Bayer – Monsanto: Δύο τέρατα σε συσκευασία ενός

4Το οικονομικό γεγονός της χρονιάς θα αποδειχθεί πολύ πιθανά (κι αν το τελευταίο τρίμηνο του έτους δεν κρύβει εκπλήξεις) η επικείμενη εξαγορά της αμερικανικής Monsanto από την γερμανική Bayer. Πρόκειται για μια εξέλιξη καταστροφική από κάθε άποψη και πρώτ’ απ’ όλα για τους καταναλωτές, τη δημόσια υγεία και ποιότητα ζωής.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Πριν δούμε τις οικονομικές παραμέτρους του πιο βρώμικου γάμου στην ιστορία των εξαγορών και συγχωνεύσεων, αυτό που πρέπει να υπογραμμίσουμε είναι ότι η πώληση της Monsanto, από μια άποψη, αποτελεί νίκη του κινήματος κατά των τροφίμων Φρανκεστάιν και των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Η Monsanto είχε ένα μοναδικό ταλέντο να γίνεται η πιο μισητή εταιρεία σε κάθε γενιά Αμερικανών. Μένοντας μόνο στα τελευταία πενήντα χρόνια, η προηγούμενη γενιά την μίσησε επειδή παρασκεύαζε τον Πορτοκαλί Παράγοντα με τον οποίο η αμερικανική αεροπορία βομβάρδιζε το Βιετνάμ, σπέρνοντας τον καρκίνο ακόμη και στους Αμερικανούς στρατιώτες. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες η Monsanto έγινε το κόκκινο πανί για εκατομμύρια ευαισθητοποιημένους πολίτες λόγω των γενετικά τροποποιημένων σπόρων που παρήγαγε, επιδεινώνοντας την ποιότητα της καθημερινής διατροφής. Η επιθετική εμπορική της πολιτική οδήγησε στη στοχοποίησή της ακόμη κι από αμερικανικές καταναλωτικές οργανώσεις, που δε φημίζονται για τον πολιτικό ριζοσπαστισμό τους, με αποτέλεσμα το όνομα Monsanto να γίνει ένα από τα πιο κακόφημα ονόματα στην παγκόσμια επιχειρηματική ιστορία. Προς επίρρωση κι οι αναντίστοιχες των παγκόσμιων δυνατοτήτων της επιδόσεις στην ευρωπαϊκή αγορά, η οποία παρά τις δυσμενείς αναθεωρήσεις του ρυθμιστικού της πλαισίου εξακολουθεί να παραμένει εχθρικό έδαφος για το αγροτο-χημικό σύμπλεγμα. Με άλλα λόγια η Monsanto έπεσε θύμα της τεράστιας επιτυχίας της στην μαζική εισαγωγή των τροφίμων Φρανκεστάιν στο πιάτο εκατομμυρίων ανυποψίαστων ανθρώπων. Αυτές οι αντιδράσεις προκάλεσαν ένα όριο στην εξάπλωσή της, καθώς κάθε «καινοτομία» αυτομάτως δημιουργούς επιφυλάξεις.

Ευνοούμενη των Ναζί

Κι εδώ ακριβώς είναι που έρχεται η γερμανική χημική βιομηχανία Bayer. Με την εξαγορά της Monsanto ετοιμάζεται για μια ακόμη φορά να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα ακόμη κι από την πιο ακριβοπληρωμένη εταιρεία δημοσίων σχέσεων: Να σβήνει τη βρόμικη ιστορία του παρελθόντος. Αρκεί μια ματιά στο δικό της βίο. Η Bayer, που ιδρύθηκε το 1863, είναι μια εταιρεία ταυτισμένη με τη Γερμανία. Ανήκει στις εταιρείες που ωφελήθηκαν τα μέγιστα από τα στρατόπεδα εργασίας που έχτισαν οι Ναζί τη δεκαετία του 1930 (μαζί με άλλες «περίλαμπρες» γερμανικές φίρμες όπως η αυτοκινητοβιομηχανία Wolkswagen, η αγαπημένη των ελλήνων πολιτικών Siemens, η Hugo Boss και άλλες πολλές), πολλά χρόνια πριν ξεκινήσουν την κατάκτηση της Ευρώπης. Για τα κέρδη της Bayer έχουν πεθάνει χιλιάδες Εβραίοι, κομμουνιστές, τσιγγάνοι και ομοφυλόφιλοι όχι μόνο δουλεύοντας μέχρι φυσικής εξαντλήσεως, αλλά κι επειδή χρησιμοποιούνταν ως πειραματόζωα στα εργαστήρια της, υπό την εποπτεία μάλιστα του περιβόητου γερμανού Δόκτωρος Μένγκελε. Παραγωγή της Bayer ήταν και το θανατηφόρο αέριο Zyklon B με το οποίο θανατώνονταν στους επτασφράγιστους θαλάμους αερίων οι κρατούμενοι των Γερμανών μέχρι το 1945. Αυτή η εταιρεία λοιπόν, που έπρεπε να εξαφανιστεί από προσώπου γης ως δείγμα ελάχιστου σεβασμού στη μνήμη τόσων χιλιάδων ανθρώπων που θανατώθηκαν εξ αιτίας της, σήμερα όχι απλώς συνεχίζει να λειτουργεί και να διαφημίζει τα προϊόντα της, από κατσαριδοκτόνα μέχρι ασπιρίνες σα να μη συμβαίνει τίποτε (προκαλώντας μάλιστα την απορία αν από τα προϊόντα της περισσότεροι άνθρωποι έχουν σωθεί ή έχουν πεθάνει), αλλά αποδεδειγμένα αποτελεί και το καλύτερο πλυντήριο για ένα «καμένο» brand name, όπως της Monsanto. Ποια άλλη λοιπόν αν όχι η Bayer, που ξεμπέρδεψε με τους παλιούς λογαριασμούς της αλλάζοντας απλώς όνομα από IGFarben σε Bayer;

Δεν είναι μάλιστα καθόλου τυχαία κι η κατρακύλα της τιμής της μετοχής της γερμανικής εταιρείας. Από τις 10 Μαΐου 2016 που έγιναν γνωστές πρώτη φορά οι συνομιλίες μεταξύ των δύο εταιρειών μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές η τιμή της μετοχής της Bayer, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε, έχει χάσει σχεδόν 8 ευρώ (από 100,57 ευρώ σε 92,25). Αιτία είναι η δυσφορία των Ευρωπαίων μετόχων απέναντι στην εξαγορά της Monsanto. Αποτέλεσμα της αρνητικής τους στάσης (που στην αφετηρία της έχει την άρνηση των  Γερμανών να δεχθούν τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα όπως υποδηλώνει και πρόσφατη δημοσκόπηση που έδειξε ότι το 76% εξακολουθεί να θεωρεί σημαντική την απαγόρευσή τους) είναι κι η απροθυμία τόσο των Χριστιανοδημοκρατών όσο και των Σοσιαλδημοκρατών να δώσουν την …ευχή τους στο γάμο της χρονιάς. Κανείς ωστόσο δεν αμφισβητεί ότι CDU και SPD θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να ξεπεραστούν τα νομοθετικά εμπόδια στην έγκριση της συγχώνευσης.

Ο ματωμένος γάμος της Monsanto με την Bayer επιβλήθηκε λόγω της απότομης πτώσης στις τιμές των πρώτων υλών και των βασικών εμπορευμάτων (που διαπραγματεύονται στα χρηματιστήρια) τα οποία με τη σειρά τους οδήγησαν στην πτώση των αγροτικών εισοδημάτων και των δαπανών για σπόρους και χημικά. Μόνο στις ΗΠΑ το εισόδημα των αγροτών μειώθηκε από 123,8 δις. το 2013 σε 71,5 δις. το 2016, σχεδόν κατά 42%! Είναι εύκολο να φανταστούμε την πίεση που δέχτηκαν οι τζίροι των προμηθευτών τους, όπως η Monsanto. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως οι επιχειρηματικοί γάμοι στον κλάδο τείνουν να πάρουν τη μορφή επιδημίας, υπογραμμίζοντας τις σοβαρότατες υποκείμενες αιτίες. Θέμα χρόνου θεωρείται η ανακοίνωση της συγχώνευσης της Dow Chemical με την Du Pont και της ελβετικής Syngenta από την κινεζική ChemChina.

Ευρω-αμερικανικό μονοπώλιο

Μόνο που η ευόδωση αυτών των σχεδίων θα οδηγήσει στο τέλος της ημέρας στη δημιουργία τριών μονοπωλίων που θα ελέγχουν πλήρως την αγορά. Αυτές οι τρεις πολυεθνικές θα πουλούν το 59% όλων των πατενταρισμένων σπόρων του κόσμου και το 64% όλων των φυτοφαρμάκων, όταν το 1994 οι 4 μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής σπόρων του κόσμου έλεγχαν μόνο το 21% της διεθνούς αγοράς! Δεν είναι αστείο; Την ίδια ώρα που στο όνομα του ελεύθερου ανταγωνισμού οργανισμοί όπως το ΔΝΤ κι η ΕΕ επιβάλλουν ιδιωτικοποιήσεις και κοινωνικά καταστροφικές αλλαγές στην αγορά, χαρακτηρίζοντας ως κρατιστή κι απομεινάρι του παρελθόντος όποιον ζητά μέτρα ρύθμισης, σε ένα ανώτερο επίπεδο η αγορά μοιράζεται με όρους που θα ζήλευε κι ο Αλ Καπόνε. Με την επίνευση μάλιστα των διεθνών οργανισμών που υποτίθεται πώς έχουν τάξει εαυτόν στην υπηρεσία του …ανόθευτου ανταγωνισμού.

Ακόμη κι έτσι η εξαγορά της Monsanto από την Bayer δημιουργεί εντελώς νέα δεδομένα, καθώς απέναντί μας θα έχουμε ένα κολοσσό με ετήσιες πωλήσεις αξίας 66 δις. δολ., που θα ελέγχει το 29% των σπόρων παγκοσμίως και το 24% των φυτοφαρμάκων. «Πολύ μεγάλη» με άλλα λόγια για να επικριθεί και να στοχοποιηθεί… Η μεγάλη ευνοημένη του Χίτλερ θα χρησιμοποιήσει όλη τη δύναμη που διαθέτει ώστε η ΕΕ να πάψει να προβάλει αντιστάσεις στην άλωση της αγοράς από τους σπόρους Φρανκεστάιν. Το άμεσο αποτέλεσμα από την ένωση του Zyklon B με τον Πορτοκαλί παράγοντα θα είναι το πιάτο μας να γεμίσει με τρόφιμα σκουπίδια, για όσους φυσικά δεν έχουν την άνεση να αγοράζουν πανάκριβα βιολογικά προϊόντα. Επίσης, η άνοδος των τιμών καθώς οι οικονομίες κλίμακας απλώς θα αυξήσουν το περιθώριο κέρδους…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Το ψωμί… ψωμάκι ελέω κερδοσκοπίας (Επίκαιρα, 19/8-25/8/2010)

Ράλι πραγματοποιούν οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων εδώ και λίγες εβδομάδες στα εξειδικευμένα χρηματιστήρια του Σικάγου και του Λονδίνου. Αποτέλεσμα αυτού του αγώνα ταχύτητας είναι οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής, όπως σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι και άλλα να έχουν φθάσει στα ύψη. Η τιμή του σιταριού, για παράδειγμα, ενώ ήταν γύρω στα 135 ευρώ ο τόνος από τον Ιανουάριο μέχρι και το πρώτο πεντάμηνο του έτους πλέον σκαρφάλωσε στα 236 ευρώ. Η τιμή του κριθαριού από 2.475 ρούβλια ο τόνος που ήταν στις αρχές του χρόνου – κι ακόμη χαμηλότερα κατά τη διάρκεια του – έφθασε τα 4.250, κοκ.

Η άνοδος της τιμής αποδόθηκε από πολλούς στις ζημιές που υπέστη η ρωσική παραγωγή λόγω της ασυνήθιστης ανόδου της θερμοκρασίας, των πρωτοφανών σε έκταση πυρκαγιών που ακολούθησαν και της απόφασης του πρωθυπουργού Βλαντίμιρ Πούτιν να απαγορεύσει τις εξαγωγές σιτηρών από τις 15 Αυγούστου μέχρι και το τέλος του χρόνου. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι η ρωσική παραγωγή θα κυμανθεί από 70 έως 75 εκ. τόνους, όταν η περυσινή σοδειά είχε αγγίξει τα 100 εκ. τόνους. Χαμηλότερα θα κινηθεί επίσης κι η παραγωγή της Ουκρανίας, που κι αυτή σκέφτεται να επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές, καθώς οι τελευταίες εκτιμήσεις μειώνουν την ετήσια παραγωγή από 48 εκ. τόνους πέρυσι σε 40 εκ. φέτος. Η απόφαση του Κρεμλίνου χαρακτηρίστηκε σωτήρια για την εγχώρια ζήτηση καθώς διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρξει έλλειψη σταριού κι οι τιμές θα παραμείνουν χαμηλές εντός της Ρωσίας. Στο εξωτερικό όμως επέφερε αναστάτωση καθώς μια σειρά χώρες έπρεπε να μεριμνήσουν για τον ομαλό ανεφοδιασμό τους, με τις περισσότερες απ’ αυτές να βρίσκονται στη Μέση Ανατολή και την Ασία. Ειδικότερα η Αίγυπτος, που αγοράζοντας πέρυσι 6 εκ. τόνους αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα ρωσικών σιτηρών, η Τουρκία, η Συρία, το Ιράν, η Λιβύη, το Ισραήλ, η Ιορδανία, η Υεμένη και το Ιράκ.

Παρόλα αυτά η άνοδος της τιμής των σιτηρών και των βασικών ειδών διατροφής δεν προήλθε από την ξηρασία ή την απόφαση της Μόσχας και τον σκεπτικισμό του Κιέβου. Το ράλι τιμών το επέβαλαν μια σειρά άλλοι λόγοι που συγκαλύφθηκαν στη συνέχεια από την απόφαση της Μόσχας.

Η άνοδος της τιμής κατ’ αρχήν προηγήθηκε των ανακοινώσεων του Πούτιν. Οι τιμές του σταριού όπως και του κριθαριού ξεκίνησαν να αυξάνονται από τις αρχές Ιούλη, όταν οι φωτιές δεν υπήρχαν ούτε στους χειρότερους εφιάλτες των Ρώσων.

Δεύτερο, υφίσταται μια γενικευμένη άνοδος στις τιμές των βασικών εμπορευμάτων που δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές των δημητριακών τα οποία παράγονται στη Ρωσία. Ράλι, για παράδειγμα, καταγράφει η τιμή του χρυσού με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης μηνός Δεκεμβρίου να φθάσουν στις 8 Αυγούστου στα 1.205 δολάρια. Επίπεδο τιμής που βρίσκεται πολύ κοντά στο ρεκόρ των 1.260 δολ. ανά ουγκιά που είχε σημειωθεί στο τέλος Ιουνίου. Εξ’ ίσου φρενήρη άνοδο καταγράφει και η τιμή του κακάο που τους τελευταίους μήνες έχει αυξηθεί κατά 150% ωθώντας βιομηχανίες τροφίμων που παράγουν σοκολάτες να αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων τους ή να μειώσουν την πρώτη ύλη που χρησιμοποιούν. Η άνοδος των τιμών των σιτηρών επομένως αποτελεί σύμπτωμα μιας ευρύτερης τάσης.

Τρίτο, το κενό που δημιουργήθηκε από την διακοπή των ρωσικών εξαγωγών καλύφθηκε πάραυτα από άλλους παραγωγούς, με πρώτους απ’ όλους τους Αμερικανούς. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό αποτελεί μια ευκαιρία για μας κι ότι πρόκειται να την εκμεταλλευτούμε», δήλωσε στους Financial Times στις 13 Αυγούστου ο υπουργός Γεωργίας των ΗΠΑ, αναφερόμενος στην διακοπή των ρωσικών εξαγωγών. Σχεδόν όλες οι χώρες επίσης διατηρούν ένα απόθεμα. «Η Αίγυπτος έχει αρκετό απόθεμα σταριού για να παράγει επιδοτούμενο ψωμί για τους τέσσερις επόμενους μήνες δήλωνε στη βρετανική εφημερίδα στις 12 Αυγούστου αξιωματούχος του αιγυπτιακού υπουργείου Εμπορίου. Κατά συνέπεια δεν δημιουργήθηκε κάποια έλλειψη, ένα κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, που έστω και προσωρινά να προκάλεσε την εκτόξευση των τιμών.

Τέταρτο, σύμφωνα με πολλά δημοσιεύματα, η απόφαση του Πούτιν δεν ήταν και τόσο… αθώα. Δεν ελήφθη δηλαδή με κριτήριο τα συμφέροντα του ρωσικού λαού και τις ανάγκες κάλυψης της ρωσικής αγοράς, αλλά των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και εμπορία σιτηρών! «Μεγάλες, πολυεθνικές εταιρείες εμπορίας δημητριακών που λειτουργούν στη Ρωσία επιδίδονταν σε υπόγεια επιρροή (λόμπι) με στόχο την απαγόρευση που θα αποτελούσε το μέσο για να αξιώσουν τη νομική εξαίρεση από συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης που είχαν συναφθεί πριν την ξηρασία, όταν οι τιμές ήταν πολύ χαμηλότερες. Μια ρωσική θυγατρική της Glencore, της ελβετικής εταιρίας εμπορίας βασικών προϊόντων που διατηρεί στενές σχέσεις με τη ρωσική κυβέρνηση, επιδόθηκε σε υπόγεια επιρροή για την απαγόρευση όσο η έκταση της ξηρασίας γινόταν εμφανής», ανέφερε σε ρεπορτάζ της η International Herald Tribune στις 6 Αυγούστου. Τις λεπτομέρειες του «κόλπου» τις αποσαφήνιζαν οι Financial Times στις 4 Αυγούστου από την πρώτη τους κιόλας σελίδα: «Στελέχη της Glencore, της μεγαλύτερης εταιρείας εμπορίας βασικών προϊόντων κάλεσαν χθες τη Μόσχα να επιβάλλει απαγόρευση πωλήσεων σε δημητριακά που θα επιτρέψει σε εταιρείες να διαπραγματευτούν εκ νέου τα συμβόλαιά τους. Αν η Μόσχα επιβάλει απαγόρευση εξαγωγών, όπως έκανε για μια σύντομη περίοδο κατά τη διάρκεια της κρίσης τροφίμων του 2007-2008, τότε εμπορικοί οίκοι όπως η Glencore θα μπορούσαν να επικαλεστούν ανωτέρα βία, όρος που τους επιτρέπει να ακυρώσουν συμφωνίες λόγω αιτιών που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό τους»!

Κατά συνέπεια πράγματι υπάρχει σχέση μεταξύ ανόδου των τιμών στα σιτηρά και απόφασης απαγόρευσης των ρωσικών εξαγωγών – όχι όμως αυτή που λέγεται, ότι η απαγόρευση οδήγησε στην άνοδο των τιμών, αλλά η εντελώς αντίθετη: Η προγενέστερη άνοδος τιμών προκάλεσε την απαγόρευση!

Η πρωτοβουλία της ρωσικής κυβέρνησης έφερε ξανά στην επιφάνεια τον καταστρεπτικό ρόλο που ασκούν στην διαμόρφωση των τιμών κι επίσης την παραγωγή και εμπορία των βασικών ειδών διατροφής κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που μεσολαβούν μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Πρόκειται μάλιστα συχνά για τις ίδιους αυτούς τραπεζικούς κολοσσούς που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην κρίση της αμερικανικής αγοράς ακινήτων, όπως για παράδειγμα η Goldman Sachs, που μόλις πρόσφατα τιμωρήθηκε από τις αμερικανικές αρχές για τις αμφιλεγόμενες δραστηριότητές της. Η Goldman Sachs λοιπόν, σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεσή της, την οποία επικαλείται η βρετανική εβδομαδιαία εφημερίδα Guardian στις 23 Ιουλίου, κατά το 2009 κέρδισε 1 δισ. δολ. από στοιχήματα στην αγορά τροφίμων. «Επενδυτικές τράπεζες όπως η Goldman Sachs επιτυγχάνουν τεράστια κέρδη στοιχηματίζοντας στην τιμή καθημερινών τροφίμων. Από αυτά τα επικίνδυνα στοιχήματα κανείς δεν επωφελείται με μοναδική εξαίρεση του τυχοδιώκτες του Σίτι. Οι καταναλωτές υποφέρουν καθώς υποκινείται ο πληθωρισμός – λόγω του απρόβλεπτου κόστους στο πετρέλαιο και τις πρώτες ύλες – και οι πιο φτωχοί του κόσμου υποφέρουν επειδή το κόστος των βασικών τροφίμων γίνεται αβάσταχτο», τονίζει σε ανακοίνωσή της Μη Κυβερνητική Οργάνωση την οποία παρουσιάζει η βρετανική εφημερίδα στην πρώτη της σελίδα.

Πίσω ωστόσο από την άνοδο των τιμών των βασικών εμπορευμάτων κρύβεται η ανησυχία που αρχίζει να συσσωρεύεται για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Οι φόβοι συγκεκριμένα για διπλή ύφεση της αμερικανικής οικονομίας, η αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων οικονομικής μεγέθυνσης στη ζώνη του ευρώ και την Αγγλία, η επιβράδυνση της εσωτερικής ζήτησης στην Κίνα και άλλα στρέφουν τους επενδυτές – που αξιοποιούν το απαράδεκτο καθεστώς χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης των βασικών ειδών διατροφής – να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους εκεί. Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί και το 2007 – 2008 όταν η κρίση στην αγορά τροφίμων που οδήγησε σε έκρηξη τις τιμές του ρυζιού και του σταριού προκαλώντας λαϊκές εξεγέρσεις από την Αϊτή και το Μεξικό μέχρι την Αίγυπτο, ήταν το προμήνυμα της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε.

Σε αυτό το περιβάλλον – όπου η περίσσια κεφαλαίων διοχετεύεται στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο κι ωθώντας ταυτόχρονα τις τιμές στα ουράνια – δεν λείπουν οι εκ του πονηρού συστάσεις για απελευθέρωση της καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Με βάση το σκεπτικό εταιρειών όπως η αμερικανική Monsanto και η γερμανική Basf η άνοδος των τιμών είναι αποτέλεσμα της έλλειψης τροφίμων. Άρα, συνεχίζουν οι παραπάνω εταιρείες και πολλοί «ανεξάρτητοι» ερευνητές και αναλυτές που γίνονται όλο και περισσότεροι με το πέρασμα του χρόνου, υπάρχει ανάγκη διεύρυνσης της παραγωγής ώστε να ξεπεραστεί η ανεπάρκεια, να πέσουν οι τιμές και να μην φτάσουμε ξανά σε καταστάσεις όπως του 2007 – 2008 όταν λόγω της (πολύ μεγαλύτερης από τη σημερινή) ανόδου των τιμών για πρώτη φορά οι χρόνια υποσιτισμένοι ξεπέρασαν το 1 δισ.

Αυτό που παραβλέπουν οι υπέρμαχοι των τροφίμων – Φρανκεστάιν είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες κάθε άλλο παρά έλλειψη τροφίμων παρατηρείται. Με βάση εκτιμήσεις του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) του ΟΗΕ ενώ το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε κατά 2,4 φορές (από 2,5 δισ. το 1950 σε 6 δισ. το 2000) η παραγωγή τροφίμων αυξήθηκε κατά 2,6 φορές. Η παραγωγή τροφίμων δηλαδή αυξήθηκε ταχύτερα από τον πληθυσμό.

Το πρόβλημα επομένως δεν υφίσταται στην προσφορά αλλά στην διανομή – κατά πόσο δηλαδή αυτά τα τρόφιμα κατανέμονται με δημοκρατικούς όρους, σε όσους τα έχουν ανάγκη – κι εσχάτως στην άγρια κερδοσκοπία που εξελίσσεται, με αποτέλεσμα το πρόβλημα της διανομής να έχει γίνει πολύ πιο ακανθώδες, προσλαμβάνοντας εκρηκτικές διαστάσεις.

Αρέσει σε %d bloggers: