Κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της Γερμανίας η νέα ΕΕ

Πηγή: NewsCenter

Σαν θύμα της υπερβολικής …δημοκρατίας εμφάνισε ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας της χώρα του μιλώντας στους γερμανούς διπλωμάτες στις 7 Ιουνίου: «Δεν μπορούμε πλέον να είμαστε όμηροι εκείνων που παραλύουν την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική μέσω των βέτο που υποβάλουν. Επομένως, το λέω ανοιχτά: το βέτο πρέπει να φύγει, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι και εμείς μπορούμε να καταψηφιστούμε»!

Λεωνίδας Βατικιώτης

Το μήνυμα του Χάικο Μάας ερμηνεύτηκε σαν απειλή. Στην πραγματικότητα ήταν κατά πολύ χειρότερο: ήταν προειδοποίηση. Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών εισήλθε στο τελευταίο στάδιο που προηγείται της αλλαγής των ευρωπαϊκών συνθηκών και πλέον προετοιμάζει την κοινή γνώμη και τις πολιτικές ηγεσίες των άλλων κρατών – μελών της ΕΕ θέτοντας δημόσια τις αξιώσεις του. Στο αποκορύφωμα μάλιστα της υποκρισίας του το Βερολίνο φαίνεται διατεθειμένο ακόμη και να χάσει στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής ψηφοφορίας. Πρόκειται για κακόγουστο θέατρο μιας και το Βερολίνο κέρδιζε άνετα αποσπώντας ομοφωνίες ακόμη και όταν οι αποφάσεις που λαμβάνονταν στα ευρωπαϊκά όργανα ισοδυναμούσαν με τον οικονομικό θάνατο σειράς ευρωπαϊκών χωρών. Ας θυμηθούμε όσα συνέβησαν προ δεκαετίας στο απόγειο της κρίσης του ευρώ… Όταν λοιπόν ακόμη και τότε η Γερμανία αξιοποιούσε στο έπακρο κρυφούς και φανερούς μηχανισμούς επιβολής για να προσδώσει την κατάλληλη θεσμική ισχύ στα πιο ιδιοτελή της συμφέροντα, σιγά που θα περάσει στο στρατόπεδο των χαμένων όταν θεσπιστεί η πλειοψηφία στα δύο πεδία που εξακολουθεί να ισχύει: τη φορολογία και την εξωτερική πολιτική!

Αφορμή για το ξέσπασμα του γερμανού υπουργού Εξωτερικών στάθηκε η αντίδραση της Ουγγαρίας όταν η ΕΕ επιδίωξε στο αποκορύφωμα της πρόσφατης σφαγής στη Γάζα να εκδώσει ένα ψήφισμα με το οποίο ζητούσε ανακωχή. Το αυταρχικό καθεστώς της Ουγγαρίας δείχνοντας για πολλοστή φορά τους στενούς του δεσμούς με το Ισραήλ, ακύρωσε τη δυνατότητα της κοινής ανακοίνωσης που όσο κι αν δεν χαριζόταν ούτε στο Ισραήλ, ούτε στη Χαμάς, έθετε προ των ευθυνών του το Ισραήλ.

Κι αν αυτή η διαμάχη έμεινε μεταξύ των ειδημόνων, το βέτο που συζητήθηκε ευρέως τέθηκε από Ουγγαρία (πάλι) και Πολωνία και αφορούσε το νέο προϋπολογισμό της ΕΕ και τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ειδικότερα, η αδιαλλαξία τους εκδηλώθηκε με αφορμή την επιδίωξη των Βρυξελλών να θεσπίσουν ταυτόχρονα πολιτικά εργαλεία παρέμβασης, που σύμφωνα με Βουδαπέστη και Βαρσοβία υπονόμευαν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.

Σημασία έχει ότι ανεξαρτήτως των πρόσφατων αφορμών (που δεν λείπουν) η ομοφωνία στο σύστημα αποφάσεων έχει τεθεί στο στόχαστρο των γερμανικών επιθέσεων εδώ και χρόνια. Ενδεικτικά, το είχε προτείνει ακόμη κι πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ. Ενώ είναι σίγουρο ότι το θέμα θα τεθεί στην «Διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης».

Η πρωτοβουλία της Γερμανίας να ανοίξει τη συζήτηση για την κατάργηση της ομοφωνίας, φέρνει στην επιφάνεια τα γερμανικά σχέδια απόλυτης κυριαρχίας στην ΕΕ και την Ευρώπη. Η ύπαρξη του βέτο στην ΕΕ για περισσότερο από μισό αιώνα εξασφάλιζε ότι κανενός κράτους μέλους τα συμφέροντα δεν πρόκειται να θυσιαστούν στο όνομα της ενιαίας Ευρώπης, σε επίπεδο τυπικό πάντα και σύμφωνα με τις ιδρυτικές διακηρύξεις. Γιατί η πράξη από τη θεωρία απείχε πιο πολύ από την απόσταση που χωρίζει το κατά κεφαλήν εισόδημα του ευρωπαϊκού κέντρου από την περιφέρεια. Για να το πούμε ακόμη πιο απλά: Κανείς δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει ότι σε κρίσιμες συγκυρίες, οι λεκτικές επιθέσεις που δέχτηκε το 2011 στη Σύνοδο Κορυφής ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γιώργος Παπανδρέου, όταν ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προσχωρήσει σε δημοψήφισμα όπως περιγράφηκαν από τον τότε Ισπανό πρωθυπουργό Θαπατέρο, δεν αποτελούν τον κανόνα. Συνέβαιναν ωστόσο σε περιβάλλον ομοφωνίας…

Η κατάργηση της ομοφωνίας συμβαίνει σε μια διπλή συγκυρία. Από την μια η Γερμανία νιώθει τέτοια αυτοπεποίθηση που δεν έχει πια την ανάγκη να λαβαίνει υπ’ όψη της τα συμφέροντα των μικρότερων χωρών. Η συμμετοχή τους στην ΕΕ είναι αδιαπραγμάτευτη, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε ακόμη και την δεκαετία του ’80 στον ευρωπαϊκό Νότο, ενώ ακόμη και οι κυβερνήσεις τους ελάχιστα διαπραγματεύονται όσα τους αναλογούν, και πάλι αντίθετα με ό,τι συνέβαινε την δεκαετία του ’80. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις των κρατών της ανατολικής Ευρώπης διαπραγματεύονται μεν τη θέση τους στη διεθνή σκακιέρα αλλά όχι μόνο απέναντι στο Βερολίνο. Συχνά, συχνότατα στην απέναντι μεριά του τραπεζιού, ενίοτε και δίπλα τους, κάθεται η Ουάσινγκτον, όπως το είδαμε να συμβαίνει το 2003, με την επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ κι ουκ  λίγες φορές έκτοτε, με ποικίλες αφορμές. Σε αυτό το πλαίσιο η επαναφορά της πλειοψηφίας ισοδυναμεί με το κλείσιμο της πόρτας στην Ουάσινγκτον!

Παρόλα αυτά, η κατάργηση της ομοφωνίας δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα οδηγήσει σε μια ΕΕ πολύ πιο γερμανική και λιγότερη φιλική στα μικρά κράτη μέλη και τους λαούς. Τότε το Βερολίνο δεν θα είναι καν υποχρεωμένο να αναζητάει συμβιβασμούς ή να παραχωρεί ανταλλάγματα αν θέλει να επιβάλλει την πολιτική του. Θα είναι αρκετή η σφυρηλάτηση και η εμβάθυνση του γαλλογερμανικού άξονα ή η διαμόρφωση ενός διευθυντηρίου μεταξύ των πλούσιων χωρών του βορρά, που θα αποφασίζουν για τα πάντα μεταξύ τους…

Αντιφασιστική αφύπνιση στο Αμβούργο

Δεν συμβαίνει συχνά, αλλά ορισμένες φορές οι κάλπες εκπέμπουν μηνύματα προς τις πιο διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό συνέβη πολύ πρόσφατα στις κρατιδιακές εκλογές του Αμβούργου, στο γερμανικό βορρά, όπου τα αποτελέσματα όλων σχεδόν των κομμάτων ισοδυναμούσαν με μια ανατροπή.

Το πιο ευχάριστο αποτέλεσμα ήταν η συντριβή της γερμανικής Δεξιάς. Το CDU συγκέντρωσε ένα απίστευτα χαμηλό ποσοστό, μόλις το 11,2% των ψήφων, που ήταν το δεύτεροι χειρότερο αποτέλεσμα σε κρατιδιακό επίπεδο στην ιστορία του κόμματος. Η αλήθεια είναι πώς η πτώση των χριστιανοδημοκρατών ήταν αναμενόμενη, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό.

Το χαστούκι των γερμανών ψηφοφόρων απέναντι στους υποψηφίους της γερμανικής Δεξιάς ήταν η άμεση αντίδραση στα γεγονότα της Θουριγγίας. Μόλις στις αρχές Φεβρουαρίου στο γερμανικό αυτό κρατίδιο ο εκλεκτός των Ελεύθερων Δημοκρατών του FDP (ναι, του φιλελεύθερου κόμματος που ομνύει στην επιχειρηματικότητα, τις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού και στην πρωθιέρειά τους την Μάργκαρετ Θάτσερ) εκλέχτηκε πρόεδρος με τις ψήφους των νεοναζί της Εναλλακτικής για τη Γερμανία. Η μεγαλύτερη ωστόσο κοινοβουλευτική ομάδα που σήκωσε το χεράκι της για να φορέσει το στέμμα του, ευτυχώς για λίγες ώρες, ήταν των Χριστιανοδημοκρατών, του κόμματος της Άνγκελα Μέρκελ. Η εκλογή του προκάλεσε σοκ στην γερμανική κοινωνία. Χιλιάδες διαδηλωτές πολιόρκησαν τα γραφεία των νεοφιλελεύθερων που αποδείχτηκε ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συναγελάζονται με τα μιάσματα των νοσταλγών του Χίτλερ από το Βερολίνο και την Φρανκφούρτη μέχρι το Μόναχο και την Λειψία. Άμεση ήταν και η αντίδραση του γερμανικού πολιτικού συστήματος, με την Μέρκελ να χαρακτηρίζει το μαύρο μέτωπο νεοφιλελεύθερων – νεοναζί – Δεξιάς ως «κακή μέρα για την Δημοκρατία» και «ασυγχώρητη πράξη». Ενώ σε σύσκεψη που έγινε την αμέσως επόμενη μέρα μεταξύ των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού αποφασίστηκε να ξαναγίνουν εκλογές για να σβήσει μία και καλή από την πολιτική ιστορία της Γερμανίας η ψηφοφορία της Θουριγγίας, όπου να σημειωθεί ότι δεύτερη μεγάλη πόλη μετά την Ερφούρτη είναι η Βαϊμάρη. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο αποτέλεσε σημείο καμπής στην μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα όχι τόσο τους νεοφιλελεύθερους που είναι γνωστή η πολιτική συγγένειά τους με τους νεοφασίστες από τα χρόνια ακόμη του Πινοτσέτ, αλλά την mainstream Δεξιά που η ίδια έχει κάθε δικαίωμα να χαρακτηρίζει τους νοτιοευρωπαίους τεμπέληδες και χαραμοφάηδες διαχέοντας ρατσιστικό δηλητήριο σε όλη την Γερμανία, αλλά όχι να συγκυβερνάει με τους οπαδούς της φυλετικής καθαρότητας.

Η Δεξιά του Αμβούργου έπεσε θύμα κι άλλης μια κακής συγκυρίας – που μόνο τυχαία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί: Της δολοφονικής επίθεσης από έναν ακροδεξιό στις 19 Φεβρουαρίου στην πόλη της Χανάου, πλησίον της Φρανκφούρτης, που οδήγησε στον θάνατο 10 ανθρώπων. Η αντίδραση του γερμανικού Τύπου ήταν άμεση και αυστηρή. Το περιοδικό Spiegel χαρακτήρισε την ακροδεξιά τρομοκρατία σαν «αποτυχία της Γερμανίας» κι έγραφε δύο μέρες μετά την δολοφονική επίθεση: Η τρομοκρατική επίθεση στη Χανάου έχει για μια ακόμη φορά δείξει πόσο ανοχύρωτη είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η μάχη ενάντια στον ακροδεξιό εξτρεμισμό και τον εθνικο-σοσιαλισμό θα όφειλε πραγματικά να είναι στο DNA της χώρας, λόγος ύπαρξής της. Αλλά δεν είναι, ούτε ποτέ ήταν. Στη Γερμανία μπορούν να συγχωρηθούν πολλά, αλλά δεν μπορεί να συγχωρηθεί η απάθεια στη μάχη απέναντι στους Νεοναζί και την ακροδεξιά βία».

Το κόμμα της Μέρκελ επομένως στο Αμβούργο πλήρωσε ανεξόφλητους λογαριασμούς των χριστιανοδημοκρατών από το ένα άκρο της Γερμανίας στο άλλο. Και μέσα με αυτούς φυσικά την κρίση διαδοχής που έχει παραλύσει το κόμμα μετά την παραίτηση της Άνεγκρετ Κραμπ – Καρενμπάουερ από την ηγεσία του κόμματος, που οδήγησε σε συνέδριο στις 25 Απριλίου ή 9 Μαΐου.

Από την άλλη δεν περνάει απαρατήρητο το γεγονός ότι οι φασίστες κατάφεραν και συγκέντρωσαν τον ίδιο αριθμό ψήφων, με τις προηγούμενες εκλογές. Η πτώση του ποσοστού τους οφείλεται στην αύξηση τη συμμετοχής στις εκλογές…

Συμβολικό ωστόσο ήταν το εκλογικό αποτέλεσμα και για τους σοσιαλδημοκράτες. Το SPD στο Αμβούργο κατέγραψε ένα από τα καλύτερα ποσοστά του, κερδίζοντας 39%. Πίσω από αυτή την επιτυχία βρίσκεται μια φιλολαϊκή πολιτική που έχει κατασκευάσει μαζικά νέες κατοικίες κι έχει επεκτείνει την μέριμνα και την κοινωνική πολιτική.  Κορυφαία πολιτική κίνηση των Σοσιαλδημοκρατών ήταν η μάχη που έδωσαν μαζί με τους κατοίκους του πολυπληθούς κρατιδίου για την επαναδημοτικοποίηση του δικτύου ηλεκτροδότησης, ενάντια στην εταιρεία Vattenfall, μετά την αποτυχία της ιδιωτικοποίησης.  Όλα αυτά βρίσκονται στον αντίποδα της δεξιάς κι αντιλαϊκής πολιτικής που ακολουθεί η ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών σε κεντρικό επίπεδο.

Τέλος, το υψηλό ποσοστό που συγκέντρωσαν οι Πράσινοι κι έφτασε το 24% δείχνει ότι ολοένα και περισσότερο παύουν να λειτουργούν σαν ομάδα πίεσης κι  αποτελούν σταθερά του πολιτικού συστήματος στη Γερμανία.

Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Αστάθειας

Στρωμένος με αγκάθια αποδεικνύεται για τη Γερμανία ο δρόμος επιβολής μιας σιδερένιας δημοσιονομικής πειθαρχίας, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα της ευρωπαϊκής χρηματιστηριακής ολιγαρχίας. Αξίζει μάλιστα να προσέξουμε ότι το γερμανικό σχέδιο προκαλεί πολύ περισσότερες αντιδράσεις σε τμήματα της ευρωπαϊκής ελίτ προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη, παρά στην ίδια την κοινωνία που δείχνει να έχει εξοικειωθεί με τη συνεχή φτωχοποίηση και την αποστέρηση κοινωνικών δικαιωμάτων που πριν λίγες δεκαετίες θεωρούνταν αναπόσπαστα τμήματα του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής. Το χάσμα του Παρισιού με το Βερολίνο, με αφορμή τι μεταρρυθμίσεις του Μακρόν, είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιδράσεων που γεννά η εξελισσόμενη Γερμανοποίηση της Ευρώπης. Δεν είναι όμως και το μοναδικό…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ασυνήθιστης σφοδρότητας ήταν για παράδειγμα η αντίδραση της Ιταλίας απέναντι στο σχέδιο αναθεώρησης του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (που συμμετείχε στη δανειοδότηση της Ελλάδας, της Ιταλίας και των ισπανικών τραπεζών και διαδέχθηκε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) και συζητήθηκε στην σύνοδο κορυφής της ΕΕ. Ως αποτέλεσμα η τελική συμφωνία αντί για το τέλος του 2019 παραπέμφθηκε για τον Ιούνιο του 2020. Την ιταλική διαφωνία έκανε γνωστή ο προερχόμενος από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Λουίτζι ντι Μάγιο, προσθέτοντας ότι η Ιταλία δεν πρόκειται να συναινέσει στην μεταρρύθμιση μέχρι να αποσαφηνιστούν τα ευρύτερα σχέδια για τη Τραπεζική Ένωση.

Το άμεσο πρόβλημα της Ιταλίας ωστόσο είναι το νέο καταστατικό του ΕΜΣ και ειδικότερα η αλλαγή των όρων αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους. Με βάση την τροποποίηση και σύμφωνα με τους εμπνευστές της, ο ΕΣΜ αποκτά περισσότερες εξουσίες στο εξής για να διαχειρίζεται χρηματοοικονομικές κρίσεις, εξοπλίζεται με επιπλέον εργαλεία επιτήρησης των εθνικών οικονομιών, ενώ απλουστεύει τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους. Αυτή η αλλαγή ωστόσο είναι μαθηματικά βέβαιο πώς θα οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων δανεισμού για τις υπερχρεωμένες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης και θα φέρει πιο κοντά την επόμενη κρίση χρέους, λειτουργώντας σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Προβλέπει για την ακρίβεια στις Ρήτρες Συλλογικής Δράσης που συνοδεύουν κάθε έκδοση ομολόγου πώς στο εξής θα απαιτείται μικρότερο ποσοστό κατόχων ομολόγων για να εγκριθεί μια αναδιάρθρωση. Αυτή η αλλαγή αυξάνει τον κίνδυνο της αναδιάρθρωσης κι εκθέτει τους ομολογιούχους σε μεγαλύτερους κινδύνους, με αποτέλεσμα να ζητήσουν μεγαλύτερη ανταμοιβή, δηλαδή υψηλότερο επιτόκιο, για την αγορά του. Η Ιταλία ωστόσο, έχοντας το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ μετά την Ελλάδα, ξέρει ότι βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού κι αρκεί μια ανεπαίσθητη αλλαγή των σημερινών όρων για να την οδηγήσει εκεί που ήταν η Ελλάδα το 2010.

Γι’ αυτό το λόγο και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία την απέρριψε βάζοντας σε κίνδυνο τη συνοχή του νέου κυβερνητικού συνασπισμού που ανέλαβε το Σεπτέμβριο, έχοντας στη θέση των ακροδεξιών του Σαλβίνι το Δημοκρατικό Κόμμα, που συμφωνεί εκ των προτέρων με κάθε σχέδιο αλλαγής των ευρωπαϊκών συνθηκών. Όπως εκ παραδόσεως κάνουν κι όλα τα κόμματα εξουσίας της Ελλάδας…

Η Ιταλία όμως δεν αρκέστηκε στην απόρριψη του γερμανικού σχεδίου μεταρρύθμισης του ΕΜΣ που επιταχύνει την πορεία προς μια ένωση των δυο ή και περισσότερων ταχυτήτων. Αναλυτική, συχνή και καλά επιχειρηματολογημένη αρθρογραφία στους Financial Times του επικεφαλής του τμήματος Ποιοτικής Ανάλυσης και Χρηματοοικονομικής καινοτομίας της ιταλικής ρυθμιστικής αρχής του χρηματιστηρίου αντιπαραβάλλει ένα ανταγωνιστικό σχέδιο για την μεταρρύθμιση του ΕΜΣ, που θα όφειλε να βρει ανταπόκριση σε όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας που είναι ευάλωτες στις δημοσιονομικές κρίσεις. Η πρότασή του συμπυκνώνεται στη δημιουργία ενός μηχανισμού που θα διαχέει και θα επιμερίζει τον κίνδυνο από την μια άκρη ως την άλλη της ευρωζώνης. Προτείνει ειδικότερα τη σταδιακή εισαγωγή σε όλες τις εκδόσεις ομολόγων των κρατών μελών μιας ρήτρας που θα ισοδυναμεί με υπερεθνική εγγύηση και στην πράξη θα σημαίνει ότι στην περίπτωση που ο εκδότης αδυνατεί να εκπληρώσει το χρέος του τότε θα αναλαμβάνει να το πράττει ο ΕΜΣ. Ως πρώτο βήμα αυτής της διαδικασίας συστήνεται η αντικατάσταση όλων των ομολόγων που λήγουν με νέα, που θα φέρουν την εγγύηση του ΕΜΣ. Με βάση τους υπολογισμούς του, σε μια δεκαετία όλο το ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος θα έχει δώσει τη θέση του σε ένα νέο χρέος εγγυημένο από τον ΕΜΣ. Σε δεύτερο χρόνο, που θα ξεκινήσει μετά από αυτή την δεκαετία, τα εγγυημένα από τον ΕΜΣ ομόλογα θα αντικατασταθούν από νέα, εκδοθέντα από το ίδιο τον ΕΜΣ. Η κυκλοφορία τους θα σημάνει σταδιακά την πλήρη αμοιβαιοποίηση των δημοσίων χρεών. Ο ιταλός τεχνοκράτης προτείνει στα κράτη μέλη της περιφέρειας να αποδεχθούν την αλλαγή των όρων αναδιάρθρωσης υπό την προϋπόθεση της αμοιβαιοποίησης του χρέους.

Δεν είναι πρώτη φορά που κατατίθεται δημόσια πρόταση έκδοσης ευρω-ομολόγων ως απάντηση στη σοβούσα δημοσιονομική κρίση. Ούτε κι η πρώτη φορά που η Γερμανία θα την απορρίψει, επικαλούμενη ότι κινδυνεύει η δική της οικονομική ευρωστία και θα αυξηθούν τα δικά της επιτόκια δανεισμού. Ακόμη κι έτσι ωστόσο φαίνεται πώς οι ρωγμές που προκαλεί η πολιτική της δεν κλείνουν, ακόμη και μια δεκαετία μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Στην τελική ευθεία Ρωσία – Γερμανία για τον Nordstream 2

Μεγάλη επιτυχία για την Μέρκελ και τον Πούτιν ήταν η απόφαση που έλαβε η Δανία στις 30 Οκτωβρίου να δώσει το πράσινο φως για να διέλθει από τα χωρικά της ύδατα ο αγωγός Nord Stream 2 συνολικού μήκους 1.230 χιλιομέτρων, που θα μεταφέρει ετησίως 55 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Η απροθυμία της Κοπεγχάγης να δώσει μια οριστική απάντηση στο αίτημα που είχε καταθέσει η Gazprom από τον Απρίλιο του 2017, δημιουργούσε τον κίνδυνο να εκτινάξει το κόστος κατασκευής  του αγωγού και να καθυστερήσει την ολοκλήρωσή του. Η αρχική αξία του σχεδίου ανερχόταν σε 9,5 δισ. ευρώ και η προθεσμία ολοκλήρωσης του έργου ήταν το τέλος του 2019, έτσι ώστε από την πρώτη μέρα του νέου χρόνου το φυσικό αέριο από τη Ρωσία να εισέρχεται στη Γερμανία μέσω του αγωγού Nord Stream 2. Αν ωστόσο οι Ρώσοι ήταν διατεθειμένοι να επιβαρυνθούν με 560 εκ. ευρώ επιπλέον, όπως έγινε γνωστό ότι θα στοίχιζε η παράκαμψη των εθνικών υδάτων της Δανίας και η πόντιση του αγωγού στα διεθνή ύδατα όπου η μοναδική υποχρέωση αφορά την τήρηση της νομοθεσίας για το περιβάλλον και την ασφαλή διέλευση των πλοίων, με τίποτε δεν ήταν διατεθειμένοι να χάσουν την προθεσμία ολοκλήρωσης του έργου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η σημασία που έχει για τη Ρωσία το τέλος του 2019 υπογραμμίζεται από την λήξη την ίδια ημέρα της συμφωνίας με την Ουκρανία για τη διέλευση του φυσικού αερίου μέσω επίγειων αγωγών από το έδαφός της. Πιθανή καθυστέρηση της παράδοσης του νέου αγωγού υποχρεώνει την Ρωσία να υπογράψει με την Ουκρανία μια νέα συμφωνία και, στην πράξη, να αποδεχθεί η Μόσχα τους εκβιασμούς του Κιέβου. Αν τηρηθεί το αρχικό σχέδιο παράδοσης του έργου στις 31/12/2019 η Μόσχα έχει όλη την ελευθερία κινήσεων να διαπραγματευτεί μια συμφωνία που ναι μεν θα συνεχίσει την τροφοδοσία της Ουκρανίας με ρωσικό φυσικό αέριο, αλλά τη ίδια στιγμή θα μπορεί να αρνηθεί ταπεινωτικούς συμβιβασμούς που θα θέσει το Κίεβο για να συνεχίσει να απομυζά τη Ρωσία με 2-3 δισ. ευρώ ετησίως, ως κόστη διέλευσης.

Το πράσινο φως της Δανίας αποτελεί νίκη της Γερμανίας, ήττα των ΗΠΑ και θρίαμβο της Ρωσίας.

Το Βερολίνο αποδείχτηκε πώς παρά τους συμβιβασμούς που μπορεί να αποδέχεται και τις υποχωρήσεις που μπορεί να κάνει στο πλαίσιο του ανταγωνισμού του με την Ουάσινγκτον, επ’ ουδενί δεν βάζει στη ζυγαριά των διαπραγματεύσεων την ενεργειακή του ασφάλεια. Αντίθετα, δηλαδή με το πώς λειτουργούν χώρες όπως η Ελλάδα, η Γερμανία χαράζει κόκκινες γραμμές τις οποίες τηρεί χωρίς τυμπανοκρουσίες ούτε λεονταρισμούς. Πιθανά κι εξ αιτίας του κατεπείγοντος χαρακτήρα που έχει η ενεργειακή της ασφάλεια λόγω της απόφασης να κλείσει τους πυρηνικούς της αντιδραστήρες μέχρι το 2022.

Από την άλλη, οι αμερικανικοί εκβιασμοί έπεσαν στο κενό, αν και ακόμη οι ΗΠΑ δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη. Τον Ιούλιο ψηφίστηκε από τη ν Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, με συντριπτική μάλιστα  πλειοψηφία, πρόταση του γερουσιαστή Τεντ Κρουζ για την επιβολή κυρώσεων στις εταιρείες που συμμετέχουν στην κοινοπραξία. Τις επόμενες εβδομάδες θεωρείται σίγουρη η ανακοίνωση οικονομικών κυρώσεων, που σε καμιά περίπτωση όμως δεν θα ακυρώσουν το έργο που κατά 87% είναι έτοιμο.  Απλώς θα επιβαρύνουν οικονομικά τις γερμανικές πολυεθνικές που συμμετείχαν στην κατασκευή του. Επίσης, θα αποκαλύψουν ότι πίσω από την έγνοια των ΗΠΑ για την ενεργειακή κυριαρχία της Ευρώπης αυτό που κυρίως κρύβεται είναι τα δικά της οικονομικά συμφέροντα και μια συμπεριφορά στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις που παραπέμπει στα ήθη της Άγριας Δύσης. Το ζητούμενο των ΗΠΑ είναι η προώθηση του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου στη ευρωπαϊκή αγορά και το έχουν μάλιστα καταφέρει σε ένα βαθμό. Από την επίσκεψη του Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ στην Ουάσιγκτον όταν υποσχέθηκε να αυξηθούν οι ευρωπαϊκές εισαγωγές υγροποιημένου αερίου, οι εισαγωγές έχουν αυξηθεί κατά 200%!  Το πρόβλημα όμως είναι ότι ακόμη και τώρα οι τιμές του παραμένουν μη ανταγωνιστικές. Ξέροντας επομένως η Ουάσινγκτον ότι δεν μπορεί να  ανταγωνιστεί το ρωσικό αέριο με όρους ελεύθερης αγοράς επικαλείται πολιτικούς κινδύνους για να επιβάλει τις δικές της εξαγωγές και να βελτιώσει το εμπορικό της ισοζύγιο. Έτσι, διασφαλίζει την γεωπολιτική της ηγεμονία και την ίδια ώρα αυξάνουν τα κέρδη τους οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων, που χρηματοδοτούν και στηρίζουν αθρόα τον Τραμπ.

Η Ρωσία τέλος, εξασφαλίζει την ενεργειακή της πρόσβαση στην Ευρώπη. Η αύξηση της συμμετοχής του ρωσικού φυσικού αερίου από το 40% που είναι σήμερα στη ευρωπαϊκή αγορά στο 45-50% την επόμενη δεκαετία σηματοδοτεί την ακύρωση των αμερικανικών σχεδίων για την ανέγερση ενός νέου τείχους, ενεργειακού αυτή τη φορά, που θα διαχωρίζει τη Ρωσία από τη Δυτική Ευρώπη και ταυτόχρονα θα αυξάνει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ. Στις επιτυχίες που καταγράφει η Ρωσία στο ενεργειακό μέτωπο αξίζει επίσης να προστεθεί η συμφωνία με την Ουγγαρία να φτάσει στα εδάφη της ο αγωγός TurkStream που διέρχεται από την Τουρκία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Πέφτει κατηγορία η Deutsche Bank

Οι ανακοινώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της Deutsche Bank την Κυριακή 7 Ιουλίου ισοδυναμούσαν με μια οριστική και αμετάκλητη αλλαγή κατηγορίας στην δεύτερη αν όχι χαμηλότερη ταχύτητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος για την αγαπημένη τράπεζα του Αδόλφου Χίτλερ. Παρόλα αυτά κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την Deutsche Bank, που διαδραμάτισε έναν ξεχωριστό ρόλο στην υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς των μνημονίων πριν δέκα χρόνια, ότι για να καταφέρει να ενταχθεί στην πρώτη εθνική του χρηματοπιστωτικού συστήματος και να μπορεί να στέκεται δίπλα δίπλα με την Goldman Sachs, δεν ενεπλάκη σε κάθε είδους απάτη που στήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Για να μείνουμε μόνο στην εποχή που ξεκίνησε με την χρηματοοικονομική κρίση, ο κατάλογος περιλαμβάνει την πώληση τοξικών ομολόγων μεταξύ 2005 και 2007 σε επενδυτές που αγνοούσαν τη σύνθεσή τους (υπόθεση για την οποία η γερμανική τράπεζα κατέβαλε κατόπιν συμβιβασμού πρόστιμο ύψους 7,2 δισ. δολ.) την χειραγώγηση του επιτοκίου Libor (για την οποία τιμωρήθηκε με πρόστιμο ύψους 2,5 δισ. δολ.), ξέπλυμα χρήματος ρώσων ολιγαρχών (υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε με πρόστιμο 630 εκ. δολ. από τις αμερικανικές και βρετανικές εποπτικές αρχές), παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων σε Ιράν, Συρία, Λιβύη και Σουδάν (ορμώμενη φυσικά όχι από κάποια αντιιμπεριαλιστικά κίνητρα, αλλά από υψηλές προμήθειες), μέχρι κι ότι κατασκόπευε εν δυνάμει επικριτές της, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν κι ένας δημοσιογράφος! Η έφεσή της στον κίνδυνο αποδεικνύεται επίσης κι από τα δάνεια που χορηγούσε τον Ντόναλντ Τραμπ μια εποχή που καμία αμερικανική τράπεζα δεν του δάνειζε ούτε σεντς…

Η προθυμία της Deutsche Bank να συμμετέχει σε κάθε είδους οικονομικό σκάνδαλο που θεωρητικά ανοίγει διάπλατες τις πόρτες για την κορυφή δεν κατάφερε ωστόσο να εγγυηθεί τη γερμανική παρουσία στην κορυφή του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού τομέα. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης που εξήγγειλε ο Κρίστιαν Σιούινγκ περιλαμβάνει την κατάργηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που έχουν την έδρα τους στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο και τη συρρίκνωση της επενδυτικής τραπεζικής με αποτέλεσμα την περικοπή 18.000 θέσεων εργασίας μέχρι το 2022, που σημαίνει πώς το προσωπικό της θα μειωθεί στα 74.000 άτομα, από 91.500 που εργάζονται σήμερα. Το οικονομικό κόστος της αναδιάρθρωσης θα ανέλθει σε 7,4 δισ. ευρώ, η τράπεζα δεν πρόκειται να διανείμει μέρισμα τα επόμενα δύο χρόνια, ενώ μόνο το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους οι απώλειες από την εφαρμογή του σχεδίου θα ανέλθουν σε 2,8 δισ. ευρώ.

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης δεν καταστρώθηκε σε κενό αέρα, ούτε αποτελεί επιθετική κίνηση. Αποτέλεσε την (καθυστερημένη για πολλούς) αντίδραση της τράπεζας απέναντι τόσο στην κατακρήμνιση της μετοχής της που έχει χάσει το 95% της αξίας της από το ανώτατο σημείο που είχε φτάσει το 2007, όσο και στην απώλεια πολλών πελατών που έπαψαν να εμπιστεύονται την τράπεζα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων. Πριν δηλαδή αποσυρθεί επισήμως και τυπικά η Deutsche Bank από την επενδυτική, είχαν αποσυρθεί οι επενδυτές από την Deutsche Bank… Τα σχέδια επομένως της Deutsche Bank, όσο κι αν ενδύθηκαν με μεγαλοστομίες για στήριξη των διεθνών σχεδίων των γερμανικών επιχειρήσεων, απλώς προσπαθούν να περιορίσουν τη ζημιά.

Τα σχέδια αναδιάρθρωσης έρχονται επίσης όταν το «νούμερο ένα» σε προτεραιότητα σχέδιο αποτυγχάνει για πολλοστή φορά. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τη συγχώνευση της Deutsche Bank με την Commerzbank έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας εθνικός πρωταθλητής που θα επιβάλλει την κυριαρχία του στην Ευρώπη και θα μπορεί να ανταγωνιστεί επάξια τους αμερικανικούς κολοσσούς. Οι εντατικές διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν έξι εβδομάδες, υπό την επίνευση μάλιστα του γερμανού υπουργού Οικονομικών Όλαφ Σολτς που κατ’ επανάληψη εξέφρασε τη συμφωνία του Βερολίνου στο υπό συζήτηση σχέδιο, έληξαν στις 25 Απριλίου με μια λιτή ανακοίνωση που επαναλάμβανε ό,τι λέγεται σε αυτές τις περιπτώσεις: ότι οι κίνδυνοι είναι πολύ μεγαλύτεροι από τα σίγουρα, αναμενόμενα οφέλη. Το συνοικέσιο είχε συγκεντρώσει την κριτική των γερμανικών συνδικάτων εξ αιτίας των περικοπών πιθανότατα ακόμη και 30.000 θέσεων εργασίας από ένα συνολικό προσωπικό 140.000 εργαζομένων, όπως και των Πρασίνων. Η δήλωσή μάλιστα εκπροσώπου τους έβαλε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων: «Κανείς δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει γιατί έχει νόημα μια ακόμη μεγαλύτερη, υψηλού κινδύνου τράπεζα».

Με βάση εξειδικευμένη αρθρογραφία ένας από τους λόγους που το σχέδιο συγχώνευσης έμεινε στα χαρτιά αφορούσε τις επενδύσεις ύψους 8,4 δισ. ευρώ της Commerzbank σε ιταλικά ομόλογα που θεωρούνται πλέον πολύ υψηλού κινδύνου. Η υποβολή των σχεδίων συγχώνευσης στις εποπτικές αρχές προς έγκριση γεννούσε τον κίνδυνο μιας απόφασης ανακεφαλαιοποίησης της νέας συγχωνευμένης τράπεζας έτσι ώστε να καλυφθεί ο κίνδυνος. Γνωστό επίσης είναι ότι η Deutsche Bank μέχρι και τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 πραγματοποιούσε τα μεγαλύτερα κέρδη της από την έκδοση και διαπραγμάτευση παραγώγων. Έκτοτε έχει μείνει με ένα χαρτοφυλάκιο παραγώγων που αντιστοιχούν σε αξίες ύψους 45 τρισ. δολ. Το ποσό είναι μυθικό απ’ όποια σκοπιά κι αν το προσεγγίσουμε. Και τόσο μεγάλο που επιβεβαιώνει τις φήμες ότι η Deutsche Bank αποτελεί την επόμενη Lehman Brothers, με τη διαφορά ότι αυτή η βόμβα βρίσκεται στη δική μας αυλή. Μπροστά σε αυτή την απειλή το σχέδιο αναδιάρθρωσης, παρά το μεγάλο κοινωνικό κόστος που θα προκαλέσει, μοιάζει μάλλον με σταγόνα στον ωκεανό…

 Πηγή: Νέα Σελίδα