Για να το πούμε ωμά, το κόστος αναχρηματοδότησης έχει γίνει υπερβολικά υψηλό.

Μια επαναδιαπραγμάτευση απαιτεί την δέσμευση όλων των μερών. Η Αργεντινή έχει παρουσιάσει στους ιδιώτες πιστωτές της μια υπεύθυνη προσφορά που εκφράζει επαρκώς την ικανότητα πληρωμών της χώρας: μια τριετή περίοδο χάριτος με μια ελάχιστη μείωση στο κεφάλαιο και μια σημαντική μείωση στο επιτόκιο. Η πρόταση συμβαδίζει με την τεχνική ανάλυση του ΔΝΤ, που αναφέρει ότι θα απαιτηθεί μια ουσιαστική ελάφρυνση χρέους από τους ιδιώτες πιστωτές της Αργεντινής για να ανακτηθεί, με υψηλή πιθανότητα, η βιωσιμότητα του χρέους.

Η ελάφρυνση του χρέους είναι ο μόνος δρόμος να πολεμήσουμε την πανδημία και να θέσουμε την οικονομία σε μια βιώσιμη τροχιά. Πριν τη κρίση, η Παγκόσμια τράπεζα εκτιμούσε ότι η αστική φτώχεια στην Αργεντινή βρισκόταν στο 35,5% και η παιδική φτώχεια στο 52,3%. Τα Ηνωμένα Έθνη τώρα θεωρούν την επίπτωση του σοκ στη χώρα ως μία από τις χειρότερες στην περιοχή, με το ΔΝΤ να προβλέπει συρρίκνωση 5,7% του ΑΕΠ το 2020.

Από τους πιστωτές ζητείται η περικοπή της ροής των εσόδων τους, ενώ θα λάβουν εύλογα επιτόκια στο μέλλον. Η Αργεντινή έχει επιβεβαιώσει τη βούλησή της να εξυπηρετήσει το αναδιαρθρωμένο χρέος, ακριβώς επειδή θα γίνει εφικτό με τα νέα, προτεινόμενα επιτόκια. Μόνο μια οικονομία που μεγεθύνεται βιώσιμα μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές της δεσμεύσεις διαχρονικά.

Η διαφορά στην αντιμετώπιση κεφαλαίου και τόκων είναι σχεδιασμένη με ακρίβεια για να ανακουφίσει το βάρος από την εξυπηρέτηση του χρέους, ενώ η χώρα πολεμάει τον Covid-19 κι εργάζεται να επαναφέρει την μεγέθυνση. Επίσης, η μείωση του μέσου κουπονιού στα ομόλογα που προσφέρει η Αργεντινή (από το τρέχων μέσο όρο του 7% στο 2,3%) είναι εύλογη, δεδομένου του τρέχοντος παγκόσμιου περιβάλλοντος στα επιτόκια.

Σε αυτή την εξαιρετική στιγμή, η πρόταση της Αργεντινής παρουσιάζει επίσης μια ευκαιρία για τη διεθνή χρηματοοικονομική κοινότητα να δείξει ότι μπορεί να επιλύσει μια κρίση δημόσιου χρέους με έναν διατεταγμένο, αποτελεσματικό και βιώσιμο τρόπο. Η απουσία ενός διεθνούς νομικού πλαισίου για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους δε θα πρέπει να στερήσει υπερχρεωμένες χώρες από τη δυνατότητα να προστατεύσουν το λαό τους και να επιφέρουν οικονομική ανάκαμψη κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που θυμόμαστε.

Πιστεύουμε ότι μια βιώσιμη συμφωνία ωφελεί και τις δύο πλευρές: μια οικονομία 45 εκ. ανθρώπων που αγωνίζεται και τους ίδιους τους πιστωτές. Τώρα είναι η ώρα για τους ιδιώτες πιστωτές να δράσουν με καλή πίστη. Μια υπεύθυνη απόφαση θα δημιουργήσει ένα θετικό προηγούμενο, όχι μόνο για την Αργεντινή, αλλά και για το διεθνές οικονομικό σύστημα ως όλον.

Αυτό το σχόλιο συνυπογράφεται επίσης από τους εξής:                     

Jeffrey D. Sachs, Columbia University, 

Dani Rodrik, Harvard Kennedy School, 

Thomas Piketty, School for Advanced Studies in the Social Sciences, 

Mariana Mazzucato, University College London, 

Kenneth Rogoff, former IMF chief economist and Harvard University, 

Brad Setser, Council on Foreign Relations, 

Ricardo Hausmann, former IADB Chief Economist and Harvard Kennedy School, 

Carlos Ominami, former Economy Minister, Chile, 

Yu Yongding, former member of the Monetary Policy Committee, People’s Bank of China,

Erik Berglof, former EBRD chief economist and London School of Economics, 

Nora Lustig, Tulane University, 

Nelson Barbosa, former Minister of Finance and Planning,

Justin Yifu Lin, former World Bank chief economist and Peking University, 

Partha Dasgupta, University of Cambridge, 

Kevin P. Gallagher, Boston University, 

Stephany Griffith-Jones, Columbia University, 

Stephanie Blankenburg, UNCTAD,

Richard Kozul-Wright, UNCTAD, 

Ricardo French Davis, University of Chile, 

James K. Galbraith, University of Texas, 

Jean-Paul Fitoussi, Sciences Po, 

Amar Bhattacharya, Brookings Institution, 

Robert Boyer, National Scientific Research Council, 

Robert Pollin, University of Massachusetts-Amherst, 

Robert Howse, NYU Law, 

Giovanni Dosi, Scuola Superiore Sant’Anna, 

Juan Carlos Moreno Brid, National Autonomous University of Mexico, 

Josh Bivens, Economic Policy Institute, 

Arjun Jayadev, Azim Premji University, 

David Soskice, London School of Economics, 

Jayati Ghosh, Professor of Economics, Jawaharlal Nehru University, 

Mauro Gallegati, Università Politecnica Delle Marche, 

Natalya Naqvi, London School of Economics, 

Daniela Gabor, UWE Bristol, 

Marcus Miller, University of Warwick, 

John E. Roemer, Yale University, 

William H. Janeway, University of Cambridge, 

Dean Baker, Center for Economic and Policy Research and University of Utah, 

Gerald Epstein, University of Massachusetts-Amherst,

Anwar Shaikh, New School University, 

Kaushik Basu, Cornell University, 

Matias Vernengo, Bucknell University, 

Philippe Aghion, London School of Economics, 

Anne Laure Delatte, Centre d’Etudes Prospectives et d’Informations Internationales, 

Sudhir Anand, London School of Economics, 

Christoph Trebesch, University of Kiel,

John Weeks, University of London, 

David Vines, University of Oxford, 

Saskia Sassen, Columbia University, 

Sandra Polaski, Boston University, 

Thomas Pogge, Yale University, 

Rhys Jenkins, University of East Anglia, 

Jurgen Kaiser, Jubilee Germany, 

Gary A. Dymski, University of Leeds, 

Andreas Antoniades, University of Sussex, 

Raphael Kaplinsky, University of Sussex, 

Diane Elson, University of Essex, 

Ernst Stetter, former secretary general, Foundation for European Progressive Studies, 

Ozlem Onaran, University of Greenwich, 

Todd Howland, Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, 

Isabel Ortiz, Columbia University, 

Carolina Alves, University of Cambridge, 

Eric LeCompte, Jubilee USA Network,

Richard Jolly, University of Sussex, 

Christoph Trebesch, University of Kiel,

Diego Sanchez-Ancochea, University of Oxford, 

Mark Weisbrot, Center for Economic and Policy Research, 

Lara Merling, International Trade Union Confederation, 

Pedro Mendes Loureiro, University of Cambridge, 

Ilene Grabel, University of Denver, 

Sabri Öncü, CAFRAL,

David Hall, University of Greenwich, 

Jose Esteban Castro, Newcastle University, 

Andy McKay, University of Sussex, 

Stefano Prato, Society for International Development, 

Rosemary Thorp, University of Oxford, 

Barry Herman, The New School for Public Engagement, 

Andres Aruaz, former Minister of Knowledge and Central Bank General Director, Ecuador, 

Manuel Alcántara, University of Salamanca, 

Alex Izurieta, UNCTAD, 

Michael Cichon, UNU Maastricht, 

Biswajit Dhar, Jawaharlal Nehru University, 

Jens Martens, Global Policy Forum, 

Nicolas Pons-Vignon, University of the Witwatersrand, 

Jean Saldanha, European Network on Debt and Development (Eurodad), 

Leonidas Vatikiotis, Debtfree Project, 

Valpy FitzGerald, University of Oxford, 

Giovanni Andrea Cornia, University of Florence, 

Matthias Thiemann, Sciences Po, 

Yılmaz Akyüz, former chief economist, South Centre, Geneva, 

Stephan Schulmeister, University of Vienna, 

Eduardo Strachman, São Paulo State University, 

Peter Dorman, Evergreen State College,

C.P. Chandrasekhar, Jawaharlal Nehru University, 

Leopoldo Rodriguez, Portland State University, 

Chris Tilly, University of California Los Angeles, 

Tracy Mott, University of Denver, 

Jeffrey Madrick, Schwartz Rediscovering Government Initiative, 

Günseli Berik, University of Utah, 

Joseph Ricciardi, Babson College, 

Lorenzo Pellegrini, Erasmus University Rotterdam, 

Erinc Yeldan, Bilkent University, 

Sunil Ashra, Management Development Institute, 

Mustafa Özer, Anadolu University, Turkey, 

Rolph van der Hoeven, Erasmus University Rotterdam, 

Al Campbell, University of Utah,

Antonella Palumbo, Università Roma Tre,

Arthur MacEwan, University of Massachusetts Boston, 

Neva Goodwin, Tufts University, 

Korkut Boratav, Turkish Social Science Association, 

Michael Ash, University of Massachusetts-Amherst, 

Alicia Puyana, Facultad Latinoamericana de Ciencias Sociales, Mexico, 

John Willoughby, American University, 

Marco Palacios, El Colegio de Mexico, 

Reza Mazhari, Gonbad Gavous University, Iran, 

Ann Markusen, University of Minnesota, 

Renee Prendergast, Queens University, 

Michael Moore, University of Warwick, 

Carlos A. Carrasco, Universidad de Monterrey, Mexico, 

Robert Lynch, Washington College, 

John Schmitt, Economic Policy Institute, 

Venkatesh Athreya, Bharathidasan University, 

Jeff Faux, Economic Policy Institute, 

Kunibert Raffer, University of Vienna, 

Jenik Radon, Columbia University, 

Maria Joao Rodrigues, Foundation for European Progressive Studies, 

Stephanie Seguino, University of Vermont, 

Gustavo Indart, University of Toronto, 

Cyrus Bina, University of Minnesota, 

Alberto Minujin, The New School, 

Philip Alston, NYU, 

Sudhir Anand, London School of Economics, 

José Gabriel Palma, Cambridge University, 

Michael A. Cohen, The New School, 

Jeff Powell, University of Greenwich, and 

Rob Johnson, President, INET. 

Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Αστάθειας

Στρωμένος με αγκάθια αποδεικνύεται για τη Γερμανία ο δρόμος επιβολής μιας σιδερένιας δημοσιονομικής πειθαρχίας, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα της ευρωπαϊκής χρηματιστηριακής ολιγαρχίας. Αξίζει μάλιστα να προσέξουμε ότι το γερμανικό σχέδιο προκαλεί πολύ περισσότερες αντιδράσεις σε τμήματα της ευρωπαϊκής ελίτ προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη, παρά στην ίδια την κοινωνία που δείχνει να έχει εξοικειωθεί με τη συνεχή φτωχοποίηση και την αποστέρηση κοινωνικών δικαιωμάτων που πριν λίγες δεκαετίες θεωρούνταν αναπόσπαστα τμήματα του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής. Το χάσμα του Παρισιού με το Βερολίνο, με αφορμή τι μεταρρυθμίσεις του Μακρόν, είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιδράσεων που γεννά η εξελισσόμενη Γερμανοποίηση της Ευρώπης. Δεν είναι όμως και το μοναδικό…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ασυνήθιστης σφοδρότητας ήταν για παράδειγμα η αντίδραση της Ιταλίας απέναντι στο σχέδιο αναθεώρησης του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (που συμμετείχε στη δανειοδότηση της Ελλάδας, της Ιταλίας και των ισπανικών τραπεζών και διαδέχθηκε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) και συζητήθηκε στην σύνοδο κορυφής της ΕΕ. Ως αποτέλεσμα η τελική συμφωνία αντί για το τέλος του 2019 παραπέμφθηκε για τον Ιούνιο του 2020. Την ιταλική διαφωνία έκανε γνωστή ο προερχόμενος από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Λουίτζι ντι Μάγιο, προσθέτοντας ότι η Ιταλία δεν πρόκειται να συναινέσει στην μεταρρύθμιση μέχρι να αποσαφηνιστούν τα ευρύτερα σχέδια για τη Τραπεζική Ένωση.

Το άμεσο πρόβλημα της Ιταλίας ωστόσο είναι το νέο καταστατικό του ΕΜΣ και ειδικότερα η αλλαγή των όρων αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους. Με βάση την τροποποίηση και σύμφωνα με τους εμπνευστές της, ο ΕΣΜ αποκτά περισσότερες εξουσίες στο εξής για να διαχειρίζεται χρηματοοικονομικές κρίσεις, εξοπλίζεται με επιπλέον εργαλεία επιτήρησης των εθνικών οικονομιών, ενώ απλουστεύει τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους. Αυτή η αλλαγή ωστόσο είναι μαθηματικά βέβαιο πώς θα οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων δανεισμού για τις υπερχρεωμένες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης και θα φέρει πιο κοντά την επόμενη κρίση χρέους, λειτουργώντας σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Προβλέπει για την ακρίβεια στις Ρήτρες Συλλογικής Δράσης που συνοδεύουν κάθε έκδοση ομολόγου πώς στο εξής θα απαιτείται μικρότερο ποσοστό κατόχων ομολόγων για να εγκριθεί μια αναδιάρθρωση. Αυτή η αλλαγή αυξάνει τον κίνδυνο της αναδιάρθρωσης κι εκθέτει τους ομολογιούχους σε μεγαλύτερους κινδύνους, με αποτέλεσμα να ζητήσουν μεγαλύτερη ανταμοιβή, δηλαδή υψηλότερο επιτόκιο, για την αγορά του. Η Ιταλία ωστόσο, έχοντας το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ μετά την Ελλάδα, ξέρει ότι βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού κι αρκεί μια ανεπαίσθητη αλλαγή των σημερινών όρων για να την οδηγήσει εκεί που ήταν η Ελλάδα το 2010.

Γι’ αυτό το λόγο και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία την απέρριψε βάζοντας σε κίνδυνο τη συνοχή του νέου κυβερνητικού συνασπισμού που ανέλαβε το Σεπτέμβριο, έχοντας στη θέση των ακροδεξιών του Σαλβίνι το Δημοκρατικό Κόμμα, που συμφωνεί εκ των προτέρων με κάθε σχέδιο αλλαγής των ευρωπαϊκών συνθηκών. Όπως εκ παραδόσεως κάνουν κι όλα τα κόμματα εξουσίας της Ελλάδας…

Η Ιταλία όμως δεν αρκέστηκε στην απόρριψη του γερμανικού σχεδίου μεταρρύθμισης του ΕΜΣ που επιταχύνει την πορεία προς μια ένωση των δυο ή και περισσότερων ταχυτήτων. Αναλυτική, συχνή και καλά επιχειρηματολογημένη αρθρογραφία στους Financial Times του επικεφαλής του τμήματος Ποιοτικής Ανάλυσης και Χρηματοοικονομικής καινοτομίας της ιταλικής ρυθμιστικής αρχής του χρηματιστηρίου αντιπαραβάλλει ένα ανταγωνιστικό σχέδιο για την μεταρρύθμιση του ΕΜΣ, που θα όφειλε να βρει ανταπόκριση σε όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας που είναι ευάλωτες στις δημοσιονομικές κρίσεις. Η πρότασή του συμπυκνώνεται στη δημιουργία ενός μηχανισμού που θα διαχέει και θα επιμερίζει τον κίνδυνο από την μια άκρη ως την άλλη της ευρωζώνης. Προτείνει ειδικότερα τη σταδιακή εισαγωγή σε όλες τις εκδόσεις ομολόγων των κρατών μελών μιας ρήτρας που θα ισοδυναμεί με υπερεθνική εγγύηση και στην πράξη θα σημαίνει ότι στην περίπτωση που ο εκδότης αδυνατεί να εκπληρώσει το χρέος του τότε θα αναλαμβάνει να το πράττει ο ΕΜΣ. Ως πρώτο βήμα αυτής της διαδικασίας συστήνεται η αντικατάσταση όλων των ομολόγων που λήγουν με νέα, που θα φέρουν την εγγύηση του ΕΜΣ. Με βάση τους υπολογισμούς του, σε μια δεκαετία όλο το ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος θα έχει δώσει τη θέση του σε ένα νέο χρέος εγγυημένο από τον ΕΜΣ. Σε δεύτερο χρόνο, που θα ξεκινήσει μετά από αυτή την δεκαετία, τα εγγυημένα από τον ΕΜΣ ομόλογα θα αντικατασταθούν από νέα, εκδοθέντα από το ίδιο τον ΕΜΣ. Η κυκλοφορία τους θα σημάνει σταδιακά την πλήρη αμοιβαιοποίηση των δημοσίων χρεών. Ο ιταλός τεχνοκράτης προτείνει στα κράτη μέλη της περιφέρειας να αποδεχθούν την αλλαγή των όρων αναδιάρθρωσης υπό την προϋπόθεση της αμοιβαιοποίησης του χρέους.

Δεν είναι πρώτη φορά που κατατίθεται δημόσια πρόταση έκδοσης ευρω-ομολόγων ως απάντηση στη σοβούσα δημοσιονομική κρίση. Ούτε κι η πρώτη φορά που η Γερμανία θα την απορρίψει, επικαλούμενη ότι κινδυνεύει η δική της οικονομική ευρωστία και θα αυξηθούν τα δικά της επιτόκια δανεισμού. Ακόμη κι έτσι ωστόσο φαίνεται πώς οι ρωγμές που προκαλεί η πολιτική της δεν κλείνουν, ακόμη και μια δεκαετία μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Καταρρέει η Αργεντινή σε ένα τείχος σιωπής

Η είδηση δεν αφορά την επικείμενη χρεοκοπία της χώρας που γέννησε τον Τσε. Έχοντας χρεοκοπήσει επίσημα οκτώ φορές στην ιστορία της η Αργεντινή, με τελευταία φορά το 2001 όταν πάγωσαν προσωρινά αποπληρωμές ύψους 100 δισ. δολ., το ενδιαφέρον έχει πάψει να συγκεντρώνεται στις δημοσιονομικές της περιπέτειες. Η είδηση σχετίζεται με την σκανδαλώδη προστασία που απολαμβάνει το εν ενεργεία πολιτικό της προσωπικό, καθώς παρότι οδηγεί τη χώρα στα βράχια με μια γενναία αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, αν δεν προηγηθεί επίσημη στάση πληρωμών, να είναι θέμα χρόνου, σύσσωμος ο διεθνής Τύπος ακόμη και τώρα επαινεί κι εγκωμιάζει τον πρόεδρο της Αργεντινής, κι εκλεκτό του ΔΝΤ Μαουρίτσιο Μάκρι. Από δεκάδες δημοσιεύματα που αποτελούν ορισμό της παραπληροφόρησης επιλέγουμε το ακόλουθο των New York Times, που συμπυκνώνει τη μεροληπτική στάση της Ουάσιγκτον απέναντι του: «Τα υποσχόμενα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις του – σταθερό νόμισμα, τιθάσευση του πληθωρισμού, νέες επενδύσεις και θέσεις εργασίας – θα χρειαστούν χρόνια για να υλοποιηθούν»!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Για την εφημερίδα – σύμβολο των Δημοκρατικών και του φιλελεύθερου κατεστημένου, επιτόκια δανεισμού στο ύψος του 70%, πληθωρισμός στο ύψος του 60%, υποτίμηση της συναλλαγματική αξίας του νομίσματος κατά 50% το 2018, μείωση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 13% μόνο το 2018 κι η έκρηξη της φτώχειας και της ανεργίας είναι προσωρινά …μικροπροβλήματα που δεν ισοδυναμούν με ακύρωση και διάψευση των εξαγγελιών του νεοφιλελεύθερου προέδρου. Απλώς …μεταθέτουν στο μέλλον την υλοποίηση των εξαγγελιών του. Αξίζει ωστόσο να αντιπαραβάλουμε την ασυλία που απολαμβάνει ο αργεντινός πρόεδρος με τα πρωτοσέλιδα της ίδια εφημερίδας, όταν ο υπερπληθωρισμός πλήττει την Τουρκία ή τη Βενεζουέλα, όπου στο πηδάλιο βρίσκονται ηγέτες που από διαφορετικές θέσεις συγκρούονται με τις ΗΠΑ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ρεπορτάζ, αποστολές και δακρύβρεχτα ρεπορτάζ δημιουργούν φαινόμενα χιονοστιβάδας, ωθώντας τις αγορές να εντείνουν τις επιθέσεις τους στα εθνικά νομίσματα των χωρών, προκαλώντας φυγή κεφαλαίων, κ.α.

Στη στάση των διεθνών κεφαλαίων βρίσκεται ωστόσο κι η αιτία για τη …στοργή με την οποία περιβάλουν οι Αμερικάνοι την Αργεντινή. Αποτέλεσμα αυτής της «στοργής» ήταν ακόμη και το πρώτο δάνειο ύψους 57 δισ. δολαρίων που ενέκρινε το ΔΝΤ υπέρ της Αργεντινής για να αποφύγει την κήρυξη στάσης πληρωμών. Πίσω από την απόφαση του μισητού διεθνούς οργανισμού βρίσκεται ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ που ήθελε να διασφαλίσει ότι οι χώρες με δεξιές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αντι-παραδείγματα απέναντι στη Βενεζουέλα. Στα απόνερα αυτής της επίπλαστης εικόνας οι πρόεδροι της Βραζιλίας και της Αργεντινής κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Μπολσονάρου στο Μπουένος Άιρες υποσχέθηκαν ότι θα κάνουν τα πάντα για να επιστρέψει η δημοκρατία στη Βενεζουέλα. Υποσχέθηκε δημοκρατία ο Μπολσονάρου που φλερτάρει δημόσια με το φασισμό και τις χούντες και στη χώρα του οι παρακρατικές συμμορίες δολοφονούν ακτιβιστές… Τα ύστερα του κόσμου…

Οι κίβδηλοι όρκοι πίστης στη δημοκρατία, το δάνειο μαμούθ του ΔΝΤ (που από το 1958 έχει υπογράψει 22 συμφωνίες με την Αργεντινή, με τις περισσότερες να λήγουν κακήν – κακώς) και το πέπλο σιωπής που έχουν δημιουργήσει γύρω από την κοινωνική εξαθλίωση στην Αργεντινή υπηρετούν ένα και μοναδικό στόχο:  Να προστατεύσουν το μεγάλο πλιάτσικο που συνεχίζει να συντελείται σε βάρος της Αργεντινής, έκφραση του οποίου είναι το υπέρογκο δημόσιο χρέος. Σε αντίθεση με την Ελλάδα και τις άλλες χώρες της ευρωζώνης που αντιμετώπισαν δημοσιονομική κρίση το 2010-2011, η Αργεντινή όπως συμβαίνει με πολλές άλλες χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας δανείζεται, δηλαδή δημιουργεί δημόσιο χρέος, για να μπορεί η οικονομική της ελίτ να εξάγει το χρηματικό της πλούτο στο εξωτερικό. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι πλούτος που αντιστοιχεί στο 80% του ΑΕΠ της χώρας βρίσκεται αποθησαυρισμένος στο εξωτερικό. Κι ενώ το εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας τινάσσεται στον αέρα από την οικονομική ελίτ, οι όροι που θέτει το ΔΝΤ (ξέρετε, εκείνο που «έχει αλλάξει», που «έχει μάθει από τα λάθη του», κ.λπ., κ.λπ.) μεταφέρει το κόστος της προσαρμογής στις πλάτες των φτωχών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η κατάργηση κατά τη θητεία του Μάκρι των κρατικών επιδοτήσεων σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια, που έχει οδηγήσει δεκάδες χιλιάδες οικογένειες χωρίς θέρμανση και την ενεργειακή φτώχεια στα ύψη.

Τούτων δοθέντων η κατακρήμνιση των ποσοστών δημοτικότητας του Μαουρίτσιο Μάκρι εν όψει των εκλογών που θα διεξαχθούν τον Οκτώβριο και η διθυραμβική εμφάνιση της πρώην προέδρου Κριστίνα Κίρχνερ που ζητάει την ψήφων των Αργεντινών ως αντιπρόεδρος του υποψηφίου Φερνάντες μόνο έκπληξη δεν προκαλεί. Ειδικότερα η Κίρχνερ, που το 2015 δε ζήτησε την ψήφο των Αργεντινών επειδή δε μπορούσε λόγω ορίου που θέτει το σύνταγμα, συνεχίζει ωστόσο να είναι γερουσιάστρια, αν κάπου χρωστάει τη δημοφιλία της είναι στην μονομερή αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους της Αργεντινής. Στην απόφασή της δηλαδή να αλλάξει τους όρους αποπληρωμής των κρατικών ομολόγων. Ήταν μια επιλογή που, χωρίς να ισοδυναμεί με στάση πληρωμών, προκάλεσε τότε την οργή των κερδοσκόπων και μέχρι σήμερα την μήνι του διεθνούς Τύπου, που με κάθε ευκαιρία τη χαρακτηρίζει λαϊκίστρια. Αυτή η απόφαση ωστόσο επέτρεψε στην Αργεντινή να ανακάμψει οικονομικά. Αντίθετα, ο διάδοχός της Μάκρι δίνοντας προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και την πληρωμή των αρπακτικών κεφαλαίων έχει οδηγήσει την οικονομία σε κατάρρευση και το λαό στην εξαθλίωση, με τη φτώχεια από 26% το 2017 να έχει αυξηθεί στο 32% το 2018.

 Πηγή: Νέα Σελίδα