Οι κερδισμένοι της δημοσιονομικής κρίσης (Πριν, 25 Απρίλη 2010)

Η δημοσιονομική κρίση στις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης είναι αποτέλεσμα της πίεσης που άσκησε η Γερμανία στα δικαιώματα των εργαζομένων στο εσωτερικό της και στα ισοζύγια των άλλων χωρών υποστηρίζει ένα κείμενο εργασίας – συμβολή στη ριζοσπαστική σκέψη – που εκδόθηκε στην Αγγλία από ομάδα επιστημόνων, με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα.

 «Οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν σε αρκετές χώρες μετά το 2007 καθώς η διάσωση των τραπεζών αποδείχθηκε ακριβή. Υπ’ αυτό το πρίσμα το ελληνικό κράτος ήταν αντιπροσωπευτικό πολλών άλλων, περιλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Αγγλίας»

Τις βαθύτερες αιτίες πίσω από την κρίση που μαστίζει την ευρωζώνη διερευνά κείμενο εργασίας που εξέδωσε τον προηγούμενο μήνα ομάδα ριζοσπαστών οικονομολόγων από την Αγγλία, με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα. Δυο βασικές ιδέες διατρέχουν την καίρια παρέμβασή της, που είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα www.researchonmoneyandfinance.org: Η όξυνση των αντιθέσεων εντός της ΕΕ με ευθύνη της Γερμανίας που αποδεικνύεται κι η κερδισμένη της διαδικασίας νομισματικής ενοποίησης κι επίσης η ένταση της ταξικής πάλης, που οδηγεί όλο και πιο χαμηλά τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης από την μια άκρη της ευρωζώνης ως την άλλη.

Αφετηριακά, οι συγγραφείς υποστηρίζουν πως η νομισματική ενοποίηση εξαφάνισε ή περιόρισε την ελευθερία διαμόρφωσης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, μεταφέροντας τις πιέσεις της προσαρμογής στην αγορά εργασίας. Ειδικότερα, η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων κι η συγκράτηση των μισθών αποτέλεσαν τα «οχήματα» μέσω των οποίων επιτεύχθηκε η καθοδική πορεία. Οι πρώτοι δε που υπέστησαν τις πιο άγριες περικοπές ήταν οι εργάτες της ίδιας της Γερμανίας, την επομένη κιόλας της ενοποίησης. Επίσης, οι άνισοι όροι υπό τους οποίους κλήθηκαν να συμμετάσχουν στον κατά τ’ άλλα ελεύθερο ανταγωνισμό με τη Γερμανία οι καπιταλιστικές χώρες της περιφέρειας διαμορφώθηκαν από την εκκίνηση κιόλας της νομισματικής ενοποίησης, χάρη στις υψηλές συναλλαγματικές ισοτιμίες με τις οποίες κλείδωσε η ένταξή τους στο ευρώ. Έτσι, με πρόσχημα την καταπολέμηση του πληθωρισμού, απώλεσαν ένα βασικότατο πλεονέκτημα για να ανταγωνιστούν την Γερμανία, με αποτέλεσμα η μετέπειτα εξέλιξη να έχει σε μεγάλο μέρος προδιαγραφεί.

Στην πορεία η επιπλέον ώθηση που έδωσε η Γερμανία στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της, με τις βαθιές αντεργατικές τομές του Σρέντερ για παράδειγμα που περιλαμβάνονταν στην Ατζέντα 2010, μετουσιώθηκε σε πλεονασματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών. Ειδικότερα σε δύο μεγάλες επιτυχίες: Πρώτο, τα εμπορικά πλεονάσματα και, δεύτερο, τις εξαγωγές κεφαλαίου που προήλθαν από τις άμεσες ξένες επενδύσεις και τον τραπεζικό δανεισμό. Κατά συνέπεια η δημοσιονομική κρίση στην οποία παραδέρνουν το τελευταίο εξάμηνο οι μεσογειακές χώρες και περισσότερο η Ελλάδα είναι το τίμημα που πληρώνει από την ιμπεριαλιστική επέκταση της Γερμανίας.

Στο κείμενο παρέμβασης αναφέρεται χαρακτηριστικά πως «οι περιφερειακές χώρες απώλεσαν ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τη Γερμανία λόγω των αρχικών υψηλών συναλλαγματικών ισοτιμιών όπως επίσης και της ικανότητας των γερμανών εργοδοτών να εκμεταλλεύονται τους εργάτες περισσότερο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα δομικό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας που αποτέλεσε το αντεστραμμένο είδωλο των δομικών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των περιφερειακών χωρών».

Καθοριστικό ρόλο στις εκρηκτικές διαστάσεις που έλαβε η κρίση διαδραμάτισε η ιδιαίτερα επιλεκτική πολιτική παρεμβάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο θεματοφύλακας του ευρώ παρότι δεν έμεινε αμέτοχος όταν κινδύνευσαν οι εμπορικές τράπεζες κι έσπευσε να τους παράσχει ρευστότητα για να αποφύγουν την χρεοκοπία, όταν ήρθαν τα κράτη στην ίδια θέση απλώς …κώφευσε παραπέμποντάς τα στην αγορά. «Μια καλά λειτουργούσα κεντρική τράπεζα δεν θα καθόταν απλώς και θα κοίταγε τους κερδοσκόπους να παίζουν αποσταθεροποιητικά παιχνίδια στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Στην καλύτερη περίπτωση θα είχε ξεδιπλώσει μέρος της επινοητικότητάς της όπως έπραξε αφειδώλευτα όταν χρειάστηκαν ρευστότητα οι ιδιωτικές τράπεζες το 2007-2008». Οι συγγραφείς του κειμένου με εύστοχο τρόπο περιγράφουν και τον τρόπο που οι σωτήριες για τις ιδιωτικές τράπεζες παρεμβάσεις της ΕΚΤ δυσκόλεψαν στη συνέχεια την απορρόφηση από τις αγορές των κρατικών ομολόγων, συμβάλλοντας έτσι στην έκρηξη της δημοσιονομικής κρίσης.

Η ΕΚΤ κατηγορείται επίσης ότι συνέβαλε στην «χρηματιστικοποίηση» της Ευρώπης (όπως περιγράφεται η υπερτροφική ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα σε βάρος του παραγωγικού) μέσω της ιδιαίτερης φροντίδας που έχει επιδείξει από την ίδρυσή της για την προστασία των συμφερόντων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Για τους συγγραφείς, η τρέχουσα δημοσιονομική κρίση αντιπροσωπεύει το δεύτερο στάδιο της κρίσης που ξεκίνησε το 2007, την οποία χαρακτηρίζουν κρίση «χρηματιστικοποίησης», εντοπίζοντας τις αιτίες της στη σφαίρα της διανομής και κυκλοφορίας της υπεραξίας.

Στο τέλος του κειμένου εργασίας παρατίθενται οι τρεις διαφορετικές εναλλακτικές δυνατότητες που αναδύονται για τις περιφερειακές χώρες στη σημερινή ασυνήθιστη συγκυρία. Η πρώτη είναι η… πεπατημένη. Προγράμματα λιτότητας, κατ’ αντιγραφή των οδηγιών του ΔΝΤ, όπως αυτά που επέβαλε πρόσφατα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, τα οποία όμως «πιθανά θα επιτείνουν την ύφεση, οδηγώντας τα κυβερνητικά έσοδα σε περαιτέρω πίεση κι οδηγώντας τους στόχους ακόμη πιο μακριά». Το χειρότερο ωστόσο του «ορθού δρόμου» είναι πως αφήνει στο απυρόβλητο τις υποκείμενες, δομικές αιτίες που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο. «Η αύξηση της παραγωγικότητας απαιτεί επενδύσεις, νέες τεχνολογίες και δημιουργία νέων πεδίων δραστηριότητας. Στην περίπτωση της Ελλάδας επίσης σημαίνει να απομακρυνθεί η χώρα από ένα υπόδειγμα μεγέθυνσης που στηρίχθηκε στην κατανάλωση στη βάση ενός αυξανόμενου χρέους των νοικοκυριών. Τέτοιες αλλαγές δεν επέρχονται από τη φιλελευθεροποίηση των αγορών».

 ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ: ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ

Έξοδος από το ευρώ και την ΟΝΕ

Η δεύτερη εναλλακτική λύση που αναφέρεται στο κείμενο εργασίας περιγράφεται κωδικά υπό την ονομασία «το καλό ευρώ». Περιλαμβάνει προτάσεις που έχουν ανά εποχές κατατεθεί από την ευρωπαϊκή Αριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία και αφορούν: την αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ μέχρι να φθάσει στο επίπεδο του 5-6%, την θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου ευρωπαϊκού μισθού, την μεταρρύθμιση του πλαισίου δράσης της ΕΚΤ που θα θέτει τέλος στην υφιστάμενη -αντιδημοκρατική επί του περιεχομένου- περίφημη «ανεξαρτησία» της, κ.α. Ωστόσο, αναγνωρίζεται πως η στρατηγική του «καλού ευρώ» διέπεται από πολύ βαθιές αντιφάσεις, σε βαθμό να υφίσταται αναντιστοιχία μέσων και σκοπού. «Μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση ενδέχεται να οδηγήσει στην κατάρρευση της νομισματικής ένωσης», αναφέρεται χαρακτηριστικά. 

Τέλος, υπάρχει κι η τρίτη εναλλακτική επιλογή, της εξόδου από την ευρωζώνη, με την επαναφορά της δραχμής σε μια τέτοια ισοτιμία ως προς το ευρώ που θα συνιστούσε υποτίμηση. Τότε θα λυνόταν – έστω και στιγμιαία – το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας. Από αυτή την υπόθεση εκκινούν δύο διαφορετικές στρατηγικές, πλήρως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Η πρώτη, η συντηρητική εναλλακτική, μπορεί κάλλιστα να συμπληρώνει το πρόγραμμα βίαιης προσαρμογής του ΔΝΤ κι ως απώτερο ζητούμενο να έχει την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας και την ώθηση των εξαγωγών. Παρότι θεωρητικά δεν αποκλείεται η «συντηρητική έξοδος», υπογραμμίζοντας ότι η προοπτική αποδέσμευσης από την ΟΝΕ δεν έχει αποκλειστικά και μόνο αριστερό περιεχόμενο, σε πρακτικό επίπεδο δεν διαθέτει εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις που θα την επιζητούσαν και θα την επέβαλλαν.

Έτσι, η έξοδος από το ευρώ στην πράξη συνιστά μια αριστερή, προοδευτική στρατηγική, που συμπληρώνεται από ένα ευρύ πρόγραμμα κοινωνικών και οικονομικών αναδιαρθρώσεων, το οποίο όμως δεν θα καταλήγει στην εθνική αυτάρκεια. Επιλεκτικά αναφέρουμε: την εθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη δημιουργία ενός συστήματος δημοσίων τραπεζών, η αναγκαιότητα του οποίου γίνεται εμφανέστερη στο έδαφος της παρ’ ολίγον χρεοκοπίας των ιδιωτικών τραπεζών μεταξύ 2007 και 2009. Επίσης, την επιβολή ελέγχων στην κυκλοφορία του κεφαλαίου, τον δημόσιο έλεγχο σε μια σειρά τομείς της οικονομίας από τις μεταφορές και την ενέργεια μέχρι τις τηλεπικοινωνίες, την εφαρμογή βιομηχανικής πολιτικής, την εκπόνηση ενός προγράμματος δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, την διεύρυνση της φορολογίας εισοδήματος, την μείωση των έμμεσων φόρων, κ.α. Επιλογές που σύμφωνα και με την τελευταία πρόταση του κειμένου εργασίας «ανήκουν στην κοινωνία και όπως πάντα εξαρτώνται από τους αγώνες».

Όργιο κερδοσκοπίας με τα ομόλογα του δημοσίου (Πριν, 31/1/2010)

Υποβολιμαία τα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου κατά της Ελλάδας

Εβδομάδα αποκαλύψεων ήταν αυτή που πέρασε καθώς φάνηκε σε όλο το μεγαλείο το κερδοσκοπικό πανηγύρι που έχει στηθεί εδώ και τέσσερις μήνες με επίκεντρο την ελληνική οικονομία κι ειδικότερα τα χρυσοφόρα, όπως αποδεικνύονται, ομόλογα του Δημοσίου.
Εξ αρχής, κανείς δεν πρόκειται να διαφωνήσει ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει δημοσιονομική κρίση, όπως μαρτυρά η άνοδος του ελλείμματος το 2009 στο 12,7% και του δημοσιονομικού χρέους στο 113% του ΑΕΠ.
Η δημοσιονομική κρίση είναι λοιπόν δεδομένη (όσο δεδομένη είναι και σε δεκάδες άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες όπως Αγγλία, Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία κλπ).
Είναι φυσικό επακόλουθο όμως κι η κινδυνολογία που έχει αναπτυχθεί όλο το τελευταίο διάστημα;
Είναι φυσικό κι επόμενο η Ελλάδα να αποκαλείται Ντουμπάϊ κι Αργεντινή της Ευρώπης και να προαναγγέλλεται «κρίση του ούζου», κατ’ αναλογία της «κρίσης της τεκίλας» του Μεξικού του 1994;
Είναι πραγματική εν τέλει η πιθανότητα να χρεοκοπήσει η Ελλάδα σηκώνοντας τα χέρια ψηλά απέναντι στους δανειστές της , όπως με κάθε επισημότητα γράφεται ακόμη και σε έντυπα που χαρακτηρίζονται έγκυρα; 
Το πράγμα έχει φτάσει σε τέτοιο εκφυλισμό ώστε σενάρια χρεοκοπίας που προβλέπουν δραματικά διαγγέλματα του πρωθυπουργού και προσφυγή στο ΔΝΤ, γι αυτό το Σαββατοκύριακο μάλιστα , κυκλοφορούν με την ίδια ένταση και ταχύτητα από στόμα σε στόμα όπως αντίστοιχα κυκλοφορούσαν φημολογίες για «σίγουρες μετοχές» πριν δέκα χρόνια όταν το χρηματιστήριο βρισκόταν στο απόγειό του…
Η απάντηση αρχικά στα παραπάνω ερωτήματα είναι ένα κατηγορηματικό «όχι»!
Παράλληλα οι δυνάμεις που υποκινούν το σενάριο της χρεοκοπίας αποκαλύφθηκαν την προηγούμενη βδομάδα, όταν έγινε γνωστή η πρόθεση του Υπουργού Οικονομικών να προσφύγει στην Ασία για να πουλήσει ελληνικά ομόλογα, σε προνομιακές προφανώς τιμές για το ελληνικό Δημόσιο (επιζήμιες επομένως τιμές για τη διεθνή των κερδοσκόπων).

Η κίνηση του Γιώργου Παπακωνσταντίνου , ο οποίος θα επισκεφθεί την Ασία τις επόμενες εβδομάδες  έρχεται σε συνέχεια προσπαθειών της προηγούμενης ακόμη ελληνικής  κυβέρνησης να συνάψει μια στρατηγική συμφωνία με το Πεκίνο (βλ. πώληση του Λιμανιού Πειραιά στην COSCO,κ.ά.). Είχε προαναγγελθεί δε από πλήθος δημοσιευμάτων στον ελληνικό Τύπο που προφανώς απηχούσαν απόψεις του ίδιου του Υπουργείου. Το «ρεπορτάζ» λοιπόν των Financial Times  την Τετάρτη 27 Ιανουαρίου και της Wall Street μια μέρα πριν την προσφυγή στην Ασία αναπαρήγαγαν βάσιμες πληροφορίες.

Ταυτόχρονα όμως τις συνόδευαν με καταφανώς αναληθείς  φήμες για ανταποδοτική παραχώρηση της Εθνικής Τράπεζας και του ΟΣΕ και άφθονη κινδυνολογία  για τον κίνδυνο χρεοκοπίας με απώτεροι σκοπό να κάψουν τη συμφωνία και να τινάξουν στον αέρα το σχέδιο της κυβέρνησης, διασύροντας το προϊόν «ελληνικό ομόλογο».
Ο λόγος πίσω από αυτή τη συμπαιγνία φάνηκε πεντακάθαρα από το τίμημα που αναγκάστηκε να πληρώσει η κυβέρνηση στους τοκογλύφους για να εξασφαλίσει τα δανεικά που χρειάζεται , υπό τη μορφή επιτοκίων, που εκτινάχθηκαν στο 6,67% για το δεκαετές ομόλογο με το σπρεντ-τη διαφορά δηλαδή από το αντίστοιχο γερμανικό-να κινείται στο 3,6%!
Πίσω δηλαδή από τη μπουρδολογία των Financial Times και των κάθε λογής αναλυτών «της συμφοράς» περί χρεοκοπίας υπήρχαν δυο σαφείς στόχοι.
Ο πρώτος ήταν καθαρά τρομοκρατικός: Να τιμωρηθεί η ελληνική κυβέρνηση που σκέφθηκε να διαφοροποιήσει τη σύνθεση των δανειστών της , καθώς κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με διαφυγόντα κέρδη για τα λαμόγια του Σίτι στο Λονδίνο και της Νέας Υόρκης.
Ο δεύτερος στόχος των απανωτών κινδυνολογικών δημοσιευμάτων ήταν να αξιοποιηθεί ακόμη κι αυτό το γεγονός για να «τσιμπήσουν»έστω και μια δεκαρούλα τα επιτόκια, εξασφαλίζοντας επιπλέον υπερκέρδη.
Όπερ και εγένετο…
Το παιχνίδι που στήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα φέρνει στην επιφάνεια κι όλη τη μπόχα που υπάρχει πίσω από την Ιερή Συμμαχία μεταξύ διεθνούς Τύπου (που σπέρνει φήμες , διασύροντας κράτη)-εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (που υποβαθμίζουν την αξιολόγηση κάθε χώρας αυξάνοντας  τα ασφάλιστρα κινδύνου , στρώνοντας το έδαφος)-τοκογλύφων/δανειστών που εισπράττουν τα λύτρα της σύγχρονης οικονομικής ομηρίας , ολοκληρώνοντας το έγκλημα.
Πρόκειται για μια καλολαδωμένη μηχανή παραγωγής ρευστού που χρησιμοποιεί ακόμη και μεθόδους μαφίας για να απομυζά δημόσια  έσοδα και λεφτά των φορολογουμένων.
Η (παροιμιώδης πια) αγυρτεία τους, που έπρεπε να οδηγηθεί ο ελληνικός καπιταλισμός σ’ αυτό το σημείο για να τη διαπιστώσουμε , έφτασε σε τέτοια επίπεδα που το βρετανικό πρακτορείο Ρόιτερς , θέλοντας να εμφανίσει ως αληθοφανή τα σενάρια αποχώρησης ή εκδίωξης της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ, στον πίνακα με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των ξένων νομισμάτων ανήρτησε και την ελληνική δραχμή , χωρίς ευτυχώς να γράψει δεξιά και αξίες –πάλι καλά…

Η βιομηχανία χρεοκοπίας αναπαράγεται με οίστρο κι από την ημεδαπή γιατί εξυπηρετεί  τα πιο διαφορετικά σενάρια. Κυρίως δραματικές εκκλήσεις για εθνική συναίνεση , αποφυγή εργατικών διεκδικήσεων (όπως συμβαίνει με τους αγρότες) και αποδοχή της πιο σκληρής λιτότητας (όπως θα συμβεί από αύριο με την ανακοίνωση της εισοδηματικής πολιτικής). Επίσης τσάκισμα εν τη γενέσει τους ακόμη και των πιο αθώων και στρατηγικά αβαθών προσπαθειών αναπροσανατολισμού της εξωτερικής πολιτικής , με φόβητρο το υψηλό κόστος που συνοδεύει μια τέτοια μεταβολή.

Σε αυτό τον καταιγισμό αδιανόητων μέχρι πριν λίγα χρόνια εξελίξεων η ΕΕ και το ευρώ έχουν δεχτεί στις συνειδήσεις των εργαζομένων μια πρωτοφανή απονομιμοποίηση, καθώς αποδεικνύονται παράγοντας κερδοσκοπίας , επιβολής λιτότητας και όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων.
Πεδίο δόξης λαμπρό λοιπόν για να προβάλουν οι δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς το αίτημα της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης από της ΕΕ στο πλαίσιο μιας εναλλακτικής, εργατικής διεθνοποίησης.

Φορομπηξία και μείωση μισθών ετοιμάζουν ΠΑΣΟΚ – ΕΕ (Πρν, 10/1/2009)

Τριετές κι όχι τετραετές το Πρόγραμμα Σταθερότητας κατ’ εντολή του Α. Παπανδρέου

 Με νυχτερινή (ν)τροπολογία αύξησαν τους φόρους σε τσιγάρα και ποτά και χάρισαν φόρους στους εφοπλιστές

Με την απειλή εφαρμογής ενός επαχθούς και μακροχρόνιου προγράμματος άγριας λιτότητας ετοιμάζεται να γιορτάσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την ερχόμενη Τετάρτη τις πρώτες 100 ημέρες της στην εξουσία. Η συμβολική αυτή επέτειος, που για όποιον έπαιρνε στα σοβαρά τις προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να γιορταστεί με την εφαρμογή μέτρων οικονομικής ανακούφισης των εργαζομένων, στην πραγματικότητα θα συμπέσει με την εφαρμογή μιας ισχυρότατης θεραπείας – σοκ, κατ’ εντολή της ΕΕ και της ελληνικής αστικής τάξης που θα δει τα κέρδη της να ανακάμπτουν και τη θέση της να αναβαθμίζεται.

Το πόσο κενοί περιεχομένου είναι οι κλαυθμοί κι οι οδυρμοί της κυβέρνησης για τον κίνδυνο χρεοκοπίας φάνηκαν τη νύχτα της Πέμπτης όταν μαζί με την (ν)ντροπολογία που κατατέθηκε και αύξανε τους φόρους που θα πληρώσουν εκατομμύρια εργαζόμενοι, ταυτόχρονα, με μια ειδική ρύθμιση για τις «εταιρείες χαρτοφυλακίου» ναυτιλιακών συμφερόντων παραχώρησε νέα φορολογικά προνόμια στους εφοπλιστές. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έτσι έδειξε πόσο ταξική είναι η πολιτική της και πόσο υποκριτική είναι η κινδυνολογία της για τον κίνδυνο χρεοκοπίας. Νέα προνόμια στο κεφάλαιο δίπλα στα υπάρχοντα και ταυτόχρονα νέοι φόροι για τους εργαζόμενους που θα επωμιστούν όλο το βάρος της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Ταυτόχρονα, η απαράδεκτη τροπολογία και οι πρόσφατες επίσημες δηλώσεις κι ανεπίσημες «διαρροές» αποσαφηνίζουν τα μέτρα που θα εφαρμοστούν για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα από 12,7% στο 2009 σε επίπεδα κάτω του 3% το 2012, κι όχι το 2013 (σε 3 δηλαδή κι όχι σε 4 χρόνια) όπως είχε δεσμευθεί ακόμη κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός με την ομιλία του στο Ζάππειο που έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για την θεραπεία – σοκ. Η χρονική αναπροσαρμογή κι η επίσπευση στην πράξη των μέτρων προκρίθηκε, σύμφωνα με την κυβέρνηση, προκειμένου το 2013 που θα είναι έτος εκλογών να μπορούν να αναγγελθούν παροχές. Παραμύθια! Το ΠΑΣΟΚ, και μαζί η ΕΕ κι η αστική τάξη που του έδωσαν το χρίσμα, ξέρουν καλύτερα από τον καθένα μας ότι μια τέτοια λαίλαπα μέτρων αν δεν περάσει από το ΠΑΣΟΚ δεν θα μπορέσει να περάσει από καμιά κυβέρνηση της Δεξιάς, ούτε ακόμη κι από κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Βιάζονται λοιπόν για να προλάβουν τη δική τους διαφαινόμενη φθορά, ακόμη και το ενδεχόμενο ανατροπής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ κάτω από τις εργατικές αντιδράσεις. Δεν είναι τυχαίο πως οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ανάκριναν με ύφος ταπεινωτικό τους αρμόδιους υπουργούς την Πέμπτη στην Αθήνα, ρωτούσαν να μάθουν επίμονα για τον κίνδυνο εργατικών αναταραχών, όταν θα εφαρμοστούν τα μέτρα που προβλέπονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Δικαιολογημένη η ανησυχία τους μια και πρόκειται για μέτρα – φωτιά που θα βυθίσουν στη φτώχεια τους εργαζόμενους. Ειδικότερα πρόκειται για μια δέσμη τεσσάρων μέτρων που η κυβέρνηση επιδιώκει να ψηφίσει μέσα στους επόμενους δύο ή τρεις μήνες.

Το πρώτο μέτρο, ακόμη και στην ιεράρχηση, είναι η αύξηση των κάθε λογής φόρων. Με την προχθεσινή τροπολογία το ΠΑΣΟΚ (με τη σύμφωνη γνώμη μάλιστα της ΝΔ) αύξησε τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ποτά και τα τσιγάρα, απ’ όπου αναμένει να εισπράξει 1 δισ. ευρώ. Θα το εισπράξει μάλιστα από την εργαζόμενη πλειοψηφία που κατά βάση χρηματοδοτεί την έμμεση φορολογία. Με την ίδια τροπολογία καταργήθηκε επίσης η φιλολαϊκή φορολόγηση των γονικών παροχών που είχε θεσπίσει η ΝΔ (για να αντισταθμίσει το ταξικό μέτρο του ΕΤΑΚ και της κατάργησης του Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας) επιβάλλοντας μια πρωτοφανή ρύθμιση αναδρομικής φορολόγησης των πράξεων μεταβίβασης που έγιναν από προχθές ακόμη, με όρους που θα ανακοινωθούν… οσονούπω! Αύξηση των φόρων θα επέλθει και μέσω της επαναφοράς των αποδείξεων καθώς μέρος έστω του αφορολόγητου θα χάνεται όταν δεν θα δικαιολογείται από αποδείξεις. Καταστροφικές συνέπειες θα έχει κι η αύξηση των αντικειμενικών τιμών των ακινήτων που αναμένεται να ανακοινώσει σύντομα το υπουργείο, επικαλούμενο την απόκλισή τους από τις πραγματικές και στην πράξη ωθώντάς τις ακόμη πιο ψηλά.

Το δεύτερο μέτρο με το οποίο θα επιδιωχθεί η μείωση του ελλείμματος θα είναι η μείωση των δαπανών κι ειδικότερα των δαπανών για συντάξεις και μισθούς. Η δήλωση του τεχνοκράτη των Βρυξελλών ότι «και με 720 ευρώ ο συνταξιούχος δεν περνάει άσχημα» σε συνδυασμό με την εμμονή της ΕΕ για κατάργηση του 14ου μισθού αποτελούν τροχιοδεικτικές βολές για όσα θα ‘ρθουν!

Κατά τρίτο, ένα σημαντικό μέρος των νέων εσόδων (2,5 δισ. ευρώ υπολογίζει η κυβέρνηση) θα έλθει από τις ιδιωτικοποιήσεις που χάρη της δημόσιας διαβούλευσης πρώτα εξαγγέλθηκαν στους τραπεζίτες του Σίτι του Λονδίνου απ’ όπου το μάθαμε και στην ημεδαπή. Το πρόγραμμα θα αφορά τις επιχειρήσεις ΔΕΗ, Αγροτική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛΠΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΔΕΠΑ κλπ. Ότι δηλαδή δεν πρόλαβε να ξεπουλήσει ο Αλογοσκούφης πριν φύγει νύχτα, εγκαταλείποντας την πολιτική.

Η τελευταία (όχι σε σημασία) κατηγορία μέτρων αφορά τα εργασιακά για τα οποία πιέζουν επίμονα οι Βρυξέλλες στην κατεύθυνση ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας (ας περιμένουμε λοιπόν νέο νόμο για τις εργασιακές σχέσεις, με πρόφαση τη ρύθμιση του σημερινού χάους) και το ασφαλιστικό, κατ’ αρχήν στην κατεύθυνση αύξησης των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης.

Ακόμη κι όλα τα παραπάνω μέτρα, αν αναλογιστούμε την εμπειρία των τελευταίων μηνών, ενδέχεται να αποδειχθούν λίγα μπροστά σ’ αυτά που θα αποφασίσουν για να μειώσουν το έλλειμμα. Η εφαρμογή τους παρόλα αυτά δεν είναι μονόδρομος. Οι εργαζόμενοι όπως έκαναν το 2000 με το ασφαλιστικό του Σημίτη κι όπως κάνουν τώρα στην Ισλανδία, μπορούν να ανατρέψουν αυτή την πολιτική, να αρνηθούν να θυσιαστούν στο βωμό του κεφαλαίου. Διαφορετικά μια δραματική περίοδος φτώχειας και ανέχειας ανοίγει για όλη την επόμενη δεκαετία…

Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ υπηρέτης κερδοσκόπων (Πριν, 19/12/2009)

Το διεθνές τίμημα για την υπέρβαση της κρίσης

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΜΟΣ

Δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα! Όσο κι αν η είσοδος της Ελλάδας στην μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου με ένα βεβαρημένο παρελθόν υψηλού δημόσιου χρέους και ελλείμματος, ταυτόχρονα με μια αποδιαρθρωμένη παραγωγική βάση να την οδήγησε μια ώρα αρχύτερα στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, το πρόβλημα λίγο ή πολύ απαντάται σε όλο τον κόσμο. Δημιουργήθηκε δε, όταν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης η απάντηση που δόθηκε στην απειλή της οικονομικής κατάρρευσης περιελάμβανε τον πιο αχαλίνωτο κεϋνσιανισμό στο σκέλος που αφορά το κεφάλαιο, με αφειδώλευτες ενέσεις ρευστότητας και κάθε είδους επιδοτήσεις ή άτοκες δανειοδοτήσεις, ακόμη και δωρεές. Κατά συνέπεια η αύξηση του χρέους και του ελλείμματος, σε τόσο επικίνδυνα επίπεδα, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας πολιτικής κοινωνικών παροχών ή γενναίων μισθολογικών αυξήσεων. Είναι το αποτέλεσμα μιας σαφέστατα ταξικής οικονομικής πολιτικής.

Προς επίρρωση τα συμπεράσματα του διεθνούς Τύπου και διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Ανέφεραν συγκεκριμένα οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Νοέμβρη σε ανάλυση με τον εύγλωττο τίτλο, «Οι φορολογούμενοι αντιμέτωποι με μια γενιά θυσιών»: «Το αποτέλεσμα των δημοσιονομικών πακέτων στήριξης και στις 20 σχεδόν μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε τόσο μεγάλα ύψη ώστε να μην υπάρχουν πολεμοφόδια για να διεξαχθεί ένας άλλος οικονομικός πόλεμος και τέλος ένας λογαριασμός για να καθαρίσει όλη αυτή η βρώμα που οι φορολογούμενοι θα τον νιώθουν στο πετσί τους για ολόκληρη την επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνουν ότι τα ελλείμματα των ανεπτυγμένων χωρών κυμαίνονταν γύρω στο 1,7% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένονται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος αναμένεται να εκραγεί από ένα μέσο επίπεδο για όλες τις ανεπτυγμένες χώρες της τάξης του 78% το 2007, στο 118% το 2014»! Το δημόσιο χρέος τους έτσι προβλέπεται να είναι μεγαλύτερο ακόμη κι από της Ελλάδας που προβλέπεται να φθάσει το 114%.

Υπάρχουν κι άλλες συγκρίσεις που μπορούν να γίνουν προκειμένου το δημοσιονομικό πρόβλημα του ελληνικού καπιταλισμού να τεθεί στις πραγματικές, διεθνείς του βάσεις: Από το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ που αναμένεται να φθάσει το 12,5% του ΑΕΠ το τρέχον οικονομικό έτος, μέχρι το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας που έχει ξεφύγει πολύ πάνω από το 180% ενώ ταυτόχρονα το δημοσιονομικό της έλλειμμα, πηγή τροφοδοσίας του χρέους κυμαίνεται πάνω από 10% του ΑΕΠ. Καθόλου τυχαία κάθε μια από τις δύο αυτές χώρες θα προσφέρει φέτος και τον επόμενο χρόνο στον ιδιωτικό τομέα για να αντιμετωπιστεί η κρίση το 4% σχεδόν του ΑΕΠ της!

Ποιος ευθύνεται λοιπόν για την εκτίναξη του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού;

Στη μια συντηρητική αναθεώρηση της πολιτικής της μετά την άλλη προχωρά η κυβέρνηση μετά την κατάθεση του προϋπολογισμού, φθάνοντας δια στόματος του πρωθυπουργού να εξαγγείλει από το Ζάππειο πως «στους επόμενους τρεις μήνες θα πάρουμε εκείνες τις αποφάσεις που δεν πήραμε δεκαετίες ολόκληρες». Δηλαδή αποφάσεις που θα εκτινάξουν την ανεργία και θα αυξήσουν τη φτώχεια.

«Ό,τι θέλουν οι αγορές» δεσμεύεται να υλοποιήσει το ΠΑΣΟΚ, αδιαφορώντας για τον κοινωνικό αντίκτυπο

Το ΠΑΣΟΚ ωστόσο στην Ελλάδα και όλες οι αστικές κυβερνήσεις στον υπόλοιπο κόσμο αποφεύγοντας μια πραγματιστική, ψυχρή εξέταση του δημοσιονομικού προβλήματος συσκοτίζουν τις σύγχρονες αιτίες δημιουργίας του. Κι αντίθετα επιδίδονται σε μια ακατάσχετη κινδυνολογία που ως απώτερο ζητούμενο έχει να φορτώσει στις πλάτες των εργαζομένων το κόστος επίλυσης της δημοσιονομικής κρίσης.

Τα μέτρα έτσι που εξήγγειλε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την προηγούμενη εβδομάδα με διάφορες αφορμές (από την ομιλία του πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου στο Ζάππειο τη Δευτέρα, μέχρι την κεκλεισμένων των θυρών ομιλία του υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, στο Σίτι του Λονδίνου την Τετάρτη και τις δηλώσεις του στο υπουργείο της πλατείας Συντάγματος προχθές το μεσημέρι) συνιστούν μια εκ βάθρων και άγρια συντηρητική αναθεώρηση της ίδιας της δικής της πολιτικής. Όχι αυτής που εξήγγειλε προεκλογικά, αλλά ακόμη κι εκείνης που αποτύπωσε στον κρατικό προϋπολογισμό που ξεκίνησε ήδη να συζητιέται στη Βουλή. Θα συμβεί έτσι το εξής γελοίο, ακράδαντο τεκμήριο ανυποληψίας των επίσημων πολιτικών δεσμεύσεων: Την ώρα που θα συζητιέται ο κρατικός προϋπολογισμός στη Βουλή θα ανατρέπεται από την ίδια την κυβέρνηση! Τα νέα μέτρα της κυβέρνησης – που όποιος τολμούσε να τα προδικάσει την προεκλογική περίοδο θα θεωρούταν τερατολόγος – αφορούν: Μείωση ή και πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της μείωσης των επιδομάτων κατά 10% που σημαίνει μείωση των συνολικών αποδοχών κατά 4%, όπως εξήγησε ο αρμόδιος υπουργός στους τραπεζίτες του Λονδίνου. Πάγωμα των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα (με εξαίρεση τους τομείς υγείας, παιδείας και καταστολής) με 1 πρόσληψη ανά 5 συνταξιοδοτήσεις. Μείωση των συμβάσεων εργασίας στο δημόσιο κατά ένα τρίτο. Ιδιωτικοποιήσεις συνολικής αξίας 2,5 δισ. για το 2010 στις οποίες μεταξύ άλλων θα συμπεριλαμβάνονται η Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Επιχειρηματική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μέσω της εισαγωγής της στο χρηματιστήριο. Μείωση των δημόσιων λειτουργικών δαπανών κατά 10% και των καταναλωτικών δαπανών κατά 25%. Κατάργηση των φοροαπαλλαγών και αύξηση των αντικειμενικών αξιών (που θα πυροδοτήσουν αυξήσεις στις πραγματικές τιμές και νέους φόρους) και των (έμμεσων) ειδικών φόρων κατανάλωσης σε ποτά, τσιγάρα και καύσιμα. Επιτάχυνση της κατάθεσης στη Βουλή του φορολογικού νομοσχεδίου μέχρι τον Μάρτιο. Περιορισμός των συνταγογραφούμενων φαρμάκων και των νοσοκομειακών παροχών υπό την επίκληση της καταπολέμησης της διαφθοράς. Δραματική μείωση της λίστας επαγγελμάτων που εντάσσονται στη λίστα των Βαρέων και Ανθυγιεινών μέσω του νέου αντιασφαλιστικού νόμου. Άνοιγμα των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων, κλπ.

Τι θα σημάνουν όλα αυτά; Φτώχεια, μείωση της απασχόλησης κι αύξηση της ανεργίας, υποβάθμιση των υπηρεσιών που παρέχει το κράτος στους εργαζόμενους ενώ για τους αστούς ειδικότερα προβλέπεται βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών με τη δημιουργία των one stop shop και την μείωση των ημερών που απαιτούνται για την ίδρυση μιας επιχείρησης, λιτότητα, μεγαλύτερα φορολογικά βάρη για τους εργαζόμενους κι επιδείνωση της σχέσης έμμεσων προς άμεσους φόρους με την αύξηση των πρώτων, υποβάθμιση των παρεχόμενων ασφαλιστικών υπηρεσιών και περαιτέρω αύξηση των δαπανών που θα καταβάλλουν οι οικογένειες των εργαζομένων στην παρασιτική ιδιωτική υγεία, περισσότερα χρόνια εργασίας για τη συνταξιοδότηση, χτύπημα στα μεσαία στρώματα που επωφελούνται από το κορδόνι προστασίας των κλειστών επαγγελμάτων κι άλωσή τους από μονοπωλιακές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, κ.λπ! Αυτά είναι τα έργα του ΠΑΣΟΚ τις πρώτες 70 ημέρες διακυβέρνησης. Κι είναι μόνο η αρχή. Γιατί είναι απόλυτα σίγουρο πως και το αντιασφαλιστικό και το φορολογικό νομοσχέδιο στο τέλος θα κρύβουν δυσάρεστες εκπλήξεις για τους εργαζόμενους, που τις κρατούν κρυφές από τώρα για να μην δουν τον κόσμο να τους βρίζει και να τους γυρίζει την πλάτη!

Η δήλωση άλλωστε του πρωθυπουργού από το Ζάππειο πως «μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, θα πάρουμε εκείνες τις αποφάσεις που δεν πήραμε δεκαετίες ολόκληρες», αποτελεί προανάκρουσμα για μια ατελείωτη σειρά αντιλαϊκών αποφάσεων που θα λάβει το ΠΑΣΟΚ μέχρι την άνοιξη, εκμεταλλευόμενο το μούδιασμα στις συνειδήσεις των εργαζομένων που έπεται κάθε κυβερνητικής αλλαγής κι ανταμείβοντας την αστική τάξη για το χρίσμα που του προσέφερε άνευ όρων και επιφυλάξεων όλο τον προηγούμενο χρόνο. Ας φανταστούμε αντίθετα, για να ερμηνεύσουμε έστω κι εκ των υστέρων τις εξελίξεις του τελευταίου εξαμήνου, τι θα συνέβαινε αν επιχειρούσε η ΝΔ να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα. Ποια θα ήταν η στάση του Τύπου, της ΓΣΣΕ, κλπ.

Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη, διαβλέποντας τον ορατό κίνδυνο που δημιουργείται να μετατραπεί ο Γιωργάκης σε Μητσοτάκη κι ο Παπακωνσταντίνου σε Μάνο οχυρώνεται πίσω από τους κερδοσκόπους και τις απειλές κάθε απατεώνα. Στην πραγματικότητα όμως η πολιτική που ακολουθεί ακόμη κι αν συνέχιζε να έχει σε προτεραιότητα την άμβλυνση των δημοσιονομικών ανισορροπιών κι όχι την επίλυση του οξύτατου κοινωνικού ζητήματος – που αποκτά κατεπείγοντα χαρακτήρα λόγω της παρατεταμένης λιτότητας, δεν αποτελεί μονόδρομο. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, κάλλιστα θα μπορούσε να αύξανε τους φόρους που πληρώνουν οι επιχειρήσεις και τότε πραγματικά θα γέμιζαν τα δημόσια ταμεία με ζεστό χρήμα. Το επιχείρημα που επικαλείται, πως τότε θα έφευγαν οι επενδυτές για να πάνε σε χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό περιβάλλον, είναι έωλο και προσχηματικό όχι γιατί δεν υφίσταται μειοδοτικός διαγωνισμός γύρω από τη φορολογία των επιχειρήσεων, αλλά γιατί σ’ αυτό τον διαγωνισμό τα πρωτεία τα κρατά η Ελλάδα! Φαίνεται από τη λίστα με τους συντελεστές φορολογίας κερδών του ΟΟΣΑ όπου η Ελλάδα το 2009 φορολογούσε με 25%, ενώ όλες σχεδόν οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης φορολογούσαν με υψηλότερους συντελεστές. Για παράδειγμα: Ολλανδία: 25,5%, Φινλανδία: 26%, Σουηδία: 26,3%, Πορτογαλία 26,5%, Ιταλία: 27,5%, Αγγλία: 28%, Ισπανία: 30%, Γερμανία: 30,2%, Βέλγιο: 34% και Γαλλία: 34,4%. Επομένως το κράτος μπορεί να φορολογήσει το κεφάλαιο αλλά δεν το κάνει όχι για να μην φύγουν οι διεθνείς επενδύσεις (κι ας ονοματίσουν κάποτε ποιες είναι αυτές) αλλά για να μην δυσαρεστηθούν οι αστοί της Ελλάδας, που είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι από την μείωση των φορολογικών συντελεστών του κεφαλαίου που ξεκίνησαν επί ΠΑΣΟΚ κι ολοκληρώθηκαν επί Καραμανλή με την μείωση από το 35% στο 25%.

Το ΠΑΣΟΚ είχε κι άλλη επιλογή κι είναι η μοναδική που θα μπορούσε να επιλύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα ριζικά αν και σε βάθος χρόνου. Ο εκρηκτικός δε χαρακτήρας που αποκτά στην παρούσα συγκυρία το δημοσιονομικό πρόβλημα σε συγκερασμό με την εξελισσόμενη, αυθόρμητη και τυφλή, αναδιάρθρωση που συνοδεύει κάθε κρίση διευκόλυναν την εφαρμογή των αναγκαίων τομών. Να επιχειρούσε δηλαδή την αναδιάρθρωση του νοσηρού παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, ενισχύοντας δραστηριότητες παραγωγής νέων αξιών σε βάρος των υπηρεσιών (ισχυρό σημείο πώλησης του ελληνικού καπιταλισμού από ιδρύσεώς του) που αποδείχτηκαν βασιλικές οδοί για το πέρασμα της κρίσης, αυξάνοντας συνεχώς την ευθραυστότητα των παραγωγικών δομών του. Δειλό και καθόλου πειστικό φλερτ με μια τέτοια σκέψη αποτέλεσε το σχέδιο για την «πράσινη ανάπτυξη». Ο σοσιαλδημοκρατικός του χαρακτήρας υπογραμμιζόταν από την ιεράρχηση της μεγέθυνσης της πίτας που θα καθιστούσε περιττές τις βίαιες αναδιαρθρώσεις. Βυθίστηκε όμως πριν κάνει το παρθενικό του ταξίδι κι αποκαλυφθούν οι εσωτερικές του αντιφάσεις (καθώς το πεδίο δοκιμής του ήταν για μια ακόμη φορά οι υπηρεσίες) όταν το ΠΑΣΟΚ σήκωσε τη νεοφιλελεύθερη σκυτάλη, αναλαμβάνοντας να υλοποιήσει επώδυνα μέτρα που έμειναν στα χαρτιά για δεκαετίες.

Ρόλο ενορχηστρωτή στην αντιλαϊκή λαίλαπα που έρχεται έχει αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιβεβαιώνοντας τον εγγενώς αντιδραστικό της ρόλο και με πρόσχημα τις ευθύνες της για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του ευρώ, η ΕΕ έρχεται με την τρομοκρατία των ελλειμμάτων και του χρέους να αποκλείσει την εφαρμογή μιας πολιτικής ανάπαυλας κι ενός διαλείμματος στη λιτότητα, όπου συνέτειναν οι προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ, πριν καν εφαρμοστούν. Και στη θέση αυτών των πολιτικών, να επιβάλλει μια άνευ προηγουμένου λιτότητα, ανάγοντας την Ελλάδα σε πείραμα ταχείας ανάνηψης για όλη την επικράτεια της ευρωζώνης και της ΕΕ, με ένα και μοναδικό ζητούμενο: την ικανότητα του κάθε αστικού κράτους να μπορέσει να εξοπλιστεί εκ νέου για να ξαναδώσει τον οικονομικό πόλεμο αν χρειαστεί, όπως έγραφαν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Να διορθώσει δηλαδή τις δημοσιονομικές ανισορροπίες του ώστε στην επόμενη κρίση να μπορέσει να στηρίξει ξανά το κεφάλαιο από τους κλυδωνισμούς. Αναντικατάστατο ρόλο, όπως αποδείχτηκε, στην επιβολή αυτής της πολιτικής έπαιξαν θεσμοί όπως η ανεξαρτητοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδας από το αστικό κράτος που θεσμοθετήθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η πρωτοβουλία για παράδειγμα του διοικητή της κεντρικής τράπεζας, Γ. Προβόπουλου, να «παραπέμψει» την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με αφορμή το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και τη ρύθμιση των οφειλών των επιχειρήσεων, επειδή θίγει τα συμφέροντα των τραπεζών, αποτελεί μνημείο του ρόλου θεματοφύλακα της λιτότητας που έχει αναλάβει το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα. Δείχνει ταυτόχρονα πως η ανεξαρτητοποίησή της από το αστικό κράτος ουσιαστικά σήμαινε την θωράκισή της από την πολιτική και τις φιλολαϊκές διακυμάνσεις που μπορεί να έχει – ακόμη και για τη δημιουργία εντυπώσεων.

Κερδοσκοπικά παιχνίδια με έδρα τη Νέα Υόρκη 

ΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΟΥΣΑΝ ΜΕ «ΑΑΑ» ΤΑ ΤΟΞΙΚΑ ΟΜΟΛΟΓΑ

Στην αιχμή του δόρατος της επίθεσης που εξαπολύθηκε εναντίον της Ελλάδας βρέθηκαν οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Πρόκειται για 3 αμερικανικές εταιρείες (Standars & Poor’s, Moody’s και Fitch) που αν ο καπιταλισμός λειτουργούσε με βάση τα εγχειρίδια έπρεπε να είχαν κλείσει και τα στελέχη τους να είχαν μπει στη φυλακή για απάτη. Έχοντας την ευθύνη να αξιολογούν όσους εκδίδουν ομόλογα, από κράτη μέχρι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, με το ξέσπασμα της κρίσης βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα και πολλοί, όπως για παράδειγμα η Άγκελα Μέρκελ κι ο Νικολά Σαρκοζύ, τις είχαν χαρακτηρίσει υπαίτιες της οικονομικής κρίσης, εξαπολύοντας μύδρους εναντίον τους.

Οι ευθύνες των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, των «3 μεγάλων» όπως λέγονται, ήταν εγκληματικές γιατί είχαν παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην δημιουργία των τοξικών ομολόγων και το «καθάρισμά» τους. Εκμεταλλευόμενες το ρόλο τους, έδιναν την ανώτερη βαθμολογία, ακόμη και το ΑΑΑ, στα τιτλοποιημένα ομόλογα που κυκλοφορούσαν στη διατραπεζική αγορά με αποτέλεσμα να εισέρχονται ακόμη και στα πιο συντηρητικά, σιγουρατζίδικα χαρτοφυλάκια, από ανυποψίαστους επενδυτές. Κι ήταν πολλοί αυτοί, με πρώτους απ’ όλους τα αμερικανικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Ως αποτέλεσμα σήμερα οι «3 μεγάλες» βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν καταιγισμό μηνύσεων στις ΗΠΑ (Καλιφόρνια, Οχάιο, Κολοράδο, Ινδιάνα, κ.α.) από ασφαλιστικά ταμεία που τις κατηγορούν για συνειδητή και προσχεδιασμένη εξαπάτηση. Αρκεί, για παράδειγμα, να αναφέρουμε πως κι οι 3 αυτές εταιρείες που τώρα τους «ξινίζουν» τα ομόλογα της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Αγγλίας, υποβαθμίζοντάς τα συνεχώς, αξιολογούσαν με την ανώτερη δυνατή βαθμολογία όλες τις εταιρείες που πέρυσι το φθινόπωρο «βάρεσαν κανόνι»: Λίμαν Μπράδερς, Μέριλ Λιντς, Μπέαρ Στερνς και AIG. Ακόμη και μια μέρα πριν τους έδιναν τα 3Α, συμβολίζοντας την απάτη, την αρπαχτή και πάνω απ’ όλα την αποτυχία τους.

Ειδικότερα για την Ελλάδα, αυτό που θεωρείται από πολλούς βέβαιο είναι ότι οι ιδιαίτερα προσοδοφόρες συνεχείς υποβαθμίσεις, μια και οδηγούν σε αύξηση των επιτοκίων κι επιπλέον αφαίμαξη των φορολογουμένων, κρύβουν και μια επιπλέον σκοπιμότητα. Οι 3 αμερικανικές αυτές εταιρείες «τιμωρούν» το ελληνικό δημόσιο για την απροθυμία του να συνεχίζει να «αγοράζει χρέος» μέσω των αμερικανικών τραπεζών και την απόφαση του να διαφοροποιήσει τις πηγές δανειοδότησής του, εκβιάζοντας έτσι για την επιστροφή του στην αμερικανική αγορά. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά η επιμονή τους να ανακοινώνουν αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις την ίδια ώρα που η κυβέρνηση εξαγγέλλει μέτρα λιτότητας, ακολουθώντας κατά γράμμα τις δικές τους οδηγίες.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Χρόνια παραγωγική καθίζηση

ΖΟΦΕΡΟ ΤΟΠΙΟ

Οι επιμέρους αντιθέσεις στις στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού ή αστικού κράτους και ΕΕ, δεν κρύβουν μια κοινή ανησυχία που υπάρχει για το ζοφερό τοπίο που διαμορφώνεται σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο για την επόμενη μέρα της κρίσης. Τα στοιχεία όλα ειδικότερα συντείνουν πως η (τυπική) έξοδος από την κρίση θα σημάνει μια παρατεταμένη παραγωγική καθίζηση μηδενικών σχεδόν ρυθμών μεγέθυνσης, αυξανόμενης αν όχι καλπάζουσας ανεργίας, περιορισμένης ζήτησης και χιλιάδων λουκέτων, παρά τις γενναιόδωρες κρατικές ενισχύσεις. Τα συμπτώματα αυτά είναι ήδη εμφανή στις περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης που τα δύο προηγούμενα τρίμηνα εξήλθαν κι επισήμως της κρίσης, όπως και στις ΗΠΑ.

«Παρά μια καλοδεχούμενη επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης η παγκόσμια οικονομία απέχει πολύ ακόμη από το να επιστρέψει στην “κανονική” δραστηριότητα», έγραφε ο βρετανικός Εκόνομιστ σε αφιέρωμά του για την παγκόσμια οικονομία στο πρώτο τεύχος του Οκτώβρη. «Η ανεργία εξακολουθεί να αυξάνεται και το μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού δυναμικού παραμένει αχρησιμοποίητο. Πολλά από τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται η τωρινή μεγέθυνση είναι πρόσκαιρα και αβέβαια. Σε όλο τον κόσμο οι δαπάνες ωθούνται από την κυβερνητική γενναιοδωρία. Τεράστια χρηματοδοτικά και νομισματικά πακέτα μπαλώνουν τις ζημιές στα ισοζύγια των νοικοκυριών και των τραπεζών αλλά τα θεμελιώδη προβλήματα παραμένουν. Στην Αμερική και τις άλλες πρώην οικονομίες-φούσκες τα χρέη των νοικοκυριών είναι ανησυχητικά ψηλά και οι τράπεζες πρέπει να στηρίξουν τα κεφάλαιά τους. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτικές δαπάνες θα είναι χαμηλότερες και το κόστος του κεφαλαίου υψηλότερο σε σχέση με πριν την κρίση. Η παγκόσμια οικονομία μπορεί να δει ορισμένα τρίμηνα ορατής μεγέθυνσης αλλά δεν θα επιστρέψει ποτέ στο σημείο που ήταν πριν ξεσπάσει η κρίση»!

Αυτή η πρόβλεψη οδηγεί ακόμη πιο χαμηλά την καθοδική σπείρα που ξεκίνησε την επομένη της κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Έκτοτε κάθε κρισιακή έκρηξη (1987, 1991, 2000 και τώρα) οδηγεί ακόμη πιο χαμηλά ρυθμούς μεγέθυνσης, περιθώρια κέρδους, παραγωγικότητα και βιοτικό επίπεδο, ενώ οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση την ανεργία, το δημόσιο χρέος και την εκμετάλλευση. Η τωρινή κρίση λόγω του απροσδόκητα βίαιου χαρακτήρα της απειλεί να προσδώσει ακόμη πιο καταστροφικό και την κοινωνία και τις παραγωγικές δυνάμεις χαρακτήρα σε αυτή την ολέθρια τάση.

Οι αστικές τάξεις ξέρουν επομένως ότι τα δύσκολα είναι μπροστά τους. Πίσω από τα βιτριολικά σχόλια γερμανών οικονομικών παραγόντων πως «η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει η επόμενη Λίμαν Μπράδερς», κρύβεται η πίεση του κεφαλαίου να συμμαζευτούν με κάθε κόστος τα δημοσιονομικά ανοίγματα ώστε το κράτος να μπορεί να δώσει με επάρκεια την μάχη για την επαναφορά της «έρημης χώρας» που αφήνει πίσω της η οικονομική κρίση. Σε αυτή την κατεύθυνση δύο είναι οι κατηγορίες μέτρων που θα ληφθούν. Η πρώτη αφορά μέτρα λιτότητας για την μείωση των ελλειμμάτων κι είναι ατελέσφορη εξ αρχής στον βαθμό που οι πραγματικές αιτίες δημοσιονομικής ανισορροπίας θα μένουν στο απυρόβλητο. Το κοινωνικό κόστος ωστόσο θα είναι τεράστιο!

Η δεύτερη κατηγορία μέτρων που θα κρίνει την οριστική έξοδο από την κρίση αφορά μέτρα εμβάθυνσης της εκμετάλλευσης, όπως αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις στην κατεύθυνση της ελαστικοποίησης κι επίσης μέτρα ακόμη και ονομαστικής μείωσης των μισθών και των ημερομισθίων ανάλογα αυτών που εφαρμόσθηκαν στην Λετονία και την Ιρλανδία. Εν κατακλείδι ένα αντιδραστικό σχέδιο μακράς πνοής που θα οδηγήσει τη φτώχεια και τη βαρβαρότητα σε πρωτοφανή επίπεδα για ολόκληρη την μεταπολεμική γενιά.

Στο μέλλον η υπέρβαση της κρίσης (Πριν, 19/9/2009)

Έκρηξη της ανεργίας προβλέπει ο ΟΟΣΑ

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ

Ένας χρόνος συμπληρώθηκε πριν λίγες μέρες από την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς που για πρώτη φορά κατά την μεταπολεμική περίοδο κατέστησε ορατό το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης και συστημικής κατάρρευσης των σημαντικότερων κέντρων ισχύος της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Έκτοτε, περισσότερο στις ΗΠΑ και λιγότερο στην Ευρώπη, η κατάσταση εμφανίζει σαφείς αν και οριακές βελτιώσεις με το ΑΕΠ, τη βιομηχανική παραγωγή και τις παραγγελίες να κινούνται σε ανοδική τροχιά σε σημείο τέτοιο ώστε να είναι ορατό, στο τέλος του 2010, το κλείσιμο της κρίσης που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2007 με την μορφή της πιστωτικής ασφυξίας. Και μετά τι; είναι το ερώτημα που απαιτεί άμεσα απάντηση μια και τα προφανή, όπως για παράδειγμα, ένας κύκλος ρωμαλέας μεγέθυνσης του ΑΕΠ μετά την κρίση, έχουν πάψει εδώ και καιρό να θεωρούνται δεδομένα.

Ο ΟΟΣΑ την προηγούμενη εβδομάδα με ανακοίνωση του προειδοποίησε πως η πιστωτική κρίση μετουσιώνεται σε κρίση απασχόλησης προδικάζοντας για φέτος και το 2010 έκρηξη της ανεργίας, που ενδέχεται να φθάσει και το 10% στα 30 κράτη μέλη του, πλήττοντας 57 εκ. εργαζόμενους. Να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο η ανεργία κινούταν στο 8,5% κι όσο για το 2010 πίσω από τον μέσο όρο του 10% κρύβονται σημαντικότατες αποκλίσεις. Στη Γερμανία και Γαλλία για παράδειγμα η ανεργία προβλέπεται να φθάσει το 11,8% και 11,3%. Στη δε Ελλάδα πολύ υψηλότερα μια και η ανεργία ξεκινούσε από πολύ υψηλότερο σημείο αφετηρίας κι έτσι ας μην εκπλαγούμε αν τη δούμε να σκαρφαλώνει στα ισπανικά επίπεδα του 18%. Πίσω από τον μηχανισμό της χρονοκαθυστέρησης που πυροδοτεί την εκτίναξη της ανεργίας κατά το ξεφούσκωμα της κρίσης κρύβονται δύο διαφορετικές διαδικασίες. Κατ’ αρχήν η καταστροφή κεφαλαίου που έστω και σιωπηρά συντελείται με πολύ πιο γοργούς ρυθμούς στις μέρες μας απ’ ότι συντελείται στις περισσότερο ομαλές και γραμμικές περιόδους συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η καταστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου, με τη μορφή κλεισίματος επιχειρήσεων και εξαγορών – συγχωνεύσεων, μειώνει τις θέσεις εργασίας και προκαλεί ανεργία. Η δεύτερη αιτία που είναι σε διαλεκτική αλληλεξάρτηση με την πρώτη σχετίζεται με τις καινοτομίες που εισάγονται στην παραγωγική διαδικασία, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, από τα τμήματα εκείνα του κεφαλαίου που έχουν τους πόρους ώστε να αντιμετωπίζουν την κρίση ως ευκαιρία κι όχι ως καταστροφή. Οι καινοτομίες αυτές όμως έχουν ως ακρογωνιαίο λίθο τους την εξοικονόμηση θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα ακόμη κι αυτό το νέο «αναπτυξιακό τοπίο» που θα προκύψει τελικά μετά την έξοδο από την κρίση να χρειάζεται λιγότερα εργατικά χέρια. Κάτι που έχει συμβεί κατ’ εξακολούθηση απ’ όταν ξέσπασε η κρίση του 1970.

Από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα, σε όλες τις περιόδους ανόδου και καθόδου της οικονομίας, το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό προϊόν μειωνόταν σταθερά, αντανακλώντας έτσι την εδραίωση της θέσης του κεφαλαίου και την υποχώρηση των δυνάμεων της εργασίας στον ταξικό συσχετισμό δύναμης.

 

Η δημοσιονομική κρίση αποτέλεσμα και μέσο ξεπεράσματος της γενικότερης κρίσης

 

Η ανεργία που προβλέπει ο ΟΟΣΑ δεν είναι το μοναδικό μελανό σημάδι που θα αφήσει πίσω της η οικονομική κρίση. Το σημαντικότερο είναι ότι το τέλος της κρίσης επ’ ουδενί δεν πρόκειται να σημάνει την επιστροφή ακόμη και σε εκείνους τους αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ οι οποίοι παρατηρούνταν μέχρι το 2007. Στην πραγματικότητα η τρέχουσα κρίση των υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων λήγει όπως ακριβώς και η κρίση των μετοχών του ίντερνετ το 2000: χωρίς να ακολουθήσει μια περίοδο βίαιης και μαζικής εκκαθάρισης ανεπαρκών αξιοποιούμενων κεφαλαίων, που χαρακτηρίζονται από χαμηλή αποδοτικότητα, με αποτέλεσμα να μην δοθεί ποτέ μια ισχυρή ώθηση στα πιο σύγχρονα και κερδοφόρα τμήματα του κεφαλαίου που θα έβαζε σε κίνηση ένα νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής. Για μια σειρά λόγους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται κι ο κίνδυνος εργατικών εξεγέρσεων, οι αστικές τάξεις όλου του κόσμου έκλεισαν όπως – όπως το κενό που δημιουργήθηκε, δημιουργώντας όμως τους όρους για μια νέα κρίση. Η πλημμυρίδα ρευστού άλλωστε δεν αποτέλεσε σανίδα σωτηρίας μόνο το 2009 και το 2000, αλλά κατά τη διάρκεια όλης της περιόδου που άνοιξε από το 1970 όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά η οικονομική κρίση, καθηλώνοντας έκτοτε τους ρυθμούς μεγέθυνσης και κάνοντας την εμφάνιση των κρίσεων στην χρηματοπιστωτική σφαίρα ένα γεγονός που επαναλαμβάνεται μονότονα σχεδόν, κάθε δεκαετία. Κατά συνέπεια η τρέχουσα κρίση άμεσο αποτέλεσμα της κρίσης του 2000 αλλά κυρίως του ’70, σε λίγα χρόνια θα ξαναγεννηθεί υπό τη μορφή μιας νέας κρίσης. Άστοχη λοιπόν οποιαδήποτε συζήτηση για υπέρβασή της.

Η επόμενη μέρα καθίσταται περισσότερο αβέβαιη στον βαθμό που τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν αυτή τη διετία περιορίζουν ασφυκτικά τα μέσα δράσης του αστικού κράτους προς όφελος του κεφαλαίου. Η εκτίναξη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και του δημόσιου χρέους σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, με πιο ακραία παραδείγματα το χρέος της Ιαπωνίας που έχει αγγίξει το 180% και το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ που έχει φθάσει το 12%, είναι το τίμημα που πληρώνει το κράτος για τις προσπάθειες που κατέβαλλε όλο αυτό το διάστημα ώστε να διασωθεί ο καπιταλισμός (βλέπε τα 780 δισ. δολ. που δόθηκαν στις ΗΠΑ από την κυβέρνηση του Ομπάμα και τα 28 δισ. ευρώ στην Ελλάδα). Η δημοσιονομική κρίση κατά συνέπεια, δεν είναι αποτέλεσμα σπατάλης ή κακοδιαχείρισης όπως αφελώς λέγεται, αλλά πλευρά και αποτέλεσμα της γενικότερης καπιταλιστικής κρίσης και ταυτόχρονα μέσο υπέρβασής της. Προοπτική επομένως ξεπεράσματος της δημοσιονομικής κρίσης όσο διαρκεί η βαθύτερη καπιταλιστική κρίση δε διαφαίνεται.

Στην Ελλάδα ειδικότερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση συνέπεσε με την καθοδική πορεία του κύκλου του ελληνικού καπιταλισμού, επιταχύνοντας την ύφεση. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ την τελευταία εικοσαετία. Είχαμε συγκεκριμένα: 1991: 3,1%, 1992: 0,7%, 1993: -1,6%, 1994: 2%, 1995: 2,1%, 1996: 2,4%, 1997: 3,6%, 1998: 3,4%, 1999: 3,4%, 2000: 4,5%, 2001: 4,2%, 2002: 3,4%, 2003: 5,6%, 2004: 4,9%, 2005: 2,9%, 2006: 4,5%, 2007: 4%, 2008: 2,9%, κι όσο για το τρέχον και το επόμενο έτος οι προβλέψεις δίνουν -1% και 0,1% αντίστοιχα. Ο τελευταίος λοιπόν ανοδικός κύκλος που ξεκίνησε το 1994 φαίνεται πεντακάθαρα ότι κορυφώνεται μια χρονιά πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες ενώ το 2004 για πρώτη φορά και το 2006 οριστικά ξεκινά η καθοδική πορεία που ολοκληρώνεται φέτος με τη μετατροπή των ρυθμών μεγέθυνσης σε αρνητικούς. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Τράπεζα της Ελλάδας την εβδομάδα που πέρασε για την μείωση των εισπράξεων από τον τουρισμό κατά 15% και των εξαγωγών κατά 20% το πρώτο οκτάμηνο του έτους, βεβαιώνουν του λόγου το αληθές, όπως επίσης κι η έκρηξη των ακάλυπτων επιταγών και των απλήρωτων συναλλαγματικών.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια όλης της προαναφερθείσας περιόδου και για ακόμη περισσότερο χρόνο, ενσωματώνοντας δηλαδή τις δεκαετίες ’70 και ’80 όταν οι ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ ακολουθούν γενικά μια κυκλική διαδρομή, με την άνοδο και την κάθοδο να εναλλάσσονται, το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ ακολουθεί μια σταθερά καθοδική τροχιά. Σε αδρές γραμμές από το 1978 έως το 1983 το μερίδιο της εργασίας κινούταν μεταξύ 70% και 75%. Από το 1984 μέχρι το 1990 μειώθηκε στο 65% – 70% κι από το 1994 μέχρι σήμερα το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 62%, προς όφελος φυσικά του μεριδίου των κερδών που καλύπτει κάθε φορά το κενό που αφήνουν πίσω τους οι εργατικοί μισθοί. Το αποτέλεσμα επομένως κάθε κρίσης είναι οι δυνάμεις της εργασίας να δέχονται ένα περαιτέρω πλήγμα καθώς ο ταξικός συσχετισμός δύναμης, όπως με σαφήνεια μετριέται από τη σχέση μισθών – κερδών, στρέφεται υπέρ του κεφαλαίου. Δεν περνάει απαρατήρητο επίσης το γεγονός ότι αυτή η γενική τάση αύξησης της εκμετάλλευσης δεν ανατράπηκε από την εναλλαγή στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Με τις πράξεις κυρίως και τις παραλείψεις τους κι οι δύο πόλοι του δικομματισμού υπηρέτησαν πιστά τη ρεβάνς που πήρε το κεφάλαιο βαθαίνοντας τη στρατηγική ήττα των δυνάμεων της εργασίας βοηθώντας στην εδραίωση της ηγεμονίας του.

Η θέση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων είναι στην πραγματικότητα ακόμη χειρότερη, απ’ αυτή που φαίνεται στη διανομή. Γιατί, συνυπολογίζοντας και την αναδιανομή εισέρχονται στην εξέταση δύο επιπλέον μεταβολές. Η πρώτη αφορά την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού, που έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημά τους και η δεύτερη μεταβολή που διαχρονικά σηματοδοτεί την επιδείνωση της θέσης τους σχετίζεται με την υποβάθμιση του κοινωνικού μισθού, στο βαθμό που μια σειρά δημόσιες κατ’ όνομα υπηρεσίες, υγειονομικής περίθαλψης για παράδειγμα, παύουν να παρέχονται δωρεάν.

Άμεσο αποτέλεσμα της πόλωσης που καταγράφεται στην πρωταρχική διανομή του εισοδήματος και του ελάχιστα ευεργετικού ρόλου της αναδιανομής είναι τα πρωτεία που κατέχει η Ελλάδα στην εισοδηματική ανισότητα με το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων Ελλήνων να είναι 6 φορές μεγαλύτερο του εισοδήματος του 20% των λιγότερο εύπορων. Μεγαλύτερη πόλωση και αδικία στην ΕΕ των 25 παρατηρείται μόνο στην Πορτογαλία, τη Ρουμανία και τη Λετονία!

Το παζλ των δημόσιων οικονομικών συμπληρώνεται από δύο ακόμη πλευρές που πρέπει να προστεθούν στη συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών και την αύξηση των φορολογικών βαρών για τους εργαζόμενους. Πρόκειται για την μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο και την γενναία, εκρηκτική αύξηση των χρηματοδοτήσεων πάλι προς το κεφάλαιο. Αυτές οι τέσσερις πλευρές ορίζουν επακριβώς το σύγχρονο δημοσιονομικό πρόβλημα στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς αν κι όχι με την ίδια ένταση. Υποδηλώνουν ταυτόχρονα ότι ο εκρηκτικός του χαρακτήρας είναι ευθεία συνάρτηση του βάθους της κρίσης και του ενεργού ρόλου που αναλαμβάνει το κράτος για την υπέρβασή της προς όφελος του κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαία η χρονική σύμπτωση της φορολογικής αφαίμαξης των εργαζομένων με τα αλλεπάλληλα φορολογικά μέτρα του τελευταίου χρόνου, με την εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 6% όπως παραδέχθηκε κι ο υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπαθανασίου, την εβδομάδα που πέρασε και τη χορήγηση των 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες. Από τα παραπάνω φαίνεται επίσης ότι καμιά φορολογική αφαίμαξη, όσο βάρβαρη κι αν είναι, δεν μπορεί να κλείσει τα αβυσσαλέα κενά που αφήνουν πίσω τους οι χορηγίες προς το κεφάλαιο κι η επίσημη φοροαπαλλαγή του.

Αύξηση των μισθών, μείωση των κερδών

ΟΙ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΕ ΥΦΕΣΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο της βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης κι επίσης του σοκ που προκάλεσαν οι πρωθυπουργικές δηλώσεις για πάγωμα των μισθών, οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη την προηγούμενη εβδομάδα για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό συγκέντρωσαν την κριτική της κυβέρνησης. Βασικό επιχείρημα της «οικονομικής ορθοδοξίας» ήταν πως η οικονομία δεν αντέχει αυξήσεις κι ακόμη κι αυτές οι οριακές αυξήσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα την ύφεση μια και θα μειώσουν τα κέρδη, αποτρέποντας την πραγματοποίηση νέων παραγωγικών επενδύσεων.

Η πραγματικότητα είναι πως οι αυξήσεις στους μισθούς δεν σημαίνουν μείωση των επενδύσεων.

Κατ’ αρχήν αυξήσεις μισθών πάνω από τον πληθωρισμό ενδέχεται να μη σημαίνουν ούτε καν αύξηση της τάξης των 25 λεπτών του ευρώ ημερησίως. Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα το 2009, όπως αναφέρονται στο Οικονομικό Δελτίο της Άλφα Μπανκ του μηνός Ιουλίου, είναι ότι θα κινηθεί στο 1,2%. Ο εναρμονισμένος δε πανευρωπαϊκός, λόγω του ότι πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν εμφανίσει αποπληθωρισμό, αρνητική δηλαδή εξέλιξη του δείκτη τιμών, θα είναι ακόμη μικρότερος για το έτος, μεταξύ 0,1% και 0,7%, σύμφωνα με προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που διατυπώθηκαν τον Μάρτη. Κατά συνέπεια οι «αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό» ενδέχεται να σημαίνουν κι αυξήσεις της τάξης του 0,9%! Δηλαδή, ψίχουλα!

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι υπάρχει δυνατότητα αύξησης των πάγιων επενδύσεων, όπως φαίνεται από τη σημαντική μείωσή τους τα τελευταία χρόνια, παρότι το μερίδιο των κερδών στο εισόδημα, όπως προείπαμε, αυξάνεται σταθερά. Ειδικότερα, με βάση στοιχεία που δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ και προέρχονται από την ΕΕ, οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου από 23% του ΑΕΠ που ήταν το 2003, για φέτος και το 2010 προβλέπεται να μειωθούν στο 15%! Ο όγκος δε των ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου μειώθηκε για πρώτη φορά το 2008 – κατά το ξέσπασμα δηλαδή της κρίσης, αφήνοντας ανοιχτό έτσι το ενδεχόμενο η μείωσή τους να συντέλεσε στην εμβάθυνση της κρίσης – ενώ η μείωση που αναμένεται να καταγράψουν την τριετία 2008-2010 θα είναι μεγαλύτερη της τριετίας 1992-1994, όταν και πάλι είχε παρατηρηθεί μείωση των επενδύσεων. Οι καθαρές δε επενδύσεις, από 14% που ήταν το 2002, το 2010 αναμένεται να φθάσουν το 7,5%! Ο κίνδυνος λοιπόν τον οποίο επικαλείται η ΝΔ έχει ήδη συντελεστεί, όχι όμως ως αποτέλεσμα της αύξησης των εργατικών μισθών, αλλά της βούλησης της αστικής τάξης να αποθησαυρίσει τα κέρδη. Επομένως ακόμη και μια γενναία αύξηση των μισθών κι όχι αυτή που εξήγγειλε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, που θα διασφαλίζει τον εργατικό μισθό από τον πραγματικό πληθωρισμό που ειδικά για τους εργαζόμενους είναι πολλαπλάσιος του επίσημου, η οποία όμως θα μειώνει τα κέρδη αντιστρέφοντας έτσι την χρόνια τάση μείωσης του μεριδίου των μισθών μπορεί να αφήσει άθικτες τις επενδύσεις, να μην δυναμιτίσει δηλαδή τη μελλοντική δυνατότητα επέκτασης του προϊόντος. Μόνο που για να γίνει αυτό, αν κάτι απαιτείται είναι ένα αγωνιστικό πρόγραμμα ταξικών διεκδικήσεων που σε βάθος χρόνου θα ανατρέψει την επίσημη πολιτική μισθών. Όχι μόνο αυτή που υπόσχεται ο Καραμανλής ο Δεύτερος αλλά κι αυτή που προσφέρει ως το μικρότερο κακό ο Παπανδρέου ο Τρίτος.

ΕΞΑΓΓΕΛΙΕΣ ΠΑΣΟΚ

Αντιφάσεις και κενά

ΑΘΙΚΤΟΙ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΝΔ

Οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό και έκτακτο επίδομα αλληλεγγύης μπορεί να ακούστηκαν ως φιλολαϊκές συγκρινόμενες με την οικονομική χούντα που εξήγγειλε ο Καραμανλής, επ ουδενί ωστόσο δεν συνιστούν ανατροπή της γενικότερης, διαχρονικής τάσης μείωσης του μεριδίου των μισθών στο σύνολο των προϊόντος. Χώρια, που σε μια σειρά σημεία προαναγγέλλουν τη συνέχιση και θωράκιση της σημερινής πολιτικής. Κάτι που γίνεται πιο εμφανές στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, όπου δεν προαναγγέλλεται καμιά επιστροφή ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης (ΟΤΕ, Ολυμπιακή, Λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης, κ.α.) στο δημόσιο. Ειδικότερα:

Η εξαγγελία του Γ. Παπανδρέου για μείωση του φορολογικού συντελεστή στα μη διαμενόμενα κέρδη των επιχειρήσεων, ως μέτρο ενθάρρυνσης των παραγωγικών επενδύσεων, ανεξαρτήτως των κινήτρων της δεν παύει να μειώνει ακόμη παραπέρα τη φορολογία των επιχειρήσεων, διευκολύνοντας τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου, εις βάρος των δημοσίων εσόδων. Δεδομένου μάλιστα ότι άλλα φιλοεπιχειρηματικά φορολογικά μέτρα, όπως η μείωση των συντελεστών φορολόγησης που είχε εξαγγείλει ο Κ. Καραμανλής από τη ΔΕΘ το 2004 δεν πρόκειται να καταργηθούν, γίνεται αντιληπτό ότι το ΠΑΣΟΚ, με μοναδική εξαίρεση τους φόρους ακίνητης περιουσίας δεν πρόκειται να θίξει το ισχύον πλαίσιο.

Δεύτερο, επαναφέροντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ την πρόταση που είχε κάνει από το Λαύριο το 2004, για «γενναίο πρόγραμμα επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών των νέων για 4 χρόνια», ασχέτως του γεγονότος ότι από τότε μεσολάβησε μια εξέγερση στη Γαλλία εναντίον αυτού ακριβώς του μέτρου, ετοιμάζεται να δημιουργήσει νέες αδικίες και αντιθέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα κι ευρύτερα την αγορά εργασίας. Μεγάλος ωφελημένος σε κάθε περίπτωση θα είναι η εργοδοσία που θα δει τις ασφαλιστικές της υποχρεώσεις να μειώνονται δραματικά. Το μέτρο αυτό πιθανά θα περιληφθεί στο νέο ασφαλιστικό που υποσχέθηκε να φέρει το ΠΑΣΟΚ, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνεται επίσης κι η βασική σύνταξη. Μέτρο, που αποτελεί προϋπόθεση για την τριχοτόμηση του ασφαλιστικού συστήματος, κατά τις υποδείξεις διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Τη δική της σημασία έχει επίσης η υπαναχώρηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ σ’ ότι αφορά την εξαγγελία του πέρυσι, κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων για το αντιασφαλιστικό, ότι θα αποσύρει το νόμο της… επάρατης. Από τη Θεσσαλονίκη τίποτε σχετικό δεν επανέλαβε, παρότι εξήγγειλε την ακύρωση άλλων νόμων, όπως για το χωροταξικό.

Τρίτο, εξαγγέλλοντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, έστω και «μετά από κοινωνικό διάλογο», στην πράξη ολοκληρώνει ότι αφήνει στη μέση η ΝΔ, δημιουργώντας νέα πεδία δράσης για το κεφάλαιο σε κλάδους και υπηρεσίες που προστατεύονταν μέχρι πρόσφατα από παρωχημένες συντεχνιακές ρυθμίσεις.

Κατά τέταρτο πολλά μέτρα έχουν εν πολλοίς δημαγωγικό χαρακτήρα. Πως για παράδειγμα «θα παγώσουν οι δανειακές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που πλήττονται από την κρίση» όταν για κάτι τέτοιο απαιτείται να εισέλθει στα άδυτα των αδύτων του ιδιωτικού τομέα; Πως θα τις υποχρεώσει; Πως επίσης θα «αυστηροποιήσει» το πλαίσιο δράσης των εξωχώριων εταιρειών, όταν ο έλεγχός τους έχει αποδειχθεί ανέφικτος ακόμη και για ισχυρά κράτη, όπως το γερμανικό;

Με βάση τα παραπάνω, η μοναδική δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων, είναι η ανάπτυξη ανεξάρτητων, ταξικών, εργατικών αγώνων. Η ισχυροποίηση δε του μετωπικού σχήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις προσεχείς εκλογές θα συμβάλλει τα μέγιστα σε αυτή την κατεύθυνση στο βαθμό που θα αναβαθμίσει σε πολιτικό επίπεδο τις ανατρεπτικές, επαναστατικές τάσεις.

Αρέσει σε %d bloggers: