Δέσποινα Σπανού: Μόνη λύση η διαγραφή του χρέους (Πριν, 8.3.2015)

σπανουΤην πορεία του ΠΑΣΟΚ που από 44% το 2009 πήρε 4,68% το 2015 θα ακολουθήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ αν δεν υλοποιήσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις και συνεχίσει τις υποχωρήσεις υπογραμμίζει η Δέσποινα Σπανού στην συνέντευξη που έδωσε στο Πριν.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ 

– Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας χαρακτήρισε στο διάγγελμά του την συμφωνία του Γιούρογκρουπ της 20ης Φεβρουαρίου ως σημαντική διαπραγματευτική επιτυχία. Εσύ πως την αποτιμάς;

Την αποτιμώ ιδιαιτέρως αρνητικά, αφού οι όροι και οι προϋποθέσεις που τίθενται από τους δανειστές παραπέμπουν ουσιαστικά σε υλοποίηση του παρόντος προγράμματος και σε νέα αξιολόγηση πριν την ολοκλήρωση της οποίας δεν θα καταβληθεί ούτε ένα ευρώ στην Ελλάδα.  Άλλωστε και οι τελευταίες εξελίξεις στην Κύπρο και οι δηλώσεις του προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι αποδεικνύουν ότι η χώρα οδηγείται σε οικονομική ασφυξία προκειμένου να υποχωρήσει πλήρως στις απαιτήσεις τους.

Εξάλλου, η «δημιουργική ασάφεια» που επικαλείται ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης, ουσιαστικά είναι δημιουργική σαφήνεια, αφού το περιεχόμενο του email που στάλθηκε είναι στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που έχουν επιβληθεί από τις συμφωνίες των προηγουμένων κυβερνήσεων.

  • Παράλογο να πηγαίνεις σε διαπραγματεύσεις χωρίς προετοιμασία για γενικότερες ρήξεις

Ιδιαίτερα για τα ζητήματα που αφορούν μισθούς και συντάξεις, κοινωνικό κράτος για τα οποία είχαν αναληφθεί ιδιαίτερες δεσμεύσεις από τον ΣΥΡΙΖΑ και είχαν κατατεθεί σχέδια νόμου, το πλαίσιο που τίθεται είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό: Πρώτο, συνέχιση του εκσυγχρονισμού του ασφαλιστικού συστήματος (ο μόνος εκσυγχρονισμός που είδαμε μέχρι τώρα είναι η προσπάθεια πλήρους κατάρρευσης του – έχουν χαθεί 33 δισ. μέσα σε 4 χρόνια). Δεύτερο, συλλογικές διαπραγματεύσεις υπό την αίρεση της έγκρισης από το κράτος και τους θεσμούς και τρίτο, μισθοί που να είναι στο πλαίσιο της ανταγωνιστικότητας.

Βέβαια (για να μην είμαι άδικη) ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε στις προγραμματικές του δηλώσεις τις προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα εργασιακά, όμως η υλοποίησή τους προϋποθέτει μάχη και αγώνα και από τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Η ηγεσία του κόμματος ισχυρίζεται ότι βρέθηκε ενώπιον σοβαρών πιέσεων και της απειλής να επαναληφθεί ό,τι έγινε στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2013. Δεν τις θεωρείς επαρκείς δικαιολογίες για την υποχώρηση που έγινε;

– Αυτό είναι αλήθεια, όμως η ηγεσία του κόμματος και αναφέρομαι στην πλειοψηφία, όφειλε να γνωρίζει τις δυσκολίες.  Ήταν αφελές να πιστεύουν ότι στα πλαίσια της ευρωζώνης και των ευρωπαϊκών θεσμών θα μπορούσε να επιλυθεί το θέμα και μόνο με διαπραγμάτευση και φυσικά είναι εντελώς παράλογο να πηγαίνεις σε διαπραγματεύσεις χωρίς «σχέδιο Β» σε περίπτωση απόρριψης εκ μέρους των συνομιλητών των προτάσεων σου (πράγμα που λογικά είναι το πλέον πιθανό) ή να μην είσαι προετοιμασμένος και για γενικότερες ρήξεις.

Επομένως, δεν είναι επαρκείς οι δικαιολογίες για τη μη προετοιμασία και πρέπει ακόμα και τώρα να υπάρξει σχέδιο και να ενημερωθεί ο λαός.

– Λέγεται επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε εντολή από τους ψηφοφόρους του για ρήξη με την ευρωζώνη και την ΕΕ. Άρα δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί πιο σκληρά. Δεν συμφωνείς;

– Ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτα από όλα είχε εντολή για υλοποίηση του προγράμματός του.  Αν υπαναχωρήσει για να μην έλθει σε ρήξη με την ευρωζώνη και την ΕΕ σημαίνει ότι έρχεται στις θέσεις και την λογική της προηγούμενης κυβέρνησης. Κατά τη γνώμη μου, αν συνεχισθούν οι εκβιασμοί πρέπει να είμαστε έτοιμοι και αποφασισμένοι για στάση πληρωμών.

– Πώς αξιολογούν οι ψηφοφόροι και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ τον πρώτο μήνα της κυβέρνησης;

– Μέχρι στιγμής η αποδοχή της κυβέρνησης από την κοινή γνώμη και τους ψηφοφόρους είναι θετική.  Ο ελληνικός λαός, ακόμη και ψηφοφόροι της ΝΔ είχαν ανάγκη να αισθανθούν περηφάνια και αξιοπρέπεια απέναντι σε όλη αυτή την ταπείνωση που είχαν υποστεί τα προηγούμενα χρόνια.

Εξαρτάται, όμως, από την κυβέρνηση αν αυτό θα συνεχισθεί. Αν έχουμε υπαναχώρηση και συμβιβασμούς, αυτό το πολιτικό κεφάλαιο θα εξαντληθεί πολύ γρήγορα.

Θέλω να τονίσω εδώ ότι η ανάγκη για συνέπεια και αγωνιστικότητα ώστε να μην έχουμε απογοητεύσεις, δεν αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά ολόκληρη την Αριστερά και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, διότι υπάρχει μετά κίνδυνος συνολικής απαξίωσης και ενίσχυση των ακροδεξιών-ρατσιστικών μορφωμάτων.

– Όλα τα προηγούμενα χρόνια οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στον Πειραιά είχαν την δική τους σημαντική συμβολή στην πάλη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του Λιμανιού του Πειραιά. Είδαμε ωστόσο τον πρωθυπουργό να κάνει ανοίγματα στην Κίνα με αφορμή τον χαιρετισμό του από πλοίο του κινέζικου στόλου, και τον υπουργό Οικονομικών Γ. Βαρουφάκη, σε ένα διάλειμμα από τις συνεντεύξεις του, να επισκέπτεται την Κόσκο, προαναγγέλλοντας την επέκταση της στον Πειραιά. Δεν είναι όλα αυτά διάψευση των προεκλογικών εξαγγελιών;

– Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το λιμάνι του Πειραιά αλλά όλες τις ιδιωτικοποιήσεις.  Ακόμη και να δεχθούμε ότι για το λιμάνι η κυβέρνηση δεν θέλει να έρθει σε ρήξη με την Κίνα για να μην ανοίξει πολλά μέτωπα, υπάρχουν οι υπόλοιπες ιδιωτικοποιήσεις.  Ήδη προχθές ο υπουργός Οικονομικών σε συνέντευξή του ανακοίνωσε την ιδιωτικοποίηση του ΟΣΕ που είναι σε πλήρη αντίθεση με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ όπως ότι και άλλες που έγιναν (ΟΠΑΠ) αντί πινακίου φακής και για τις οποίες υπήρχαν δεσμεύσεις ότι θα επανεξετασθούν, δεν επανεξετάζονται.  Το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων είναι μέγα ζήτημα διότι μαζί με το θέμα των τραπεζών (που παραμένουν στους ίδιους τραπεζίτες) είναι η βασική προϋπόθεση για την όποια παραγωγική συγκρότηση της χώρας.  Θα υπάρξουν αντιδράσεις , υπάρχουν ήδη και από τον αρμόδιο υπουργό Παν. Λαφαζάνη αλλά απαιτούνται ολόκληροι αγώνες.

 

Το χρέος ούτε το αποφάσισε ούτε το δημιούργησε ο λαός 

Η αποπληρωμή του σημαίνει συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών

 

– Ποια εκτιμάς πως είναι τα σχέδια των πιστωτών για το ελληνικό χρέος;

– Οι πιστωτές με βάση το χρέος θέλουν να πνίξουν τη χώρα, την κοινωνία ολόκληρη και να επιβάλλουν την πιο σκληρή μονεταριστική πολιτική που να αποτελέσει παράδειγμα και για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς.

– Τι πρέπει να γίνει κατά την γνώμη σου με το δημόσιο χρέος;

– Διαγραφή είναι η μόνη λύση.  Ήδη από το 2011 είχε συγκροτηθεί επιτροπή για τον λογιστικό έλεγχο του χρέους, που όμως συνάντησε την αντίδραση της τότε κυβέρνησης.  Ανεξαρτήτως, όμως, του ελέγχου, η μόνη λύση είναι η διαγραφή.  Άλλωστε το χρέος αυτό ούτε το αποφάσισε ούτε το δημιούργησε ο ελληνικός λαός.

– Δεδομένου ότι στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ υπήρχε απόφαση για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους με λογιστικό έλεγχο, ποια πρέπει να είναι η αντίδραση της κοινωνίας και του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση που η κυβέρνηση υποχωρήσει από αυτή την δέσμευση;

– Η αντίδραση της κοινωνίας και του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μεγάλη δεδομένου ότι από το χρέος εξαρτώνται τα πάντα.  Αν όλα τα έσοδα προορίζονται για την αποπληρωμή του χρέους και εξαιτίας αυτού επιβάλλονται πολιτικές λιτότητας, τίποτε δεν μπορεί να γίνει.  Θα συνεχισθούν οι μνημονιακές πολιτικές των τελευταίων ετών.  Η μεγαλύτερη μάλιστα υπαναχώρηση που περιλαμβάνεται στο email του Γ. Βαρουφάκη είναι η ουσιαστική αναγνώριση του χρέους.  Τα ζητήματα όμως εξακολουθούν να είναι «ανοικτά», οι μάχες είναι μπροστά μας και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι καταδικασμένος να αγωνισθεί, διαφορετικά δεν θα υπάρχει.  Ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε από το 4,6% (2009) στο 36,8% (2015) λόγω των δεσμεύσεων του.  Σε διαφορετική περίπτωση θα ακολουθήσει την πορεία του ΠΑΣΟΚ με ακόμα πιο γρήγορους ρυθμούς όπου από ένα πανίσχυρο κόμμα του  44% το 2009, κατέβηκε στο 4,68% το 2015.

Εμείς όλοι, όμως, οι άνθρωποι που αγωνιστήκαμε τόσα χρόνια στην Αριστερά και στηρίξαμε  τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα το επιτρέψουμε.  Αποτελεί υποχρέωσή μας απέναντι στον ελληνικό λαό, στην Αριστερά και σεβασμό στην στάση ζωής που ακολουθήσαμε όλα αυτά τα χρόνια.

Πάλι, βαφτίζουν επιτυχία την υποδούλωση στους δανειστές (Πριν, 8/3/2015)

Eurogroup meetingΝεοφιλελεύθερα τα 6 από τα 7 μέτρα Βαρουφάκη στο Γιούρογκρουπ

Λίγο έλειψε να χαρακτηρίσει ημέρα εθνικής γιορτής την Παρασκευή 6 Μαρτίου η κυβέρνηση για να γιορτάσει μια διπλή της «επιτυχία»: Πρώτα την αποπληρωμή στο ΔΝΤ δόσης ύψους 298,68 δισ. ευρώ. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ωστόσο για να καταφέρουν να είναι συνεπείς απέναντι στον μισητό οργανισμό στέγνωσαν τα ταμεία δημόσιων οργανισμών και ασφαλιστικών ταμείων. Έκαναν ακριβώς ό,τι είχε κάνει κι η κυβέρνηση Παπαδήμου πριν τρία χρόνια αφαιρώντας έστω προσωρινά πολύτιμη ρευστότητα από δημόσιους οργανισμούς προκειμένου να είναι συνεπείς απέναντι στους πιστωτές.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Εξ ίσου οδυνηρή για την κοινωνία είναι κι η δεύτερη μεγάλη …επιτυχία των δύο πάλαι ποτέ αντιμνημονιακών κομμάτων που μεταλλάσσονται ταχύτατα σε στυλοβάτες της πολιτικής των πιστωτών. Πρόκειται για την επιστολή που έστειλε ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης στους άλλους 18 υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης κι η οποία θα συζητηθεί στο Γιούρογκρουπ της Δευτέρας 9 Μαρτίου. Είναι μια επιστολή συνέχεια της απόφασης του Γιούρογκρουπ της Παρασκευής 20 Φεβρουαρίου, στο πλαίσιο της οποίας η κυβέρνηση αναγνώρισε το δημόσιο χρέος, που αν εγκριθεί ευελπιστούν ότι θα ανοίξουν οι στρόφιγγες της ρευστότητας στην οικονομία και θα δοθεί το πράσινο φως για την εκταμίευση της δόσης των 7,2 δισ. ευρώ. Φρούδες ελπίδες! Ακόμη κι αν εγκριθεί, ακόμη δηλαδή κι αν δεν ζητήσουν περαιτέρω υποχωρήσεις, η ρευστότητα που θα απελευθερώσουν θα είναι σταδιακή και άμεσα αμελητέα, έτσι ώστε να υπάρχουν συνεχώς ουσιώδεις λόγοι για επιπλέον πιέσεις στην κατεύθυνση της πλήρους υποταγής της κυβέρνησης στους πιστωτές.

Μηχανισμό λιτότητας εκτός δημοκρατικού ελέγχου προτείνει η κυβέρνηση

Η επιστολή του Βαρουφάκη, ωστόσο, ικανοποιεί επί της ουσίας τις απαιτήσεις των πιστωτών, αφού τα 6 από τα 7 μέτρα είναι 100% νεοφιλελεύθερα ενώ το 7ο, που αφορά την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, είναι «δημοσιονομικά ουδέτερο». Οι πόροι που απαιτούνται δηλαδή για την υλοποίησή του προέρχονται από περικοπές δημόσιων δαπανών. Επιπλέον, με μια διατύπωση που ξεχειλίζει από δημιουργικές ασάφειες (οι οποίες όμως θολώνουν τα νερά αποκρύβοντας κρίσιμες πληροφορίες, στρέφονται δηλαδή εναντίον των πολιτών κι όχι των δανειστών) αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο για ένα τρίτο δάνειο και μια νέα δανειακή σύμβαση.

Η πρώτη μεταρρύθμιση αφορά την δημιουργία Δημοσιονομικού Συμβουλίου, κατ’ εφαρμογή του νόμου 4270/2004 που ψήφισε μεν η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ πέρυσι τον Ιούνιο, ολιγώρησε ωστόσο να υλοποιήσει. Κι έρχεται τώρα η νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να κάνει πράξη. Η δημιουργία του συγκεκριμένου συμβουλίου, που μπορεί να ενσωματωθεί στο υπάρχον Γραφείο Προϋπολογισμού ακόμη και στο ΚΕΠΕ, αποτελεί συντηρητική τομή, γιατί πρόκειται για έναν επιπλέον ανεξέλεγκτο σώμα «που θα δρα ως ανεξάρτητος παρατηρητής με σκοπό να επιτηρεί την δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης, να αξιολογεί αν συμβαδίζει με τον δημοσιονομικό κανόνα που έχει υιοθετηθεί και να συμβάλλει στην εξάλειψη πιθανόν ελλειμματικών μεροληψιών». Επί της ουσίας θα είναι ένας «νεοφιλελεύθερος διορθωτής», ένας «συνήγορος των πιστωτών» που θα στοχοποιεί και θα ακυρώνει εν τη γεννέσει της οποιαδήποτε φιλολαϊκή πολιτική.

Η δεύτερη μεταρρύθμιση σχετίζεται με την επέκταση των αρμοδιοτήτων του Δημοσιονομικού Συμβουλίου σε όλη την έκταση της δημόσιας διοίκησης: «δημόσιες επιχειρήσεις, δήμοι κι επιπλέον σε κάθε ανεξάρτητη ή/και ρυθμιστική οντότητα». Με αυτό τον τρόπο η βαθιά λιτότητα γενικεύεται σε κάθε αρμό του κράτους.

Η τρίτη μεταρρύθμιση θα μπορούσε να έχει τίτλο «ζητούνται ρουφιάνοι». Η πρόταση του Βαρουφάκη να στρατολογήσει καταδότες που με κάμερες και μαγνητόφωνα θα μπαίνουν σε τουριστικά μαγαζιά να καταγράφουν φορολογικές παραβάσεις δεν είναι απλώς γελοία. Το χειρότερο είναι πως υποκύπτει – και τροφοδοτεί – την φιλολογία για «τους Έλληνες που δεν πληρώνουν φόρους», την οποία εισήγαγε πρώτος ο Γ. Παπανδρέου, σύμβουλος του οποίου ήταν ο σημερινός υπουργός Οικονομικών. «Η κουλτούρα της φοροαποφυγής διατρέχει σε βάθος την ελληνική κοινωνία» αναφέρει εισαγωγικά η σχετική παράγραφος, αναπαράγοντας το ιδεολόγημα του Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε». Ωστόσο, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά για τις ευθύνες της Γερμανίας στην φοροδιαφυγή (Ζίμενς, Μερσέντες Μπενζ, κ.α.) και την υποχρέωση της να δώσει ονόματα, ούτε επίσης κάποια αναφορά στα μεγάλα πλυντήρια των λογιστικοελεγκτικών εταιρειών που οργανώνουν την φοροαποφυγή, όπως είχε αποκαλύψει το σκάνδαλο Luxleaks.

Η τέταρτη μεταρρύθμιση παίρνει τη σκυτάλη από τον Σαμαρά και τις περίφημες 100 δόσεις. Στα στοιχεία που περιέχονται ωστόσο αποδεικνύεται ότι ο θησαυρός των ληξιπρόθεσμων οφειλών στην εφορία είναι άνθρακας, καθώς από τα 76 δισ. ευρώ (εκ των οποίων 23,56 δισ. δημιουργήθηκαν πριν το 2009, άλλα 23,5 δισ. την τριετία 2010-2012 και άλλα 23,5 δισ. την διετία 2013-2014) εισπράξιμα είναι μόνο τα 8,9 δισ. ευρώ! Παρόλα αυτά συνεχίζουν να προτείνουν την επιβολή νέων φορολογικών προστίμων ως μέσο αύξησης των δημοσίων εσόδων.

Η πέμπτη μεταρρύθμιση, που θα βελτιώνει υπάρχουσα νομοθεσία του 2011, στοχεύει στην δημιουργία εσόδων μέσω του διαδικτυακού τζόγου, ο τζίρος του οποίου εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 3 δισ. ευρώ ετησίως. Τα έσοδα που αναμένουν ανέρχονται σε 500 εκ. ετησίως.

Η έκτη μεταρρύθμιση αφορά την μείωση της γραφειοκρατίας στο δημόσιο, μέσω της απαγόρευσης των δημοσίων υπηρεσιών να ζητούν από πολίτες και επιχειρήσεις έγγραφα που εκδίδει το ίδιο το δημόσιο. Η θετική ωστόσο αυτή μεταρρύθμιση δεν συνοδεύεται από την υποχρέωση του δημοσίου να ψηφιοποιήσει και να καταστήσει δικτυακά διαθέσιμο τον όγκο των σχετικών πληροφοριών, σε περιβάλλον διαφάνειας και προστασίας ευαίσθητων δεδομένων. Στην πράξη μεταθέτει την ευθύνη στους δημόσιους υπάλληλους να αναζητήσουν τις σχετικές πληροφορίες, ενώ από το παράθυρο εισάγει την Έξυπνη Κάρτα του Πολίτη, που θα την αποκτούν οικειοθελώς οι πολίτες. Έτσι, ο Μεγάλος Αδελφός εισέρχεται από την πόρτα στην καθημερινότητά μας.

Υποχρεωτική θα είναι ωστόσο η έκδοση της Έξυπνης Κάρτας του Πολίτη σε όσους ωφεληθούν από τα μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης – όπως περιγράφονται στην έβδομη και τελευταία μεταρρύθμιση. Εδώ κράτος και πιστωτές εκμεταλλεύονται την δυσχερή θέση των πιο φτωχών για να καταργήσουν την ιδιωτικότητα. Ακόμη όμως και το κόστος για την κάλυψη αυτών των παρεμβάσεων (τρόφιμα αξίας 100 ευρώ ανά μήνα για 300.000 νοικοκυριά, επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος και δωρεάν παροχή μέχρι 300 kw/h τον μήνα ανά οικογένεια και επιδότηση ενοικίου σε 30.000 νοικοκυριά 150 ευρώ περίπου μηνιαίως) θα προέλθουν από περικοπές καταναλωτικών δαπανών του δημοσίου και την εισαγωγή συστήματος ηλεκτρονικών διαγωνισμών.

Εν κατακλείδι η επιστολή της κυβέρνησης στο Γιούρογκρουπ αποτελεί μια ακόμη μεγάλη υποχώρηση της κυβέρνησης στους δανειστές, που ακυρώνει τις προεκλογικές της εξαγγελίες.

Δ. Μπελαντής (μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ): «Προβληματικός ο ορίζοντας της συμφωνίας» (Πριν, 1/3/2015)

MpelantisΤο εκλογικό σώμα έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση για να εφαρμόσει την πολιτική του και όχι για να ζητήσει άδεια να εφαρμόσει ένα αβέβαιο κλάσμα της, λέει στο Πριν ο Δημήτρης Μπελαντής, μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ. Τίθεται το ερώτημα πώς η κυβέρνηση θα νομοθετεί χωρίς να τρώει συνέχεια «κόκκινη κάρτα» από τους «θεσμούς», συμπληρώνει.

Συνέντευξη στο Λεωνίδα Βατικιώτη

– Η κυρίαρχη άποψη στον ΣΥΡΙΖΑ και στην κυβέρνηση είναι ότι η συμφωνία με το Γιούρογκρουπ αποτελεί «έντιμο» ή «αναγκαίο» συμβιβασμό για «να πάρουμε μια ανάσα». Η γερμανική κυβέρνηση αλλά και οι λεγόμενες αγορές είδαν επίσης με ικανοποίηση τη συμφωνία. Ποια είναι η γνώμη σας;

– Κριτήριο για να αξιολογηθεί η συμφωνία με το Γιούρογκρουπ ως ικανοποιητικός ή μη συμβιβασμός για τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση αποτελεί βασικά -λαμβανομένων υπόψη και των αρνητικών διεθνών συσχετισμών και πιέσεων, που όμως θα υφίσταντο ούτως ή άλλως- το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (με κορμό τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ τον περασμένο Σεπτέμβριο) και η πιο πλήρης συνεδριακή του απόφαση του Ιουλίου 2013. Στα κείμενα αυτά είχαμε διατυπώσει με σαφήνεια την άποψη ότι θα εφαρμόσουμε τα άμεσα μέτρα του προγράμματός μας (751 ευρώ ως κατώτατο όριο, επαναφορά ΣΣΕ, κατάργηση ΕΝΦΙΑ, αφορολόγητο στα 12.000 ευρώ, 13η σύνταξη) μονομερώς, σε εύλογο χρόνο και ανεξάρτητα από την πορεία της διαπραγμάτευσης για το χρέος. Το είχαμε πει σε όλους τους τόνους. Από τη στιγμή που η προσωρινή συμφωνία εξαρτά τη νομοθετική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ από την αποφυγή μονομερών ενεργειών (unilateral actions), τίθενται σοβαρά ως και ανυπέρβλητα προβλήματα για την πρακτική εφαρμογή της πολιτικής μας. Στο βαθμό που διατηρείται μια μορφή «επιτήρησης», όχι πια από την τρόικα αλλά από τους περίφημους «θεσμούς», τίθεται το ερώτημα πώς η κυβέρνηση θα νομοθετεί προς την εφαρμογή του προγράμματός μας χωρίς να τρώει συνέχεια «κόκκινη κάρτα». Επίσης, η λίστα μεταρρυθμίσεων του υπουργού Οικονομικών θέτει καταλυτικά όρια, με την αρνητική έννοια, σε κρίσιμα θέματα, όπως η άνοδος των κατωτάτων ορίων των μισθών (υπό την έννοια της εξάρτησής της από την «ανταγωνιστικότητα» της χώρας και της μη εφαρμογής της βραχυπρόθεσμα), η άρση των ιδιωτικοποιήσεων, η βελτίωση των συντάξεων (όπου διατυπώνεται η θέση ότι υπάρχει δέσμευση «συνέχισης του εκσυγχρονισμού του συνταξιοδοτικού συστήματος»), η αύξηση των δαπανών για την υγεία και την περίθαλψη (όπου τίθεται ζήτημα ελέγχου και συνδρομής από τον ΟΟΣΑ), η άνευ προϋποθέσεων επίλυση της σοβούσας ανθρωπιστικής κρίσης, ο δημόσιος έλεγχος των τραπεζών κ.ά. Δεν παλέψαμε για να βρεθούμε μπρος σε ένα μπλοκάρισμα του προγράμματός μας. Είναι εμφανές ότι, αν και εφόσον αυτή η ροπή παγιωθεί, θα έχουμε πλήρη αναστροφή στο μείγμα κυβερνητικής πολιτικής που προτείναμε προεκλογικά. Αυτή η κατάσταση αποδεικνύει ότι ο πολιτικός ορίζοντας της συμφωνίας είναι απολύτως προβληματικός και ότι στο επόμενο διάστημα το μαζικό κίνημα πρέπει να κινηθεί στην κατεύθυνση της εφαρμογής του προεκλογικού μας προγράμματος ως ενός μίνιμουμ φιλολαϊκού προγράμματος, της υπέρβασης της συμφωνίας σε ριζοσπαστική κατεύθυνση, καθώς επίσης και της διαπραγμάτευσης με ριζικά άλλη μεθοδολογία και βάση εκκίνησης (κάτι που ήδη επισήμανε και ο σ. Γ. Μηλιός). Ανεξάρτητα από οψιγενείς ερμηνείες, το εκλογικό σώμα έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση για να εφαρμόσει την πολιτική του και όχι για να ζητήσει άδεια να εφαρμόσει ένα αβέβαιο κλάσμα της.

– Δεν φοβάστε να κατηγορηθείτε ότι με τη δημόσια έκφραση της διαφωνίας σας υπονομεύετε την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ και αποδυναμώνετε την κυβέρνηση;

– Η εσωκομματική δημοκρατία σε ένα αριστερό κόμμα, ακόμη κι αν αυτό έχει κυβερνητικό ρόλο, υποτίθεται ότι είναι βασική αξιακή αρχή. Και αυτό εκφράζεται και στο καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ. Με τις παραπάνω σκέψεις μου εκφράζω έναν προσωπικό πολιτικό προβληματισμό εν αναμονή και των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων του κόμματος. Αυτό ποτέ δεν έχει κριθεί ως τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ ως κάτι το μεμπτό. Ανεξάρτητα όμως από το ζήτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας, κάθε αριστερός/ή ή κομμουνιστής/τρια στον τόπο μας δεν δικαιούται να σιωπά απέναντι σε δύσκολες και αρνητικές πολιτικές εξελίξεις. Όπως ακριβώς έχω ασκήσει με τα γραπτά μου έντονη κριτική στις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κ.ά.) σε προγενέστερο χρόνο για την υποτίμηση των ενωτικών δυνατοτήτων και για όψεις σεχταρισμού τους, έτσι ακριβώς δικαιούμαι κι εγώ, όπως και κάθε άλλο μέλος και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, να εκφράσω τον προβληματισμό μου και την επικριτική μου στάση για το αν αυτή η πολιτική που ασκείται διευκολύνει ή δυσχεραίνει τον ενιαίο βηματισμό της Αριστεράς. Πιστεύω ότι χρειάζεται μια αλλαγή κατεύθυνσης στην κυβερνητική πρακτική, ώστε να διευκολυνθεί μια ενωτική στάση στο μαζικό κίνημα.

– Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ εμφανίζονται δικαιωμένοι και εκτιμούν πώς δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά μόνο μέσα στο πλαίσιο της αποπληρωμής του χρέους, του ευρώ και της ΕΕ. Τελικά, υπάρχει άλλος ρεαλιστικός δρόμος;

– Καταρχήν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, μετά τη συντριβή που υπέστησαν, δεν μπορούν να είναι δικαιωμένοι για τίποτε. Επίσης, αυτά τα κόμματα –ακόμη και στο περιορισμένο πλαίσιο τής ως τώρα διαπραγμάτευσης– λειτούργησαν ως εκπρόσωποι των δανειστών και όχι της ελληνικής κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως είχε πει παλιότερα στη Βουλή ο Ηλίας Ηλιού, είναι πολύ ανησυχητικό να σε χειροκροτούν οι εχθροί σου. Κάτι πρέπει να έχεις κάνει στραβά. Αν υπάρχει άλλος ρεαλιστικός δρόμος, εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ευρωενωσιακό πλαίσιο προσφέρει ελάχιστες δυνατότητες πολιτικά και νομικά για να εφαρμοστεί μια έστω και ήπια φιλολαϊκή πολιτική. Ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος είναι η προετοιμασία της κοινωνίας για ενδεχόμενη ρήξη. Από αυτήν την άποψη, η κριτική που έχει ασκήσει η Αριστερή Πλατφόρμα στην πορεία του κόμματος από το 2012 έως το 2015 έχει δικαιωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό.

– Πιστεύετε ότι υπάρχουν περιθώρια αναστροφής της πορείας υποχωρήσεων της κυβέρνησης; Και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μέσα ή έξω ή μέσα κι έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ;

– Επιτρέψτε μου να εξακολουθήσω να πιστεύω ως μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ ότι το κόμμα με δύσκολο και βασανιστικό τρόπο μπορεί να προχωρήσει προς έναν διαφορετικό προσανατολισμό αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ωστόσο τα περιθώρια ποιοτικά και χρονικά δεν είναι καθόλου ανεξάντλητα, ο χρόνος πυκνώνει με ραγδαίο ρυθμό. Σε αυτή την προοπτική, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο κΓιούρογκοραι οι άλλες δυνάμεις της Αριστεράς οφείλουν να προετοιμάσουν την κοινωνία για μεγαλύτερες και συνολικότερες ρήξεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλιώς θα κριθούν αρνητικά από ιστορική σκοπιά.

Τέλος της ιστορίας δεν υπάρχει

Αν παγιωθεί η συμβιβαστική πολιτική, κερδισμένη θα βγει η αντίδραση

– Στο ενδεχόμενο μιας αποτυχίας της κυβέρνησης και διάψευσης της μαζικής ελπίδας που γέννησε υπάρχει εναλλακτική διέξοδος προς τα αριστερά ή μαζί με την αποτυχία της θα καταρρεύσει τελεσίδικα κάθε αριστερό σχέδιο, θα παραλύσει το λαϊκό κίνημα και θα επανέλθει δικαιωμένη η Δεξιά ή, ακόμη χειρότερα, η νεοφασιστική Ακροδεξιά;

– Δεν είμαι μελλοντολόγος, παρά το γεγονός ότι, όπως έλεγαν κάποιοι παλιότερα στις ΗΠΑ, «δεν χρειάζεται να είσαι μετεωρολόγος για να αντιληφθείς προς τα πού φυσάει ο άνεμος». Αν παγιωθεί μια συμβιβαστική πολιτική για την αριστερή κυβέρνηση και αν αποτύχουμε να κάνουμε τη διαφορά και να εγκαταστήσουμε ένα αντινεοφιλελεύθερο και αντικαπιταλιστικό παράδειγμα στην Ελλάδα, η επόμενη ημέρα θα ανήκει στον ήπιο νεοφιλελευθερισμό και η μεθεπόμενη στην αντίδραση. Δεν μπορώ να προκαθορίσω τη μορφή της. Το πιθανότερο δεν είναι, κατά την γνώμη μου, η επιστροφή της Χρυσής Αυγής αλλά η ανασύνταξη της λεγόμενης κοινοβουλευτικής λαϊκής Δεξιάς, με χαρακτηριστικά που θα συνδυάζουν τον «δικαιωμένο» ακραίο νεοφιλελευθερισμό με εθνικιστικές και κρατικοαυταρχικές διαστάσεις.

– Τελικά, μήπως όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επανάσταση είναι ανέφικτη στην εποχή μας, η κομμουνιστική κοινωνία μια χίμαιρα και ο καπιταλισμός –έστω με τις κρίσεις του, που μπορεί να τις ξεπεράσει κιόλας– το «τέλος της ιστορίας»;

– Κάθε άλλο. Παρά το γεγονός ότι η πολιτική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ πραγματοποιήθηκε σε ένα δυσμενώς επηρεάζον κλίμα κινηματικής υποχώρησης, απάθειας και ανάθεσης, η ίδια η επίτευξή της ως πρώτο βήμα ιδίως στο βαθμό που η πραγματική εφαρμογή του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ όντως προχωρήσει και αλληλοτροφοδοτηθεί με μια κινηματική αντεπίθεση (που δεν θα «στηρίζει» ως αντηχείο την κυβέρνηση, αλλά θα την ελέγχει και θα προχωρά πολύ πιο μπροστά από αυτήν) μπορούν να οδηγήσουν σε έναν καλύτερο ταξικό συσχετισμό. Αν το φιλολαϊκό πρόγραμμα τεθεί σε μια τροχιά εφαρμογής (με ταξικούς όρους και όχι όρους φιλανθρωπίας), οι συγκρούσεις που θα επιφέρει μπορούν να το μετατρέψουν μεσοπρόθεσμα σε ένα μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα για την κατάληψη της εξουσίας. Αν όλα αυτά ναρκοθετηθούν και αποτύχουν, οι αρνητικές συνέπειες για όλους όσους αναφέρονται στον κομμουνισμό θα είναι υπαρκτές και πολύ σημαντικές. Αλλά το «τέλος της ιστορίας» δεν υπάρχει. Ακόμη και σε αυτήν την απευκταία περίπτωση, θα βγάλουμε τα συμπεράσματά μας, θα επανακρίνουμε τις παραδόσεις μας και τα οργανωτικά μας όρια και θα βρούμε νέα σχήματα για την προώθηση αυτού που ο Μπαντιού έχει χαρακτηρίσει «κομμουνιστική υπόθεση». Υπό αυτήν την εκτίμηση και μόνο, και μέσα σε ένα πολύ πικρό κοινωνικοπολιτικό κλίμα, δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιστορική αισιοδοξία μας.

Θρίαμβος των πιστωτών η απόφαση του Γιούρογκρουπ (Πριν, 22/2/2015)

1000Στροφή 180 μοιρών στις εξαγγελίες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ σηματοδοτεί η απόφαση του συμβουλίου των υπουργών Οικονομικών της Παρασκευής 20 Φεβρουαρίου. Μια απόφαση που χτίστηκε πάνω στις απαράδεκτες υποχωρήσεις που περιείχε η ταπεινωτική επιστολή που έστειλε ο έλληνας υπουργός Οικονομικών, Γ. Βαρουφάκης, προς τους ομολόγους του δύο μέρες νωρίτερα, με την οποία ζητούσε να συγκληθεί το συμβούλιο. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνονται επτά συγκεκριμένοι και αυστηροί όροι που εξασφαλίζουν στο ακέραιο τα συμφέροντα των πιστωτών, βάσει των οποίων συμφωνήθηκε να δοθεί παράταση 4, κι όχι 6 μηνών όπως ζητούσε η ελληνική πλευρά, στη υφιστάμενη δανειακή σύμβαση. Η επιλογή του Γιούρογκρουπ να έχουν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις πριν μπει ο Ιούλιος ερμηνεύεται λόγω των λήξεων ομολόγων αξίας 6,7 δισ. ευρώ τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, που δίνει την δυνατότητα στους πιστωτές να αυξήσουν τα μέσα πίεσης στην Αθήνα, στον βαθμό που εμφανίζεται διατεθειμένη να εξυπηρετήσει όλες τις υποχρεώσεις της.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Κι αυτή, η αναγνώριση του χρέους, είναι η σημαντικότερη υποχώρηση που περιλαμβάνει η απόφαση του Γιούρογκρουπ. «Οι ελληνικές αρχές επαναλαµβάνουν την κατηγορηµατική δέσµευσή τους να τηρήσουν τις οικονοµικές τους υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές τους πλήρως και εγκαίρως», αναφέρει κατά λέξη η απόφαση που παρέχει στους δανειστές την σημαντικότερη εξασφάλιση: ότι οι δανειακές υποχρεώσεις γίνονται σεβαστές και δεν πρόκειται να αμφισβητηθούν.

Η διαχωριστική γραμμή που ήθελε να χαράξει η κυβέρνηση από τη μέχρι τώρα αξιολόγηση εξαφανίστηκε πρόωρα. Κι αυτή είναι η επόμενη υποχώρηση. «Ο σκοπός της παράτασης είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της παρούσας συµφωνίας», αναφέρεται στην δεύτερη κιόλας παράγραφο, με την συμπλήρωση της φράσης «µε την καλύτερη δυνατή χρήση της δεδοµένης ευελιξίας» να είναι υπερβολικά ασαφής.

Ο τρίτος όρος, για υποβολή συγκεκριμένων προτάσεων μεταρρυθμίσεων από την ελληνική πλευρά μέχρι αύριο Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου θα λειτουργήσει ως θηλιά στο λαιμό της κυβέρνησης, εγκαινιάζοντας ένα νέο γύρο πιέσεων και αμφισβητήσεων. Αποτέλεσμα θα είναι νέες υποχωρήσεις που σιγά – σιγά θα επιβάλλουν την υιοθέτηση των μέτρων που περιείχε το μέιλ Χαρδούβελη.

Για να είναι μάλιστα αποτελεσματικές οι πιέσεις ορίζεται ότι οι προσδοκώμενες δόσεις θα απελευθερωθούν εάν κι εφόσον υποβληθούν τα δέοντα μέτρα. «Μόνο η έγκριση της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης της παραταθείσας συµφωνίας από τους θεσµούς θα επιτρέψει µε τη σειρά της οποιαδήποτε εκταµίευση εκκρεµούσας δόσης του τρέχοντος προγράµµατος του EFSF και τη µεταβίβαση των κερδών SMP γα το 2014».

Ο επόμενη, πέμπτη υποχώρηση αφορά την συνέχιση της εποπτείας που στο εξής θα υλοποιείται από τους αποκαλούμενους θεσμούς, δηλαδή Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κι όχι την Τρόικα, που ακόμη και για κορυφαίους αξιωματούχους της ΕΕ (Ζ. Κ. Γιουνκέρ, Π. Μοσκοβισί) είχε κλείσει τον κύκλο της. Οι δηλώσεις μάλιστα με τις οποίες εκτελούσαν πολιτικά την Τρόικα είχαν γίνει πολύ καιρό πριν την προκήρυξη των ελληνικών εκλογών. Οι διατυπώσεις που υπάρχουν μπορεί να είναι πιο διπλωματικές, με κανέναν τρόπο όμως δεν εξαφανίζουν από το κάδρο το ΔΝΤ. «Υπό αυτό το πρίσµα, καλωσορίζουµε τη δέσµευση των ελληνικών αρχών να εργαστούν σε στενή συνεννόηση µε τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσµούς και εταίρους. Σε αυτό το πλαίσιο, υπενθυµίζουµε την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Συµφωνήσαµε, επίσης, ότι το ∆ΝΤ θα συνεχίσει να διαδραµατίζει το ρόλο του», αναφέρεται κατά λέξη.

Τον δρόμο για την υιοθέτηση των πιο αντιλαϊκών πολιτικών ανοίγει επίσης η αποδοχή των πρωτογενών πλεονασμάτων. «Οι ελληνικές αρχές έχουν επίσης δεσµευτεί να διασφαλίσουν τα κατάλληλα δηµοσιονοµικά πρωτογενή πλεονάσµατα ή τα χρηµατοδοτικά έσοδα που απαιτούνται για τη διασφάλιση της βιωσιµότητας του χρέους, σύµφωνα µε το ανακοινωθέν του Eurogroup του Νοεµβρίου του 2012», αναφέρεται στην ανακοίνωση, συνδέοντας την βιωσιμότητα του χρέους με την αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Κανένα πρόβλημα επομένως δεν γεννάται από την εκτόξευσή του στο 180% του ΑΕΠ. Η προσθήκη πως «για το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσµατος του 2015 οι θεσµοί θα λάβουν υπόψη τις οικονοµικές συνθήκες το 2015» και πάλι μπορεί να εμφανίζεται ως επιτυχία της ελληνικής πλευράς δεν παραπέμπει ωστόσο σε καμία συγκεκριμένη ελάφρυνση.

Η έβδομη και τελευταία υποχώρηση της ελληνικής πλευράς σχετίζεται με την εξευτελιστική παραίτηση της από την ψήφιση φιλολαϊκών μέτρων, όπως τις εξαγγελίες που περιλαμβάνονταν στο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». Η ακόλουθη φράση που υπάρχει στην τρίτη παράγραφο από το τέλος «οι ελληνικές αρχές δεσµεύονται να απέχουν από οποιαδήποτε κατάργηση µέτρων και µονοµερείς αλλαγές στις πολιτικές και στις διαρθρωτικές µεταρρυθµίσεις που θα µπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τους δηµοσιονοµικούς στόχους, την οικονοµική ανάκαµψη και τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα» δεν ισοδυναμεί μόνο με το τέλος των αυταπατών για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ισοδυναμεί επίσης και με το τέλος των αυταπατών για την δυνατότητα παραχωρήσεων εντός ευρωζώνης και ΕΕ, ως αποτέλεσμα συναινετικών διαδικασιών κι όχι ρήξεων.

Αποθρασύνουν τους δανειστές οι υποχωρήσεις της κυβέρνησης (Πριν, 15/2/2015)

juncker-dijsselbloemΔεν μπορεί να θεωρείται σίγουρο ότι θα επέλθει συμφωνία στο αυριανό συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών, παρά το κλίμα ευφορίας που δημιουργήθηκε στη σύνοδο Κορυφής και τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η αλήθεια είναι πως οι πολύ σοβαρές υποχωρήσεις της κυβέρνησης συνέβαλαν ώστε στο έκτακτο Γιούρογκρουπ της Τετάρτης να διαμορφωθεί ένα κοινό έδαφος μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών, ασχέτως μάλιστα του γεγονότος ότι δεν συμφωνήθηκε κοινό ανακοινωθέν. Συγκεκριμένα η κυβέρνηση αφού είχε πρώτα αποσύρει πλήρως από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων το θέμα της διαγραφής του χρέους, ακόμη και του διεθνούς συνεδρίου με θέμα την διαγραφή του ελληνικού χρέους προχώρησε σε τρεις νέες υποχωρήσεις. Πρώτο, δέχτηκε την συνέχιση της επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας. Συμφωνήθηκε μάλιστα να ανατεθεί στους «θεσμούς της ΕΕ», πιθανότατα σε Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που ήδη έχουν μηχανισμούς παρακολούθησης της ελληνικής οικονομίας, με τα αποτελέσματα των ελέγχων τους να καταγράφονται στις τακτικές εκθέσεις που εκδίδουν. Η Τρόικα φεύγει λοιπόν, αλλά η επιτήρηση συνεχίζεται. Δεύτερο, το 70% του μνημονίου μένει, όπως επισήμως δηλώθηκε δια στόματος Γιουνκέρ, βεβαιώνοντας έτσι ότι η αναφορά του Γ. Βαρουφάκη ενώπιον του Σόιμπλε δεν ήταν γλωσσικό ατόπημα ή κακή μετάφραση, όπως αρχικά χαρακτηρίστηκε για να μετριαστούν οι πρώτες αντιδράσεις. Μάλιστα για το 30% των μέτρων του Μνημονίου που φεύγει η ελληνική πλευρά ανέλαβε την υποχρέωση να βρει ισοδύναμα μέτρα. Να αντικαταστήσει δηλαδή η κυβέρνηση Τσίπρα τα αντιλαϊκά μέτρα που προέβλεπε η Τρόικα στα τελεσίγραφά της με άλλα μέτρα που θα αποφέρουν στα ταμεία ίδια ποσά, με τις ελπίδες της κυβέρνησης να συγκεντρώνονται στους φορολογικούς ελέγχους των πολύ μεγάλων επιχειρήσεων. Ενδεχόμενο που – στην εξαιρετική περίπτωση στην οποία θα συμβεί καθώς η φοροαποφυγή και φοροδιαφυγή δεν είναι εθνικό θέμα – θα προκαλέσει τεκτονικούς τριγμούς στο πολιτικό σύστημα. Η τρίτη υποχώρηση της κυβέρνησης σχετίζεται με την αποδοχή ενός μικρού πλεονάσματος, της τάξης του 1,5%, που μπορεί να απέχει σημαντικά από το 4,5% που ζητούσε η Τρόικα, ξεπερνάει ωστόσο ακόμη και την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού. Πλέον, οι δαπάνες θα είναι αισθητά μικρότερες των δημοσίων εσόδων.

Αφού ο Γ. Βαρουφάκης συμφώνησε σε όλα τα παραπάνω, οι πιστωτές επομένως πήραν ό,τι ήθελαν, η διαφωνία εκδηλώθηκε μετά την αναχώρηση πολλών υπουργών Οικονομικών, συμπεριλαμβανομένων και του γερμανού υπουργού Β. Σόιμπλε, με δημοσιεύματα μάλιστα να επιμένουν ότι αυτό έγινε κατόπιν τηλεφωνήματος από την Αθήνα, που ήρθε να μαζέψει τις υποχωρήσεις του αρμόδιου υπουργού. Το θέμα ωστόσο ήταν δευτερεύον. Αφορούσε το κατά πόσο θα περιληφθεί η λέξη «τροποποίηση» του υπάρχοντος προγράμματος, την οποία δεν ήθελε η γερμανική πλευρά και η λέξη «επέκταση» την οποία απέρριπτε η ελληνική πλευρά που επεδίωκε να τονίσει τα στοιχεία της ασυνέχειας. (Πώς αλλιώς να καλύψει άλλωστε ο ΣΥΡΙΖΑ την επαναφορά της εκλεκτής του Γ. Παπανδρέου και βουλευτού Επικρατείας Έλενας Παναρίτη που πήγε στις Βρυξέλλες ως ειδική σύμβουλος του Γ. Βαρουφάκη, σηματοδοτώντας την επιστροφή των «ορφανών του Γιωργάκη»;) Πρόκειται για μάχη εντυπώσεων, αν έχει συμφωνηθεί για παράδειγμα η ύπαρξη δημοσιονομικού κενού για τον προηγούμενο χρόνο ύψους 2,5 δισ. ευρώ… Καθόλου τυχαίο με τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν δεν ήταν το κλίμα συναίνεσης που κυριάρχησε στην σύνοδο των ευρωπαίων ηγετών την επόμενη μέρα, όπως κι η άνοδος των τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο Αθηνών την Παρασκευή με τις τραπεζικές μετοχές να πρωταγωνιστούν, προαναγγέλλοντας έτσι συμφωνία με τους δανειστές.

Παρόλα αυτά πληροφορίες και δημοσιεύματα γύρω από το κλίμα που διαμορφώνεται στα τεχνικά κλιμάκια που έμειναν πίσω για να προετοιμάσουν το προγραμματισμένο Γιούρογκρουπ της Δευτέρας, εξειδικεύοντας και κοστολογώντας τις εναλλακτικές, προϊδεάζουν ότι η συμφωνία δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Ο λόγος για την αντεπίθεση των επικεφαλής της ΕΕ είναι απλός: Βλέποντας τις υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς αποθρασύνονται. Διαπιστώνοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν σκοπεύει να έρθει σε ρήξη με το ευρωπαϊκό κατεστημένο προχωρώντας σε παύση πληρωμών και μονομερή διαγραφή του χρέους, ασκώντας έτσι τα κατοχυρωμένα, κυριαρχικά δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο προς όφελος των συμφερόντων του ελληνικού λαού, σηκώνουν πιο ψηλά τον πήχη των απαιτήσεων τους.

Αυτό ωστόσο που δεν μπορεί να κάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, λόγω της επιλογής της να ιεραρχήσει την παραμονή της Ελλάδας σε ευρώ και ΕΕ, οφείλει να το κάνει ο ελληνικός λαός. Να προβάλλει δηλαδή από τα κάτω και μαζικά την ανάγκη διαγραφής του χρέους ως όρο εκ των ων ουκ άνευ για την εκ βάθρων ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας. Μόνο τότε Τρόικα και Μνημόνια θα φύγουν πραγματικά από την Ελλάδα…