Επιτροπή Αλήθειας Δημοσίου Χρέους: Στη δημοσιότητα το πόρισμα (Επίκαιρα, 11-17/6/2015)

 

Την Πέμπτη, 18 Ιουνίου, μετά από δεκάδες ώρες συνεδριάσεων και άπειρο σβήσε – γράψε ειδικών επιστημόνων από την Ελλάδα και το εξωτερικό δίνεται στη δημοσιότητα, όπως είχε προγραμματιστεί, το προκαταρκτικό πόρισμα της Επιτροπής Αλήθειας Δημόσιου Χρέους. Θα πρόκειται για ένα ντοκουμέντο ιστορικής σημασίας δεδομένου ότι για πρώτη φορά όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη θα αποκαλύπτονται οι όροι δημιουργίας και διόγκωσης του δημόσιου χρέους, δείχνοντας τις εγκληματικές ευθύνες των οικονομικών και πολιτικών ελίτ που κυβέρνησαν την Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια. (Περισσότερες λεπτομέρειες στην ιστοσελίδα της Επιτροπής: http://debt-truth.gr/ )

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Καρπός συλλογικής εργασίας που ολοκληρώθηκε ωστόσο χάρη στην επιστημονική επίβλεψη του βέλγου πολιτικού επιστήμονα Ερίκ Τουσέν και την επιμονή της προέδρου της Βουλής, Ζωής Κωνσταντοπούλου, που ανέλαβε την πρωτοβουλία συγκρότησης της σχετικής Επιτροπής στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που παρέχει ο Κανονισμός της Βουλής, το πόρισμα ξεκινάει από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Είναι η εποχή που αρχίζει να χτίζεται το δημόσιο χρέος της Ελλάδας με πρώτη ύλη, σύμφωνα με τους νεοφιλελεύθερους μύθους, τις «σπατάλες» των κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου. Τότε ξεκινάει κι η πρώτη προσπάθεια ενοχοποίησης των κοινωνικών δαπανών ως υπαίτιων της δημοσιονομικής κρίσης, γιατί το υπονοούμενο πίσω από τον στιγματισμό της δεκαετίας της ’80 είναι πως για την αύξηση του δημόσιου χρέους φταίει η δημιουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η επέκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι συντάξεις στους αγρότες κοκ, με την διάγνωση των αιτιών να υποδεικνύει και τι πρέπει να γίνει σήμερα για να μειωθεί το χρέος. Το πόρισμα ανασκευάζει εκ βάθρων αυτές τις (αναπόδεικτες!) ιστοριούλες για αφελείς.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1

diagram 1

Πηγή: Προκαταρκτικό πόρισμα Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους

Η αύξηση του δημόσιου χρέους από 25% το 1980 σε 91% το 1993 συνδέεται στενά με τις πληρωμές για τόκους, όπου παρατηρείται το γνωστό φαινόμενο της χιονοστιβάδας,  κι όχι με το έλλειμμα, αναφέρει το πόρισμα. Το πρώτο διάγραμμα που δημοσιεύουμε δείχνει καθαρά την συμβολή κάθε διαφορετικού παράγοντα στην εξέλιξη του λόγου χρέους προς ΑΕΠ την επίμαχη περίοδο. Οι πληρωμές για τόκους (φαινόμενο χιονοστιβάδας) συνέβαλαν στο 58% της αύξησης του χρέους, το σωρευτικό πρωτογενές αποτέλεσμα (πλεονάσματα και ελλείμματα) κατά 32% και οι προσαρμογές αποθέματος – ροών (stock flow adjustments) κατά 10%. Τα βασικά συμπεράσματα που εξάγονται κατόπιν των παραπάνω είναι τα εξής: Πρώτο, το ελληνικό δημόσιο χρέος πριν την κρίση είναι κυρίως κληρονομιά του συσσωρευμένου χρέους κατά την περίοδο 1980-1993. Δεύτερο, το φαινόμενο της χιονοστιβάδας ήταν η κύρια αιτία αυτής της μεταβολής και προκλήθηκε από τα υψηλά επιτόκια σε συνδυασμό με την πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής. Τρίτο, παρότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα ήταν σημαντικά, δεν αποτέλεσαν την κύρια αιτία για την αύξηση του δημόσιου χρέους. Η καθοριστική συμβολή του φαινόμενου της χιονοστιβάδας, έναντι όλων των άλλων αιτιών, αποτυπώνεται καθαρά στο Διάγραμμα Νο 2 που δημοσιεύουμε.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 2

diagram 2

Πηγή: Προκαταρκτικό πόρισμα Επιτροπής Αλήθειας Δημόσιου Χρέους

 

Αποκαλυπτικό θα αποδειχθεί το προκαταρκτικό πόρισμα της Επιτροπής Αλήθειας Δημόσιου Χρέους και σε ό,τι αφορά τις «υπερβολικές» δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, που με βάση άλλον διαδεδομένο μύθο του νεοφιλελευθερισμού συνέβαλλαν στην αύξηση του χρέους. Από το 1995 μέχρι το 2009 οι μέσες δαπάνες είναι χαμηλότερες στην Ελλάδα (48%) σε σχέση με την ευρωζώνη των 11 χωρών (48,4%). Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν υψηλότερες πρωτογενείς δαπάνες μόνο στην άμυνα, με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 1,4% όταν στην Ελλάδα ήταν 3%. Αυτές οι επιπλέον δαπάνες συνέβαλαν στην αύξηση του χρέους τουλάχιστον κατά 40 δις. ευρώ. Πρόκειται για ένα ποσό που αφορά συμβόλαια αγοράς πολεμικού εξοπλισμού συχνά άχρηστου, ακατάλληλου ή ανεπαρκούς (αγορά 50 μαχητικών αεροσκαφών F16 το 2000 χωρίς κινητήρες, 3 παλιών υποβρυχίων Τ205 που αγοράστηκαν σε τιμές καινούργιων το 2002, 170 αρμάτων Λέοπαρντ 2 ΗΕΙ χωρίς πυρομαχικά και πολλά άλλα) και συνδέεται με πιέσεις και διαφθορά, ενώ καθώς αυτές οι δαπάνες συνδέονται με την άμυνα της Ευρώπης, δεν θα έπρεπε καν να είχαν πληρωθεί μόνο από την Ελλάδα, αναφέρεται στο πόρισμα. Σύμφωνα με το αξιόπιστο ίδρυμα SIPRI που εξετάζει τις πολεμικές δαπάνες κάθε χώρας, και το οποίο επικαλείται το πόρισμα, η Ελλάδα μεταξύ 1974 και 2009 δαπάνησε σε εξοπλισμούς 32 δις. δολ. (σε τιμές του 1990). Εξ αυτών 15,5 δισ. αφορούσαν συμβόλαια με τις ΗΠΑ, 6,5 δισ. με την Γερμανία και 4,1 δισ. με την Γαλλία. Οι χώρες επομένως που τώρα σφίγγουν την θηλιά γύρω από τον λαιμό της Ελλάδας απαιτώντας νέα μέτρα λιτότητας, είναι αυτές που προκάλεσαν και ωφελήθηκαν τα μέγιστα από την υπερχρέωσή της!

Ποιοί δεν πληρώνουν φόρους;

Το πόρισμα της Επιτροπής Αλήθειας ξεσκεπάζει κι άλλον έναν νεοφιλελεύθερο μύθο: για τους «Έλληνες που δεν πληρώνουν φόρους». Είναι η φορολογική εκδοχή της παγκαλικής ανοησίας «μαζί τα φάγαμε». Οι φόροι και οι κοινωνικές εισφορές που συγκεντρώνονταν μετά το 1999 κινούνταν σε επίπεδα χαμηλότερα ή γύρω στο 34%, όταν στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης ήταν άνω του 40%, αναφέρει το Πόρισμα. Ωστόσο, όλη η διαφορά μεταξύ των δημοσίων εσόδων της Ελλάδας και της ευρωζώνης ερμηνεύεται λόγω του χαμηλού επιπέδου της φορολογίας εισοδήματος και των ανεπαρκών ασφαλιστικών εισφορών των εργοδοτών, τονίζει. Και οι δύο αυτοί παράγοντες συνδέονται με την διαφθορά των φορολογικών μηχανισμών, τις περιορισμένης έκτασης κυρώσεις και τις προβληματικές διαδικασίες για την ανάκτηση απλήρωτων φόρων και εισφορών που στο τέλος του 2009 ανέρχονταν σε 29,4 δις. ευρώ. Είναι γνωστός ο «συνωστισμός» περισσότερων από 110.000 φορολογικών υποθέσεων στα δικαστήρια και το απαράδεκτα χαμηλό ποσοστό του 5% των εισπράξεων απ’ όλες αυτές τις εκκρεμότητες. Το δημόσιο χρέος που αναλήφθηκε για να καλύψει τα κενά της χαμηλής φορολογίας εισοδήματος ανέρχεται στα 88 δις. ευρώ. Το ποσό αυτό συνάγεται από την διαφορά μεταξύ του πραγματικού φόρου εισοδήματος κι εκείνου που θα συγκεντρωνόταν αν εφαρμόζονταν και στην Ελλάδα οι μέσοι συντελεστές της ευρωζώνης. Δεδομένου ωστόσο ότι το 77,5% του πληθυσμού το 2009 που ζούσε από μισθούς και συντάξεις πλήρωνε κανονικά τους φόρους του, εύκολα συμπεραίνεται ότι η συγκεκριμένη μεροληψία ευνοούσε μια μικρή κοινωνική μειοψηφία. Το έλλειμμα στα έσοδα λόγω των χαμηλών πραγματικών κοινωνικών εισφορών των εργοδοτών, κι όχι των εργαζομένων, αντιπροσωπεύει σε όλη την περίοδο που ξεκινάει από το 1980 μέχρι το 2010, περίπου 75 δισ. ευρώ. Στο τέλος μάλιστα αυτής της περιόδου, συνεχείς μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος των επιχειρήσεων, από το 40% στο 25%, αύξησαν περαιτέρω το δημοσιονομικό έλλειμμα. Ως αποτέλεσμα, καθώς το 2000 η συμβολή αυτού του φόρου αντιπροσώπευε το 4,1% του ΑΕΠ και το 3% στην ευρωζώνη των 18, μετά το 2005 έφτασε χαμηλότερα απ’ τον μέσο όρο της ευρωζώνης των 18 (2,5%) και το 2012 στο 1,1%.

Τα παραπάνω προέρχονται από το πρώτο κεφάλαιο του πορίσματος. Τα υπόλοιπα όταν δοθεί στη δημοσιότητα…

Γενική τάση κι όχι ελληνική ιδιαιτερότητα η αύξηση του χρέους (Επίκαιρα, 3-9 Μαΐου 2012)

Το δημόσιο χρέος και η επίθεση στην Ελλάδα – όλη η αλήθεια για τη Eurostat

Μια διαφορετική ερμηνεία της κρίσης χρέους που ταλανίζει την Ευρώπη παρουσιάζουν τα στοιχεία για την εξέλιξη του δημόσιου χρέους και του δημοσιονομικού ελλείμματος, που δόθηκαν στην δημοσιότητα από την Eurostat στις 23 Απριλίου 2012. Πρόκειται για μια στατιστική καταγραφή που δίνεται στην δημοσιότητα κάθε χρόνο τον Απρίλιο, αποτελώντας το σημείο αναφοράς για πολιτικούς και τεχνοκράτες στην Ευρώπη και διεθνώς. Στην προ διετίας εν λόγω έρευνα, για παράδειγμα, αυτή που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2010, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας για το 2009 εμφανιζόταν στο 115,1%. Ακόμη δεν είχαν εφαρμοστεί τα μαγειρέματα που επέτρεψαν στη συνέχεια την εκτίναξη του δημόσιου χρέους και παρουσίαση της προσφυγής στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ ως μονόδρομο. Όταν ολοκληρώθηκε η «δημιουργική λογιστική» με ευθύνη όχι μόνο της προερχόμενης από το ΔΝΤ διορισμένης διοίκησης της ΕΛ.ΣΤΑΤ αλλά και της Eurostat, στην έκθεση του 2011, το δημόσιο χρέος για το επίμαχο έτος, το 2009, «πέταξε» στο 127,1%!!!

Παρότι λοιπόν η πολιτική είναι παρούσα και οι χειρισμοί οργιάζουν, τα ευρήματα της Eurostat έχουν την δική τους σημασία. Το πρώτο και σημαντικότερο είναι πως η κρίση χρέους συνεχίζεται αμείωτη. Στην ευρωζώνη των 17 από 70,1% του ΑΕΠ που ήταν το δημόσιο χρέος το 2008, το 2011 έφθασε το 87,2%. Στην ΕΕ των 27 από 62,5% έφθασε το 82,5% του ΑΕΠ για την ίδια περίοδο. Η πλειοψηφία μάλιστα των κρατών μελών της ΕΕ, και συγκεκριμένα 14 χώρες, έχει δημόσιο χρέος ανώτερο του 60%, που σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ αποτελεί την διαχωριστική γραμμή. Οι χώρες που την παραβιάζουν είναι οι εξής: Ολλανδία (65,2%), Ισπανία (68,5%), Κύπρος (71,6%), Μάλτα (72%), Αυστρία (72,2%), Ουγγαρία (80,6%), Γερμανία (81,2%), Αγγλία (85,7%), Γαλλία (85,8%), Βέλγιο (98%), Πορτογαλία (107,8%), Ιρλανδία (108,2%), Ιταλία (120,1%) και Ελλάδα (165,3%). Φαίνεται επομένως πως είκοσι χρόνια μετά την υιοθέτηση του «σιδηρού κανόνα» για το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα (60% και 3%), η εφαρμογή τους εξακολουθεί να αποτελεί άπιαστο όνειρο όχι μάλιστα μόνο για τις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης, αλλά ακόμη για την Γερμανία και τις χώρες που αποτελούσαν ανέκαθεν δορυφόρους της, όπως η Αυστρία και η Ολλανδία.

Η αύξηση του δημόσιου χρέους δεν αποτελεί ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα. Μόλις πριν λίγες μέρες, στις 21 Απριλίου, η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, παρουσίασε την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί με το δημόσιο χρέος στο σύνολο του προηγμένου κόσμου: «Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να αγγίξει το 109% τον επόμενο χρόνο, πάνω από το 75% που ήταν το 2007. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος καταγεγραμμένος λόγος χρέους για περισσότερα από 130 χρόνια, με μοναδική εξαίρεση την βραχυχρόνια συσσώρευση χρέους μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πως φτάσαμε ως εδώ;», συνεχίζει η διάδοχος του Ντομινίκ Στρος Καν. «Κυρίως λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η άμεση επίπτωση της κρίσης ερμηνεύει τα δύο τρίτα της ανόδου του λόγου χρέους μεταξύ των 20 ανεπτυγμένων χωρών».

Αυθαίρετη η επίθεση

Στο πλαίσιο της παραπάνω ερμηνείας, που συμβαδίζει με τα γεγονότα, φαίνεται πόσο προκατειλημμένη, μεροληπτική και υστερόβουλη ήταν η επίθεση που εξαπολύθηκε στην Ελλάδα, με αφορμή την άνοδο του δημόσιου χρέους που παρατηρήθηκε την ίδια χρονική περίοδο. Με άλλα λόγια, οι επιθέσεις στους δημοσίους υπαλλήλους για τις υψηλές αποδοχές τους, τις ΔΕΚΟ, και το «γενναιόδωρο» υποτίθεται κράτος πρόνοιας της Ελλάδας, πολύ συχνά με την συμμετοχή κι ελληνικών μέσων ενημέρωσης, συσκότισε το γεγονός ότι η άνοδος του δημόσιου χρέους ήταν μια διεθνής τάση οφειλόμενη μεταξύ άλλων στην πτώση των φορολογικών εσόδων. Στη συνέχεια η παρουσίαση της αύξησης του δημόσιου χρέους ως ελληνικής ιδιαιτερότητας άνοιξε τον δρόμο για την ενοχοποίηση του ελληνικού λαού που επέτρεψε την επιβολή της θεραπείας – σοκ, η οποία προφανώς θα συνεχιστεί και μετά τις εκλογές.

Στα ίδια οι δαπάνες

Το πόσο άστοχες επιστημονικά και άδικες κοινωνικά ήταν οι επιθέσεις στο «σπάταλο ελληνικό κράτος» και το υπερδιογκωμένο ελληνικό δημόσιο, φαίνεται από μια άλλη παράμετρο που παρουσιάζεται στην στατιστική μελέτη της Eurostat. Αφορά την συγκριτική εξέταση ανά χώρα των δημοσίων δαπανών και των εσόδων ως ποσοστό του ΑΕΠ. Είναι ένα αξιόπιστο μέτρο για να φανεί αν ένα δημόσιο είναι «υπερδιογκωμένο» ή όχι κι επίσης, σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη μέλη, πού εν τέλει έγκειται η διαφορά κι η αιτία της κρίσης. Σημείο αφετηρίας υπ’ αυτό το πρίσμα είναι πως στην ευρωζώνη των 17 οι δημόσιες δαπάνες αντιπροσωπεύουν το 49,3% του ΑΕΠ και τα δημόσια έσοδα το 45,2% του ΑΕΠ. Με βάση την φιλολογία των τελευταίων ετών, ότι οι αθρόες κοινωνικές παροχές προκάλεσαν την κρίση χρέους (ερμηνεία που εμφανίζει ως αυτονόητη λύση την πολιτική της λιτότητας) θα περίμενε κανείς πως στις τρεις χώρες που επιβλήθηκε η χημειοθεραπεία των Μνημονίων οι δημόσιες δαπάνες θα είναι σημαντικά υψηλότερες του μέσου όρου (49,3%). Δεν παρατηρείται ωστόσο κάτι τέτοιο! Σημαντικά υψηλότερες δαπάνες εμφανίζουν χώρες που δεν έχουν πληγεί καθόλου από την κρίση χρέους όπως η Δανία (57,9%), η Γαλλία (55,9%) και η Φινλανδία (54%)! Αντίθετα, Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία εμφανίζουν δημόσιες δαπάνες γύρω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο: 50,1%, 48,7% και 48,9%, αντίστοιχα.

Η διαφορά αντίθετα βρίσκεται στην πλευρά των δημοσίων εσόδων με τις τρεις παραπάνω κλυδωνιζόμενες χώρες να εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερα έσοδα από το μέσο όρο (45,2%). Ειδικά, τα δημόσια έσοδα Ελλάδας, Ιρλανδίας και Πορτογαλίας αντιστοιχούν στο 40,9%, 35,7% και 44,7% του ΑΕΠ τους. Κατά συνέπεια αν η δημοσιονομική κρίση που έπληξε τις παραπάνω χώρες το 2010 και το 2011 έπρεπε να αποδοθεί σε μια αιτία, αυτή θα έπρεπε να είναι η πλευρά των εσόδων, σε διαμετρικά δηλαδή αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτήν που ιεραρχούν ελληνικές κυβερνήσεις και Τρόικα, που είναι η πλευρά των δαπανών. Δεν είναι επομένως καθόλου τυχαία και η αύξηση που καταγράφει το δημόσιο χρέος όχι μόνο γενικά, ως μέσος όρος στην ΕΕ των 27 ή στην ευρωζώνη των 17, αλλά και στις τρεις χώρες που επιβλήθηκαν τα Μνημόνια: Στην Ελλάδα όπου το δημόσιο χρέος από 115% του ΑΕΠ το 2009 εκτινάχθηκε το 2011 στο 165,3%, στην Ιρλανδία που για την ίδια περίοδο από 65,1% έφτασε το 108,2% και στην Πορτογαλία που από 83,1% έφτασε το 107,8%. Λιτότητα και περικοπές επομένως αυξάνουν το δημόσιο χρέος και δεν το μειώνουν…

Ένδεκα και μία θέσεις για τη δημοσιονομική κρίση (Ουτοπία, 1ος-2ος/2010)

 

  1. Η δημοσιονομική κρίση των τριών τελευταίων δεκαετιών, εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα με την κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70. Είναι αποτέλεσμα κυρίως: Πρώτο, των αυξημένων παροχών προς το κεφάλαιο για να αντισταθμιστεί η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους και δεύτερο, της απότομης μείωσης των φορολογικών του υποχρεώσεων. Από την γέννησή της επομένως συνιστά μετάσταση και τρόπο ξεπεράσματος της υποκείμενης καπιταλιστικής κρίσης. Επομένως, η δημοσιονομική κρίση αποτελεί ίδιον του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και ξεχωριστό χαρακτηριστικό του, εφ’ όσον η εμφάνισή τους συμπίπτει χρονικά. Προετοιμάστηκε δε την περίοδο της ταχείας ανόδου, όταν κινητήρια δύναμη είχε τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα που έκτοτε συσσωρεύονταν.
  2. Στην Ελλάδα ειδικότερα δεν είναι τυχαίο πως η δημοσιονομική κρίση εμφανίζεται την δεκαετία του ’80 επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ ταυτόχρονα με τις χαριστικές προς το κεφάλαιο ρυθμίσεις των «προβληματικών επιχειρήσεων» και την εμφάνιση ενός μαχητικού εργατικού ριζοσπαστισμού που έθεσε ορισμένα εμπόδια στην προσπάθεια του κράτους να μεταφέρει την κρίση στους εργαζόμενους[1].
  3. Η πρόσφατη δημοσιονομική κρίση πολύ πιο εμφανώς και ευθύγραμμα είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε στις ΗΠΑ με επίκεντρο την κτηματική αγορά. Ο μηχανισμός που την πυροδότησε εντοπίζεται στα «πακέτα δημοσιονομικής στήριξης» που εκταμιεύθηκαν για να ξεπερασθεί η κρίση ρευστότητας – παράγωγο αποτέλεσμα και πλευρά της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, που προκάλεσε την τρέχουσα κρίση[2].
  4. Η δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα το 2009 (όπως εκδηλώθηκε με την εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος – της διαφοράς δηλαδή μεταξύ κρατικών εσόδων και δαπανών – στο 12,7% του ΑΕΠ και του δημόσιου χρέους στο 113% του ΑΕΠ[3]) είναι αποτέλεσμα ενός συγκερασμού δομικών και συγκυριακών παραγόντων, με καθοριστικότερους τους δεύτερους που προέρχονται από την εν εξελίξει κρίση. Ειδικότερα:
  5. Σε ότι αφορά το σκέλος των δημοσίων εσόδων, η δημοσιονομική κρίση είναι αποτέλεσμα: α) της συνεχούς μείωσης των φορολογικών συντελεστών την τελευταία δεκαπενταετία κι ειδικότερα κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες (από το 35% στο 25%) που ανακοίνωσε η ΝΔ (Σεπτέμβρης 2004), β) της θεσμοθετημένης φοροαπαλλαγής ή/και χαμηλής φορολόγησης ναυτιλιακών εταιρειών και τραπεζών και της κατοχυρωμένης στην πράξη φοροαπαλλαγής των μεσαίων και ανώτερων εισοδημάτων ελεύθερων επαγγελματιών γ) των πολύ χαμηλών συντελεστών φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων.
  6. Σε ότι αφορά το σκέλος των δημοσίων δαπανών, η δημοσιονομική κρίση είναι αποτέλεσμα: α) των υφιστάμενων αυξημένων υποχρεώσεων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους[4], β) των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών[5], γ) των κρατικών επιχορηγήσεων προς το κεφάλαιο μέσω των «αναπτυξιακών νόμων»[6], δ) της απότομης αύξησης του κόστους δανεικού χρήματος ως αποτέλεσμα της πρωτοφανούς παγκόσμιας ζήτησης από τα καπιταλιστικά κράτη για να χρηματοδοτηθεί η ιδιωτική οικονομία[7]. Αυτή είναι η αιτία πίσω από την εκτίναξη των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, πέραν των κερδοσκοπικών παιχνιδιών και των πολιτικών πιέσεων.
  7. Η ΕΕ δεν αποτελεί μηχανισμό εξισορρόπησης των δημόσιων οικονομικών και επαναφοράς της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά μηχανισμό περαιτέρω όξυνσης της. Οι ευθύνες της ΕΕ στην εμφάνιση και τον εκτροχιασμό της κρίσης αφορούν: α) στην υποκίνηση της μείωσης των φορολογικών υποχρεώσεων του κεφαλαίου, με το επιχείρημα της ενθάρρυνσης της ανάπτυξης, β) στην απαγόρευση – από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ – της εσωτερικής χρηματοδότησης των ελλειμμάτων δια της κοπής νέου νομίσματος από τα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα και την υποχρεωτική έκτοτε προσφυγή του δημοσίου στις αγορές χρήματος, γ) στην απίσχναση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας (όπως εκφράζεται από την διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος) στο πλαίσιο ενός πανευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας που ευνοεί τα κεφάλαια υψηλότερης οργανικής σύνθεσης. Η ευκολία με την οποία η ΕΕ δια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έσωσε τις εμπορικές τράπεζες προσφέροντας τους τη δυνατότητα ευνοϊκής χρηματοδότησης με επιτόκιο 1% αποκάλυψε και τα μέσα που θεωρητικά διέθετε για να διευκολύνει και τα εθνικά κράτη. Στην πραγματικότητα όμως τα παρέδωσε βορρά στις εμπορικές τράπεζες που τα δάνειζαν με επιτόκιο 5%!
  8. Το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) δεν αποτελεί ένα «κοινωνικά ουδέτερο σύνολο μέτρων που καλεί όλους να βάλουν το χέρι στην τσέπη», όπως παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση[8]. Αντίθετα συνεχίζει και οξύνει στο έπακρο την εφαρμοζόμενη αντιλαϊκή πολιτική μέσω κυρίως των ακόλουθων μέτρων: α) αύξησης των έμμεσων φόρων σε τσιγάρα και ποτά, β) κατάργησης φοροαπαλλαγών, γ) μείωσης κατά 10% του κονδυλίου επιδομάτων, δ) αναστολής προσλήψεων, ε) μείωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στ) μείωση επιχορηγήσεων ασφαλιστικών ταμείων[9], ζ) μείωση υπερωριών και λοιπών πρόσθετων αμοιβών, η) μείωση δαπάνης προμηθειών νοσοκομείων, και θ) ενός προγράμματος ευρύτατων ιδιωτικοποιήσεων η αξία των οποίων θα φθάσει τα 2,5 τρισ. ευρώ. Τους στόχους μείωσης των κρατικών δαπανών και αύξησης των εσόδων εξυπηρετούν επιπλέον το νέο φορολογικό και ασφαλιστικό νομοσχέδιο που αναμένεται να κατατεθούν στη Βουλή το επόμενο τρίμηνο κι η εισοδηματική πολιτική.
  9. Απώτερο ζητούμενο του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν είναι η επίλυση της δημοσιονομικής κρίσης αλλά μια βαθιά αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου, που θα βελτιώνει άμεσα τα δημόσια οικονομικά έτσι ώστε το αστικό κράτος να μπορεί να διευκολύνει την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου όποτε ξανά παραστεί ανάγκη.
  10. Στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμά του ΠΣΑ πολύ πιθανά θα είναι μια παρατεταμένη παραγωγική καθίζηση, καθώς η εξίσωση των εσόδων με τις δαπάνες θα αποστερήσει την καπιταλιστική οικονομία κι από τις κρίσιμες εκείνες χρηματικές εισροές που τροφοδοτούσαν την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, αυξάνοντας την απασχόληση[10]. Η συνταγή διαχείρισης επομένως της κρίσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους που έχει την αφετηρία της στην καπιταλιστική παραγωγή, θα την οξύνει και θα τη γενικεύσει μετατρέποντάς την σε ευρύτερη και καθολική (κρίση υποκατανάλωσης, πραγμοποίησης υπεραξίας, κ.λπ.). Γενικότερα δε, το μοντέλο επίλυσης που επιλέχτηκε (αθρόα παροχή ρευστού στα τμήματα του κεφαλαίου που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης) έχει ήδη, από τώρα, δημιουργήσει τους όρους ξεσπάσματος της νέας κρίσης.
  11. Η παραπάνω συνταγή δημιουργίας και επίλυσης της κρίσης (αφειδώλευτες παροχές στο κεφάλαιο, πρωτοφανής λιτότητα για τους εργαζόμενους) εφαρμόστηκε απαρέγκλιτα από όλες τις δεξιές και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι δεν έχουν να περιμένουν τίποτε από σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις έκτακτης ανάγκης που πιθανά θα προκύψουν.
  12. Τέλος, η αστική τάξη χρησιμοποιεί την τρομοκρατία των ελλειμμάτων και επικαλείται τον κίνδυνο πτώχευσης για να πετύχει μια συνολική αναδιάρθρωση των όρων εκμετάλλευσης των εργαζομένων και αξιοποίησης του κεφαλαίου προς όφελός της. Ζητούμενο είναι συντριβή του εργατικού κινήματος κι ένα άλμα στην εκμετάλλευση. Το κεφάλαιο δηλαδή αξιοποιεί τη δημοσιονομική κρίση για να πετύχει πολύ ευρύτερους στόχους. Φάνηκε πεντακάθαρα στην επιστολή του ΙΟΒΕ[11], όπου από τις δύο κατηγορίες αντιλαϊκών μέτρων που προτείνονται[12] μόνο η πρώτη αφορά αυστηρά την επίλυση της δημοσιονομικής κρίσης. Η δεύτερη κατηγορία μέτρων στοχεύει στην φιλελευθεροποίηση της αγοράς, προς όφελος της μονοπωλιακής της οργάνωσης και της ουσιαστικής υπαγωγής κάθε δραστηριότητας στο κεφάλαιο. Η εργατική πάλη επομένως για την απόκρουση των οπισθοδρομικών μέτρων που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει κι ευρύτερους στόχους που αφορούν τη βελτίωση των αμοιβών, των εργασιακών σχέσεων, των όρων ασφάλισης, των κοινωνικών παροχών, κ.λπ

 


[1] Το δημόσιο χρέος στην Ελλάδα προσέλαβε τις σημερινές του διαστάσεις τη δεκαετία του ’80. Από 26% που ήταν το 1981, το 1990 φθάνει το 65% και το 1993, τελευταίο έτος της κυβέρνησης Μητσοτάκη φθάνει για πρώτη φορά το 99%.

[2] «Το αποτέλεσμα των χρηματοδοτικών πακέτων σε κάθε σχεδόν χώρα από την ομάδα των 20 μεγαλύτερων χωρών ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε επίπεδα τόσο υψηλά ώστε δεν θα υπάρχουν τα πολεμοφόδια για να διεξαχθεί άλλος οικονομικός πόλεμος και ένας λογαριασμός για να καθαρισθεί αυτή η ακαθαρσία τον οποίο οι φορολογούμενοι θα νιώθουν ακόμη και στην επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δείχνουν ότι κατά μέσο όρο τα ελλείμματα των προηγμένων κρατών ανέρχονταν στο 1,9% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένεται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το χρέος του δημόσιου τομέα αναμένεται να εκτιναχθεί από ένα μέσο όρο της τάξης του 78% το 2007 στο 118% το 2014», ανέφεραν οι Financial Times στις 26 Νοέμβρη 2009.

[3] Τα μεγέθη (ανακόλουθα με προγενέστερες αναφορές κυβερνητικών) αναφέρονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης που παρέδωσε η κυβέρνηση στην ΕΕ.

[4] Όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού για το έτος 2010 (σελ. 52) για τόκους το 2009 καταβλήθηκαν 12,3 δισ. ευρώ. Αυτό το ποσό ισοδυναμούσε με το 17% των συνολικών δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού που ανήλθαν σε 71,4 δισ. και με το 42% του δημοσιονομικού ελλείμματος που ανήλθε σε 29 δισ. ευρώ.

[5] Στον προϋπολογισμό του 2010 έχει προβλεφθεί να δοθούν 2 δισ. ευρώ για εξοπλιστικά προγράμματα. Συνολικά η Ελλάδα με βάση τις μέχρι τώρα «επιδόσεις» της κατέχει την πέμπτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη των χωρών – εισαγωγέων πολεμικού υλικού.  

[6] Στις μέρες μας του νόμου 3299/2004 και προηγούμενα του 2601/1998.

[7] Για παράδειγμα, το βρετανικό δημόσιο το 2009 και το 2010 θα δανειστεί συνολικά περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει δανειστεί η βρετανική κυβέρνηση από το 1692 μέχρι το 1997.

[8] Προς επίρρωση να αναφέρουμε ότι ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Δημ. Δασκαλόπουλος, το επικρότησε τονίζοντας πως «είναι προς την ορθή κατεύθυνση – αρκεί βέβαια τα προβλεπόμενα μέτρα να υλοποιηθούν χωρίς εκπτώσεις, χωρίς παλινωδίες» (τύπος, 15 Ιανουαρίου 2010).

[9] Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2010 προβλέπεται μείωση των επιχορηγήσεων ως προς το 2009 στο σύνολο των ασφαλιστικών ταμείων κατά 8% (13,9 δισ. από 15,1 το 2009) κι ειδικότερα προς των ελεύθερων επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) κατά 27% (από 1,5 δισ. το 2009, 1,1 φέτος).

[10] Καθόλου τυχαία υπό αυτή την έννοια δεν είναι η δήλωση του υπουργού Εργασίας, Ανδρέα Λοβέρδου, την Πέμπτη 14 Ιανουαρίου ότι το 2010 είναι πολύ πιθανό να φθάσουμε σε «ισπανικού τύπου ανεργία, με ποσοστό 20% έως 21%», πλήττοντας δηλαδή 1 εκ. εργαζόμενους.

[11] http://www.iobe.gr/index.asp?a_id=87&news_id=897

[12] «Δύο παράλληλες προσαρμογές πρέπει να επισυμβούν το ταχύτερο δυνατό στην ελληνική οικονομία. Η πρώτη είναι η δημοσιονομική. Η δεύτερη αφορά στην ανταγωνιστικότητα».

Νέα φτώχεια φέρνει η κρίση (Ουτοπία, Οκτώβρης 2008)

Πρωτοφανείς διαστάσεις έχει προσλάβει η διεθνής κρίση που για πρώτη φορά έκανε την εμφάνισή της τον Αύγουστο του 2007 με αφορμή την «πιστωτική ασφυξία», όπως έμεινε στην ιστορία πλέον η ραγδαία επιδείνωση των όρων δανεισμού στη διατραπεζική αγορά. Το πρόβλημα φυσικά δεν ξεκινούσε από το χώρο των πιστώσεων.

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κορυφαίων πολυεθνικών μονοπωλίων του χρηματοπιστωτικού τομέα επήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα μιας «καινοτομίας», όπως (κατ’ ευφημισμό) αποκαλούταν μέχρι και πριν ενάμισι χρόνο που είχε αναχθεί σε κανόνα με θεμέλιο λίθο την παροχή κτηματικών δανείων ως εγγυήσεων για τον δανεισμό μεταξύ των τραπεζών ποσών που στη συνέχεια έριχναν ξανά στην κτηματική αγορά. Με τι όρους; «Κτηματική αγορά του 105%» περιέγραφε πρόσφατα αμερικανική εφημερίδα τη φούσκα που δημιουργήθηκε στο απόγειο της ανάπτυξης του κατασκευαστικού τομέα και του ευρύτερου κλάδου αγοράς ακινήτων, βοηθούσης φυσικά και της υπερβάλλουσας ρευστότητας ένεκα πολύ χαμηλών επιτοκίων, καθώς για πρώτη φορά και σε αντίθεση με τις πιο απλές αρχές της τραπεζικής όλες σχεδόν οι τράπεζες χορηγούσαν αδιακρίτως δάνεια που όχι απλώς ισοδυναμούσαν με την αξία του υπό αγορά ακινήτου, αλλά ενίοτε την υπερέβαιναν χωρίς τις παραμικρές εγγυήσεις. Υπολογίζεται ότι από τα 15 εκατ. στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν από το 2004 μέχρι το 2007 τα 10 δεν πρόκειται να επιστραφούν.

Η ζημιά εν τούτοις είναι πολύ μεγαλύτερη. Κατ’ αρχήν ακόμη και στους ιθύνοντες παραμένει άγνωστη η ακριβής έκτασή της. Δεν είναι αστείο; Τα εξαιρετικής πολυπλοκότητας εργαλεία διαχείρισης κινδύνου και οι σύνθετες εφαρμογές παρακολούθησης των αγορών που είχαν αναπτύξει τράπεζες ακόμη και πανεπιστήμια δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν που έχουν διασπαρθεί οι νάρκες των δανείων! Μόλις πέρυσι ο Λευκός Οίκος εκτιμούσε το ύψος των επισφαλών δανείων σε 50 δισ. δολάρια. Στη συνέχεια, τον Απρίλιο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο «ανέβασε» τις εκτιμήσεις του φθάνοντας τα 945 δισ. δολ. για να φθάσουμε την Τρίτη 7 Οκτώβρη ο ίδιος ιμπεριαλιστικός οργανισμός, υπεύθυνος για την πείνα σε δεκάδες χώρες του Τρίτου κόσμου όπου επέβαλε τα πιο σκληρά προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων, να ανακοινώσει πως «οι δηλωμένες ζημιές από την αμερικανική αγορά στεγαστικών δανείων και των διασφαλισμένων σε αυτήν χρεογράφων προσεγγίσουν πια τα 1,4 τρισ. δολ.». Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι ακόμη και τώρα, που η μια παραγραφή χρεών διαδέχεται την άλλη και ο ένας τραπεζικός κολοσσός ακολουθεί τον άλλον στην ελεύθερη πτώση του, κανείς δε γνωρίζει με ακρίβεια την έκταση της ζημιάς. Δεν αποκλείεται δηλαδή να ακολουθήσει μια νέα εκτίμηση που θα ανεβάζει ακόμη πιο ψηλά το κόστος. Ο λόγος είναι πως τα υποβαθμισμένα κτηματικά δάνεια πήγαιναν από τράπεζα σε τράπεζα μέσω διαδοχικών μεταβιβάσεων (υπό τη μορφή της εγγύησης ή άλλης) με αποτέλεσμα η διαβρωτική τους επίδραση να έχει προσβάλει ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι ακόμη και μετά την έγκριση από την αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων του «Σχεδίου Πόλσον» μυθικής αξίας 700 δισ. δολ., την Παρασκευή 3 Οκτώβρη, παρότι μάλιστα προηγήθηκαν ομηρικές αντιπαραθέσεις που ξεκίνησαν με την απόρριψη του σχεδίου από τη Βουλή – πριν ενεργοποιηθούν τα ποικιλώνυμα λόμπι κι αρχίσουν τις πιέσεις, η αντίδραση των χρηματιστηρίων δεν ήταν η αναμενόμενη. Καταποντίστηκαν για την ακρίβεια τη Δευτέρα 3 Οκτώβρη από την Αμερική μέχρι την Ευρώπη και την Ασία.

Συντριβή των χρηματιστηρίων

Η καταβύθιση των χρηματιστηρίων (που έφθασαν σε σχέση με ένα χρόνο πριν να καταγράφουν απώλειες της τάξης του 26% στη Νέα Υόρκη, 29% στο Λονδίνο, 32% στο Τόκιο, 33% στη Φρανκφούρτη, 34% στο Παρίσι, 37% στο Σάο Πάολο και 62% στη Ρωσία τη συγκεκριμένη ημέρα – κι η πτώση συνεχίστηκε τις επόμενες με αμείωτη ένταση) εξέφρασε και συνέπεσε με δύο άλλα γεγονότα που σήμαναν την υποτροπή της κρίσης. Κατ’ αρχήν το πέρασμά της στην Ευρώπη, όπως έδειξαν και οι κατεπείγουσες επιχείρησης διάσωσης χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών κολοσσών (Dexia, Fortis, B&B κ.α.) που οργάνωσαν μια βδομάδα πριν οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου για να μην ξεκινήσει έναν ντόμινο καταρρεύσεων που θα οδηγήσει την Ευρώπη σε βαθιά ύφεση. Συνυπολογίζοντας δε το φάσμα της χρεοκοπίας που αντιμετώπισε τις ίδιες μέρες η Ισλανδία, τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε ήδη η Ευρώπη (με την Ισπανία να πλήττεται από μια κρίση κατάρρευσης της κτηματικής αγοράς εδώ και ένα χρόνο πλέον και την Αγγλία να βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης) και τα συντριπτικά πλήγματα που δέχθηκαν από την έκθεσή τους στην αμερικανική αγορά κτηματικών δανείων κορυφαίες ευρωπαϊκές τράπεζες (με την ελβετική UBS χαρακτηριστικότερο κι όχι μοναδικό παράδειγμα όπως μαρτυρά το γεγονός ότι από τα 590 δισ. δολ. παραγραφών μέχρι στιγμής το 40% έχει πραγματοποιηθεί από ευρωπαϊκές τράπεζες) δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η Ευρώπη ήδη περιδινείται στην πιο βαθιά ύφεση τουλάχιστον κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Η συντριβή των χρηματιστηρίων κατά δεύτερο εξέφρασε το πέρασμα της κρίσης στην πραγματική οικονομία με τη μορφή της επιδείνωσης των όρων δανεισμού που δημιουργούν τεράστια εμπόδια στην κερδοφορία του κεφαλαίου – και για όσες επιχειρήσεις φυτοζωούν στο λυκόφως της οριακής κερδοφορίας, απλώς ανυπέρβλητα. Η έκτακτη σύνοδος των τεσσάρων ευρωπαίων ηγετών, (Άγκελα Μέρκελ, Γκόρντον Μπράουν, Σίλβιο Μπερλουσκόνι και Νικολά Σαρκοζύ) κατόπιν αιτήματος του γάλλου προέδρου, το Σάββατο 4 Οκτώβρη, επιβεβαίωσε την κρισιμότητα της κατάστασης.

Παρότι το Συμβούλιο υπουργών Οικονομικών που έγινε τρεις μέρες (μετά σε μια προσπάθεια να εξειδικευτούν οι αποφάσεις των 4 ηγετών κι απ’ όπου η σημαντικότερη είδηση αφορούσε την εγγύηση των καταθέσεων) αποφάσισε ρητά να μη χρησιμοποιηθούν χρήματα των φορολογουμένων για την διάσωση όσων επιχειρήσεων απειλούνται με χρεοκοπία, πρόταση μάλιστα που είχε καταθέσει ρητά ο Ν. Σαρκοζύ στη σύνοδο των 4 για να απορριφθεί κατηγορηματικά από τη γερμανίδα καγκελάριο και τον βρετανό πρωθυπουργό δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα πανευρωπαϊκό στη σύλληψή του αλλά εθνικό στην εκτέλεσή του σχέδιο Πόλσον είναι ήδη στα χαρτιά. Πολλοί λόγοι συνηγορούν σε αυτό. Κατ’ αρχήν η γερμανίδα καγκελάριος (ακολουθώντας πιστά το ρητό του αμερικανού κεντρικού τραπεζίτη Μπεν Μπερνάνκι ότι «στα χαρακώματα δεν υπάρχουν άθεοι ούτε στις κρίσεις ιδεολόγοι») δεν δίστασε να σώσει τη Hypo Real Estate Holding μόλις λίγες ώρες πριν προβεί στις σχετικές δηλώσεις εκταμιεύοντας από το γερμανικό δημόσιο ταμείο το αναγκαίο ποσό. Κατά συνέπεια το πρόβλημά του Βερολίνου δεν ήταν να μη νοθευτούν οι αρχές του ανταγωνισμού, αλλά να μη φορτωθούν τη διάσωση των τραπεζών της Πολωνίας, της Λιθουανίας ή, ενδεχομένως πάντα, της Ελλάδας σε μια ακραία περίπτωση που η κρίση θα προσλάβει διαστάσεις εφάμιλλες του 1929. Με την απόφαση που έλαβαν έτσι έστειλαν μήνυμα ο σωθών εαυτόν σωθήτω. Αλλιώς, κανείς να μην περιμένει κοινοτική αλληλεγγύη για να αντιμετωπίσει την επερχόμενη ύφεση και να αρκεστεί στα δικά του δημόσια έσοδα.

Αναπροσανατολισμός δημοσίων δαπανών

Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη δηλαδή κι αν η υπόθεση της διάσωσης των απατεώνων γίνει υπόθεση του κάθε ξεχωριστού αστικού κράτους, αυτό δεν μειώνει σε τίποτε την τεράστια σημασία που θα έχει για την πλειοψηφία της κοινωνίας. Στο βαθμό που στο εξής τα δημόσια έσοδα θα πηγαίνουν για να εξαγοράζει το κράτος χρεοκοπημένους κερδοσκόπους (που στην ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου δοξάζουν την ελεύθερη δράση της αγοράς ζητώντας λιγότερο κράτος για τους εργαζόμενους και στην καθοδική προστρέχουν στην θαλπωρή αγκαλιά του κράτους, που αναλαμβάνει πλέον χρέη ασφαλιστικής εταιρείας του κεφαλαίου) οι κοινωνικές δαπάνες θα μειώνονται κάθετα. Κάθε ευρώ που θα πηγαίνει στις τσέπες της αστικής τάξης για να αποτραπεί μια χρεοκοπία θα είναι ένα ευρώ χαμένο από επιδόματα ανεργίας και δαπάνες για υγεία ή παιδεία. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε εκδοχή του «Σχεδίου Πόλσον» πρέπει να απορριφθεί κατηγορηματικά από τους εργαζόμενους γιατί όπως ήδη συμβαίνει στις ΗΠΑ θα σημάνει μια άνευ προηγουμένου, ιστορικών διαστάσεων, αναπροσανατολισμό των δημόσιων δαπανών προς όφελος της αστικής τάξης – μάλιστα, των πιο παρασιτικών τμημάτων της.

Προς όφελος της αστικής τάξης λειτουργούν και οι περίφημες ενέσεις ρευστότητας που κάνουν διαρκώς τα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης και της Αμερικής έτσι ώστε να ξεπεραστεί η έλλειψη ρευστού της διατραπεζικής αγοράς και να συνεχίσουν οι πιστώσεις να παρέχονται με τον ίδιο ρυθμό. Ωστόσο, παρά το τεράστιο κόστος αυτών των ενέσεων, παρά ακόμη και τις προαναγγελίες νέων μειώσεων στα επιτόκια από την αμερικανική και την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, σε μια προσπάθεια να αναθερμανθεί η οικονομία και να σταματήσει η αιμορραγία των χρηματιστηρίων (που μόνο στις ΗΠΑ οι απώλειες 15 μηνών ισοδυναμούν με την μείωση του κεφαλαίου των συνταξιοδοτικών ταμείων κατά 2 τρισ. δολ.) τα επιτόκια της διατραπεζικής βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Στις 8 Οκτώβρη για την ακρίβεια το επιτόκιο του αμερικανικού νομίσματος στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου (Libor δολαρίου) ήταν 7,35%, όταν η μέση τιμή από το 2000 μέχρι εκείνη την ημέρα ήταν 3,15% και η χαμηλότερη μόλις 0,01%! Οι απαγορευτικές αυτές συνθήκες δανειοδότησης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα σημάνουν χρεοκοπίες, συρρίκνωση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ και ανεργία για τους εργαζόμενους που θα φορτωθούν τα βάρη της κρίσης.

Η κρίση του 2008 που κανείς δεν ξέρει πόσο ακόμη θα συνεχιστεί, τι βάθος θα έχει και ποια επιμέρους τμήματα του κεφαλαίου θα πλήξει (πολλοί για παράδειγμα ήδη φοβούνται την αγορά των πιστωτικών καρτών) έχει τις ρίζες της στην δομική κρίση του καπιταλισμού που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70 με την απότομη πτώση του ποσοστού κέρδους και εξακολουθεί να σέρνεται μέχρι τις μέρες μας, γνωρίζοντας υφέσεις (δεκαετία του ’90 για παράδειγμα στην Αμερική) και εξάρσεις («χρηματιστηριακό κραχ» 1987, σκάσιμο φούσκας νέων τεχνολογιών 2000, κοκ). Παρότι δε κάθε τέτοια υποτροπή γίνεται αντιληπτή με τον πιο έκδηλο τρόπο στη σφαίρα του πλασματικού κεφαλαίου καθώς πάντα συμπίπτει με μια ραγδαία αλλαγή των πιστωτικών συνθηκών, εντούτοις προέρχεται από τη σφαίρα της παραγωγής εκεί που αποσπάται η υπεραξία.