ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ: Βυθίζουν την οικονομία, γενικεύουν τη φτώχεια

viewΦύκια για μεταξωτές κορδέλες πουλάει η κυβέρνηση προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από τη δραματική επιδείνωση όλων των δεικτών της οικονομίας που σηματοδοτούν τη χειροτέρευση των όρων ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Μάλιστα, των πιο φτωχών, με αποτέλεσμα ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ να αναλαμβάνουν την ευθύνη για την κατρακύλα του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού… Έτσι, με μια μέρα διαφορά ο μεν αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να μην εφαρμοστούν ορισμένα από τα μέτρα λιτότητας που απορρέουν από το ταπεινωτικό Μνημόνιο Τσίπρα και θα ψηφιστούν στη Βουλή (τότε γιατί τα ψηφίζουν;), ενώ ο υπουργός Επικρατείας Ν. Παππάς υποσχόταν «έκρηξη επενδύσεων» με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, σε μια μάταιη προσπάθεια να πείσει ότι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης έχει κάτι θετικό να κομίσει στους εργαζόμενους, πέρα από νέους φόρους και αύξηση της φτώχειας.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Στον αντίποδα των κυβερνητικών μεγαλοστομιών και προσπαθειών καλλωπισμού υπάρχει ήδη μια δραματική κατάσταση στην οικονομία, που θα επιδεινωθεί περαιτέρω από τα μέτρα που θα φέρει το κλείσιμο της αξιολόγησης, όπως πιστοποιείται από τα εξής πολύ συγκεκριμένα δεδομένα:

Πρώτο, την έκρηξη στα λουκέτα. Σύμφωνα με στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου, που παρουσίασε η Καθημερινή της Κυριακής στις 27 Μαρτίου, οι διαγραφές επιχειρήσεων από 1/1 έως 22/3 χτύπησαν …κόκκινο, φτάνοντας τις 9.812, όταν τα προηγούμενα χρόνια ο αριθμός τους ήταν πολύ μικρότερος, μεταξύ 7.000 και 8.000. Το 2016 μάλιστα για πρώτη φορά οι διαγραφές υπερέβησαν τις εγγραφές με αποτέλεσμα το ισοζύγιο σε πανελλαδικό επίπεδο να είναι πλέον αρνητικό! Σίγουρο μάλιστα θεωρείται πως τα πραγματικά λουκέτα είναι περισσότερα από τα καταγεγραμμένα. Η συρρίκνωση του αριθμού των επιχειρήσεων (ζητούμενο των Μνημονίων) επήλθε ως αποτέλεσμα της αυξημένης φορολογίας και της μειωμένης ζήτησης. Αυτό που μένει τώρα να δούμε είναι τις αριστερές ερμηνείες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίζουν τα λουκέτα στις επιχειρήσεις ως ένα ακόμη πλήγμα στο κεφάλαιο, μετά την επιλεκτικότατη ομολογουμένως αποκάλυψη της διαπλοκής, στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή…

Στάση πληρωμών στο εσωτερικό

Δεύτερο, την αύξηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της κυβέρνησης. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ συνέχισαν την πολιτική δημιουργίας συνθηκών ασφυξίας στην αγορά προκειμένου να εμφανίσουν δημοσιονομικό πλεόνασμα, όπως έκαναν για το πρώτο δίμηνο του 2016, ανακοινώνοντας πρωτογενές αποτέλεσμα ύψους 3,038 δισ. ευρώ. Καμάρωναν μάλιστα πως ήταν τριπλάσιο του αρχικού στόχου. Ο άθλος της κυβέρνησης ωστόσο ήταν καραμπινάτη απάτη με τελικό αποδέκτη την Τρόικα, καθώς δε στηρίχθηκε μόνο σε περικοπές δαπανών ύψους 960 εκ. ευρώ που θα ζήλευαν ακόμη κι οι Ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και στη συνεχιζόμενη στάση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου, όπως εκφράζεται στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2015 έφτασαν τα 4,647 δισ. ευρώ κι ήταν αυξημένες τόσο έναντι του 2014 (3,076 δισ.) όσο και έναντι του 2013 (4,251 δισ. ευρώ)! Κι όσο για την εξαγγελία του Γ. Χουλιαράκη κατά την ομιλία του στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής ότι εντός του 2016 θα εξοφληθούν όλες οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου να θυμίσουμε ότι τα ίδια λέγονται κάθε χρόνο. Ακόμη κι οι ΣΥΡΙΖΑίοι μετά την μεγάλη προδοσία του 2015 υπόσχονταν ότι με τα χρήματα που θα εισρεύσουν θα πληρωθούν τα ληξιπρόθεσμα… Όσο πληρώθηκαν πέρυσι θα πληρωθούν και φέτος…

Τρίτο, τη μείωση στις καταθέσεις. Ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης λιτότητας το καθαρό αποτέλεσμα των δοσοληψιών στα τραπεζικά γκισέ όχι μόνο όλο το 2015, αλλά και τους δύο πρώτους μήνες του 2016 είναι εκροή καταθέσεων. Συγκεκριμένα και με βάση στοιχεία της Τράπεζας Ελλάδας το Φεβρουάριο οι εκροές ανήλθαν σε 542 εκ. ευρώ, τον Ιανουάριο σε 1,149 δισ. ευρώ και ολόκληρο το 2015 σε 36,908 δισ. Εκροές σημειώθηκαν και το 2014, ύψους 2,966 δισ. ευρώ, ενώ το 2013 παρατηρήθηκαν εισροές ύψους 1,8 δισ. ευρώ για πρώτη φορά μετά το 2009. Η συρρίκνωση των καταθέσεων πολύ περισσότερο από την έλλειψη εμπιστοσύνης στην αξιοπιστία των τραπεζών δείχνει την αδυναμία των πολιτών να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες υποχρεώσεις τους με το μισθό τους και την καταφυγή στα υπόλοιπα των καταθέσεων, πριν αναγκαστούν να κόψουν βασικά είδη ανάγκης ή να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς στην εφορία.

Τέταρτο, τη συρρίκνωση της τραπεζικής χρηματοδότησης. Προς διάψευση των ολότελα παραπλανητικών διαφημίσεων των τραπεζών που μετά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση υπόσχονται ότι τώρα θα ανοίξουν τα χρηματοκιβώτια τους να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, τα στοιχεία της κεντρικής τράπεζας δείχνουν μείωση της τραπεζικής χρηματοδότησης του εγχώριου ιδιωτικού τομέα. Συγκεκριμένα, το υπόλοιπο της χρηματοδότησης τόσο τον Ιανουάριο του 2016, όσο και τον Δεκέμβριο και το Νοέμβριο του 2015, εμφανίζεται μειωμένο σε ετήσια βάση (σε σχέση δηλαδή με ένα χρόνο πριν) κατά τουλάχιστον 2%. Τον Ιανουάριο του 2016 το υπόλοιπο ήταν 203,540 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 512 εκ. ευρώ σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2015. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στην ευρωζώνη, με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πιθανότατα λόγω των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης, οι χορηγήσεις δανείων εμφανίζονται αυξημένες… Που είναι το κοινό νόμισμα;

Πέμπτο, την πτώση των λιανικών πωλήσεων. Ως αποτέλεσμα των μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις, οι λιανικές πωλήσεις (εκτός καυσίμων) μειώθηκαν το 2015 κατά 0,8%, όταν  το 2014 μειώθηκαν πάλι κατά 0,9%. Συμπεριλαμβανομένων και των καυσίμων, ο κύκλος εργασιών του λιανεμπορίου το 2015 μειώθηκε κατά 2,8%, έναντι μείωσης 1,1% το 2014. Κατά γενική ομολογία μάλιστα η πτώση το 2015 θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν δε δρούσε εξισορροπητικά η αύξηση της τουριστικής ζήτησης. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έτσι μπορούν να καυχώνται ότι έβαλαν κι αυτοί το δικό τους λιθαράκι στη σωρευτική μείωση των λιανικών πωλήσεων κατά 26,5% (εξαιρουμένων των καυσίμων) μεταξύ 2010 και 2015.

Έλλειψη νέων επενδύσεων

Έκτο, την παρατεταμένη αποεπένδυση. Ολόκληρο το 2015 σημειώθηκε υποχώρηση των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου κατά 2,8%, σε ετήσια βάση, με αποτέλεσμα ως ποσοστό του ΑΕΠ οι επενδύσεις το 2015 να αντιπροσωπεύουν το 11,6% όταν το 2007 αντιπροσώπευαν ένα υπερδιπλάσιο μερίδιο της τάξης του 24,5% του ΑΕΠ. Αποτέλεσμα της έλλειψης επενδύσεων, που προκαλούνται κατά σημαντικό μέρος και από την απροθυμία των τραπεζών να αυξήσουν τις χρηματοδοτήσεις τους, είναι να συρρικνώνεται και να απαρχαιώνεται το κεφαλαιουχικό απόθεμα της χώρας. Την περίοδο 2010-2014 οι αποσβέσεις ξεπέρασαν την επενδυτική δαπάνη σωρευτικά κατά 42,3 δισ. ευρώ. Σοβαρό μερίδιο της αποεπένδυσης οφείλεται στην απότομη πτώση των επενδύσεων σε νέες κατοικίες. Πρόκειται για επενδύσεις που μπορεί να μη φημίζονταν για την προστιθέμενη αξία που δημιουργούσαν ή το πολλαπλασιαστικό τους αποτέλεσμα στην οικονομία, ωστόσο ωθούσαν προς τα πάνω το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού, ενώ αύξαναν και την απασχόληση. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι αυτού του είδους οι επενδύσεις αποτελούν πλέον μόλις το 0,8% του ΑΕΠ, όταν το 2008 αποτελούσαν το 7,6%. Συνολικά το 2015 ο όγκος των οικοδομικών αδειών μειώθηκε κατά 0,2% έναντι μείωσης κατά 5,8% το 2014 και 25,6% το 2013. Σύμφωνα δε με τους εθνικούς λογαριασμούς της ΕΛΣΤΑΤ το προϊόν του κατασκευαστικού τομέα σε σταθερές τιμές μειώθηκε κατά 12% το 2015, έναντι μείωσης κατά 4,3% το 2014! Η πτώση μάλιστα στις επενδύσεις σε κατοικίες δεν ήταν αποτέλεσμα ενός πιο ορθολογικού επιμερισμού των επενδυτικών πόρων, που θα πρόκρινε για παράδειγμα τη διοχέτευσή τους σε άλλους κλάδους, αλλά ήταν αποτέλεσμα της αυξημένης φορολογίας που επιβλήθηκε το 2011 επί Παπανδρέου και παγιώθηκε το 2015 επί ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Το 2015 σε καθοδική φάση εισήλθε και η ζήτηση ιδιωτικών ακινήτων από το εξωτερικό. Ούτε για ένα κομμάτι ψωμί δεν καταδέχονται να μας αγοράσουν, παρά την πιάτσα που κάνουν οι ΣΥΡΙΖΑίοι! Έτσι, η εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό για αγορά ακινήτων υποχώρησε στα 185,8 εκ. ευρώ έναντι 250 εκ. ευρώ το 2014.

Έβδομο, την επιδείνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, τον Ιανουάριο του 2016 διαμορφώθηκε σε 742 εκ. ευρώ έναντι 281 εκ. τον Ιανουάριο του 2015. Στην αύξηση του ελλείμματος συνέβαλε σημαντικά η μείωση των εξαγωγών αγαθών εκτός καυσίμων τον Ιανουάριο του 2016 κατά 6,6% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης κατά 7,9% τον Ιανουάριο του 2015. Η παράταση της απόσυρσης των ΙΧ που ανακοινώθηκε από το υπουργείο Οικονομικών, προς εξυπηρέτηση της γερμανικής και γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας που θα αποδειχθούν οι μεγάλοι κερδισμένοι, θα επιδεινώσει περαιτέρω το εμπορικό ισοζύγιο καθώς θα αυξηθούν οι εισαγωγές αυτοκινήτων.

Πανευρωπαϊκό ρεκόρ ανεργίας

Όγδοο, και σημαντικότερο όλων των παραπάνω, είναι η ραγδαία επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων. Παρότι και το 2015 συνεχίστηκε η αποκλιμάκωση της ανεργίας που ξεκίνησε το 2014 (κατά 5,6% κατ’ έτος) για να φτάσει από το 27,9% τον Ιούλιο του 2013 που ήταν  μεταπολεμικό ρεκόρ, στο 24,5% τον Οκτώβριο του 2015 (χωρίς να χάνεται παρόλα αυτά το πανευρωπαϊκό χρυσό) δεν δικαιολογείται καμιά αισιοδοξία για το μέλλον της απασχόλησης. «Εάν κάνουμε την υπόθεση εργασίας ότι ο ρυθμός αποκλιμάκωσης του ποσοστού ανεργίας παραμείνει σταθερός, τότε θα χρειαστούν 20 χρόνια, δηλαδή ως το 2036, ώστε η ανεργία να επιστρέψει στο ποσοστό 7,3% του Μαΐου του 2008, πριν δηλαδή αρχίσει η οικονομική κρίση», παρατηρεί το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ στην ετήσια έκθεσή του. Επίσης, ξεχωρίζει μια πολύ ανησυχητική παγίωση του αριθμού των μακροχρόνια ανέργων. Το τρίτο τρίμηνο του 2015 το 73,7% του συνόλου των ανέργων ή 855.000 περίπου άνεργοι βρίσκονταν εκτός εργασίας για παραπάνω από 1 χρόνο. Άλλα στοιχεία που δείχνουν ότι η εργαζόμενη Ελλάδα περνάει χειρότερα στην Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ απ’ ότι στην Ελλάδα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι: η αύξηση του αριθμού των ατόμων που συντηρούνται από άλλους από το 2010 ως το 2015 κατά 16% (από 2,248 εκ. σε 2,616), η επέκταση της μερικής απασχόλησης από 5,5% το τρίτο τρίμηνο του 2008 σε 9,1% το τρίτο τρίμηνο του 2015, κ.α.

Αποτέλεσμα της επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος, σε αντίθεση με το ανέμελο δήθεν, χαζοχαρούμενο στην πραγματικότητα ύφος των οικονομικών υπουργών, δηλαδή Σταθάκη και Τσακαλώτου (λόγω της άνεσης που προσφέρει η κοινωνική τους θέση), είναι το ζοφερό μέλλον που διακρίνουν οι πολίτες σε διάφορες έρευνες. Για παράδειγμα ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (ESI) για την Ελλάδα που καταρτίζει το ΙΟΒΕ, το Φεβρουάριο του 2015 επιδεινώθηκε. Ενδεικτικά, το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωνε ότι «μόλις τα βγάζει πέρα» το Φεβρουάριο του 2016 ήταν 69%, όταν τον Δεκέμβριο του 2015 ήταν 57%. Επίσης, χειροτέρευση για το επόμενο 12μηνο προέβλεπαν πολλοί περισσότεροι το Φεβρουάριο του 2016 σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2016, ενώ και τότε επιδείνωση προέβλεπαν περισσότεροι σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2015. Επίσης, σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών και εταιρεία ερευνών με θέμα τις επιπτώσεις της κρίσης στους καταναλωτές προέκυψε ότι το 88% των ερωτηθέντων μείωσε κι άλλο την κατανάλωσή του τον προηγούμενο χρόνο, όταν το 2015 σε αντίστοιχη ερώτηση την ίδια απάντηση είχε δώσει το 85,1%. Μάλιστα, αν κρίνουμε από το εύρημα ότι το υψηλότερο ποσοστό περικοπών αφορούσε αγορές ένδυσης και υπόδησης (κι όχι είδη πολυτελείας ή διακοπές) μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι επρόκειτο για οδυνηρές περικοπές στα βασικά είδη. Εκείνες οι περικοπές που αποφασίζονται και υλοποιούνται με πόνο ψυχής και τα βλέφαρα κατεβασμένα…

Τα νέα μέτρα που συμφώνησε η κυβέρνηση με τους πιστωτές ύψους 5,5 δισ. ευρώ θα βάλουν το μαχαίρι της φτώχειας ακόμη πιο βαθιά στο σώμα του λαού…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Unfollow τεύχος Απριλίου 2016

Υποκρισία τα μέτρα ρύθμισης των αγορών από ΗΠΑ και ΕΕ (Μετροπόλιταν, 28/6/2009)

Κενά περιεχομένου είναι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν από τον Μπαράκ Ομπάμα και τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, με μια μέρα διαφορά, για να πάψει η αδιαφάνεια και ο αχαλίνωτος τζόγος στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η αδικαιολόγητη έκρηξη της τιμής του πετρελαίου και των τροφίμων αποδεικνύουν ότι η κερδοσκοπία ζει και βασιλεύει…

 Η «εκδίκηση των κερδοσκόπων» θα μπορούσαν να τιτλοφορούνται οι προτάσεις που ανακοινώθηκαν από Ουάσινγκτον και Βρυξέλλες για τη ρύθμιση της ασυδοσίας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τα μέτρα ελέγχου των αγορών αναμένονταν εδώ και καιρό, απ’ όταν για την ακρίβεια η έκρηξη της κρίσης έφερε στην επιφάνεια έναν παράλληλο ή σκιώδη όπως χαρακτηρίστηκε τραπεζικό τομέα, που στο πλαίσιο του τουλάχιστον στις ΗΠΑ συντελούταν το ήμισυ των τραπεζικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομίας του Ομπάμπα, Τίμοθυ Γκάιθνερ, και στην ακτίνα δράσής του ίσχυαν οι νόμοι της άγριας Δύσης: ελάχιστες υποχρεώσεις, ακόμη λιγότερες εγγυήσεις και καμιά διαφάνεια. Η τάξη λοιπόν σε αυτό τον τομέα αποτέλεσε κοινό τόπο για τις κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς ως ένα στοιχειώδες μέτρο άμυνας που θα αποτρέψει την επανάληψη ανάλογων κρίσεων όπως αυτή που συνέβηκε στην αμερικανική αγορά ενυπόθηκων κτηματικών δανείων παρασύροντας στη συνέχεια στην άβυσσο τραπεζικούς κολοσσούς, μεταποιητικές επιχειρήσεις, ακόμη και κράτη όπως την Ισλανδία κι εσχάτως τη Λετονία.

Προς απογοήτευση των πάντων την Τετάρτη 17 Ιούνη η κυβέρνηση Ομπάμα έδωσε στη δημοσιότητα μια Λευκή Βίβλο 88 σελίδων που επαναλάμβανε 53 φορές τη λέξη «σταθερότητα» χωρίς να κάνει το παραμικρό για να τη διασφαλίσει. Ειδικότερα προβλέπει: Πρώτο, την εναπόθεση σε μια σειρά από όργανα εποπτείας (είτε νέα είτε παλιά με διευρυμένες όμως αρμοδιότητες) του έργου ελέγχου. Δεύτερο, την παραπομπή σε μια υπηρεσία προστασίας καταναλωτή(;!) του ελέγχου στους κανόνες της στεγαστικής πίστης – λες και είναι δυνατό εκεί που έχει αποτύχει το κράτος να επιβάλλει την τάξη να το καταφέρουν ανίσχυρες, διακοσμητικές επιτροπές. Τρίτο, την υποχρέωση των τραπεζών να παρακρατούν το 5% τουλάχιστον των δανείων που χορηγούν έτσι ώστε να έχουν μια στοιχειώδη ευθύνη για τα δάνεια που προσφέρουν και να μη δανειοδοτούν άνευ όρων κι ασύστολα έχοντας τη σιγουριά ότι αυτά τα δάνεια θα μεταβιβαστούν στη συνέχεια σε κάποιον άλλο, όπως ακριβώς συνέβαινε μέχρι σήμερα, δημιουργώντας ένα ντόμινο επισφαλειών και μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Εξ ίσου κενές περιεχομένου ήταν κι οι προτάσεις που έγιναν δεκτές στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις 18 και 19 Ιούνη που ως κοινό παρανομαστή είχαν – κι εδώ – την εποπτεία και τίποτε παραπάνω. Οι ηγέτες των 26 μάλιστα έκαναν και μια σειρά από απαράδεκτες υποχωρήσεις στον Γκόρντον Μπράουν που γνώμονα για τη στάση του είχε τα συμφέροντα και περισσότερο την ασυδοσία του Σίτι κι όχι τη χαλιναγώγηση του.

Τα σχόλια του Τύπου είναι αποκαλυπτικά για το πώς ο Ομπάμα κατάφερε να απογοητεύσει – και σε αυτό τον τομέα – όσους πίστευαν ότι η κυβέρνηση του θα έπαιρνε πιο ριζοσπαστικά μέτρα απέναντι σ’ αυτούς που προκάλεσαν την κρίση: Σύμφωνα με σημείωμα της σύνταξης των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 18 Ιούνη «οι προτάσεις της κυβέρνησης θα απογοητεύσουν αυτούς που ήλπιζαν σε ένα ποιο τακτοποιημένο σύστημα ρύθμισης». Την ίδια μέρα η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ από την πρώτη κιόλας σελίδα έγραφε με έκδηλη χαρά ότι «στη Γουόλ Στριτ υπήρξε ανακούφιση που τα μέτρα δεν ήταν πιο Δρακόντεια», ενώ κι οι Νιου Γιορκ Τάιμς τόνιζαν πως «το σχέδιο του προέδρου προέρχεται από πολλούς συμβιβασμούς με τα στελέχη του κλάδου και βουλευτές και δεν είναι τόσο θαρραλέο όσο περίμεναν».

Τα μέτρα των ΗΠΑ και της ΕΕ είναι ανεπαρκή γιατί κατ’ αρχήν για μια σειρά από επιχειρηματικές δραστηριότητες που αποδείχθηκαν πέτρα του σκανδάλου δεν λαμβάνουν κανένα μέτρο. Τρανό παράδειγμα είναι οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας που επί χρόνια έβαζαν την ανώτερη δυνατή βαθμολογία στα τοξικά ομόλογα επιτρέποντας τους να εισέρχονται και στα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια, αλλά υποτιμούν τα κρατικά ομόλογα της Ελλάδας ακόμη και της Αγγλίας λες και είναι στην πραγματικότητα πιθανό να χρεοκοπήσει το ελληνικό ή το αγγλικό δημόσιο. Στην πράξη βάζουν τους φορολογούμενους να πληρώνουν επιπλέον τόκους οι οποίοι συχνά καταλήγουν σε πιστωτικούς οργανισμούς που συνδέονται οργανικά με τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και πάντα η κερδοφορία τους είναι συνάρτηση της ώθησης που θα δώσουν σε ανάλογα καινοτομικά κατά κόσμο (κερδοσκοπικά επί της ουσίας) προϊόντα. Η σκανδαλώδης σύγκρουση συμφέροντος που υπάρχει στη δραστηριότητά τους φάνηκε επίσης με την κατάρρευση της Enron το 2001 όταν κι οι τρεις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η Moody’s, η Standard & Poor’s κι η Fitch, μόλις πέντε ημέρες πριν την κατάρρευση του κολοσσού και με διαφορά λίγων ωρών η μια από την άλλη, προφανώς εντελώς τυχαία, υποβάθμισαν την αξιολόγησή της. Μέχρι την προηγούμενη μέρα δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας για την εταιρεία! Το αμερικανικό περιοδικό Τάιμ στις 30 Μάρτη έγραφε ότι το 44% των εσόδων της Moody’s το 2006 προερχόταν από την αξιολόγηση σε δομημένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και μόνο το 32% από εταιρικά ομόλογα. Παρόλα αυτά δεν λαμβάνεται κανένα ουσιαστικό μέτρο γι αυτές τις εταιρείες, ούτε στη μια ούτε στην άλλη μεριά του Ατλαντικού.

Στην Ευρώπη μάλιστα είναι τόση μεγάλη η ατολμία που στο κείμενο των προτάσεων δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στα παράγωγα, τα οποία ακόμη κι ο χρηματιστής, γνωστός ως Μίδας, Γουόρεν Μπάφετ τα έχει χαρακτηρίσει «χρηματοοικονομικά προϊόντα μαζικής καταστροφής» κατ’ αναλογία των όπλων μαζικής καταστροφής που αναζητά ανά την υφήλιο η Ουάσινγκτον. Στις δε ΗΠΑ διαιωνίζεται το καθεστώς οργανικής σύζευξης των επενδυτικών με τις κλασσικές τράπεζες το οποίο εγκαινιάστηκε το 1999 (με την κατάργηση του νόμου Γκλας Στίγκαλ ο οποίος επιβλήθηκε μετά την κρίση του 1929!) επιτρέποντας έτσι την επιμόλυνση όλου του συστήματος από την κερδοσκοπία των επενδυτικών τραπεζών. Στην πράξη δε επιτρέποντας τη χρησιμοποίηση των αποταμιεύσεων των ανυποψίαστων καταθετών ως εγγύηση των κερδοσκοπικών ανοιγμάτων των επενδυτικών τραπεζών…

Το πόσο επιδερμικά, αναντίστοιχα των στόχων που ονομαστικά καλούνται να εξυπηρετήσουν, είναι τα προτεινόμενα μέτρα φάνηκε από τις προτάσεις που κατέθεσε ο Τζορτζ Σόρος επί του θέματος, με άρθρό του στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 17 Ιούνη. Παρότι ο Σόρος, επαγγελματίας κερδοσκόπος, τάσσεται εξ αρχής εναντίον της υπερβολικής ρύθμισης, στη συνέχεια θεωρεί αναγκαία τα εξής μέτρα: Πρώτο, την επιβολή ενός ποσοστού 10% αντί του «συμβολικού», όπως το χαρακτηρίζει 5% διακράτησης δανείων από την τράπεζα που τα χορηγεί. Δεύτερο, αναγνωρίζοντας ότι είναι αδύνατος ο διαχωρισμός της επενδυτικής από την εμπορική τραπεζική προτείνει τη δημιουργία ενός εσωτερικού τείχους προστασίας που θα διακρίνει την μια από την άλλη. Τρίτο, προτείνει την πλήρη παύση της διαπραγμάτευσης ορισμένων παραγώγων όπως είναι τα συμβόλαια ανταλλαγής πιστωτικού κινδύνου (credit default swaps) με το εξής συντριπτικό επιχείρημα: «είναι σαν να αγοράζεις την ασφάλεια ζωής κάποιου τον οποίο να έχεις δικαίωμα να τον σκοτώσεις. Πρόκειται για εργαλεία καταστροφής που πρέπει να απαγορευθούν»!

Η ανάγκη αυτή δεν προκύπτει έναντι κάποιων μελλοντικών, υποθετικών κινδύνων. Η άμεση σημασία χαλιναγώγησης της άγριας κερδοσκοπίας που συντελείται στο χώρο της πλασματικής οικονομίας υπογραμμίζεται κάθε στιγμή από τις δραματικές συνέπειες που έχουν στη ζωή των ανθρώπων οι αδικαιολόγητες ανατιμήσεις, άμεσο αποτέλεσμα της πλημμυρίδας ρευστότητας που κατακλύζει τα χρηματιστήρια εμπορευμάτων ωθώντας σε άνοδο τα μελλοντικά συμβόλαια. Φαίνεται για παράδειγμα με το πετρέλαιο που σε τέσσερις μήνες η τιμή του έχει υπερδιπλασιαστεί φθάνοντας από τα 34 δολάρια στα 73 παρότι η ζήτηση μειώνεται κι η προσφορά αυξάνεται! Φαίνεται πολύ πιο δραματικά με τη ραγδαία αύξηση όσων υποσιτίζονται που, με βάση ανακοινώσεις της αρμόδιας επιτροπής του ΟΗΕ την Παρασκευή 19 Ιούνη, ξεπέρασαν το 1 δισ. αντιπροσωπεύοντας το ένα έκτο του παγκόσμιου πληθυσμού. Η αιτία της «σιωπηρής κρίσης πείνας», όπως τη χαρακτήρισε η υπεύθυνη του ΟΗΕ δεν βρίσκεται στην έλλειψη δημητριακών καθώς η παραγωγής τους έχει αυξηθεί από το 2006 αλλά στην αύξηση της τιμής κατά 26% σ’ αυτή την περίοδο, λόγω ακριβώς της κερδοσκοπίας.

Όσο Ευρωπαίοι κι Αμερικάνοι αρνούνται να λάβουν μέτρα περιορισμού της κερδοσκοπίας τόσο θα ξανακάνει την εμφάνισή της προετοιμάζοντας τους όρους για την επόμενη κρίση. Για να πουν και τότε ότι δεν ήξεραν…

Η οικονομική κρίση είναι εδώ (Πριν, 6 Ιούλη 2008)

Ισπανία, Αγγλία, Δανία και Ιρλανδία μετά τις ΗΠΑ

ΠΛΗΤΤΕΤΑΙ Η ΕΕ

Ελαφρά ασυνήθιστος ήταν ο τίτλος της ισπανικής Ελ Παΐς σε ένα πρόσφατο αφιέρωμά της στην ισπανική γλώσσα: «Στα ισπανικά λέγεται κρίση», έγραφε. Και αμέσως μετά παρέθετε τις λέξεις που κατά κόρον χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την οικονομική συγκυρία κι οι οποίοι δεν διαφέρουν καθόλου από τις υπεκφυγές που ακούμε συχνά και στην Ελλάδα όπως «δυσπραγία», «αβεβαιότητα», «καθόλου ευχάριστες εξελίξεις» (βλ. δηλώσεις Γ. Αλογοσκούφη την Τρίτη μετά τη συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής) κ.ο.κ. Το ίδιο ωστόσο μπορεί να ειπωθεί με ένα εξ ίσου κατηγορηματικό τρόπο και για μια σειρά άλλες γλώσσες όπως τα αγγλικά, αφορώντας όχι μόνο τις ΗΠΑ αλλά εξ ίσου σοβαρά την Αγγλία και την Ιρλανδία, τα πορτογαλικά, τα δανικά και τα ισλανδικά – μέχρι στιγμής πάντα.

Στην Ισπανία, η βουτιά του κατασκευαστικού τομέα που είδε το προϊόν του να μειώνεται μέσα σε ένα χρόνο κατά 30% έχει παρασύρει, σε συγκερασμό με την επιδείνωση των όρων δανειοδότησης, τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας. Σύμφωνα με τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Ιουνίου, «τουριστικές επιχειρήσεις, αλυσίδες σούπερ μάρκετ και καταστήματα μόδας έχουν σημειώσει μια απότομη πτώση. Στο βιομηχανικό τομέα οι μεταποιητικές επιχειρήσεις των οποίων η τύχη συνδέεται με την κατασκευαστική δραστηριότητα έχουν βιώσει μια απότομη πτώση των πωλήσεών τους κατά τους προηγούμενους 12 μήνες».

Στις ΗΠΑ τα σημάδια της κρίσης είναι ορατά από παντού λες κι η φρενήρη πτώση των αμερικανικών επιτοκίων από 5,25% που ήταν τον Σεπτέμβρη στο 2% που έφθασαν να μη συνέβη ποτέ. Οι πωλήσεις αυτοκινήτων, που δίνουν τον ρυθμό των λιανικών πωλήσεων, μειώθηκαν τον Μάη σχεδόν κατά 11%. Οι τιμές των κατοικιών, αντιπροσωπεύοντας την έλλειψη ζήτησης κι όχι την αναγκαία διόρθωσή τους από τα επίπεδα φούσκας, μειώθηκαν το πρώτο τρίμηνο κατά 14%. Η δε ανεργία θερίζει με τον Ιούνιο να είναι ο έκτος συνεχόμενος μήνας που παρατηρείται μείωση των θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει εκτιναχθεί στο 5,5%. Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα καθώς ακόμη κι αυτοί που δουλεύουν (καλύτερα, απασχολούνται) στο απέραντο βασίλειο της ελαστικής εργασίας βλέπουν τους φακέλους της μισθοδοσίας να είναι όλο και πιο λεπτοί, καθώς οι εργοδότες τους μειώνουν συνεχώς τις ώρες απασχόλησης.

Στην Αγγλία, όπου η χρεοκοπία της τράπεζας Νόρθερν Ροκ τον Σεπτέμβριο του 2007 επεσήμανε για πρώτη φορά τη σοβαρότητα της κατάστασης, το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί φέτος κατά 1,3% (το χαμηλότερο ποσοστό από το 1992) από 3,6% πέρυσι κι ο πληθωρισμός να ξεπεράσει το 4%, παρότι τα επιτόκια βρίσκονται στο 5% – επίπεδο ρεκόρ μεταξύ των επτά πλουσιότερων χωρών του πλανήτη.

Στη Δανία η κατάσταση είναι πιο σοβαρή καθώς οι εξελίξεις εκεί με το ΑΕΠ να συρρικνώνεται επί δύο συνεχόμενα τρίμηνα είναι τόσο αρνητικές που ανταποκρίνονται και στον τεχνικό–τυπικό ορισμό της ύφεσης. Το ίδιο επίσης αναμένεται να συμβεί σε Ιρλανδία και Πορτογαλία όπου το πρώτο τρίμηνο πράγματι μειώθηκε το προϊόν, ενώ αναμένεται να μειωθεί και στο δεύτερο. Η οριακή (καθότι μικρότερη της μονάδας) μείωση του ΑΕΠ σε αυτές τις χώρες φαντάζει ειδυλλιακή ωστόσο για την Ισλανδία των 315.000 κατοίκων (ασήμαντη αν δεν ήταν τόσο πολύτιμη όσο τα καναρίνια στις στοές των ορυχείων) που είδε το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 4%!

Χρονικά παρατεταμένη, παγκόσμια και τόσο βαθιά ώστε να αποτελεί σημείο τομής αποδεικνύεται η οικονομική κρίση που εμφανίστηκε πέρυσι τον Αύγουστο αποτελώντας μετάσταση και μετεξέλιξη της δομικής κρίσης που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ανήμπορες οι κρατικές πολιτικές σε ΗΠΑ και ΕΕ να την αντιμετωπίσουν.

 

Η άνοδος του επιτοκίου του ευρώ θα οδηγήσει στην επιτάχυνση του πληθωρισμού κι όχι την τιθάσευσή του

 

Ιδιαίτερη σημασία ωστόσο έχει ότι η κρίση, όπως ορίζεται η απότομη διακοπή της οικονομικής επέκτασης, όπως ξέσπασε πέρυσι τον Αύγουστο με αφορμή την πιστωτική ασφυξία έχει αποκτήσει πλανητική διάσταση και ασυνήθιστα μεγάλη διάρκεια.

Αρχικά, το φθινόπωρο του 2007 όλοι έδειχναν ως ημερομηνία λήξης της κρίσης το πρώτο δεκαήμερο του 2008, όταν θα δημοσιεύονταν τα οικονομικά αποτελέσματα των τραπεζών και θα έβγαιναν στη φόρα οι επισφάλειες που κρατούνταν τότε ως επτασφράγιστο μυστικό για να μην εξανεμιστεί η πιστοληπτική τους αξιοπιστία και οδηγηθούν στη χρεοκοπία. Το πρώτο δεκαήμερο του 2007 ωστόσο πέρασε, μαζί και το πρώτο τρίμηνο, όπως και το πρώτο εξάμηνο του 2008 και δεν υπάρχει τίποτε που να προμηνύει ακόμη κι αυτή την επιστροφή στο παρελθόν. Παρότι μάλιστα οι αποκαλύψεις για τα ανοίγματα ξεπέρασαν και την πιο γενναιόδωρη πρόβλεψη, φθάνοντας το ασύλληπτο ποσό των 387 δισ. δολαρίων, μειώνοντας έτσι αισθητά τις πιθανότητες να περάσουν σε επόμενες χρήσεις τα ανοίγματα. Αποτέλεσμα μάλιστα ήταν να αποδυναμωθεί η κεφαλαιακή βάση τραπεζικών κολοσσών και να αποκτήσουν πρόσβαση στο μετοχικό τους κεφάλαιο κρατικά επενδυτικά ταμεία από την Ασία και τη Μέση Ανατολή (όπως συνέβη πολύ πρόσφατα με τη βρετανική  Μπάρκλευ’ς που οι μεγαλύτεροι μέτοχοι της στο εξής θα έχουν έδρα το Κατάρ) σε μια πρωτοφανή έκταση. Παρόλα αυτά το κατρακύλισμα δεν σταμάτησε. Όλο το προηγούμενο εξάμηνο μετοχές – σύμβολα του  καπιταλισμού υποβαθμίστηκαν με κάθε επισημότητα (όπως της Τζένεραλ Μότορς και της Σίτιμπανκ) είτε απαξιώθηκαν από την αγορά (όπως της Ζίμενς  και της Γιούνελεβερ) συμπαρασύροντας μαζί τους τα διεθνή χρηματιστήρια.

Ο απολογισμός του εξαμήνου ήταν δραματικός. Ο αμερικανικός βιομηχανικός δείκτης Ντάου Τζόουνς έπεσε κατά 14%, ο βρετανικός χρηματιστηριακός δείκτης κατά 13%, στη Γερμανία 20%, στη Γαλλία 21% και συνολικά ο πανευρωπαϊκός Ντάου Τζόουνς κατά 25%. Ο δε ευρωπαϊκός πάλι δείκτης FTSE – 300 κατέγραψε στο εξάμηνο απώλειες της τάξης του 21%, που είναι οι μεγαλύτερες από την ίδρυσή του, το 1986. Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια πλήρωσαν πολύ πιο βαρύ φόρο αίματος σε σχέση με τις ΗΠΑ κατ’ αναλογία του αναπάντεχα μεγαλύτερου κόστους που πλήρωσαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες σε σχέση με τις αμερικανικές από το σκάσιμο της φούσκας της αμερικανικής αγοράς ακινήτων. Δείχνοντας πρακτικά μαθήματα μετακίλησης και όχι απλά διασποράς κινδύνων (και απάτης) από τα 387 δισ. δολάρια που προαναφέραμε τα 200 τα φορτώθηκαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και μόνο τα 166 από τα υπόλοιπα οι αμερικανικές! Φαίνεται έτσι ότι με την μέθοδο της τιτλοποίησης δεν εφαρμόστηκε απλά και μόνο η παλιά (μηδενικού αθροίσματος) τραπεζική πρακτική που αναλύει ο Μπλαζάκ στα Χαμένα Όνειρα: «Οι Κουαντέ εις περίπτωση ανάγκης εβεβαίουν δια τον κύριο Γκαρνεράκ ότι ο κύριος Γκαρνεράκ εβεβαίου δια τους κυρίους Κουαντέ. Πρόκειται για μια ακριβή εφαρμογή εν τη πράξει της γνωστής λαϊκής παροιμίας: Δως μου το ραβέντι να σου δώσω τη σιναμική». Στην περίπτωση όμως των δανείων των φτωχών δεν έγινε μια αμοιβαία ανταλλαγή «ισοδυνάμων» καθαρτικών μεταξύ των τραπεζών που δάνειζε η μια την άλλη με εγγύηση τα εν λόγω δάνεια, μια και απ’ ότι φάνηκε οι αμερικανικές τράπεζες τα ξεφορτώθηκαν γρήγορα από πάνω τους αποθέτοντάς τα στους ανταγωνιστές τους μέχρι που λύγισαν από το βάρος τους.

Επιστρέφοντας στα αποτελέσματα των χρηματιστηρίων κατά το πρώτο εξάμηνο (κι ανιχνεύοντας από τη διακύμανσή τους την ευρωστία της αιχμής του δόρατος κάθε εθνικού κεφαλαίου) και κινούμενοι ανατολικότερα της Ευρώπης, διαπιστώνεται η ίδια δραματική κατάσταση: Στην Ταϊβάν, τη Νότια Κορέα όπως και στην Ιαπωνία ο δείκτης του χρηματιστηρίου είχε απώλειες  12%, στο Χονγκ – Κονγκ όπως και τη Νέα Ζηλανδία 21%, στην Αυστραλία 18%, στην Ινδία 34% και στην Κίνα 48%! Όπως ήταν αναμενόμενο, εξαίρεση αυτού του κανόνα (στον οποίο υπάκουσαν φυσικά και τα νοτιοαμερικανικά χρηματιστήρια) αποτέλεσαν οι χώρες που κατά κύριο λόγο εξάγουν βασικά εμπορεύσιμα προϊόντα όπως ο Καναδάς (+5%), η Βραζιλία (+2%) και η Ρωσία (+1%), χωρίς φυσικά τα κέρδη τους να αντισταθμίζουν τις σοβαρές απώλειες που καταγράφηκαν στις αγορές του ανεπτυγμένου καπιταλισμού.

Παρατεταμένη λοιπόν χρονικά (οκτώ μήνες για να θυμηθούμε κράτησε στις ΗΠΑ η ύφεση το 2001), πλανητική και επίσης βαθιά. Η αποτίμηση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, της κεντρικής τράπεζας όλων των κεντρικών τραπεζών – όπως συχνά αποκαλείται, που εδρεύει στην Βασιλεία της Ελβετίας, όπως περιλαμβάνεται στα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης της που δημοσιεύτηκε στις 30 Ιουνίου ξάφνιασε ευχάριστα όσους περίμεναν τι συνήθεις άχρωμες και πολύσημες διατυπώσεις: «Η τρέχουσα αναστάτωση στων αγορών στα σημαντικότερα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά κέντρα είναι χωρίς προηγούμενο κατά την μεταπολεμική περίοδο. Με σημαντικό τον κίνδυνο της ύφεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνδυασμό με έναν απότομα αυξανόμενο πληθωρισμό σε πολλές χώρες εγείρονται φόβοι ότι η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να βρίσκεται σε ένα είδος σημείου καμπής. Αυτοί οι φόβοι δεν είναι αβάσιμοι», συνεχίζει χρησιμοποιώντας πολλές φορές τον όρο «σημείο τομής». Τον ίδιο όρο, «σημείο καμπής», χρησιμοποίησε και ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πριν λίγες μέρες για να τονίσει το βάθος της κρίσης ενώ και ο διεθνής Τύπος βρίθει από ανάλογες εκτιμήσεις.

«Είναι μια ύφεση σε αργή κίνηση», τόνιζε στην Ινερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν στις 3 Ιουλίου ο επικεφαλής οικονομολόγος των Λέχμαν Μπράδερς. «Σε μια κανονική ύφεση τα πράγματα καταρρέουν και εξασθενούν ώστε δεν έχεις να πας πουθενά αλλού παρά προς τα πάνω. Αλλά εδώ δεν έχουμε τα κλασσικά δύο ή τρία αρνητικά τρίμηνα. Αντίθετα περιμένουμε δύο χρόνια μεγέθυνσης κάτω του κανονικού – μια μεγέθυνση που δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Είναι ένα είδος χρόνιας παρά απότομης οδύνης». Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληγε επίσης ανάλυση του αμερικανικού περιοδικού Νιούζγουικ πριν τρεις εβδομάδες με τον γριφώδη και έμπλεο αισιοδοξίας τίτλο «γιατί είναι χειρότερα απ’ όσο νομίζετε»… Ο αμερικάνος αρθρογράφος υποστήριζε ότι ακόμη κι αυτή η γενναιόδωρη οικονομική βοήθεια ύψους 100 δισ. δολαρίων που ανακοίνωσε πρόσφατα ο Μπους δεν πρόκειται να έχει κανένα αποτέλεσμα καθώς δεν αντιμετωπίζεται στη ρίζα της η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν αυτές οι ανατιμήσεις να διοχετεύονται στην οικονομία οδηγώντας σε άνοδο τις τιμές, ενώ η ρευστότητα που παρέχει η κεντρική τράπεζα καταλήγει να κλείνει τα ανοίγματα των εμπορικών τραπεζών και όχι στους καταναλωτές! Έτσι η κεντρική τράπεζα προσφέρει τα μέσα που διαθέτει στην κατεύθυνση διάσωσης των κλυδωνιζόμενων τραπεζών κι όχι των δανειοληπτών που εξακολουθούν να χάνουν μαζικά τα σπίτια τους  και τις δουλειές τους.

Λάδι στη φωτιά της κρίσης ρίχνει επίσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η απόφασή της την Πέμπτη να αυξήσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού κατά ένα τέταρτο της μονάδας (μια απόφαση που είναι πιο κοντά στην ημερήσια διαταγή για άνοδο του κόστους χρήματος ως απάντηση στην κρίση, σε σχέση με τη στάση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας) φθάνοντας το στο 4,25% συνιστά μια πολλαπλά επιζήμια πολιτική. Κατ’ αρχήν παρότι λήφθηκε με αποκλειστικό και μόνο κριτήριο την καταπολέμηση του πληθωρισμού που έφθασε στο 4%, όταν επίσημος στόχος της είναι να μην υπερβαίνει το 2% (κι αυτό χωρίς ποτέ να εξηγηθεί με πειστικό τρόπο γιατί συνιστά αδήριτη αναγκαιότητα) στην πράξη θα οδηγήσει σε άνοδό του. Η ενίσχυση του επιτοκίου του ευρώ είναι αναμενόμενο ότι θα οδηγήσει στην ενίσχυση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του έναντι του αμερικανικού νομίσματος, όπως συμβαίνει σταθερά τα τελευταία χρόνια κι όπως συνέβη επίσης στις αρχές της εβδομάδας, εν αναμονή των ανακοινώσεων της Φρανκφούρτης, όταν την Τρίτη το ευρώ έφθασε μέχρι τα 1,5827 δολάρια έναντι 1,5732 την προηγούμενη μέρα. Η πτώση του δολαρίου όμως οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου, καθώς έτσι οι χώρες παραγωγοί επιχειρούν να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους από την εξασθένιση του δολαρίου, «του αληθινού αγίου πνεύματος» όπως χαρακτήριζε το αμερικανικό νόμισμα ο Σελίν στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

Ο εφιάλτης του πληθωρισμού έτσι επιστρέφει, εν πλήρη γνώση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς επιλέγει να αφήσει στο απυρόβλητο τις πραγματικές αιτίες που πυροδοτούν την άνοδό του (χρηματιστηριακή κερδοσκοπία και τιμολογιακή ασυδοσία του κεφαλαίου που ελλείψει κρατικών περιορισμών φθάνει να ανακοινώνει εν μία νυκτί γενικές αυξήσεις ακόμη και της τάξης του 20% όπως έκανε για παράδειγμα η χημική Ντάου κ.λπ.) και αντί αυτών να δυσχεράνει τους όρους χρηματοδότησης της καπιταλιστικής παραγωγής και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Έτσι όμως κατ’ αρχήν τιμωρείται επί ποινή εξαφανίσεως η παραγωγική δραστηριότητα στο βαθμό που η χρηματοδότηση καθίσταται εξαιρετικά ακριβή και εν τέλει απαγορευτική. Επίσης πραγματοποιείται μια τεράστια μεταφορά πόρων από την κοινωνία στο τραπεζικό κεφάλαιο που στα καλά καθούμενα θα απαιτήσει επιπλέον τόκους από τα εκατομμύρια δανειοληπτών σε όλη τη ζώνη του ευρώ οι οποίοι είχαν δανειστεί με κυμαινόμενο επιτόκιο την εποχή που το επιτόκιο του ευρώ ήταν για παράδειγμα στο 2%, συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 2005.

Φαίνεται έτσι ότι για μια ακόμη φορά, μετά τις ενέσεις ρευστού του περασμένου Δεκέμβρη όταν στη διατραπεζική προσφερόταν δωρεάν ρευστό  στις εμπορικές τράπεζες οι οποίες εξακολουθούσαν και το έδιναν στην κατανάλωση με τους συμβατικούς όρους κερδίζοντας τα μέγιστα, μεγάλος κερδισμένος από την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που θα καρπωθεί τα μεγαλύτερα οφέλη από την άνοδο του επιτοκίου του ευρώ.

ΣΕΛΙΔΑ 7 ΒΑΣΗ

Στόχος το πάγωμα των μισθών

ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΟΣΑ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Τόσο ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όσο και οι αμερικάνος ομόλογός του δεν παρέλειψε κατά τη δημόσια τοποθέτησή του να τονίσει την ανάγκη συγκράτησης των μισθών σε επίπεδα κάτω του πληθωρισμού. Αυτό που για την ακρίβεια διαφαίνεται, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή δόση δημοσιογραφικής ή πολιτικής υπερβολής, είναι ότι οι μισθοί και για την ακρίβεια το πάγωμά τους αποτελεί το σημαντικότερο μέλημα των διαμορφωτών πολιτικής.

Σε αυτό το στόχο άλλωστε συντείνει και η ασφυξία που προκαλούν στην παραγωγή. Υπό συνθήκες έλλειψης ρευστού και ανυπαρξίας διαθεσίμων ποιος καπιταλιστής θα ενδώσει σε ένα αίτημα μισθολογικής αύξησης, ακόμη κι αν διατυπωθεί υπό τόσο απαγορευτικούς ταξικούς συσχετισμούς; Η διογκούμενη ανεργία (που στο επίπεδο των 30 ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών του ΟΟΣΑ αναμένεται να φθάσει το 6% το 2009, δηλαδή 34,8 εκ. από 5,6% φέτος) εξασφαλίζει την καθήλωση των μισθών σε τέτοια επίπεδα που αφήνουν το κεφάλαιο να γεύεται μόνο του τα οφέλη από τις αυξημένες τιμές. Ενστικτώδη του αντίδραση που αναδεικνύεται σε ξεχωριστής σημασίας στο πλαίσιο των μέτρων που λαβαίνει για να υπερβεί την πτώση του ποσοστού κέρδους – τελική αιτία της σημερινής κρίσης.

Μαζί με την άνοδο των τιμών και τη διευκόλυνση των όρων αξιοποίησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προκρίνεται η ανάγκη περαιτέρω φιλελευθεροποίησης του εμπορίου. Την κατάργηση των τεχνικών φραγμών και των τελωνειακών δασμών που στέκονται εμπόδιο στην ανεμπόδιστη εφαρμογή του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο θα ζητήσουν οι ηγέτες των επτά πλουσιότερων χωρών κατά τη σύνοδό τους στην Ιαπωνία τις επόμενες μέρες. Σε ένα κρεσέντο υποκρισίας θα εμφανίσουν ως αιτία της ανόδου των τιμών και του πληθωρισμού την ανεπιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στη Ντόχα και τα πρόσφατα μέτρα περιορισμού των εξαγωγών που έλαβαν οι χώρες που παράγουν μαζικά τρόφιμα για τη διεθνή αγορά. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι αιτία της σημερινής απορύθμισης της αγοράς που ακροβατεί στο χείλος της κατάρρευσης είναι η έκρηξη της εμπορευματικής παραγωγής, αυτής που συντελείται δηλαδή με σκοπό το κέρδος και όχι την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Τι άλλο δηλώνει η αύξηση των παγκόσμιων εξαγωγών στο 32,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ από 21% που ήταν το 1980, σύμφωνα με το ΔΝΤ, παρά την άκρατη φιλελευθεροποίηση του εμπορίου και της παραγωγής;

ΣΕΛΙΔΑ 7 ΚΟΛΟΝΑ

ΕΛΛΑΔΑ

Ύφεση και εκκαθάριση

του κεφαλαίου

ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Όπως συνέβη τη δεκαετία του ’70 που η κρίση αξιοποιήθηκε από το κεφάλαιο για μια επίθεση χωρίς προηγούμενο στα εργατικά δικαιώματα έτσι και σήμερα το κεφάλαιο επιχειρεί να πραγματοποιήσει μια τομή στην εκμετάλλευση επικαλούμενο την κρίση που οι νόμοι λειτουργίας του προκαλούν. Έτσι στην Ελλάδα τα καμπανάκια κινδύνου που άναψε το ΙΟΒΕ την εβδομάδα που πέρασε υποδεικνύοντας την επιβράδυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, συνόδευσαν οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομίας, Γ. Αλογοσκούφη, μετά τη συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής ότι «θα συνεχίσουμε την πολιτική των μεταρρυθμίσεων ώστε να αντιμετωπίσουμε τις όποιες επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αλλά και να προετοιμάσουμε την ελληνική οικονομία για να είναι έτοιμη με το που θα αρχίσει η διεθνής ανάκαμψη»! Επίσης η δήλωσή του μετά τη συνάντηση με τον ευρωπαίο επίτροπο Χ. Αλμούνια ότι «έχει πολύ μεγάλη σημασία σε μια περίοδο όπως αυτή που διανύουμε σήμερα να διατηρήσουμε την κατεύθυνσή μας», εννοώντας την απαρέγκλιτη εφαρμογή του αντιλαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με τις μεταρρυθμίσεις δε, δεν εννοούν τίποτε άλλο από ιδιωτικοποιήσεις που θα κάνουν απρόσιτες στους εργαζόμενους πολλές κοινωνικές υπηρεσίες, μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας, παροχές στο κεφάλαιο, νέους φόρους και ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό σύστημα που θα απογειώσουν την εκμετάλλευση. Το μίγμα που έχει εφαρμοστεί απαρέγκλιτα τα τελευταία χρόνια οδηγώντας στη σημερινή κρίση και την εργαζόμενη πλειοψηφία στη φτώχεια και τη μαζική ανεργία. Αυτό το μίγμα θα εφαρμοστεί με εντατικότερο ρυθμό κι από τον Οκτώβρη, αν απαιτηθεί, όπως φημολογείται, η αναθεώρηση του κρατικού προϋπολογισμού ώστε να λαβαίνει υπ’ όψη του τα νέα δεδομένα.

Τα κροκοδείλια δάκρυα περίσσεψαν επίσης με αφορμή την καταβαράθρωση του δείκτη του ελληνικού χρηματιστηρίου που μέσα στο πρώτο εξάμηνο έχασε περισσότερο από το ένα τρίτο της αξίας του (2.000 μονάδες), ως αποτέλεσμα της φυγής των ξένων κεφαλαίων (ύψους 20 δισ.) που είχαν εισρεύσει μαζικά τα προηγούμενα χρόνια. Παρόλα αυτά, κι ας είναι κοινός τόπος ότι ελάχιστα οφέλη έδρεψαν οι εργαζόμενοι στην αφρόκρεμα του ελληνικού κεφαλαίου από την πλημμυρίδα ρευστού που οδήγησε το δείκτη στο ιστορικό υψηλό της περιόδου που σημειώθηκε στις 31 Οκτώβρη 2007, φθάνοντας τις 5.334 μονάδες, εξιλαστήριο θύμα για τις μαύρες μέρες που προμηνύονται θα είναι πρώτα και κύρια οι θέσεις εργασίας και φυσικά και οι εργασιακές σχέσεις.

Οι απολύσεις θα έρθουν στην ημερήσια διάταξη ως άμεσο αποτέλεσμα των διαδικασιών εκκαθάρισης και αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου που θα οξύνει η τεχνητή ύφεση που προκαλεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με την άνοδο του κόστους χρηματοδότησης.

Η πανθομολογούμενη αλήθεια είναι ότι η σημερινή συγκυρία, στο βαθμό που η εργατική και λαϊκή συνείδηση καλείται να προσαρμοστεί σε μια διαρκώς και επί τα χείρω μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, προσφέρει μια σπάνια δυνατότητα στην επαναστατική Αριστερά και το εργατικό κίνημα να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους. Οι πρόσφατοι ξεσηκωμοί που έγιναν σε πολλές χώρες για το ψωμί και η ανατροπή της κυβέρνησης της Αϊτής οδήγησαν το ΔΝΤ να τονίσει τους κινδύνους που γεννιούνται για την πολιτική σταθερότητα, συστήνοντας να σφίξουν τα λουριά. Το γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ υπογραμμίζει ότι «επιπρόσθετα στους οικονομικούς κινδύνους, το σενάριο ξεχειλίζει από πολιτική αβεβαιότητα. Πως θα αντιδράσουν οι εκλογείς όταν η οικονομία έρθει τα πάνω κάτω και οι τιμές εκραγούν; …Ορισμένοι πολιτικοί θα επωφεληθούν, κυρίως αυτοί που υποστηρίζουν ότι η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλούς τρόπους, όπως υψηλότεροι μισθοί και συντάξεις και χαμηλότερες ενεργειακές τιμές για τους χαμηλόμισθους». Θα μπορέσει η επαναστατική Αριστερά να ανταποκριθεί σε αυτή τη δυνατότητα ανοίγοντας το δρόμο για τις μεγάλες ανατροπές που απαιτούν οι καιροί μας;

«Σοσιαλισμός» για τους κερδοσκόπους (Πριν, 7/10/2008)

Νέα κατάρρευση μεγάλης τράπεζας

ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΕΣ

Κυριολεκτικά χωρίς τέλος είναι το θρίλερ της χρεοκοπίας αμερικανικών τραπεζικών κολοσσών. Μόλις προχτές, Παρασκευή – κι ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι με έναν αναπάντεχο τρόπο πάγωσαν πρόσκαιρα την έγκριση του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. γα τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, ανεβάζοντας την αγωνία για την επόμενη μέρα στα ύψη – μία νέα τράπεζα, η Washington Mutual που ιδρύθηκε το 1889(!) οδηγήθηκε στην χρεοκοπία. Η WaMu όπως ήταν αλλιώς γνωστή πουλήθηκε στην JP Morgan έναντι 1,9 δισ. δολαρίων, η οποία άμεσα θα παραγράψει από το χαρτοφυλάκιο της εξαγορασθείσας κτηματικά δάνεια ύψους 31 δισ. δολ. Κι αυτή μάλιστα δεν θα είναι η πρώτη φορά, καθώς μόλις τον Ιούλιο προχώρησε στην παραγραφή στεγαστικών δανείων ύψους 10,9 δισ. προσπαθώντας έτσι να περιορίσει τις ζημιές της που είχαν φθάσει τα 3 δισ. δολ. το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και να στηρίξει την μετοχή της που έφθασε να καταγράφει απώλειες της τάξης του 95%! Μάταια όμως. Κι αυτή η τράπεζα ήρθε να προστεθεί στην μακρά αλυσίδα των χρεοκοπιών που συγκλονίζουν τη Νέα Υόρκη, ξανασχεδιάζοντας το χάρτη του αμερικανικού καπιταλισμού. Η πρώτη, από τις μεγάλες τράπεζες πάντα, που άνοιξε το χορό ήταν η Bear Sterns που αγοράστηκε κι αυτή από την JP Morgan. Ακολούθησε η Merrill Lynch που αγοράσθηκε από την Bank Of America, η Lehman Brothers που χρεοκόπησε, κι ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός κολοσσός του κόσμου American International Group που μαζί με τις κτηματικές τράπεζες Fannie Mae και Freddie Mac γεύτηκαν πριν απ’ όλους μας τα καλά του σοσιαλισμού χάρη στη βαθιά τσέπη του αμερικανικού δημόσιου.

Ειδικά στην περίπτωση του ασφαλιστικού γίγαντα της AIG (που κατείχε τεράστιο μερίδιο στις αντασφάλειες, δηλαδή την ασφαλιστική κάλυψη σε τράπεζες και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες) η σωσίβια λέμβος που έριξε το δημόσιο την τελευταία έστω στιγμή απέτρεψε ένα ολέθριο φαινόμενο ντόμινο που θα έδινε στην τωρινή χρηματοπιστωτική κρίση κυριολεκτικά ολέθριες διαστάσεις. Ο κίνδυνος ήταν σαφής: Η κρίση να πάψει να δοκιμάζει τις πιστωτικές αγορές και να επεκταθεί σε όλο τον τραπεζικό κλάδο με άμεσες καταστρεπτικές συνέπειες και για την ίδια την καπιταλιστική παραγωγή καθώς ο «συλλογικός αποταμιευτής», οι τράπεζες δηλαδή θα αναγκαζόταν να κατεβάσει τα ρολά. Το πείραμα πέτυχε με την AIG (υπό την έννοια ότι αποφεύχθηκε το ντόμινο και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης που παρέχουν ως έσχατοι εγγυητές ανάλογα τμήματα του κεφαλαίου) και αμέσως μετά, την προηγούμενη Παρασκευή έπεσε στο τραπέζι μια πρόταση που ισοδυναμεί με το μεγαλύτερο οικονομικό πραξικόπημα που έχει γίνει ποτέ εις βάρος των εργαζομένων παρότι δεν επεδίωκε τίποτ’ άλλο παρά με έναν συνεκτικό κι ενιαίο τρόπο να εφαρμόσει την πείρα από τις κρατικοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων, γενικεύοντας τη χρήση αυτού του εργαλείου: ένα πακέτο ύψους 700 δισ. δολ. το οποίο θα διαχειριζόταν ο ίδιος ο υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ, Χένρι Πόλσον, διευθυντής της Goldman Sachs μέχρι να γίνει … ένας ταπεινός υπηρέτης του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στον ίδιο νόμο υπήρχε ο όρος ότι ουδέποτε πρόκειται να διωχθεί για τη διαχείριση αυτών των χρημάτων!!!

Το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης να ξοδέψει 700 δισ. δολ. για να μαζέψει από την αγορά όλα τα «τοξικά ομόλογα», ατράνταχτο πειστήριο της κενότητας των νεοφιλελεύθερων διακηρύξεων όταν πρέπει να διασωθεί το κεφάλαιο, θα σημάνει μια πρωτοφανή σε ύψος μεταβίβαση κεφαλαίων στην αστική τάξη.

Για την πλειοψηφία τον πιο άγριο καπιταλισμό της ανεργίας και των περικοπών επιφυλάσσει ο Μπους

 

Το άκουσμα της είδησης ότι το κράτος θα σώσει τους κερδοσκόπους από τη χρεοκοπία καταβάλλοντας άμεσα υπό τη μορφή ρευστού 700 δισ. δολ. προκάλεσε σοκ, παντού. Στην Αριστερά και όσους στέκονται κριτικά απέναντι στη νεοσυντηρητική επέλαση γιατί απλά αν εγκριθεί αυτό το ποσό τότε για δεκαετίες θα πρέπει οι Αμερικανοί να ξεχάσουν και την παραμικρή κοινωνική παροχή. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ποσό, πολύ περισσότερο αν σε αυτά τα 700 δισ. προσθέσουμε τα 85 δισ. που ήδη δόθηκαν για την AIG, τα 200 δισ. δολ., που δόθηκαν για Fannie και Freddie τα 29 δισ. δολ. για την Bear Sterns και πολλά ακόμη. Για να φανεί το πραγματικό μέγεθος αυτών των ποσών πρέπει να τα αντιπαραβάλλουμε με ορισμένα άλλα μεγέθη. Για παράδειγμα, η εξαγγελία του Μπάρακ Ομπάμα για ένα νέο διευρυμένο πρόγραμμα υγείας (κατά πολύ υποδεέστερο του στόχου της καθολικής υγειονομικής κάλυψης) με αφορμή την οποία δέχθηκε τρομερές επιθέσεις καθώς χαρακτηρίστηκε πολύ δαπανηρή κι επομένως ανεύθυνη, μια και θα έθετε σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά, θα κοστίσει από 50 ως 65 το πολύ δισ. Ούτε το 10% δηλαδή του κόστους που θα έχει το πρόγραμμα «σοσιαλισμός για τους κερδοσκόπους»! Επίσης το συνολικό ποσό εξωτερικού χρέους του Τρίτου Κόσμου που έχουν παραγράψει οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υπό την εποπτεία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας (που αναλάμβαναν την ευθύνη να ελέγχουν κατά πόσο οι πάλαι ποτέ υπερχρεωμένες χώρες θα εφαρμόσουν τα μέτρα φιλελευθεροποίησης της αγοράς που τους επιβάλλονταν ως αντίτιμο) από το 1970 μέχρι το 2006 ήταν «μόνο» 334 δισ. δολ. Λιγότερα δηλαδή κι από τα μισά που θα πάρει η Γουόλ Στριτ. Γίνεται έτσι φανερό ότι η επιχορήγηση προς το κεφάλαιο που θα επιβαρύνει κάθε κάτοικο της Αμερικής με 2.000 δολάρια ισοδυναμεί με την μεγαλύτερη σε βάθος και χρονικό ορίζοντα επιχείρηση αναπροσανατολισμού των δημοσίων δαπανών που έχει συμβεί ποτέ στις ΗΠΑ.

Εχθρικά απέναντι στο πακέτο των Πόλσον – Μπερνάνκι (κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ που το εισιτήριο για τη θέση του προέδρου το έδωσε η προνοητικότητά του να κάνει διδακτορικό για την κρίση του ’29) στάθηκε όμως και κομμάτι του αμερικανικού συντηρητικού κατεστημένου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι από τους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων εγέρθηκαν οι ενστάσεις που πάγωσαν την τελευταία στιγμή την ψήφισή του. Οι πρώτες επίσημες αντιδράσεις διατυπώθηκαν σε ένα κείμενο που συντάχθηκε στο λίκνο του νεοσυντηρητισμού το Πανεπιστήμιο του Σικάγου και υπογράφθηκε από 150 κορυφαίους οικονομολόγους. Στον πυρήνα της κριτικής του ήταν το αφοπλιστικό επιχείρημα …«έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός». Αυτό που στην πράξη ήθελαν να αποτρέψουν ήταν μια επιχείρηση διάσωσης η οποία μπορεί να αποσοβεί τα χειρότερα (κατάρρευση τραπεζικού συστήματος και άμεση μετάσταση της στην μεταποίηση οδηγώντας σε φαινόμενα ’29 όταν η ανεργία είχε ξεπεράσει το 30%) ωστόσο παρατείνει τη διάρκεια της κρίσης, προετοιμάζοντας τους όρους για το ξέσπασμά της σε ένα νέο τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα σε πέντε το πολύ δέκα χρόνια, όπως συνέβη άλλωστε και με την φούσκα της νέας τεχνολογίας του 2000, μετεξέλιξη της οποίας είναι η τρέχουσα. Το «καθαρό» νεοσυντηρητικό σχέδιο επίλυσης της κρίσης έχει από πίσω του μια ολόκληρη ανάλυση που αποδίδει ακόμη και τη σημερινή δυσπραγία στο γεγονός ότι ποτέ από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα δεν κόπηκαν τα ξερά κλαδιά του δένδρου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν ακόμη να ανθίσουν τα καινούργια. Ας γίνει τώρα, λένε. Σημαντικές ενστάσεις εγείρονται επίσης, πάλι από συντηρητική σκοπιά, και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει το σχέδιο διάσωσης για την υπόσταση των ίδιων των ΗΠΑ. Ισοδυναμώντας το επίμαχο πακέτο κατά ένα άλλο παράδειγμα με έναν νέο πόλεμο αντίστοιχο του Ιράκ, τι πόροι θα απομείνουν διαθέσιμοι για μια ώρα ανάγκης έτσι ώστε να διασφαλιστεί η αμερικανική ηγεμονία;

Όσο κι αν έχουν βάση όλες αυτές οι ενστάσεις θεωρούμε κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα ψηφιστεί η εκταμίευση των 700 δισ. δολ. γιατί διαφορετικά ένας Αρμαγεδώνας χρεοκοπιών είναι θέμα ημερών. Όσο για τις αντιρρήσεις, αυτές  εκτείνονται σε ένα βάθος χρόνου, μακροπρόθεσμα, «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί» όπως απαντούσε κι ο ίδιος ο Κέινς, σε όσους αντέτειναν στις προτάσεις του μακροπρόθεσμα μέτρα. Η διαφορά είναι πως εκείνες οι προτάσεις του αφορούσαν τα επιδόματα ανεργίας, ενώ σήμερα ο κεϋνσιανισμός του Μπους αφορά την αστική τάξη που στα χέρια της τις μετοχές των κλονιζόμενων κολοσσών. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό The Nation, το 34% των μετοχών των χρηματοπιστωτικών εταιρειών βρίσκεται στα χέρια του 1% των Αμερικανών, ενώ ένα μεγαλύτερο δείγμα – ικανό να δείξει το τέλος του λαϊκού καπιταλισμού ακόμη κι εκεί που δοξάστηκε, το 51% των μετοχών συγκεκριμένα, βρίσκεται στα χέρια μόλις του 9%. Αυτό ακριβώς το τμήμα του πληθυσμού θα είναι ο αποκλειστικός ωφελημένος της επιχείρησης διάσωσης που αν ολοκληρωθεί θα σηματοδοτήσει την μεγαλύτερη κρατικοποίηση που έχει γίνει ποτέ από καταβολής καπιταλισμού και σοσιαλισμού καθώς θα περιέλθουν απ’ ευθείας στο κράτος δάνεια αρχικής αξίας 6 τρισ. δολ. που αντιστοιχούν στο 45% της ετήσιας παραγωγής των ΗΠΑ.

Υπάρχουν ωστόσο σοβαρότερα προβλήματα που άρχισαν να εμφανίζονται με επίκεντρο τη διάθεση των 700 δισ. τα οποία σε τελική ανάλυση αποκαλύπτουν την αμφίβολη αποτελεσματικότητα ακόμη κι αυτού του μυθικού ποσού ενώ φέρνουν στην επιφάνεια την ασύλληπτη κομπίνα που στήθηκε με τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια τα οποία χορηγούνταν αφειδώς και μέσω της τιτλοποίησής τους αποτέλεσαν το εύφλεκτο υλικό για το ξέσπασμα της κρίσης. Το ερώτημα που από την πρώτη στιγμή τέθηκε στον υπουργό Οικονομίας, εξηγώντας γιατί ήθελε να εξασφαλίσει με νόμο και το ακαταδίωκτό του, ήταν το εξής: Σε ποια τιμή θα αγοράσει τα λεγόμενα «τοξικά ομόλογα» (τραβώντας τα έτσι από την αγορά μία και έξω με την ελπίδα να την καθαρίσει και να βρει το βηματισμό της χωρίς αυτά τα ασήκωτα βαρίδια – αυτό είναι σε αδρές γραμμές το σχέδιο) που ως υποθήκη έχουν ακίνητα όταν η τιμή τους έχει μειωθεί κατακόρυφα, ενώ τα ίδια τα δάνεια δεν πρόκειται ποτέ να πληρωθούν. «Τον Ιούλιο η Merrill Lynch προσπαθώντας να στηρίξει τα οικονομικά της πούλησε επενδύσεις συνδεδεμένες με κτηματικά δάνεια της συμφοράς ύψους 31 δισ. δολ για 22 σεντς το κάθε δολάριο.  Τον προηγούμενο Νοέμβρη η Citabel ένα μεγάλο κεφάλαιο αντισταθμιστικού κινδύνου στο Σικάγο αγόρασε χρεόγραφα κτηματικών δανείων και άλλων επενδύσεων ύψους 3 δισ. δολ. για 27 σεντς το δολάριο. Αλλά ο χρηματοπιστωτικός γίγαντας της Citigroup αποτιμά μια παρόμοια επένδυση στα βιβλία της με 61 σεντς το δολάριο», έγραφε η Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν της Παρασκευής. Πίσω από αυτή τη διάσταση κρύβονται βαθιές αντιθέσεις που αφορούν δύο σκέλη. Το πρώτο είναι η έκταση της αναγκαίας διόρθωσης καθώς οι τιμές των ακινήτων είχαν αυξηθεί σε εντελώς παράλογα επίπεδα. Αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα της πλημμυρίδας ρευστού που είχε κατακλύσει την αγορά και της πολιτικής της άνευ όρων δανειοδότησης που ακολουθούσαν οι τράπεζες, στο βαθμό που εξασφάλιζαν ρευστό δίνοντας για εγγύηση τα επισφαλή δάνεια που μόλις είχαν πουλήσει, κι αυτά μάλιστα με τη καλύτερη δυνατή εγγύηση από τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Έτσι δημιουργούταν ένας φαύλος κύκλος που στο όνομα της ατομικής διασφάλισης επέφερε τη συλλογική ανασφάλεια και επικαλούμενος τη διαχείριση του κινδύνου τον διέχεε σε όλη την έκταση του τραπεζικού συστήματος με αποτέλεσμα σήμερα κανείς να μην ξέρει που βρίσκονται τα τοξικά ομόλογα κι ακόμη να μην μπορεί να υπολογίσει την αξία τους. Προσφέρεται για πολλά συμπεράσματα το γεγονός ότι οι ίδιες οι αμερικανικές αρχές και μιλάμε για τον υπουργό Οικονομία και τον κεντρικό τραπεζίτη, πριν ένα χρόνο εκτιμούσαν τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί στη βάση επισφαλών δανείων, σε 50 δισ. δολ.! Η δεύτερη αιτία που πιέζει προς τα κάτω τις τιμές υπαγορεύεται από μια υποτιμητική, καταστροφική στη φύση της, τάση την οποία μάχεται να αποτρέψει η κυβέρνηση για να μην επεκταθεί και σε άλλους τομείς.

Συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΠΟΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΘΕΙ Η ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρώτο θύμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που συγκλονίζει τις ΗΠΑ θα είναι ο χρηματοπιστωτικός της τομέας, καθώς ένας ολόκληρος κλάδος, οι επενδυτικές τράπεζες αφού πρώτα οδήγησαν την κερδοσκοπία στα ουράνια φθάνοντας να χορηγούν 35 δολάρια σε δάνεια για κάθε 1 δολάριο που είχαν στο ενεργητικό τους, οδεύει προς εξαφάνιση. Παράλληλα η υποτίμηση των χρεογράφων που κυκλοφορούν στην αγορά θα σηματοδοτήσει τη συρρίκνωση του τομέα και του πιστωτικού κεφαλαίου από τα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Ενδεικτικά, η παγκόσμια αγορά πιστώσεων περιλαμβανομένων δανείων, ομολόγων και παραγώγων μόνο μέσα σε μια δεκαετία έχει τετραπλασιασθεί: από 3 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει φθάσει να ισοδυναμεί με 12 φορές! Τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα παράγωγα, που ακόμη κι ο μεγαλύτερος μετρ της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, Γουόρεν Μπάφετ έχει χαρακτηρίσει ως «χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής» παραπέμποντας στα όπλα μαζικής καταστροφής που επικαλείται η Ουάσινγκτον. Στο Τέλος του 2007 η αξία τους ανερχόταν σε 60 τρισ. δολ. όταν μόλις δύο χρόνια πριν ήταν στο ένα τέταρτο: μόλις 15 δισ. δολ.!

Το δεύτερο θύμα της κρίσης θα είναι το καθεστώς απορύθμισης και παντελούς έλλειψης ελέγχων και κανόνων που έχει επιβληθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη σφαίρα που αγκαλιάζει τράπεζες – ασφάλειες – χρηματιστήρια και θεωρήθηκε υπαίτιο για την σημερινή κρίση. Αντίθετα, λένε οι σφοδρότεροι επικριτές του, στην ηπειρωτική Ευρώπη λόγω των αυστηρών κανόνων που περιλαμβάνονται στο εποπτικό πλαίσιο Βασιλεία ΙΙ (που έχει πάρει την ονομασία του από την ελβετική πόλη που είναι η έδρα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών) δεν παρατηρήθηκε κανένα σχετικό φαινόμενο κρίσης. Με αφορμή μάλιστα αυτή την αντιπαράθεση δημιουργήθηκε μια ανίερη συμμαχία που ξεκίνησε από την Μέρκελ η οποία απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σκέψη για τη δημιουργία στην Ευρώπη ενός αντίστοιχου κεφαλαίου που θα σώζει τα λαμόγια, πέρασε από τον διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που έγραφε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ότι «αυτή η κρίση είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας των ρυθμίσεων» κι έφθασε μέχρι τον Γιωργάκη που έγραφε στον Κόσμο του Επενδυτή το προηγούμενο Σάββατο πως «βασική αιτία για την κρίση υπήρξε η απορύθμιση των αγορών προϊόντων και κεφαλαίου».

 ΕΡΧΕΤΑΙ ΥΦΕΣΗ

Μην πυροβολείτε τους κερδοσκόπους

ΧΑΜΗΛΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΕΡΔΟΥΣ

 

Σε όλη τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης ειπώθηκαν δύο μισές αλήθειες που μαζί κάνουν ένα τεράστιο ψέμα. Η πρώτη ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στην αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την ασυδοσία που απολαμβάνει στο καθεστώς της απελευθέρωσης χρεώνοντάς έτσι του όλη την ευθύνη για την κρίση. Έτσι όμως εξαφανίζεται πρώτο, η διασύνδεση του με τον τομέα παραγωγής υλικών αγαθών, δεύτερο, η ενότητα των διαφορετικών σφαιρών στο πλαίσιο του τρόπου παραγωγής και τρίτο ο διαλεκτικός πάντα επικαθορισμός του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την ανταλλαγή και την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων από την παραγωγή. Όσο αλήθεια είναι ότι ουδέποτε η κερδοσκοπία και η ανάληψη κινδύνου θα είχαν φθάσει σε τέτοιες δόξες αν δεν υπήρχε στις αγγλοσαξονικές χώρες το περιβάλλον απορύθμισης επάνω στο οποίο φύτρωσαν και άνθισαν τα δηλητηριασμένα φρούτα της τιτλοποίησης και των επισφαλών δανείων άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι πίσω από τις διψήφιες αποδόσεις της τάξης του 25% που τώρα όλοι καταδικάζουν αυτό που κρύβεται είναι τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τα εμπόδια που ορθώνονται στην αξιοποίηση του κεφαλαίου από την κρίση του 1970 και μετά. Οι εξωπραγματικές αποδόσεις των τοποθετήσεων στα παράγωγα και των – υπό καθεστώς παρανομίας πια – «σορτάκηδων» ερχόντουσαν να συμπληρώσουν τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τον μειούμενο όγκο κερδών εκεί που παράγονται οι νέες αξίες και η υπεραξία. Το αίτημα παραγραφής χρεών ύψους 25 δισ. που διατυπώθηκε από το λίκνο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας το Ντιτρόιτ, παράλληλα με τα παζάρια που έκανε ο Πόλσον με τη Γουόλ Στριτ, δείχνει τη βαθύτερη δομική κρίση, πτώσης του ποσοστού κέρδους, που δοκιμάζει τον αμερικανικό καπιταλισμό.

Άλλωστε, εκτός των ακραίων καταστάσεων, οι υπερτιμημένες αξίες δεν είναι παρά ανεκπλήρωτες προσδοκίες και προεξοφλήσεις αυξημένων κερδών που έμειναν ευσεβείς πόθοι.

Από την άλλη παρότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν επιδόθηκαν στον κανιβαλισμό των αμερικανικών, οι οποίες θα κοιτούν με λιγότερη αλαζονεία πλέον τους ανταγωνιστές τους, η έκταση του Ατλαντικού δε φάνηκε αρκετή για να τις σώσει από την αμερικανική κρίση. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε στην αμερικανική αγορά η γερμανική Deutsche Bank (αναγκαζόμενη να παραγράψει δάνεια ύψους 11 δισ. δολ.) η ελβετική UBS (λόγω της έκθεσής της στα ενυπόθηκα δάνεια) κι η Societe General (άσχετα αν τα φόρτωσε σε έναν αντικριστή της) δείχνουν ότι όλες οι μεγάλες τράπεζες αξιοποίησαν τα τεράστια περιθώρια κέρδους που παρείχε η απελευθερωμένη από υποχρεώσεις τήρησης σημαντικών αποθεματικών αμερικανική πιστωτική αγορά αφήνοντας τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ για όσους ανταγωνιστές τους δεν είχαν τα εφόδια να αγγίξουν το αμερικανικό όνειρο. Κατά τ’ άλλα στο εσωτερικό της Ευρώπης, όπως και στις ΗΠΑ, το τραπεζικό κεφάλαιο δεν έχει πάψει να επεκτείνεται εις βάρος της παραγωγής κι η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή δεν έπαψε να σέρνεται από τους βραχυχρόνιους στόχους των τριμηνιαίων καταστάσεων που είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν οι εισηγμένες προς δόξα της βραχυπρόθεσμης απόδοσης. Ακόμη δηλαδή κι όταν δεν δουλεύουν για τους βιομηχάνους δεν είναι μόνοι τους οι τραπεζίτες στην αναζήτηση του γρήγορου κέρδους.

Άμεσο αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης θα είναι η ύφεση που θα πλήξει την καπιταλιστική παραγωγή μέσω της αύξησης του κόστους κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της μείωσης των διαθέσιμων κεφαλαίων και της αύξησης του κόστους του χρήματος, που θα προέλθει από την αύξηση των επιτοκίων. Αυτό θα συμβεί στο πλαίσιο του πιο αισιόδοξου σεναρίου που τα αμερικανικά νομοθετικά σώματα θα εγκρίνουν τη χορήγηση των 700 δισ. δολ. Η πτώση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης με τη σειρά της θα φέρει λουκέτα και ανεργία εγκαινιάζοντας ένα νέο γύρο επίθεσης του κεφαλαίου. Εκτός κι αν…

Προμηνύματα νέας οικονομικής κρίσης (Ουτοπία, Φεβρουάριος 2008)

                                                                                                                     Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να περιέλθει η αμερικανική οικονομία σε μια από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου υποδέχθηκαν το νέο χρόνο οι αρχές της χώρας.

Τα μηνύματα είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται από το καλοκαίρι του 2007 με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας» που αντιμετώπισαν τα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ πρωτευόντως αλλά και της ΕΕ. Οι αρρυθμίες στην αγορά κεφαλαίων εμφανίστηκαν όταν το σκάσιμο της φούσκας των δανείων χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας στην αμερικανική αγορά ακινήτων, ως αποτέλεσμα της προγενέστερης ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων, έφερε στην επιφάνεια έναν εξαιρετικά επικίνδυνο μηχανισμό επέκτασης των πιστώσεων που είχαν δημιουργήσει από κοινού τράπεζες και κάθε είδους πιστωτικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στη χορήγηση δανείων. Ο μηχανισμός αυτός, με τη μέθοδο της τιτλοποίησης, μετέτρεπε σε εγγυήσεις για νέα δάνεια όσα είχαν ήδη παρασχεθεί με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια φούσκα ιστορικών διαστάσεων η οποία στηριζόταν στα δάνεια που είχαν φτάσει να χορηγούν (έναντι προκαταβολής της τάξης του 5% της αξίας του ακινήτου) ακόμη και σε άπορους! Τι πιο φυσιολογικό επομένως από το να σπάσει κάποια στιγμή αυτή η φούσκα, όταν συγκεκριμένα θα ανακοπτόταν η «πλημμυρίδα καταθέσεων», με την ορολογία του διοικητή της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, που τροφοδοτούσε τη ρευστότητα.

Οι πρώτοι που ένιωσαν τις δραματικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες από την κατάρρευση της αγοράς δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης ήταν οι τράπεζες. Μέχρι την τελευταία μέρα του Ιανουαρίου οι διαγραφές χρεών που αναγκάστηκαν να ανακοινώσουν οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες ήταν κολοσσιαίες και πρωτοφανείς, αναγκάζοντας πολλές από αυτές να αναζητήσουν «λευκούς ιππότες» σε κρατικά επενδυτικά κεφάλαια αναδυόμενων καπιταλιστικών αγορών (από τη Μέση Ανατολή, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα) που θα τις γλιτώσουν από τη χρεοκοπία. Οι τράπεζες που προέβησαν σε διαγραφές χρεών από τις ΗΠΑ ήταν: Merrill Lynch (24,4 δισ. δολ.), Citigroup (18,1 δισ.), Morgan Stanley (9,4 δισ.), Bank of America (5,3 δισ.), Bear Sterns (1,9 δισ.) και Wachovia (1,5 δισ.). Εξ ίσου σημαντικές ήταν οι διαγραφές χρεών που ανακοίνωσαν και οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Συγκεκριμένα: UBS (18,4 δισ. δολ.), Credit Agricole (3,7 δισ.) HSBC (3,4 δισ.), Deutsche Bank (3,1 δισ.), Societe Generale (3 δισ.) Barclays (2,7 δισ.) και Royal Bank of Scotland (2,5 δισ.). Το τεράστιο ύψος των ποσών που διέγραψαν από τις απαιτήσεις τους μαρτυρά ότι επρόκειτο για ένα σημείο καμπής.

Το μαρτυρά άλλωστε και η ταχύτατη μετάδοση του «ιού των κακών δανείων» και στην πραγματική οικονομία, όπως έδειξε ένα πλήθος ενδείξεων: Η απότομη επιβράδυνση των ρυθμών ανόδου του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2007 κατά 0,7% (από 4,9% το προηγούμενο τρίμηνο), η συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς εργασίας τον Ιανουάριο για πρώτη φορά από το 2003 και με επίκεντρο τομείς που δεν άπτονται άμεσα της κρίσης των «φθηνών δανείων» όπως οι τράπεζες, οι κατασκευές και η αγορά ακινήτων, η μείωση των αποδόσεων των μετοχών στα χρηματιστήρια όλου σχεδόν του κόσμου, η δυσμενής αναθεώρηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο των προβλέψεων οικονομικής ανόδου για το 2008, που ήταν ήδη χαμηλότερες από το προηγούμενο έτος κ.ο.κ. Τέλος, ο βάσιμος και σοβαρός χαρακτήρας των ανησυχιών επιβεβαιώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από τις αμερικανικές αρχές όταν, αφήνοντας για τους αφελείς τους όρκους πίστης στις ικανότητες που έχει το «αόρατο χέρι» της αγοράς να εξασφαλίζει την ισορροπία, προέβησαν σε δύο μέτρα: Αρχικά η κυβέρνηση Μπους, με δικομματική προφανώς συναίνεση, απελευθέρωσε ένα χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 150 δισ. δολ. (που για να αντιληφθούμε τη σοβαρότητά του χρειάζεται να πούμε ότι ανέρχεται στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ!) με τη μορφή κυρίως φοροαπαλλαγών και επενδυτικών κινήτρων προς επιχειρήσεις. Κατά δεύτερο προχώρησαν στην κάθετη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων, κατά 1,25% σε 9 ημέρες φθάνοντας τα στο 3%, και διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο τα κέρδη των αμερικανικών τραπεζών και φυσικά την άνοδο των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια.

Παρότι ξεφεύγει του παρόντος, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η αμερικανική οικονομία καθώς η παραπάνω (ενδεδειγμένη και προφανής για την αστική τάξη) κίνηση αντιμετώπισης της κρίσης, η μείωση των επιτοκίων, οδηγεί σε παροξυσμό το πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζει με το δολάριο. Ειδικότερα, η πτώση των επιτοκίων καθιστά όλο και λιγότερο ελκυστικό το αμερικανικό νόμισμα με αποτέλεσμα η ισοτιμία του έναντι των ανταγωνιστών του και δη του ευρώ να κατρακυλάει και στη συνέχεια να καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής η κάλυψη των διευρυνόμενων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το πρόβλημα αυτό οξύνεται από την επιμονή που δείχνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να κρατάει αμετακίνητα τα επιτόκια στο 4%, επικαλούμενη την αντιμετώπιση των πληθωριστικών φαινομένων με αποτέλεσμα να διευρύνεται η διαφορά μεταξύ των δύο επιτοκίων και η σύγκριση να καθίσταται εντελώς άνιση, εις βάρος του δολαρίου.

Η διαφορετική απάντηση που δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όσο κι αν υπαγορεύεται από τη σχετικά διαφορετική, μέχρι στιγμής, φάση του οικονομικού κύκλου την οποία διατρέχει η γηραιά ήπειρος σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει δώσει μια νέα και σημαντική ώθηση στη συζήτηση που διεξάγεται στα κέντρα αποφάσεων της αστικής τάξης για το ποια είναι εκείνα τα μέτρα που θα αποτρέψουν την εμφάνιση της κρίσης, φέρνοντας στην επιφάνεια τη διχογνωμία που εμφανίζεται. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αλληλοαποκλειόμενες ή ανταγωνιστικές θέσεις. Αυτό φαίνεται με μεγαλύτερη διαύγεια αν εξαλείψουμε το «θόρυβο» που δημιουργούν τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης τα οποία πρωτίστως εκδηλώνονται στη σφαίρα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων των δύο νομισμάτων. Η αμερικανική θέση συνίσταται σε τρία μέτρα: γενναία αύξηση των κρατικών δαπανών (σε μια κοινωνική κατεύθυνση φυσικά διαμετρικά αντίθετη από αυτή του εφαρμοσμένου Κεϋνσιανισμού, καθώς πλέον ωφελημένοι από την αύξηση της ενεργού ζήτησης είναι η αστική τάξη και τα υψηλά εισοδήματα και όχι οι άνεργοι και η φτωχολογιά κατά πως θα υποστήριξαν με αρθρογραφία τους οικονομολόγοι που δε συμμερίζονται την κυρίαρχη ορθοδοξία όπως ο Π. Κρούγκμαν και ο Τζ. Στίγκλιτς), ενεργοποίηση της νομισματικής πολιτικής – όσο ακόμη αυτή προσφέρεται – και επίσης όξυνση του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, με απώτερο στόχο ακόμη και την καταστροφή μη ανταγωνιστικών τμημάτων του και τη διευκόλυνση των τάσεων διεθνοποίησης του αμερικανικού κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι τις μέρες που η FED ανακοίνωνε την μια μείωση επιτοκίων μετά την άλλη και ο Λευκός Οίκος μοίραζε λεφτά στα μεσαία στρώματα και την αστική τάξη, ο Μπους προωθούσε συμφωνία απελευθέρωσης του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ από τη μια και από την άλλη της Κολομβίας, του Παναμά και της Νότιας Κορέας.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, υπό την επίκληση της αντιπληθωριστικής πολιτικής, δίνει προτεραιότητα στη διαδικασία αναδιάρθρωσης των αγορών εργασίας έτσι ώστε να μειωθεί το άμεσο και έμμεσο εργατικό κόστος (καταργώντας ασφαλιστικά δικαιώματα για παράδειγμα), στις ιδιωτικοποιήσεις και στις πολιτικές βίαιης αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στο έδαφος της ευρωζώνης προς όφελος των κεφαλαίων εκείνων που διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα, με αντίτιμο την επέκταση της ανεργίας. Γι αυτό το λόγο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται βασιλικότερη του βασιλέως απέναντι στην αμερικανική κρατώντας τα επιτόκια ψηλά και εφαρμόζοντας έτσι μια περιοριστική νομισματική πολιτική που δεν ευνοεί την απρόσκοπτη και εκτατική αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Σημασία ωστόσο έχει ότι όσο επώδυνες κοινωνικά λύσεις κι αν υιοθετηθούν με σκοπό να ανακάμψει το ποσοστό κέρδους, η πτώση του οποίου αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της καπιταλιστικής κρίσης, η αντιμετώπιση της στην καλύτερη περίπτωση θα είναι συγκυριακή ή θα αφορά τη μετάθεσή της στο μέλλον, όπως συμβαίνει κατά κόρον από το 1973 και μετά, όταν ξέσπασε για πρώτη φορά η τρέχουσα δομική κρίση. Για το παρόν μένει η αποκάλυψη των εγγενών αντιφάσεων του σημερινού, καταστρεπτικού για τις ανθρώπινες δυνατότητες, τρόπου παραγωγής και μια δυνατότητα που προσφέρεται στην Αριστερά να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, αποκαλύπτοντας τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και τη δυνατότητα του εργαζόμενου ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κεφαλαίου.