Ανεβάζουν ταχύτητα οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ

Στη Σούπερ Τρίτη, όπως αποκαλείται η Τρίτη 3 Μαρτίου, είναι στραμμένα τα βλέμματα των Δημοκρατικών, δεδομένου ότι τότε θα ψηφίσουν περισσότερες από 12 πολιτείες, μεταξύ των οποίων η Καλιφόρνια και το Τέξας, για να εκφράσουν την προτίμησή τους στον υποψήφιο των Δημοκρατικών που θα αναμετρηθεί στις 3 Νοεμβρίου με τον Τραμπ. Μέχρι τότε οι μηχανές ανεβάζουν …ταχύτητα κι όσο περνάει ο καιρός η σύγκρουση μεταξύ των Δημοκρατικών υποψηφίων για το χρίσμα γίνεται όλο και πιο έντονη.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μια μικρή γεύση αυτής της αντιπαράθεσης δοκιμάσαμε μεταξύ των 2 από τους 11 υποψηφίους, του Μπέρνι Σάντερς και του Πίτε Μπούτεντζεντζ εν όψει των προκριματικών εκλογών του Νιου Χαμπσάιρ. Οι δύο αυτοί υποψήφιοι εκφράζουν τα δύο άκρα μεταξύ των Δημοκρατικών υποψηφίων. Εκ πρώτης όψης αντιπροσωπεύουν τα δύο ηλικιακά άκρα, με τον Μπέρνι Σάντερς στα 78 του χρόνια και τον Πίτε Μπούτεντζεντζ στα 38. Η ουσιαστική διαφορά όμως βρίσκεται στις απόψεις. Ο 78χρονος γερουσιαστής από το Βερμόντ δηλώνει σοσιαλιστής και στο στόχαστρό του έχει τοποθετήσει κλάδους που είναι συνώνυμοι της αλαζονείας και της καταστρατήγησης θεμελιωδών δικαιωμάτων των αμερικανών πολιτών: η πολεμική βιομηχανία, οι φαρμακευτικές, οι ιδιωτικές εταιρείες φυλακών, η Γουόλ Στριτ, οι πετρελαϊκές, κοκ. Ο Μπούτεντζεντζ δεν έχει πρόβλημα να δηλώσει ότι χρηματοδοτείται από μεγάλες εταιρείες που αποτελούν κόκκινο πανί για τους Δημοκρατικούς, ενώ επικεντρώνει την κριτική του κατά του Σάντερς στο κόστος του προγράμματος κοινωνικής πολιτικής. Κατηγορεί συγκεκριμένα τον Σάντερς ότι για να υλοποιήσει την εξαγγελία του για καθολική υγειονομική περίθαλψη, και να πάψουν έτσι οι ΗΠΑ να είναι η μοναδική μεγάλη χώρα χωρίς υγεία για όλους, θα πρέπει να αυξήσει τους φόρους. Προκειμένου μάλιστα να ερεθίσει παραπέρα τα συντηρητικά αντανακλαστικά της αμερικανικής κοινωνίας και να τα κινητοποιήσει υπέρ της δικής του υποψηφιότητας δείχνει ξανά και ξανά βιντεάκι με τον Σάντερς να προσπαθεί να δικαιολογήσει το που θα βρεθεί χρήματα για να καλύψει την επέκταση της υγειονομικής περίθαλψης… Αναπαράγει έτσι την επιχειρηματολογία των Ρεπουμπλικάνων ότι η πολιτική πρόνοιας θα αυξήσει τη φορολογία και θα λειτουργήσει σε βάρος των μεσαίων στρωμάτων, όπου πιστεύουν ότι ανήκουν όλοι οι Αμερικάνοι. Τουλάχιστον… Σάντερς και Μπούτεντζεντζ τερμάτισαν πρώτοι στις επεισοδιακές εκλογές της Αϊόβας, με τον Μπούτεντζεντζ να προηγείται κατά 0,1% (26,2% έναντι 26,1%). Η μάχη της συγκεκριμένης πολιτείας είχε ξεχωριστή σημασία δεδομένου ότι από το 1976 μόνο δύο φορές ο νικητής της Αϊόβας δεν έγινε ο επίσημος υποψήφιος των Δημοκρατικών.

Με βάση τις δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο προηγείται ο Τζο Μπάιντεν, αντιπρόεδρος του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος συγκεντρώνει το 27% των προτιμήσεων. Ακολουθεί ο Μπέρνι Σάντερς, με 24%, κι η Ελίζαμπεθ Γουόρεν με 14% που κι αυτή όπως ο Σάντερς ανήκει στην αριστερά πτέρυγα των Δημοκρατικών. Στην τέταρτη θέση βρίσκεται ο ζάμπλουτος Μάικλ Μπλούμπεργκ ιδιοκτήτης του ομώνυμου ειδησεογραφικού πρακτορείου, που ανακοίνωσε τη συμμετοχή του μόλις τον Νοέμβριο του 2019, και στην πέμπτη θέση βρίσκεται ο εξ ίσου συντηρητικός Μπούτεντζεντζ. (Όσο για την προφορά του ονόματός του μην ανησυχείτε, όλος ο κόσμος το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζει και γι’ αυτό από εφημερίδες μέχρι ιστοσελίδες δίνουν οδηγίες για την σωστή προφορά.) Ο Μπέρνι Σάντερς διατηρεί το ρεκόρ στις οικονομικές ενισχύσεις έχοντας συγκεντρώσει 95,9 εκ. δολ. κι ένα ακόμη ρεκόρ, μιας και είναι πρώτος στις ειδήσεις. Δεύτερος στη συγκέντρωση χρηματοδοτήσεων έρχεται ο Μπούτεντζεντζ με 76,2 εκ. και τρίτη στη σειρά η Ελίζαμπεθ Γουόρεν. Ξεχωριστή και ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίδοση του Σάντερς σε ένα άλλο επίπεδο: τον αριθμό των ατόμων που χρηματοδότησαν την καμπάνια του, αποδεικνύοντας ότι κατάφερε να εξασφαλίσει λίγα από πολλούς: 1,4 εκ. άτομα τον έχουν υποστηρίξει οικονομικά ως τώρα στο πλαίσιο ενός δικτύου που συγκροτήθηκε πρώτη φορά το 2016 όταν έδινε την μάχη εναντίον τη Χίλαρι Κλίντον, ενώ ακολουθούν η Γουόρεν με 892.000 άτομα, ο Μπούτεντζεντζ με 741.000 και ο Μπάιντεν με 451.000 άτομα.

Το ύψος των οικονομικών ενισχύσεων είναι ενδεικτικό του υλικού ενδιαφέροντος που προκαλεί κάθε υποψηφιότητα είτε στην οικονομική ελίτ είτε στην κοινωνία. Δεν οδηγεί ωστόσο πάντα στην νίκη. Για παράδειγμα, το 2016 «οικονομικός» νικητής των Ρεπουμπλικάνων αναδείχθηκε ο Τζεμπ Μπους, που έχασε όμως από τον Τραμπ. Τα χρήματα επίσης που συγκεντρώνουν από τους οπαδούς ή την οικονομική ελίτ δεν προδικάζουν και το κόστος της προεκλογικής καμπάνιας κάθε υποψηφίου. Έτσι, για παράδειγμα ο Μάικ Μπλούμπεργκ που μέχρι στιγμής δεν έχει συγκεντρώσει ούτε ένα δολάριο έχει δαπανήσει περισσότερα από όλους τους υποψηφίους: 188,4 εκ. δολ. Στη λίστα των πιο «κιμπάρηδων» ακολουθεί ο έτερος δισεκατομμυριούχος υποψήφιος των Δημοκρατικών, ΤομΣτάγιερ, που έχει δαπανήσει 153,7 εκ. δολ. ο οποίος μάλιστα πρόβαλε διαφήμιση του ακόμη και στο SuperBowl, διάρκειας 60 δευτερολέπτων που στοίχισε 10 εκ. δολ. Στη λίστα με τους υποψηφίους που έχουν δαπανήσει τα περισσότερα ακολουθούν Μπέρνι Σάντερς (50,1 εκ.), Πίτε Μπούτεντζεντζ (34,1 εκ.) Ελίζαμπεθ Γουόρεν (33,7 εκ.), κοκ. Κι εδώ τα πρωτεία ανήκουν όχι σε αυτούς που παίρνουν πολλά από λίγους, αλλά σε όσους ανήκουν στους λίγους, σε εκείνο το μισητό 1%…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Πρόταση Σάντερς για φόρο κατά των ανισοτήτων

Σε μια πέρα για πέρα ευχάριστη πλειοδοσία ριζοσπαστικών προτάσεων επιδίδονται οι δύο βασικότεροι διεκδικητές του χρίσματος των Δημοκρατικών εν όψει των προεδρικών εκλογών που θα διεξαχθούν στις ΗΠΑ το 2020. Την αρχή έκανε η Ελίζαμπεθ Γουόρεν που πρότεινε την επιβολή επιπλέον φορολογίας ύψους 2% και για όσους έχουν καθαρή περιουσία άνω των 50 εκ. δολ. και 3% για περιουσία άνω του 1 δισ. δολ. Η υλοποίηση της πρότασής της θα γεμίσει τα κρατικά ταμεία σε μια δεκαετία με 2,75 τρισ. δολ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στον απόηχο της πρότασης της Γουόρεν …χτύπησε ο Μπέρνι Σάντερς, που δε φαίνεται διατεθειμένος να παραδώσει τα ηνία του ριζοσπαστισμού στη Γουόρεν. Με βάση την πρότασή του θα εισρεύσουν στα δημόσια ταμεία 4,35 δισ. δολ. την επόμενη δεκαετία, τα οποία θα χρηματοδοτήσουν προγράμματα στέγασης, καθολική υγειονομική περίθαλψη για παιδιά και το υφιστάμενο πρόγραμμα υγείας. Προβλέπει δε τα εξής:  1% φόρο σε όσα παντρεμένα ζευγάρια έχουν περιουσία άνω των 32 εκ. δολ., 2% από 50 ως 250 εκ. δολ., 3% για περιουσία από 250 ως 500 εκ. κοκ. Ο φορολογικός συντελεστής, που αυξάνεται σταδιακά, φτάνει στο ανώτερο ποσοστό του 8% για περιουσίες άνω των 10 δισ. δολ. Ενδεικτικό στοιχείο για την πρόθεσή του Σάντερς να συγκρουστεί με την ολιγαρχία του πλούτου στις ΗΠΑ ήταν tweet που ανάρτησε όπου έγραφε ότι «δεν πρέπει να υπάρχουν δισεκατομμυριούχοι»!

Η πρόθεση των Δημοκρατικών υποψηφίων να ξεφύγουν από τις κοινοτοπίες του πολιτικού κέντρου δεν εξηγούνται μόνο βάσει στροφής προς τα άκρα του Τραμπ. Εξηγείται επίσης βάσει της έξαρσης των ανισοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, που πλέον φτάνουν στα επίπεδα που υπήρχαν πριν την μεγάλη κρίση της δεκαετίας του ’30. Κορυφή του παγόβουνου αυτών των ανισοτήτων είναι για παράδειγμα η απόσταση που υπάρχει μεταξύ των μισθών των διευθυντών και των εργατών, που από τη δεκαετία του ’80 και μετά αυξήθηκε απότομα.  Χαρακτηριστικά, ενώ το 1965 ένας διευθύνων σύμβουλος αμειβόταν 24 φορές καλύτερα από έναν μέσο εργάτη της παραγωγής, το 2009 αμειβόταν με 185 φορές υψηλότερα ποσά. Την μεγαλύτερη πτώση στα εισοδήματά τους είχαν οι απόφοιτοι λυκείου που είδαν τους μισθούς τους τις τελευταίες δεκαετίες να μειώνονται πάνω από 22%. Ακραία έκφραση των εισοδηματικών και κοινωνικών αντιθέσεων που διαιρούν στα δύο τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι και το φαινόμενο των αστέγων, που πλέον ανέρχονται σε 750.000 άτομα, με το ένα πέμπτο μάλιστα εξ αυτών να είναι χρόνια άστεγοι. Μεταξύ τους μάλιστα δεν περιλαμβάνονται μόνο άνεργοι, έγχρωμοι, άτομα με αναπηρία, αλλά και συχνότερα εργαζόμενοι, βετεράνοι που έχουν υπηρετήσει σε Αφγανιστάν, Ιράκ, κ.α.

GM: Μια απεργία που τα αλλάζει όλα!

Ιστορικής σημασίας θεωρείται πλέον η απεργία των εργατών στην αυτοκινητοβιομηχανία General Motors, ακόμη κι αν την ώρα που διαβάζονται αυτές οι γραμμές το συνδικάτο United Auto Workers έχει συμφωνήσει με την ιδιοκτησία κι οι εργάτες έχουν επιστρέψει στους χώρους εργασίας τους. Η απεργία που ξεκίνησε στις 16 Σεπτεμβρίου και στην οποία συμμετέχει το προσωπικό 31 εργοστασίων της κορυφαίας αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και 21 άλλων εργοστασίων που συμμετέχουν στην αλυσίδα αξίας είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια απεργία που έχει γίνει τις τελευταίες δεκαετίες. Το προηγούμενο «ρεκόρ» το είχαν πάλι οι εργάτες της General Motors το 2007. Εκείνη η απεργία είχε διαρκέσει μόλις 3 μέρες. Η κατάληξη των εργατικών αναταραχών προ δεκαετίας ήταν η μεν General Motors να διασωθεί από το αμερικανικό δημόσιο με μια ένεση ρευστού ύψους 50 δισ. δολ. ενώ οι εργάτες παραιτήθηκαν από πολλές κατακτήσεις τους, για να παραμείνουν εν ζωή τα εργοστάσια.

‘Έκτοτε η εταιρεία επέστρεψε στην κερδοφορία, πετυχαίνοντας κάθε χρόνο πολλά δισ. κέρδη. Παρόλα αυτά το Νοέμβριο του 2018 ανακοίνωσε το κλείσιμο 4 εργοστασίων της στις ΗΠΑ τα οποία θα μεταφέρει σε χώρες χαμηλού κόστους στο εξωτερικό. Αυτή ήταν κι η αφορμή των απεργιακών κινητοποιήσεων. Τα αιτήματα του προσωπικού της GM περιλαμβάνουν πολλά ακόμη: εργασιακή ασφάλεια, να πάψει η εταιρεία να χρησιμοποιεί προσωρινό κι εποχιακό, χαμηλά αμειβόμενο προσωπικό και άλλα. Κορυφαίο αίτημα επίσης είναι η αύξηση του ωρομισθίου από τα 7,25 δολάρια που είναι κολλημένο τα τελευταία χρόνια.

Η απεργία πολιτικοποιήθηκε πολύ γρήγορα λόγω των προσδοκιών που είχε δημιουργήσει ο Ντόναλντ Τραμπ από το 2016 όταν είχε υποσχεθεί την αύξηση του ωρομισθίου στα 10 δολάρια κι είχε επίσης δεσμευθεί ότι θα βάλει τέλος στο κύμα φυγής αμερικανικών βιομηχανιών στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα ήταν να ψηφιστεί μαζικά από την αμερικανική εργατική τάξη που γύρισε την πλάτη στους Δημοκρατικούς, λόγω επίσης και της αποστροφής που προκαλούσε η Χίλαρι Κλίντον. Καμιά όμως από τις δύο εξαγγελίες του δεν υλοποίησε. Ως αποτέλεσμα οι απεργιακές συγκεντρώσεις έχουν μετατραπεί σε χώρους παρέλασης των Δημοκρατικών υποψηφίων με την Ελίζαμπεθ Γουόρεν και τον Μπέρνι Σάντερς να καταφέρνουν έτσι να νομιμοποιούν στα μάτια της κοινωνίας την απεργία που ως τώρα έχει στοιχίσει στην GM 25 εκ. δολ. χαμένα κέρδη.

Η απεργία μπορεί να μην είχε πραγματοποιηθεί ποτέ αν η ανεργία δεν βρισκόταν σε τόσο μικρά επίπεδα όσο σήμερα, που κυμαίνεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 20 ετών, κι αν οι εργαζόμενοι της κερδοφόρας αυτοκινητοβιομηχανίας δεν βρίσκονταν αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή φτώχεια. Παρότι δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ… Σημείο των καιρών κι αυτό…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Το πόρισμα Μιούλερ αλλάζει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού!

Ακόμη και στις ΗΠΑ που ο νικητής είναι το παν κι ο ηττημένος τίποτε, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να όδευαν στις εκλογές του 2020 με δύο καθόλου αδιάφορα τρόπαια: Πρώτο, ότι στις προεδρικές εκλογές του 2016 συγκέντρωσαν περισσότερους ψήφους από τους Ρεπουμπλικάνους (65.853.514 έναντι 62.984.828 ή 2.868.686 ψήφους διαφορά) και υψηλότερο ποσοστό (48,2% έναντι 46,1%), άσχετα αν ο Τραμπ εξασφάλισε περισσότερους εκλέκτορες, και δεύτερο τα καλά αποτελέσματα που έφεραν στις πρόσφατες, ενδιάμεσες εκλογές του 2018 τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όσο και στις Πολιτείες.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Έχοντας όμως επιλέξει ως προνομιακό τεραίν για τη σύγκρουση τους με τον Τραμπ τη δικαστική διερεύνηση των σχέσεων του με τη Ρωσία πλέον, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας του ειδικού ανακριτή Ρόμπερτ Μιούλερ, κινδυνεύουν να υποστούν πανωλεθρία. Μετά βεβαιότητας πολιτική και πιθανότατα κι εκλογική…

Αρχικά, για να έχουμε επίγνωση της έκτασης και του βάθους της έρευνας που διενεργήθηκε ας κρατήσουμε ότι ο ειδικός ανακριτής, με τη βοήθεια 19 δικηγόρων και 40 πρακτόρων του FBI, συγκέντρωσε περισσότερες από 500 μαρτυρίες, επέδωσε περισσότερες από 2.800 κλητεύσεις, αιτήθηκε στοιχείων από 13 ξένες κυβερνήσεις και «άνοιξε» πάνω από 230 τηλεφωνικές συνδιαλέξεις. Μάλιστα, η εντολή του ειδικού ανακριτή, διευρύνθηκε από τα πρώτα κιόλας βήματα της έρευνας με στόχο να μην περιοριστεί αποκλειστικά και μόνο στις σχέσεις του Τραμπ με τη Ρωσία, αλλά να επιληφθεί επίσης κι οποιουδήποτε άλλου θέματος μπορεί να προκύψει από την έρευνα. Παρ’ όλα αυτά ο θησαυρός αποδείχθηκε …άνθρακας! Η σύνοψη του πορίσματος που απέστειλε ο υπουργός Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ στις επιτροπές του Κογκρέσου στις 24 Μαρτίου, μετά από τουλάχιστον δύο χρόνια έρευνας, δεν θεμελιώνει πουθενά τις κατηγορίες για ανάμειξη της Ρωσίας στις εκλογές του 2016.

Το πόρισμα του Μιούλερ αποτελεί το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός της θητείας Τραμπ. Μέχρι στιγμής οι κατηγορίες για ρωσική ανάμειξη στις εκλογές του 2016 συνόδευαν τον Τραμπ πριν καν αναλάβει τα καθήκοντά του στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2017. Διαρκώς τον ακολουθούσε μια υποψία ότι αποτελούσε όργανο της Μόσχας, ότι κέρδισε τις εκλογές χάρη στη ενεργό βοήθειά της κι ότι κατά συνέπεια της οφείλει την ανάδειξή του στην προεδρία.

Η προσπάθεια των Δημοκρατικών και του φιλελεύθερου κατεστημένου της ανατολικής Ακτής να απονομιμοποιήσουν τον Τραμπ δεν έπεισε καν την αμερικανική κοινωνία. Πρόσφατη έρευνα της εφημερίδας USA Today και του πανεπιστημίου Suffolk έδειξε ότι το 50% των ερωτηθέντων Αμερικανών θεωρούσαν την έρευνα του εισαγγελέα Μιούλερ ως κυνήγι μαγισσών. Επίσης ότι οι πρωτοφανείς για αμερικανό πρόεδρο διώξεις που υφίσταται ο Τραμπ οφείλονται σε πολιτικούς λόγους. Η αμερικανική κοινή γνώμη επομένως θεωρούσε τον Τραμπ ως θύμα και διωκόμενο. Εικόνα που καλλιεργούσε κι ο ίδιος όταν για παράδειγμα μόνο στο λογαριασμό του στο Twitter, χωρίς δηλαδή να εξετάσουμε τις ομιλίες ή τις συνεντεύξεις του, χρησιμοποίησε τον όρο «κυνήγι μαγισσών» 183 φορές!

Το πόρισμα του Μιούλερ θα δώσει νέα ώθηση στον Τραμπ, που πλέον θα περάσει στην αντεπίθεση προωθώντας την αντιδραστική και ξενοφοβική ατζέντα του με μεγαλύτερη επιθετικότητα. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι μόλις τη Δευτέρα, την επομένη δηλαδή της δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας, ο υπουργός Άμυνας Πάτρικ Σάναχαν ενέκρινε τη χορήγηση 1 δισ. δολ. για την ανέγερση ενός τμήματος του τείχους στα σύνορα με το Μεξικό, μήκους 57 μιλίων (92 χλμ.) και ύψους 18 ποδιών (5,5 μτ.). Κι ας είχε αποτύχει ο Τραμπ να εξασφαλίσει από το Κογκρέσο τα 5,7 δισ. δολ. που ζήταγε για να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του…

Από την άλλη, οι Δημοκρατικοί βρίσκονται σε δεινή θέση, μιας και κατέρρευσε σα χάρτινος πύργος η βάση επάνω στην οποία έχτισαν την κριτική τους στον Τραμπ. Η αλήθεια είναι ότι οι αλλεπάλληλες κατηγορίες για υποστήριξη ακόμη και χρηματισμό του Τραμπ και μελών της οικογένειάς του, ακόμη και μέσω των επιχειρήσεών του από τη Ρωσία, δεν έκρυβαν μόνο μια απαρχαιωμένη επιχειρηματολογία κατάλοιπο του Ψυχρού Πολέμου. Οι Δημοκρατικοί, ενοχοποιώντας τη Μόσχα για την εκλογική επιτυχία του Τραμπ, έδιναν μια απεγνωσμένη μάχη στις συνειδήσεις της αμερικανικής κοινωνίας και τους διαδρόμους των υπουργείων να κρατήσουν την εξωτερική πολιτική του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αγκιστρωμένη στις σταθερές του διπολικού κόσμου. Κατηγορώντας τον Τραμπ για σχέσεις με τη Ρωσία επεδίωκαν να τον στρέψουν κατά της Μόσχας, όταν στο δικό του δόγμα εξωτερικής πολιτικής ο νούμερο ένα εχθρός, η θανάσιμη απειλή, έστω μακροπρόθεσμα είναι το Πεκίνο.

Το πόρισμα Μιούλερ επομένως δεν ισοδυναμεί μόνο με μια τεράστια ώθηση στον Τραμπ και με την πολιτική συντριβή των Δημοκρατικών που αντί να κάνουν τη …διαφορά αναδεικνύοντας για παράδειγμα την ανάγκη για καθολική υγειονομική ποιοτική περίθαλψη και το δικαίωμα στην αξιοπρεπή σύνταξη όλων των Αμερικανών, επένδυσαν όλο τους το πολιτικό κεφάλαιο σε μια δικαστική διαμάχη. Το πόρισμα Μιούλερ δίνει επίσης και μια νέα ώθηση στην αντιδραστική στροφή που εγκαινίασε ο Τραμπ το 2017 τόσο εντός των ΗΠΑ όσο και εκτός.

Στα θύματα του Μιούλερ συμπεριλαμβάνονται επίσης τόσο ο φιλελεύθερος αμερικανικός Τύπος (πχ New York Times) που πρωτοστάτησε σε αντι-ρωσικό μένος ανακαλύπτοντας παντού Ρώσους πράκτορες, όσο και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (facebook, twitter,κ.α.) που διέγραφαν κατά εκατοντάδες λογαριασμούς με την κατηγορία ότι ήταν ρωσικής προέλευσης, στόχευαν σε πολιτική επιρροή και διέδιδαν fake news. Καιρός τώρα να διαγράψουν όσα τα ίδια υποστήριζαν ως κορυφαία fake news…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Πρώτες πεθαίνουν οι ελπίδες για τον Ομπάμα (Πριν, 8/11/2008)

Μαζικό, λαϊκό ρεύμα υπέρ του Ομπάμα

ΤΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να υποτιμήσει τις άνευ πρόσφατου προηγουμένου προσδοκίες που έχει δημιουργήσει η απροσδόκητη εμφάνιση στην πολιτική κονίστρα και η μετεωρική άνοδος του Μπάρακ Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ. Οι λαοθάλασσες που συγκεντρώνονταν για να τον ακούσουν, με αποκορύφωμα τους 200.000 ανθρώπους που μαζεύτηκαν το βράδυ της περασμένης Τρίτης στο Μεγάλο Πάρκο του Σικάγου, και κυρίως τα αποτελέσματα των εκλογών βεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται για μια αλλαγή ρουτίνας στον Λευκό Οίκο. Είναι κατ’ αρχήν η διαφορά των 6 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του Ρεπουμπλικανού υποψήφιου Μακ Κέην που έκανε το ποσοστό του 52% να φαντάζει εντυπωσιακό. Φαίνεται δε ακόμη εντυπωσιακότερο αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά υπερβαίνουν τα συνήθη επίπεδα των Δημοκρατικών: όχι μόνο του Κλίντον αλλά ακόμη και του Κάρτερ, που μετά βίας έφθασαν το 50,1%. Έπειτα είναι η σύνθεση των ψήφων του που συγκροτεί ένα εξαιρετικά δυναμικό κοινωνικό μίγμα. Ο 47χρονος γερουσιαστής μέχρι τώρα, που δεν είχε συμπληρώσει καν μια ολόκληρη θητεία στη Γερουσία όπου εξελέγη πρώτη φορά το 2005, σάρωσε στους μαύρους που τον ψήφισαν κατά 98%, τους Λατίνους που τον ψήφισαν κατά 66%, όσους ψήφιζαν για πρώτη φορά (68%) και τους νέους 18 – 29 ετών (συγκεντρώνοντας το 66% των ψήφων τους).

Το κοινωνικό ρεύμα που δημιουργήθηκε υπέρ του Ομπάμα υποκινήθηκε κατά μεγάλο μέρος από τον Μπους, κατ’ αναλογία της αθέλητης μεν, τεράστιας ωστόσο συνεισφοράς που είχε ο …Αλογοσκούφης στην πρόσφατη δημοσκοπική επιτυχία του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη δηλαδή κι ένας λιγότερο χαρισματικός Δημοκρατικός υποψήφιος να διεκδικούσε την προεδρία έπρεπε να προσπαθήσει για να χάσει, ειδικά μάλιστα από τον Τζον Μακ Κέην το βιογραφικό του οποίου έκανε έγκαιρα γνωστό ο Γκορ Βιντάλ: «Πήγε σε ιδιωτικό σχολείο και ήταν ο τελευταίος στην τάξη του. Συνέτριψε το αεροπλάνο του, κατέστη αιχμάλωτος πολέμου και τώρα προσπαθεί να εμφανιστεί ως ήρωας πολέμου». Προς επίρρωση μια σειρά στοιχεία που βεβαιώνουν την παντελή ανυποληψία της κυβέρνησης Μπους και των Ρεπουμπλικάνων και την ήττα συνολικότερα του νεοσυντηρητικού σχεδίου. Για παράδειγμα, εντός των ΗΠΑ τα ποσοστά επιδοκιμασίας της κυβέρνησης Μπους κυμαίνονται από 19% έως 20%. Ο Μπους δηλαδή τα καταφέρνει λίγο καλύτερα από τον Γέλτσιν την εποχή που γύρναγε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τρεκλίζοντας από το ποτό. Οι 4 στους 5 Αμερικάνους επίσης δηλώνουν ότι η χώρα τους κινείται σε λάθος κατεύθυνση. Εκτός των ΗΠΑ τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για όσους επαγγέλονταν ένα «νέο αμερικανικό αιώνα» και χωρίς μάλιστα να ρωτηθούν οι λαοί της δικής μας περιοχής που γνώρισαν από πρώτο χέρι τις ωδίνες αυτής της τερατογένησης. Στο Μεξικό και τον Καναδά συγκεκριμένα, ο Μπους θεωρείται εξ ίσου επικίνδυνος για την παγκόσμια ειρήνη με το σύμβολο του απόλυτου κακού για την αμερικανική προπαγάνδα, τον πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Λίγο πιο ‘δώ τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για τη δημόσια εικόνα των ΗΠΑ μια, και όπως δείχνει έρευνα του BBC, οι κάτοικοι της Αιγύπτου και του Πακιστάν ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Αλ Κάιντα, προτιμούν τη δεύτερη!!!

Η αναστροφή αυτής ακριβώς της κατάστασης, η αναστήλωση δηλαδή της θέσης και του γοήτρου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού είναι το έργο που έχει ανατεθεί στον πρώτο αφροαμερικανό πρόεδρο των ΗΠΑ.

Επιλέγοντας να συμμαχήσει στην προεκλογική περίοδο με πρόσωπα που εγγυώνται την συνέχιση της επιθετικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ο Μπάρακ Ομπάμα, αντί για παράδειγμα να ορίσει ως αντιπρόεδρό του τον αριστερό – για τα αμερικανικά δεδομένα – Τζ. Έντουαρντς, περιόρισε το εύρος της νίκης του και προδίκασε την κατεύθυνση που θα κινηθεί.

 

Το χαμήλωμα των – επικίνδυνων – προσδοκιών πρώτη προτεραιότητα του επιτελείου του νέου προέδρου

 

Από το μίγμα των ψηφοφόρων του Ομπάμα που περιγράψαμε στη διπλανή στήλη απουσιάζει με κραυγαλέο μάλιστα τρόπο ένα κοινωνικό στρώμα, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά του: η λευκή εργατική τάξη. Ειδικότερα, λευκοί απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης – χωρίς δηλαδή πανεπιστημιακή παιδεία που (μαζί με τους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών και τους πλούσιους – για διαφορετικούς ωστόσο λόγους) ψήφισαν κατά προτίμηση τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων. Η απουσία του ήταν αναμενόμενη, από τη στιγμή που ο Ομπάμα αρνήθηκε να επιλέξει ως αντιπρόεδρό του τον Τζον Έντουαρντς, επίδοξο διεκδικητή του χρίσματος ο οποίος όμως αποχώρησε πολύ νωρίς. Ο Τζον Έντουαρντς όμως ήταν ότι πιο αριστερό έχει βγάλει το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα τα τελευταία χρόνια, έχοντας οργανικούς δεσμούς με τα αμερικανικά συνδικάτα και επιβεβαιωμένη από τις δημοσκοπήσεις υψηλή επιρροή στα «μπλε κολάρα». Γι αυτόν ακριβώς το λόγο το αμερικανικό κατεστημένο τον έθεσε έγκαιρα εκτός μάχης με τον πιο σίγουρο και δοκιμασμένο τρόπο: βγάζοντας στη φόρα έναν παράνομο δεσμό του… Έτσι, ο Ομπάμα για την εξαιρετικά νευραλγική θέση του αντιπροέδρου (πολύ περισσότερο αν δούμε ότι κατά την οκταετία Μπους ο Ντικ Τσέινι λάβαινε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις) επέλεξε τον Τζον Μπάιντεν που είχε διατελέσει επί χρόνια πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας κι ο οποίος εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα εξασφαλίσει τη συνέχεια της ακολουθούμενης πολιτικής. Το ίδιο εγγυώνται και μια σειρά πρόσωπα που στήριξαν τον Ομπάμα: από την Μαντλίν Ολμπράιτ και τον Κόλιν Πάουελ, που πρώτος απέδειξε ότι δεν είναι και τόσο εξωτική επιλογή ο διορισμός ενός αφροαμερικάνου σε κρίσιμη πολιτική θέση, μέχρι τον Φουκουγιάμα.

Το κόστος που κατέβαλλε γι αυτή την επιλογή του ο υποψήφιος των Δημοκρατικών δεν είναι αμελητέο, παρά τις σημαντικές εκλογικές επιδόσεις του. Γιατί, ο Ομπάμα μπορεί να υπερέβη τα ποσοστά του Κλίντον και του Κάρτερ εκλέγοντας 349 μέχρι στιγμής εκλέκτορες (ενώ απαιτούνται 270 για να ορίσουν πρόεδρο), χάρη στην άνοδο της συμμετοχής που έφθασε τα επίπεδα του 64% (για πρώτη φορά μετά το 1908), ωστόσο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις εκλογικές επιδόσεις του Ρόναλντ Ρέιγκαν ο οποίος στις ενδιάμεσες εκλογές του 1984 είχε πετύχει έναν ανεπανάληπτο εκλογικό και κατ’ επέκταση πολιτικό θρίαμβο που διαρκεί μέχρι σήμερα: Βάφοντας όλον, μα όλον τον εκλογικό χάρτη των ΗΠΑ κόκκινο, όπως είναι το χρώμα των Ρεπουμπλικάνων, με μοναδική εξαίρεση της Πολιτεία της Μινεσότας κατάφερε να εξασφαλίσει 525 από τους 538 βουλευτές, αφήνοντας στους Δημοκρατικούς μόνο 13! Η τοποθέτηση του πήχη σε αυτό το σημείο δεν είναι καθόλου τυχαία, γιατί το μεγάλο διακύβευμα με την εκλογή του Ομπάμα, τουλάχιστον για τις λαϊκές προσδοκίες που ξεσήκωσε, είναι το κατά πόσο θα σημάνει τον τερματισμό της μακράς συντηρητικής περιόδου που ξεκίνησε με την εκλογή του Ρέιγκαν το 1982, χωρίς η οκταετία του Κλίντον να την διαρρήξει, παρά μάλιστα τις ελπίδες που γέννησε για μια αντινεοφιλεύθερη στροφή όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στην από δω μεριά του Ατλαντικού. Παρόλα αυτά σε μόλις δύο χρόνια κι αφού είχε μεσολαβήσει η άτακτη υποχώρηση της Χίλαρι (με πολιτική ευθύνη του ίδιου του Κλίντον φυσικά) στο θέμα της καθολικής ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού, τα ποσοστά αποδοχής του μειώθηκαν στο 35%, ενώ το 65% των ψηφοφόρων του δήλωνε πως  δεν πρόκειται να τον ψηφίσουν για δεύτερη φορά. Η παρθενική εμφάνιση των νεοσυντηρητικών με το Συμβόλαιο για την Αμερική του Νιουτ Γκίνγκριτς την ίδια χρονιά και η συνεχής μείωση των ποσοστών του σε όλες τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις (έως ότου το σκάνδαλο με την Μόνικα Λεβίνσκι ήρθε να κλείσει με ατιμωτικό τρόπο την οκταετία του) περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα των αποφάσεών του, ενώ το κενό κάλυπτε κατά βήμα το ανερχόμενο νεοσυντηρητικό ρεύμα.

Το κόστος που κατέβαλε ο Ομπάμα από την απροθυμία του να συμμαχήσει με τον Τζ. Έντουρντς και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία της Αμερικής που είχε στοιχηθεί από πίσω του μετριέται και με πιο πρακτικούς όρους, όπως με την αποτυχία του για παράδειγμα να εκλέξει 60 γερουσιαστές στο σχετικό κοινοβουλευτικό σώμα οπότε θα στερούσε το δικαίωμα του βέτο από τους αντιπάλους του και θα μπορούσε να διαχειριστεί εν λευκώ την εξουσία του. Το θετικό αποτέλεσμα που θα είχε ο Ομπάμα αν στρεφόταν προς τα αριστερά δίνοντας τη θέση του αντιπροέδρου στον Έντουαρντς επιβεβαιώνεται από τα καλά αποτελέσματα που είχαν οι αριστεροί υποψήφιοι, υπερσκελίζοντας αθροιστικά τους ακροδεξιούς. Για παράδειγμα, ο Ραλφ Νέιδερ συγκέντρωσε 600.000 ψήφους (και 4 εκ. δολάρια οικονομικές ενισχύσεις), η Σίνθια Μακ Κίνεϋ 120.000 ψήφους (και 880.000 δολ.) ενώ η μητέρα του σκοτωμένου στο Ιράκ αμερικανού στρατιώτη και σύμβολο πια του αντιπολεμικού κινήματος Σίντι Σίχαν που έγινε γνωστή όταν κατασκήνωσε έξω από το ράντσο του Μπους για να απαιτήσει την επιστροφή του αμερικανικού στρατού κέρδισε στο Σαν Φραντζίσκο το 17,9% των ψήφων! Απέναντί της μάλιστα δεν είχε κάποιον συντηρητικό ή δεύτερης κλάσης δημοκρατική υποψηφιότητα αλλά την επικεφαλής των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, Νάνσι Πελόσι, που εκλέχτηκε για 12η φορά! Μη έχοντας όμως ο Ομπάμα μετά την 20η Ιανουαρίου, οπότε θα αναλάβει και επίσημα τα καθήκοντά του, την πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία θα είναι αναγκασμένος να παίρνει υπ’ όψη του τις θέσεις των Ρεπουμπλικανών για σημαντικά ζητήματα ή να επικαλείται προσχηματικά την άρνησή τους προκειμένου να τα απορρίπτει.

Ας μη βιαστεί κάποιος να χαρακτηρίσει ως ακραία υποθετικό και πρακτικά αδύνατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η σημερινή Γουόλ Στριτ Τζέρναλ αναφερόμενη στην ατζέντα του περιθωριοποιημένου πλέον εργατικού συνδικάτου AFL – CIO (όχι μόνο λόγω της γνωστής πολιτικής του κατεύθυνσης αλλά λόγω επίσης και του ότι μέλη του είναι μόνο το 7,5% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα από 20% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80) επικαλείται αυτήν ακριβώς την πλειοψηφία στην αμερικανική Γερουσία για να την απορρίψει! Πρόκειται ειδικότερα για ένα νομοσχέδιο (με τίτλο Νόμος για την Ελεύθερη Επιλογή του Εργαζομένου) το οποίο ο πρόεδρος του συνδικάτου χαρακτηρίζει ως «το σημαντικότερο θέμα που έχουμε» και η ακραία νεοσυντηρητική εφημερίδα προοικονομεί την ατυχή του κατάληξη λόγω της δικαιώματος βέτο των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, πριν ακόμη αναλάβει έργο η καινούργια Γερουσία! «Με τους Δημοκράτες να έχουν αποτύχει να κερδίσουν την κρίσιμη πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία μερικοί υποστηρίζουν πως τώρα είναι περισσότερο πιθανός ένας συμβιβασμός στην επίμαχη πρόβλεψη»!!!

Η παραπομπή στις ελληνικές καλένδες του αιτήματος της AFL – CIO δεν ήταν και το μοναδικό κρούσμα που το επιτελείο Ομπάμα θέλησε να αποστασιοποιηθεί από το ρεύμα το οποίο τον ανέδειξε, ελπίζοντας πως με την εκλογή του θα ξεκινήσει μια περίοδο σαρωτικών και άμεσων αλλαγών. Έτσι, για παράδειγμα, το ρεπορτάζ της προχτεσινής Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν για τη νέα αμερικανική ηγεσία άρχιζε με τα εξής: «Ο εκλεγμένος πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια να περιστείλει τις ασυνήθιστα υψηλές προσδοκίες μεταξύ των υποστηρικτών του που οι σύμβουλοί του φοβούνται και να θυμίσει στους Αμερικανούς ότι αν και κέρδισε τις εκλογές με μια πλατφόρμα αλλαγής οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα είναι σημαντικές και θα πάρει χρόνο για να τις διαχειριστεί». Ξενερώνοντας μάλιστα ο ίδιος τις υψηλές προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί όταν απάντησε σε δημοσιογραφική ερώτηση για το τι πρέπει να αναμένεται τις πρώτες 100 μέρες από την εκλογή του παρέπεμψε τον δημοσιογράφο στις πρώτες 1.000 μέρες, δηλαδή στο πέρας της πρώτης τριετίας! Ρεπορτάζ των βρετανικών Τάιμς με τίτλο «Ο Μπάρακ Ομπάμα καταστρώνει σχέδια για να εκτονώσει τις προσδοκίες μετά τη εκλογική νίκη» ήταν επίσης αποκαλυπτικό για τα μετέπειτα σχέδια του διαδόχου του Μπους: «Σε συνέντευξη σε ραδιοφωνικό σταθμό του Κολοράντο εμφανίστηκε ήδη να επιδίδεται στο χαμήλωμα των προσδοκιών. Ερωτώμενος για τους στόχους του τις πρώτες εκατό ημέρες είπε ότι χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να καταπιαστεί με τόσο μεγάλα και δαπανηρά ζητήματα όπως η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας, η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας και το Ιράκ. Τις τελευταίες επίσης μέρες υπενθύμιζε στα πλήθη πόσο δύσκολο θα είναι να πετύχει τους στόχους του κι ότι θα απαιτηθεί χρόνος». Κατά την προεκλογική περίοδο επίσης προσγείωσε τις προσδοκίες και σ’ ότι αφορά το βάθος των αλλαγών, υποσχόμενος δικομματική συναίνεση, για να του απαντήσουν εύστοχα ακόμη και οι Νιου Γιορκ Τάιμς στις 6 Νοεμβρίου πως «αν εργαστεί με τους Ρεπουμπλικάνους για να βρει κοινό έδαφος σε θέματα όπως το Ιράκ, η τρομοκρατία και η κλιματική αλλαγή κινδυνεύει να αποξενωθεί από την προοδευτική του βάση»! Τις προσδοκίες  της «Ομπαμάνια» προσγείωσε χωρίς περιστροφές ο ανταποκριτής των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στην αμερικανική πρωτεύουσα γράφοντας, μια μέρα μάλιστα πριν τις εκλογές, πως «οι ομοιότητες με τον Τόνι Μπλερ είναι αδύνατο να παραβλεφθούν. Ο ενθουσιασμός μεταξύ των οπαδών του Ομπάμα δεν είναι απλά αφελής, αλλά αγγίζει την παραφροσύνη θυμίζοντας πολύ τον ενθουσιασμό στη Βρετανία το 1997 για τον Μπλερ. Θυμάστε πως όλα τελικά έγιναν δυνατά; “Τα πράγματα μπορούν μόνο να βελτιωθούν” Και δείτε τώρα πως κατάντησαν»!

Συνεχίζεται ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας! 

ΝΕΑ ΡΗΓΜΑΤΑ ΜΕ τους ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΧΥΣΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΖΕΙ Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

 

Δεν είναι συνεπώς καθόλου παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι το συνεχώς ογκούμενο ρεύμα που στήριξε τον Ομπάμα τους 21 αυτούς μήνες που διήρκεσε η προεκλογική εκστρατεία πολύ σύντομα θα ξεφουσκώσει, θα ηττηθεί. Αυτό άλλωστε επιδιώκει το ίδιο το επιτελείο του Ομπάμα. Κι αν δεν το καταφέρει με την πειθώ θα έρθουν οι πρώτες 100 μέρες, οπότε ανεξαρτήτως από τη θέληση του Ομπάμα, όλοι θα κάνουν έναν πρώτο απολογισμό για το κατά πόσο διαφορετική ήταν η θητεία του μαύρου προέδρου στον Λευκό Οίκο. Δεν αποκλείεται καθόλου βέβαια το διάστημα που μεσολαβεί η σημερινή ηγεσία να επιχειρήσει να προκαταβάλει την εξωτερική πολιτική του Ομπάμα, όπως άλλωστε είχε κάνει κι ο Μπους ο πρεσβύτερος εισβάλλοντας στη Σομαλία το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ήττας του από τον Κλίντον και της ενθρόνισης του τελευταίου στον Λευκό Οίκο.

Είναι όμως πολύ πιθανό ο Ομπάμα να μη χρειάζεται προβοκάτσιες στην εξωτερική του πολιτική (όπως ο αιματηρός βομβαρδισμός στη Συρία που πραγματοποίησαν οι αμερικανικές δυνάμεις από το Ιράκ πριν δύο εβδομάδες ή ο ακήρυχτος πόλεμος που είναι σε εξέλιξη κατά του Πακιστάν) προκειμένου να παγιδευτεί σε ένα νέο αδιέξοδο. Επιλέγοντας ο ίδιος το καλοκαίρι που μας πέρασε να εξαγγείλει ότι θα αναγορεύσει το Αφγανιστάν σε κεντρικό μέτωπο κατά της τρομοκρατίας εξασφάλισε κατ’ αρχήν τη διαιώνιση της αιματοχυσίας μια και έχει αποδειχτεί πλέον το αήττητο των Ταλιμπάν από τους Δυτικούς και πολύ χειρότερα ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης με τη Δυτική Ευρώπη, όπου μόνο το 43% του πληθυσμού της συμφωνεί με τον πόλεμο. Στις ΗΠΑ αντίθετα υπέρ του πολέμου τάσσεται το 76% των πολιτών.

Παράλληλα ο Ομπάμα έχει πάψει να μιλάει για υποχώρηση από το Ιράκ (πολύ πριν επισκεφθεί και προσκυνήσει το εβραϊκό λόμπι AIPAC ενώπιον του οποίου μίλησε για ενιαία και αδιαίρετη, δηλαδή εβραϊκή, Ιερουσαλήμ) αρνούμενος να θέσει έστω κι ένα μακρινό χρονοδιάγραμμα για την αποχώρηση του αμερικανικού στρατού.

Ολοκληρωτική διάψευση των προσδοκιών που δημιουργήθηκαν γύρω από το πρόσωπο του Ομπάμα θα επέλθει αν τυχόν και επιβεβαιωθούν επίσης τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα και ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ επιλέξει για το υπουργείο Άμυνας τον σημερινό υπουργό, το Ρόμπερτ Γκέιτς. Θα είναι μια επιλογή που θα ισοδυναμεί με την πλήρη υιοθέτηση της πολιτικής του Μπους από τον επόμενο πρόεδρο και την αδιατάρακτη συνέχισή της. Εξέλιξη που δεν πρόκειται να ξαφνιάσει αν πάρουμε υπ’ όψη μας τις «αξιοζήλευτες» επιδόσεις που είχαν ανέκαθεν οι Δημοκρατικοί στο μέτωπο των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων: Με τον Τζον Κένεντι να διατάζει την εισβολή στη Κούβα και το Βιετνάμ, τον Τζίμι Κάρτερ να εξοπλίζει το πρόπλασμα των Ταλιμπάν, τους Μουτζαχεντίν, στο Αφγανιστάν και τον Μπιλ Κλίντον να συνεχίζει την εισβολή στη Σομαλία, να επιβάλλει το εμπάργκο στο Ιράκ και να βομβαρδίζει τη Γιουγκοσλαβία, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο Μπάρακ Ομπάμα δεσμεύεται από μια πολιτική αρχών που αποκλείει τις επεμβάσεις.

Και στην ομιλία του άλλωστε το βράδυ του εκλογικού του θριάμβου δεν ξέχασε να κάνει επίδειξη δύναμης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, λέγοντας «σε εκείνους που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο – θα σας νικήσουμε»!

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το New New Deal είναι εδώ

ΚΑΜΙΑ ΧΑΛΑΡΩΣΗ

 

Όσο σφίγγες αποδεικνύονται οι Δημοκρατικοί απέναντι στην AFL – CIO αποκλείοντας από τώρα την ψήφιση του φιλεργατικού νόμου που ζητάει, άλλο τόσο απλόχεροι αποδεικνύονται απέναντι στο παραγωγικό κεφάλαιο δηλώνοντας ότι πρώτη τους προτεραιότητα είναι η χορήγηση στην υπό χρεοκοπία αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία ενός πακέτου διάσωσης ύψους 25 δισ. δολ. το οποίο θα αποτελέσει την κορωνίδα του πακέτου Πόλσον Νο 2, που είναι υπό επεξεργασία.

Η νέα κυβέρνηση του Ομπάμα σε αυτό τον τομέα, τον οικονομικό, είναι που θα κληθεί να δώσει τις σημαντικότερες εξετάσεις, έχοντας να διαχειριστεί ένα ναρκοπέδιο που ορίζεται από τις ακόλουθες τρεις διαστάσεις: Μια οικονομία που βρίσκεται στο μέσο της ύφεσης (με την κρίση που έχει τις αιτίες της και την αφετηρία της στην πτώση του ποσοστού κέρδους που πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 να έχει τώρα οδηγήσει χιλιάδες επιχειρήσεις στη χρεοκοπία και την καταναλωτική ζήτηση με τις βιομηχανικές παραγγελίες στο ναδίρ), μια κοινωνία που βλέπει τη θέση της να υποβαθμίζεται ραγδαία λόγω των απολύσεων και των ανισοτήτων (με την ανεργία τον Οκτώβριο να φθάνει το 6,5% από 6,1% τον Σεπτέμβριο, την ανέμελη άλλοτε Νέα Υόρκη να στέκεται στην ένατη θέση των πόλεων με τις μεγαλύτερες ανισότητες οδηγώντας τον ΟΗΕ να προειδοποιεί μέσα από πρόσφατη έκθεσή του για τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης και το προσδόκιμο ζωής των αφροαμερικάνων των ΗΠΑ να συγκρίνεται με αυτό της Κίνας και ορισμένων κρατιδίων της Ινδίας) και ένα δημόσιο ταμείο με όλο και μεγαλύτερα ανοίγματα (με το δημόσιο χρέος να έχει διπλασιασθεί κατά την διακυβέρνηση Μπους φθάνοντας τα 10 τρισ. δολ.) που δεν κηρύσσει πτώχευση λόγω της κινέζικης «γενναιοδωρίας».

Το περίγραμμα της στρατηγικής που θα εφαρμόσει ο Ομπάμα για να ξεπεράσει την οικονομική κρίση έχει ήδη αποφασισθεί και ορίζεται με τον καθόλου ευρηματικό αλλά ξεχειλίζοντα προσδοκιών τίτλο ως New New Deal, ο οποίος παραπέμπει στην κοινωνική συμφωνία που σύναψε ο Ρούζβελτ τη δεκαετία του ’30 – πολύ πιο δεξιά όμως! Ακρογωνιαίοι λίθοι της θα είναι η μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, ώστε να μην εμφανιστούν ξανά καταστροφές τύπου Κατρίνα, αυξημένες κρατικές επιχορηγήσεις που θα επιδιώξουν να αναστηλώσουν τις δημόσιες επενδύσεις κι ενδεχομένως μια ροή κρατικών κεφαλαίων προς νέες επενδύσεις σε λιγότερο κορεσμένους κλάδους και τομείς της πράσινης βιομηχανίας, όπως εναλλακτικές μορφές ενέργειας και ηλεκτρικά αυτοκίνητα, που αρχικά τουλάχιστον εγγυώνται υψηλότερα ποσοστά κέρδους. «Μία τέτοια μαζική πλημμυρίδα πολλών τρισ. δολ. μοιραία θα απαιτήσει συνεργασίες μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα» αναφέρει σε άρθρο προγραμματικού χαρακτήρα με τίτλο «The New New Deal» που φιλοξενείται στο τρέχον τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Φόρτσουν ο οικονομολόγος Τζέφρεϋ Σακς που έχει διαχωρίσει εδώ και χρόνια τη θέση του από τον καθαρό νεοφιλελευθερισμό. Αυτό που προτείνει όμως είναι – επί το ελληνικότερο – συγχρηματοδοτούμενα έργα, στο πλαίσιο των οποίων οι ιδιώτες αναλαμβάνουν τα κέρδη και ο δήμος το κόστος! Για τον τρόπο δε κάλυψης των διευρυμένων δημοσιονομικών αναγκών υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ που δεν έχουν ΦΠΑ «θα χρειαστούν ένα εθνικό φόρο προστιθέμενης αξίας ή κάποιου είδους φόρο επί των πωλήσεων ξεκινώντας πιθανά από ένα επίπεδο 5% (για να συγκεντρωθεί αρχικά το 3% με 5% του ΑΕΠ). Ο ΦΠΑ έχει αποδειχτεί έξυπνος φόρος, εστιάζοντας τη φορολογία στην κατανάλωση κι όχι στις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις». Έτσι όμως θα αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνση των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, που θα κληθούν με ένα πρωτότυπο – για τις ΗΠΑ – τρόπο να αναλάβουν το κόστος υπέρβασης της κρίσης. Φαίνεται λοιπόν ότι το New New Deal του Μπάρακ Ομπάμα (που παρά τις πολλές τομές που εγκαινίασε σε αυτές τις εκλογές συνέχισε την παράδοση να κερδίζει τις εκλογές όποιος συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσά ως δωρεές από το κεφάλαιο) δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά ένα νέο γύρο επίθεσης στα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, παρότι σοβαρές παράμετροι της νέας αυτής συμφωνίας μένει να καθορισθούν ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της κρίσης, του ανταγωνισμού μεταξύ των τμημάτων του κεφαλαίου και της ταξικής πάλης.

Στο οικονομικό πρόγραμμα του Μπάρακ Ομπάμα (που προβλέπονται φορολογικές ελαφρύνσεις οι οποίες θα αφορούν την ανάκληση μέρους και όχι του συνόλου του προκλητικά φιλικού προς τα υψηλά εισοδήματα προγράμματος φοροαπαλλαγών του Μπους) δεν περιλαμβάνονται πουθενά αυξήσεις σε μισθούς ή δημιουργία εγγυημένων από το κράτος θέσεων εργασίας. Αντίθετα, τόσο η αντιμετώπιση της ανεργίας όσο και η διεύρυνση της ασφαλιστικής κάλυψης αποθέτονται στις δυνάμεις της αγοράς, δηλαδή το κεφάλαιο, αποδεικνύοντας έτσι πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες που καλλιεργούνται για μια χαλάρωση της αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής και της επίθεσης του κεφαλαίου.