Αβεβαιότητα για τη διεθνή οικονομία (Διπλωματία, 1ος/2009)

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ 

Ένα ερώτημα πλανιέται πάνω απ’ όλο τον κόσμο στην αυγή της νέας δεκαετίας: Θα είναι οριστική η έξοδος από την ύφεση που με σαφήνεια καταγράφηκε το 2009 μεταξύ δευτέρου και τρίτου τριμήνου; Ή, αποτελεί μόνο το τέλος του πρώτου μέρους της κρίσης, με τα χειρότερα να ακολουθούν;

Το 2009 η παγκόσμια οικονομία βυθίστηκε στην κόλαση και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ξαναείδε τον παράδεισο. Η είσοδος του 2009 φαινόταν να ισοδυναμεί με κινούμενη άμμο, την ίδια εκείνη κινούμενη άμμο που τον Σεπτέμβριο του 2008 είχε παρασύρει την Lehman Brothers. Το πρώτο τρίμηνο του έτους, η πτώση της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής κατά 20%, των εξαγωγών της Ιαπωνίας κατά 50% και της τιμής του πετρελαίου από τα 147 δολ. το βαρέλι που ήταν το καλοκαίρι του 2008 στα 35 δολ. έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι το 2009 η παγκόσμια οικονομία θα βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση.

Τα πράγματα τελικά εξελίχθηκαν καλύτερα και όλες οι οικονομίες μέχρι το τέλος του 2009 εξήλθαν τυπικά της ύφεσης καταγράφοντας θετικούς – έστω και οριακά – ρυθμούς μεγέθυνσης. Τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά. Η έξοδος από την ύφεση κι η αργή αλλά σταθερή βελτίωση των ρυθμών μεγέθυνσης δεν μπορεί να συγκαλύψει τις πρωτοφανείς μετατοπίσεις που σημειώθηκαν, ως αποτέλεσμα της περιδίνησης της κρίσης, σε τέσσερις  κατευθύνσεις, οι δύο πρώτες εκ των οποίων αμφισβητούν τον οριστικό χαρακτήρα της εξόδου από την κρίση: Αρχικά, στην ανάδυση ενός μοντέλου μεγέθυνσης πολύ πιο άδικου κοινωνικά από το προηγούμενο καθώς θα συνοδεύεται από υψηλή ανεργία. Δεύτερο, στην μετάσταση της κρίσης στα δημόσια οικονομικά, που ανέλαβαν το κόστος της εξόδου από την κρίση. Τρίτο, στην μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας από τη Δύση στην Ανατολή και, τέταρτο, στην αναβάθμιση του κύρους του εθνικού κράτους και την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας των αγορών.

Λίγες ημέρες μετά τις πανηγυρικές εκδηλώσεις στο Βερολίνο για την συμπλήρωση 20 χρόνων από την πτώση του Τείχους η Παγκόσμια Υπηρεσία του βρετανικού δικτύου του BBC διενήργησε μια δημοσκόπηση για να διαπιστώσει το κύρος που χαίρει η ελεύθερη οικονομία. Προς έκπληξη πολλών, το 51% από τους 30.000 ερωτηθέντες απάντησε πως ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς αντιμετώπιζε εγγενή προβλήματα που έπρεπε να λυθούν με ρύθμιση και μεταρρυθμίσεις. Το 23% ζητούσε ένα εντελώς νέο σύστημα, ποσοστό που στη Γαλλία άγγιζε το 47%. Στις περισσότερες δε από τις μισές χώρες η συντριπτική πλειοψηφία ήθελε οι κυβερνήσεις τους να πάρουν οι ίδιες τον έλεγχο των μεγάλων βιομηχανιών, ενώ το 67% του συνόλου ζητούσε από το κράτος να παρέμβει πιο αποφασιστικά στην αναδιανομή του πλούτου.

Είναι εμφανές ότι τα εντελώς απροσδόκητα αυτά αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να είχαν καταγραφεί σε παλιότερες χρονικές περιόδους, όταν άπαντες υποκλίνονταν στην ελεύθερη αγορά και την ιδιωτική οικονομία. Το κράτος αποκατέστησε το χαμένο του κύρος υπό το βάρος δύο εξελίξεων: της παταγώδους, καταστροφικής αποτυχίας των απορρυθμισμένων αγορών και επίσης των σωτήριων παρεμβάσεών του με τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης τα οποία αποκατέστησαν ξανά την ομαλή κυκλοφορία στις αρτηρίες του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Τρία διαφορετικά και πολύ πρόσφατα γεγονότα, που δεν συνδέονται μεταξύ τους, επιβεβαιώνουν το αναβαθμισμένο κύρος του εθνικού κράτους και την επιστροφή της πολιτικής. Το πρώτο συνέβη στην Ισλανδία, όταν την Τρίτη 5 Ιανουαρίου ο πρόεδρος της χώρας άσκησε το δικαίωμα αρνησικυρίας που διέθετε στην απόφαση της κυβέρνησης να φεσώσει τον κάθε κάτοικο της χώρας με 20.000 ευρώ για να αποζημιωθούν οι Άγγλοι κι οι Ολλανδοί που έχασαν τις αποταμιεύσεις τους τον Οκτώβριο του 2008 με την κατάρρευση της Icesave. Η υπερήφανη στάση των Ισλανδών και μέρους του πολιτικού τους κόσμου, που θα επιβεβαιωθεί και με δημοψήφισμα, αμφισβητεί την προτεραιότητα που δίνουν οι περισσότερες κυβερνήσεις στις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας ακόμη κι όταν αυτές λειτουργούν καταστρεπτικά για το μέλλον της, φαλκιδεύοντας την μελλοντική της ανάπτυξη. Το δεύτερο περιστατικό συνέβη στην Αργεντινή με την απόφαση της προέδρου, Κριστίνα Κίρχνερ, να απολύσει τον κεντρικό τραπεζίτη της χώρας, επειδή αρνούταν να εκτελέσει τις πολιτικές της αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας επικαλούμενος την ανεξαρτησία του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος, που έχει εξελιχθεί σε ασυδοσία. Η απόλυση του Μαρτίν Ρεδράδο, που ακυρώθηκε λίγα 24ωρα μετά από το συνταγματικό δικαστήριο της χώρας, είναι βέβαιο ότι θα σκόρπισε χαρά σε πολλά προεδρικά μέγαρα της γηραιάς ηπείρου, που δεν χάνουν ευκαιρία να βάλλουν εναντίον των υπερεξουσιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία λειτουργώντας  με αποκλειστικό κριτήριο την συγκράτηση του πληθωρισμού, υποσκάπτει συστηματικά την ανάπτυξη, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Ο γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζύ, για παράδειγμα έχει επανειλημμένες φορές ζητήσει την πολιτική λογοδοσία της ΕΚΤ. Το έπραξε ξανά και στις 7 Ιανουαρίου σε ένα διεθνές συνέδριο με τίτλο Νέα Τάξη – Νέος Καπιταλισμός, όπου δήλωσε ότι το Παρίσι θα καταστήσει την πολιτική των συναλλαγματικών ισοτιμιών κεντρικό θέμα της γαλλικής προεδρίας στην Ομάδα των 8 και των 20 πλουσιοτέρων κρατών της γης (G8 και G20), ζητώντας να αφαιρεθεί προφανώς αυτή η λειτουργία από τις αγορές και τις κεντρικές τράπεζες.

Ο γάλος πρόεδρος δεν έχασε την ευκαιρία να επιτεθεί εναντίον της διπλής απειλής που συνιστούν για το ευρώ από τη μια το δολάριο («δεν μπορούμε να αποκαταστήσουμε την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας στην Ευρώπη και το δολάριο να χάνει το 50% της αξίας του έναντι του ευρώ», τόνισε) κι από την άλλη το υποτιμημένο κινέζικο νόμισμα που δίνει μια τρομερή ώθηση στις κινέζικες εξαγωγές. Η επίθεσή του κατά της συναλλαγματικής πολιτικής του Πεκίνου εκφράζει την εντεινόμενη ανησυχία της Δύσης από την άνοδο της οικονομικής επιρροής της Κίνας κι ευρύτερα της Ανατολής, όπως πιστοποιείται από πολλά γεγονότα. Σημαντικότερο όλων ήταν η κατάκτηση από το Πεκίνο του πρώτου βάθρου στις παγκόσμιες εξαγωγές το οποίο μέχρι πέρυσι κι επί δεκαετίες κατείχε η Γερμανία. Το 2009 ήταν κακή χρονιά για τον ανταγωνισμό της Γερμανίας με την Κίνα γιατί η ατμομηχανή της Ευρώπης παρέδωσε επίσης στον ασιατικό γίγαντα και το τρίτο βάθρο που κατείχε στην παγκόσμια οικονομική κατάταξη, μετά τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Διατυπώνονται δε βάσιμες προβλέψεις πως φέτος η Κίνα θα κατακτήσει και το δεύτερο βάθρο, εκπαραθυρώνοντας αυτή τη φορά την Ιαπωνία. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης πως η Κίνα έπαιξε το ρόλο που παραδοσιακά ανήκε στις ΗΠΑ, απορροφώντας τις εξαγωγές των ασιατικών χωρών, με αποτέλεσμα να αποκτά βάθος η οικονομική ενοποίηση της Ασίας και αυξημένο πολιτικό κύρος η Κίνα που γίνεται ατμομηχανή εξόδου της ηπείρου από την κρίση. Έτσι, για παράδειγμα, οι εξαγωγές της Νότιας Κορέας τον Δεκέμβρη στην Κίνα σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου χρόνου αυξήθηκαν κατά 94%, της Ταϊβάν κατά 91%, της Μαλαισίας κατά 93%, κοκ, όταν οι εισαγωγές αυτών των χωρών στις ΗΠΑ και την ΕΕ συνέχισαν να μειώνονται ή παρέμειναν στάσιμες. Συνολικά οι εισαγωγές της Κίνας τον Δεκέμβρη αυξήθηκαν κατά 56% και το ΑΕΠ της κατά 8%, ως αποτέλεσμα του δημοσιονομικού πακέτου στήριξης που εκταμίευσε το Πεκίνο για να τονώσει την οικονομία, ύψους 586 δισ. δολ.

Η Κίνα όμως δεν ήταν η μοναδική χώρα που ξόδεψε μυθικά ποσά για να στηρίξει τον ιδιωτικό τομέα, σε ένα πρόγραμμα κρατικής παρέμβασης χωρίς προηγούμενο τις τελευταίες δεκαετίες. Η διαφορά της Κίνας με τις υπόλοιπες χώρες ήταν πως εκεί τα χρήματα διοχετεύθηκαν στην οικονομία, τονώνοντας την ενεργό ζήτηση όπως φαίνεται από τα παραπάνω στοιχεία. Στις περισσότερες χώρες αντίθετα του ΟΟΣΑ και σίγουρα στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ είδαμε το εξής παράδοξο: Τα δημόσια ταμεία να αδειάζουν, οι τιμές των μετοχών να απογειώνονται και από την άλλη το διαθέσιμο εισόδημα να βυθίζεται και η ανεργία να εκτοξεύεται.

«Το αποτέλεσμα των χρηματοδοτικών πακέτων σε κάθε σχεδόν χώρα από την ομάδα των 20 μεγαλύτερων χωρών ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε επίπεδα τόσο υψηλά ώστε δεν θα υπάρχουν τα πολεμοφόδια για να διεξαχθεί άλλος οικονομικός πόλεμος και ένας λογαριασμός για να καθαρισθεί αυτή η ακαθαρσία τον οποίο οι φορολογούμενοι θα νιώθουν ακόμη και στην επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δείχνουν ότι κατά μέσο όρο τα ελλείμματα των προηγμένων κρατών ανέρχονταν στο 1,9% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένεται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το χρέος του δημόσιου τομέα αναμένεται να εκτιναχθεί από ένα μέσο όρο της τάξης του 78% το 2007 στο 118% το 2014», ανέφεραν οι Financial Times στις 26 Νοέμβρη 2009. Με τις εκτιμήσεις τους φαίνεται καθαρά ότι τα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν αποτελούν την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Οι αιτίες τους πρέπει να αναζητηθούν στις αποστολές διάσωσης κατεπείγοντος μάλιστα χαρακτήρα που ανέλαβε το κράτος την τελευταία διετία σε Ανατολή και Δύση, για να αποτρέψει μια συστημική κατάρρευση. Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στις ΗΠΑ, με τις περισσότερες πολιτείες (Καλιφόρνια, Μίτσιγκαν, κ.α.) να βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, απολύοντας δημόσιους υπαλλήλους και περικόπτοντας μαζικά κοινωνικές δαπάνες για υγεία και παιδεία.

Τα χρήματα που δαπάνησε όμως το κράτος δεν κατευθύνθηκαν στην παραγωγική οικονομία, αλλά στην πλασματική, σε τράπεζες και χρηματιστήρια που φέρουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Έτσι, το 2009 στις ΗΠΑ ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones έκλεισε με κέρδη 19% κι ο δείκτης των εταιρειών νέων τεχνολογιών με κέρδη 22%. Το ίδιο και στην Ευρώπη: ο γαλλικός δείκτης CAC 40 έκλεισε με κέρδη 22%, ο γερμανικός DAX με κέρδη 34% κι ο βρετανικός FTSE με κέρδη 22%, που δεν είχε καταγράψει ποτέ άλλοτε από το 1997! Πραγματικό πάρτι την ίδια ώρα που η παραγωγή μειώθηκε τον χρόνο που μας πέρασε στην Αγγλία κατά 5,8% και το βρετανικό δημόσιο το 2009 και το 2010 θα δανειστεί συνολικά περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει δανειστεί η βρετανική κυβέρνηση από το 1692 μέχρι το 1997!

Στην πραγματική οικονομία όμως η μία αρνητική είδηση διαδέχεται την άλλη. Στην ΕΕ η ανεργία το Νοέμβριο έπληττε 15,7 εκ. εργαζόμενους φθάνοντας το 10%. Κι ήταν η πρώτη φορά αφότου εισήχθηκε το ευρώ που η ανεργία στην ευρωζώνη άγγιξε διψήφια ποσοστά. Συνέβη μάλιστα αυτό όταν η παραγωγή είχε αρχίσει να αυξάνεται! Στο ίδιο ακριβώς ποσοστό βρέθηκε η επίσημη ανεργία και στις ΗΠΑ. Υπολογίζεται μάλιστα πως αν συμπεριληφθούν κι όσοι έπαψαν να ψάχνουν για δουλειά λόγω απογοήτευσης η πραγματική ανεργία ξεπερνάει σημαντικά το 10%. Τα χειρότερα ωστόσο έπονται. «Η ανεργία στην ευρωζώνη αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνει μέχρι το μέσο του χρόνου, ενώ η ανεργία στις ΗΠΑ είναι πιθανό να μείνει στο επίπεδο του 10% ή ελαφρώς υψηλότερα από τώρα μέχρι το καλοκαίρι», ανέφεραν οι Financial Times από την πρώτη τους κιόλας σελίδα στο φύλο του Σαββατοκύριακου 9 – 10 Ιανουαρίου 2010. Η δραματική εικόνα συμπληρώνεται από τις εύστοχες παρατηρήσεις του νέου προέδρου της ΕΕ, Χέρμαν Βαν Ρομπέι, στο συνέδριο του Χριστιανοκοινωνικού κόμματος της Γερμανίας στις αρχές Ιανουαρίου, ο οποίος τόνισε πως η μείωση των επενδύσεων κι η άνοδος της ανεργίας αποκτούν ενδημικό χαρακτήρα στην Ευρώπη, ενώ σε ορισμένες χώρες όπως στην Ιταλία, την Αγγλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο υπάρχει «ταχεία αποβιομηχάνιση».

Αν συνθέσουμε την παραπάνω άκρως νοσηρή εικόνα, δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα της ευρύτερης κρίσης – απογείωση των τιμών των μετοχών στα χρηματιστήρια ως αποτέλεσμα των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης – και αύξησης της ανεργίας με αποψίλωση της παραγωγικής βάσης, τότε το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει και νέα κρίση, αλλά μόνο το πότε θα ξεσπάσει…

Άγρια λιτότητα υπό την επίκληση του ΔΝΤ (Πριν, 25/1/2009)

Χρονιά βαθιάς κρίσης το 2008

ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΤΟ 2009

Ούτε και οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί κατά την έναρξη του 2008 δεν μπόρεσαν να περιγράψουν το βάθος και την έκταση που προσέλαβε η οικονομική κρίση τη χρονιά που πέρασε. Πέρα για πέρα αντιπροσωπευτική του ευρύτερου κλίματος ήταν η κατακρήμνιση των χρηματιστηριακών δεικτών. Από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Τόκιο, την Ευρώπη και τους αναδυόμενους γίγαντες της Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας και Κίνας οι απώλειες που κατέγραψαν οι χρηματιστηριακοί δείκτες ξεπέρασαν το 40%. Η δε χρηματιστηριακή αξία, η κεφαλαιοποίηση των αγορών κατέγραψε ελεύθερη πτώση. Μόνο στη Νέα Υόρκη κατά το χρόνο που πέρασε παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη «εξαΰλωση» κεφαλαιακής αξίας από την εποχή της Μεγάλης Κρίσης του 1929, ύψους 6,9 τρισ. δολ. Στο σύνολο των διεθνών χρηματιστηρίων οι ζημιές που καταγράφηκαν ξεπερνούν τα 30 δισ. δολ., ποσό διπλάσιο από το ΑΕΠ των ΗΠΑ! Το συμπέρασμα πως η τρέχουσα κρίση είναι δομική και ιστορικού χαρακτήρα, κατά πολύ βαθύτερη από αυτή της δεκαετίας του ’70 επιβεβαιώνεται και από μια σειρά άλλα μεγέθη που εκφράζουν περισσότερο ευθύγραμμα τις τάσεις στο παραγωγικό κεφάλαιο και την ευρύτερη, πραγματική λεγόμενη οικονομία. Έτσι, αρνητικοί ρυθμοί μεγέθυνσης – συρρίκνωση δηλαδή του παραγόμενου προϊόντος, τεράστιες ζημιές ακόμη και χρεοκοπίες κολοσσών πολύ πέραν των τραπεζών, κάθετη πτώση της καταναλωτικής ζήτησης, απολύσεις, μειώσεις μισθών και απότομη όξυνση του κοινωνικού ζητήματος μαζί με αλλεπάλληλες χρεοκοπίες τύποις πλέον κυρίαρχων κρατών συνθέτουν το πιο ζοφερό παζλ το οποίο δυστυχώς θα μας συντροφεύει και το νέο χρόνο. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι το 2009 θα κάνει την εμφάνισή του ένα νέο, μαζικό κύμα χρεοκοπιών, πολύ μαζικότερο σε σχέση με το 2008 όταν έγιναν για πρώτη φορά ορατά τα αποτελέσματα της κρίσης, καθώς η παρατεταμένη χαμηλή καταναλωτική ζήτηση και τα συνεχή προβλήματα ρευστότητας θα έχουν εξαντλήσει και τα τελευταία αποθέματα αντοχής των επιχειρήσεων. Το σαρωτικό κύμα χρεοκοπιών θα παρασύρει και τις τράπεζες καθώς τα προβληματικά δάνεια θα προσθέσουν ένα επιπλέον βαρίδι πλάι στις ζημιές που καταγράφουν εδώ και ένα χρόνο από τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις τους σε επενδυτικά προϊόντα υψηλού κινδύνου. Εντελώς δικαιολογημένα λοιπόν η ελπίδα για ανάκαμψη μετατίθεται για μετά το 2011.

 Με το φόβητρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επιδιώκουν να κάμψουν τις αντιστάσεις και να γίνει δεκτό από τους εργαζόμενους ένα πρόγραμμα αντιδραστικών μέτρων βάρβαρης λιτότητας από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τον μανδύα της κοινοτικής επιτήρησης και αφορμή την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος πάνω από το 3%.

Παραμύθι η «θωρακισμένη» κι η «ισχυρή Ελλάδα»

 Η οικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα είναι πολύ χειρότερη απ’ αυτήν που παρατηρείται διεθνώς στο βαθμό που τα αποτελέσματα της σφοδρότατης οικονομικής κρίσης διαπλέκονται με τα μόνιμα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού παράγοντας ένα μίγμα πραγματικά εκρηκτικό. Η πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου το 2008 ισοδυναμούσε με την απόλυτη καταστροφή. (Η αξία της αναφοράς πηγάζει από την σημασία που είχε το ΧΑΑ στη χρηματοδότηση της αφρόκρεμας του ελληνικού κεφαλαίου, η οποία μάλιστα σε περιόδους έλλειψης κεφαλαίων και τραπεζικής στενότητας, όπως η σημερινή, καθίσταται πιο έντονη). Καμία άλλη χρονιά δεν χάθηκαν τόσα κεφάλαια, ενώ αυτή η εικόνα είναι πολύ χειρότερη απ’ ότι παρατηρήθηκε κατά μέσο όρο διεθνώς. Από τις 5.207 μονάδες που βρισκόταν ο γενικός δείκτης στις 2 Ιανουαρίου του 2008 την τελευταία μέρα του χρόνου έφθασε τις 1.711, καταγράφοντας απώλειες πολύ πάνω του 60%. Από τα 197 δισ. ευρώ που ήταν η κεφαλαιοποίηση την τελευταία μέρα του 2007 συρρικνώθηκε στα 66 δισ., ενώ οι ρευστοποιήσεις μετοχών όλη τη χρονιά ξεπέρασαν τα 3,5 δισ. ευρώ ως αποτέλεσμα δύο συνισταμένων: Κατ’ αρχήν της αναζήτησης ασφαλέστερων τοποθετήσεων από επενδυτικά χαρτοφυλάκια σε κρατικά ομόλογα και δευτερευόντως των χαμηλών προσδοκιών κέρδους των μετοχών. Ρόλο ελκυστήρα στην ελεύθερη πτώση του χρηματιστηρίου έπαιξαν οι τραπεζικές μετοχές που κατέγραψαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Κι εδώ οι προβλέψεις για το άμεσο μέλλον είναι πραγματικά καταστροφικές με κορυφαία τραπεζικά ιδρύματα, όπως η Alpha, να συστήνουν στους επενδυτές «να αποφύγουν τις μετοχές των τραπεζών για το πρώτο εξάμηνο του 2009», κι άλλα όπως, της Eurobank, να διαπιστώνουν ότι «δεν αποκλείεται νέα κορύφωση της κρίσης»! Το ποδαρικό για το νέο έτος συμπληρώνει η σημαντική πτώση, ισοδύναμη του σοκ, των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε λιγότερο από 1% από 3% που ήταν φέτος, η πτώση της κατανάλωσης και η αύξηση της ανεργίας. Σε αυτό ακριβώς το έδαφος εμφανίστηκε η δημοσιονομική κρίση που είναι άμεσο αποτέλεσμα δύο διαδικασιών που δημιούργησε η οικονομική κρίση. Αρχικά της υστέρησης των δημόσιων εσόδων, λόγω της υποχώρησης της φοροδοτικής ικανότητας. Όταν τα μαγαζιά κυνηγούν τους πελάτες με το ντουφέκι, τι ΦΠΑ να αποδώσουν στο τέλος του μήνα; Κατά δεύτερο, των μέτρων δημοσιονομικής επέκτασης που υλοποιεί το κράτος για να στηρίξει τις τράπεζες άμεσα (βλ. 28 δισ.) και το κεφάλαιο ευρύτερα μέσω μιας μεγάλης γκάμας παροχών. Ακόμη κι έτσι λοιπόν φαίνεται ότι η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει δεν είναι «εισαγόμενη», όπως ισχυρίζεται σύσσωμη η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή για να αποφύγει να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες που της αναλογούν, αλλά άμεσο αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής της, που δεν είναι δυνατό να μην είχε προβλεφθεί… Άλλωστε, δεν είναι και η πρώτη φορά που τους συμβαίνει. Παρά τις κουραστικά επαναλαμβανόμενους όρκους αφοσίωσης στη δημοσιονομική πειθαρχία, από το 2004 μέχρι και το 2007, επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια δηλαδή, μία μόνο χρονιά έπεσε το έλλειμμα κάτω από το όριο ασφαλείας του 3%, όπως έχει οριστεί από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Όλες τις υπόλοιπες χρονιές, περιλαμβανομένης κι αυτής που αποχαιρετήσαμε την Τετάρτη, το έλλειμμα ξεπερνούσε το 3%. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι η απογείωση του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, όπως μετράται ως η διαφορά του επιτοκίου του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό (spread). Μια διαφορά που έχει φθάσει το 2,25% (όταν η αντίστοιχη διαφορά του ιταλικού επιτοκίου που κι αυτό έχει πάρει την άγουσα είναι 1,36%), υπογραμμίζοντας τις αποκλίνουσες τροχιές που αναπτύσσονται στο έδαφος της κρίσης και την όξυνση του ενδοκρατικού ανταγωνισμού. Τώρα ωστόσο η κοινοτική επιτήρηση θέτει σε κίνηση μια πολύ διαφορετική ποιοτικά διαδικασία που ισοδυναμεί με την υποβάθμιση της θέσης της Ελλάδας και την όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης – εξ ου και η συζήτηση περί ΔΝΤ. Συγκεκριμένα, οι ανακοινώσεις που θα γίνουν στις 19 Ιανουαρίου από τις Βρυξέλλες για την οικονομία των χωρών μελών της ΕΕ θα δώσει μεγαλύτερο βάθος στο πρόβλημα δανεισμού που αντιμετωπίζει το ελληνικό δημόσιο καθώς θα πρέπει να καταβάλλει διαρκώς μεγαλύτερο τίμημα για να συγκεντρώσει τα 60 δισ. που χρειάζεται το ελληνικό δημόσιο συνολικά (σύμφωνα με το ΙΟΒΕ) για το τρέχον έτος. Η αρνητική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει πόσο κούφιες ήταν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις περί «θωρακισμένης Ελλάδας» που διατυπώνονταν τόσο από τον αρμόδιο υπουργό όσο και από τον πρωθυπουργό μέχρι πριν λίγους μήνες. Το ίδιο ισχύει και για το ιδεολόγημα του αυτόκλητου σωτήρα, του Κ. Σημίτη, περί «ισχυρής Ελλάδας». Η τρέχουσα κρίση έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο τα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και το σαθρό χαρακτήρα των ιδεολογημάτων που επιστράτευσαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για να νομιμοποιήσουν τις αντιλαϊκές οικονομικές πολιτικές τους. Απαιτούνται ωστόσο εδώ ορισμένες διευκρινίσεις που δείχνουν ότι η διαδικασία την οποία εμφανίζουν λίγο – πολύ ως φυσική και αναπότρεπτη, δεν είναι καθόλου τέτοια. Αυτό που με επιμέλεια κρύβουν όσοι επικαλούνται την δήθεν αυστηρότητα των αγορών δίνοντας τους το δικαίωμα να αξιολογούν το αξιόχρεο κάθε χώρας ή κάθε επιχείρησης είναι ότι αυτό το έργο έχει εναποτεθεί σε μια σφηκοφωλιά η οποία κατ’ επανάληψη έχει αποδείξει ότι είναι είτε ανίκανη, είτε «παπαγαλάκι» συμφερόντων, κραγμένο μάλιστα. Σε κάθε περίπτωση εντελώς αναρμόδια. Οι τρεις εταιρείες αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (Fitch, S&P και Moody’s), αμερικανικές όλες, που εν είδει αδέκαστου κριτή αποφασίζουν πόσα αστεράκια θα συνοδεύουν τα ελληνικά ομόλογα και κατ’ επέκταση πόσα λεφτά θα πληρώσει ο κάθε εργαζόμενος στους νταβατζήδες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι αυτές ακριβώς που όλα τα προηγούμενα χρόνια χαρακτήριζαν ως …διαμάντια τα τιτλοποιημένα δάνεια της αμερικανικής κτηματικής αγοράς. Από πρόεδροι κρατών (Σαρκοζύ, Μέρκελ, κ.α.) μέχρι καθηγητές αλλά και παράγοντες της αγοράς τούς έριχναν επί μήνες την πέτρα του αναθέματος αποδίδοντάς τους την ευθύνη για την φούσκα επειδή στα τοξικά ομόλογα χάριζαν την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία οδηγώντας και τα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια να τα εντάξουν στις τοποθετήσεις τους ή να τα αποδεχτούν ως εγγύηση για να εγκρίνουν δάνεια. Αυτές λοιπόν οι εταιρείες, που δεν είδαν καμιά απάτη στην αμερικανική αγορά υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων και κανονικά θα έπρεπε να είχαν κλείσει πληρώνοντας μάλιστα και πρόστιμα για τη ζημιά που προκάλεσαν, αποφαίνονται τώρα ότι το ελληνικό δημόσιο επειδή μπορεί να κηρύξει χρεοστάσιο θα πρέπει να πληρώνει κάτι τις περισσότερα για να δανείζεται! Αυτό που ωστόσο αποκαλύπτεται είναι δόλος και εξαπάτηση, καθώς ένας αποδεδειγμένα ανίκανος επισείει θεούς και δαίμονες έτσι ώστε οι αποδεδειγμένα απατεώνες να απαιτούν ληστρικά επιτόκια. Συνεργό σε αυτή τη διαδικασία έχουν και την ΕΕ. Γιατί, αν επιβληθεί το καθεστώς επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας οι εταιρείες αξιολόγησης όχι απλά θα επιβεβαιώσουν τις «ανησυχίες» τους, αλλά θα αποκτήσουν κι άλλες – είναι εξαιρετικά επικερδής διαδικασία άλλωστε. Η διαδικασία της επιτήρησης επομένως, πέραν των όσων επικαλείται, θα οξύνει το δημοσιονομικό πρόβλημα, καθώς θα κάνει επαχθέστερους τους όρους δανεισμού του ελληνικού δημοσίου και το δρόμο επιστροφής στην δημοσιονομική ομαλότητα ακόμη πιο μακρύ και ακανθώδη. Να σημειωθεί επιπλέον ότι η διαδικασία της Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης στην Ευρώπη συνέβαλε καθοριστικά στην παράδοση του δημοσίου στις αρπακτικές διαθέσεις των αγορών χρήματος, καθώς με την εκκίνησή της, όπως αποφασίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, απαγορεύτηκε στις κεντρικές τράπεζες να εκτυπώνουν χρήμα για να καλύπτουν τις αυξανόμενες ανάγκες του δημοσίου και ορίστηκε ως μονόδρομος η προσφυγή στις αγορές δανείων για την κάλυψη των αναγκών. Προς όφελος φυσικά του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που είδε τις δουλειές του ν’ απογειώνονται με χορηγό τους δημόσιους προϋπολογισμούς, δηλαδή τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων. Η αυξανόμενη συζήτηση ωστόσο για τον κίνδυνο προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (έτσι ώστε να παρακαμφθούν τα ληστρικά επιτόκια της αγοράς και να βρεθούν δάνεια με χαμηλό επιτόκιο) και την κοινοτική επιτήρηση (που εμφανίζεται μάλιστα κι ως σωτήρια επειδή έτσι θα γλιτώσουμε από το ΔΝΤ) έρχεται να εξοικειώσει τους εργαζόμενους με το αντίτιμο που θα πληρώσουν: Ένα πρόγραμμα λιτότητας, που χωρίς καμία υπερβολή θα είναι πρωτοφανούς αγριότητας, χωρίς κανένα προηγούμενο στην πρόσφατη οικονομική ιστορία της Ελλάδας. Ως συστατικά του στοιχεία θα περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες μέτρων. Το πρώτο θα αφορά τους μισθούς. Όπως πολύ πιθανά έγινε και στη Λετονία, όπου το πρώτο μέτρο που επέβαλε το ΔΝΤ ήταν η γενική μείωση των μισθών κατά 15%, η κοινοτική επιτήρηση θα σημάνει μειώσεις πραγματικών μισθών ή μηδενικές αυξήσεις και πάγωμα συντάξεων κι επιδομάτων ανεργίας, σε ένα περιβάλλον φυσικά συνεχών ανατιμήσεων. Η δεύτερη κατηγορία μέτρων θα αφορά το ασφαλιστικό, στην κατεύθυνση μείωσης των συντάξεων, αύξησης των ηλικιακών ορίων και επιδείνωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και αύξησης των εισφορών. Η τελευταία θα αφορά νομοθετικές παρεμβάσεις με στόχο την απορύθμιση της αγοράς εργασίας και τη διευκόλυνση της εισόδου πολυεθνικών επιχειρήσεων (βλ. μέτρα απελευθέρωσης κλειστών επαγγελμάτων).

 Σχεδιάζουν νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα»

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΘΑ ΕΠΙΒΑΛΕΙ Η ΣΥΖΗΤΟΥΜΕΝΗ «ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΩΝ»

Η κυβέρνηση ήδη στρώνει μεθοδικά το έδαφος για ένα νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» βαθιάς λιτότητας, ανάλογο αυτού που προσπάθησε να επιβάλλει ο Κ. Σημίτης ως υπουργός Οικονομίας στην κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου τη διετία 1985 – 1987. Εκείνη η αποστροφή του λόγου του Γ. Αλογοσκούφη για παράδειγμα στο Βήμα της προηγούμενης Κυριακής «για την πολιτική της ήπιας δημοσιονομικής προσαρμογής που εφαρμόσαμε τα τελευταία χρόνια» πολύ φοβόμαστε ότι δεν αποσκοπεί μόνο να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις για την άγρια πολιτική λιτότητας, αλλά προετοιμάζει τους όρους για δραματικά διαγγέλματα που λίγο – πολύ θα λένε «καλά φάγατε, καλά ήπιατε τόσα χρόνια τώρα περάστε απ’ το ταμείο». Όπως το έθεσε ο αρχιαποστάτης παραμονές Πρωτοχρονιάς: «Δεκαετίες ζήσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας, δανειζόμενοι και καταδικάζοντας τις επόμενες γενιές, ενώ ταυτόχρονα με πείσμα αρνηθήκαμε τις μεταρρυθμίσεις τις οποίες η σημερινή ευρωπαϊκή και παγκόσμια πραγματικότητα απαιτεί και τις οποίες εφάρμοσαν όλες οι άλλες χώρες της Ευρώπης. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι φυσικό η βαριά διεθνής οικονομική κρίση που ξέσπασε φέτος να μας προσγειώσει και να μας υποχρεώσει να αντιμετωπίσουμε τη σκληρή πραγματικότητα»! Η επιβολή αυτών ακριβώς των βαθιά αντιλαϊκών μέτρων είναι το πραγματικό ζητούμενο πίσω από την κινδυνολογία του εφιάλτη Κ. Μητσοτάκη για τη «βοήθεια ξένων διεθνών οργανισμών», πίσω από την πρόταση των Χρ. Βερελή και Θ. Πάγκαλου για ανάθεση των οικονομικών σε ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής, πίσω την «ιδέα» του νεοφιλελεύθερου Αλ. Παπαδόπουλου να ζητήσει η Ελλάδα αυτοβούλως έξωθεν επιτήρηση της οικονομίας της λόγω εγγενούς αδυναμίας να χειριστεί τα του οίκου της και πίσω από το πλασάρισμα του πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας και νυν αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Λουκά Παπαδήμα, για να αναλάβει χρέη «τσάρου της Οικονομίας». Μια κυβέρνηση τεχνοκρατών δηλαδή, οικονομική χούντα στην πραγματικότητα, που θα αναλάβει να επιβάλλει τη λιτότητα χωρίς να πρέπει η ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ να πληρώσουν το τεράστιο πολιτικό κόστος που θα έχει ένα τέτοιο έκτακτο καθεστώς. Ειδικότερα όμως σ’ ότι αφορά τα παραπάνω στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που έχουν εχθρικές σχέσεις με την ηγετική ομάδα του Γ. Παπανδρέου ή είναι παραγκωνισμένα, στόχος των προτάσεών τους ήταν να στερήσουν από το ΠΑΣΟΚ την διαφαινόμενη νίκη, που δεν θα επιτευχθεί φυσικά τόσο εύκολα όσο δείχνουν τα γκάλοπ. Με τη στήριξη διαπλεκομένων δηλαδή που προσχηματικά επικαλούνται την οικονομική κρίση για να ξαναμοιράσουν την πολιτική τράπουλα, η πρότασή τους δεν βάλει κατά της ΝΔ αλλά του «δικού τους» κόμματος. Για αυτό και μόνο τον λόγο τα πυρά της Χαρ. Τρικούπη ήταν πολύ σφοδρότερα από τα πυρά που δέχτηκαν από την κυβέρνηση.

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

 Σε κρίση το μοντέλο ανάπτυξης

ΣΙΩΠΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΤΙΕΣ

Όσο σίγουρο είναι ότι πίσω από κραυγές αγωνίας της αστικής τάξης κρύβεται ένα πρόγραμμα άγριας κι εξοντωτικής λιτότητας, άλλο τόσο σίγουρο είναι πως τα προβλήματα τα οποία επικαλείται, οι λεγόμενες μακροοικονομικές ανισορροπίες, είναι υπαρκτά και μάλιστα η όξυνσή τους λόγω της κρίσης λειτουργεί απειλητικά για τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Πρόκειται συγκεκριμένα για την αλματώδη αύξηση του ελλείμματος ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που έχει φθάσει στο τριτοκοσμικό 14% του ΑΕΠ και την άνοδο του δημόσιου χρέους που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εδώ και 15 χρόνια όλο λένε πως το μειώνουν, αλλά αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται στο 105% του ΑΕΠ. Οι αιτίες που επικαλούνται γι αυτή την κατάσταση είναι τόσο φαιδρές όσο και οι λύσεις που προτείνουν, αποκαλύπτοντας μια απίστευτη ένδεια. Ο Κ. Σημίτης για παράδειγμα στο πολυσυζητημένο άρθρό του στην Καθημερινή στις 21 Δεκεμβρίου 2008 έγραφε για το δημόσιο χρέος ότι «οι αιτίες της αύξησης είναι συναρτημένες με την πελατειακή νοοτροπία της κυβέρνησης και τη σταθερή επιδίωξη ενίσχυσης της εξουσίας της. Οι προσλήψεις την περίοδο 2004 – 2008 για παράδειγμα έφθασαν τις 60.000 περίπου με συνέπεια την αύξηση των μισθών που κατέβαλε η κυβέρνηση κατά 40%». Ο ιδρυτής της «ισχυρής Ελλάδας» δεν επικρίνει την κυβέρνηση για τα ρουσφέτια, αλλά επειδή κάνει προσλήψεις, παραβλέποντας τις τεράστιες ανάγκες ανθρώπινου δυναμικού που έχει ο δημόσιος τομέας αλλά και το γεγονός ότι το εν λόγω κονδύλι που το θεωρεί υπαίτιο της κρίσης στο σύνολο των δημόσιων δαπανών είναι αμελητέο! Οι προτάσεις του δε περιλαμβάνουν αυτά που έχει προγραμματίσει η ΝΔ, απλώς πιο γρήγορα. «Χρειάζεται ένα επεξεργασμένο σχέδιο συστηματικής και στοχευμένης ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένες κατευθύνσεις. Η επιτάχυνση της κατασκευής των ήδη προγραμματισμένων έργων. Η προώθηση χωρίς καθυστέρηση των προγραμμάτων του Δ’ ΚΠΣ…». Στην πραγματικότητα αυτό που διέρχεται δομική κρίση είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και ενσωμάτωσης του στον διεθνή καταμερισμό που υιοθετήθηκε από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τις μέρες μας. Στην πιο πρόσφατη εκδοχή του, από τη δεκαετία του ’80 εμβρυακά και τη δεκαετία του ’90 ολοκληρωμένα και συνειδητά, περιελάμβανε την χωρίς όρους και στρατηγικές ανάδειξης «εθνικών πρωταθλητών» ενσωμάτωση του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση. Η διαδικασία αυτή όμως σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή αποδεικνύει τον ανταγωνιστικό της χαρακτήρα, την εγγενή τάση που έχει να οξύνει τις ανισομετρίες, διαλύοντας τις αυταπάτες που συνόδευαν τα πρώτα της βήματα για μια άμβλυνση των διακρατικών ακόμη και περιφερειακών αντιθέσεων. Η ΕΕ και κατ’ επέκταση η ΟΝΕ δεν αποτελούν επομένως ασπίδα προστασίας της ελληνικής οικονομίας όπως προβάλλονται αναδεικνύοντας μόνο την νομισματική – συναλλαγματική πλευρά των διμερών οικονομικών σχέσεων, αλλά παράγοντα διαιώνισης και όξυνσης των διαρθρωτικών προβλημάτων της. Αυτά ωστόσο μένουν ασχολίαστα. Όπως και η κρίση που διέρχεται πλέον, σε βαθμό να έχει κλείσει τον κύκλο του ως ατμομηχανή ανάπτυξης, το μοντέλο αλματώδους αύξησης του ιδιωτικού δανεισμού που χρηματοδοτούσε τον τομέα των κατασκευών, αντιπροσωπεύοντας ο τελευταίος τη σημαντικότερη πηγή αύξησης του ΑΕΠ. Με το συνολικό ιδιωτικό χρέος να φθάνει το 2008 τα 248 δισ. (εκ των οποίων μόνο τα 132 δισ. να είναι επιχειρηματικό) ξεπερνώντας (όπως και το δημόσιο) το ΑΕΠ της χώρας που φθάνει τα 246 δισ. και μετά από τις φούσκες που έχουν σκάσει, τυχόν σχέδια και προσδοκίες διαιώνισής του ισοδυναμούν με οικονομική αυτοκτονία. Η τραγική ειρωνεία όμως είναι ότι η αστική τάξη δεν έχει να αντιπαραβάλλει κανένα εναλλακτικό σχέδιο απέναντι σ’ αυτό το κοινωνικά καταστρεπτικό και βαθιά ανορθολογικό μοντέλο. Έχει την αυταπάτη ότι θα καλύψει τις αντιφάσεις του με ένα πρόγραμμα λιτότητας διαρκείας που θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και θα μειώσει τις κοινωνικές παροχές, ενώ στην καλύτερη περίπτωση θα τις κουκουλώσει όπως – όπως και για λίγα χρόνια. Στη χειρότερη γι αυτούς, θα μείνει στα χαρτιά, όπως έμεινε και του Σημίτη το 1986, λόγω της εργατικής πάλης.

Αρέσει σε %d bloggers: