Ανοιχτό το Γκουαντάναμο με εντολή του Ομπάμα (Επίκαιρα, 17.3.2011)

Επιστροφή στη πολιτική Μπους  

Την απόλυτη απογοήτευση στους ψηφοφόρους του και όσους πίστεψαν στις προεκλογικές του εξαγγελίες, εντός και εκτός ΗΠΑ, προκάλεσε ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, με την απόφαση που έλαβε την προηγούμενη Δευτέρα 7 Μαρτίου να ξεκινήσουν πάλι τα έκτακτα στρατοδικεία του Μπους στο κολαστήριο του Γκουαντάναμο. Με την απόφασή του βάζει με οριστικό τρόπο ταφόπλακα στις δικές του εξαγγελίες ότι θα κλείσει το Γκουαντάναμο, σύμβολο της καταπάτησης των πολιτικών ελευθεριών η οποία συνόδευσε τον διαβόητο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» του προκατόχου του, προέδρου Τζορτζ Μπους.

Να θυμίσουμε ότι η κατακραυγή εναντίον του Νταχάου του 21ου αιώνα, στο οποίο οι πρώτοι φυλακισμένοι από το Αφγανιστάν έφθασαν στις 11 Ιανουαρίου του 2002, ήταν τόσο γενικευμένη ώστε το κλείσιμο του απαιτήθηκε ακόμη και από τον ΟΗΕ, με ειδική έκθεση που εκδόθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Εκφράζοντας την παγκόσμια αποδοκιμασία τέσσερις μήνες αργότερα, στις 29 Ιουνίου 2006, ακόμη και το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ έφθασε να αποφασίσει πως τα έκτακτα στρατοδικεία του Γκουαντάναμο παραβιάζουν το αμερικανικό και διεθνές δίκαιο. Έκρινε επίσης ότι στους κρατούμενους με την κατηγορία της συμμετοχής σε τρομοκρατικές ενέργειες θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι συνθήκες της Γενεύης, την ισχύ των οποίων (στα επίμαχα θέματα) είχε αναστείλει ο Μπους. Σε αυτό το κλίμα αποδοκιμασίας και αποστροφής της παγκόσμιας κοινής γνώμης προς τις ΗΠΑ, όταν δηλαδή πλέον είχε γίνει συνείδηση ακόμη και στις αμερικανικές ελίτ πως η επίδειξη δύναμης φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα για το κύρος των ΗΠΑ και στους ίδιους τους συμμάχους τους, γίνεται «σημαία» του Ομπάμα το κλείσιμο του Γκουαντάναμο. Τα ακόλουθα λόγια του είναι πολύ χαρακτηριστικά: «Πιστεύω μετά βεβαιότητας πως το αμερικανικό σύστημα δικαιοσύνης έχει κεντρικό ρόλο στο οπλοστάσιό μας στον πόλεμο εναντίον της Αλ Κάιντα και των συνεργατών της. Θα συνεχίσουμε να επιμένουμε σε όλες τις πλευρές της δικαιοσύνης μας, περιλαμβανομένων των πολιτικών δικαστηρίων, για να διασφαλίσουμε πως ενδυναμώνονται η ασφάλεια και οι αξίες μας».

Και για να μην φανεί πως είναι μόνο …λόγια, την πρώτη μέρα του στο Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο του 2009, ο Μπαράκ Ομπάμα με διάταγμα το οποίο υπέγραψε ανέστειλε τα στρατοδικεία που εκκρεμούσαν και υποσχέθηκε ότι σε έναν χρόνο το Γκουαντάναμο, σύμβολο της ανελευθερίας στη σύγχρονη εποχή, θα έχει κλείσει οριστικά και αμετάκλητα… Η τελευταία του απόφαση βεβαιώνει ότι όλα τα παραπάνω αποτέλεσαν ένα μικρό διάλλειμμα κι ότι το Γκουαντάναμο και μαζί το καθεστώς έκτακτης ανάγκης ήρθε για να μείνει.

«Ρεπουμπλικανοποίηση» της πολιτικής Ομπάμα

Το δυσάρεστο είναι ότι το πράσινο φως που έδωσε ο Ομπάμα στα έκτακτα στρατοδικεία, που για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θεσμοθέτησε ο Μπους, συνδυάζεται με μια συνολικότερη υποχώρηση από τις προεκλογικές εξαγγελίες του και μια επιστροφή στο κλίμα των ημερών Μπους. Αρκεί να δούμε ορισμένα παραδείγματα.

Το πρώτο και σημαντικότερο έρχεται από το Αφγανιστάν. Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Καμπούλ ο αμερικανός υπουργός Άμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς, (ο οποίος να θυμίσουμε ότι ανέλαβε τα καθήκοντά του επί κυβερνήσεως Τζορτζ Μπους, χωρίς ο διάδοχός του στον Λευκό Οίκο, Μπαράκ Ομπάμα, να τολμήσει να τον αντικαταστήσει) δήλωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο στους Αφγανούς να μην περιμένουν μια ταχεία αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων που ως αιχμή του δόρατος έχουν τους 100.000 αμερικανούς στρατιώτες. «Όπως έχω πει ξανά και ξανά δεν αποχωρούμε από το Αφγανιστάν αυτό το καλοκαίρι», ήταν τα λόγια του σε συνέντευξη Τύπου, ενώπιον μάλιστα του αφγανού προέδρου, Χαμίντ Καρζαΐ. Ο αμερικανός υπουργός Άμυνας δήλωσε μάλιστα ότι αναζητείται φόρμουλα από κοινού με την αφγανική κυβέρνηση ώστε ακόμη και μετά το 2014, οπότε θα έχει ολοκληρωθεί η εξαγγελθείσα αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων, να παραμείνει στην χώρα μια πολυάριθμη αμερικανική στρατιωτική δύναμη. Έχει τη δική του μάλιστα σημασία το γεγονός ότι (και) αυτές οι δηλώσεις έγιναν την προηγούμενη Δευτέρα 7 Μαρτίου, τη μέρα δηλαδή που ο Ομπάμα αποφάσιζε να εγκαταλείψει τον σκεπτικισμό του για το Γκουαντάναμο και να συνεχίσει την πολιτική του προκατόχου του…

Η συνέχιση της λειτουργίας του Γκουαντάναμο αποτελεί επομένως ουσιώδες συστατικό, συμπλήρωμα, μιας εξωτερικής πολιτικής που προκρίνει τη χρήση βίας και καταφεύγει στη δύναμη των όπλων. Μια τέτοια πολιτική είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να νοιάζεται για τα διεθνώς και μέσα από συνθήκες αναγνωρισμένα δημοκρατικά δικαιώματα όσων αντιστέκονται, υπερασπίζοντας την πατρίδα τους. Το συμπέρασμα αυτό υπογραμμίζεται αν λάβουμε υπ’ όψη μας και την αυξημένη πιθανότητα αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής στις εξελίξεις της Βόρειας Αφρικής. Η βιασύνη που δείχνουν οι Αμερικάνοι να επέμβουν στη Λιβύη έτσι ώστε να ελέγξουν τις εξελίξεις, προς όφελος των δικών τους πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται και από ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης που να ολοκληρώνει με τον δέοντα, εξ ίσου δηλαδή αυθαίρετο και βάρβαρο, τρόπο ότι ξεκινάει η δύναμη των όπλων.

Η ολοκληρωτική υπαναχώρηση της κυβέρνησης Ομπάμα σε σχέση με τις προεκλογικές της εξαγγελίες φαίνεται επίσης αν δούμε την απροθυμία της να ψηφίσει νόμο που να εγγυάται την καθολική υγειονομική και ασφαλιστική κάλυψη – με αποτέλεσμα να διαρρηχθούν οι σχέσεις της με την φιλελεύθερη,  δηλαδή την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος και, μεταξύ πολλών άλλων παραδειγμάτων, με αφορμή την πρόσφατη ανακοίνωση δημοσίων ακροάσεων επώνυμων μουσουλμάνων για να εξακριβωθεί τυχόν σχέση τους με την Αλ Κάιντα. Το τελευταίο μέτρο έχει προκαλέσει την οργή της μουσουλμανικής κοινότητας που ζει στις ΗΠΑ καθώς έτσι, με μια διαδικασία που θυμίζει τις μαύρες μέρες των φρονηματικών διώξεων επί Μακαρθισμού, στιγματίζεται ολόκληρη θρησκευτική μειονότητα. Δεν έλειψαν μάλιστα και διαδηλώσεις στο κέντρο της Νέας Υόρκης, την πλατεία Τάιμς, που κατήγγειλαν το ρατσισμό.

Η «ρεπουμπλικανοποίηση» της πολιτικής του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα έχει πολύ πιο μακροχρόνιες και διαβρωτικές συνέπειες από την απογοήτευση των εκατομμυρίων ψηφοφόρων που τον στήριξαν και τον ψήφισαν με πάθος για να απαλλαγούν από τον Μπους. Όπως κατ’ αντιστοιχία συμβαίνει και σε άλλες χώρες (από την Ελλάδα που οι ψηφοφόροι επέλεξαν ΠΑΣΟΚ για να απαλλαγούν από τη ΝΔ και τελικά φορτώθηκαν το ΔΝΤ, μέχρι την Ιρλανδία που καταψήφισαν το κόμμα του ΔΝΤ για να οδηγηθούν μετά από δύο εβδομάδες σε νέες εξαγγελίες λιτότητας) η τόσο προκλητική αθέτηση των φιλολαϊκών προεκλογικών εξαγγελιών, η αναγτωγή της κοροϊδίας σε επάγγελμα δηλαδή, υποσκάπτει την αξιοπιστία και την ελκτική δύναμη των κομμάτων εξουσίας και ναρκοθετεί τα θεμέλια του πολιτικού συστήματος.

1ος χρόνος Ομπάμα ή 9ος χρόνος Μπους; (Επίκαιρα, 14/-20/1/2010)

Βαθιά απογοήτευση έχει αντικαταστήσει έναν χρόνο μετά τις ασυνήθιστα μεγάλες ελπίδες για ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής των ΗΠΑ στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, εντός και εκτός της χώρας, που γέννησε η εγκατάσταση του Μπαράκ Ομπάμα στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2009. Η διάψευση των τεράστιων προσδοκιών που συνόδευσε την εκλογή του πρώτου αφροαμερικανού προέδρου στην προεδρία των ΗΠΑ επιβεβαιώνεται από τις θλιβερές επιδόσεις του σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της κοινής γνώμης από το Ινστιτούτο Gallup που διενεργήθηκε από τις 2 έως τις 4 Ιανουαρίου έδειξε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα εισήλθε στον δεύτερο χρόνο της προεδρίας του με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής (μόλις 50%) που είχε ποτέ αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως μόνο ο Ρόναλντ Ρέιγκαν πέτυχε χειρότερες επιδόσεις ξεκινώντας τον δεύτερο χρόνο της θητείας του με ποσοστά αποδοχής της τάξης του 49%. Ο Ομπάμα ξεπέρασε ωστόσο τον Ρέιγκαν καταφέρνοντας να συγκεντρώσει υψηλότερα ποσοστά αποδοκιμασίας της πολιτικής του: 44% έναντι μόνο 40% του Ρέιγκαν. Λαβαίνοντας υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά αποδοχής του όταν ξεκίναγε τη θητεία του έφθαναν το ποσοστό – ρεκόρ, του 68%, φαίνεται εύκολα πως ο Μπαράκ Ομπάμα τους αποθάρρυνε όλους! Το ίδιο συνέβη και στο εξωτερικό με την συντηρητική γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung να τον αποκαλεί «Bush light» και την κεντροαριστερή Die Tageszeitung να αναρωτιέται στο πρωτοσέλιδό της που κοσμείται με μια εκπληκτική φωτογραφία του Ομπάμα με χαρακτηριστικά Μπους ή αντίστροφα «Πόσος Μπους υπάρχει στον Ομπάμα;».

Η απότομη προσγείωση που επιφύλαξε στους οπαδούς του ο Ομπάμα φαίνεται καλύτερα αν δούμε τα αποτελέσματα της πολιτικής του σε πέντε συγκεκριμένα μέτωπα για τα οποία είχε υποσχεθεί ανατροπή της πολιτικής του προκατόχου του: Στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών, των ανοιχτών πολεμικών μετώπων, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, της μείωσης της ανεργίας και της παροχής καθολικής ασφαλιστικής και υγειονομικής κάλυψης.

Η θητεία του Ομπάμα ξεκίνησε με μια υπόσχεση: πως μέσα σε ένα χρόνο θα κλείσει το κολαστήριο του Γκουαντάναμο, κορυφαίο σύμβολο του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και της οπισθοδρόμησης που έφερε ο πόλεμος του Μπους κατά της τρομοκρατίας. Απέτυχε ακόμη και σ’ αυτό. Το κλείσιμο του Γκουαντάναμο μετατίθεται για το αόριστο μέλλον την ίδια ώρα που ο υπερσυντηρητικός Ρούντι Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης στον οποίο οφείλουμε και τον όρο «μηδενική ανοχή», δηλώνει στις κάμερες συγκινημένος: «Είμαι πολύ αισιόδοξος που ο πρόεδρος Ομπάμα “έστριψε τη γωνία”, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τις λέξεις “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας”. Δεν το είχε ξανακάνει», ήταν τα λόγια του. Ταυτόχρονα ο 44ος πρόεδρος μπορεί να αποδοκίμασε δημόσια και να πάγωσε μια σειρά από μεθόδους χιτλερικής έμπνευσης (απαγωγές, βασανιστήρια, κ.α.) το ‘κανε όμως πολύ… διακριτικά. «Ο Ομπάμα συνειδητά άφησε ανοιχτές τις επιλογές του στην μάχη κατά της τρομοκρατίας», επισημαίνει το τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Newsweek. Και συνεχίζει: «Οι αντιτρομοκρατικές επιλογές του είναι επί της ουσίας εκείνες που υιοθέτησε ο Μπους στη δεύτερη θητεία του. Βάρβαρες ανακριτικές μέθοδοι όπως η βύθιση στο νερό δε χρησιμοποιούνταν ήδη από το 2005. Ο Ομπάμα τυπικά απαγόρευσε όχι μόνο τα βασανιστήρια αλλά και κάθε είδους εξαναγκασμό – ακόμη και τις αγριοφωνάρες ή τις απειλές – ως μορφή ανάκρισης. Οξυδερκείς ωστόσο νομικοί επισημαίνουν ότι το έκανε μέσω εντολών της εκτελεστικής εξουσίας κι όχι μέσω της νομοθεσίας του Κογκρέσου, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερος να αλλάξει γνώμη χωρίς την έγκριση των εκλεγμένων αντιπροσώπων».

Στο μέτωπο των πολέμων ο Μπαράκ Ομπάμα, διαψεύδοντας τις ελπίδες που υπόρρητα γεννούσε η επαγγελματική του ιδιότητα ως συνταγματολόγος, κατάφερε να βαθύνει την πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με την πρόσφατη απόφασή του να στείλει επιπλέον 30.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, κατ’ εντολή των πιο επιθετικών κύκλων, θα οδηγήσει τον επόμενο χρόνο τον αριθμό των στρατευμάτων κατοχής στην κεντροασιατική χώρα στο επίπεδο ρεκόρ των 150.000 ατόμων και μαζί τον αριθμό των νεκρών. Ήδη το 2009, όταν ο Ομπάμα έκανε δικό του τον πόλεμο στο Αφγανιστάν (επισημοποιώντας την αποχώρηση από το Ιράκ που συνομολογήθηκε με την κυβέρνηση του Μαλίκι επί Μπους) οι νεκροί Αμερικανοί έφθασαν τους 310, από 155 το 2008. Διπλασιάστηκαν! Παράλληλα σε κατάρρευση οδηγήθηκαν όλες οι εναλλακτικές οδοί που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την απεμπλοκή των Αμερικανών. Η κυβέρνηση Καρζαΐ λόγω της παροιμιώδους διαφθοράς της και των καλπονοθευτικών μεθόδων που χρησιμοποίησε για να εκλεγεί, με αποτέλεσμα να θυσιάσει τη νομιμοποίησή της, προστίθεται πλέον στα προβλήματα και όχι στις λύσεις, ο αφγανικός στρατός λόγω της διάβρωσής του αποδεικνύεται αναποτελεσματικός κι η ντόπια ελίτ λόγω των καθημερινών εγκλημάτων των Αμερικανών τους μισεί όπως κι οι Ταλιμπάν. Βλέπε ενδεικτικά την εν ψυχρώ εκτέλεση 8 αφγανών μαθητών την προηγούμενη εβδομάδα, που έβγαλε τους φοιτητές του Αφγανιστάν στο δρόμο, φωνάζοντας «Yankees go home», κι επίσης «Ομπάμα δολοφόνε»! Το 2009 οι βομβαρδισμοί στο Πακιστάν μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών ξεπέρασαν τους 50, υπερβαίνοντας τους βομβαρδισμούς που διέταξε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο Μπους, όπως εύστοχα παρατήρησε το ίδρυμα New America Foundation. Ο Ομπάμα επίσης κατάφερε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στην Υεμένη, ενώ τα παλιά, με πρώτο απ’ όλα το Παλαιστινιακό, συνεχίζουν να πυορροούν προκαλώντας νέα κύματα οργής στη Μέση Ανατολή εναντίον των ΗΠΑ που συνεχίζουν να υποκλίνονται στο Ισραήλ, αποδεχόμενες την επέκταση των εποικισμών, συμμετέχοντας στο φονικό αποκλεισμό της μαρτυρικής Γάζας, κοκ.

Απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα της πολιτικής του Ομπάμα και στο  μέτωπο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι ΗΠΑ το 2009, όπως φάνηκε κι από τη στάση τους στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, αναθεώρησαν την γραμμή της μονομέρειας του Μπους με μια τακτική αγαστής σύμπνοιας με όσους ρυπαίνουν περισσότερο, όπως η Κίνα. Συνέχισαν έτσι να υπονομεύουν τις προσπάθειες μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Στο εσωτερικό της χώρας επί κυβέρνησης Ομπάμα η ανεργία οδηγήθηκε στο επίπεδο ρεκόρ του 10%, λόγω της απροθυμίας της να επιβάλλει όρους που σχετίζονταν με την αποφυγή απολύσεων και νέες προλήψεις στις επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από το γενναιόδωρο πακέτο στήριξης της οικονομίας ύψους 787 δισ. δολ. Ο Ομπάμα επίσης δεν αξιοποίησε την αριθμητική υπεροχή των Δημοκρατικών στη Γερουσία (60 στους 100) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (256 στους 435) για να ψηφίσει νόμο για την καθολική υγειονομική κάλυψη όλων των Αμερικανών που θα τερματίζει το αίσχος των 50 εκ. ανασφάλιστων. Ως αποτέλεσμα της αποθάρρυνσης των πιο ριζοσπαστικών ελπίδων που γέννησε η εκλογή Ομπάμα οι προοπτικές των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές που θα πραγματοποιηθούν το Νοέμβρη δεν διαγράφονται καθόλου ρόδινες.

Εν κατακλείδι, η διάλυση των ελπίδων που κορυφώνονταν πέρυσι τέτοιες μέρες κι η διάχυτη αίσθηση πως ο πρώτος χρόνος του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο μοιάζει περισσότερο με ένατο χρόνο Μπους επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των ΗΠΑ στο εσωτερικό τους κι οι σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο είναι θέμα πολύ βαθύτερων προσδιορισμών από τις διαθέσεις ενός προσώπου…

Ο αχαλίνωτος Μπερλουσκόνι κι ο φαρισαϊσμός (Μετροπόλιταν, 4/7/2009)

Πανταχόθεν βαλόμενος ετοιμάζεται να δεχτεί ο πρωθυπουργός της Ιταλίας τους ηγέτες των υπόλοιπων επτά πλουσιοτέρων χωρών της γης στη σύνοδο του G8 που ξεκινάει την Τετάρτη 8 και λήγει το Σάββατο 10 Ιούλη. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατάφερε ακόμη κι αυτή η σύνοδος να αποτελέσει αιτία τριβών ορίζοντας ως τόπο διεξαγωγής της την μεσαιωνική πόλη Λ’Ακουίλα που επλήγη από τον καταστροφικό σεισμό της 6ης Απριλίου, υποτάσοντας έτσι τη διεθνή συνάντηση στις εσωτερικές πολιτικές του σκοπιμότητες.

Στη σύνοδο του G8 ελάχιστοι ομόλογοι του Μπερλουσκόνι θα νιώθουν άνετα μαζί του. Αναμφίβολα ο ιταλός πρωθυποργός τις πιο περίπλοκες σχέσεις, «καυτές» θα τις χαρακτηρίζαμε αν δεν υπήρχε κίνδυνος δημιουργίας ανάρμοστων συνειρμών με τα ανοιχτά μέτωπα που διατηρεί στο εσωτερικό της χώρας του, τις έχει με τις ΗΠΑ. Κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε ότι ο αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, δέχτηκε από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι τη μεγαλύτερη προσωπική προσβολή που έχει υποστεί δημόσια. Αναφερόμαστε στο ρατσιστικό, ταπεινωτικό «χιούμορ» που έκανε ο ιταλός πρωθυπουργός (ο οποίος στο πλαίσιο της προεκλογικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ είχε στηρίξει τον ρεπουμπλικανό υποψήφιο Τζον Μακ Κέιν) όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών της 4ης Νοέμβρη ρωτώντας λίγο – πολύ αν ο νικητής των εκλογών μαύρισε από τον ήλιο! Έκτοτε ο πρωθυπουργός της Ιταλίας έχει βοηθήσει τις ΗΠΑ με πολλούς τρόπους: εκδηλώνοντας την προθυμία του να φιλοξενήσει κρατούμενους από το Γκουαντάναμο, τονίζοντας, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τον αμετάκλητο χαρακτήρα της απόφασης της κυβέρνησης του να διατηρήσει στο Αφγανιστάν 2.350 στρατιώτες, κ.α. Ωστόσο, οι σχέσεις των δύο χωρών για μια σειρά από λόγους, δεν είναι όπως παλιά.

Η αξία χρήσης του ιταλού πρωθυπουργού για τη νέα ηγεσία του Λευκού Οίκου είναι πολύ μικρή αν την συγκρίνουμε με την αξία που είχε για την κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους. Η θεμελιώδης μεταβολή έγκειται στην ευρύτερη βελτίωση των αμερικανο-ευρωπαϊκών σχέσεων που ως αποτέλεσμα έχει όλο και λιγότερο οι ΗΠΑ να είναι εξαρτημένες από δύο ή τρεις κυβερνήσεις για να προωθήσουν τα συμφέροντα τους, όπως συνέβαινε επί Μπους. Κατ’ αντιστοιχία αυτών που παρατηρούνται στα νομισματικά, ο πληθωρισμός της αμερικανοφιλίας μείωσε την αξία κάθε μεμονωμένης αμερικανόφιλης κυβέρνησης…

Δευτερευόντως, μεταξύ των κυβερνήσεων Ομπάμα και Μπερλουσκόνι υπάρχει σαφής πολιτική απόσταση. Φάνηκε με αφορμή το σχόλιο του ιταλού πρωθυπουργού για την πολιτική του Ομπάμα έναντι του Ιράν, την οποία χαρακτήρισε «αδύναμη». Το γεγονός μάλιστα ότι το σχόλιο έγινε σε συνάντηση που είχε με τον ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, (από το περιβάλλον του οποίου και διαδόθηκε στο ισραηλινό Τύπο, για να διαψευστεί στη συνέχεια από τη Ρώμη) βεβαιώνει ότι κίνητρό του δεν ήταν η ευαισθησία για τις δημοκρατικές ελευθερίες, αλλά η εξυπηρέτηση των φιλοπολεμικών σιωνιστικών σχεδιασμών στη Μέση Ανατολή.

Αντίθετα με τα παραπάνω, όπου το χάσμα με τον Λευκό Οίκο δημιουργείται από τις πολιτικά παρωχημένες, νεοσυντηρητικές θέσεις του Μπερλουσκόνι, η απόφαση του ιταλού πρωθυπουργού να στηρίξει το ρωσικό σχέδιο κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου Σάουθ Στριμ αποτέλεσε καίριο πλήγμα, στρατηγικής σημασίας, στην διαιώνιση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ. Η Ιταλία μαζί με τη Σερβία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα υπέγραψαν στις 15 Μαΐου συμφωνία με τη Ρωσία για να ξεκινήσουν, επιτέλους, οι εργασίες κατασκευής του αγωγού μήκους 2.000 χλμ. που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ν. Ρωσία στην Ευρώπη. Καθοριστική μάλιστα σημασία για τα ρωσικά σχέδια είχε η συμφωνία του ιταλού πρωθυπουργού με τον ρώσο ομόλογό του, Βαλντίμιρ Πούτιν, στο θέρετρο του Σότσι, (συμφωνία που δέσμευε τη ρωσική Γκαζπρόμ και την ιταλική ΕΝΙ) να διπλασιαστεί η χωρητικότητα του αγωγού φθάνοντας τα 63 δισ. κυβ. μ. Αυτό το σχέδιο έχει συναντήσει τη ριζική αντίθεση των ΗΠΑ που επικαλούμενες την ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρώπης από τη Ρωσία προκρίνουν τον ανταγωνιστικό αγωγό Ναμπούκο, η κατασκευή του οποίου βρίθει από αβεβαιότητες. Στην πραγματικότητα αυτό που επιδιώκει η Ουάσινγκτον (με την αμέριστη υποστήριξη του Μανουέλ Μπαρόζο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) είναι να ναρκοθετήσει την ανάπτυξη οικονομικών δεσμών και τη στενότερη συνεργασία μεταξύ Δυτικής Ευρώπης και ΕΕ από τη μια και της Ρωσίας από την άλλη. Ο Μπερλουσκόνι παρά την γενικότερη φιλοαμερικανική του πολιτική δεν βοήθησε στην ευόδωση αυτού του σχεδίου.

Τα βέλη ωστόσο που δέχεται δεν σχετίζονται με τις γεωπολιτικές του επιλογές.

Σημείο αφετηρίας για να εκδηλωθεί το τελευταίο κύμα επιθέσεων αποτέλεσε η προστριβή που είχε με τη γυναίκα του, Βερόνικα Λάριο, πριν δύο μήνες επ’ αφορμή την οργή της για τη μετατροπή του ευρωψηφοδελτίου του κόμματός του σε… πασαρέλα και την αίτηση διαζυγίου που κατέθεσε στη συνέχεια. Η επιλογή του 72χρονου Μπερλουσκόνι να τοποθετήσει στις εκλόγιμες μάλιστα θέσεις κόρες εκπάγλου καλλονής άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για μια νέα φουρνιά κατηγοριών εναντίον του που σχετίζονται με ροζ σκάνδαλα και ξεκινούν από τη σχέση του με μια έφηβη, περνούν από διονυσιακά πάρτι στη βίλα του και καταλήγουν σε μια ατελείωτη συζήτηση για το αν ήξερε ή όχι πως μια γυναίκα που κοιμήθηκε μαζί της ασκούσε το… αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου ή όχι.

Πέρα από το αστείο της υπόθεσης, όλη αυτή η αντιπαράθεση κρύβει πολύ μεγαλύτερο φαρισαϊσμό από τη δίωξη του Αλ Καπόνε για φοροδιαφυγή. Καθώς, η πέτρα του σκανδάλου, δυστυχώς, δεν είναι τα τωρινά όργια του Μπερλουσκόνι με τα μοντέλα, όπως στο παρελθόν δεν ήταν η φοροδιαφυγή, δεν ήταν οι σχέσεις του με τη μαφία και τη μασονία, δεν ήταν η ψευδορκία, ούτε οι νόμοι που έκοβε κι έραβε στα μέτρα του για να διευρύνει τις επιχειρήσεις του και να τη γλιτώνει από τους δικαστές. Το πρόβλημα στην Ιταλία είναι ότι έχει δημιουργηθεί ένα πολιτικό σύστημα εγγενώς διεφθαρμένο, προσωποπαγές, σαθρό και απολίτικο, με την ευθύνη να μη βαραίνει αποκλειστικά τον Μπερλουσκόνι. Αυτό το σύστημα μάλιστα είναι προϊόν της πιο σαρωτικής και βίαιης επιχείρησης «καθαρά χέρια» που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ επί ευρωπαϊκού εδάφους η οποία έστειλε στη φυλακή ή σπίτι τους τούς παλαιότερους πολιτικούς και στα εγχειρίδια πολιτικής επιστήμης ιστορικά κόμματα, όπως των Χριστιανοδημοκρατών. Το ανέκαθεν αμφισβητούμενο για την αστάθεια και τον κατακερματισμό του μεταπολεμικό πολιτικό σύστημα της Ιταλίας λοιπόν διαλύθηκε για να ‘ρθει και να θρονιαστεί ο… πιο αμφισβητούμενος πολιτικός όλων των εποχών!

Ο δισεκατομμυριούχος Μπερλουσκόνι ωστόσο δεν ήρθε από τις πίστες των κρουαζιερόπλοιων όπου διέπρεπε στην πολιτική αρένα μόνος του. Με την καθοριστική βοήθεια της μιντιακής αυτοκρατορίας του, ο «καβαλιέρε», όπως τον επέβαλλαν στην κοινή γνώμη τα δικά του μέσα, κέρδισε τρεις εκλογικές μάχες (Μάρτιος 2004, Μάιος 2001, Απρίλιος 2008) και πέτυχε μάλιστα με τη δεύτερη του νίκη ένα ιστορικό ρεκόρ: είναι ο πρώτος μεταπολεμικός πρωθυπουργός της Ιταλίας που κυβερνά μια ολόκληρη θητεία. Στο βιβλίο των ρεκόρ θα γραφτούν κι οι πρόσφατες επιδόσεις του, εν μέσω των ροζ αποκαλύψεων: Στις ευρωεκλογές, όταν παρέμεινε στην πρώτη θέση των προτιμήσεων των ιταλών ψηφοφόρων κερδίζοντας το 35% (από 37% στις περυσινές βουλευτικές), στις τοπικές που διεξήχθησαν προ δεκαημέρου με την κεντροδεξιά να κερδίζει 34 περιφέρειες (ενώ είχε μόνο 9!) και στη δημοσκόπηση που δημοσίευσε η ιταλική εφημερίδα Κοριέρε ντε λα Σέρα την προηγούμενη Κυριακή (28 Ιούνη) βάση της οποίας η δημοτικότητα του βρίσκεται στα ύψη, στο 49% (από 51% όπου βρισκόταν το πρώτο πεντάμηνο του 2009) πρακτικά ανεπηρέαστη!

Το ερώτημα που αβίαστα γεννάται, και αφορά τους λόγους που κάνουν έναν λαό με δημοκρατική παράδοση, όπως τον ιταλικό, να επιλέγει ως ηγέτη του τον Μπερλουσκόνι, απαντιέται κατά μεγάλος μέρος από την πολιτική ανεπάρκεια που επικρατεί στην άλλη μεριά του πολιτικού φάσματος. Εκεί όπου το όνομα του κόμματος αλλάζει με την ίδια συχνότητα που έρχονται και παρέρχονται οι ηγέτες, οδηγώντας από κοινού όλο και πιο δεξιά την ιταλική Αριστερά σε σημείο να μετονομαστεί Δημοκρατικό Κόμμα, όπως στις ΗΠΑ: Πρόντι, Ντ’ Αλέμα, Αμάτο, Ρουτέλι, Φασίνο και ξανά Πρόντι, μετά Βελτρόνι και τώρα Φραντζεσκίνι. Αυτό που μένει σταθερά αναπάντητο είναι το γεμάτο απελπισία αίτημα που είχε εκφράσει δημόσια ο σκηνοθέτης Νάνι Μορέτι προς τον Μάσιμο Ντ’ Αλέμα το 2002: «Επιτέλους, πες κάτι αριστερό»! Όσο αυτό δεν απαντιέται ο αχαλίνωτος Μπερλουσκόνι θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται σαν τον αυτοκράτορα Τιβέριο, όπως γράφουν οι βρετανικοί Τάιμς, κι η εκλογή του στους ιταλούς ψηφοφόρους θα φαντάζει μονόδρομος ελλείψει εναλλακτικής λύσης κι αντίπαλου δέους…