Πουέρτο Ρίκο: τόσο μακριά, τόσο κοντά με την Ελλάδα (Επίκαιρα, 17-23/7/2015)

prΠληθαίνουν οι εστίες της φωτιάς στην παγκόσμια οικονομία. Μετά την Ελλάδα (μια φωτιά που δε σβήνει) και την Κίνα (τα χρηματιστήρια της οποίας κατακρημνίζονται και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει που θα σταματήσουν) ήρθε και το Πουέρτο Ρίκο: Ένα μικρό σχετικά νησί στα ανατολικά της Καραϊβικής, με 3,5 εκ. κατοίκους κι ένα ερμαφρόδιτο πολιτειακό καθεστώς καθώς ανήκει μεν στα 16 λεγόμενα «εδάφη» («territories») των ΗΠΑ, χωρίς να είναι Πολιτεία, διεκδίκησε τη δική του θέση στα πρωτοσέλιδα του οικονομικού Τύπου, με αφορμή την δήλωση της πολιτικής ηγεσίας του πως αδυνατεί να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος του, το οποίο ανέρχεται σε 72 δις. δολ. κι είναι ίσο σχεδόν με το ΑΕΠ του.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Τους πιστωτές του Πουέρτο Ρίκο ανέλαβε να καθησυχάσει η Αν Κρούγκερ, στέλεχος του ΔΝΤ μέχρι πρόσφατα, που έδωσε στη δημοσιότητα μια έκθεση – σήμα προς τις αγορές (εδώ το πλήρες κείμενο), ότι τουλάχιστον η χώρα δεν προτίθεται να προβεί σε μονομερή παύση πληρωμών. Και για να μην δημιουργηθεί καμιά ανησυχία η συνάντηση της κυβέρνησης με τους κατόχους ομολόγων πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της τράπεζας Citigroup στη Νέα Υόρκη… Με τις αμερικανικές τράπεζες να έχουν τα ηνία της αναδιάρθρωσης δεν μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη εξασφάλιση στους πιστωτές, ότι η λύση που θα βρεθεί ακόμη κι αν περιλαμβάνει «κούρεμα» στην ονομαστική αξία των ομολόγων θα είναι η καλύτερη δυνατή για τα συμφέροντά τους.

Νεώτερα, σε ό,τι αφορά τους όρους της αναδιάρθρωσης, θα γίνουν γνωστά την 1η Σεπτεμβρίου, όταν θα δοθεί στη δημοσιότητα το σχέδιο της αναδιάρθρωσης, το οποίο συζητιέται με τους πιστωτές πίσω από κλειστές πόρτες. Την ίδια μέρα θα ανακοινωθούν και τα μέτρα που θα εφαρμοστούν στο εσωτερικό της χώρας για να επανέλθει στον «ορθό» δημοσιονομικά δρόμο. Εύκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα περιλαμβάνουν περικοπές στις κοινωνικές παροχές και, με βάση δηλώσεις της Α. Κρούγκερ, μέτρα για τη μείωση του εργατικού κόστους.

Η λιτότητα πίσω από τη χρεοκοπία

Η περιπέτεια του Πουέρτο Ρίκο χρήζει ωστόσο προσοχής για δύο λόγους. Η εξέτασή τους δε, πείθει ότι δεν πρόκειται και για τόσο εξωτική περιπέτεια…

Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με την υποκείμενη κρίση της εθνικής του οικονομίας. Εύκολα μπορεί να διαπιστώσει όποιος κάνει μια μικρή αναζήτηση στο διαδίκτυο ότι το παραγόμενο προϊόν της χώρας την τελευταία δεκαετία μειώθηκε κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες, παρότι μάλιστα στο παρελθόν ακολούθησε μια γενναιόδωρη πολιτική μείωσης της επιχειρηματικής φορολογίας για να προσελκύσει επενδύσεις. Η ύφεση οφείλεται στην μείωση των στρατιωτικών δαπανών του αμερικάνικού πενταγώνου, που αποστέρησε το Πουέρτο Ρίκο από μια εκ των σημαντικότερων πηγών εσόδων του, καθώς στα εδάφη του φιλοξενούνταν βάσεις του αμερικανικού στρατού. Η δημοσιονομική κρίση επομένως ήταν δευτερογενής. Πίσω από την αδυναμία πληρωμής του χρέους του βρίσκεται η πανταχού παρούσα λιτότητα η οποία στέρησε την τοπική οικονομία από πόρους που ελάμβανε σταθερά επί δεκαετίες και η μείωση των φορολογικών εσόδων από τις επιχειρήσεις. Με άλλα λόγια, η αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους είναι η άλλη όψη των περικοπών κρατικών κονδυλίων, του λιγότερου κράτους, και ενός άτυπου φορλογικού μειοδοτικού διαγωνισμού που έχει στηθεί σε όλο τον κόσμο με έπαθλο την προσέλκυση διεθνών επενδύσεων. Μακροχρόνια, το έπαθλο είναι ωστόσο η δημοσιονομική κρίση. Κι αν σήμερα η καμπάνα χτυπά για το μακρινό στην Ουάσινγκτον Πουέρτο Ρίκο, πολύ σύντομα θα χτυπήσει και για το Ιλινόις που με βάση δημοσιεύματα στέκεται στην ουρά να δηλώσει αδυναμία πληρωμών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, είναι προφανές, ότι οι ομοιότητες με την Ευρώπη είναι πολύ περισσότερες απ’ όσες αποκαλύπτει η πρώτη ματιά…

Η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους του Πουέρτο Ρίκο ωστόσο φέρνει στην επιφάνεια κι άλλο ένα κενό της παγκόσμιας οικονομίας κι αυτό είναι το δεύτερο αξιοπρόσεχτο σημείο. Την ανυπαρξία ενός κοινά συμφωνημένου πλαισίου για την αναδιάρθρωση επίσημων χρεών. Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ ιδιάζουσα, γιατί δεν πρόκειται ούτε για κράτος, ούτε και για Πολιτεία των ΗΠΑ. Επομένως δεν μπορεί να προσφύγει ούτε στο ΔΝΤ, που κι αυτό στερείται σχετικού πλαισίου διαθέτει ωστόσο σχετική τεχνογνωσία, ούτε στην ομοσπονδιακή διοίκηση της Ουάσινγκτον, για να ενεργοποιήσει για παράδειγμα τις διαδικασίες που ενεργοποιήθηκαν στο Ντιτρόιτ (υπαγωγή στο πτωχευτικό άρθρο 9), όταν χρεοκόπησε τον Ιούλιο του 2013. Για να δείξει την προθυμία του ότι θέλει να κινηθεί εντός των πλαισίων που θέτει το διεθνές οικονομικό σύστημα, το Πουέρτο Ρίκο και δεν επιδιώκει να ακολουθήσει το δρόμο της Αργεντινής ή του Ισημερινού, που προχώρησαν σε μονομερείς στάσεις πληρωμών, προσέλαβε την Α. Κρούγκερ. Ούτε αυτό όμως αρκεί, όπως φάνηκε, λόγω του ότι ακόμη και τα ομόλογα που εξέδιδε το Πουέρτο Ρίκο ήταν ένα μωσαϊκό τίτλων, που περισσότερο ομοιάζουν με δημοτικά ομόλογα παρά με κρατικά.

Οι πιστωτές αποφασίζουν

Το σημερινό πλαίσιο ή καλύτερα μη-πλαίσιο εναποθέτει τις διαδικασίες και τα μέσα που θα ακολουθηθούν στην περίπτωση που ένας κράτος δηλώσει αδυναμία πληρωμών, στην καλή θέληση των πιστωτών. Πρόκειται, ωστόσο, για διαδικασία εξ αρχής προβληματική και παγιδευμένη καθώς δεν πρόκειται για δύο ίσα μέρη. Προς επίρρωση η διεθνή εμπειρία, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ελλάδα αλλά όχι και μοναδικό, βάσει της οποίας τα κυριαρχικά δικαιώματα ανεξάρτητων κρατών ποδοπατούνται από τους πιστωτές και στο τέλος της δημοσιονομικής κρίσης, οι βαθμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής τους ικανότητας είναι το λιγότερο σε σημασία που έχουν χάσει. Μαζί έχουν απολέσει το τελευταίο ίχνος δημόσιας περιουσίας κι οι λαοί τους έχουν φτωχοποιηθεί. Οπότε η υποβάθμιση της θέσης τους είναι σχεδόν πάντα οριστική. Αυτό δε που απασχολεί περισσότερο τη διεθνή συζήτηση επί του θέματος είναι η μόνιμη θέση αδυναμίας πληρωμών στην οποία εισέρχονται, λόγω των επονείδιστων όρων αποπληρωμής του μέρους εκείνου του χρέους που τελικά ρυθμίζεται.

Εδώ η αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα είναι εξόφθαλμη και προκλητική. Γιατί, σε μια ιδιωτική επιχείρηση αρκεί μια ρύθμιση, ένας διακανονισμός που όσο κι αν συνοδεύεται από επιπλέον κόστος σε βάθος χρόνου δεν ισοδυναμεί με την οριστική της χρεοκοπία. Είναι  η περίπτωση όπου το «λιγότερο» νεοφιλελεύθερο κράτος ισούται με «μη κράτος», απ’ τη στιγμή που παραδίδεται στο έλεος των πιστωτών και των πανίσχυρων νομικών γραφείων που έχουν εξειδικευθεί σε κρατικές χρεοκοπίες. Κι εδώ επίσης η ομοιότητα του Πουέρτο Ρίκο με ό,τι συμβαίνει στα καθ’ ημάς, μόνο συμπτωματική δεν είναι…

Ρεσιτάλ υποκρισίας της ΕΕ για τους οίκους αξιολόγησης (Επίκαιρα, 14 Ιούλη 2011)

Μπορεί πολιτικοί ηγέτες και αξιωματούχοι της ΕΕ, ο ένας μετά τον άλλον, να ξιφουλκούν κατά των οίκων αξιολόγησης αποδοκιμάζοντας τον ρόλο και τις παρεμβάσεις τους, αλλά η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική: Οι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ακόμη κι αν δεν υπήρχαν θα έπρεπε να τους εφεύρουν… Η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ και οι συγκεκριμένες εταιρείες συνεργάζονται τόσο αρμονικά, συμπληρώνοντας η μια την άλλη, ώστε τα σύννεφα που σκιάζουν τώρα τις σχέσεις τους να χαρακτηρίζονται παροδικά, ανήμπορα να διαταράξουν μια χρόνια, λειτουργική σχέση.

Το πρώτο χτύπημα των οίκων αξιολόγησης ήρθε την προηγούμενη Δευτέρα 4 Ιούλη, όταν η Standard & Poor τίναξε στον αέρα το σχέδιο για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους που ως ακρογωνιαίο λίθο είχε την οικειοθελή συμμετοχή των ιδιωτών που κατέχουν ελληνικά ομόλογα. Αξίζει εδώ να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη σχετίζεται με τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης η οποία δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση όσο ωρίμαζε το σχέδιο με πρωταγωνιστές το Βερολίνο, την Αθήνα και την «διεθνή» των τραπεζιτών, που εκφράζεται μέσω του Ινστιτούτου Διεθνούς Χρηματοοικονομικής (Institute of International Finance), παρά τους επονείδιστους όρους που το συνόδευαν. Συγκεκριμένα, ετήσια τοκογλυφικά επιτόκια της τάξης του 8% ως προϋπόθεση για την μετακύλιση στα επόμενα 30 χρόνια των ομολόγων που λήγουν την επόμενη τριετία. Ενώ λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση, με το σκεπτικό πιθανά ότι κάποιος άλλος θα είναι τότε αυτός που θα διαχειριστεί την κατάσταση, όταν το σχέδιο ναυάγησε λόγω της αντίδρασης της S&P, τότε θυμήθηκε πως οι όροι ισοδυναμούν με «αυτοπυροβολισμό». Η δεύτερη παρατήρηση σχετίζεται με τα γεωπολιτικά παιχνίδια. Ειδικότερα, σε δημοσιεύματα που διάκεινται φιλικά απέναντι στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ η S&P εμφανίζεται ως άσσος στο μανίκι των δύο χωρών, δεδομένης της πρόσβασης που έχουν σ’ αυτήν τα εβραϊκά λόμπι και του θετικού ρόλου που μπορεί να παίξει στηρίζοντας την Ελλάδα. Αφήνοντας κατά μέρους το γεγονός πως όταν η επιρροή των εβραϊκών λόμπι στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα διατυπώνεται από όσους στέκονται κριτικά απέναντι στο Ισραήλ τότε χαρακτηρίζεται αντισημιτισμός και ρατσισμός, δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε την κραυγαλέα αντίφαση από τη στιγμή που αυτή ακριβώς η εταιρεία οδήγησε σε ναυάγιο το γαλλικό σχέδιο, με το οποίο συμφωνούσε πλήρως η ελληνική κυβέρνηση. Επομένως ποιά είναι η βοήθεια που θα προσφέρει;

Στα «σκουπίδια» η Πορτογαλία

Το δεύτερο χτύπημα των οίκων αξιολόγησης ήρθε την επόμενη μέρα με αφορμή την υποβάθμιση της Πορτογαλίας από την Moody’s κατά τέσσερις ολόκληρες μονάδες, που ως αποτέλεσμα είχε να την οδηγήσει στα Τάρταρα. Δηλαδή, στο επίπεδο των σκουπιδιών. Η απόφαση της Moody’s ανάγκασε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παρέμβει άμεσα δεδομένου ότι κανονικά, λόγω αυτής της βαθμολογίας, δεν θα έπρεπε να δέχεται τα ομόλογα της Λισσαβόνας ως ενέχυρο για την παροχή ρευστότητας στις πορτογαλικές τράπεζες. Το αδιέξοδο ξεπεράστηκε περιλαμβάνοντας και την Πορτογαλία στο ειδικό καθεστώς που έχουν ενταχθεί Ελλάδα και Πορτογαλία, βάση του οποίου οι τράπεζες επιτρέπεται να δίνουν ως ενέχυρα κρατικά ομόλογα, ανεξαρτήτως της βαθμολογίας τους, για να εξασφαλίζουν την ρευστότητά τους. Οι συνέπειες ωστόσο ξεπέρασαν τα σύνορα της Πορτογαλίας, με τις αποδόσεις για παράδειγμα των ιταλικών 10ετών ομολόγων να ξεπερνούν για πρώτη φορά από το 2008 το 5%, προκαλώντας φόβους για μετάδοση της κρίσης σε όλη την ευρωπαϊκή περιφέρεια. 

Ευρωπαϊκές μεγαλοστομίες

Η ανακοίνωση της Moody’s για την Πορτογαλία ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι στην ΕΕ. «Πρέπει να σπάσουμε το ολιγοπώλιο των οίκων αξιολόγησης», δήλωσε ο γερμανός υπουργός Οικονομικών υπογραμμίζοντας την πρωτοφανή συγκέντρωση που υπάρχει στον κλάδο με τρεις εταιρείες (Moody’s, S&P και Fitch) να νέμονται το 98% της αγοράς. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, κατηγόρησε πιο συγκεκριμένα την Moody’s ότι είναι ένοχη για «λάθη και υπερβολές». Ενώ η πιο καυστική δήλωση ήρθε από ανώνυμη πηγή και όπως δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα των Financial Times την Πέμπτη 7 Ιούλη ανέφερε πως «οι οίκοι αξιολόγησης εμπλέκονται στην πολιτική και όχι μόνο στη οικονομία. Ο χρόνος που επιλέγηκε για την υποβάθμιση δεν ήταν τυχαίος». Επί της ουσίας Βρυξέλλες και Βερολίνο κατηγόρησαν τους «3 μεγάλους» όπως συχνά περιγράφονται οι οίκοι αξιολόγησης ότι αξιοποιούν τις βαθμολογίες τους για να επηρεάσουν τις συζητήσεις που γίνονται στο εσωτερικό της ΕΕ για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, στην κατεύθυνση αποτροπής της συμμετοχής των ιδιωτών, δηλαδή τραπεζών και κατόχων ομολόγων. Για να δείξουν μάλιστα ότι είναι διατεθειμένοι να περιορίσουν την επιρροή των οίκων στην ΕΕ δήλωσαν ότι ξεκινά και η διερεύνηση της δυνατότητας δημιουργίας ευρωπαϊκού αντίστοιχου οίκου αξιολόγησης.

Αρχικά να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι βάζουν τους οίκους αξιολόγησης στο στόχαστρό τους. Για πρώτη φορά και με πύρινες μάλιστα δηλώσεις από την Μέρκελ, τον Σαρκοζύ κ.α. είχε γίνει την επομένη της κατάρρευσης της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, επ’ αφορμή τα «άριστα» που αφειδώλευτα προσέφεραν αυτές οι εταιρείες στις τράπεζες και τα προϊόντα που κατέρρευσαν, παρασύροντας την παγκόσμια οικονομία στην μεγαλύτερη κρίση, μετά από αυτή του 1929. Στην πράξη όμως δεν έλαβαν κανένα μέτρο, παρότι σωστά επεσήμαιναν την εξόφθαλμη σύγκρουση συμφέροντος από τη στιγμή που οι βαθμολογούμενοι πλήρωναν για να βαθμολογηθούν. Πως θα θωρακισθεί η ανεξαρτησία των αξιολογητών, εφ’ όσον τα κέρδη τους προέρχονται από τους αξιολογούμενους;

Αναντικατάστατοι οι «3 μεγάλοι»

Το ίδιο είναι το πιθανότερο να γίνει και τώρα, να μη ληφθεί δηλαδή κανένα μέτρο, κι αυτό για δύο λόγους. Κατά πρώτο, λόγω του ότι οι πρώτες διερευνήσεις δεν έχουν δώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ρεπορτάζ των Financial Times την Παρασκευή 8 Ιούλη κατέληγε ότι το συμπέρασμα από διάφορες ιδέες που κατατέθηκαν για την δημιουργία ενός ευρωπαϊκού αντίβαρου στην δύναμη των «3 μεγάλων» ήταν πως αυτό θα ήταν ελάχιστα αποτελεσματικό. Ο σημαντικότερος λόγος ωστόσο, για την απροθυμία των Ευρωπαίων να περιορίσουν την επιρροή των «3», σχετίζεται με την τεράστια προσφορά που έχουν οι οίκοι αξιολόγησης στην προώθηση της πολιτικής λιτότητας της ΕΕ, όπως ενσωματώθηκε και πιο πρόσφατα στο Σύμφωνο για το Ευρώ. Το έργο που έχουν αναλάβει οι τρεις αυτές εταιρείες είναι να λειτουργούν ως πολιορκητικός κριός για την επιβολή προγραμμάτων λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεων και περικοπών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στην περίπτωση της υποβάθμισης της Πορτογαλίας κανένας ευρωπαίος αξιωματούχος δεν βγήκε να υπερασπίσει την χώρα κάνοντας γνωστό το εμφανές: ότι το δημόσιο χρέος της Πορτογαλίας μόλις πριν δύο χρόνια ήταν σε απόλυτα ελέγξιμα και εντελώς ασφαλή επίπεδα. Εκτινάχθηκε ως αποτέλεσμα της γενικότερης ύφεσης και της λιτότητας. Κι αυτή μάλιστα η άγρια λιτότητα που επιβλήθηκε με αφορμή την υπαγωγή της Πορτογαλίας τον Μάιο στον «μηχανισμό χρηματοδότησης» λαμβάνοντας δάνειο ύψους 78 δισ. ευρώ δεν την έσωσε από την περαιτέρω υποβάθμιση. Όπως ακριβώς έγινε και με την Ελλάδα, διαψεύδοντας τις κυβερνητικές εξαγγελίες ότι η προσφυγή στον μηχανισμό θα οδηγούσε στην ανάκτηση της διεθνούς αξιοπιστίας.

Το έργο επομένως των οίκων αξιολόγησης είναι μοναδικό και αναντικατάστατο. Λειτουργώντας ως εξωτερικοί και υποτίθεται αντικειμενικοί παρατηρητές και βαθμολογητές πιέζουν στην κατεύθυνση της λιτότητας, χωρίς οι Βρυξέλλες να επωμίζονται το πολιτικό κόστος που θα αναλάμβαναν στην περίπτωση που ο οίκος αξιολόγησης ήταν ευρωπαϊκός. Κι όσο για τα προβλήματα που ενίοτε εμφανίζονται αποτελούν παράπλευρη απώλεια λόγω σύγκρουσης συμφέροντος. Κάτι που αποτελεί εκ των προτέρων γνωστή αδυναμία κάθε ανάθεσης έργου σε… εξωτερικό συνεργάτη.

 Δημόσιο χρέος της Πορτογαλίας ως ποσοστό του ΑΕΠ

2005  2006  2007            2008            2009            2010  2011* 2012*

62,8   63,9   68,3             71,6             83                93      101,7 107,4

* Προβλέψεις

Πηγή: Eurostat

Οι αιτίες της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης (Ομιλία στο συνέδριο για το χρέος, Αθήνα 6.5.11)

Η προσφυγή στο Μνημόνιο ΔΝΤ – ΕΕ ήταν μια πολιτική επιλογή που στόχευε: Πρώτο, την αφαίρεση κοινωνικών δικαιωμάτων και εργατικών κατακτήσεων, κατ’ απαίτηση του ελληνικού κεφαλαίου. Προς επιβεβαίωση δύο στοιχεία: Η πρόσφατη δήλωση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιώργου Προβόπουλου[1], ότι το 2010, τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του Μνημονίου, οι μισθοί μειώθηκαν κατά 14% και οι συντάξεις κατά 11%. Επίσης ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας[2] βάση της οποίας το ωριαίο κόστος εργασίας στην Ελλάδα το 2010 κατέγραψε ρεκόρ πτώσης της τάξης του 6,5%, όταν στην ΕΕ των 27 αυξήθηκε κατά 2% και στην ευρωζώνη των 17 αυξήθηκε κατά 1,4%.

Δεύτερο, την απαλλαγή των ξένων τραπεζών, ειδικότερα των γαλλο-γερμανικών που είχαν την μεγαλύτερη έκθεση, από τα ελληνικά ομόλογα, κατ’ απαίτηση των διεθνών πιστωτών. Προς επίρρωση πρόσφατα στοιχεία[3] που δείχνουν ότι τον χρόνο που πέρασε οι μεγάλες τράπεζες της Ευρώπης και των ΗΠΑ μείωσαν σημαντικά τις θέσεις τους στην ελληνική αγορά ομολόγων με αποτέλεσμα να μην κινδυνεύουν πλέον σημαντικά από μια αναδιάρθρωση ή παύση πληρωμών.

Η επιβολή παρόλα αυτά του αντισυνταγματικού Μνημονίου, παρά και ενάντια στη θέληση του ελληνικού λαού δικαιολογήθηκε με βάση την έκρηξη του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος. Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός κατά την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, το ΔΝΤ, την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο προκλήθηκαν από τις υψηλές κοινωνικές παροχές. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι τελείως διαφορετική. Οι ρίζες της ελληνικής κρίσης χρέους βρίσκονται στις παρακάτω αιτίες:

1. Ύφεση και μέτρα αντιμετώπισής της

Το ξέσπασμα της κρίσης τον Σεπτέμβριο του 2008, με αφορμή την κατάρρευση της Lehman Brothers οδήγησε σε μείωση τις καταναλωτικές δαπάνες και επίσης τα δημόσια και δη τα φορολογικά έσοδα σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Παράλληλα οι κρατικές παρεμβάσεις για την άμβλυνση των συνεπειών της κρίσης αύξησαν τις δημόσιες δαπάνες και διεύρυναν το έλλειμμα σε όλη την ΕΕ. Πολύ περισσότερο στην Ελλάδα.

2. Εθισμός του ελληνικού κεφαλαίου σε άμεσες ενισχύσεις

Η διάσωση των προβληματικών επιχειρήσεων την δεκαετία του ’80 και οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου των άμεσων ενισχύσεων προς τις επιχειρήσεις υπό την μορφή ρευστού. Σταθερά ωστόσο τις τελευταίες δεκαετίες οι ελληνικές επιχειρήσεις, ειδικότερα η αφρόκρεμα τους ενισχύονται με δις. κάθε χρόνο, υπό την μορφή αναπτυξιακών κινήτρων μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Τα σκάνδαλα και οι ρεμούλες ανθούν με συνεργούς τα δύο κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) και τις μεγάλες επιχειρήσεις, αυτές ακριβώς που επέβαλαν το Μνημόνιο και εμφανίζονται να ανησυχούν για τα ελλείμματα.

3. Ιδιωτικοποιήσεις

Με την επίκληση του εξορθολογισμού και της μείωσης του κράτους τα δημόσια έσοδα απώλεσαν πηγές εσόδων που απέδιδαν στο διηνεκές έναντι πινακίου φακής. Το παράδειγμα του ΟΤΕ που πουλήθηκε στην γερμανική Deutsche Telecom από την κυβέρνηση της ΝΔ κάτω από εντελώς αδιαφανείς διαδικασίες και με τίμημα που ισούταν με τα έσοδα του δημοσίου για έναν χρόνο είναι το πιο γνωστό αλλά δεν είναι και το μοναδικό. 

4. Εξοπλισμοί

Μια ματιά να ρίξει κανείς στα ποσά που δαπανώνται διεθνώς για εξοπλισμούς νομίζει πως η Ελλάδα είναι η στρατιωτική υπερδύναμη της Ευρώπης και της Μεσογείου. Ενδεικτικά, όταν κατά μέσο η ΕΕ των 27 δαπανά το 1,6% του ΑΕΠ της για εξοπλισμούς, η Ελλάδα αφιερώνει το 3,3%[4]. Ποσοστό διπλάσιο του μέσου ευρωπαϊκού και τριπλάσιου αυτού που δαπανούν άλλες γειτονικές χώρες όπως οι μεσογειακές ευρωπαϊκές. Πρόκειται δε για εξοπλισμούς εν πολλοίς αχρείαστους μια και επιβάλλονται από το ΝΑΤΟ εξυπηρετώντας τις επιθετικές, τρομοκρατικές του αποστολές και όχι τη φύλαξη των συνόρων.

5. Χαμηλή φορολογία του κεφαλαίου

Η Ελλάδα έχει ένα από τους χαμηλότερους λόγους φορολογικών εσόδων προς ΑΕΠ: 32,6% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ των 27 και την ευρωζώνη είναι 37% και στη Δανία που έχει τον υψηλότερο λόγο 48%. Τα χαμηλά φορολογικά έσοδα είναι ωστόσο απόρροια της χαμηλής, σχεδόν συμβολικής, φορολόγησης του κεφαλαίου. Αυτό φαίνεται από την μεγαλύτερη απόκλιση που εμφανίζουν οι συντελεστές φορολόγησης κεφαλαίου στην Ελλάδα σε σύγκριση με την ΕΕ: 15% είναι στην Ελλάδα όταν στην ευρωζώνη οι αντίστοιχοι φορολογικοί συντελεστές είναι 27%[5].

6. Συμμετοχή στην ευρωζώνη

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981 και στην ευρωζώνη το 2002 αρχικά επιτάχυνε τις διαδικασίες εκκαθάρισης κεφαλαίου εις βάρος της μεταποίησης, της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της συνολικής απασχόλησης και, φυσικά, των δημοσίων εσόδων. Πέραν αυτού η αιτία για το χαμηλό ποσοστό των εξαγωγών στο σύνολο του ΑΕΠ (21% έναντι 40% για τη ζώνη του ευρώ) πρέπει να αναζητηθεί στην υιοθέτηση μιας νομισματικής πολιτικής όχι απλώς ακατάλληλης αλλά διαμετρικά αντίθετης με τα συμφέροντα της ελληνικής οικονομίας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι η ελληνική οικονομία καλείται να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον ανατίμησης του «εθνικού» της νομίσματος μέσα σε μια 10ετία κατά 64% (τόσο έχει ανατιμηθεί το ευρώ έναντι του δολαρίου από τις 2/1/2002 μέχρι χθες) όταν κατά το παρελθόν ανά 7 χρόνια προέβαινε σε υποτιμήσεις. Αυτό το γεγονός, μαζί με τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Εε στην εφαρμογή αντιλαϊκών πολιτικών υπογραμμίζουν, κατά τη γνώμη μου, την ανάγκη εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την ΕΕ.

7. Εξυπηρέτηση δημόσιου χρέους

Οι δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους από το 1991 μέχρι και το 2011 ανήλθαν σε 513 δισ. Ευρώ (βλ. Πίνακα). Οι δε εξοφλήσεις βραχυπρόθεσμων τίτλων μόνο τα τελευταία 9 χρόνια (2003 – 2011) ανέρχονται σε 151 δισ. Εύκολα συνάγεται ότι τα τελευταία 20 χρόνια έχουμε πληρώσει δύο φορές το δημόσιο χρέος. (Ξεκάθαρη περίπτωση ανατοκισμού!)

Ο καταστροφικός ρόλος της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους στα δημόσια οικονομικά φαίνεται επίσης από το γεγονός ότι τα φορολογικά έσοδα (52,9 δισ. ευρώ) φθάνουν και περισσεύουν για τις απαραίτητες κοινωνικές δαπάνες : αποδοχές δημοσίων και συντάξεις, χρηματοδότηση ασφαλιστικών ταμείων και δαπάνες υπουργείου Υγείας, Παιδείας και Άμυνας (51,6 δις.). Λεφτά υπάρχουν λοιπόν αν σταματήσει να εξυπηρετείται το δημόσιο χρέος που μόνο φέτος για τόκους και χρεολύσια θα απορροφήσει 62 δισ. ευρώ. Τρεις φορές περισσότερα απ’ όσο οι αποδοχές και οι συντάξεις και δέκα φορές περισσότερα απ’ όσα θα πάνε στην Παιδεία. Να γιατί το δημόσιο χρέος δεν πρέπει να πληρωθεί. Το έχουμε ήδη πληρώσει πολλές φορές! Να γιατί πρέπει να διαγραφεί κάτω από μαζικούς λαϊκούς αγώνες που θα επιβάλλουν την ανατροπή του μνημονίου, της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και των πολιτικών λιτότητας.

Δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους κεντρικής κυβέρνησης, σε εκ. Ευρώ

Έτος

Χρεολύσια

Τόκοι

Παράλληλες δαπάνες

Σύνολο

 

1991

2.703

4.203

46

6.952

 

1992

6.406

4.123

71

10.600

 

1993

4.707

6.228

135

11.070

 

1994

7.162

8.990

190

16.342

 

1995

7.907

9.098

307

17.312

 

1996

10.263

9.641

339

20.243

 

1997

10.145

8.809

308

19.262

 

1998

9.682

9.018

170

18.870

 

1999

9.251

9.290

101

18.642

 

2000

13.131

9.499

58

22.688

 

2001

11.618

9.289

39

20.946

 

2002

20.280

8.535

59

28.874

 

2003

20.763

9.208

70

30.041

 

2004

18.444

9.283

72

27.799

 

2005

20.379

9.616

71

30.066

 

2006

16.589

9.441

56

26.086

 

2007

22.195

9.657

71

31.923

 

2008

26.246

11.134

72

37.452

 

2009

29.000

12.195

145

41.340

 

2010

19.510

12.950

0

32.460

 

2011

28.130

15.920

0

44.050

 

ΣΥΝΟΛΟ

314.511

196.127

2.380

513.018

 

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών, Κρατικοί προϋπολογισμοί

 


 

[1] Δημοσιεύθηκε στον Τύπο στις 19 Απρίλη με αφορμή την καθιερωμένη δημοσιοποίηση της έκθεσης του Διοικητή.

[2] Eurostat news release 42/2011,16 March 2011: Fourth quarter 2010 compared with fourth quarter 2009 – Euro area hourly labor costs rose by 1,6%.

[3] Πηγή: Bank of International Settlements. Δημοσιεύθηκαν στον ελληνικό Τύπο στις 21 Απρίλη.

[5] Eurostat: Taxation trends in the European Union, main results, 2010 edition.

Η πληρωμή του χρέους ως πεδίο αντιπαράθεσης (Πριν, 30/4/2011)

  • «Το ζήτημα του χρέους δεν αποτελεί απλά κάποιο οικονομικό – διαχειριστικό ζήτημα, αλλά ένα πολύ σύνθετο και πάνω απ’ όλα πολιτικό πρόβλημα που αγγίζει όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής», υποστηρίζει στο νέο του βιβλίο ο Γιάννης Τόλιος, με τίτλο Κρίση, απεχθές χρέος και αθέτηση πληρωμών, το ελληνικό δίλημμα (εκδόσεις Τόπος, 2011).

Στην τρέχουσα οικονομική κρίση και ειδικότερα την κρίση δημόσιου χρέους που περιδινίζεται η Ελλάδα και στις στρατηγικές για την αντιμετώπισή της είναι αφιερωμένο το νέο βιβλίο του Γιάννη Τόλιου, με τίτλο Κρίση, απεχθές χρέος και αθέτηση πληρωμών, το ελληνικό δίλημμα! (εκδόσεις Τόπος) που κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγες μέρες. Το βιβλίο χαρακτηρίζεται αρχικά για την επικαιρότητά του καθώς παρεμβαίνει σε μια συζήτηση που βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης εδώ και έναν τουλάχιστον χρόνο. Αυτή δε η παρέμβασή του γίνεται από θέσεις της Αριστεράς, σε αντιπαράθεση με τις θέσεις της κυβέρνησης και του μαύρου μνημονιακού μετώπου: ΔΝΤ και ΕΕ. Χαρακτηριστικά, παρουσιάζονται με τα πιο μελανά χρώματα οι δραματικές κοινωνικές συνέπειες από την μέχρι σήμερα εφαρμογή του Μνημονίου, καθώς και η έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων, η άλλη πλευρά δηλαδή, η λιγότερο… σκοτεινή του φεγγαριού: «Σε αντίθεση με το υψηλό ποσοστό φτώχειας, υπήρξε από την άλλη σταθερή αύξηση του στρώματος των εκατομμυριούχων», τονίζει ο Γιάννης Τόλιος. Μια θέση που την υποστηρίζει με στοιχεία και τις απαραίτητες παραπομπές σε πρωτογενές υλικό.

Η τρέχουσα οικονομική κρίση χαρακτηρίζεται αφετηριακά ως «προϊόν των αντιφάσεων του καπιταλισμού και των συνακόλουθων πολιτικών του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισής του». Κατά τη διερεύνηση των συγκεκριμένων αιτιών που οδήγησαν στην έκρηξη του δημόσιου χρέους ο συγγραφέας υπογραμμίζει τις έκτακτες, χρόνιες και ειδικές αιτίες που στο σύνολό τους καταδεικνύουν  ότι  …δεν «τα φάγαμε μαζί». Ότι δηλαδή η αύξηση του δημόσιου χρέους από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά ήταν αποτέλεσμα συνειδητών ταξικών επιλογών των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Με τα δικά του λόγια οι αιτίες των διπλών ελλειμμάτων (στα δημόσια οικονομικά και το ισοζύγιο πληρωμών) έχουν τις εξής αφετηρίες: «Αν η κρίση και τα ελλείμματα τη δημόσιας διαχείρισης συμπυκνώνουν τις ταξικές επιλογές της οικονομικής πολιτικής, τα ελλείμματα του ισοζυγίου πληρωμών συμπυκνώνουν τα ελλείμματα ανάπτυξης και αναταγωνιστικότητας, καθώς και την ποιότητα των σχέσεων μιας χώρας στο διεθνές σύστημα οικονομικών σχέσεων».

Ο Γιάννης Τόλιος παρουσιάζει επίσης με λεπτομέρειες τις ευθύνες της ΕΕ για την ελληνική κρίση, όχι μάλιστα μόνο σε ότι αφορά το από δω και πέρα στη βάση των πρόσφατων αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής στις 24 και 25 Μάρτη, αλλά και σε ότι αφορά το πώς φτάσαμε ως εδώ. Αναλύοντας, για παράδειγμα, τον τρόπο που η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη προετοίμασε την σημερινή κρίση, μέσω της συναλλαγματικής ισοτιμίας με την οποία κλείδωσε η δραχμή στο ευρώ. Καταλήγει δε πως «το τελικό αποτέλεσμα λειτουργίας της ευρωζώνης είναι η περιθωριοποίηση των περιφερειακών οικονομιών, σε βάρος του επιπέδου ζωής των εργαζομένων και των λαών και προς όφελος του χρηματιστικού κεφαλαίου και των ισχυρών οικονομιών, κυρίως της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας», τονίζει.

Άμεσα προκρίνει την δυνατότητα λογιστικού ελέγχου του δημοσίου χρέους, που θα επιτρέψει την διαγραφή μέρους ή όλου του χρέους, καθώς και ο ίδιος πρωταγωνιστεί στις σχετικές προσπάθειες που γίνονται για τη συγκρότηση επιτροπής το τελευταίο διάστημα. Αναφέρει μάλιστα στο βιβλίο του: «Ο δισταγμός υιοθέτησης της ιδέας άρνησης πληρωμής του “απεχθούς χρέους” και επαναδιαπραγμάτευση του υπόλοιπου από θέσεις ισχύος, καθώς και η αντίληψη μετάθεσης της λύσης του ζητήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βρίσκεται σε απόσταση από τις αντικειμενικές απαιτήσεις της ελληνικής κοινωνίας, δείχνοντας έλλειμμα εμπιστοσύνης στις λαϊκές δυνάμεις. Στην ουσία, επικαλούμενος τις δυσκολίες και τους κινδύνους ο ΣΥΝ μεταθέτει την επίλυση του προβλήματος από το εθνικό στο υπερεθνικό επίπεδο, στερώντας προοπτική στο κίνημα κατά του Μνημονίου, του Συμφώνου για το Ευρώ και της ελεγχόμενης πτώχευσης στο οποίο ο ίδιος πρωτοστατεί. Πρόκειται για καθαρά αμυντική και ταυτόχρονα αντιφατική στάση, που κυριαρχείται από τη λογική ότι είναι προτιμότερη η “πάση θυσία” παραμονή στην ευρωζώνη και ότι οι αναγκαίες ριζοσπαστικές αλλαγές είναι εφικτές μόνο στο σύνολο των χωρών και από όλους τους λαούς μαζί, παραγνωρίζοντας την ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη, τόσο γενικά μεταξύ καπιταλιστικών χωρών, όσο και ειδικά μεταξύ χωρών του “κέντρου” και της “περιφέρειας” της ΕΕ».

Η στρατηγική πρόταση του συγγραφέα, με την οποία ολοκληρώνει και την ανάλυσή του, συμπυκνώνεται στο ότι βασικός στόχος της περιόδου που διανύουμε είναι «η αλλαγή του συσχετισμού δύναμης και η ανάδειξη μιας προοδευτικής – αριστερής κυβέρνησης που θα εφαρμόσει ένα ανοικτό στη σοσιαλιστική προοπτική πρόγραμμα ριζοσπαστικών αλλαγών». Κατά την άποψή μου, το πρωτοφανές βάθος και ο μη αντιστρεπτός χαρακτήρας των αντιδραστικών αλλαγών που έχουν συντελεστεί στο πολιτικό σύστημα τα τελευταία χρόνια έχουν αφαιρέσει οριστικά και αμετάκλητα το έδαφος για να τελεσφορήσουν ακόμη και τα πιο γνήσια αριστερά κυβερνητικά πειράματα και να μπορέσουν να ικανοποιήσουν ακόμη και ώριμα εργατικά αιτήματα μέσω μεταρρυθμίσεων.  Η επίδειξη πυγμής από τον Νικολά Σαρκοζύ το 2010, όταν αρνήθηκε να πάρει πίσω την αντι-ασφαλιστική μεταρρύθμιση παρά τις 7 γενικές απεργίες που έγιναν όλο το χρόνο, κι όταν μάλιστα στο παρελθόν μία γενική απεργία αρκούσε για να καρατομηθεί συχνά και πρωθυπουργός κι όχι μόνο να ακυρωθούν κρίσιμα νομοσχέδια (βλέπε Σύμφωνο Προσωρινής Απασχόλησης), δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την σκλήρυνση της αστικής εξουσίας και την αναγκαιότητα των επαναστατικών, αντικαπιταλιστικών τομών.

Συνολικά πρόκειται για ένα βιβλίο που εξοπλίζει τον κόσμο του αγώνα και της Αριστεράς για την αναγκαία πάλη ενάντια στο Μνημόνιο, την κυβέρνηση, το ΔΝΤ και την ΕΕ καθώς βαθαίνει την ιδεολογική αντιπαράθεση.

Κ. Λαπαβίτσας: «Έρχεται βαθιά ύφεση, μείωση εισοδημάτων» (Πριν, 30/5/2010)

Συνολική αποτυχία ήταν το σχέδιο ένταξης της δραχμής στη ζώνη του ευρώ καθώς επιτάχυνε την πορεία καταστροφής του παραγωγικού ιστού της χώρας, η οποία με τη σειρά της δημιούργησε τα χρέη, υπογραμμίζει στο Πριν ο Κώστας Λαπαβίτσας. Στη συνέντευξή του αναφέρεται επίσης στις συνέπειες από την εφαρμογή των μέτρων του μνημονίου και τις δυνατότητες εξόδου από την κρίση, προς όφελος της εργατικής τάξης.

  • Σήμερα εφαρμόζονται οι πιο αποτυχημένες οικονομικές ιδέες της δεκαετίας του ’20

– Η μια χώρα της ευρωζώνης μετά την άλλη (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Γαλλία) ανακοινώνουν μέτρα λιτότητας. Τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζουν τις αιτίες της κρίσης και αποτελούν μονόδρομο για τους εργαζόμενους;

– Τα μέτρα αποτελούν εσπευσμένη αντίδραση στα φαινόμενα κρίσης που επανεμφανίστηκαν στις χρηματοπιστωτικές αγορές από το τέλος του 2009. Το πρόβλημα του κρατικού χρέους οδήγησε σε πτώση του ευρώ τους τελευταίους μήνες. Έκανε έτσι ιδιαίτερα επισφαλή τη θέση των ευρωπαϊκών τραπεζών. Για να σταθεροποιηθεί η κατάσταση, οι μηχανισμοί της ΕΕ και του ΔΝΤ παρείχαν τεράστια ποσά ρευστότητας, τα οποία ουσιαστικά πάνε στις τράπεζες. Ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις προσπαθούν βεβιασμένα να περιορίσουν τα ελλείμματά τους, ώστε να δείξουν ότι ελέγχουν το θέμα του δημοσίου χρέους.

Πρόκειται για πολύ κακή εξέλιξη για τους εργαζόμενους αλλά και την κοινωνία ολόκληρη. Το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης περνάει για μια ακόμη φορά στις πλάτες αυτών που δεν φταίνε για όσα συμβαίνουν. Αυτό γίνεται είτε ως  παροχή δημοσίων πόρων που καταλήγουν στις τράπεζες, είτε ως μείωση του λαϊκού εισοδήματος, περικοπή της κατανάλωσης και άνοδος της ανεργίας  λόγω της λιτότητας.

Τα μέτρα δείχνουν επίσης την ιδεολογική χρεοκοπία στην καρδιά της ευρωζώνης. Εν μέσω ήδη βαθειάς κρίσης, οι κυβερνήσεις επιβάλλουν αυστηρή λιτότητα με τη λογική ότι πρόκειται για «φάρμακο» το οποίο θα εξυγιάνει την οικονομία, η οποία θα επανέλθει κατόπιν σε ταχείς ρυθμούς μεγέθυνσης. Πρόκειται για τις πιο αποτυχημένες ιδέες στο χώρο της οικονομικής πολιτικής, για την οικονομική ιδεολογία η οποία επικρατούσε κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 πριν την εμφάνιση του Κέινς. Είναι εντυπωσιακή η διαφορά με την αμερικανική αστική τάξη που ακολουθεί αντίθετη πορεία διευρύνοντας τα ελλείμματα σε μια προσπάθεια να απαλύνει την ύφεση.

Τα μέτρα βεβαίως δεν αντιμετωπίζουν το δομικό πρόβλημα στην καρδιά της ευρωζώνης, δηλαδή την εμφάνιση χωρών του κέντρου, με μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, και χωρών της περιφέρειας, με αντιστοίχως μεγάλα ελλείμματα. Αντιθέτως, η επιβολή λιτότητας στην περιφέρεια θα κάνει τα πράγματα χειρότερα διότι θα εξασθενίσουν κι άλλο οι πιο αδύνατες οικονομίες. Θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο η κυριαρχία των χωρών του κέντρου, κυρίως της Γερμανίας.

Είναι λοιπόν απαραίτητο να υπάρξει αντίσταση από πλευράς των εργαζομένων. Δεν πρόκειται καθόλου για μονόδρομο, αλλά για την επιβολή απαρχαιωμένων και σκληρά ταξικών πολιτικών, οι οποίες θα κάνουν τα πράγματα πολύ χειρότερα για τους λαούς της Ευρώπης.

– Στην Ελλάδα, ποιο ήταν το απώτερο ζητούμενο από την ενεργοποίηση του περίφημου «μηχανισμού διάσωσης» και την προσφυγή στο ΔΝΤ;

– Η ελληνική οικονομία βρίσκεται καταπρόσωπο με τη χρεοκοπία ήδη από το 2009. Είναι άκρως απίθανο να μπορέσει από μόνη της να αντιμετωπίσει τον τεράστιο όγκο του χρέους. Εάν χρεοκοπήσει η Ελλάδα όμως, θα βρεθούν σε δύσκολη θέση οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες, ιδίως δε αν το φαινόμενο επεκταθεί και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η γερμανική κυβέρνηση άργησε να αντιληφθεί αυτή τη διάσταση της κρίσης, που της έγινε ξεκάθαρη μόνο μετά τη μεσολάβηση του ΔΝΤ με διάφορες επισκέψεις στο Βερολίνο.

Ο μηχανισμός, λοιπόν, αποβλέπει στην αποτροπή άμεσης χρεοκοπίας της Ελλάδας, η οποία θα ήταν αναπόφευκτη το Μάιο. Δε λύνει όμως το βαθύτερο πρόβλημα που είναι ο όγκος του χρέους που συνθλίβει την ελληνική οικονομία. Η χρεοκοπία παραμένει πιθανή στο εγγύς μέλλον. Ο μηχανισμός εξασφαλίζει ένα χρονικό περιθώριο για τις μεγάλες τράπεζες του κέντρου ώστε να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο ελληνικής χρεοκοπίας. 

– Με βάση την διεθνή εμπειρία ποια θα είναι η επόμενη μέρα από την εφαρμογή του προγράμματος του ΔΝΤ; Τι θα σημάνει για την ελληνική οικονομία;

– Είναι προφανές ότι θα υπάρξει βαθύτατη ύφεση, με πτώση της κατανάλωσης, πτώση των επενδύσεων και μεγάλη άνοδο της ανεργίας. Η ελληνική οικονομία θα συρρικνωθεί δραστικά, τα εισοδήματα θα πέσουν και οι εισοδηματικές διαφορές, που είναι ήδη πολύ μεγάλες, θα γιγαντωθούν. Είναι απίθανο να υπάρξει ουσιαστική άνοδος των εξαγωγών δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει υποτίμηση.

Από την άλλη, είναι πιθανό ότι θα περιοριστεί το έλλειμμα του δημοσίου και άρα θα πάψει η διόγκωση του χρέους. Το παράδοξο είναι όμως ότι, επειδή θα συρρικνωθεί δραστικά η οικονομία, το βάρος του χρέους  θα μεγαλώσει σημαντικά ως προς το εθνικό εισόδημα. Θα βρεθεί δηλαδή η Ελλάδα ακόμη πιο χρεωμένη, έστω κι αν περιοριστεί ο συνολικός όγκος του χρέους. Με τις εκτιμήσεις του ίδιου το ΔΝΤ, ο λόγος χρέους προς εθνικό εισόδημα θα είναι 120% το 2020, ενώ τώρα είναι περίπου 115%.

Με δυο λόγια, οι έλληνες εργαζόμενοι θα μπουν σε ένα τούνελ περικοπών, ανεργίας και μείωσης μισθών για μία δεκαετία, ενώ το αποτέλεσμα θα είναι να βρεθεί η Ελλάδα ακόμη πιο χρεωμένη. Πρόκειται για τραγική εξέλιξη διότι, αν συμβεί κάτι τέτοιο, ο παραγωγικός ιστός θα βρεθεί πολύ πιο εξασθενημένος και είναι πιθανό να χαθεί μια ολόκληρη γενιά, είτε μέσω της ανεργίας, είτε μέσω της μετανάστευσης.

– Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, όπως προωθείται από κέντρα του ιμπεριαλισμού, συμφέρει τους εργαζόμενους ή είναι ολότελα εχθρική λύση;

– Η αναδιάρθρωση είναι στην ουσία ένας εύσχημος τρόπος για να αναλάβουν κάποιο από το κόστος του χρέους οι πιστωτές. Το ζήτημα είναι ποιός θα έχει τον έλεγχο της διαδικασίας. Αν τον κρατήσουν οι πιστωτές και τα κομμάτια του ελληνικού κεφαλαίου τα οποία επίσης κατέχουν δάνεια, οι εξελίξεις δεν θα είναι καθόλου καλές για τα λαϊκά στρώματα αλλά και την οικονομία γενικότερα. Μπορεί, για παράδειγμα, να οδηγηθούμε σε μεταβίβαση των ελληνικών τραπεζών στην ιδιοκτησία του ξένου κεφαλαίου. 

Αυτό που χρειάζεται είναι να γίνει παύση πληρωμών με λαϊκό και δημοκρατικό έλεγχο. Να υπάρξει καταρχήν διαφάνεια στο ποιός κατέχει το χρέος, με ποιούς όρους έχει συναφθεί και ποιός φέρει το βάρος. Οι διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές θα πρέπει να γίνουν συντεταγμένα, με ξεκάθαρους στόχους και αποβλέποντας σε σημαντική συρρίκνωση του χρέους ώστε να ανασάνει η οικονομία. Στη βάση της ιστορικής εμπειρίας, το λεγόμενο ‘κούρεμα΄ θα πρέπει να είναι τουλάχιστον της τάξης του 50%-60%.

  • Δυνατότητα για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό
  • Είναι ανάγκη η Αριστερά να οικοδομήσει ευρύτερα μέτωπα

– Τι μέλλον έχει ο ελληνικός καπιταλισμός εντός του ευρώ;

– Η ένταξη του ελληνικού καπιταλισμού στο ευρώ είναι συνολική αποτυχία. Μετά μία δεκαετία, η Ελλάδα βρέθηκε με εξασθενημένο παραγωγικό μηχανισμό και εντάχθηκε για τα καλά στην περιφέρεια της Γερμανίας. Αδυνατώντας να ανταγωνιστεί τις χώρες του κέντρου, το ελληνικό κεφάλαιο έδωσε βάρος στην εγχώρια κατανάλωση βασισμένη στο δανεισμό. Παράλληλα αξιοποίησε το ευρώ ώστε να επεκταθεί σε γειτονικές χώρες, κυρίως οι τράπεζες, που είναι ο μεγάλος ωφελημένος του ευρώ. Η στρατηγική αυτή απέτυχε διότι η παραγωγική υποχώρηση της εγχώριας οικονομίας τελικά δημιούργησε χρέη τα οποία δεν μπορούν να στηριχτούν. Στο πλαίσιο αυτό φάνηκαν ξεκάθαρα και οι εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού κράτους, δηλαδή η διαφθορά και ο σκληρός ταξικός του χαρακτήρας. Με τα μέτρα που πάρθηκαν τώρα και με τη προοπτική της χρεοκοπίας στο σύντομο μέλλον, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα. Είναι επιτακτική ανάγκη η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη.

– Σε ποιους στόχους μπορεί να συμπυκνωθεί μια φιλολαϊκή – αντικαπιταλιστική πρόταση διεξόδου από την κρίση;

– Η κρίση είναι μια τεράστια ευκαιρία για να υπάρξει βαθειά κοινωνική αλλαγή, η οποία θα αλλάξει την ισορροπία ισχύος υπέρ της εργασίας ανοίγοντας παράλληλα το δρόμο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό οικονομίας και κοινωνίας. Η Αριστερά πρέπει να δημιουργήσει πρόγραμμα το οποίο θα λύνει τα προβλήματα της κρίσης υπέρ της εργατικής τάξης, ενώ θα βάζει τις βάσεις για σοσιαλιστική αλλαγή. Θα πρέπει δηλαδή το πρόγραμμα να είναι όχι μόνο αντικαπιταλιστικό αλλά και με σοσιαλιστική στόχευση σε βάθος χρόνου.

Ορισμένα μέτρα είναι προφανή, κυρίως αυτά που θα αντιμετωπίσουν την άμεση πίεση από την κρίση. Θα πρέπει να γίνει παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ. Αμέσως θα τεθεί θέμα δημοσίου ελέγχου των τραπεζών και μεγάλων τομέων της οικονομίας, ώστε αφενός να προστατευτούν και αφετέρου, να λειτουργήσουν ως βάση για τη συνολική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Η έξοδος από το ευρώ θα φέρει υποτίμηση τονώνοντας έτσι την παραγωγή. Από την άλλη θα χτυπήσει το εργατικό εισόδημα και άρα θα χρειαστεί πολιτική αναδιανομής από τους πλούσιους στους φτωχούς ώστε να περιοριστεί το πλήγμα. Η εμπειρία από άλλες χώρες που έκαναν παύση πληρωμών με υποτίμηση είναι ότι η παραγωγή ανακάμπτει ταχέως, ενώ περιορίζεται πολύ η άνοδος της ανεργίας. Στη βάση αυτή θα μπορέσει να διαμορφωθεί βιομηχανική πολιτική η οποία θα τονώσει τις επενδύσεις και θα κατευθύνει την οικονομία προς νέους τομείς που θα δημιουργούν απασχόληση. Θα γίνει δηλαδή εφικτή η σοσιαλιστική αλλαγή της χώρας.

Είναι προφανές ότι όλα αυτά απαιτούν δραστική αλλαγή του κράτους. Το σημερινό διεφθαρμένο και βαθειά ταξικό κράτος θα πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων. Είναι απαραίτητο να υπάρξει διαφάνεια και λαϊκός έλεγχος από τα κάτω. Η αλλαγή υπέρ της εργασίας στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού δε μπορεί να γίνει χωρίς δημοκρατία στους κρατικούς μηχανισμούς. Θα πρέπει οι εργατικές και λαϊκές δυνάμεις στη χώρα να αποκτήσουν κυριότητα επί του κράτους με διαφάνεια και δημοκρατία.

Μπορεί η Αριστερά να σηκώσει τέτοιο βάρος; Η ιστορική πρόκληση είναι πολύ μεγάλη, αλλά και οι κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να κάνουν την αλλαγή είναι ορατές. Υπάρχει μεγάλο πεδίο για συμμαχία εργατικών, μικροαστικών και αγροτικών στρωμάτων που θα στηρίξουν ένα τέτοιο πρόγραμμα. Απομένει να δούμε αν η Αριστερά έχει τη δύναμη να διαμορφώσει τα μετωπικά σχήματα που είναι απαραίτητα. Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες.