Εφημερίδες στο έλεος αρπακτικών κεφαλαίων

Ως πρώτο θέμα στο ιδιαίτερης απήχησης ενημερωτικό σημείωμα του Ιανουαρίου που εκδίδουν το Ινστιτούτο Reuters και το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης σκιαγραφώντας τις εξελίξεις στο χώρο της ενημέρωσης έχουν επιλεγεί «πέντε πράγματα που πρέπει ο καθένας να ξέρει για το μέλλον της δημοσιογραφίας».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ανάμεσα σε εύστοχες παρατηρήσεις για τη δύναμη που διαθέτουν πλέον οι πλατφόρμες να ελέγχουν την πρόσβαση του κοινού στις ειδήσεις και την απώλεια της εμπιστοσύνης του κοινού προς τη δημοσιογραφία βρίσκεται ένα ακόμη συμπέρασμα για τις προκλήσεις που δέχονται τα επιχειρηματικά μοντέλα που χρηματοδοτούν την ειδησεογραφία «εξασθενώντας την επαγγελματική δημοσιογραφία, κι αφήνοντας τα μέσα Ενημέρωσης πιο ευάλωτα σε εμπορικές και πολιτικές πιέσεις».

Τελευταίο κρούσμα σε αυτό τον ατελείωτο χορό εμπορικών, δηλαδή οικονομικών πιέσεων προς τη βιομηχανία των Μέσων, που εκ των πραγμάτων στρέφεται εναντίον της δημοσιογραφίας, είναι η εμβληματική κεντροδεξιού προσανατολισμού καθημερινή γαλλική εφημερίδα Le Monde. Η Le Monde, που ιδρύθηκε το 1944 καρά παραγγελία του Σαρλ ντε Γκωλ, απέφυγε τη χρεοκοπία τελευταία στιγμή το 2010 όταν ανέλαβαν να τη χρηματοδοτήσουν τρεις Γάλλοι εκατομμυριούχοι. Την αυτοτέλεια του δημοσιογραφικού έργου ανέλαβε να διαφυλάξει ένα σχήμα που αποκαλέστηκε «πόλος της ανεξαρτησίας» στο οποίο συμμετείχαν δημοσιογράφοι, εργαζόμενοι και αναγνώστες, κι εξακολουθεί να ελέγχει το 25% του μετοχικού κεφαλαίου.

Τον Οκτώβριο του 2018 ωστόσο άρχισε να δοκιμάζεται αυτή η λεπτή ισορροπία που αξίζει να κρατήσουμε ότι θεωρεί εκ προοιμίου, «καταστατικά», απειλή για την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας τον έλεγχό της από μεγιστάνες κι αυτό μάλιστα δε συνέβη σε κάποια απομακρυσμένη Δημοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης. Τότε, ένας εκ των «τριών σωματοφυλάκων» που πράγματι έσωσαν την Le Monde το 2010, ο «γνωστός» μας από το 2015 τραπεζίτης της Lazard, Ματιού Πιγκάς, πούλησε το μερίδιό του που ανέρχεται στο 49% του μετοχικού κεφαλαίου στον Τσέχο δισεκατομμυριούχο Ντανιέλ Κρετίνσκι. Η σχέση του με την ενημέρωση είναι ίδια με τη σχέση που έχει το επαγγελματικό ποδόσφαιρο με τις εφημερίδες, αν κρίνουμε από το έτερο απόκτημά του την Σπάρτα Πράγας, ή οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη και τη Μελίτη με τα newsroom, αν κρίνουμε από την προσφορά που κατέθεσε πέρυσι ο τσέχος ολιγάρχης στο σχετικό διαγωνισμό στο πλαίσιο της περίφημης «αποεπένδυσης» της ΔΕΗ.

Η Le Monde ωστόσο δεν ήταν το μοναδικό θύμα του Κρετίνσκι από την γαλλική εκδοτική βιομηχανία. Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα αγόρασε τα εβδομαδιαία περιοδικά France Dimanche, Marianne, Elle, Tele 7 Jours και Ici Paris. Τα κίνητρα του δε, γίνονται ορατά, και παύει οποιαδήποτε συζήτηση περί πολιτικού ενδιαφέροντος «φρανκοφιλίας» κι άλλων σχετικών παραπλανητικών δικαιολογιών, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι το 2017 ήταν η πρώτη χρονιά από το 2010 που η εμβληματική γαλλική εφημερίδα πέρασε στην κερδοφορία καταφέρνοντας να πενταπλασιάσει στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο τον αριθμό των συνδρομητών της, φτάνοντας τους 180.000. Το ζητούμενο επομένως εκ μέρους του 43χρονου τσέχου επενδυτή ήταν να βγάλει γρήγορο κέρδος. Επιδίωξη που θα λειτουργήσει σε βάρος της δημοσιογραφίας, μειώνοντας κυκλοφορία και συνδρομητές σε δεύτερο χρόνο, επιταχύνοντας έτσι την κρίση του Τύπου.

Αυτό ωστόσο που πειραματικά γίνεται στην Ευρώπη, να εισέρχονται δηλαδή στον Τύπο κι ευρύτερα στην ενημέρωση επενδυτικά κεφάλαια ή, κοινώς, καπιταλιστές της αρπαχτής, που ως μόνο τους ζητούμενο έχουν την εξασφάλιση υψηλού και γρήγορου κέρδους, στις ΗΠΑ έχει εξελιχθεί σε γάγγραινα και κανόνα μαζί, ένα ορμητικό τσουνάμι που παρασέρνει τα πάντα. Ένα θαυμάσιο ρεπορτάζ των Financial Times στις 25 Φεβρουαρίου 2019 περιέγραφε το εφιαλτικό τοπίο που έχουν δημιουργήσει στον αμερικανικό Τύπο τα επενδυτικά κεφάλαια, που βάζουν το τελευταίο καρφί στην κρίση του Τύπου. Ανέφερε ειδικότερα ότι σε 41 Πολιτείες 882 εφημερίδες βρίσκονται υπό τον έλεγχο 7 επενδυτικών ομίλων (Gatehouse Media, Digital First Media, CNHI, tronc/Tribune, BH Media Group, Civitas Media και 10/13 Communications). Στην άλλη όψη του νομίσματος της εξαγοράς έναντι πινακίου φακής ιστορικών τίτλων από funds, βρίσκεται το λουκέτο που μπήκε τα τελευταία 15 χρόνια σε 1.800 εφημερίδες κι η δημιουργία μιας γενιάς προβληματικών εφημερίδων, που φυτοζωούν και αποκαλούνται «εφημερίδες – φαντάσματα», οι οποίες εκτιμώνται από 1.000 ως 1.500! Σε όρους ανθρώπινου δυναμικού, οι απώλειες στον Τύπο ξεπερνούν τις απώλειες στα λιγνιτορυχεία, παρότι στις ΗΠΑ η λεγόμενη μεταλιγνιτική εποχή δεν χάραξε ποτέ! Σύμφωνα με το Γραφείο Εργατικών Στατιστικών των ΗΠΑ ο κλάδος των εφημερίδων το 2016 απασχολούσε 174.000 άτομα, όταν το 2001 απασχολούσε 412.000! Η σύγκρουση συμφέροντος που προκύπτει και τα επιπλέον πλήγματα που θα δεχθεί η ενημέρωση στο πλαίσιο της εξαγοράς χιλιάδων Μέσων από «αρπακτικά κεφάλαια» έγινε εμφανές από μήνυση που κατέθεσε μέτοχος ενός εξ αυτών των «κεφαλαίων γύπες», της Digital First Media, προς τους διαχειριστές του. Τους κατηγόρησε ότι χρησιμοποιούν ακόμη κι αυτά τα γλίσχρα κέρδη που αφήνουν οι εφημερίδες για να χρηματοδοτούν επενδύσεις σε χρεοκοπημένες εταιρείες ακινήτων του Μεξικού και σε ελληνικά ομόλογα, αξίας μάλιστα 86 εκ. δολ.!

Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι ποτέ η βιομηχανία της ενημέρωσης δεν ανήκε σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Τώρα ωστόσο είμαστε μάρτυρες μιας ποιοτικής τομής αποτέλεσμα τόσο της ραγδαίας εξάπλωσης της δράσης επενδυτικών κεφαλαίων αγνώστου ποιότητας και προέλευσης όσο και της αδυναμίας του Τύπου να χρηματοδοτηθεί με ίδια μέσα. Το αποτέλεσμα θα είναι η υποβάθμιση της ποιότητας της ενημέρωσης και της ελευθεροτυπίας και η εξάπλωση των πλαστών ειδήσεων, που θα πολλαπλασιάζονται όσο θα εξαλείφεται το μέτρο σύγκρισης της ποιοτικής, αξιόπιστης και αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας.

Αυτή όμως είναι μια δημοσιογραφία που κοστίζει…

Πηγή: Νέα Σελίδα

The Post – Απαγορευμένα μυστικά: Χόλιγουντ εναντίον Τραμπ, Σπίλμπεργκ εναντίον όλων

Μαθήματα πολιτικής εγρήγορσης και κοινωνικών αντανακλαστικών δίνει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ με τη νέα του ταινία, The Post: Απαγορευμένα Μυστικά.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η ταινία, που κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πιο πολιτική ταινία της σεζόν (εκμηδενίζοντας για παράδειγμα την μεταμοντέρνα Δουνκέρκη, του Κρίστοφερ Νόλαν, που για να μη θίξει τη Γερμανία αποφεύγει να δείξει αγκυλωτούς σταυρούς ακόμη και Ναζί στρατιώτες), επιστρέφει στο πρόσφατο παρελθόν, ανακαλώντας μια από τις κορυφαίες στιγμές της αμερικανικής δημοσιογραφίας, για να μιλήσει για το σήμερα.

Η ιστορία εξελίσσεται σε μια πολύβουη και πνιγμένη στις μικρότητες αίθουσα συντακτών και κορυφώνεται γύρω από το ερώτημα αν η Washington Post θα δημοσιεύσει ή όχι μια μυστική έκθεση που μοιράζονταν Πεντάγωνο, CIA και Λευκός Οίκος η οποία έλεγε τα ανείπωτα: Ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν εξ αρχής χαμένος και δινόταν για το κύρος της Αμερικής και μόνον! 60.000 νεκροί ως τότε για έναν πόλεμο που οι Αμερικάνοι δε θα κέρδιζαν ποτέ και συνεχιζόταν κατά 10% για να προστατευθεί το Νότιο Βιετνάμ, κατά 20% για ανάσχεση στον κομμουνισμό και κατά 70% για το κύρος των ΗΠΑ. Οι συνειρμοί με το σήμερα είναι παραπάνω από προφανείς αν στη θέση του Βιετνάμ βάλουμε το Αφγανιστάν, στη θέση του Νότιου Βιετνάμ τη Σαουδική Αραβία ή το Πακιστάν και στο κύρος των ΗΠΑ τα συμφέροντα των πετρελαϊκών εταιρειών ή ακόμη κι αν δε βάλουμε τίποτε κι αφήσουμε το κύρος των ΗΠΑ.

Η απόφαση για να δημοσιευθούν τα έγγραφα δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε προφανής, καθώς κάθε στιγμή εκκρεμούσε το ενδεχόμενο της φυλάκισης των δημοσιογράφων και της εκδότριας, της οικονομικής κατάρρευσης της εφημερίδας και όχι μόνο.

Κι εδώ ακριβώς είναι το μεγαλείο του Σπίλμπεργκ. Τόσο η από …σύμπτωση εκδότρια  Κάθριν Γκαραμ, (η οποία κληρονομεί την εφημερίδα μετά την αυτοκτονία του συζύγου της) όσο και ο …επίμονος διευθυντής Μπεν Μπράντλι αστειεύονταν, έτρωγαν, έπιναν, έκαναν διακοπές στα εξοχικά και τις θαλαμηγούς υπουργών και …πάνω! «Δεν είναι εύκολο να λες όχι» ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία, όταν η εκδότρια και ο διευθυντής παλεύουν για να υπερβούν τον κακό τους εαυτό, κατηγορώντας ο ένας τον άλλον για τις σχέσεις του με την εξουσία! Οι άνθρωποι που επέφεραν το μεγαλύτερο πλήγμα στον Νίξον ως τότε (γιατί τον επόμενο χρόνο, το 1972, ακολούθησε το Watergate) απολάμβαναν τη φιλία, τις ανέσεις και το γόητρο που προσέφεραν τα σουαρέ και οι φιλοφρονήσεις με την πολιτική εξουσία. Με αντίτιμο φυσικά τη σιωπή τους…

Κι εδώ, ξανά, αποκαλύπτεται το μεγαλείο του Σπίλμπεργκ. Όποιος περίμενε να θαυμάσει μια Μέριλ Στριπ, που να επαναλαμβάνει την ερμηνεία που έδωσε στη Σιδηρά Κυρία υποδυόμενη τη Μάργκαρετ Θάτσερ, (επιλέγοντας σκηνοθετική αδεία να παρακάμψει την πραγματικότητα) διαψεύδεται! Γιατί ο 72χρονος σκηνοθέτης δε θέλει μόνο να δείξει την ικανότητα των δημοσιογραφικών οργανισμών να παράγουν ειδήσεις και αποκαλύψεις, κάνοντας το έδαφος να …τρίζει. Σε ποιον δημοσιογράφο που έχει επισκεφθεί πιεστήριο δεν έχει περάσει από το μυαλό η ίδια αλληγορία, που ευφυώς χρησιμοποιεί ο Σπίλμπεργκ, τη στιγμή που παίρνουν μπρος οι τυπογραφικές μηχανές; Ο Σπίλμπεργκ δείχνει ότι και στο σήμερα τη διαφορά μπορούν να την κάνουν και άνθρωποι καθημερινοί, που ξεχειλίζουν από ταλαντεύσεις και δεν είναι σίγουροι για το επόμενο βήμα τους. Αυτοί που δεν περιμένεις! Ξεχάστε τους ορκισμένους, ατσάλινους χαρακτήρες που ανά πάσα στιγμή είναι διατεθειμένοι να τα ρισκάρουν όλα για όλα κι είναι γεννημένοι μόνο για τα μεγάλα. Διαφορετικά ειπωμένο, το μήνυμα του Σπίλμπεργκ είναι να κοιταχτούμε γύρω μας και αναζητήσουμε να βρούμε αυτούς πουν θα κάνουν τη διαφορά, περνώντας στην άλλη όχθη… Προς επίρρωση το γεγονός ότι το σενάριο υπογράφει επίσης μια πρωτοεμφανιζόμενη δημιουργός, η Χάνα Λιζ.

Παρότι η ταινία, που γυρίστηκε μέσα σε ένα χρόνο, δείχνει το δρόμο στους αμερικάνους εκδότες και δημοσιογράφους που δέχονται πρωτοφανείς εκβιασμούς, προσβολές, πιέσεις και αμφισβητήσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον κύκλο του, όπως επίσης και στις γυναίκες για να διεκδικήσουν τη θέση που τους ανήκει, είναι εμφανές ότι το μήνυμά της ξεπερνάει κατά πολύ την αμερικανική βιομηχανία ενημέρωσης ή το κίνημα διαμαρτυριών εναντίον των σεξουαλικών παρενοχλήσεων…

Καθόλου απαρατήρητη τέλος δεν περνάει η αντίθεση γύρω από την οποία περιστρέφεται η ταινία: τη σύγκρουση μεταξύ τραπεζιτών από τη μια που προσφέρουν το ζεστό χρήμα, αποφασίζοντας για τον αριθμό των ρεπόρτερ,  και από την άλλη των δημοσιογράφων – εκδοτών. Απεχθείς και αυθαίρετοι όροι δανεισμού, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να γυρίζουν μπούμεραγκ για τον Τύπο, και η άποψη των δανειστών για την ίδια την ύλη της εφημερίδας φέρνουν στην επιφάνεια το θανάσιμο κίνδυνο που αντιπροσωπεύει για το δικαίωμα της ενημέρωσης η διαρκώς επεκτεινόμενη χρηματοπιστωτική βιομηχανία…

Εδώ το τρέιλερ της ταινίας.

Πηγή: Kommon

Νίκος Παππάς: ο άρχοντας του ψηφιακού δημοσιογραφικού σκότους

nikΔεν περιμέναμε, δυστυχώς, τη συνέντευξη του Άρη Δαβαράκη στη Lifo στις 9 Νοεμβρίου 2016 για να μάθουμε ότι κάτι πολύ πιο σάπιο υπάρχει στο βασίλειο του ενημερωτικού ίντερνετ.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Τα όσα δήλωσε όμως ο δημοσιογράφος και στιχουργός στην εβδομαδιαία δωρεάν εφημερίδα Lifo με αφορμή την κυκλοφορία του νέο του βιβλίου (περισσότερα εδώ) ήταν αποκαλυπτικά. Εν ολίγοις, ότι Νίκος Παπάς και Αλέξης Τσίπρας του έδιναν 1.000 ευρώ το μήνα και 500 σε έναν βοηθό του για να γράφει υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Εννοείται μαύρα…

1

Η δημοσίευση της παραπάνω συνέντευξης στην εφημερίδα Lifo έχει τους δικούς της συμβολισμούς καθώς, όπως είχαμε μάθει από τα Wikileaks, η Lifo λειτουργεί σαν το μακρύ χέρι της αμερικάνικης πρεσβείας. Η αμερικάνικη πρεσβεία στην Αθήνα «φύτευε» στις σελίδες της Lifo συνεντεύξεις με την ίδια ευκολία που ένα έντυπο της Αριστεράς δημοσιεύει στις σελίδες του άρθρα προβεβλημένων στελεχών του κόμματος που στηρίζει και χρηματοδοτεί την εφημερίδα.

Για του λόγου το αληθές το σχετικό τηλεγράφημα, με ημερομηνία Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008:

2Ας επιστρέψουμε όμως στα νεώτερα. Τι καινούργιο κομίζει ο Άρης Δαβαράκης «δίνοντας» τόσο …στεγνά το Νίκο Παππά, νυν υπουργό Ψηφιακής Πολιτικής (που θα απορροφήσει μεγάλο τμήμα του ΕΣΠΑ) Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, το Χριστόφορο Βερναρδάκη, υπουργό Επικρατείας, που ξέρει πολύ καλά την αγορά της ενημέρωσης κι είχε την ιδέα για το σάιτ, όπως εντελώς αθώα εξομολογείται ο Δαβαράκης και τον ίδιο τον πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα;

Γκρίζα παραδημοσιογραφία

Ότι πλάι στην επίσημη ενημέρωση, με τις γνωστές και χρόνιες πολιτικές εξαρτήσεις και οικονομικές δεσμεύσεις της (ενδεικτικά και μόνον: εκδότες με κύριο επάγγελμα καράβια, κατασκευές και εμπόριο όπλων να υπαγορεύουν και να …απαγορεύουν ρεπορτάζ, σεμινάρια ΔΝΤ, γραφεία Τύπου, μυστικά κονδύλια Υπουργείου Εξωτερικών και μύρια άλλα), έχει αναπτυχθεί ένα παράλληλο σύμπαν παραδημοσιογραφίας που είναι πολύ πιο ασφυκτικά ελεγχόμενο από πολιτικά και οικονομικά κέντρα. Πίσω από την ανωνυμία και το λάιφ στάιλ δουλεύει για την κυβέρνηση, επηρεάζει και διαμορφώνει την κοινή γνώμη, δημιουργώντας επίπλαστες συναινέσεις που λειτουργούν ανατροφοδοτικά, προκαλώντας ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα υπέρ της κυρίαρχης άποψης.

Ομάδα στόχος είναι κυρίως η νεολαία που θεωρεί ενημέρωση το φυλλομέτρημα 5-10 ιστοσελίδων και το διάβασμα των πρώτων τίτλων. Σε εποχές ταχέων εξελίξεων όποιος ελέγχει τέτοια μαγαζιά μοιράζει και την πολιτική τράπουλα! Ταυτόχρονα σεντράρει πολιτικούς αντιπάλους, όπως έκανε πχ toportal.gr απέναντι στον Άρη Χατζηστεφάνου. (Περισσότερα εδώ).

Αυτό που συνέβαινε με το toportal.gr (και περιγράφηκε με κάθε χρήσιμη και κατατοπιστική λεπτομέρεια εδώ) δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Δεκάδες ιστοσελίδες έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια, διεκδικώντας ένα view πάνω σε ένα τίτλο ή μια πιασάρικη συνέντευξη, που υπηρετούν τη γραμμή της κυβέρνησης. Μιλάμε για ένα σκιώδη ενημερωτικό τομέα, που λειτουργεί υπό συνθήκες αισθητικής, ενημερωτικής και εργασιακής ζούγκλας. Άριστοι γεωμετρικά κώλοι και πληθωρικά βυζιά υπό τη βινιέτα σελέμπριτις, γρήγορα αυτοκίνητα που θα ζήλευε κάθε κάγκουρας, διανθισμένα όλα αυτά  με πρωτότυπες συνταγές μαγειρικής και μια δόση από νύχτα και κάπου στο ενδιάμεσο έκδηλη χαρά για την επιτυχημένη τρίτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών κι ένας κυβερνητικός υπουργός να δηλώνει σίγουρος ότι η ανάπτυξη έρχεται και το μνημόνια τελειώνουν. Στο παρασκήνιο πλήθος από απλήρωτους και στη καλύτερη περίπτωση κακοπληρωμένους συντάκτες που ο ένας κάνει rewriting στον άλλο, στα κάτω δώματα. Στα άνω δώματα οι γιάπηδες της νέας κοπής με τα κονέ που φέρνουν τα χιλιάρικα από Παππά – Βερναρδάκη – Τσίπρα.

Αυτό το ενημερωτικό νέφος, όπως αποδεικνύεται, έχει όνομα κι επίθετο: Νίκος Παπάς.

Να θυμίσουμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που το όνομα του πρώην υπουργού Επικρατείας και alter ego του πρωθυπουργού αναμιγνύεται σε υποθέσεις, με τελικό ζητούμενο τον έλεγχο της ενημέρωσης. Στη δικογραφία της ΕΛΑΣ για την υπόθεση των εκβιασμών εκ μέρους του εκδότη της εφημερίδας Ακρόπολη, Παναγιώτη Μαυρίκου (ολόκληρη εδώ) περιγράφεται πλήθος περιστατικών με παράνομες χρηματοδοτήσεις κυρίως ηλεκτρονικών, αλλά και έντυπων ΜΜΕ, με στόχο την κάλυψη της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ.

3Στην δικογραφία της ΕΛΑΣ αποκαλύπτεται ότι η επιχείρηση – φιάσκο για τις τηλεοπτικές άδειες υποστηριζόταν από σωρεία βρόμικων δημοσιευμάτων – επιτομή της διαπλοκής, που στόχο είχαν να στηρίξουν το σχέδιο αδειοδότησης του ΣΥΡΙΖΑ.

4

Αποκαλύπτεται επίσης ότι πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την επιχείρηση, που πολύ παράδοξα αποσιωπήθηκε και ξεχάστηκε πολύ γρήγορα, είχε ο Νίκος Παππάς, ο οποίος περιγράφεται  ως «Αρχιμανδρίτης». Χαρακτηρισμός που παραπέμπει σε μαφιόζικές πρακτικές και δεν αποδίδεται σε άβουλα εκτελεστικά όργανα και αμέτοχους θεατές… 5

Πολλά θα μπορούσαν ακόμη να ειπωθούν…

Κρατάμε ωστόσο και ως προς το παρόν τρία συμπεράσματα.

Πρώτον, η σχέση των ΣΥΡΙΖΑίων με τη διαπλοκή πέρασε από το μηδέν στο άπειρο σε χρόνο dt. Δεν τους βρήκε, δεν τους αναζήτησε, δεν κουράστηκε να τους στρατολογήσει, χρησιμοποιώντας τρίτους και τεχνάσματα… Πήγαν και τη βρήκαν διψασμένοι, δηλώνοντας ότι είναι έτοιμοι για όλα, την ίδια ώρα που πούλαγαν ελπίδα και κατέθεταν οι πολιτικοί απατεώνες γαρύφαλλα στο σκοπευτήριο.

Η αλήθεια είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται απέναντι στην παλιά διαπλοκή, όπως εκφράζεται πχ γύρω από το «συγκρότημα». Ωστόσο, ταχύτατα και πριν ακόμη σχηματίσει κυβέρνηση ανέπτυξε τη δική του διαπλοκή με επιχειρηματίες και αεριτζήδες αγνώστου επαγγέλματος που δέχθηκαν να παίξουν τα λεφτά τους στο καινούργιο άλογο διεκδικώντας μια καλύτερη θέση. Το μαύρο χρήμα που κυκλοφορεί στα χέρια της κυβέρνησης από τον Ιανουάριο του 2015, αφήνοντας όμως εντελώς ασυγκίνητους εισαγγελείς και αξιωματούχους ταγμένους επισήμως στον πόλεμο κατά της διαφθοράς, επιτάχυνε αυτή την διαδικασία, καθώς μια στρατιά δημοσιογράφων κι επαγγελματιών της ενημέρωσης που μόνιμα κινούνται στην ανωνυμία πλέον δουλεύει επί χρήμασι για τον Τσίπρα και τον Παππά. Το έργο τους θα το ζήλευαν Πανταγιάδες, τα γατάκια των σόσιαλ του ΓΑΠ και Μουρουτοτρόλ.

Δεύτερον, η ενημέρωση έχει δεχθεί ένα επιπλέον συντριπτικό πλήγμα μέσα από έναν πρωτοφανή καταιγισμό «δημοσιογραφικών» ιστοσελίδων – πολιτικά βαποράκια που είναι εργαλεία εύκολου πλουτισμού για τους «εκδότες» τους, αναλαμβάνοντας να φέρουν σε πέρας την προώθηση μιας βρόμικης πολιτικής φτωχοποίησης και λεηλασίας. Με αυτό τον τρόπο το ευγενικό όνειρο χιλιάδων, ειδικά νέων, που λάτρεψαν το blogging καθώς μέσα από τις δυνατότητές του είδαν τη δυνατότητα της αδιαμεσολάβητης πληροφόρησης των ίδιων των πολιτών μετατράπηκε σε οργουελικό εφιάλτη για τους πολλούς. Η ιντερνετική πολυφωνία αποδείχθηκε ο βασιλικός δρόμος μέσα από τον οποίο εμπεδώθηκε η μνημονιακή μονοφωνία.

Τρίτον και σημαντικότερο, ζητείται … εναλλακτική ενημέρωση! Απέναντι σε αυτή την ΣΥΡΙΖΑίικη δυσωδία που συμπληρώνει και επαυξάνει την παλιάς κοπής Δεξιά και ΠΑΣΟΚική διαφθορά του συμβατικού Τύπου, απαιτείται η ανάπτυξη και η στήριξη πραγματικά εναλλακτικών μορφών δημοσιογραφίας που να αξιοποιούν τις ανεπανάληπτες δυνατότητες που προσφέρει η νέα τεχνολογία στην κατεύθυνση της αποκάλυψης, της έρευνας, της ενημέρωσης, της γνώσης…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην ιστοσελίδα Kommon