Το ψωμί… ψωμάκι ελέω κερδοσκοπίας (Επίκαιρα, 19/8-25/8/2010)

Ράλι πραγματοποιούν οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων εδώ και λίγες εβδομάδες στα εξειδικευμένα χρηματιστήρια του Σικάγου και του Λονδίνου. Αποτέλεσμα αυτού του αγώνα ταχύτητας είναι οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής, όπως σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι και άλλα να έχουν φθάσει στα ύψη. Η τιμή του σιταριού, για παράδειγμα, ενώ ήταν γύρω στα 135 ευρώ ο τόνος από τον Ιανουάριο μέχρι και το πρώτο πεντάμηνο του έτους πλέον σκαρφάλωσε στα 236 ευρώ. Η τιμή του κριθαριού από 2.475 ρούβλια ο τόνος που ήταν στις αρχές του χρόνου – κι ακόμη χαμηλότερα κατά τη διάρκεια του – έφθασε τα 4.250, κοκ.

Η άνοδος της τιμής αποδόθηκε από πολλούς στις ζημιές που υπέστη η ρωσική παραγωγή λόγω της ασυνήθιστης ανόδου της θερμοκρασίας, των πρωτοφανών σε έκταση πυρκαγιών που ακολούθησαν και της απόφασης του πρωθυπουργού Βλαντίμιρ Πούτιν να απαγορεύσει τις εξαγωγές σιτηρών από τις 15 Αυγούστου μέχρι και το τέλος του χρόνου. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι η ρωσική παραγωγή θα κυμανθεί από 70 έως 75 εκ. τόνους, όταν η περυσινή σοδειά είχε αγγίξει τα 100 εκ. τόνους. Χαμηλότερα θα κινηθεί επίσης κι η παραγωγή της Ουκρανίας, που κι αυτή σκέφτεται να επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές, καθώς οι τελευταίες εκτιμήσεις μειώνουν την ετήσια παραγωγή από 48 εκ. τόνους πέρυσι σε 40 εκ. φέτος. Η απόφαση του Κρεμλίνου χαρακτηρίστηκε σωτήρια για την εγχώρια ζήτηση καθώς διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρξει έλλειψη σταριού κι οι τιμές θα παραμείνουν χαμηλές εντός της Ρωσίας. Στο εξωτερικό όμως επέφερε αναστάτωση καθώς μια σειρά χώρες έπρεπε να μεριμνήσουν για τον ομαλό ανεφοδιασμό τους, με τις περισσότερες απ’ αυτές να βρίσκονται στη Μέση Ανατολή και την Ασία. Ειδικότερα η Αίγυπτος, που αγοράζοντας πέρυσι 6 εκ. τόνους αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα ρωσικών σιτηρών, η Τουρκία, η Συρία, το Ιράν, η Λιβύη, το Ισραήλ, η Ιορδανία, η Υεμένη και το Ιράκ.

Παρόλα αυτά η άνοδος της τιμής των σιτηρών και των βασικών ειδών διατροφής δεν προήλθε από την ξηρασία ή την απόφαση της Μόσχας και τον σκεπτικισμό του Κιέβου. Το ράλι τιμών το επέβαλαν μια σειρά άλλοι λόγοι που συγκαλύφθηκαν στη συνέχεια από την απόφαση της Μόσχας.

Η άνοδος της τιμής κατ’ αρχήν προηγήθηκε των ανακοινώσεων του Πούτιν. Οι τιμές του σταριού όπως και του κριθαριού ξεκίνησαν να αυξάνονται από τις αρχές Ιούλη, όταν οι φωτιές δεν υπήρχαν ούτε στους χειρότερους εφιάλτες των Ρώσων.

Δεύτερο, υφίσταται μια γενικευμένη άνοδος στις τιμές των βασικών εμπορευμάτων που δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές των δημητριακών τα οποία παράγονται στη Ρωσία. Ράλι, για παράδειγμα, καταγράφει η τιμή του χρυσού με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης μηνός Δεκεμβρίου να φθάσουν στις 8 Αυγούστου στα 1.205 δολάρια. Επίπεδο τιμής που βρίσκεται πολύ κοντά στο ρεκόρ των 1.260 δολ. ανά ουγκιά που είχε σημειωθεί στο τέλος Ιουνίου. Εξ’ ίσου φρενήρη άνοδο καταγράφει και η τιμή του κακάο που τους τελευταίους μήνες έχει αυξηθεί κατά 150% ωθώντας βιομηχανίες τροφίμων που παράγουν σοκολάτες να αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων τους ή να μειώσουν την πρώτη ύλη που χρησιμοποιούν. Η άνοδος των τιμών των σιτηρών επομένως αποτελεί σύμπτωμα μιας ευρύτερης τάσης.

Τρίτο, το κενό που δημιουργήθηκε από την διακοπή των ρωσικών εξαγωγών καλύφθηκε πάραυτα από άλλους παραγωγούς, με πρώτους απ’ όλους τους Αμερικανούς. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό αποτελεί μια ευκαιρία για μας κι ότι πρόκειται να την εκμεταλλευτούμε», δήλωσε στους Financial Times στις 13 Αυγούστου ο υπουργός Γεωργίας των ΗΠΑ, αναφερόμενος στην διακοπή των ρωσικών εξαγωγών. Σχεδόν όλες οι χώρες επίσης διατηρούν ένα απόθεμα. «Η Αίγυπτος έχει αρκετό απόθεμα σταριού για να παράγει επιδοτούμενο ψωμί για τους τέσσερις επόμενους μήνες δήλωνε στη βρετανική εφημερίδα στις 12 Αυγούστου αξιωματούχος του αιγυπτιακού υπουργείου Εμπορίου. Κατά συνέπεια δεν δημιουργήθηκε κάποια έλλειψη, ένα κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, που έστω και προσωρινά να προκάλεσε την εκτόξευση των τιμών.

Τέταρτο, σύμφωνα με πολλά δημοσιεύματα, η απόφαση του Πούτιν δεν ήταν και τόσο… αθώα. Δεν ελήφθη δηλαδή με κριτήριο τα συμφέροντα του ρωσικού λαού και τις ανάγκες κάλυψης της ρωσικής αγοράς, αλλά των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και εμπορία σιτηρών! «Μεγάλες, πολυεθνικές εταιρείες εμπορίας δημητριακών που λειτουργούν στη Ρωσία επιδίδονταν σε υπόγεια επιρροή (λόμπι) με στόχο την απαγόρευση που θα αποτελούσε το μέσο για να αξιώσουν τη νομική εξαίρεση από συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης που είχαν συναφθεί πριν την ξηρασία, όταν οι τιμές ήταν πολύ χαμηλότερες. Μια ρωσική θυγατρική της Glencore, της ελβετικής εταιρίας εμπορίας βασικών προϊόντων που διατηρεί στενές σχέσεις με τη ρωσική κυβέρνηση, επιδόθηκε σε υπόγεια επιρροή για την απαγόρευση όσο η έκταση της ξηρασίας γινόταν εμφανής», ανέφερε σε ρεπορτάζ της η International Herald Tribune στις 6 Αυγούστου. Τις λεπτομέρειες του «κόλπου» τις αποσαφήνιζαν οι Financial Times στις 4 Αυγούστου από την πρώτη τους κιόλας σελίδα: «Στελέχη της Glencore, της μεγαλύτερης εταιρείας εμπορίας βασικών προϊόντων κάλεσαν χθες τη Μόσχα να επιβάλλει απαγόρευση πωλήσεων σε δημητριακά που θα επιτρέψει σε εταιρείες να διαπραγματευτούν εκ νέου τα συμβόλαιά τους. Αν η Μόσχα επιβάλει απαγόρευση εξαγωγών, όπως έκανε για μια σύντομη περίοδο κατά τη διάρκεια της κρίσης τροφίμων του 2007-2008, τότε εμπορικοί οίκοι όπως η Glencore θα μπορούσαν να επικαλεστούν ανωτέρα βία, όρος που τους επιτρέπει να ακυρώσουν συμφωνίες λόγω αιτιών που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό τους»!

Κατά συνέπεια πράγματι υπάρχει σχέση μεταξύ ανόδου των τιμών στα σιτηρά και απόφασης απαγόρευσης των ρωσικών εξαγωγών – όχι όμως αυτή που λέγεται, ότι η απαγόρευση οδήγησε στην άνοδο των τιμών, αλλά η εντελώς αντίθετη: Η προγενέστερη άνοδος τιμών προκάλεσε την απαγόρευση!

Η πρωτοβουλία της ρωσικής κυβέρνησης έφερε ξανά στην επιφάνεια τον καταστρεπτικό ρόλο που ασκούν στην διαμόρφωση των τιμών κι επίσης την παραγωγή και εμπορία των βασικών ειδών διατροφής κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που μεσολαβούν μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Πρόκειται μάλιστα συχνά για τις ίδιους αυτούς τραπεζικούς κολοσσούς που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην κρίση της αμερικανικής αγοράς ακινήτων, όπως για παράδειγμα η Goldman Sachs, που μόλις πρόσφατα τιμωρήθηκε από τις αμερικανικές αρχές για τις αμφιλεγόμενες δραστηριότητές της. Η Goldman Sachs λοιπόν, σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεσή της, την οποία επικαλείται η βρετανική εβδομαδιαία εφημερίδα Guardian στις 23 Ιουλίου, κατά το 2009 κέρδισε 1 δισ. δολ. από στοιχήματα στην αγορά τροφίμων. «Επενδυτικές τράπεζες όπως η Goldman Sachs επιτυγχάνουν τεράστια κέρδη στοιχηματίζοντας στην τιμή καθημερινών τροφίμων. Από αυτά τα επικίνδυνα στοιχήματα κανείς δεν επωφελείται με μοναδική εξαίρεση του τυχοδιώκτες του Σίτι. Οι καταναλωτές υποφέρουν καθώς υποκινείται ο πληθωρισμός – λόγω του απρόβλεπτου κόστους στο πετρέλαιο και τις πρώτες ύλες – και οι πιο φτωχοί του κόσμου υποφέρουν επειδή το κόστος των βασικών τροφίμων γίνεται αβάσταχτο», τονίζει σε ανακοίνωσή της Μη Κυβερνητική Οργάνωση την οποία παρουσιάζει η βρετανική εφημερίδα στην πρώτη της σελίδα.

Πίσω ωστόσο από την άνοδο των τιμών των βασικών εμπορευμάτων κρύβεται η ανησυχία που αρχίζει να συσσωρεύεται για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Οι φόβοι συγκεκριμένα για διπλή ύφεση της αμερικανικής οικονομίας, η αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων οικονομικής μεγέθυνσης στη ζώνη του ευρώ και την Αγγλία, η επιβράδυνση της εσωτερικής ζήτησης στην Κίνα και άλλα στρέφουν τους επενδυτές – που αξιοποιούν το απαράδεκτο καθεστώς χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης των βασικών ειδών διατροφής – να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους εκεί. Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί και το 2007 – 2008 όταν η κρίση στην αγορά τροφίμων που οδήγησε σε έκρηξη τις τιμές του ρυζιού και του σταριού προκαλώντας λαϊκές εξεγέρσεις από την Αϊτή και το Μεξικό μέχρι την Αίγυπτο, ήταν το προμήνυμα της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε.

Σε αυτό το περιβάλλον – όπου η περίσσια κεφαλαίων διοχετεύεται στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο κι ωθώντας ταυτόχρονα τις τιμές στα ουράνια – δεν λείπουν οι εκ του πονηρού συστάσεις για απελευθέρωση της καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Με βάση το σκεπτικό εταιρειών όπως η αμερικανική Monsanto και η γερμανική Basf η άνοδος των τιμών είναι αποτέλεσμα της έλλειψης τροφίμων. Άρα, συνεχίζουν οι παραπάνω εταιρείες και πολλοί «ανεξάρτητοι» ερευνητές και αναλυτές που γίνονται όλο και περισσότεροι με το πέρασμα του χρόνου, υπάρχει ανάγκη διεύρυνσης της παραγωγής ώστε να ξεπεραστεί η ανεπάρκεια, να πέσουν οι τιμές και να μην φτάσουμε ξανά σε καταστάσεις όπως του 2007 – 2008 όταν λόγω της (πολύ μεγαλύτερης από τη σημερινή) ανόδου των τιμών για πρώτη φορά οι χρόνια υποσιτισμένοι ξεπέρασαν το 1 δισ.

Αυτό που παραβλέπουν οι υπέρμαχοι των τροφίμων – Φρανκεστάιν είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες κάθε άλλο παρά έλλειψη τροφίμων παρατηρείται. Με βάση εκτιμήσεις του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) του ΟΗΕ ενώ το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε κατά 2,4 φορές (από 2,5 δισ. το 1950 σε 6 δισ. το 2000) η παραγωγή τροφίμων αυξήθηκε κατά 2,6 φορές. Η παραγωγή τροφίμων δηλαδή αυξήθηκε ταχύτερα από τον πληθυσμό.

Το πρόβλημα επομένως δεν υφίσταται στην προσφορά αλλά στην διανομή – κατά πόσο δηλαδή αυτά τα τρόφιμα κατανέμονται με δημοκρατικούς όρους, σε όσους τα έχουν ανάγκη – κι εσχάτως στην άγρια κερδοσκοπία που εξελίσσεται, με αποτέλεσμα το πρόβλημα της διανομής να έχει γίνει πολύ πιο ακανθώδες, προσλαμβάνοντας εκρηκτικές διαστάσεις.

Μαύρη τρύπα εμφυλίων και μετανάστευσης η Αφρική (Μετροπόλιταν, 18/5/2009)

Σε εστία αποσταθεροποίησης μετατρέπεται η μαύρη ήπειρο όσο βυθίζεται στην οικονομική κρίση που προκαλεί η πτώση της τιμής των βασικών εμπορευμάτων, η μείωση των ροών κεφαλαίων, της διεθνούς βοήθειας και των μεταναστευτικών εμβασμάτων

  

Μια κρίση μέσα στην κρίση με εντελώς ιδιάζοντα χαρακτηριστικά και πολύ πιο απειλητικές διαστάσεις είναι σε εξέλιξη στην μαύρη ήπειρο εδώ και περίπου ένα χρόνο. Αρχικά, υπήρχε η προσδοκία, που γρήγορα αποδείχθηκε ευσεβής πόθος, ότι η Αφρική θα έμενε αλώβητη από την πανδημία της αμερικανικής κτηματικής αγοράς, λόγω του γεγονότος ότι ουδέποτε οι τράπεζές της είχαν εκτεθεί στα τοξικά ομόλογα που οδήγησαν στη χρεοκοπία ακόμη και υπεραιωνόβιους τραπεζικούς κολοσσούς. Παρόλα αυτά η κρίση παρέσυρε την Αφρική με πολύ πιο ορμητικό τρόπο και πολύ πιο δραματικές συνέπειες. Αν στην Αμερική η κρίση έγινε ορατή με κατασχέσεις σπιτιών και μαζικές απολύσεις και στην Ευρώπη, με άνοδο της ανεργίας και μείωση των μισθών, στην μόνιμα υποσιτισμένη Αφρική έγινε αισθητή με την πείνα και το θάνατο. Η διαφορά βρισκόταν στο σημείο εκκίνησης…

Καθόλου αναπάντεχο έτσι δεν ήταν το καμπανάκι κινδύνου που έκρουσε ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στις αρχές Μαΐου όταν σε έκθεση του υπογράμμιζε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις απειλές που είναι ήδη σε εξέλιξη – δεν πρόκειται δηλαδή για εικασίες που αφορούν το μακρινό μέλλον. «Υπάρχουν ενδείξεις αυξημένης πολιτικής έντασης», αναφέρεται στην έκθεση του διεθνούς οργανισμού η οποία επίσης υπογράφεται από την Αφρικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα και την Οικονομική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Αφρική. «Η κατάσταση παραμένει έντονη σε ορισμένες χώρες και νέες εντάσεις θα μπορούσαν να ξεσπάσουν τους επόμενους μήνες λόγω της επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών εξ αιτίας της παγκόσμιας κρίσης… Παρότι αρκετές κυβερνήσεις διαχειρίστηκαν την κατάσταση το 2008 υιοθετώντας υποστηρικτικά μέτρα και συγκρατώντας την κοινωνική δυσαρέσκεια η κατάσταση το 2009 είναι πιθανό να αποδειχθεί πιο προκλητική».

Σήμα κινδύνου για 26 φτωχές χώρες από τις οποίες οι μισές ανήκουν στην υποσαχάρια Αφρική είχε εκπέμψει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις αρχές Μαρτίου, θυμίζοντας όμως τις εκκλήσεις πατροκτόνου προς το δικαστήριο να τον λυπηθεί επειδή είναι ορφανός…

Προς επιβεβαίωση των παραπάνω ανησυχιών αρκεί μια φευγαλέα ματιά σε ορισμένα στρατιωτικο-πολιτικά γεγονότα του τελευταίου διαστήματος, που μόνο του το καθένα απ’ αυτά πιθανά να μην έχει τόσο μεγάλη σημασία. Στη Σομαλία οι θάλασσες στο έλεος των πειρατών και η στεριά στο έλεος ενός βίαιου εμφυλίου που μαίνεται για 18 χρόνια. Στη Νότια Αφρική ρατσιστικά πογκρόμ εναντίον μεταναστών από γειτονικές χώρες. Στη Μαυριτανία, τη Μαδαγασκάρη, τη Γουινέα και τη Γουινέα Μπισάο στρατιωτικά πραξικοπήματα. Στο Τσαντ αντεπίθεση των ανταρτών που αλληλοτροφοδοτείται με αντικυβερνητικές εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας και εισβολή του στρατού στο γειτονικό Σουδάν. Διαδηλώσεις και στο Καμερούν με στόχο τις υψηλές τιμές των τροφίμων και τον αυταρχισμό του προέδρου. Η Γουινέα Μπισάο και η Σενεγάλη, όαση πολιτικής σταθερότητας μέχρι πρόσφατα, μετατρέπονται σε χώρες διακίνησης ναρκωτικών, ενδιάμεσος σταθμός των δρόμων της κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα οι κοινωνικές και πολιτικές τους δομές να αποσαρθρώνονται από το μαύρο χρήμα και το οργανωμένο έγκλημα, λειτουργώντας διαβρωτικά και για τις γειτονικές χώρες.

Η καταβύθιση της Αφρικής στην κρίση, που δημιουργεί πρωτόγνωρους κινδύνους και για την Ευρώπη, είναι αποτέλεσμα πέντε διαφορετικών αιτιών.

Η σημαντικότερη αιτία έγκειται στην κάθετη πτώση των τιμών των πρώτων υλών. Δεδομένης της ασυνήθιστα υψηλής εξάρτησης των περισσότερων αφρικανικών χωρών από τέτοιου είδους εξαγωγές, η πτώση της τιμής των βασικών εμπορευμάτων μέσα σε ένα χρόνο μεταξύ 40% και 50% (όπως βεβαιώνεται στους πίνακες που δημοσιεύει ο βρετανικός Εκόνομιστ στις τελευταίες του σελίδες) έθεσε τις περισσότερες αφρικανικές χώρες στην τροχιά της κρίσης. Χαρακτηριστικά, το 80% των εξαγωγών της Μποτσουάνα αφορά διαμάντια.

Η δεύτερη πύλη από την οποία εισήλθε η κρίση στην Αφρική είναι η διεθνής βοήθεια. Προσδιορισμένη ανέκαθεν ως ποσοστό επί του ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών (για τα κράτη μέλη της ΕΕ ενδεικτικά είναι 0,56% του ΑΕΠ τους), η κάθετη μείωση του παραγόμενου προϊόντος από την μια άκρη της γης ως την άλλη σημαίνει μια ανάλογη μείωση στα ποσά που λαμβάνουν οι αναπτυσσόμενες χώρες. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Βλέποντας οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών τα ελλείμματά τους να αυξάνονται ανεξέλεγκτα μειώνουν αυθαίρετα τη διεθνή τους βοήθεια, αθετώντας τις δεσμεύσεις τους. Το έχουν ήδη πράξει η Γαλλία, η Ιρλανδία και η Ιταλία. Το μέγεθος των συνεπειών γίνεται εμφανές αν δούμε την «εξάρτηση» που έχουν αποκτήσει μια σειρά χώρες απ’ αυτά τα χρήματα. Στη Μοζαμβίκη για παράδειγμα το 2008 το 42% του ΑΕΠ της προήλθε από τη διεθνή βοήθεια. Και σε μια σειρά άλλες χώρες (Μπουρουντί, Πράσινο Ακρωτήρι, Μαλαουί, Γουινέα Μπισάο, Ρουάντα, Λεσόθο, κ.α.) η διεθνής βοήθεια υπερβαίνει το 10% του ΑΕΠ τους. (Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης ας σκεφτούμε τι σοκ θα υποστεί η ελληνική οικονομία αν διακοπούν οι απολήψεις από την ΕΕ που ανέρχονται «μόλις» στο 2,6% του ΑΕΠ…)

Η τρίτη αιτία πίσω από την κρίση που μαστίζει την Αφρική είναι η έλλειψη ρευστού που παρατηρείται διεθνώς. Η απόφαση όλων των ανεπτυγμένων δυτικών κρατών να ανακοινώσουν έκτακτες χρηματοδοτήσεις στην οικονομία για να αποτραπεί η ύφεση επέφερε μια πρωτοφανή για τις τελευταίες λίγες δεκαετίες έλλειψη ρευστού στις διεθνείς αγορές. Κι αν για την Ελλάδα αυτή η έλλειψη σήμανε άνοδο του spread, δηλαδή τοκογλυφικά επιτόκια, για την Γκάνα σήμανε ακύρωση διεθνούς διαγωνισμού για την πώληση ομολόγων αξίας 300 εκ. δολ. επειδή απλώς αδυνατούσε να επωμιστεί τους όρους που έθεταν οι διεθνείς πιστωτές. Κι άλλες χώρες, όπως η Τανζανία, η Κένυα, η Ουγκάντα κι η Νιγηρία μετέθεσαν για το απώτερο μέλλον την έκδοση δικών τους ομολόγων. Πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας προειδοποιούσε ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες το 2009 θα φθάσει μόνο το 17% των καθαρών ιδιωτικών ροών κεφαλαίου που εισέρευσαν το 2007. Η μείωση αυτή θα κάνει ακόμη πιο άδικη την παγκόσμια κατανομή των επενδύσεων στο πλαίσιο του οποίου στην Αφρική και δη την υποσαχάρια αναλογούσαν ανέκαθεν ξεροκόμματα: Με το 12% το παγκόσμιου πληθυσμού μόλις το 3% των άμεσων ξένων επενδύσεων. Ο συνδυασμός των δύο παραπάνω συντείνει σε δραματικές περικοπές των δημόσιων κοινωνικών δαπανών και σε ακύρωση επενδυτικών σχεδίων και ανεργία.

Μια επιπλέον, τέταρτη, οδό μέσω της οποίας γίνεται αντιληπτή η κρίση στην Αφρική αφορά στην δραματική συρρίκνωση των εμβασμάτων που στέλνουν οι μετανάστες στις οικογένειές τους – τόσο του ύψους τους όσο και του αριθμού τους. Το 2007 οι Αφρικανοί που ζουν στο εξωτερικό έστειλαν στα σπίτια τους 19 δισ. δολ., ποσό διπλάσιο σε σχέση με τρία χρόνια πριν. Αποτελώντας όμως το μαλακό υπογάστριο των εργαζομένων στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, οι μετανάστες ήταν οι πρώτοι που βίωσαν την κρίση. Και μαζί μ’ αυτούς ολόκληρες χώρες όπως το Λεσόθο για παράδειγμα καθώς το 28% του ΑΕΠ του προέρχεται από εμβάσματα.

Τέλος, ένας καθοριστικός λόγος για τον οποίο σήμερα η Αφρική είναι στο χειρότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών, αφορά την σημαντική άνοδο των τιμών των ειδών διατροφής. Τα δημητριακά, το ρύζι, το καλαμπόκι και η σόγια για παράδειγμα, παρά την πτώση της τιμής τους από πέρυσι εξακολουθούν να στοιχίζουν σχεδόν 30% ακριβότερα απ’ ότι το 2005.

Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, με βάση στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας, ενώ την τριετία 2003-’05 μειώθηκε στο 16% του παγκόσμιου πληθυσμού το ποσοστό όσων υποσιτίζονται, από 20% το 1990–’92, πλέον ανέρχεται τουλάχιστον στο 18%. Επίσης απειλούνται με πλήρη ανατροπή κι οι στόχοι της Χιλιετίας που είχαν καθορισθεί από τον ΟΗΕ για την εξάλειψη της φτώχειας καθώς υπολογίζεται ότι 90 εκ. άνθρωποι ακόμη θα οδηγηθούν στην πείνα παγκοσμίως, φθάνοντας τον αριθμό τους στο 1 δισ. από τους οποίους οι περισσότεροι ζουν στην Αφρική.

Αν όλα τα παραπάνω προβλήματα στο εσωτερικό της μαύρης ηπείρου οδηγούν σε εμφύλιους και διακρατικούς πολέμους για την οικειοποίηση των ολοένα και λιγότερο προσοδοφόρων πλουτοπαραγωγικών πηγών, σφαγές πληθυσμών για να διευκολυνθεί η επέκταση και ανατροπές νόμιμων κυβερνήσεων, δεν είναι μικρότερης σημασίας οι επιπτώσεις και στο εξωτερικό. Το κάθε άλλο. Το δείχνει η έξαρση της πειρατείας στη Σομαλία και τα καραβάνια των απελπισμένων που διασχίζουν την αφρικανική έρημο, για να περάσουν την Μεσόγειο ακόμη και με αυτοσχέδια πλωτά μέσα ελπίζοντας σε μια καλύτερη τύχη στην Ευρώπη…

Εμπορευματοποίηση ίσον πείνα (Πριν, 20/4/2008)

Λαϊκές εξεγέρσεις και αποσταθεροποίηση

ΦΡΕΝΗΡΗΣ ΑΝΟΔΟΣ ΤΙΜΩΝ

Τους τεράστιους κινδύνους που δημιουργούνται για τη διεθνή σταθερότητα από την ξέφρενη πορεία των τιμών των τροφίμων επεσήμαναν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο οι επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας κατά τη διάρκεια κοινής τους συνεδρίασης που είχε ως αντικείμενο τις εφιαλτικές διαστάσεις που λαμβάνει το πρόβλημα της πείνας.

Πρόκειται για ένα πρόβλημα πρωτοφανές και τρομακτικό. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 2007, όταν η τιμή του σιταριού και του ρυζιού αυξήθηκε κατά 77% και 16% αντίστοιχα, οι περισσότεροι πίστευαν πως τα χειρότερα είχαν περάσει. Έτσι πίστευαν μέχρι που κύλησαν οι πρώτοι μήνες του 2008 και φτάσαμε η τιμή του ρυζιού μόνο κατά τη διάρκεια αυτών των 3,5 μηνών να αυξηθεί κατά 141% και η τιμή μιας ποικιλίας σιταριού μόνο μέσα σε μια μέρα να αυξηθεί κατά 25%! Με συντηρητικότατες στρογγυλοποιήσεις υπολογίζεται πως οι τιμές αυτών των τροφίμων κατά την τελευταία τριετία έχουν αυξηθεί κατά 180%. Ίδια και χειρότερη είναι η κατάσταση που επικρατεί στη τιμή του καλαμποκιού. Στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγου τα μελλοντικά συμβόλαια αγοράς του έφθασαν την τελευταία εβδομάδα στη τιμή ρεκόρ των 6,16 δολ. το μπούσελ, που ισοδυναμεί με μια αύξηση της τάξης του 30% στην τιμή του κατά τους τελευταίους τρεις μήνες. Μια τέτοια έκρηξη τιμών ισοδυναμεί με θάνατο. Οι συνέπειες που θα έχει η άνοδος των τιμών των τροφίμων για το 1 δισ. ανθρώπων που ζουν με 1 δολ. την ημέρα και το 1,5 δισ. επιπλέον που ζουν με εισόδημα μεταξύ 1 και 2 δολ. ισοδυναμεί με τη ρίψη δεκάδων πυρηνικών βομβών στα πιο πυκνοκατοικημένους και πολύβουους τροπικούς της εξαθλίωσης που ήδη υποσιτίζονται παραμένοντας στη ζωή λόγω ενός μπολ με ρύζι που τους χορηγεί κάθε μέρα η διεθνής βοήθεια.

Οι αιματηρές εξεγέρσεις που έχουν σημειωθεί μέχρι στιγμής στο Καμερούν, τη Μαυριτανία, τη Μοζαμβίκη, τη Σενεγάλη, τη Μπουρκίνα Φάσου, τις Φιλιππίνες, την Ινδονησία, την Αίγυπτο, το Μεξικό και αλλού αλλά περισσότερο ο κίνδυνος ενίσχυσης των ριζοσπαστικών ισλαμικών κινημάτων σε χώρες όπως η Υεμένη ή η σοβαρή πιθανότητα να επαναληφθούν πολιτικές ανατροπές όπως η παραίτηση του πρωθυπουργού που συνέβη στη φτωχότερη χώρα της αμερικανικής ηπείρου, την Αϊτή, κάτω από την πίεση δεκάδων χιλιάδων απελπισμένων που φώναζαν «πεινάμε», ώθησαν τους δύο ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου για 33 χώρες!

 
Μια σειρά από δευτερεύουσες αιτίες (πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου, κλιματικές αλλαγές, σημαντική άνοδο της τιμής του πετρελαίου και των λιπασμάτων) και δύο σημαντικές που είναι η χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση και η παραγωγή βιοκαυσίμων οδήγησαν την τιμή των τροφίμων στα ύψη, εκατομμύρια ανθρώπους στην πείνα και χιλιάδες στο θάνατο.

Η πλήρης υπαγωγή της παραγωγής τροφίμων στους νόμους της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης έφερε τη δυστυχία

 

Το πιο λυπηρό ωστόσο για τους χιλιάδες ανθρώπους που χάνουν ακόμη κι αυτό το μπολ με το ρύζι και η ζωή τους κρέμεται πλέον από μια κλωστή είναι ότι η άνοδος των τιμών των τροφίμων δεν είναι ένα πρόσκαιρο φαινόμενο που σύντομα θα διορθωθεί. Αλλά αντίθετα, η πρόσφατη εκτίναξη των τιμών των βασικών τροφίμων σηματοδοτεί το τέλος της εποχής των φθηνών τροφίμων που ξεκίνησε την πρώτη μεταπολεμική περίοδο και την είσοδο σε μια νέα εποχή ακριβών και δυσεύρετων τροφίμων ως αποτέλεσμα της υψηλής τιμής τους και όχι φυσικά της δυνατότητας τους να παράγονται απρόσκοπτα, σε υπεραρκετές ποσότητες για να τραφεί ολόκληρος ο πληθυσμός της γης και σε ποιότητα τέτοια που εγγυάται μια υψηλού επιπέδου διαβίωση.

Το καθόλου αισιόδοξο αυτό συμπέρασμα αποκαλύπτεται αν δούμε τις αιτίες που οδήγησαν την τιμή των τροφίμων στα ύψη.

Ξεκινώντας από τα λιγότερο σημαντικά έχουμε τις αρνητικές συνέπειες από την αλλαγή του κλίματος, όπως εκδηλώθηκε με τυφώνες, κυκλώνες και πλημμύρες, στις Φιλιππίνες, το Μπαγκλαντές και το Βιετνάμ αντίστοιχα που κατέστρεψαν τεράστιες καλλιέργειες, χωρίς ωστόσο να μειώσουν την παραγωγή ρυζιού, που αναμένεται να αυξηθεί φέτος κατά 2%.

Μια δεύτερη, σοβαρότερη, αιτία που ωθεί τις τιμές των τροφίμων προς τα πάνω είναι η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου. Και δεδομένου ότι τα συμβόλαια κλείνονται ακόμη στο αμερικανικό νόμισμα μια άνοδος της τιμής τους κλήθηκε να αντισταθμίσει ή να περιορίσει έστω τις ζημιές από την πτώση του δολαρίου όταν τελικά αυτά μετατρέπονται στο εθνικό νόμισμα.

Κατά τρίτο, η τιμή των τροφίμων αυξήθηκε λόγω των υπέρογκων αυξήσεων που έχει σημειωθεί στο κόστος παραγωγής τους. Σε εκείνα τα στοιχεία κόστους για την ακρίβεια που δεν αφορούν εργατικούς μισθούς αλλά αποτελούν εισροές του πολυεθνικού κεφαλαίου, όπως είναι τα καύσιμα και τα λιπάσματα. «Στην Ταϊλάνδη και την Ινδονησία οι αγρότες παραπονιούνται για την απότομη άνοδο της τιμής των λιπασμάτων και του πετρελαίου», έλεγε από την πρώτη της σελίδα η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ τη Δευτέρα που μας πέρασε, δείχνοντας ότι τα δεινά των καλλιεργητών της Πελοποννήσου και των κτηνοτρόφων της Ηπείρου ξεπερνούν κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα. Και συνέχιζε: «Στα αμερικανικά μεσοδυτικά οι τιμές της γης έχουν εκτοξευθεί, μαζί με το κόστος της ενέργειας και των χημικών. Η τιμή της φωσφορικής αμμωνίας, ενός κοινού λιπάσματος είναι τώρα περίπου 1.200 δολάρια ο τόνος στις ΗΠΑ πάνω από τα 450 δολ. που στοίχιζε ο τόνος ένα χρόνο πριν». Οι εξαθλιωμένοι του Τρίτου αλλά και του Τέταρτου κόσμου λοιπόν οδηγούνται στο θάνατο και τη χρόνια στέρηση για να αυξηθούν τα κέρδη της χημικής και πετρελαϊκής βιομηχανίας.

Κυρίως όμως για να γιγαντωθούν τα κέρδη του χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Η κατ’ εξοχήν αιτία που έχει οδηγήσει στη στρατόσφαιρα τις τιμές των βασικών τροφίμων είναι ο άνευ προηγουμένου τζόγος που συντελείται στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγο με αντικείμενο τα τρόφιμα. «Στην αγορά του Σικάγου όπου διαπραγματεύονται 25 αγροτικά προϊόντα ο όγκος των συμβολαίων έχει αυξηθεί κατά 20% από την αρχή του έτους και τώρα έχει φθάσει το επίπεδο των 1 εκ. συμβολαίων τη μέρα. Σύντομα δε θα ξεπεράσει το ρυθμό αύξησης όλου του 2007. Τα κεφάλαια αντισταθμιστικού κινδύνου δραστηριοποιούνται τώρα στα εμπορεύματα και παίζουν στα μελλοντικά συμβόλαια όπου καθημερινά συμφωνείται η μελλοντική παράδοση πάνω από 30 εκ. τόνων σόγιας. Αγοράζουν ακόμη και τις εταιρείες που προμηθεύουν», τόνιζε ανάλυση του διακεκριμένου αρθρογράφου Ουίλιαμ Πφαφ στους Νιου Γιορκ Τάιμς την Πέμπτη 17 Απρίλη. Και συνέχιζε: «Το επιχείρημα μερικές φορές υποστηρίζει ότι η κερδοσκοπία είναι αδύνατη επειδή οι κερδοσκόποι επί των μελλοντικών δεν θα παραλάβουν ποτέ. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κερδοσκοπία είναι εξόχως καταστροφική για την πραγματική αγορά. Οι μελλοντικές αγορές αγροτικών προϊόντων ήταν κατά παράδοση το μέσο δια του οποίου ένας περιορισμένος αριθμός διαπραγματευτών σταθεροποιούσε τις μελλοντικές τιμές του εμπορεύματος και επέτρεπε στους αγρότες να χρηματοδοτούνται μέσω των μελλοντικών πωλήσεων. Οι κερδοσκοπικές αγορές δεν έχουν κανένα άλλο σκοπό πέρα από το να φέρουν χρήματα στους κερδοσκόπους, που κρατούν τα συμβόλαιά τους για να οδηγήσουν προς τα πάνω τις τρέχουσες τιμές όχι με την πρόθεση να πουλήσουν τα εμπορεύματα στην πραγματική μελλοντική αγορά αλλά για να ξεφορτώσουν τους τίτλους κατοχής τους σε μια τεχνητά πληθωρισμένη αγορά, εις βάρος του πραγματικού καταναλωτή. Ακόμη και το ευρύ κοινό μπορεί τώρα να παίξει στο κερδοσκοπικό παιχνίδι. Οι περισσότερες τράπεζες προσφέρουν επενδυτικά κεφάλαια που εξειδικεύονται στα μέταλλα, το πετρέλαιο και, πιο πρόσφατα, στα διατροφικά προϊόντα. Προκαλεί κατάπληξη που στην παρούσα κατάσταση οι διεθνείς χρηματοοικονομικοί θεσμοί έχουν κάνει ελάχιστα για να ελέγξουν ή να αποβάλλουν αυτή την παρασιτική και αντικοινωνική πρακτική. Ο μύθος της φιλάγαθης και αμερόληπτης αγοράς κυριαρχεί ενάντια σε όλες τις αντίθετες ενδείξεις», σχολιάζει στο τέλος της αποκαλυπτικής του ανάλυσης ο αμερικανός αρθρογράφος.

Αυτό που κατά συνέπεια μεσολάβησε για να πουλιέται το καλαμπόκι σα χαβιάρι είναι μια πλημμυρίδα διαθέσιμων κεφαλαίων η οποία ξεβράστηκε από τα κλασικά χρηματιστήρια διαπραγμάτευσης μετοχών και το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα λόγω της κρίσης που έχει ξεσπάσει από τον Αύγουστο του 2008 η οποία πλέον έχει εγκατασταθεί στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων, εκτινάσσοντας τις τιμές τους. Το πρόβλημα ωστόσο δε δημιουργήθηκε πριν οκτώ μήνες. Η άνοδος των τιμών είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται τα τελευταία τρία χρόνια και ξεκίνησε πολύ πριν σκάσει η φούσκα στα στεγαστικά δάνεια των φτωχών. Πρακτικά συμπίπτει με την απόσυρση των σημαντικότερων σε έκταση και βάθος κρατικών προστατευτικών παρεμβάσεων στην αγορά και την πλήρη φιλελευθεροποίησή της, όπως βεβαιώνει η κάθετη άνοδος του όγκου των εμπορευμάτων που διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο του Σικάγο, σε αντίθεση με άλλες εποχές. Το άνοιγμα της αγοράς επιβλήθηκε στο πλαίσιο των πολυμερών συμφωνιών που υπογράφονταν από τη δεκαετία του ’80 ακόμη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου παλιότερα σε πλανητικό επίπεδο και όσων επέβαλλε η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το καρότο δε για την εφαρμογή τους ήταν η πτώση των τιμών! Το επίμετρο πίσω από κάθε έκκληση φιλελευθεροποίησης ήταν: ανοίξτε την αγορά, έτσι ώστε να λειτουργήσει απρόσκοπτα ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης, και οι πρώτοι που θα επωφεληθούν θα είναι οι φτωχοί γιατί μαζί με τις επιδοτήσεις θα πέσουν και οι τιμές. Κι αυτό που πέφτει τελικά κάτω είναι τα εκατομμύρια των φτωχών του Τρίτου Κόσμου λόγω ζάλης από την πείνα.

Οι τεράστιες ευθύνες της άκρατης εμπορευματοποίησης για την άνοδο των τιμών των τροφίμων ομολογούνται απερίφραστα ακόμη και από έντυπα που ομνύουν στην ελεύθερη αγορά, όπως ο Εκόνομιστ που στο τρέχον τεύχος του αναφέρει με σαφήνεια ότι «η κρίση των τροφίμων του 2008 έχει αποκαλύψει αποτυχίες της αγοράς σε κάθε κρίκο της διατροφικής αλυσίδας». Συνδέει ευθέως δε την περίοδο των φθηνών τροφίμων που μας έχει ήδη αφήσει χρόνους με την περίοδο σχετικής αποεμπορευματοποίησης της παραγωγής τροφίμων που κυριάρχησε το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα: «Αλλά ο πανικός των τροφίμων του 2008, με όλη του τη σοβαρότητα, είναι απλώς το σύμπτωμα ενός ευρύτερου προβλήματος. Η διόγκωση των τιμών των τροφίμων οδήγησε στο τέλος της μια τριακονταετία οπότε το φαγητό ήταν φθηνό, η γεωργία στις πλούσιες χώρες επιδοτούταν και οι διεθνείς αγορές τροφίμων ήταν έντονα στρεβλωμένες»! Τουλάχιστον αυτοί, σε αντίθεση με  τα εγχώρια παπαγαλάκια του νεοφιλελευθερισμού, παραδέχονται ότι οι επιδοτήσεις κρατούσαν τις τιμές χαμηλά και η απελευθέρωσή τους τις εκσφενδόνισε…

Τέλος καθοριστικής σημασίας για την άνοδο των τιμών των τροφίμων είναι οι αιτίες που σχετίζονται με τα βιοκαύσιμα. Ειδικότερα η εγκατάλειψη της καλλιέργειας αγροτικών προϊόντων που στοχεύουν στη διατροφή του ανθρώπου και η υποκατάστασή τους από καλλιέργειες που στοχεύουν στην παραγωγή βιοκαυσίμων. Το πρόβλημα εμφανίζεται οξύτερο στις ΗΠΑ όπου η κυβέρνηση του Μπους επιδοτεί με 51 σεντς την παραγωγή αιθανόλης (την ίδια ώρα που στους κοινωνικά πολύτιμους τομείς παραγωγής τροφίμων επιβάλλει τον οδοστρωτήρα της φιλελευθεροποίησης) και λιγότερο στην Ευρώπη που αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό και σε ορισμένες χώρες, όπως η Γερμανία με υψηλούς φόρους. Παρόλα αυτά και σε ότι αφορά τις ΗΠΑ η βιομηχανία της αιθανόλης θα καταναλώσει φέτος το ένα τρίτο από τη σοδειά καλαμποκιού, όταν πέρυσι είχε απορροφήσει το ένα τέταρτο. Σε πλανητικό επίπεδο η επιδημία καλλιέργειας σπόρων για βιοκαύσιμα έχει επεκταθεί με την ίδια ταχύτητα. Το 2007 23 χώρες καλλιεργούσαν σπόρους βιοκαυσίμων, εκ των οποίων οι 12 ήταν αναπτυσσόμενες, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια αύξηση των καλλιεργειών σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο κατά 12%. Δυστυχώς, μόλις τώρα αποκτάται συνείδηση του καταστροφικού και αντικοινωνικού χαρακτήρα των καλλιεργειών βιοκαυσίμων με αποτέλεσμα να πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν την κατάργησή τους, όπως ο Πολ Κρούγκαν που έγραψε πριν δύο εβδομάδες με ευθύτητα η οποία σπάνια συναντάται ότι «απαιτείται να υποχωρήσουμε από τα βιοκαύσιμα που αποδείχτηκαν ένα τεράστιο λάθος»! Πρόκειται φυσικά για φωνή βοώντος εν τη ερήμω καθώς ακόμη και οι δύο Δηνμοκρατικοί υποψήφιοι που μάχονται για το χρίσμα θεωρούν τα βιοκαύσιμα το άπαν της φιλοπεριβαλλοντικής πολιτικής.

Στα σκουπίδια οι ολέθριες συνταγές του ΔΝΤ

ΓΕΝΕΤΙΚΑ ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΑ ΤΡΟΦΙΜΑ Η ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

 

Τα πρώτα μέτρα που έλαβαν για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο του λιμού οι χώρες που είδαν τον πληθυσμό τους να μένει νηστικός λόγω της ανόδου των τιμών αποτέλεσαν γροθιά στο στομάχι της σύγχρονης οικονομικής ορθοδοξίας: Πρώτο, σημαντική περικοπή, ακόμη και απαγόρευση, των εξαγωγών τροφίμων (Αργεντινή, Καζακστάν, Κίνα, Ινδία, Βιετνάμ κ.α.) ώστε με αυτά να ικανοποιηθεί η εγχώρια ζήτηση. Δεύτερο επιδοτήσεις στις τιμές τους ώστε να παραμείνει σε βατά επίπεδα για τον πληθυσμό και έλεγχος τους με την επιβολή ανώτατης τιμής (Παναμάς, Τυνησία, Μαλδίβες, Πακιστάν και 17 ακόμη χώρες!). Τέλος, στον αντίποδα των πολυμερών, διμερείς συμφωνίες μεταξύ των κρατών (όπως αυτές που υπέγραψε η Λιβύη με την Ουκρανία και η Αίγυπτος με τη Συρία) που όπως έγραψαν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς την προηγούμενη Παρασκευή 11 Απρίλη «σηματοδοτούν μια στροφή 180 μοιρών καθώς τέτοιες συμφωνίες σταδιακά καταργήθηκαν τη δεκαετία του ’80 όταν οι χώρες άρχισαν να εξαρτώνται από τη διεθνή αγορά τροφίμων για τις προμήθειες τους, παραμερίζοντας προηγούμενες πολιτικές αυτάρκειας». Ένα προς ένα αυτά τα μέτρα είναι που από τα πρώτα βήματα της συντηρητικής αντεπανάστασης ο νεφιλελευθερισμός χαρακτήριζε ως αιτία όλων των δεινών. Και τώρα έρχονται ως πανάκεια να σώσουν τον κόσμο από την πείνα, σηματοδοτώντας μια σαφέστατη ανάσχεση και όχι απλώς επιβράδυνση των ρυθμών εξάπλωσης της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Προκαλεί εντύπωση ωστόσο η ιδεολογική αντεπίθεση που είναι σε εξέλιξη από αυτούς που φέρουν ακέραιη την ευθύνη για την πείνα χαρακτηρίζοντας για παράδειγμα την επιβολή ποσοστώσεων στις εξαγωγές ως πολιτική «στέρησε την τροφή του γείτονα σου» όπως δήλωνε στη Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν την 1η Απριλίου στέλεχος ερευνητικού ιδρύματος με έδρα (πού αλλού;) την Ουάσινγκτον… Ή όταν ζητούν και πάλι να αφεθεί ελεύθερη η αγορά να διαμορφώσει τις τιμές των ειδών διατροφής: «Γενικά, εν μας αρέσουν οι έλεγχοι στις τιμές», δήλωνε στην ίδια εφημερίδα ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Σάιμον Τζόνσον.

Η αντεπίθεση του κεφαλαίου δε μένει ωστόσο στην ιδεολογική αντιπαράθεση. Σε μια σειρά χώρες του κόσμου που δοκιμάστηκαν από την πείνα, όπως το Μεξικό, αυξήθηκαν οι πιέσεις για άρση των απαγορεύσεων στις εισαγωγές γενετικά τροποποιημένου καλαμποκιού. Άλλες χώρες όπως η Νότια Κορέας ενέδωσαν σε αυτές τις πιέσεις αφήνοντας υπό το βάρος της απειλής του λιμού στην άκρη χρόνιες επιφυλάξεις τους για τα τρόφιμα Φρανκεστάιν. Φαίνεται έτσι πως το κεφάλαιο δε διστάζει να εκμεταλλεύεται τη δυστυχία που το ίδιο προκαλεί επεκτείνοντας έτσι την κυριαρχία του, για να δημιουργήσει νέα δράματα.

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ 

Η φιλελευθεροποίηση απέτυχε παταγωδώς

ΤΡΙΓΜΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ

 

Δίπλα σε όλες αυτές τις χώρες που προαναφέραμε οι οποίες πλήττονται άμεσα από την άνοδο των τιμών των τροφίμων με τον πληθυσμό τους ήδη να δοκιμάζεται από την πείνα, αν παραθέσουμε ορισμένες ακόμη χώρες που δοκιμάζονται άμεσα από την πιστωτική κρίση η οποία ξεκίνησε από τη φούσκα των ακινήτων, όπως οι ΗΠΑ, η Αγγλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Γερμανία και οι Βαλτικές χώρες τότε εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι δεν έμεινε μία έστω χώρα του πλανήτη που να μην θίχτηκε από την τρέχουσα οικονομική κρίση! Η παραίτηση του πρωθυπουργού της Αϊτής επειδή δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της πείνας έχει πολλά περισσότερα κοινά στοιχεία απ’ όσα φαίνεται με την πρώτη ματιά με την παραίτηση, τη Δευτέρα που μας πέρασε, του χριστιανοδημοκράτη πρωθυπουργού της Σαξονίας, ο οποίος είχε ευθύνες για την εμπλοκή κρατικής γερμανικής τράπεζας στα ενυπόθηκα δάνεια. Όπως και η συντριβή της Ιρλανδίας (που αποτελούσε επί χρόνια παράδειγμα για τους νεοφιλελεύθερους όλης της Ευρώπης) λόγω της κρίσης με την κατάρρευση εύθραυστων αφρικανικών χωρών λόγω των διαδηλώσεων ενάντια στην πείνα.

Το κεφάλαιο δηλαδή κατάφερε είτε άμεσα (οδηγώντας στα πρόθυρα της χρεοκοπίας υπεραιωνόβιους τραπεζικούς κολοσσούς και στην ραγδαία υποτίμηση της αξίας του χιλιάδες κατοικίες) είτε έμμεσα (οδηγώντας την υπερβάλλουσα ρευστότητα στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων και την κερδοσκοπία στα είδη διατροφής μαζί με την πείνα σε παροξυσμό) να ενοποιήσει όλο τον κόσμο. Με διαφορετικούς τρόπους και ταχύτητες, χωρίς ωστόσο να απαιτηθεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των λίγων μηνών, η κρίση υπέστη μετάσταση δίνοντας δραματικές διαστάσεις στο κοινωνικό ζήτημα. Γιατί, η δυνατότητα της καπιταλιστικής κρίσης για τους πολλούς να μετουσιώνεται σε κέρδη για τους λίγους πουθενά αλλού δεν έγινε πιο εμφανής απ’ ότι στην περίπτωση της διατροφικής κρίσης που έπληξε τον Τρίτο κυρίως – και όχι αποκλειστικά – Κόσμο τους πρώτους μήνες του 2008.

Δεν είναι μάλιστα η πρώτη φορά που συμβαίνει. Ραγδαία και πρωτοφανή, για εκείνη την εποχή, άνοδο των τιμών των τροφίμων είχε παρατηρηθεί και το 1974, λίγους δηλαδή μήνες μετά την πρώτη βαθιά, δομικού χαρακτήρα, κρίση που έπληξε τον μεταπολεμικό κόσμο, καταδικάζοντάς τον στη σημερινή στασιμότητα, έχοντας στα θεμέλια της την πτώση του ποσοστού κέρδους – μια ερμηνεία που προϋποθέτει και συνεπάγεται την εργασιακή θεωρία της αξίας.

Σημαντικότερο δε είναι ότι μπροστά στα μάτια όλης της ανθρωπότητας, με πόνο και δάκρυα, κατέρρευσε η πλέον προβεβλημένη και ασφαλής για το κεφάλαιο συνταγή για την υπέρβαση της κρίσης του 1973, που με συμπυκνωμένο τρόπο μπορεί να αποδοθεί ως «απλώς ιδιωτικοποίησε, φιλελευθεροποίησε, σταθεροποίησε». Ο χρηματοπιστωτικός τομέας ωστόσο, λόγω τόσο τεχνικών χαρακτηριστικών, των νέων τεχνολογιών που έχει ενσωματώσει στη λειτουργία του, αλλά και των αμιγώς «πολιτικών» μέτρων που από νωρίς εφαρμόστηκαν όπως η κατάργηση του καθεστώτος διοικητικού προσδιορισμού των επιτοκίων και των ισοτιμιών, είναι ο πιο φιλελευθεροποιημένος και ιδιωτικοποιημένος τομέας της καπιταλιστικής οικονομίας. Σε καμία άλλη αγορά δε δρουν τόσο απρόσκοπτα και χωρίς κρατικές ή άλλου τύπου παρεμβάσεις οι νόμοι της! Παρόλα αυτά βυθίστηκε στη δίνη της κρίσης καταφέρνοντας να υποστεί ζημιές μυθικού ύψους 1 τρισ. δολαρίων, κατά τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ! Το ίδιο έγινε και με την παραγωγή των τροφίμων αφού πρώτα καταβλήθηκε μάλιστα ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος από την προλεταριοποίηση εκατομμυρίων μικροκαλλιεργητών σε όλο τον κόσμο και την κάθετη μείωση του αγροτικού πληθυσμού μέσα σε λίγα χρόνια. Ο κλάδος φιλελευθεροποιήθηκε, ιδιωτικοποιήθηκε και στο τέλος, αφού εκατομμύρια άνθρωποι θα έχουν πεθάνει σε φτωχές χώρες όπως η Νιγηρία, το Βιετνάμ και η Ινδονησία που τα τρόφιμα απορροφούν το 75%, το 65% και το 50% του οικογενειακού προϋπολογισμού, η επόμενη γενιά θα σπάει το κεφάλι της για να καταλάβει τη γκάφα της Μαρίας Αντουανέτας…

Τζόγος με το στάρι και το γάλα (Πριν 26/10/2007)

Πείνα προκαλεί η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία

 Η διοχέτευση του αμύθητου συσσωρευμένου πλούτου στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων εκτόξευσε τις τιμές των τροφίμων

Οι κινητοποιήσεις που έγιναν στην Ιταλία πριν μερικές εβδομάδες ενάντια στην αύξηση των τιμών των ζυμαρικών αν δεν χαρακτηρίστηκαν γραφικές πέρασαν απαρατήρητες. Ωστόσο, μια σειρά από γεγονότα βεβαιώνουν ότι ζούμε το οριστικό και αμετάκλητο τέλος της εποχής των άφθονων και φθηνών τροφίμων που ξεκίνησε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και από επαγγελία έγινε πράξη τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπό την πίεση των νωπών ακόμη οδυνηρών εμπειριών και χάρη στη διάθεση από το κράτος τεράστιων πόρων υπό τη μορφή επιδοτήσεων. Τι άλλο σημαίνει η πρόσφατη εκτίναξη των τιμών μιας σειράς βασικών τροφίμων όπως το σιτάρι (που από τον Απρίλιο μέχρι σήμερα η τιμή του έχει διπλασιαστεί), το ρύζι (που η τιμή του από το 2000 έχει αυξηθεί κατά 50%), το γάλα, το καλαμπόκι, η σόγια, ή το (πολύ φοβικό είναι αλήθεια) καμπανάκι συναγερμού που χτυπούν μια σειρά διεθνείς οργανισμοί για την επερχόμενη «κρίση τροφίμων»!

Η τιμή δεν εκτινάχθηκε μόνο στα παραπάνω είδη αλλά σε όλα ανεξαιρέτως τα βασικά εμπορεύσιμα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στα ειδικά χρηματιστήρια του Σικάγο, της Νέας Υόρκης, και αλλού όπως πετρέλαιο, χρυσός, σιδηρομεταλλεύματα, χαλκός, ψευδάργυρος, ζαχαροκάλαμο, φοινικέλαιο, ζωοτροφές και πολλά άλλα. Η άνοδος που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες ξεπερνάει κάθε πρόβλεψη. Ο δείκτης τον οποίο έχει καταρτίσει ο βρετανικός Εκόνομιστ για να παρακολουθεί την πορεία των τιμών στην αγορά εμπορευμάτων έχει διπλασιάσει την τιμή του από το 2000 μέχρι τώρα. Τον προηγούμενο μήνα, το Σεπτέμβριο, ειδικότερα, οι αποδόσεις που κατέγραψε ο σχετικός δείκτης του Ρόιτερς ήταν οι υψηλότερες από το 1975.

Τρεις είναι οι αιτίες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή την – αρνητική – εξέλιξη. Ξεκινώντας από τις λιγότερες σημαντικές, ξεχωρίζει η αυξημένη ζήτηση που παρατηρείται από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας ειδικά για πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες στην ανέγερση και τη συντήρηση παραγωγικών εγκαταστάσεων, αστικών υποδομών και ιδιωτικών κατοικιών. Μια δεύτερη νεοεμφανιζόμενη αιτία (την οποία θα συναντάμε όλο και συχνότερα στο μέλλον) ακούει στο όνομα βιοκαύσιμα. Πρόκειται για τη σωστή απάντηση στο πιο λάθος ερώτημα που μπορεί να τεθεί: πως είναι δυνατό να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε ΙΧ αυτοκίνητα με την ίδια και μεγαλύτερη συχνότητα χωρίς να εκπέμπουμε αέρια που αυξάνουν τη θερμοκρασία του πλανήτη. Η δέσμευση μιας σειράς χωρών όπως των ΗΠΑ, τη Κίνας και της Ιαπωνίας, αλλά και της ΕΕ να προέρχεται από εναλλακτικές πηγές το 10% των καυσίμων που καταναλώνονται έχει οδηγήσει εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργειών σε όλο τον κόσμο να διοχετεύονται στην παραγωγή εθανόλης και άλλων βιοκαυσίμων. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα το 20% του καλαμποκιού πέρυσι έγινε εθανόλη – καλύπτοντας τη ζήτηση καυσίμων μόνο του 2% των αυτοκινήτων! Επίσης μια σειρά από χώρες πλειοδοτούν σε ανακοινώσεις για να προσφέρουν την πρώτη ύλη παραγωγής βιοκαυσίμων στην ακόρεστη αμερικανική αγορά. Η ινδική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα αφιερώσει σε αυτή την καλλιέργεια 14 εκ. εκτάρια, η Ινδονησία 26 εκ., η Βραζιλία 120 εκ., η Νότια Αφρική – που θρέφει πέρα από εκατομμύρια πεινασμένους όπως και όλες οι υπόλοιπες χώρες την ευγενική φιλοδοξία να γίνει η Μέση Ανατολή των βιοκαυσίμων – 400 εκ., κοκ.! Αυτές οι καλλιέργειες δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα περιορίσουν την παραγωγή τροφίμων που απευθύνονται στη διατροφή. Όσο κι αν πάντοτε τα τελευταία χρόνια η πείνα προερχόταν από την άνιση διανομή και όχι την ελλιπή παραγωγή τροφίμων είναι ηλίου φαεινότερο αυτή τη στιγμή ότι η ραγδαία επεκτεινόμενη βιομηχανία των βιοκαυσίμων θα επιτείνει το πρόβλημα της άνισης διανομής των τροφίμων.

Καμιά ωστόσο από τις παραπάνω αιτίες δεν θα οδηγούσε σε τέτοια ύψη την τιμή των εμπορεύσιμων προϊόντων αν όλα αυτά τα χρόνια δεν αναπτυσσόταν με επίκεντρο τα επίμαχα είδη μια πρωτοφανή χρηματιστηριακή κερδοσκοπία. Τεράστια ποσά – που υπολογίζονται σε 80 δισ. δολάρια αυτή τη στιγμή από 30 δισ. που ήταν πριν τρία χρόνια – έχουν τοποθετηθεί σε ένα ατελείωτο πλήθος επενδυτικών προϊόντων που με τη μέθοδο της πλημμυρίδας ωθούν τις τιμές συνεχώς προς τα πάνω. «Από την εποχή ακόμη που έσκασε η φούσκα των μετοχών υψηλής τεχνολογίας, οι επενδυτές αρέσκονται να διαφοροποιούνται από τις μετοχές και τα κυβερνητικά ομόλογα. Αυτό έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς εμπορεύσιμων στο χρηματιστήριο επενδυτικών κεφαλαίων που βασίζονται στα εμπορεύματα τα οποία έκαναν τα στοιχεία ενεργητικού προσβάσιμα σε μια πολύ μεγαλύτερη γκάμα επενδυτών. Τελευταίο παράδειγμα από την Μπάρκλεϊς Γκλόμπαλ Ινβέστορς, ένα μεγάλο διαχειριστή στοιχείων ενεργητικού, είναι ένα επενδυτικό κεφάλαιο που βασίζεται στις τιμές της ξυλείας. Η Γουόλ Στριτ οργανώνεται για να ανταποκριθεί στη ζήτηση: έρευνα συμβούλων επιλογής προσωπικού διαπίστωσε ότι τα ποσοστά πρόσληψης αντικριστών εμπορευμάτων αυξήθηκαν κατά 33% από πέρυσι», ανέφερε ο προηγούμενος Εκόνομιστ!

Το γεγονός δε ότι τώρα συγκεντρώθηκαν στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων αυτά τα ποσά εξηγείται αν δούμε την πτώση των επιτοκίων του δολαρίου τον Αύγουστο, που έκανε λιγότερο ελκυστικές τις τοποθετήσεις στο αμερικάνικο νόμισμα, την πτώση της ισοτιμίας του έναντι του ευρώ και άλλων νομισμάτων, όπως και τις κρίσεις στην στεγαστική πίστη και την πιστωτική ασφυξία που δημιουργήθηκε στη συνέχεια. «Κερδοσκοπικό χρήμα που έρεε σε ομόλογα υψηλών αποδόσεων και δομημένη πίστη αναζητά τώρα νέα πατρίδα», έγραφε χαρακτηριστικά το βρετανικό έντυπο.

Πρώτο θύμα της κερδοσκοπίας ήταν αναμφισβήτητα ο μαύρος χρυσός. «Οι τιμές του πετρελαίου που ξεπέρασαν τα 90 δολάρια το βαρέλι την Παρασκευή είναι πιο πιθανό να φτάσουν τα 100 παρά τα 80 δολάρια τον επόμενο μήνα σύμφωνα με τον αριθμό των στοιχημάτων που έχουν παιχτεί στην προθεσμιακή αγορά του Χρηματιστηρίου Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης» έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ της Δευτέρας κάνοντας οποιοδήποτε σχόλιο για τον κυνισμό του καπιταλισμό – καζίνο απλά …περιττό και αχρείαστο! Αξίζει μόνο να πούμε ότι μια γενίκευση που θα χάραζε τη γραμμή μεταξύ αεριτζήδων τραπεζιτών από τη μια και καπιταλιστών της μεταποίησης από την άλλη είναι παραπλανητική καθώς παραβλέπει ότι σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταλλουργία για παράδειγμα όπου κυριαρχούν τρεις(!) πολυεθνικές, η χειραγώγηση των τιμών γίνεται κοινή συναινέση και κυρίως κοινή ωφελεία…

Ο ίδιος ακριβώς μηχανισμός που ωθεί τις τιμές του πετρελαίου προς τα πάνω προκαλεί τις τάσεις ανατίμησης και σε όλα τα βασικά προϊόντα. Στα είδη διατροφής όμως, και δεν μιλάμε για αστακό ή χαβιάρι, είναι που φαίνεται ο ανθρωποφαγικός χαρακτήρας του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Οι συνέπειες από την αύξηση της τιμής των τροφίμων είναι άμεσες και δραματικές. Θα τις νιώσουν πρώτ’ απ’ όλους τα 850 εκατομμύρια που επισήμως πεινούν και σιτίζονται με τα στοιχειώδη από τη διεθνή βοήθεια. Στον βαθμό όμως που η αξία της βοήθειας παραμένει λίγο – πολύ σταθερή χωρίς να ακολουθεί τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις των τροφίμων, με τα ίδια χρήματα θα αγοράζονται μικρότερες ποσότητες τροφίμων και θα σιτίζονται λιγότεροι άνθρωποι κάθε χρονιά. Ήδη τα Ηνωμένα Έθνη, που τονίζουν ότι ένας τόνος βοήθειας που ξεκίναγε πέρυσι από τις ΗΠΑ στοίχιζε 363 δολάρια και φέτος έχει πάει στα 611 δολάρια αυξήθηκε η τιμή του δηλαδή κατά 68%, έχουν περικόψει επισιτιστικά προγράμματα στην Ουγκάντα και την Καμπότζη.

Τα αποτελέσματα θα φανούν και στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό καθώς οι κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τα χρηματιστήρια παρέχουν την εύσχημο αφορμή για επιπλέον κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τη βιομηχανία τροφίμων. Γιατί όταν κατά κοινή ομολογία η τιμή του σταριού δεν αντιστοιχεί παρά στο 5% της τιμής του ψωμιού, τι άλλο από κερδοσκοπία είναι η ανακοίνωση της πολυεθνικής Ντανόν ότι θα αυξήσει τις τιμές της κατά 10%; Οι νέα αυτές τιμές που θα επιβάλλει η βιομηχανία τροφίμων θα σημάνουν την επιδείνωση των όρων διαβίωσης για εκατομμύρια εργαζόμενους στην ΕΕ που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας λόγω της παρατεταμένης λιτότητας και της ανεργίας. Στη βάση αυτών των ορατών τάσεων οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς της Τετάρτης τόνιζαν σε υπότιτλο ανάλυσής τους πως «οι ανερχόμενες τιμές μάλλον προαναγγέλλουν την πρώτη παγκόσμια έλλειψη τροφίμων από τη δεκαετία του ‘70», κι επίσης ότι «πολλές κυβερνήσεις προβληματίζονται αιφνιδίως για την ασφάλεια σε τρόφιμα και τις επιπτώσεις στην πολιτική σταθερότητα καθώς οι τιμές για πολλά είδη πρώτης ανάγκης εκτοξεύονται»!

Καθόλου τυχαία ο οξυδερκέστατος ο νομπελίστας οικονομολόγος Αμάρτυα Σεν διακρίνοντας τα ανυπέρβλητα εμπόδια που θέτει ο σημερινός τρόπος παραγωγής, τονίζει στο βιβλίο Η πείνα στην ιστορία (εκδ. Πολύτροπον, 2006) πως «η πείνα και ο λιμός πρέπει να αντιμετωπιστούν ως οικονομικά φαινόμενα υπό ευρεία έννοια – που να περιλαμβάνουν την παραγωγή, τη διανομή, και την αξιοποίηση της τροφής – και όχι σαν αντανακλάσεις των προβλημάτων της παραγωγής τροφίμων αυτής καθαυτής»!

Υπάρχουν όμως πολλά συμπεράσματα που εξάγονται από τα παραπάνω. Κατ’ αρχήν, προς διάψευση των υμνητών της ελεύθερης αγοράς, το χρηματιστήριο εμπορευμάτων δείχνει ότι η «πολύ αγορά» (δηλαδή η καθολική και αδιαμεσολάβητη κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας) δεν οδηγεί σε πτώση των τιμών, αλλά σε άνοδο. Δεν συντελεί ώστε να γίνει πιο «δημοκρατική» η χρήση του καπιταλιστικού εμπορεύματος, αλλά στη στέρησή του από την πλειοψηφία. Δεν παράγει ισότητα αλλά τεράστιες αντιθέσεις. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι πως αποδεικνύεται ότι τα τεράστια άλματα που έχει κάνει η παραγωγικότητα της εργασίας και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τις τελευταίες δεκαετίες δεν αρκούν για να ξεπεραστεί η πείνα και να δραπετεύσει ο άνθρωπος – παραγωγός του κοινωνικού πλούτου από το βασίλειο της ανάγκης και της εξαχρείωσης…

Αρέσει σε %d bloggers: